Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την εξασφάλιση ελαχίστου επιπέδου πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων της αποταμίευσης υπό μορφή τόκων στην Κοινότητα»
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 116 της 28/04/1999 σ. 0018
Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα "Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την εξασφάλιση ελαχίστου επιπέδου πραγματικής φορολόγησης των εισοδημάτων της αποταμίευσης υπό μορφή τόκων στην Κοινότητα"(1) (1999/C 116/05) Στις 3 Ιουλίου 1998, το Συμβούλιο αποφάσισε με βάση το άρθρο 100 της συνθήκης ΕΚ να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση. Το τμήμα "Οικονομική και Νομισματική Ένωση, Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή" υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 8 Φεβρουαρίου 1999 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Geuenich. Κατά την 361η Σύνοδο Ολομέλειας (συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου 1999), η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 93 ψήφους υπέρ, 22 κατά και 15 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση. 1. Εισαγωγή 1.1. Οι στόχοι της Επιτροπής Στόχος της οδηγίας είναι να εξασφαλιστεί ένα κατώτερο επίπεδο φορολογίας των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων που εισπράττονται από φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν τη φορολογική τους έδρα εντός της Κοινότητας, αλλά σε διαφορετικό κράτος μέλος από αυτό στο οποίο εισπράττονται οι τόκοι. Η Επιτροπή επιδιώκει μια πραγματιστική προσέγγιση σε μία ελάχιστη βάση, προκειμένου να αποφευχθούν, στο μέτρο του δυνατού, οι επιπλοκές. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζονται σε σχέση με την φορολόγηση των συντάξεων και των ασφάλιστρων θα αποτελέσουν αντικείμενο ιδιαίτερης εξέτασης κατά τη θέσπιση ενδεχομένως ειδικής νομοθεσίας. Η φορολογία κερδών κεφαλαίου στην περίπτωση επιχειρήσεων αφορά μια άλλη βαθμίδα διατάξεων απ'ότι η εξεταζόμενη πρόταση οδηγίας. 1.2. Τα κύρια σημεία του εγγράφου της Επιτροπής 1.2.1. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα ελάχιστο όριο φορολογίας των εισοδημάτων υπό μορφή τόκων που καταβάλλονται σε φυσικά πρόσωπα με τόπο κατοικίας σε κράτος μέλος, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε μεταξύ του καθεστώτος παρακράτησης φόρων στην πηγή του εισοδήματος υπό μορφή τόκων που καταβάλλονται σε άτομα που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος (σύστημα φορολογίας στην πηγή), ή να καθιερώσουν ένα σύστημα παροχής πληροφοριών προς τα κράτη μέλη στα οποία έχει την μόνιμη κατοικία του ο δικαιούχος (σύστημα παροχής πληροφοριών). Η δυνατότητα επιλογής μεταξύ αυτών των δύο τύπων αποκαλείται πρότυπο συνύπαρξης. Η υποχρέωση του συστήματος αυτού ισχύει για όλες τις πληρωμές τόκων που καταβάλλονται από φορέα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (η αρχή του φορέα πληρωμής). Η έδρα του οφειλέτη δεν έχει καθοριστική σημασία. 