Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών με θέμα «Εγκληματικότητα και ασφάλεια στις πόλεις»
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 057 της 29/02/2000 σ. 0090 - 0096
Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών με θέμα "Εγκληματικότητα και ασφάλεια στις πόλεις" (2000/C 57/15) Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, έχοντας υπόψη την απόφασή του Προεδρείου της 11ης Ιουνίου 1997, σύμφωνα με το άρθρο 198 Γ, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να αναθέσει στην επιτροπή 4 "Χωροταξία, αστικά θέματα, περιβάλλον, ενέργεια" την επεξεργασία γνωμοδότησης με θέμα "Η εγκληματικότητα και η ασφάλεια στις πόλεις"· έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση (CdR 294/99 rev. 1) που υιοθέτησε ομόφωνα η επιτροπή 4 στις 7 Οκτωβρίου 1999 με βάση την εισηγητική έκθεση της κας Catharina Tarras-Wahlberg (ΕΣΚ)· υιοθέτησε ομόφωνα κατά την 31η σύνοδο ολομέλειας της 17ης και 18ης Νοεμβρίου 1999 (συνεδρίαση της 18ης Νοεμβρίου), την ακόλουθη γνωμοδότηση. 1. Εισαγωγή 1.1. Στην Ευρώπη, τα θέματα που αφορούν την εγκληματικότητα και το αίσθημα της ασφάλειας των πολιτών συγκεντρώνουν μεγάλο ενδιαφέρον. Υπάρχουν δύο ομάδες εργασίας που συγκροτήθηκαν από πολλές πόλεις μαζί. Εδώ και μερικά χρόνια η ομάδα "Η εγκληματικότητα και η ανασφάλεια στις πόλεις", εργάζεται στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης και έχει ήδη υποβάλει ορισμένες εκθέσεις. Οι "Eurocities" συγκρότησαν πρόσφατα την ομάδα εργασίας "Η ασφάλεια στις πόλεις" η οποία όμως δεν υπέβαλε ακόμη καμία έκθεση. 1.2. Στο άρθρο 2 (πρώην άρθρο Β) της Συνθήκης του Άμστερνταμ ορίζεται ότι η Ένωση θέτει ως στόχο την ενίσχυση της προστασίας των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των υπηκόων των κρατών μελών της, με τη θέσπιση της ιθαγένειας της Ένωσης. 1.3. Σύμφωνα με το άρθρο 21 (πρώην άρθρο Κ1) της Συνθήκης του Άμστερνταμ, στόχος της Ένωσης είναι να παρέχει στους πολίτες υψηλό επίπεδο προστασίας εντός ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με την ανάπτυξη από κοινού δράσης μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, και με την πρόληψη και την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με την πρόληψη και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, οργανωμένης ή μη, ιδίως της τρομοκρατίας, του εμπορίου ανθρώπων και των εγκλημάτων κατά των παιδιών, της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και όπλων, της δωροδοκίας και της απάτης. 1.4. Μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος από τα μέτρα που λαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση στρέφεται περισσότερο κατά της οργανωμένης και της διεθνούς εγκληματικότητας. 1.5. Ακόμη και εάν η καταπολέμηση της οργανωμένης και της διεθνούς εγκληματικότητας είναι υψίστης σημασίας, η καταπολέμηση της κοινής εγκληματικότητας, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της επικουρικότητας, είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντική για τους πολίτες της Ένωσης. Η εγκληματικότητα αυτή αποτελεί πηγή κινδύνων και ανασφάλειας. Προσφέρει επίσης το κατάλληλο έδαφος και αποτελεί το φυτώριο της οργανωμένης και διεθνούς εγκληματικότητας. Για το λόγο αυτό, είναι υψίστης σημασίας να κατασταλεί η κοινή εγκληματικότητα με σθένος, πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί βέβαια με τη λήψη μέτρων σε τοπικό, περιφερειακό και κοινοτικό επίπεδο. 1.6. Η έννοια της κοινής εγκληματικότητας μπορεί να διαφέρει όχι μόνο από χώρα σε χώρα, αλλά και στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας. Πάντως, ορισμένα είδη εγκλημάτων φαίνονται κοινά. Αυτά μπορεί να στρέφονται τόσο κατά των ατόμων, π.χ., σεξουαλική βία και ρατσιστικά εγκλήματα, όσο και κατά της περιουσίας τους, π.χ. γκράφιτι ή άλλο είδος ζημιών. 2. Αιτίες της εγκληματικότητας(1) 2.1. Η εγκληματικότητα αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της κοινωνίας μας και το μεγαλύτερο μέρος των εγκληματιών συμπεριφέρεται βασικά όπως και ο υπόλοιπος πληθυσμός. Συνέπεια τούτου, αυτό που συντελεί περισσότερο στην ανάπτυξη της εγκληματικότητας και των προτύπων της είναι η μορφή του καθημερινού βίου, δηλαδή το πώς είναι οργανωμένη η κοινωνία που εμείς όλοι, εγκληματίες και μη, βιώνουμε καθημερινά. Η καταπολέμηση και η πρόληψη των αιτίων και των συνθηκών που προωθούν την εγκληματικότητα και την κοινωνικά ανεπιθύμητη συμπεριφορά αποτελεί καθήκον όλων των κοινωνικών ομάδων. 