51999AC0704

Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί της θέσπισης ενός πλαισίου για την ενημέρωσητων εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα»

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 258 της 10/09/1999 σ. 0024 - 0025


Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την "Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί της θέσπισης ενός πλαισίου για την ενημέρωσητων εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα"

(1999/C 258/07)

Στις 18 Δεκεμβρίου 1998, το Συμβούλιο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου για την κοινωνική πολιτική, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την προαναφερθείσα πρόταση.

Το τμήμα Απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και δικαιωμάτων του πολίτη, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 15 Ιουνίου 1999, με βάση εισηγητική έκθεση της κ. Engelen-Kefer.

Κατά την 365η σύνοδο ολομέλειας της 7ης και 8ης Ιουλίου 1999 (συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 1999), η ΟΚΕ υιοθέτησε με 99 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 10 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1. Γενικές παρατηρήσεις

Όσον αφορά την "Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί της θέσπισης ενός πλαισίου για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα" οι απόψεις στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή διίστανται: Ορισμένα μέλη είναι της γνώμης ότι η πρόταση δεν συμβιβάζεται με την αρχή της επικουρικότητας και ότι αντίκειται προς την αρχή της αναλογικότητας διότι εμπίπτει σε μεγάλο βαθμό στις εθνικές διατάξεις.

Άλλα μέλη κρίνουν ότι παρά την ανάγκη βελτίωσης ιδιαίτερα κατά τη θέσπιση του κατώτερου ορίου και τη διεύρυνση προς τον δημόσιο τομέα, με την εν λόγω πρόταση οδηγίας καλύπτονται οι ελλείψεις της νομοθεσίας των κρατών μελών, λόγω της δημιουργίας ενός συνεκτικού κοινοτικού περιγράμματος το οποίο αντισταθμίζει τις ελλείψεις της νομοθεσίας των κατ' ιδίαν κρατών μελών στους τομείς της πληροφόρησης και της διενέργειας διαβουλεύσεων, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις προϋποθέσεις για την επιτυχή αντιμετώπιση των εξελίξεων.

1.1. Ανεξάρτητα από αυτές τις διαφορές απόψεων, η ΟΚΕ διαπιστώνει τα εξής:

1.2. Ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης και ο Κοινοτικός Κοινωνικός Χάρτης των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων (1989) αναγνωρίζουν ένα θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα στους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους για πληροφόρηση και διαβούλευση, στην περίπτωση αποφάσεων που μπορεί να έχουν συνέπειες για αυτούς. Τούτο αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου, με τη συνεκτίμηση των διαφόρων πρακτικών στα κράτη μέλη(1) το οποίο προϋποθέτει την αναγνώριση ενός ενεργού ρόλου των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους στις επιχειρήσεις. Σχετικά πρέπει να συνεκτιμηθεί ο ιδιαίτερος ρόλος των μικρών επιχειρήσεων.

1.3. Η αναγνώριση και η προαγωγή των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους συμβάλει αποφασιστικά στην ενίσχυση της κοινωνικής διάστασης και εξασφαλίζει, επιπλέον, ότι οι διαφορές που αφορούν τις ιδιαιτερότητες των κρατών μελών δεν επηρεάζουν ιδιαίτερα τον ανταγωνισμό. Αυτός ο κοινωνικός παράγων εγγυάται την καλύτερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

1.4. Στην έκθεση Davignon(2), στην πράσινη βίβλο "Μια νέα οργάνωση της εργασίας με βάση το πνεύμα της συνεργασίας"(3) και στην έκθεση Gyllenhammar(4), αναφέρεται ότι η πληροφόρηση των εργαζομένων και η διενέργεια διαβουλεύσεων με αυτούς ασκεί θετική επιρροή στη διάθεση αυτών και των εκπροσώπων τους όσον αφορά την αντιμετώπιση οικονομικών αναδιαρθρώσεων. Η ΟΚΕ συμφωνεί ρητά με την άποψη αυτή. Οι ικανότητες και η θετική διάθεση των εργαζομένων αποτελούν βασική προϋπόθεση για την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας στο μέλλον. Η στρατηγική για την απασχόληση, που καθορίστηκε στη σύνοδο κορυφής του Λουξεμβούργου, τονίζει ορθώς το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι κοινωνικοί εταίροι κατά τον εκσυγχρονισμό της οργάνωσης εργασίας και στην ικανότητα προσαρμογής των επιχειρήσεων.

1.5. Η προβληματική της αναδιάρθρωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας μπορεί να αντιμετωπιστεί κατά τρόπο ο οποίος θα εξασφαλίσει την ανταγωνιστικότητά της μόνο εφόσον στις επιχειρήσεις υπάρχει μια πραγματικά αποτελεσματική προνοητική πολιτική απασχόλησης, για την ανάπτυξη της οποίας απαιτείται οπωσδήποτε και η συνεργασία των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους. Η πληροφόρηση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους και η διενέργεια διαβουλεύσεων μαζί τους, όπως προβλέπεται ήδη στην οδηγία 92/56/ΕΟΚ του Συμβουλίου (22.6.1992) για την τροποποίηση της οδηγίας 75/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, για την προσέγγιση των νομοθετικών διατάξεων των κρατών μελών για τις ομαδικές απολύσεις, η οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων κατά τη μεταβίβαση επιχειρήσεων ή μερών αυτών, καθώς και η οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 1994 για τη σύσταση ευρωπαϊκού συμβουλίου επιχειρήσεων, θα συμβάλει σημαντικά στην αποδοχή, εκ μέρους των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, των προσπαθειών που πρέπει να γίνουν για την αντιμετώπιση των εξελίξεων. Έτσι, θα απελευθερωθεί η ικανότητα των εργαζομένων να καινοτομούν και θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