1.2.2. Ο κατώτερος συντελεστής παρακράτησης φόρου στην πηγή θα ανέρχεται σε 20 %. Ο ορισμός του κατώτερου συντελεστή στο 20 % δεν εμποδίζει, ωστόσο, τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν, εφόσον το επιθυμούν, έναν υψηλότερο συντελεστή. Αποκλειστικός σκοπός της φορολογίας αυτής είναι να αποφευχθεί η διπλή φορολογία (κατώτερο επίπεδο φορολογίας των τόκων). Συνεπώς, ο φόρος αυτός δεν θα εισπράττεται εφόσον ο δικαιούχος υποβάλλει στον οργανισμό πληρωμής πιστοποιητικό της εφορίας, στο οποίο η τελευταία θα βεβαιώνει ότι έχει ενημερωθεί για το ύψος των πληρωτέων τόκων. Σε περίπτωση που το ποσό των καταβληθέντων τόκων υπερβαίνει το ποσό που αναγράφεται στο εν λόγω πιστοποιητικό, επιβάλλεται φορολογία στην πηγή για τη διαφορά των δύο ποσών. 1.2.3. Στο πιστοποιητικό πρέπει να αναφέρονται τα στοιχεία του παραλήπτη των τόκων και της υπηρεσίας που διενεργεί την πληρωμή, μαζί με το ποσό των τόκων και την ημερομηνία πληρωμής τους. Το πιστοποιητικό χορηγείται στον δικαιούχο τόκων που το ζητεί εντός δύο μηνών από την ημέρα που θα υποβάλει σχετική αίτηση. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η αναφορά περισσότερων λεπτομερειών στο πιστοποιητικό είναι ένα θέμα που πρέπει να συζητηθεί περισσότερο. 1.2.4. Οι εισπράξεις από τον φόρο στην πηγή παραμένουν στο κράτος στο οποίο επιβλήθηκε η φορολογία. Σε περίπτωση που υποβληθεί το προαναφερθέν πιστοποιητικό της φορολογικής αρχής του κράτους μόνιμης κατοικίας, είναι λογικό οι εισπράξεις από την φορολογία των εσόδων υπό μορφή τόκων να διαβιβάζονται στη χώρα κατοικίας. 1.2.5. Στην πρόταση οδηγίας της 10ης Φεβρουαρίου 1989(2), η Επιτροπή προέβλεπε τη δυνατότητα αποκλεισμού των ομολόγων ευρώ από το πεδίο εφαρμογής της ίδιας οδηγίας. Αυτό δεν συμβαίνει όμως με την παρούσα πρόταση οδηγίας. Αντιθέτως, τα έσοδα από τόκους που προέρχονται από ομόλογα ευρώ υπόκεινται στο ίδιο φορολογικό καθεστώς με τους άλλους τόκους. 1.2.6. Η ΕΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει διαπραγματεύσεις με τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της, με στόχο την εξασφάλιση της ένταξης στο φορολογικό σύστημα και αυτού του είδους τόκων, οι οποίοι καταβάλλονται από φορείς σε τρίτες χώρες σε πρόσωπα που κατοικούν στην επικράτειά της. 1.2.7. Η Επιτροπή προτείνει στους αντιπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών που συνέρχονται στους κόλπους του Συμβουλίου την ακόλουθη απόφαση: "Τα κράτη μέλη που έχουν εξαρτώμενα ή συνδεδεμένα εδάφη ή έχουν ειδικές αρμοδιότητες ή φορολογικά προνόμια σε άλλα εδάφη δεσμεύονται να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα, ενδεχομένως στο πλαίσιο των συνταγματικών τους διατάξεων, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι διατάξεις για τις πληρωμές τόκων στους κατοίκους της Κοινότητας ισοδύναμες με εκείνες που θα περιλαμβάνονται στην εκδοθείσα οδηγία θα μπορούν να εφαρμοστούν στα εν λόγω εδάφη". 