2.2. Η έκταση και η κατανομή της εγκληματικότητας σε μία συγκεκριμένη περιοχή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ποιος και για ποιους άλλους λόγους ζει στην περιοχή αυτή. Όλα τα εν λόγω άτομα μπορούν να αποκληθούν με τον κοινό όρο "χρήστες". Στην ύπαιθρο, οι χρήστες είναι συχνά οι ίδιοι οι κάτοικοί της. Στις πόλεις το σύνολο των εν λόγω ατόμων υπερβαίνει σε μεγάλο βαθμό τους κατοίκους της. Στα άτομα αυτά υπολογίζονται στην προκειμένη περίπτωση, εκτός από τους κατοίκους, και τα άτομα τα οποία εργάζονται στην πόλη χωρίς όμως να ζουν σε αυτήν. Εκτός από τις κατηγορίες αυτές στα εν λόγω άτομα πρέπει να συμπεριληφθούν και οι εντόπιοι και αλλοδαποί τουρίστες καθώς και οι "φίλοι της διασκέδασης" - δηλαδή τα άτομα εκείνα τα οποία μεταβαίνουν από τις απομακρυσμένες συνοικίες της πόλης στο κέντρο για να διασκεδάσουν. 2.3. Ορισμένες κατηγορίες πόλεων είναι ελκυστικότερες από άλλες, π.χ. οι πρωτεύουσες, οι βιομηχανικές και οι τουριστικές πόλεις οι οποίες συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό επισκεπτών καθώς και τα κέντρα διασκέδασης της περιοχής. Για να κατανοηθούν τα προβλήματα της εγκληματικότητας και της ανασφάλειας των διαφόρων πόλεων ή περιφερειών, πρέπει όχι μόνο να υπάρχει επίγνωση του αριθμού των κατοίκων αλλά και του είδους των ατόμων που συχνάζουν στις πόλεις αυτές. Τα στοιχεία αυτά είναι καθοριστικής σημασίας όταν μελετώνται τα διάφορα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. 2.4. Οι ερμηνείες σχετικά με τις αιτίες της εγκληματικότητας βασίζονται σε θεωρίες που εξετάζουν είτε την ψυχοσύνθεση του ατόμου, είτε τις εξωτερικές περιστάσεις, είτε το συνδυασμό και των δύο αυτών στοιχείων. Οι πολιτιστικής φύσεως διαφορές μεταξύ των ατόμων δεν είναι αρκετά σημαντικές ώστε να αναμένεται ότι οι ερμηνείες που δίνονται σε ατομικό επίπεδο θα διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον την Ευρωπαϊκή Ένωση. 2.5. Όταν εξετάζεται η εγκληματικότητα των πόλεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας "πολεοδομία". Οι εν λόγω κοινωνικές και οικονομικές δομές μπορούν επίσης να εξηγήσουν την ύπαρξη των διαφορών που υπάρχουν στο εσωτερικό μιας συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας. Είναι επίσης σημαντικό να εξεταστεί η λειτουργία της πόλης στην περιφέρεια, π.χ. ως τόπος εργασίας, εκπαίδευσης, διασκέδασης, κ.λπ. 2.6. Οι περιφέρειες που διαθέτουν μεγάλα αστικά κέντρα αποτελούν "αγορά" για την εγκληματικότητα, είτε διότι υπάρχει η δυνατότητα προμήθειας αγαθών τα οποία έχουν εμπορική αξία είτε διότι υπάρχει η δυνατότητα διάθεσής τους. Σε μία μεγάλη πόλη υπάρχουν πολλά νοικοκυριά, πολλά αυτοκίνητα, πολλοί επισκέπτες και πολλές επιχειρήσεις. Η ροή των ατόμων και των γεγονότων είναι τεράστια. Ο κάτοικος των πόλεων είναι πιο ανώνυμος στο περιβάλλον του σε σύγκριση με τον κάτοικο της υπαίθρου. 2.7. Για να χρησιμοποιήσουμε και τους όρους της αγοράς, η πόλη αποτελεί επίσης ιδανικό τόπο ανάπτυξης της εγκληματικότητας. Στις πόλεις υπάρχει μεγάλη μερίδα περιθωριακών οι οποίοι για διάφορους λόγους, συγκεντρώνονται σε αυτή. Η ανωνυμία των μεγάλων πόλεων αποτελεί το καλύτερο καταφύγιο για τους λαθρομετανάστες. Ο εγκληματίας ή ο λαθρομετανάστης είναι πολύ ευκολότερο να αποκαλυφθεί στην ύπαιθρο από ό,τι σε μία μεγάλη πόλη. 2.8. Υπάρχουν πολλές θεωρίες περί εγκλήματος. Στη θεωρία η οποία αποκαλείται "θεωρία της δραστηριότητας ρουτίνας" διαπιστώνεται ότι τρεις καταστάσεις επηρεάζουν τη δημιουργία εγκληματικών φαινομένων: - η εγκληματική τάση του ατόμου, - τα αντικείμενα που προκαλούν την ανάληψη εγκληματικής δράσης, - η έλλειψη επαρκούς προστασίας(2). Η εγκληματική πράξη συντελείται όταν άτομο εγκληματικών τάσεων έρχεται σε επαφή με αντικείμενο ελκυστικό για την ανάληψη εγκληματικής ενέργειας, το οποίο δεν είναι επαρκώς προστατευμένο. 2.9. Η πρόληψη της εγκληματικότητας προϋποθέτει τον επηρεασμό ενός εκ των τριών προαναφερθέντων στοιχείων. Η αποτελεσματική πρόληψη της εγκληματικότητας δεν προϋποθέτει την εξάλειψη όλων των ανωτέρω στοιχείων. 2.10. Το μέγεθος και τα είδη της εγκληματικότητας επηρεάζονται από τη διάρθρωση του πληθυσμού. Ομάδες που διαβιούν σε ορισμένες περιοχές μπορεί να έχουν μεγαλύτερες εγκληματικές τάσεις, ενώ ομάδες άλλων περιοχών μπορεί να είναι υπέρ της καταγγελίας των εγκλημάτων ή να είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον κίνδυνο να πέσουν γίνουν θύματα της εν λόγω εγκληματικότητας. 