1.6. Μέσω της διαδικασίας πληροφόρησης και διαβούλευσης, μπορεί να διευκολυνθεί η υλοποίηση των στόχων της Κοινότητας και των κρατών μελών, όπως αυτοί που αναφέρονται στο άρθρο 136 της συνθήκης για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και που έχουν οριστεί ως εξής:

- προαγωγή της απασχόλησης

- βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, ώστε στα πλαίσια της προόδου να διευκολυνθεί και η εναρμόνισή τους

- προσφορά της δέουσας κοινωνικής προστασίας

- κοινωνικός διάλογος

- ανάπτυξη του εργατικού δυναμικού με στόχο την επίτευξη ενός σταθερού και υψηλού επιπέδου απασχόλησης

- Καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού

2. Ειδικές παρατηρήσεις

Με βάση τις αρχές που προαναφέρθηκαν, η ΟΚΕ είναι της άποψης ότι, για να υπάρξει μια αποτελεσματική διαδικασία πληροφόρησης των εργαζομένων και διαβούλευσης με αυτούς και τους εκπροσώπους τους, πρέπει να ισχύουν οι εξής αρχές:

2.1. Η ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου προϋποθέτει ότι οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους θα θεωρούνται ως ισότιμοι εταίροι και να χαίρουν της ανάλογης μεταχείρισης. Αυτό προϋποθέτει της εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης πολιτικής πληροφόρησης και διαβούλευσης.

2.2. Οι αρμόδιοι πρέπει να φροντίσουν ώστε η πληροφόρηση να είναι έγκαιρη, συνεχής και πλήρης. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να δίδεται στις νέες εξελίξεις, την οργάνωση και την γενική πορεία μιας επιχείρησης στο βαθμό που έχουν σημαντικές συνέπειες για τους εργαζόμενους, καθώς και στις επιδράσεις των μέτρων που μελετά η διοίκηση μιας επιχείρησης επί των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους. Εξάλλου, η ενημέρωση και η διαβούλευση θα πρέπει να επεκταθούν και σε τομείς οι οποίοι έχουν άμεση σχέση με τα δικαιώματα των εργαζομένων και το μέλλον τους, δικαιώματα όπως η διαρκής κατάρτιση και επιμόρφωση, τα μέτρα για την ισότητα ευκαιριών καθώς και η προστασία της υγείας και της ασφάλειας στους χώρους εργασίας.

2.3. Για να είναι αποτελεσματικές οι διαδικασίες πληροφόρησης και διαβούλευσης, η απόψεις των εργαζομένων πρέπει να ζητούνται πριν από τη λήψη οριστικών αποφάσεων και πρέπει να συνεκτιμώνται στον προσδιορισμό των τελικών θέσεων.

2.4. Κατά την έννοια μιας εταιρικής προσέγγισης και αποδοχής, η πληροφόρηση πρέπει να καλύπτει και την περαιτέρω εξέλιξη των δραστηριοτήτων της επιχείρησης και την οικονομική της κατάσταση, όπως π.χ. πληροφορίες σχετικά με επενδύσεις που έχουν καθοριστική σημασία για το μέλλον της επιχείρησης και της απασχόλησης.

2.5. Επειδή η πληροφόρηση και η διαβούλευση αποτελούν ή θα αποτελέσουν ουσιαστικά μέσα για την αποτελεσματική οργάνωση των επιχειρήσεων, είναι απαραίτητο να υπάρχουν περιθώρια διατύπωσης προτάσεων, ιδιαιτέρως όσον αφορά τη διασφάλιση και τη διάρθρωση της απασχόλησης, καθώς και την αναμενόμενη εξέλιξη της εκπροσώπησης των εργαζομένων. Αν η επιχείρηση προτίθεται να λάβει ορισμένες αποφάσεις, πρέπει να επιδιώκεται η επίτευξη συμφωνίας εκ των προτέρων.

2.6. Επίσης, μια παρόμοια εταιρική προσέγγιση είναι απαραίτητη προκειμένου να περιοριστούν, στο μέτρο του δυνατού, τυχόν διενέξεις κατά την εφαρμογή αποφάσεων. Μόνο τότε θα είναι δυνατό να δοθεί στην επαγγελματική κατάρτιση και επιμόρφωση η θέση που τους πρέπει, δεδομένου ότι θα υπάρχει αποδοχή εκ μέρους των εργαζομένων.

2.7. Η Οικονομική και κοινωνική Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ότι η καθιέρωση μιας αποτελεσματικής διαδικασίας πληροφόρησης και διαβούλευσης έχει ουσιαστική σημασία για την εξέλιξη των επιχειρήσεων, καθώς και ότι τα κράτη μέλη ακολουθούν την πρακτική αυτή με διαφορετικό τρόπο.

Βρυξέλλες, 7 Ιουλίου 1999.

Η Πρόεδρος

της Οικονομικής και ΚοινωνικήςΕπιτροπής

Beatrice RANGONI MACHIAVELLI

(1) Βλ. γνωμοδότηση της ΟΚΕ "Τα κοινωνικά θεμελιώδη δικαιώματα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα"ΕΕ C 126 της 23.5.1989, σ. 4.

(2) Τελική έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων "Ευρωπαίά συστήματα συμμετοχής των εργαζομένων", σ. 5 κ.ε.

(3) Έγγραφο CΟΜ(97) 128 τελικό, σ.3 κ.ε.

(4) Τελική έκθεση της ομάδας υψηλών εμπειρογνωμόνων για τις οικονομικές και κοινωνικές επιδράσεις της βιομηχανικής εξέλιξης, σ. 9 κ.ε, σ. 23 κ.ε.