1.2.8. Προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη θα θεσπίσουν και θα δημοσιεύσουν τις απαιτούμενες νομοθετικές και διοικητικές διατάξεις, το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 1999, έτσι ώστε να επιτραπεί η εφαρμογή της οδηγίας από την 1η Ιανουαρίου 2001. Η Επιτροπή θα υποβάλει το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2004 στο Συμβούλιο έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας. Με βάση την έκθεση αυτή, η Επιτροπή θα προτείνει - εάν αυτό είναι απαραίτητο - τροποποιήσεις της οδηγίας στο Συμβούλιο, προκειμένου να εξασφαλιστεί μια καλύτερη μέθοδος φορολόγησης εσόδων από τόκους ή να καταπολεμηθούν τυχόν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. 2. Ο κίνδυνος της φοροδιαφυγής 2.1. Με την καθιέρωση της φορολογίας στην πηγή, ή της υποχρεωτικής δήλωσης σε περίπτωση διασυνοριακών πληρωμών τόκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα μπορούσε να προκύψει θέμα φοροδιαφυγής προς χώρες εκτός ΕΕ, στις οποίες ισχύουν χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές. Όσον αφορά τα σημαντικότερα θέματα που εξετάζονται στην προκειμένη περίπτωση, η ΟΚΕ θα ήθελε να διαπιστώσει τα εξής: 2.2. Η Ελβετία δεν μπορεί να έχει κανένα συμφέρον για την αύξηση της εισροής κεφαλαίων φοροδιαφυγής από τις χώρες της Ένωσης προς αυτή. Μια παρόμοια κατάσταση θα ωθούσε ακόμα περισσότερο στα ύψη τη συναλλαγματική ισοτιμία του ελβετικού φράγκου το οποίο έχει υπερτιμηθεί υπερβολικά. Η σημερινή υπερτίμηση του ελβετικού φράγκου επιβαρύνει πολύ σοβαρά την διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ελβετίας. Επιπλέον, σε μια τέτοια περίπτωση η Ελβετία θα αναγκαζόταν - ενδεχομένως για να προστατεύσει τα συμφέροντά της - να λάβει μέτρα για την αναχαίτιση της εισροής κεφαλαίων από φοροδιαφυγή. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Ελβετία χρειάζεται μια σειρά από διμερείς συμβάσεις με την ΕΕ, προκειμένου να μη βρεθεί σε μειονεκτική θέση επειδή δεν είναι μέλος της ΕΕ. Από την άποψη αυτή, υπάρχουν βάσιμες ελπίδες για τη σύναψη συμφωνίας η οποία θα ικανοποιεί και τις δύο πλευρές και θα σχετίζεται με το στόχο της πρότασης οδηγίας, που είναι η εξασφάλιση της επιβολής μιας ελάχιστης φορολογίας εσόδων από τόκους στην επικράτεια της Κοινότητας. 2.3. Εκτός από ονόματα παγκοσμίου οικονομικής εμβέλειας, στα νησιά Κάιμαν, π.χ., έχουν εγκατασταθεί σχεδόν 28000 αλλοδαπές εταιρείες χαρτοφυλακίου (στις 6 Νοεμβρίου 1998 ο αριθμός τους ήταν 27640) και σχεδόν άλλοι τόσοι συνασπισμοί (ιδρύματα), που προσελκύονται στα νησιά αυτά από τη μηδενική φορολογία και την αυξανόμενη εμπιστοσύνη στην εσωτερική πολιτική σταθερότητα. Το μαζικό "ξέπλυμα" χρήματος, π.χ., στα νησιά Κάιμαν αποτελεί "κοινό μυστικό". Εάν ασκείται οποιοσδήποτε έλεγχος στις "πράξεις" αυτές, αυτό γίνεται από τις τοπικές δημόσιες αρχές, οι οποίες δεν συνεργάζονται με καμία δημόσια υπηρεσία στις χώρες του εξωτερικού. Σε περίπτωση που ένα ξένο κράτος επιθυμεί, παρ'όλα αυτά, τη συνεργασία υπηρεσιών των νησιών Κάιμαν, πρέπει πρώτα να λάβει σχετική έγκριση από τοπικό δικαστήριο. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν γίνει γνωστές παρόμοιες περιπτώσεις. Ο κατάλληλος οργανισμός για την αντιμετώπιση του προβλήματος μιας ενδεχόμενης αύξησης της φοροδιαφυγής προς φορολογικές οάσεις θα ήταν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Η προσπάθεια αυτή θα μπορούσε να συμπληρωθεί ή να υποστηριχθεί με τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ ΕΕ και ΟΟΣΑ, με την συμμετοχή των ΗΠΑ. Ιδιαιτέρως, το ΔΝΤ θα μπορούσε να αποκλείσει την πρόσβαση στο διεθνές σύστημα διατραπεζικών συναλλαγών τις τράπεζες που δεν συμμορφώνονται ακόμη και μία στοιχειώδη πειθαρχία. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδιανόητο να καθηλωθεί η προσπάθεια για την υλοποίηση του στόχου ενός ελάχιστου ορίου φορολογίας εσόδων από τόκους στην Κοινότητα εξαιτίας των φορολογικών συνθηκών που επικρατούν σε ένα βρετανικό προτεκτοράτο, τα νησιά Κάιμαν. 2.4. Τα νησιά Κάιμαν αποκαλούνται και "Λίχτενσταϊν της Καραϊβικής". Έτσι, προβάλλεται ταυτόχρονα ο χαρακτήρας του Λίχτενσταϊν ως φορολογικού παραδείσου. Ωστόσο, το "πρόβλημα Λίχτενσταϊν" διαφέρει ριζικά από την περίπτωση των νησιών Κάιμαν απλώς και μόνο επειδή το Λίχτενσταϊν συμμετέχει μαζί με τη Νορβηγία στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ). 2.5. Η ΟΚΕ διαπιστώνει ότι η προσπάθεια για την αντιμετώπιση του προβλήματος της φοροδιαφυγής ευρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Ταυτόχρονα, παραπέμπει στο άρθρο 11 της πρότασης οδηγίας, το οποίο υποχρεώνει την Κοινότητα να αρχίσει διμερείς ή πολυμερείς διαπραγματεύσεις με τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της, ώστε να εξασφαλιστεί η δυνατότητα φορολόγησης εσόδων από τόκους. Η ΟΚΕ διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε ότι θα εκπληρώσει οπωσδήποτε την υποχρέωση αυτή. Στα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βιέννης, στις 11 και 12 Δεκεμβρίου 1998, αναφέρονται τα εξής για τη φορολογική πολιτική: "Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χαιρετίζει την έκθεση του Συμβουλίου για ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της φορολογικής πολιτικής, και τονίζει ότι πρέπει να καταπολεμηθεί ο επιζήμιος φορολογικός ανταγωνισμός. Η συνεργασία στον τομέα της φορολογικής πολιτικής δεν επιδιώκει ενιαίους φορολογικούς συντελεστές και δεν είναι ασυμβίβαστη με ένα δίκαιο φορολογικό ανταγωνισμό, αλλά απαιτείται προκειμένου να μειωθούν οι συνεχείς στρεβλώσεις της εσωτερικής αγοράς, να αποφευχθούν υπερβολικές απώλειες φορολογικών εσόδων και να αναπτυχθούν φορολογικές δομές φιλικότερες για την απασχόληση. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο: - καλεί το Συμβούλιο (Υπουργών) να συνεχίσει την εργασία για τις προτάσεις οδηγίας όσον αφορά τη φορολογία της αποταμίευσης και για μία οδηγία για τους τόκους και τα δικαιώματα με σκοπό να υπάρξει συμφωνία πριν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι, - χαιρετίζει την πρόθεση της Επιτροπής και του Συμβουλίου να αρχίσουν συζητήσεις με τρίτες χώρες σχετικά με προβλήματα που αφορούν τη φορολογία του εισοδήματος από τόκους." 