3. Άτομα με εγκληματικές τάσεις 3.1. Η εγκληματική συμπεριφορά εμφανίζεται συχνά κατά τα πρώτα χρόνια της εφηβείας με μικροκλοπές και με την πρόκληση ζημιών. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της, η εν λόγω εγκληματικότητα είναι μάλλον περιστασιακή, δηλαδή είναι σπανίως προμελετημένη και μπορεί να οφείλεται σε επιθυμία διασκέδασης λόγω παρέας. Οι περισσότεροι νέοι σταματούν στο σημείο αυτό, ορισμένοι όμως προχωρούν περισσότερο και διαπράττουν σοβαρότερα εγκλήματα. Από το σχετικά σημαντικό αριθμό περιστασιακών εγκληματιών ξεχωρίζει ένας μικρός αριθμός ατόμων που θα υποτροπιάσουν. Τα άτομα αυτά ανήκουν σε συμμορίες και λόγω της στάσης που τηρεί η κοινωνία απέναντί τους μαθαίνουν μαζί με άλλα να διάγουν εγκληματικό βίο. 3.2. Ένα πολύ μικρό μέρος των εγκληματιών είναι υπεύθυνο για ένα πολύ μεγάλο ποσοστό εγκλημάτων. Αυτό είναι ιδιαίτερα αληθές όσον αφορά εγκλήματα όπως η βία και οι διαρρήξεις, τα οποία διαπράττονται από πωρωμένους υπότροπους των οποίων οι εγκληματικές δραστηριότητες είναι δυσανάλογα πολλές. Οι εγκληματίες που ανήκουν στην κατηγορία αυτή είναι γενικά πολύ γνωστοί στις κοινωνικές υπηρεσίες και στις αστυνομικές αρχές από τότε που ήταν πολύ νέοι. Ο καλύτερος τρόπος για να προληφθεί ο μεγάλος αριθμός των εγκλημάτων που διαπράττονται από τα άτομα αυτά είναι να παρεμποδιστεί η στρατολόγησή τους προς αυτή την κατεύθυνση. 3.3. Όσο περισσότερο διαρκεί η εν λόγω εγκληματική συμπεριφορά, τόσο πιο δύσκολο είναι να ανακοπεί με τη λήψη κοινωνικών ή παρεμβατικών μέτρων για προληπτικούς λόγους. Συνεπώς, είναι καθοριστικής σημασίας να παρεμποδιστούν τα παιδιά και οι έφηβοι, από την τρυφερή τους ηλικία, να συρθούν στη βαριά εγκληματικότητα. Προκειμένου να παρεμποδιστεί η αντικατάσταση των κοινωνικών προτύπων από τις συμμορίες αυτές πρέπει να διαλυθούν το ταχύτερο δυνατό. Η κοινωνία πρέπει να αντιδράσει σε ένα πρόωρο στάδιο όσον αφορά την ανάρμοστη συμπεριφορά. 4. Πολεοδομία 4.1. Όσον αφορά την πολεοδομία, η σημαντικότερη ενέργεια για την πρόληψη της εγκληματικότητας είναι η ύπαρξη επαρκούς προστασίας. Οι συζητήσεις σχετικά με την επαρκή προστασία επικεντρώνονται συχνά σε τεχνικές λύσεις όπως π.χ. το σύστημα συναγερμού και εποπτείας. 4.2. Πάντως, ο προβληματισμός για την επαρκή προστασία πρέπει να διερευνηθεί ώστε να συμπεριληφθούν και άλλες λύσεις. Ένα σπίτι το οποίο δεν μένει ποτέ ακατοίκητο διατρέχει λιγότερους κινδύνους διάρρηξης σε σύγκριση με ένα σπίτι που κατά περιόδους μένει ακατοίκητο. Ο ίδιος συλλογισμός ισχύει για οποιαδήποτε γεωγραφική περιοχή. Τα άτομα που συγκεντρώνονται σε μία πόλη (κάτοικοι, εργαζόμενοι, επισκέπτες, φίλοι της διασκέδασης, κ.λπ.) επιτηρούν έμμεσα την ασφάλεια της πόλης. Έτσι, συντελούν στην επαρκή προστασία της από τα περισσότερα είδη εγκλημάτων. Πάντως, πολλοί ισχυρίζονται ότι η σύνθεση του πληθυσμού που συχνάζει μία πόλη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο όσον αφορά το αποτέλεσμα της προστασίας. 4.3. Η πολεοδομία διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο όταν η ροή των ατόμων, που ανήκουν στις διάφορες κατηγορίες, είναι συνεχής καθόλη τη διάρκεια του 24ώρου. Η συνοικία στην οποία κατά τη διάρκεια της ημέρας υπάρχουν εργαζόμενοι και τη νύχτα συχνάζουν φίλοι της διασκέδασης δεν προστατεύεται το ίδιο αποτελεσματικά με τη συνοικία στην οποία αναμιγνύονται διάφορες κατηγορίες: κάτοικοι, εργαζόμενοι, επισκέπτες, φίλοι της διασκέδασης, κ.λπ. Η ύπαρξη κέντρων για την ανάπτυξη κοινωνικών επαφών συμβάλει στην ενίσχυση του κοινωνικού ελέγχου, ο οποίος συντελεί στην ανάπτυξη αισθημάτων ευημερίας και ασφάλειας. 4.4. Σύμφωνα με τους πολεοδόμους πρέπει να διορθωθούν οι διαρθρωτικές καταστάσεις οι οποίες δημιουργούν την ανασφάλεια όπως, π.χ. η υποβάθμιση του περιβάλλοντος των πόλεων. Ερειπωμένες και υποβαθμισμένες συνοικίες κατοικούνται συχνά από πολίτες που υποφέρουν από διάφορα προβλήματα. Η ανεργία, η φτώχεια, οι καταχρήσεις και η εγκληματικότητα αποτελούν συνηθισμένα φαινόμενα και συχνά οι μετανάστες αποτελούν μεγάλο μέρος των κατοίκων των εν λόγω συνοικιών. 4.5. Ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού για την οικοδόμηση νέων συνοικιών ή για την αναπαλαίωση ερειπωμένων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα θέματα που αφορούν την πρόληψη της εγκληματικότητας. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη στενή συνεργασία μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες για την πολεοδομία, των ιδιοκτητών ακινήτων και των υπηρεσιών ασφαλείας. 4.6. Στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζονται ορισμένα προγράμματα προκειμένου να μελετηθούν και να δοκιμαστούν ορισμένες μορφές πολεοδομίας οι οποίες θα συμβάλουν στην πρόληψη της εγκληματικότητας. 5. Ασφάλεια και σιγουριά 5.1. Όσον αφορά τις δραστηριότητες που συνδέονται με την ασφάλεια, σε όλα τα επίπεδα στην Ευρώπη (τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και κοινοτικό) πρέπει να παρατηρηθεί ότι μπορεί να υπάρχει διαφορά μεταξύ πραγματικής ασφάλειας και αισθήματος σιγουριάς και το πώς προβάλλονται αυτά από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης. 5.2. Δεν είναι δυνατόν να υπολογισθεί με αντικειμενικότητα το αίσθημα ασφάλειας. Οι εμπειρίες που βίωσε ένα άτομο, η προσωπική του κατάσταση και το είδος της αλληλεπίδρασης που επιλέγουμε να έχουμε με το περιβάλλον μας επηρεάζουν το αίσθημα ασφάλειας. Έχει μεγάλη σημασία να μπορούν να ταυτιστούν με την πόλη τους οι κάτοικοί της. 5.3. Σε πολλές πόλεις καταβάλλονται προσπάθειες για την επεξεργασία όχι μόνο των στοιχείων που αφορούν την εγκληματικότητα αλλά και εκείνων που έχουν σχέση με την ανασφάλεια. Διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των εν λόγω στοιχείων σε σχέση με ορισμένες καταστάσεις στις οποίες τα άτομα δοκιμάζουν ένα αίσθημα ανασφάλειας και αντιστρόφως. Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε εθνικό επίπεδο απέδειξαν ότι τα άτομα που εκτίθενται λιγότερο στην εγκληματικότητα είναι εκείνα τα οποία ανησυχούν περισσότερο για την πιθανότητα να εκτεθούν σε αυτή, ενώ τα θύματά της, που σε μεγάλο βαθμό είναι νέοι, δεν ανησυχούν αρκετά. 5.4. Η παρεμπόδιση των αισθημάτων ανασφάλειας είναι τελείως διαφορετική από την πρόληψη της εγκληματικότητας. Μελετάται επίσης η ανάγκη που έχει ο άνθρωπος να αισθάνεται εμπιστοσύνη απέναντι στις αρμόδιες αρχές που έχουν επωμισθεί το βάρος της δημιουργίας του εν λόγω αισθήματος ασφάλειας. Μία αψυχολόγητη ενέργεια των εν λόγω αρχών απέναντι στον πολίτη θα έχει ως αποτέλεσμα τη σοβαρή βλάβη του αισθήματος ασφάλειας και εμπιστοσύνης. Κατά την εκπαίδευση του προσωπικού των αστυνομικών αρχών διδάσκονται σχετικά παραδείγματα. 5.5. Αναλυτικότερα, η εμφανής εγκληματικότητα και η εμφανής διασάλευση της δημόσιας τάξης επηρεάζουν περισσότερο το αίσθημα της ασφάλειας. Τα εγκλήματα και η διασάλευση της δημόσιας τάξης τα οποία είναι εμφανή στις πόλεις και τα οποία θεωρούνται ότι θίγουν τα άτομα όλως τυχαία, δηλαδή π.χ. οι σεξουαλικές επιθέσεις, οι επιθέσεις στο δρόμο για κλοπές αποτελούν εγκλήματα που επηρεάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το αίσθημα της ασφάλειας. Η θορυβώδης συμπεριφορά, οι φωνές, οι επιθετικές και απειλητικές καταστάσεις, καθώς και η πρόκληση βλαβών επηρεάζουν αρνητικά το αίσθημα της ασφάλειας. 5.6. Τα "αόρατα" εγκλήματα (π.χ. η βία που ασκείται στο σπίτι) και τα εγκλήματα κατά τα οποία ένα άτομο μπορεί να ελέγξει τον κίνδυνο που διατρέχει, (π.χ. η άσκηση βίας μεταξύ ατόμων που γνωρίζονται), σπανίως εκλαμβάνονται ότι αποτελούν απειλή. Είναι παράξενο που αυτό το είδος των εγκλημάτων (ιδίως η βία που ασκείται στο σπίτι) μολονότι δεν βλέπουν το φως της δημοσιότητας και γενικότερα δεν γίνονται γνωστά αποτελούν παρόλα αυτά μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα. 5.7. Ένας από τους λόγους για τους οποίους η ασφάλεια εκλαμβάνεται με τον τρόπο αυτό πιθανόν να οφείλεται στα μαζικά μέσα ενημέρωσης για τα οποία π.χ. η παράλογη και τυχαία βία που ασκείται στο δρόμο παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, από την πλευρά της πληροφόρησης, σε σύγκριση με κοινές τραγωδίες που εκτυλίσσονται στις οικογένειες. Όταν τα ΜΜΕ παρουσιάζουν επανειλημμένως ένα ορισμένο είδος εγκληματικότητας τότε εκδηλώνεται μία τάση αύξησης του κινδύνου να πέσει κανείς θύμα εγκλήματος. Η παρουσίαση του θέματος από τα ΜΜΕ μπορεί να επηρεάσει το αίσθημα ασφάλειας κατά τρόπο που να μην ανταποκρίνεται στον κίνδυνο της αντικειμενικής ασφάλειας. Τα ΜΜΕ δεν παρουσιάζουν μόνο την πραγματικότητα αλλά προσπαθούν επίσης να δείξουν και το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Την ίδια όμως στιγμή τα ΜΜΕ επηρεάζουν το πλαίσιο που προσπαθούν να παρουσιάσουν. Η παρουσίαση του θέματος από τα ΜΜΕ επηρεάζει τόσο τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα γεγονότα όσο και το κοινωνικό πλαίσιο. 