2.6. Η προσπάθεια για την αντιμετώπιση του προβλήματος της φοροδιαφυγής βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και όσον αφορά κράτη μέλη με εξαρτημένες ή συνδεδεμένες περιοχές, ή με ιδιαίτερες ευθύνες ή φορολογικά πλεονεκτήματα σε σχέση με άλλες περιοχές. Σχετικό παράδειγμα αποτελεί η κοινή δήλωση του πρωθυπουργού Μπλερ και του καγκελάριου Σρέντερ, της 10ης Δεκεμβρίου 1998, η οποία διαβιβάστηκε στον καγκελάριο Βίκτορ Κλίμα και στους άλλους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων καθώς και στον Πρόεδρο της Επιτροπής, κ. Σαντέρ. Στη δήλωση αυτή αναφέρονται τα εξής: - "Υποστηρίζουμε απόλυτα την ενίσχυση της συνεργασίας, η οποία είναι απαραίτητη για την καταπολέμηση των καταχρήσεων και της φοροδιαφυγής"(3). 2.7. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο κίνδυνος επένδυσης κεφαλαίων σε συνδυασμό με την φοροδιαφυγή είναι τόσο μεγαλύτερος όσο πιο "εξωτική" είναι η χώρα της επένδυσης. Επομένως, η ύπαρξη ομαλών και κατάλληλα ρυθμισμένων οικονομικών συνθηκών στο εσωτερικό μιας χώρας καθώς και η ύπαρξη μιας συγκεκριμένης οικονομικής υπόστασης ως ασφάλεια για τις επενδύσεις ξένων κεφαλαίων έχουν ιδιαίτερη σημασία. Από την άλλη πλευρά είναι αδύνατον να προσφέρεται απεριόριστη κάλυψη για επενδύσεις πολύ υψηλού κινδύνου με την πληρωμή ανάλογων ασφάλιστρων, διότι οι τόκοι, όπως άλλωστε και τα ασφάλιστρα, θα πρέπει να αποκτηθούν στην αγορά. Κι αυτά ακριβώς είναι τα φυσικά εμπόδια που δημιουργεί η αγορά κεφαλαίων για την φοροδιαφυγή προς χώρες υψηλού κινδύνου. 2.8. Τέλος, η ΟΚΕ επιθυμεί να τονίσει ότι η πιθανότητα φοροδιαφυγής δεν έχει εμποδίσει ως σήμερα κανένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να φορολογεί τους τόκους των κατοίκων της. Σήμερα επιβάλλεται να συμπληρωθεί η αδιάλειπτη φορολόγηση με την εξασφάλιση ενός ελάχιστου ορίου φορολογίας των εισοδημάτων υπό μορφή τόκων που καταβάλλονται σε δικαιούχους σε άλλο κράτος μέλος. 3. Οι συστάσεις της ΟΚΕ 3.1. Σχετικά με το θέμα της φορολογίας διασυνοριακών εισοδημάτων από τόκους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ΟΚΕ έχει διατυπώσει τη θέση της στη γνωμοδότηση "Άμεση και έμμεση φορολόγηση"(4), καθώς και στη γνωμοδότηση με θέμα "Η φορολόγηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση - Έκθεση σχετικά με την ανάπτυξη των φορολογικών συστημάτων"(5). Η ΟΚΕ παραπέμπει στα δύο αυτά έγγραφα. 3.2. Η ΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρόταση οδηγίας, επειδή μετά την πλήρη εφαρμογή της στα κράτη μέλη μπορεί να συμβάλλει στην αναχαίτιση του επιζήμιου φορολογικού ανταγωνισμού, στη συγκέντρωση των απαραίτητων όρων για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και στην εξάλειψη κάθε μειονεκτήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διεθνής αγορές επενδυτικών κεφαλαίων, λόγω της υποχρέωσης για τη διεξαγωγή εύστοχων διαπραγματεύσεων με