5.8. Η ασφάλεια και η ανησυχία επηρεάζονται ακόμη και από άλλες καταστάσεις εκτός της εγκληματικότητας. Είναι αυτονόητο ότι οι κοινωνικοί φορείς επηρεάζουν το θεμελιώδες αίσθημα ασφάλειας του ατόμου. Το να γνωρίζει κανείς ότι στην περίπτωση που υποστεί επίθεση, η οποία αποτελεί εγκληματική ενέργεια, μπορεί να αποζημιωθεί οικονομικά ή ηθικά, αυτό επηρεάζει το αίσθημα που μπορεί να έχει για τη δική του ασφάλεια. Το γεγονός ότι ο ένοχος θα δικαστεί για την εγκληματική του πράξη μπορεί να έχει θεραπευτικά αποτελέσματα για το θύμα και χάρη σε αυτά να μετριαστεί εν συνεχεία η μελλοντική ανησυχία τους. Η οικονομική αποζημίωση διευκολύνει την αποκατάσταση του θύματος ώστε να μην αισθάνεται εγκαταλελειμμένο μπροστά στις ανησυχίες του. Για το θύμα της εγκληματικής πράξης έχει επίσης μεγάλη σημασία η χορήγηση ταχείας και ασφαλούς βοήθειας καθώς και η παροχή των ενδεδειγμένων επαγγελματικών φροντίδων σε σχέση με το βασικό αίσθημα ασφάλειας. Είναι επίσης σημαντικό μετά την πρόκληση βλαβών και τις πράξεις βανδαλισμού να ληφθεί μέριμνα ώστε π.χ. τα συνθήματα που γράφονται στους τοίχους να καθαρίζονται και να αντικαθίστανται τα σπασμένα τζάμια. Αυτό έχει σημασία για το ατομικό αίσθημα ασφάλειας. 5.9. Διαπιστώνεται ότι η οργανωμένη και η διεθνής εγκληματικότητα επηρεάζουν το αίσθημα της ασφάλειας σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με την κοινή εγκληματικότητα η οποία εμφανίζεται στο άμεσο περιβάλλον. 5.10. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το αίσθημα της ανασφάλειας είναι λανθασμένο στο μέτρο που δεν υπάρχει αντίστοιχος κίνδυνος έκθεσης σε εγκληματικές πράξεις. Το γεγονός ότι οι πολίτες αισθάνονται ανασφάλεια αποτελεί αρνητικό παράγοντα για την κοινωνία μας και για αυτό δεν πρέπει να παραμεληθεί. Είναι συνεπώς σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη ο παράγοντας "ασφάλεια" στις ενέργειες για τη βελτίωση της ασφάλειας των πολιτών όπως αυτοί τον αντιλαμβάνονται. 6. Υποστήριξη των θυμάτων εγκληματικών πράξεων 6.1. Είναι σημαντικό να παρέχεται στα θύματα των εγκληματικών πράξεων υποστήριξη και βοήθεια. Στο άτομο που υπήρξε θύμα εγκληματικής πράξης το αίσθημα ανασφάλειας μπορεί να επιδεινωθεί, στην περίπτωση που δεν του παρασχεθεί καμία υποστήριξη διότι έτσι αισθάνεται εγκαταλελειμμένο. Ένας παρόμοιος φόβος μπορεί εύκολα να μεταδοθεί στο περιβάλλον του θύματος. 6.2. Η μεσολάβηση αποτελεί ένα τρόπο βοήθειας προς το θύμα της εγκληματικής ενέργειας, να συναντηθούν δηλαδή το θύμα και ο ένοχος με έναν αμερόληπτο μεσολαβητή για να μιλήσουν σχετικά με την εγκληματική πράξη. Το θύμα διηγείται την εμπειρία του και μπορεί επίσης να λάβει απαντήσεις σε ερωτήσεις για την εγκληματική πράξη της οποίας υπήρξε το αντικείμενο. Έτσι, ο ένοχος έχει τη δυνατότητα να διαπιστώσεις τις συνέπειες της πράξης του και, ενδεχομένως, να εκφράσει τις τύψεις του. Η μεσολάβηση μπορεί να είναι ωφέλιμη όταν ο ένοχος είναι νεαρό άτομο. 6.3. Υπάρχουν επίσης παραδείγματα συνεργασίας με εθελοντικές οργανώσεις οι οποίες βοηθούν στην αντικατάσταση κλεμμένων εγγράφων, στην κατασκευή νέων κλειδιών, κ.λπ. προκειμένου να προληφθεί η επιδείνωση του υποκειμενικού αισθήματος της αβεβαιότητας. 7. Λήψη μέτρων από την αστυνομία και την υπόλοιπη κοινωνία 7.1. Στην προσπάθεια για τη δημιουργία σιγουριάς και ασφάλειας η αστυνομία έχει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Γι' αυτό είναι σημαντικό να μην θεωρηθούν τα ζητήματα αυτά ότι εμπίπτουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της αστυνομίας αλλά να θεωρηθούν και ζητήματα που πρέπει να απασχολήσουν την κοινωνία. 7.2. Για να αναπτυχθεί το αίσθημα της ασφάλειας στη συνοικία πρέπει η αστυνομία να συνεργάζεται στενά με τους πολίτες και να είναι ορατή στην περιοχή με την παρουσία της στους δρόμους. Στην περίπτωση που η σύνθεση του αστυνομικού σώματος αντανακλά την πολυφωνία του πληθυσμού, αυτό είναι πλεονέκτημα. 7.3. Η αστυνομία μπορεί να ενεργεί τόσο προληπτικά όσο και κατασταλτικά, προκειμένου όμως να επιτευχθούν καλύτερα αποτελέσματα πρέπει και άλλες αρχές και άλλοι φορείς της κοινωνίας να αναλαμβάνουν δραστηριότητες για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας. Σημαντικότατοι εταίροι συνεργασίας της αστυνομίας είναι οι κοινωνικές αρχές, το σχολείο, οι ενώσεις εργοδοτών, οι κάτοικοι της περιοχής, οι εθελοντικές οργανώσεις, κ.λπ. Η συνεργασία μεταξύ των εν λόγω παραγόντων μπορεί να επιτρέψει την ανάληψη δυναμικής και αποτελεσματικής δράσης για την πρόληψη της εγκληματικότητας. 7.4. Σε ορισμένες χώρες συνάπτονται συμβάσεις για την τοπική ασφάλεια μεταξύ της αστυνομίας, των δικαστηρίων, της εκπαιδευτικής αρχής, των οργανώσεων και των αντιπροσώπων της περιοχής για να βελτιωθούν τα προληπτικά μέτρα κατά του εγκλήματος και να βελτιωθεί η ασφάλεια για όλους. 7.5. Άλλα παραδείγματα συνεργασίας είναι οι συμβουλευτικές ομάδες στις οποίες συμμετέχουν η τοπική αστυνομία και οι εκπρόσωποι των αρχών της αυτοδιοίκησης, οι οποίες είναι πολύ αποτελεσματικές κυρίως διότι παρέχουν στην αστυνομία πληροφορίες τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιήσει για τη διαλεύκανση εγκλημάτων για τα οποία θα συναντούσε δυσκολίες. 8. Υποχρεώσεις των πολιτών 8.1. Το αίσθημα ανασφάλειας δεν δημιουργείται μόνο από την εγκληματική αλλά και από την κακή συμπεριφορά που μπορεί να συμβάλει σε πολύ μεγάλο βαθμό στη δημιουργία του εν λόγω αισθήματος. Εάν ο κοινωνικός έλεγχος αποδυναμωθεί, τότε η κακή συμπεριφορά πιθανόν να γίνει πιο συνήθης. 8.2. Μολονότι οι πολίτες έχουν δικαίωμα στην ασφάλεια και στη σιγουριά δεν πρέπει ωστόσο να λησμονούν τις υποχρεώσεις τους για την επίτευξη της εν λόγω ασφάλειας. Τα άτομα χρειάζονται πληροφόρηση σχετικά με τις υποχρεώσεις τους προκειμένου να καταστεί δυνατή η βελτίωση της αλληλεγγύης και της ασφάλειας στη συνοικία. Για να γίνει ανθρώπινη η διαβίωση στην πόλη πρέπει να ευνοηθεί η υιοθέτηση μέτρων με τα οποία θα παρεμποδίζεται η περιθωριοποίηση των νέων, θα καταπολεμούνται οι διακρίσεις στην κοινωνία και την εργασία και θα αντιμετωπίζεται η τοξικομανία και η βία στα σχολεία. Οι λαοί δεν μπορούν πλέον να αδιαφορούν για εγκληματικές πράξεις ή για παραβιάσεις της δημόσιας τάξης. Αντίθετα, όλοι πρέπει να συμβάλουν στη λύση του προβλήματος, ανάλογα με τις δυνατότητές τους. 8.3. Το σχολείο έχει να επιτελέσει σημαντική αποστολή η οποία συνίσταται στη μετάδοση των κοινωνικών αξιών και στη γνώση της λειτουργίας της κοινωνίας. Στο σχολείο τίθενται οι βάσεις της συμπεριφοράς που θα έχουν τα παιδιά όταν γίνουν έφηβοι, και εκεί αποφασίζουν κατά πόσο θα αποτελέσουν μέλη της κοινωνίας ή θα θέσουν τους εαυτούς τους εκτός αυτής. Είναι σημαντικό να ενισχύσει το σχολείο τόσο το αίσθημα των μαθητών ότι ανήκουν στην τοπική κοινωνία όσο και το αίσθημα της εθνικής ταυτότητας που απορρέει από την ιθαγένεια, όπως επίσης το αίσθημα ότι ανήκουν στην Ευρώπη χάρη στην ευρωπαϊκή ιθαγένεια. Όμως, η ενίσχυση αυτή πρέπει να επιτευχθεί χωρίς να απωλεσθεί η κατανόηση για τους ξένους ή γι' αυτούς, όπου ανήκουν σε άλλες εθνικές ομάδες και αποτελούν τώρα τμήμα της ευρωπαϊκής κοινωνίας. 9. Ανταλλαγές στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης 9.1. Για την αντιμετώπιση των ως άνω προβλημάτων πρέπει να αναπτυχθούν δραστηριότητες σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Το κύριο βάρος των δραστηριοτήτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων πρέπει επίσης να εμπίπτει στις αρμοδιότητες των τοπικών και περιφερειακών αρχών. 9.2. Η συνεργασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση πραγματοποιείται κατά το μεγαλύτερο μέρος σε εθνικό επίπεδο. Όμως, σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο δεν αναπτύσσεται παρόμοια συνεργασία. 9.3. Υπάρχουν πολλοί βασικοί λόγοι για να θεωρήσει κανείς ότι οι τοπικές και περιφερειακές αρχές που είναι αρμόδιες για την πρόληψη, την παρεμπόδιση ή τη λήψη μέτρων κατά των εγκλημάτων μπορούν να διδαχθούν πολλά η μία από την άλλη, όπως και οι χώρες μεταξύ τους, όσον αφορά την εγκληματικότητα. Σήμερα, αυτό μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί, σε μικρότερη έκταση, π.χ. με την αδελφοποίηση πόλεων. 9.4. Είναι σημαντικό να ληφθούν μέτρα με μακροχρόνια αποτελεσματικότητα διότι με τον τρόπο αυτό μειώνεται συνεχώς η εγκληματικότητα ενώ αντίθετα αυξάνει η ασφάλεια. Βέβαια, είναι εξίσου σημαντικό να ληφθούν μέτρα που θα έχουν άμεσα αποτελέσματα όσον αφορά την εγκληματικότητα και την ασφάλεια. Για να πραγματοποιηθεί όμως αυτό δεν αρκεί μόνο η συνεργασία των περιφερειακών και τοπικών αρχών αλλά χρειάζεται και ο μεταξύ τους ενεργητικός συντονισμός για τη λήψη των εν λόγω μέτρων. 10. Διάδοση παραδειγμάτων ορθών πρακτικών 10.1. Η γραμματεία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ασχολείται με τη συγκέντρωση, από όλη την Ευρώπη, παραδειγμάτων ορθών πρακτικών, τις οποίες θα κοινοποιήσει σε όλα τα κράτη μέλη εκδίδοντας ένα εγχειρίδιο. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η ταχεία διάδοση των εν λόγω παραδειγμάτων μεταξύ των κρατών μελών χωρίς να υπάρχει πρόθεση αξιολόγησης των αποτελεσμάτων τους. Πρόκειται για πρωτοβουλία της Γερμανίας, η οποία ορίζει την πρόληψη της εγκληματικότητας ως εξής: "Η πρόληψη της εγκληματικότητας αποτελεί έννοια στην οποία περιλαμβάνονται το σύνολο των προγραμμάτων, μέτρων και μηχανισμών τα οποία συμβάλλουν συνεχώς στην πρόληψη ή τη μείωση της εγκληματικότητας τόσο από ποσοτική όσο και ποιοτική άποψη, ως φαινομένου πολιτικής ή κοινωνικής διάστασης με μέτρα συνεργασίας που υιοθετούνται κατόπιν συνεννόησης κράτους και ιδιωτικών φορέων ή σε ατομική βάση ή τα οποία τουλάχιστον περιορίζουν στο ελάχιστο τις αρνητικές συνέπειες της εγκληματικότητας και αυξάνουν το αίσθημα ασφάλειας στον πληθυσμό(3)" 10.2. Πολλές πόλεις και διάφορες περιφέρειες της Ευρώπης έλαβαν ορθά μέτρα τα οποία συνέβαλαν στη μείωση της εγκληματικότητας και στην αύξηση του αισθήματος ασφάλειας. Τα μέτρα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πηγές έμπνευσης για άλλες πόλεις οι οποίες αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα. Τα εν λόγω παραδείγματα δραστηριοτήτων πρόληψης της εγκληματικότητας και δημιουργίας αισθήματος ασφάλειας πρέπει να διαδοθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κυρίως μεταξύ περιφερειακών και τοπικών δήμων. 10.3. Για να γίνουν προσιτά τα παραδείγματα αυτά, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να ενεργήσει για τη δημιουργία ενός κέντρου πληροφόρησης στο οποίο θα συγκεντρωθούν τα παραδείγματα αυτά. Το εν λόγω κέντρο θα συγκεντρώνει και θα διαδίδει τα παραδείγματα των ορθών πρακτικών με αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα. Το κέντρο αυτό θα μπορεί ακόμη να συγκεντρώνει και να διαδίδει στατιστικά στοιχεία και πληροφορίες για την εγκληματικότητα. 10.4. Πριν όμως να διαδοθούν οι ορθές πρακτικές πρέπει οπωσδήποτε να γίνει η αξιολόγησή τους. Π.χ. πρέπει να διευκρινιστούν οι εξωτερικοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα των διάφορων μέτρων. Στο έργο αυτό θα πρέπει να συμμετάσχουν ειδικοί αναλυτές και ερευνητές, σχηματίζοντας ένα είδος δικτύου στην ΕΕ. 10.5. Για να ενισχυθεί και να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα ήταν χρήσιμο να εφαρμοστούν, υπό την αιγίδα της ΕΕ, συστήματα ανταλλαγής υπαλλήλων και διεξαγωγής διαπεριφερειακών συνεδρίων. Οι ανταλλαγές αυτές παρέχουν τη δυνατότητα διάδοσης προβληματισμών και ιδεών όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί η συνήθης εγκληματικότητα με αποτέλεσμα τη μείωση τόσο της ανασφάλειας όσο και της δημιουργίας νέων εγκληματιών. Οι δραστηριότητες αυτές μπορούν επίσης να αποτελέσουν, μακροπρόθεσμα, μία πολύ στέρεη βάση για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. 11. Χρησιμοποίηση των Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης 11.1. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν σήμερα πολλά Ταμεία και διάφορα προγράμματα από τα οποία μπορούν να ζητήσουν οικονομική ενίσχυση οι αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης(4). Η ΕΕ πιθανόν να μπορεί να εφαρμόσει το άρθρο 29 της Συνθήκης του Άμστερνταμ προκειμένου να εξετάσει τρόπους με τους οποίους τα υπάρχοντα Ταμεία και ενδεχομένως νέα θα μπορούν να τονώσουν τις δραστηριότητες πρόληψης της εγκληματικότητας με την καθιέρωση συνεργασίας σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. 11.2. Πάντως υπάρχουν πολλά Ταμεία και προγράμματα τα οποία βασικά δεν αφορούν τους τομείς αρμοδιοτήτων των αρχών τήρησης της τάξης. Για τις περιπτώσεις που υπάρχει βάσιμη αιτιολογία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, για τη λήψη απόφασης, τα κριτήρια της εγκληματικότητας και της ασφάλειας. Σχετικά με την ενεργό χρησιμοποίηση των πόρων των γενικών ταμείων στους τομείς της πρόληψης της εγκληματικότητας και της ασφάλειας, επισημαίνεται ότι τα εν λόγω προβλήματα δεν είναι κατ' αρχάς αστυνομικής φύσεως αλλά αποτελούν προβλήματα της κοινωνίας. 