τους σημαντικότερους εμπορευματικούς εταίρους. Όπως είναι γνωστό, ο ΟΟΣΑ επιδιώκει πάντοτε την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των μελών του σε σχέση με τη φορολόγηση. Επομένως, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο ΟΟΣΑ περίμενε κατά κάποιο τρόπο να γίνει το βήμα που πρότεινε η Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της προτεινόμενης οδηγίας για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου ορίου φορολογίας των εισοδημάτων αποταμίευσης υπό μορφή τόκων στην Κοινότητα, προκειμένου να λάβει ο οργανισμός αυτός περαιτέρω μέτρα. 3.3. Επειδή η Επιτροπή προτείνει ένα σύστημα που προβλέπει την επιλογή μεταξύ ενός συστήματος φορολόγησης στην πηγή και ενός συστήματος παροχής πληροφοριών αντί ενός μόνου κοινού συστήματος, θα προκύψει το εξής πρόβλημα. Οι χώρες που επιλέγουν το σύστημα φορολόγησης στην πηγή θα διατηρούν τα φορολογικά έσοδα από πληρωμές τόκων, ενώ εκείνες που επιλέγουν ένα σύστημα παροχής πληροφοριών θα ενημερώνουν τις άλλες χώρες για τις πληρωμές τόκων σε κατοίκους τρίτων χωρών και με τον τρόπο αυτό θα τους "εξάγουν" ως βάση των φορολογικών εσόδων. Για να αποτραπεί μια παρόμοια ανακατανομή των φορολογικών εσόδων, η πρόταση της Επιτροπής πρέπει να τροποποιηθεί με διάταξη που να εξουδετερώνει τις επιδράσεις που έχει στη φορολογική βάση το μοντέλο συνύπαρξης. 3.4. Η ΟΚΕ διαπιστώνει ότι η εξασφάλιση ενός ελάχιστου ορίου φορολογίας των διασυνοριακών τόκων δεν αφαιρεί από τα κράτη μέλη την δυνατότητα να ευνοήσουν π.χ. τους μικρούς αποταμιευτές, παρέχοντάς τους φορολογική απαλλαγή για ένα ορισμένο ποσό. Το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται άλλωστε στις προτάσεις της ΟΚΕ. 3.5. Επειδή η φορολογία στην πηγή, αφενός, δεν έχει χαρακτήρα διακανονισμού αλλά, αφετέρου, μπορεί να τον αποκτήσει, σε περίπτωση που ο δικαιούχος δε δηλώσει στη χώρα μόνιμης κατοικίας τα ποσά που έλαβε, η ΟΚΕ επισημαίνει ότι το καθεστώς της παροχής πληροφοριών μπορεί να εξασφαλίσει με πολύ αποτελεσματικό τρόπο τη φορολόγηση των τόκων, ακόμα και με τον προσωπικό φορολογικό συντελεστή του δικαιούχου των τόκων. Η ΟΚΕ γνωρίζει, ωστόσο, ότι οι διαφορές της νομοθεσίας των κρατών μελών της ΕΕ πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά τον δέοντα τρόπο. Έτσι, το "σύστημα πληροφοριών" του Λουξεμβούργου θα ήταν αδύνατο να υπάρξει από συνταγματική άποψη. 3.6. Η ΟΚΕ θεωρεί δεδομένο ότι το "σύστημα πληροφοριών" είναι από διοικητική άποψη πλήρως λειτουργικό, εφόσον βρισκόμαστε στην εποχή της αναπτυγμένης τεχνολογίας στον τομέα της ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Εάν, παράλληλα με το "πρότυπο συνύπαρξης" - δηλαδή τα συστήματα πληροφοριών και φορολόγησης στην πηγή - υπάρχει πρόθεση καθιέρωσης και άλλων συστημάτων, το πρόβλημα της διαχείρισης θα επιδεινώνεται με κάθε νέο βήμα. 3.7. Η ΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρόταση απόφασης που υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο να διαπραγματευτεί την νομοθετική ρύθμιση των ευρωπαϊκών περιοχών που βρίσκονται εκτός της Ένωσης καθώς και των εξωτικών κέντρων "Off-shore". 3.8. Η ΟΚΕ συνιστά να επεκταθεί το ελάχιστο επίπεδο φορολόγησης των τόκων και σε εισοδήματα που προέρχονται από προϊόντα της χρηματοδότησης που μπορούν να εξομοιωθούν με επενδύσεις με σταθερό τόκο. Η συμπερίληψη ή όχι των ομολόγων ευρώ στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας είναι σημαντικό πρόβλημα. Λόγω του εύρους της, η αγορά ομολόγων ευρώ έχει μεγάλη σημασία και παρουσιάζει ιδιαιτερότητες οι οποίες επιβάλουν την εμπεριστατωμένη εξέταση της φορολογικής μεταχείρισής της. Πρέπει να υποστηριχθεί ότι στην αγορά αυτή κινούνται πολλοί επενδυτές που δεν εδρεύουν στην ΕΕ. Πρόκειται για μία αγορά που είναι πολύ συγκεντρωμένη και που το μεγαλύτερο μέρος των εισροών της σημειώνεται στο Λονδίνο. Η ΟΚΕ αναγνωρίζει τη μεγάλη σημασία του θέματος αυτού και τείνει να συμφωνήσει με την πρόταση της Επιτροπής για τους ακόλουθους λόγους. Η εξαίρεση των ομολόγων ευρώ θα ισοδυναμούσε με έναν πολύ εκτεταμένο περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας. Επιπλέον, αυτό το είδος επενδύσεων προσφέρει και ένα πρόσθετο πλεονέκτημα σε σύγκριση με άλλες κεφαλαιουχικές επενδύσεις. Περαιτέρω, πρέπει να τονιστεί ότι τα ομόλογα ευρώ καλύπτουν ένα σημαντικό μέρος της αγοράς ομολογιακών δανείων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η μη εφαρμογή του φορολογικού συστήματος στην πρόταση οδηγίας της Επιτροπής θα οδηγούσε στην πράξη στον αποκλεισμό του Ηνωμένου Βασιλείου από το πεδίο εφαρμογής της ίδιας οδηγίας. Πρόκειται, συνεπώς, για ένα εξαιρετικά λεπτό πολιτικό πρόβλημα, για το οποίο πρέπει να προταθούν λύσεις που να συγκεντρώνουν την υποστήριξη της απαιτούμενης πλειοψηφίας των μελών του Συμβουλίου. Βρυξέλλες, 24 Φεβρουαρίου 1999. Η Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής Beatrice RANGONI MACHIAVELLI (1) EE C 212 της 8.7.1998, σ. 13. (2) COM(89) 60 τελ. και ΕΕ C 141 της 7.6.1989, σ. 5. (3) Πηγή: Agence Europe αριθ. 7361 (General News), 11.12.1998, σ. 7. (4) EΕ C 82 της 19.3.1996. (5) ΕΕ C 296 της 29.9.1997. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ στη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (άρθρο 47, σημείο 3 του ΕΚ) Οι ακόλουθες τροπολογίες, που έλαβαν τουλάχιστον το 1/4 των εκφρασθεισών ψήφων απορρίφθηκαν κατά τις συζητήσεις: Τροπολογία των κ. Levitt και Walker Να αντικατασταθεί ολόκληρο το κείμενο με το ακόλουθο: "1.1. Μολονότι αποδέχεται κατ'αρχήν την ιδέα ενιαίου συντελεστή παρακράτησης φόρου σε όλη την ΕΕ, η ΟΚΕ θεωρεί ότι η παρούσα πρόταση της Επιτροπής είναι άκαιρη και ακατάλληλη. 1.2. Εάν δεν υπάρξει συμφωνία με χώρες εκτός ΕΕ, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το μέτρο αυτό, αν εφαρμοστεί μονομερώς από την ΕΕ, θα οδηγήσει σε μαζικές εκροές κεφαλαίων σε χώρες με πιο ευνοϊκά φορολογικά συστήματα, που περιλαμβάνουν και χαμηλότερο κόστος συμμόρφωσης. Αυτό έχει συμβεί και στο παρελθόν κάθε φορά που διάφορα κράτη μέλη επιχείρησαν να εφαρμόσουν παρόμοια νομοθεσία και θα συμβεί εκ νέου σε ευρύτερη κλίμακα εάν η πρόταση αυτή γίνει νόμος. Υπάρχει μαρτυρία ότι οι τράπεζες καταρτίζουν ήδη έκτακτα προγράμματα για την μεταφορά πόρων στην Ελβετία, το Λιχτεστάιν, και άλλους ευρωπαϊκούς φορολογικούς παραδείσους και είναι σίγουρο πως οι χώρες αυτές θα υποδεχτούν με ενθουσιασμό αυτές τις εισροές. 1.2.1. Η ΟΚΕ συνεπώς πιστεύει ότι οι διαπραγματεύσεις με τις τρίτες χώρες πρέπει να προηγηθούν της εφαρμογής της νομοθεσίας αυτής, έστω και μόνο γιατί η εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής πριν τις διαπραγματεύσεις θα αφήσει την αντιπροσωπεία μας σε αυτές χωρίς διαπραγματευτικό αντικείμενο. 1.3. Η επέκταση της νομοθεσίας αυτής ώστε να συμπεριλάβει τα ευρωομόλογα θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες στην αγορά τους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αγοραστές ομολόγων επωφελούνται από ειδικές επιστροφές φόρων και συνεπώς το αποτέλεσμα θα είναι να υποχρεωθούν οι εκδότες των ομολόγων να αυξήσουν τα επιτόκιά τους προκειμένου να τους επιτρέψουν να έχουν τα ίδια εισοδήματα. Αυτό θα οδηγήσει στην αύξηση του κόστους του κεφαλαίου που με τη σειρά της θα μειώσει τις προοπτικές για την απασχόληση. Στις περιπτώσεις που οι όροι έκδοσης επιτρέπουν στους εκδότες ομολόγους να εξαγοράζουν τα ομόλογα πριν την προθεσμία, θα προβούν στην ενέργεια αυτή και θα τα αντικαταστήσουν με νέα ομόλογα χαμηλότερου επιτοκίου. Αυτό θα οδηγήσει σε μαζική μεταφορά κεφαλαίων στους εκδότες από τους κατόχους των ομολόγων, συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών ταμείων. 1.3.1. Το καθαρό αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης θα είναι να βρεθούν οι αγορές κεφαλαίων με έδρα την ΕΕ σε μειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών τους σε άλλες χώρες, πράγμα που θα επιφέρει πρόσθετη ανεργία. 1.4. Εν πάση περιπτώσει, η νομοθεσία δεν έχει πολλές πιθανότητες να πετύχει τον υποτιθέμενο στόχο της να μειώσει την φοροδιαφυγή. Εάν ένα κράτος μέλος επιβάλει παρακράτηση φόρου, θα εισπράξει το φόρο στους εθνικούς λογαριασμούς του· από την άλλη πλευρά, εάν επιλέξει να ενημερώσει το κράτος μέλος διαμονής του φορολογουμένου, ο φόρος θα εισπραχθεί από εκείνο το κράτος μέλος. Στην περίπτωση αυτή όλα τα κράτη μέλη θα επιλέξουν φυσικά να επιβάλουν την παρακράτηση φόρου και κανένα δεν θα επιλέξει την ενημέρωση ως λύση. Συνεπώς το 'πρότυπο συνύπαρξης' είναι μύθος. 1.4.1. Το αποτέλεσμα θα είναι ότι ο ελάχιστος συντελεστής 20 % θα είναι επίσης ο μέγιστος, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη στα οποία διαμένουν οι φορολογούμενοι θα συνεχίζουν να αγνοούν την ύπαρξη της δοσοληψίας, και έτσι οι φορολογούμενοι θα αποφεύγουν τους υψηλότερους συντελεστές που στις περισσότερες περιπτώσεις θα ίσχυαν εάν είχαν χρησιμοποιηθεί οι μέθοδοι ενημέρωσης." Αιτιολογία Προφανής. Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας Ψήφοι κατά: 72, ψήφοι υπέρ: 40, αποχές: 7.