12. Συμπεράσματα 12.1. Η ΕΤΠ φρονεί ότι είναι πολύ σημαντικό να δοθεί προσοχή στα θέματα ασφάλειας των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Κοινωνικοπολιτικές δράσεις μπορούν να αναληφθούν ιδιαιτέρως σε τοπική κλίμακα. Οι τοπικές κοινότητες θα πρέπει να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που έχουν και να συμβάλλουν στην καταπολέμηση των αιτίων μέσω της κοινωνικής και οικογενειακής πολιτικής καθώς και της πολιτικής που ασκούν έναντι των νέων. 12.2. Η ΕΤΠ πιστεύει ότι τα άτομα δικαιούνται να αισθάνονται ασφαλείς στον καθημερινό τους βίο και ότι το αίσθημα αυτό αποτελεί σημαντικό μέρος της ποιότητας ζωής τους. 12.3. Η ΕΤΠ είναι της γνώμης ότι πρέπει να δημιουργηθούν παραδείγματα τα οποία θα μπορούν να διαδοθούν στις αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης χωρίς να χρειάζονται εξωτερική χρηματοδότηση, αλλά αντίθετα, θα αποτελούνται από μέτρα που θα μπορούν να εφαρμοστούν με τους υπάρχοντες πόρους. Ορισμένα παραδείγματα είναι τα εξής: - η κατάρτιση προγράμματος εκπαίδευσης που θα απευθύνεται κυρίως στο προσωπικό της αστυνομίας, με το οποίο θα τονίζεται ιδιαίτερα ο παράγων εμπιστοσύνη· - η εξέταση και διεξαγωγή συζήτησης, σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, του θέματος της υποκειμενικής διάστασης του αισθήματος της ασφάλειας. Αυτό μπορεί να γίνει με τη βοήθεια διάφορων ειδικών όπως π.χ. της αστυνομίας και των κοινωνικών λειτουργών· - οι εργασίες αναβάθμισης αστικών περιοχών μπορούν να συμβάλουν με την εκτέλεση των κατάλληλων εργασιών στην αύξηση του κλίματος ασφάλειας· - η πολεοδομία για τις εργασίες αναβάθμισης και σχεδιασμού των αστικών περιοχών να λαμβάνει υπόψη τις γνώσεις των υπηρεσιών της αστυνομίας και των άλλων αρμόδιων για την ασφάλεια αρχών - διοργάνωση συζητήσεων, σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, για τα θέματα αυτά. 12.4. Η μεγάλη έκτασης συνεργασία και ανταλλαγές για την πρόληψη της εγκληματικότητας, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, μπορούν μακροπρόθεσμα να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση του πληθυσμού ο οποίος τροφοδοτεί τη διεθνή και την οργανωμένη εγκληματικότητα. Η ΕΤΠ καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να ενθαρρύνει τις τοπικές και περιφερειακές αρχές στο έργο τους για την πρόληψη της εγκληματικότητας. 12.5. Η ΕΤΠ φρονεί ότι είναι σημαντικό να μεριμνά η Επιτροπή ώστε τα προβλήματα της ασφάλειας να είναι πάντοτε στην επικαιρότητα. Όσον αφορά τη διάθεση πόρων από τα διάφορα Ταμεία και τις κοινοτικές πρωτοβουλίες θα πρέπει πάντοτε να δίνεται προτεραιότητα στα σχέδια που αφορούν την ασφάλεια και το αίσθημα ασφάλειας. 12.6. Η ΕΤΠ είναι της γνώμης ότι το θέμα της δημιουργίας ενός κέντρου της ΕΕ, το οποίο θα δίνει πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες πρόληψης της εγκληματικότητας, και στο οποίο θα συγκεντρώνονται παραδείγματα ορθών πρακτικών από όλη την Ευρώπη με σκοπό τη διάδοσή τους, είναι πολύ σημαντικό και πρέπει να μελετηθεί χωρίς καθυστέρηση. Η ΕΤΠ προτρέπει σχετικά την Επιτροπή να ερευνήσει το θέμα χρησιμοποιώντας τις εμπειρίες και τις έρευνες των τοπικών και περιφερειακών αρχών. 12.7. Η ΕΤΠ φρονεί ότι πριν να διαδοθούν θα πρέπει να αξιολογηθούν τα παραδείγματα των ορθών πρακτικών. Π.χ. πρέπει να διευκρινιστούν οι εξωτερικοί παράγοντες οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα των διάφορων μέτρων. Η ΕΤΠ προτρέπει την Επιτροπή να συμβάλει στη δημιουργία ευρωπαϊκού δικτύου στο οποίο θα συμμετέχουν ειδικοί αναλυτές και ερευνητές. 12.8. Για να τονωθούν οι ανταλλαγές μεταξύ των περιφερειακών και τοπικών αρχών των κρατών μελών πρέπει κατά τη γνώμη της ΕΤΠ να αυξηθούν οι δυνατότητες χρηματοδότησής τους. Πρέπει επίσης να λυθεί το θέμα της χρηματοδότησης του κέντρου πληροφοριών και του ευρωπαϊκού δικτύου. Η ΕΤΠ προτρέπει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να λάβουν υπόψη τους τα θέματα χρηματοδότησης στις εργασίες τους για την κατάρτιση του προϋπολογισμού. Βρυξέλλες, 18 Νοεμβρίου 1999. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής των Περιφερειών Manfred DAMMEYER (1) Στο πρόγραμμα Falconπρο βλέπεται σχέδιο με το οποίο ερευνάται η σχέση μεταξύ επικίνδυνης και κοινής εγκληματικότητας. (2) Στην κατηγορία αυτή υπάγονται οι επονομαζόμενοι "ικανοί φύλακες". Πρόκειται για άτομα όπως οι αστυνομικοί, οι φύλακες και, κυρίως, οι κοινοί πολίτες που ζουν σε μια περιοχή, οι επιχειρηματίες, οι υπάλληλοι κ.λπ. Η ηλεκτρονική προστασία και άλλα τεχνικά μέτρα καθορίζουν την ελκυστικότητα του αντικειμένου της εγκληματικής πράξης. Η έντονη ηλεκτρονική προστασία καθιστά το αντικείμενο πιο ελκυστικό. (3) 5227/99 DG H II. (4) Τα προγράμματα Oisin, Falcone και Grotius για τις αρχές των τομέων δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων.