Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την αποτέφρωση των αποβλήτων /* COM/98/0558 τελικό - SYN 98/0289 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 372 της 02/12/1998 σ. 0011
Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την αποτέφρωση των αποβλήτων (98/C 372/07) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) COM(1998) 558 τελικό - 98/0289(SYN) (Υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 29 Οκτωβρίου 1998) ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 130 Σ, παράγραφος 1, την πρόταση της Επιτροπής, τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, τη γνώμη της Επιτροπής Περιφερειών, σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβουλίο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 189 Γ της Συνθήκης, εκτιμώντας: (1) ότι το πέμπτο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον «Στόχος η αειφορία» - Πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με την πολιτική και τη δράση για το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη (1) θέτει ως στόχο «να μην υπάρξει υπέρβαση των κρίσιμων φορτίων και επιπέδων» ορισμένων ρύπων, όπως τα οξείδια του αξώτου (NOΧ), το διοξείδιο του θείου (SO2), τα βαρέα μέταλλα και οι διοξίνες, ενώ, όσον αφορά την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, ο στόχος είναι: «όλοι οι άνθρωποι πρέπει να προστατεύονται αποτελεσματικά από τους αναγνωρισμένους κινδύνους για την υγεία που προέρχονται από τη ρύπανση του αέρα» 7 ότι το ίδιο πρόγραμμα θέτει ακόμη ως στόχο τη «μείωση κατά 90 % των εκπομπών διοξινών από εντοπισμένες πηγές ως το 2005 (επίπεδα του 1985)» και «τη μείωση τουλάχιστον κατά 70 % όλων των εκπομπών καδμίου (Cd), υδραργύρου (Hg) και μολύβδου (Pb) το 1995». (2) ότι το πρωτόκολλο για τους επίμονους οργανικούς ρύπους, το οποίο έχει συνάψει η Κοινότητα στο πλαίσιο της Σύμβασης της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη των Ηνωμένων Εθνών (UN-ECE) για τη διαμεθοριακή ατμοσφαιρική ρύπανση σε μεγάλη απόσταση, ορίζει τις νομικά δεσμευτικές οριακές τιμές εκπομπών διοξινών και φουρανίων 0,1 ng/m³ ΤΕ (ισοδύναμα τοξικότητας) για τις εγκαταστάσεις όπου καίονται αστικά στερεά απόβλητα σε ποσότητες άνω των τριών τόνων ανά ώρα, 0,5 ng/m³ ΤΕ, για τις εγκαταστάσεις όπου καίονται ιατρικά στερεά απόβλητα σε ποσότητες άνω του ενός τόνου ανά ώρα και 0,2 ng/m³ ΤΕ για τις εγκαταστάσεις όπου καίονται επικίνδυνα απόβλητα σε ποσότητες άνω του ενός τόνου ανά ώρα 7 (3) ότι το πρωτόκολλο για τα βαρέα μέταλλα, το οποίο έχει συνάψει η Κοινότητα στο πλαίσιο της Σύμβασης της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη των Ηνωμένων Εθνών (UN-ECE) για τη διαμεθοριακή ατμοσφαιρική ρύπανση σε μεγάλη απόσταση, ορίζει τις νομικά δεσμευτικές οριακές τιμές 10 mg/m³ για τις εκπομπές σωματιδίων από την αποτέφρωση επικίνδυνων και ιατρικών αποβλήτων, 0,05 mg/m³ για τις εκπομπές υδραργύρου από την αποτέφρωση επικίνδυνων αποβλήτων και 0,08 mg/m³ για τις εκπομπές υδραργύρου από την αποτέφρωση αστικών αποβλήτων 7 (4) ότι οι οδηγίες 89/369/ΕΟΚ (2) και 89/429/ΕΟΚ (3) του Συμβουλίου για την πρόληψη και τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που προκαλείται από τις εγκαταστάσεις καύσης αστικών απορριμμάτων, έχουν συμβάλει στον περιορισμό και τον έλεγχο των ατμοσφαιρικών εκπομπών των μονάδων αποτέφρωσης 7 ότι τώρα θα πρέπει να θεσπιστούν αυστηρότεροι κανόνες και οι εν λόγω οδηγίες πρέπει να καταργηθούν 7 (5) ότι, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας και την αρχή της αναλογικότητας που διατυπώνονται στο άρθρο 3Β της Συνθήκης, ο στόχος της μείωσης των εκπομπών των μονάδων αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί πραγματικά από τα κράτη μέλη με μονομερή δράση και ότι η ασυντόνιστη δράση δεν παρέχει εχέγγυα επίτευξης του επιδιωκόμενου στόχου 7 ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι είναι αναγκαίο να μειωθούν οι εκπομπές σε όλη την έκταση της Κοινότητας, η δράση στο κοινοτικό επίπεδο θα είναι αποτελεσματικότερη 7 ότι η παρούσα οδηγία περιορίζεται στις ελάχιστες απαιτήσεις για τις μονάδες αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης 7 (6) ότι το Συμβούλιο, στο ψήφισμά του 97/C 76/01 για την κοινοτική στρατηγική διαχείρισης των αποβλήτων (4), επισημαίνει την ανάγκη κοινοτικών κριτηρίων για τη χρήση των αποβλήτων, την ανάγκη εφαρμογής κατάλληλων προτύπων για τις εκπομπές στη λειτουργία των εγκαταστάσεων αποτέφρωσης, την ανάγκη να προβλεφθούν μέτρα παρακολούθησης όσον αφορά τις υφιστάμενες μονάδες αποτέφρωσης και την ανάγκη να εξετάσει η Επιτροπή τη δυνατότητα τροποποίησης της κοινοτικής νομοθεσίας σε σχέση με την αποτέφρωση των αποβλήτων με ανάκτηση ενέργειας, ώστε να αποφευχθούν οι μεγάλης κλίμακας μεταφορές αποβλήτων στην Κοινότητα 7 (7) ότι οι κανόνες της εσωτερικής αγοράς ισχύουν για τα απόβλητα που προορίζονται για ανάκτηση και ότι, συνεπώς, όλες οι μονάδες αποτέφρωσης αποβλήτων επιβάλλεται να υπόκεινται στους ίδιους αυστηρούς κανόνες, για να αποτραπεί η διασυνοριακή μεταφορά σε μονάδες των οποίων το κόστος εκμετάλλευσης είναι μικρότερο, λόγω λιγότερο αυστηρών περιβαλλοντικών προτύπων 7 (8) ότι η οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1996 (5), ορίζει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης, κατά την οποία εξετάζονται σφαιρικά όλες οι συνιστώσες της περιβαλλοντικής επίδοσης των εγκαταστάσεων 7 ότι οι εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αστικών αποβλήτων, των οποίων η δυναμικότητα υπερβαίνει τους 3 τόνους ανά ώρα, καθώς και οι εγκαταστάσεις τελικής διάθεσης και ανάκτησης επικίνδυνων αποβλήτων, των οποίων η δυναμικότητα υπερβαίνει τους 10 τόνους ημερησίως, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/61/ΕΚ 7 (9) ότι στην παρούσα οδηγία καθορίζονται οριακές τιμές εκπομπών σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 96/61/ΕΚ καθώς και συνθήκες λειτουργίας και όρια εκπομπών για όλες τις εγκαταστάσεις στις οποίες αποτεφρώνονται απόβλητα, ώστε να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος 7 (10) ότι η τήρηση των οριακών τιμών εκπομπών που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να θεωρείται ως αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 96/61/ΕΚ που σχετίζονται με τη χρήση των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών 7 ότι η συμμόρφωση αυτή ενδέχεται να απαιτεί αυστηρότερες οριακές τιμές εκπομπών, οριακές τιμές για τις εκπομπές άλλων ουσιών και σε άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος και άλλους κατάλληλους όρους 7 (11) ότι η βιομηχανία έχει αποκτήσει δεκαετή πείρα στην εφαρμογή τεχνικών μείωσης των ρυπογόνων εκπομπών από τις μονάδες αποτέφρωσης 7 (12) ότι το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (6), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση 96/350/ΕΚ της Επιτροπής (7), απαιτεί από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι η αξιοποίηση ή η διάθεση των αποβλήτων θα πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτεται το περιβάλλον 7 ότι, γι' αυτό το σκοπό, το άρθρο 9 της ίδιας οδηγίας ορίζει ρητά ότι οποιαδήποτε μονάδα ή επιχείρηση επεξεργασίας αποβλήτων πρέπει να έχει λάβει από τις αρμόδιες αρχές άδεια, η οποία να υποδεικνύει, μεταξύ άλλων, τις προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν 7 (13) ότι προορισμός των μονάδων αποτέφρωσης που ιδρύονται και λειτουργούν βάσει της παρούσας οδηγίας είναι ο περιορισμός των συνδεόμενων με τη ρύπανση κινδύνων που δημιουργούν τα απόβλητα με θερμική επεξεργασία, κυρίως με διεργασίες οξείδωσης, η μείωση της ποσότητας και του όγκου των αποβλήτων και η παραγωγή υπολειμμάτων που επιδέχονται ασφαλή ανακύκλωση ή τελική διάθεση 7 (14) ότι το άρθρο 129 της Συνθήκης επιβάλλει οι απαιτήσεις στον τομέα της προστασίας της υγείας να αποτελούν συνιστώσα των άλλων πολιτικών της Κοινότητας και ότι, περαιτέρω, το άρθρο 130 P ορίζει ότι η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος συμβάλλει στην προστασία της υγείας του ανθρώπου 7 (15) ότι, κατά συνέπεια, η υψηλού επιπέδου προστασία του περιβάλλοντος και η προστασία της υγείας του ανθρώπου προϋποθέτουν τον καθορισμό και την τήρηση κατάλληλων συνθηκών λειτουργίας και οριακών τιμών εκπομπών για τις μονάδες αποτέφρωσης αποβλήτων που λειτουργούν στην Κοινότητα 7 ότι οι καθοριζόμενες οριακές τιμές θα πρέπει να συμβάλλουν στον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον και στην ελαχιστοποίηση των επιβλαβών επιδράσεων στην υγεία του ανθρώπου 7 (16) ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των οριακών τιμών για τις εκπομπές ρύπων, απαιτούνται τεχνικές μετρήσεων υψηλού επιπέδου για την παρακολούθηση των εκπομπών 7 (17) ότι απαιτείται ολοκληρωμένη προστασία του περιβάλλοντος από τις εκπομπές που οφείλονται στη θερμική επεξεργασία των αποβλήτων 7 ότι συνεπώς, για να περιοριστεί η μεταφορά της ρύπανσης μεταξύ των διαφόρων στοιχείων του περιβάλλοντος, τα υδατικά απόβλητα που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων θα πρέπει να απορρίπτονται μόνον αφού προηγουμένως υποβληθούν σε χωριστή επεξεργασία 7 (18) ότι θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις για τις περιπτώσεις υπέρβασης των οριακών τιμών εκπομπών καθώς και για τις τεχνικώς αναπόφευκτες διακοπές, ανωμαλίες στη λειτουργία ή βλάβες των συστημάτων καθαρισμού 7 (19) ότι η συναποτέφρωση αποβλήτων σε εγκαταστάσεις που κατά βάση δεν προορίζονται για αποτέφρωση αποβλήτων, δεν θα πρέπει να μπορεί να αυξάνει τις εκπομπές ρύπων στο τμήμα του όγκου των καυσαερίων που παράγεται από την εν λόγω συναποτέφρωση και, προς τούτο, πρέπει να υπόκειται σε ανάλογους περιορισμούς 7 (20) ότι τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν κυρώσεις που επιβάλλονται στις παραβιάσεις των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και να εξασφαλίσουν την θέση τους σε εφαρμογή 7 ότι οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Στόχοι Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η πρόληψη ή, όπου αυτό δεν είναι εφικτό, η μείωση στο ελάχιστο των αρνητικών επιδράσεων της αποτέφρωσης και της συναποτέφρωσης αποβλήτων στο περιβάλλον, ειδικότερα δε, της ρύπανσης του ατμοσφαιρικού αέρα, του εδάφους και των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων, καθώς και των συνακόλουθων κινδύνων για την υγεία του ανθρώπου και, για να επιτευχθεί αυτό, ο καθορισμός και η τήρηση κατάλληλων συνθηκών λειτουργίας και οριακών τιμών εκπομπών για τις μονάδες αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης αποβλήτων εντός της Κοινότητας. Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής 1. Η παρούσα οδηγία καλύπτει τις μονάδες αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης. 2. Εξαιρούνται ωστόσο από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι ακόλουθες μονάδες: α) Μονάδες επεξεργασίας μόνο των ακόλουθων αποβλήτων: i) αποβλήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 94/67/ΕΚ του Συμβουλίου (8), ii) υπολειμμάτων της γεωργίας και της δασοκομίας και ξύλου, εκτός από όσα ενδέχεται να περιέχουν αλογονούχες οργανικές ενώσεις ή βαρέα μέταλλα προερχόμενα από την κατεργασία τους, iii) αποβλήτων που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1 αυτής της οδηγίας, iv) αποβλήτων της έρευνας και εκμετάλλευσης κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου σε εγκαταστάσεις ανοικτής θάλασσας, τα οποία αποτεφρώνονται επί τόπου. β) Μονάδες που επεξεργάζονται μόνον μη αστικά απόβλητα σε ποσότητες κάτω των 10 τόνων ετησίως. Άρθρο 3 Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως: 1. «Απόβλητα» όλα τα στερεά ή υγρά απόβλητα που ανταποκρίνονται στον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο α) της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ. 2. «Μονάδα αποτέφρωσης», κάθε σταθερή ή κινητή τεχνική μονάδα με τον εξοπλισμό της, που προορίζεται αποκλειστικά για θερμική επεξεργασία αποβλήτων, με ή χωρίς ανάκτηση της θερμότητας που εκλύεται κατά την καύση. Συμπεριλαμβάνονται η αποτέφρωση αποβλήτων με οξείδωση καθώς και η πυρόλυση, η αεριοποίηση ή άλλες τεχνικές θερμικής επεξεργασίας, όπως η τεχνική πλάσματος, εφόσον τα προϊόντα της επεξεργασίας στη συνέχεια αποτεφρώνονται. Ο ορισμός αυτός καλύπτει τους χώρους και το σύνολο των εγκαταστάσεων, όπου συμπεριλαμβάνονται όλες οι γραμμές αποτέφρωσης, οι εγκαταστάσεις παραλαβής, αποθήκευσης και επιτόπιας προεπεξεργασίας των αποβλήτων, τα συστήματα τροφοδότησης της μονάδας με απόβλητα, καύσιμο και αέρα, ο λέβητας, οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας ή αποθήκευσης των υπολειμμάτων, των καυσαερίων και των λυμάτων, η καπνοδόχος, οι διατάξεις και τα συστήματα για τον έλεγχο των εργασιών αποτέφρωσης και την καταγραφή και διαρκή παρακολούθηση των συνθηκών αποτέφρωσης. 3. «Μονάδα συναποτέφρωσης», μια εγκατάσταση της οποίας κύρια λειτουργία είναι η παραγωγή ενέργειας ή η παραγωγή υλικών προϊόντων και στην οποία χρησιμοποιούνται απόβλητα ως σύνηθες ή συμπληρωματικό καύσιμο. Ο ορισμός αυτός καλύπτει τους χώρους και το σύνολο των εγκαταστάσεων, όπου συμπεριλαμβάνονται όλες οι γραμμές αποτέφρωσης, οι εγκαταστάσεις παραλαβής, αποθήκευσης και επιτόπιας προεπεξεργασίας των αποβλήτων, τα συστήματα τροφοδότησης της μονάδας με απόβλητα, καύσιμο και αέρα, ο λέβητας, οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας ή αποθήκευσης των υπολειμμάτων, των καυσαεριών και των λυμάτων, η καπνοδόχος, οι διατάξεις και τα συστήματα για τον έλεγχο των εργασιών αποτέφρωσης και την καταγραφή και διαρκή παρακολούθηση των συνθηκών αποτέφρωσης. 4. «Υφιστάμενη μονάδα αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης», μια μονάδα η οποία λειτουργεί και ανταποκρίνεται στις διατάξεις της ισχύουσας εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας που έχουν εφαρμογή σ' αυτή ή μια μονάδα η οποία, βάσει νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 21, έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή καταχωρηθεί σε μητρώο ή για την οποία, κατά την άποψη της αρμόδιας αρχής, έχει υποβληθεί πλήρης αίτηση χορήγησης άδειας, υπό τον όρο ότι η μονάδα άρχισε να λειτουργεί το αργότερο ένα έτος μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 21. 5. «Εκπομπές», η άμεση ή έμμεση έκλυση ουσιών, δονήσεων, θερμότητας ή θορύβου από μεμονωμένες ή διάχυτες πηγές της μονάδας στον ατμοσφαιρικό αέρα, στα ύδατα ή στο έδαφος. 6. «Οριακές τιμές εκπομπών», η μάζα, ανηγμένη σε ειδικές παραμέτρους, η συγκέντρωσή ή/και τα επίπεδα εκπομπών, των οποίων δεν επιτρέπεται να σημειωθεί υπέρβαση στη διάρκεια μιας ή περισσοτέρων χρονικών περιόδων. 7. «Διοξίνες και φουράνια», όλα τα πολυχλωροπαράγωγα της διβενζο-p-διοξίνης και του διβενζοφουρανίου που απαριθμούνται στο παράρτημα I. 8. «Επιχειρηματίας», κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο εκμεταλλεύεται ή ελέγχει τη μονάδα ή, όπου αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, στο οποίο έχει ανατεθεί αποφασιστική οικονομική αρμοδιότητα για την τεχνική λειτουργία της μονάδας. 9. «Άδεια» ή γραπτή απόφαση (ή περισσότερες γραπτές αποφάσεις) βάσει της οποίας επιτρέπεται η λειτουργία του συνόλου ή τμήματος μονάδας. 10. «Υπολείματα», κάθε υγρό ή στερεό υλικό (συμπεριλαμβανομένων της τέφρας πυθμένα και των σκωριών, της ιπτάμενης τέφρας και του κονιορτού από τους λέβητες, των στερεών προϊόντων αντίδρασης από την επεξεργασία των αερίων, της βιολογικής ιλύος από την επεξεργασία των λυμάτων, των αναλωμένων καταλυτών και του αναλωμένου ενεργού άνθρακα), που καλύπτεται από τον ορισμό των αποβλήτων κατά το άρθρο 1, στοιχείο α) της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, και παράγεται κατά τη διεργασία αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης, την επεξεργασία των καυσαερίων ή λυμάτων ή άλλες διεργασίες εντός της μονάδας αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης. Άρθρο 4 Αίτηση και χορήγηση αδείας 1. Καμία μονάδα αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης δεν λειτουργεί χωρίς άδεια. 2. Με την επιφύλαξη της οδηγίας 96/61/ΕΚ, οι αιτήσεις για άδεια, που υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή από μονάδες αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης, περιλαμβάνουν περιγραφή των μέτρων που έχουν προβλεφθεί για να διασφαλιστούν: α) ο σχεδιασμός, ο εξοπλισμός και η λειτουργία της μονάδας κατά τρόπον ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, β) η μέγιστη δυνατή ανάκτηση της θερμότητας που παράγεται κατά τη διεργασία αποτέφρωσης, γ) η πρόληψη, η μείωση ή η ανακύκλωση των υπολειμμάτων στο μέγιστο δυνατό βαθμό, δ) η τελική διάθεση των υπολειμμάτων, των οποίων η πρόληψη, η μείωση ή η ανακύκλωση δεν είναι εφικτή, σύμφωνα με την εθνική και την κοινοτική νομοθεσία. 3. Άδεια χορηγείται μόνον εφόσον η αίτηση καταδεικνύει ότι οι προτεινόμενες τεχνικές για τη μέτρηση των ατμοσφαιρικών εκπομπών είναι σύμφωνες προς το παράρτημα III. 4. Οι άδειες που χορηγεί η αρμόδια αρχή σε μονάδες αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης: α) αναφέρουν ρητά τις κατηγορίες αποβλήτων κατά τον Ευρωπαϊκό Κατάλογο Αποβλήτων (ΕΚΑ), που επιτρέπεται να υποστούν επεξεργασία, β) αναφέρουν τη συνολική δυναμικότητα αποτέφρωσης αποβλήτων της μονάδας, γ) προσδιορίζουν τις διαδικασίες δειγματοληψίας και μετρήσεων, με τις οποίες πρόκειται να εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται όσον αφορά τις περιοδικές μετρήσεις καθενός από τους ατμοσφαιρικούς και υδατικούς ρύπους. 5. Η διαδικασία χορήγησης αδειών για κινητές μονάδες καθορίζεται από τα κράτη μέλη. Άρθρο 5 Παράδοση και παραλαβή των αποβλήτων Ο επιχειρηματίας της μονάδας αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης λαμβάνει όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις σε σχέση με την παράδοση και την παραλαβή των αποβλήτων για την πρόληψη ή, εάν αυτό δεν είναι εφικτό, τη μείωση στο ελάχιστο των αρνητικών επιδράσεων στο περιβάλλον, ειδικότερα δε, της ρύπανσης της ατμόσφαιρας, του εδάφους και των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων, των οσμών και του θορύβου, καθώς και των άμεσων κινδύνων για την υγεία του ανθρώπου. Πριν από την παραλαβή των αποβλήτων στη μονάδα αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης, ο επιχειρηματίας προσδιορίζει τη μάζα των αποβλήτων κάθε κατηγορίας σύμφωνα με τον κατάλογο ΕΚΑ. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέπουν εξαιρέσεις προκειμένου για βιομηχανικές μονάδες και επιχειρήσεις που αποτεφρώνουν ή συναποτεφρώνουν αποκλειστικά τα δικά τους απόβλητα στον τόπο παραγωγής των τελευταίων, υπό τον όρο ότι επιτυγχάνεται το ίδιο επίπεδο προστασίας και ότι οι ανωτέρω τιμές δεν χρειάζονται για τους υπολογισμούς σύμφωνα με το παράρτημα II. Άρθρο 6 Συνθήκες λειτουργίας 1. Οι μονάδες αποτέφρωσης λειτουργούν κατά τρόπο που διασφαλίζει βαθμό αποτέφρωσης τέτοιον ώστε η περιεκτικότητα των σκωριών και της τέφρας πυθμένα σε ολικό οργανικό άνθρακα (TOC) να είναι μικρότερη από 3 % του βάρους του υλικού επί ξηρού. Αν είναι απαραίτητο, χρησιμοποιούνται κατάλληλες τεχνικές προεπεξεργασίας των αποβλήτων. Όλες οι μονάδες αποτέφρωσης σχεδιάζονται, εξοπλίζονται, κατασκευάζονται και λειτουργούν κατά τρόπον ώστε, μετά την τελευταία διοχέτευση αέρα καύσης, η θερμοκρασία των αερίων που εκλύονται κατά τη διεργασία αυξάνεται, με ελεγχόμενο και ομοιογενή τρόπο και ακόμη και υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες, τουλάχιστον στους 850 °C, μετρούμενη στο εσωτερικό τοίχωμα του θαλάμου καύσης, για δύο τουλάχιστον δευτερόλεπτα. Όλες οι μονάδες αποτέφρωσης είναι εφοδιασμένες με εφεδρικούς καυστήρες, που πρέπει να τίθενται αυτόματα σε λειτουργία μόλις η θερμοκρασία των καυσαερίων, μετά την τελευταία διοχέτευση αέρα καύσης, κατέλθει κάτω από τους 850 °C. Οι εν λόγω καυστήρες χρησιμοποιούνται επίσης στις φάσεις εκκίνησης και διακοπής των μηχανών για να εξασφαλίζεται η διατήρηση της ελάχιστης θερμοκρασίας των 850 °C σε όλη τη διάρκεια των ανωτέρω φάσεων και για όσο χρόνο υπάρχουν ακόμη στο θάλαμο καύσης άκαυτα απόβλητα. Κατά τις φάσεις εκκίνησης και διακοπής των μηχανών ή σε περίπτωση πτώσης της θερμοκρασίας των καυσαερίων κάτω από τους 850 °C, οι εφεδρικοί καυστήρες δεν τροφοδοτούνται με καύσιμο που μπορεί να προκαλέσει υψηλότερα επίπεδα εκπομπών από εκείνα που συνεπάγεται η καύση πετρελαίου ντήζελ, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1 της οδηγίας 75/716/ΕΟΚ του Συμβουλίου (9), η καύση υγραερίου ή φυσικού αερίου. 2. Όλες οι μονάδες συναποτέφρωσης σχεδιάζονται, εξοπλίζονται, κατασκευάζονται και λειτουργούν κατά τρόπον ώστε η θερμοκρασία των αεριών που εκλύονται κατά τη συναποτέφρωση των αποβλήτων να αυξάνεται με ελεγχόμενο και ομοιογενή τρόπο και ακόμη και υπό τις δυσμενέστερες συνθήκες τουλάχιστον στους 850 °C, για δύο τουλάχιστον δευτερόλεπτα. 3. Οι μονάδες αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης διαθέτουν και χρησιμοποιούν αυτόματο σύστημα που εμποδίζει την τροφοδότηση με απόβλητα: α) κατά τη φάση εκκίνησης, μέχρι να επιτευχθεί η απαιτούμενη θερμοκρασία των 850 °C 7 β) οποτεδήποτε δεν διατηρείται η απαιτούμενη θερμοκρασία των 850 °C 7 γ) οποτεδήποτε διαπιστώνεται από τις συνεχείς μετρήσεις που επιβάλλει η παρούσα οδηγία, υπέρβαση οποιασδήποτε οριακής τιμής εκπομπών, οφειλόμενης σε ελαττωματική λειτουργία ή βλάβη των συστημάτων καθαρισμού. 4. Για ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων ή θερμικές διεργασίες, η αρμόδια αρχή δύναται να εγκρίνει διαφορετικές προϋποθέσεις από εκείνες που καθορίζονται στην παράγραφο 1 και προσδιορίζονται στην άδεια. Η μεταβολή των συνθηκών λειτουργίας δεν πρέπει να οδηγεί σε αύξηση της ποσότητας των υπολειμμάτων ούτε της περιεκτικότητάς τους σε ρύπους έναντι των αναμενόμενων στις συνθήκες που καθορίζονται στην παράγραφο 1. Για ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων ή θερμικές διεργασίες, η αρμόδια αρχή δύναται να εγκρίνει διαφορετικές προϋποθέσεις από εκείνες που καθορίζονται στην παράγραφο 2 και προσδιορίζονται στην άδεια λειτουργίας. Η έγκριση αυτή συναρτάται τουλάχιστον με την τήρηση των διατάξεων του παραρτήματος V για τις οριακές τιμές εκπομπών ολικού οργανικού άνθρακα και CO. Όλες οι συνθήκες λειτουργίας που ορίζονται δυνάμει του πρώτου και δεύτερου εδαφίου καθώς και τα αποτελέσματα των διενεργούμενων εξακριβώσεων, γνωστοποιούνται στην Επιτροπή ως μέρος των πληροφοριών που της παρέχονται κατ' εφαρμογή των απαιτήσεων για την υποβολή εκθέσεων. 5. Όλες οι μονάδες αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης σχεδιάζονται, εξοπλίζονται, κατασκευάζονται και λειτουργούν κατά τρόπον ώστε οι ατμοσφαιρικές εκπομπές τους να μην προκαλούν σημαντική ατμοσφαιρική ρύπανση στην επιφάνεια του εδάφους 7 ειδικότερα, τα καυσαέρια απάγονται με ελεγχόμενο τρόπο και κατ' εφαρμογή των κοινοτικών και άλλων σχετικών προτύπων για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα μέσω καπνοδόχου, της οποίας το ύψος υπολογίζεται με γνώμονα την προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος. Η θερμότητα που παράγεται κατά τη διεργασία αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης ανακτάται στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Άρθρο 7 Οριακές τιμές ατμοσφαιρικών εκπομπών 1. Οι μονάδες αποτέφρωσης σχεδιάζονται, εξοπλίζονται, κατασκευάζονται και λειτουργούν κατά τρόπο ώστε να μην σημειώνεται υπέρβαση των οριακών τιμών εκπομπών του παραρτήματος V στα καυσαέρια. 2. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων που εκτελούνται για να εξακριβωθεί η τήρηση των οριακών τιμών εκπομπών ανάγονται στις συνθήκες που καθορίζονται στο άρθρο 11. 3. Για τη συναποτέφρωση αποβλήτων ισχύουν οι οριακές τιμές που ορίζονται σύμφωνα με το παράρτημα II. 4. Η παράγραφος 3 δεν έχει εφαρμογή στην συναποτέφρωση ανεπεξέργαστων μικτών αστικών αποβλήτων. 5. Σε περίπτωση συναποτέφρωσης ή αποτέφρωσης στην ίδια μονάδα αποβλήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 94/67/ΕΚ του Συμβουλίου και αποβλήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, οι οριακές τιμές εκπομπών των παραρτημάτων II, IV και V της παρούσας οδηγίας ισχύουν για τη συνολική ποσότητα των αποβλήτων. Όσον αφορά τις υπόλοιπες απαιτήσεις, ισχύουν οι αυστηρότερες μεταξύ των διατάξεων της οδηγίας 94/67/ΕΚ και της παρούσας οδηγίας. 6. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 5, εάν πλέον του 40 % της θερμότητας που εκλύεται σε μονάδα αναφερόμενη στην παράγραφο 5, προέρχεται από απόβλητα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 94/67/ΕΚ, ισχύουν οι οριακές τιμές εκπομπών του παραρτήματος V της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 8 Απορρίψεις στα ύδατα 1. Για την απόρριψη λυμάτων από μονάδα αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης απαιτείται άδεια. 2. Η απόρριψη στο υδάτινο περιβάλλον λυμάτων που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατόν. 3. Επιτρέπεται η απόρριψη λυμάτων προερχόμενων από τον καθαρισμό των καυσαερίων, μετά από χωριστή επεξεργασία, εφόσον το προβλέπει ειδικός όρος της άδειας και με την προϋπόθεση ότι: α) πληρούνται οι απαιτήσεις των σχετικών κοινοτικών, εθνικών και τοπικών διατάξεων με τη μορφή οριακών τιμών εκπομπών, και β) οι κατά μάζα συγκεντρώσεις των ρυπαντικών ουσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα IV δεν υπερβαίνουν τις οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται στο ίδιο παράρτημα. 4. Οι οριακές τιμές εκπομπών έχουν εφαρμογή στο σημείο απόρριψης των ρυπαντικών ουσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα IV από τη μονάδα αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης. Εάν τα λύματα του καθαρισμού των καυσαερίων υποβάλλονται σε ομαδική επεξεργασία μαζί με ομοειδή λύματα από άλλες πηγές της μονάδας, ο επιχειρηματίας οφείλει να εκτελεί τις μετρήσεις που ορίζει το άρθρο 11: α) στη ροή λυμάτων των διεργασιών καθαρισμού των καυσαερίων, πριν από την είσοδό της στην εγκατάσταση ομαδικής επεξεργασίας λυμάτων 7 β) στην ή στις ροές λυμάτων από άλλες πηγές, πριν από την είσοδό τους στην εγκατάσταση ομαδικής επεξεργασίας λυμάτων 7 γ) στο σημείο τελικής απόρριψης των λυμάτων από τη μονάδα αποτέφρωσης μετά την επεξεργασία τους. Ο επιχειρηματίας οφείλει να υπολογίζει κατάλληλα το ισοζύγιο μάζας για να προσδιορίζει τα επίπεδα εκπομπών στην τελική απόρριψη των λυμάτων, τα οποία μπορούν να αποδοθούν στα λύματα που προέρχονται από τον καθαρισμό των καυσαερίων, ώστε να ελέγχει την τήρηση των οριακών τιμών εκπομπών που καθορίζονται στο παράρτημα IV. 5. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να μεριμνούν ώστε σε καμία περίπτωση να μην αραιώνονται τα λύματα με την ανάμιξη διαφορετικών ροών λυμάτων ούτε με άλλο τρόπο, εκτός εάν η ανάμιξη αυτή αποτελεί μέρος διεργασίας που έχει εγκριθεί δεόντως δυνάμει των κανονισμών για τη χορήγηση άδειας διαχείρισης αποβλήτων. 6. Στην άδεια καθορίζονται: α) οριακές τιμές εκπομπών για τις οργανικές ή ανόργανες ρυπαντικές ουσίες σύμφωνα με την παράγραφο 2 και για να πληρούνται οι απαιτήσεις της παραγράφου 3, στοιχείο α) 7 β) παράμετροι επιχειρησιακού ελέγχου τουλάχιστον για τη θερμοκρασία και την παροχή. 7. Οι χώροι των μονάδων αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης, συμπεριλαμβανομένων των χώρων αποθήκευσης αποβλήτων, σχεδιάζονται και λειτουργούν κατά τρόπο που παρεμποδίζει την ελευθέρωση ρυπαντικών ουσιών στο έδαφος και στα υπόγεια ύδατα σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 80/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου (10). Επιπλέον, προβλέπεται αποθηκετευτική ικανότητα για τις όμβριες απορροές από τους χώρους της μονάδας αποτέφρωσης ή για μολυσμένα ύδατα προερχόμενα από διαρροές ή πυροσβεστικές επιχειρήσεις. Η ανωτέρω αποθηκευτική ικανότητα πρέπει να είναι επαρκής, ώστε να εξασφαλίζεται δυνατότητα ανάλυσης και επεξεργασίας των λυμάτων, όπου χρειάζεται, πριν από την απόρριψή τους. Άρθρο 9 Υπολείμματα Διασφαλίζεται η πρόληψη των υπολειμμάτων της λειτουργίας των μονάδων αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης ή, τουλάχιστον, η ελαχιστοποίηση της ποσότητας και των επιβλαβών ιδιοτήτων τους. Τα υπολείμματα ανακυκλώνονται στο μέγιστο δυνατό βαθμό κατευθείαν στη μονάδα ή εκτός αυτής σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής και της εθνικής νομοθεσίας. Τα ξηρά υπολείμματα σε μορφή κονιορτού, π.χ. κονιορτός από τους λέβητες και τα ξηρά υπολείμματα της επεξεργασίας των καυσαερίων, με χρήση π.χ. κλειστών δοχείων μεταφέρονται και υπόκεινται σε ενδιάμεση αποθήκευση. Πριν επιλεγεί η οδός τελικής διάθεσης ή ανακύκλωσης των υπολειμμάτων των μονάδων αποτέφρωσης, διεξάγονται κατάλληλες αναλύσεις για τον προσδιορισμό των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων καθώς και του ρυπογόνου δυναμικού των διαφόρων υπολειμμάτων της αποτέφρωσης. Οι αναλύσεις καλύπτουν κυρίως το συνολικό υδατοδιαλυτό κλάσμα και το υδατοδιαλυτό κλάσμα βαρέων μετάλλων. Άρθρο 10 Έλεγχος και παρακολούθηση Εγκαθίσταται εξοπλισμός μετρήσεων και χρησιμοποιούνται τεχνικές για την παρακολούθηση των παραμέτρων, των συνθηκών, των κατά μάζα συγκεντρώσεων και της παροχής των ρύπων που σχετίζονται με τη διεργασία αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης. Καθορίζονται οι σχετικές με τις μετρήσεις απαιτήσεων στην άδεια ή στους όρους που προσαρτώνται στην άδεια που χορηγεί η αρμόδια αρχή. Η ενδεδειγμένη εγκατάσταση και η λειτουργία του αυτόματου εξοπλισμού παρακολούθησης των εκπομπών στην ατμόσφαιρα και στα ύδατα υπόκεινται σε έλεγχο καθώς και σε ετήσια δοκιμή επιτήρησης με παράλληλες μετρήσεις με τις μεθόδους αναφοράς. Πραγματοποιείται χωροθέτηση των σημείων δειγματοληψίας ή μετρήσεων σε συνεννόηση με την αρμόδια αρχή. Εκτελούνται περιοδικές μετρήσεις των εκπομπών στην ατμόσφαιρα και στα ύδατα σύμφωνα με το παράρτημα III σημείο 1. Άρθρο 11 Απαιτήσεις για τις μετρήσεις 1. Τα κράτη μέλη, είτε με προδιαγραφές στους όρους της άδειας είτε με γενικούς δεσμευτικούς κανονισμούς, διασφαλίζουν την τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως 12 όσον αφορά τον αέρα και 14 έως 17 όσον αφορά τα ύδατα. 2. Στις μονάδες αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης εκτελούνται οι κατωτέρω μετρήσεις ατμοσφαιρικών ρύπων σύμφωνα με το παράρτημα III: α) συνεχείς μετρήσεις των ακόλουθων ουσιών: CO, ολικός κονιορτός TOC, HCl, HF, SO2, NOX 7 β) συνεχείς μετρήσεις των ακόλουθων παραμέτρων λειτουργίας: θερμοκρασία κοντά στο εσωτερικό τοίχωμα του θαλάμου καύσης, συγκέντρωση οξυγόνου, πίεση, θερμοκρασία και περιεκτικότητα σε υδρατμούς των καυσαερίων 7 γ) τουλάχιστον δύο μετρήσεις ετησίως των βαρέων μετάλλων, των διοξινών και των φουρανίων 7 κατά το πρώτο όμως δωδεκάμηνο λειτουργίας, εκτελείται μια μέτρηση ανά τρίμηνο. 3. Ο χρόνος παραμονής καθώς και η ελάχιστη θερμοκρασία και η περιεκτικότητα σε οξυγόνο των καυσαερίων εξακριβώνονται κατάλληλα, τουλάχιστον μία φορά κατά την έναρξη της λειτουργίας της μονάδας αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης και στις δυσμενέστερες προβλεπόμενες συνθήκες λειτουργίας. 4. Η συνεχής μέτρηση του HF επιτρέπεται να παραλείπεται, εάν χρησιμοποιούνται για το HCl στάδια επεξεργασίας που διασφαλίζουν ότι δεν σημειώνεται υπέρβαση της οριακής τιμής εκπομπών για το HCl. Στην περίπτωση αυτή, οι εκπομπές HF υπόκεινται σε περιοδικές μετρήσεις, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 2, στοιχείο γ). 5. Η συνεχής μέτρηση της περιεκτικότητας σε υδρατμούς δεν είναι απαραίτητη, με την προϋπόθεση ότι το δείγμα καυσαερίων ξηραίνεται πριν από την ανάλυση των εκπομπών. 6. Η αρμόδια αρχή δύναται να επιτρέψει στη μονάδα αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης, αντί της συνεχούς, την περιοδική μέτρηση των HCl, HF και SO2, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 2, στοιχείο γ), εάν ο επιχειρηματίας είναι σε θέση να αποδείξει ότι οι εκπομπές των ρύπων αυτών δεν υπάρχει περίπτωση να υπερβούν τις καθορισμένες οριακές τιμές εκπομπών. 7. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων που διενεργούνται για να εξακριβωθεί η τήρηση των οριακών τιμών εκπομπών ανάγονται στις ακόλουθες συνθήκες: α) Θερμοκρασία 273 K, πίεση 101,3 kPa, περιεκτικότητα σε οξυγόνο 11 %, ξηρό αέριο, β) μόνο για την αποτέφρωση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, όπως ορίζονται στην οδηγία 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου (11), θερμοκρασία 273 K, πίεση 101,3 kPa, περιεκτικότητα σε οξυγόνο 3 %, ξηρό αέριο, γ) σε περίπτωση αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης των αποβλήτων σε ατμόσφαιρα εμπλουτισμένη με οξυγόνο, τα αποτελέσματα των μετρήσεων μπορούν να ανάγονται σε περιεκτικότητα σε οξυγόνο την οποία καθορίζει η αρμόδια αρχή ανάλογα με τις εκάστοτε ειδικές συνθήκες, δ) στην περίπτωση της συναποτέφρωσης, τα αποτελέσματα των μετρήσεων ανάγονται σε συνολική περιεκτικότητα σε οξυγόνο, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το παράρτημα II. 8. Όλα τα αποτελέσματα των μετρήσεων καταγράφονται, γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας και παρουσιάζονται με τρόπο που παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να εξακριβώνουν τη συμμόρφωση προς τις εγκεκριμένες συνθήκες λειτουργίας και τις οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, εφαρμόζοντας διαδικασίες που αποφασίζουν οι εν λόγω αρχές. 9. Οι οριακές τιμές για τις εκπομπές στον ατμοσφαιρικό αέρα θεωρείται ότι τηρούνται, εάν: α) καμία από τις ημερήσιες μέσες τιμές δεν υπερβαίνει τις οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται στο παράρτημα V, στοιχείο ε) πρώτη περίπτωση και στο παράρτημα V, στοιχείο α) 7 β) καμία από τις μέσες τιμές ημιώρου δεν υπερβαίνει τις οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται στο παράρτημα V, στοιχείο β) 7 γ) καμία από τις μέσες τιμές της περιόδου δειγματοληψίας που καθορίζεται για τα βαρέα μέταλλα, τις διοξίνες και τα φουράνια δεν υπερβαίνει τις οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται στο παράρτημα V, στοιχεία γ) και δ) της παρούσας οδηγίας 7 δ) συμμορφώνονται προς τα προβλεπόμενα στο παράρτημα V, στοιχείο ε), δεύτερη περίπτωση. 10. Οι μέσες τιμές ημιώρου και οι μέσες τιμές δεκαλέπτου προσδιορίζονται εντός του πραγματικού χρόνου λειτουργίας (εξαιρουμένων των φάσεων εκκίνησης και διακοπής, εάν δεν αποτεφρώνονται απόβλητα) από τις τιμές που έχουν προκύψει από τις μετρήσεις, αφού αφαιρεθεί η τιμή του διαστήματος εμπιστοσύνης που δίδεται στο σημείο 2 του παραρτήματος III. Οι ημερήσιες μέσες τιμές προσδιορίζονται από τις ανωτέρω επικυρωμένες μέσες τιμές. Για να ληφθεί έγκυρη ημερήσια μέση τιμή, δεν απορρίπτονται περισσότερες από πέντε μέσες τιμές ημιώρου στη διάρκεια μίας ημέρας για λόγους ελαττωματικής λειτουργίας ή συντήρησης του συστήματος συνεχών μετρήσεων. Στη διάρκεια ενός έτους δεν απορρίπτονται περισσότερες από δέκα ημερήσιες μέσες τιμές για λόγους ελαττωματικής λειτουργίας ή συντήρησης του συστήματος συνεχών μετρήσεων. 11. Οι μέσες τιμές της περιόδου δειγματοληψίας και, προκειμένου για περιοδικές μετρήσεις του HF, οι μέσες τιμές για το HF προσδιορίζονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 10. 12. Εφόσον από τις μετρήσεις διαπιστωθεί υπέρβαση των οριακών τιμών εκπομπών που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, ενημερώνονται αμέσως οι αρμόδιες αρχές. 13. Μόλις είναι διαθέσιμες στην Κοινότητα οι κατάλληλες τεχνικές μετρήσεων, η Επιτροπή ορίζει, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 17, την ημερομηνία από την οποία εκτελούνται συνεχείς μετρήσεις των οριακών τιμών ατμοσφαιρικών εκπομπών για τις διοξίνες και τα βαρέα μέταλλα σύμφωνα με το παράρτημα III. 14. Εκτελούνται οι κατωτέρω μετρήσεις στο σημείο απόρριψης των λυμάτων: α) συνεχείς μετρήσεις των παραμέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 6, στοιχείο β) 7 β) στιγμιαίες ημερήσιες μετρήσεις των ολικών αιωρούμενων στερεών 7 γ) μηνιαίες μετρήσεις, με αντιπροσωπευτικά δείγματα εικοσιτετραώρου, των ρυπαντικών ουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 3 και απαριθμούνται στο παράρτημα IV (αριθ. 2 έως 13) 7 δ) τουλάχιστον δύο μετρήσεις ετησίως των διοξινών και των φουρανίων 7 κατά το πρώτο όμως δωδεκάμηνο λειτουργίας, εκτελείται μία μέτρηση ανά τρίμηνο. 15. Οι μετρήσεις που εκτελούνται για τον προσδιορισμό των συγκεντρώσεων ουσιών που ρυπαίνουν τα ύδατα στις απορρίψεις είναι αντιπροσωπευτικές. 16. Η παρακολούθηση της μάζας των ρύπων στα επεξεργασμένα λύματα καθώς και η συχνότητα των μετρήσεων είναι σύμφωνες με τις κοινοτικές και εθνικές νομοθετικές διατάξεις και καθορίζονται στην άδεια λειτουργίας. Οι μετρήσεις εκτελούνται σύμφωνα με τα πρότυπα της CEN και, εάν δεν υπάρχουν, με τα εθνικά πρότυπα. 17. Οι οριακές τιμές για τις εκπομπές στα ύδατα θεωρείται ότι τηρούνται, εάν: α) κανένα αντιπροσωπευτικό δείγμα εικοσιτετραώρου δεν υπερβαίνει τις οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται στο παράρτημα IV για τα ολικά αιωρούμενα στερεά (ρυπαντική ουσία αριθ. 1), τα βαρέα μέταλλα (ρυπαντικές ουσίες αριθ. 5 έως 13), το κάδμιο και το θάλλιο (ουσίες αριθ. 3 και 4) και για τον υδράργυρο (ουσία αριθ. 2) 7 β) τα αποτελέσματα των δύο μετρήσεων κατ' έτος των διοξινών και των φουρανίων δεν υπερβαίνουν την οριακή τιμή εκπομπών που καθορίζεται στο παράρτημα IV (ρυπαντική ουσία αριθ. 14). Άρθρο 12 Πρόσβαση στην πληροφόρηση και συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία χορήγησης αδειών Με την επιφύλαξη της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (12) και της οδηγίας 96/61/ΕΚ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε οι αιτήσεις για τη χορήγηση νέων αδειών λειτουργίας να τίθενται στη διάθεση του κοινού για κατάλληλο χρονικό διάστημα, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να διατυπώνει τις παρατηρήσεις του, πριν η αρμόδια αρχή λάβει την απόφασή της. Η εν λόγω απόφαση, μαζί με ένα τουλάχιστον αντίγραφο της άδειας, και οι τυχόν μετέπειτα ενημερώσεις της, πρέπει επίσης να τίθενται στη διάθεση του κοινού. Άρθρο 13 Ασυνήθεις συνθήκες λειτουργίας Η αρμόδια αρχή ορίζει στην άδεια τη μέγιστη επιτρεπτή χρονική διάρκεια οποιασδήποτε τεχνικά αναπόφευκτης διακοπής, ανωμαλίας στη λειτουργία ή βλάβης των συστημάτων καθαρισμού ή των οργάνων μετρήσεων, κατά την οποία οι συγκεντρώσεις των ουσιών που υπόκεινται στις ρυθμίσεις στις απορρίψεις στην ατμόσφαιρα και στα επεξεργασμένα λύματα επιτρέπεται να υπερβαίνουν τις καθορισμένες οριακές τιμές εκπομπών. Σε περίπτωση γενικής βλάβης, ο επιχειρηματίας περιορίζει ή να διακόπτει τις εργασίες το ταχύτερο δυνατόν, μέχρι να αποκατασταθούν οι κανονικές συνθήκες λειτουργίας. Σε περίπτωση υπέρβασης των οριακών τιμών εκπομπών δεν συνεχίζεται για κανένα λόγο η αποτέφρωση αποβλήτων στη μονάδα αποτέφρωσης ή στη μονάδα συναποτέφρωσης ή στη γραμμή αποτέφρωσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τέσσερις συνεχείς ώρες 7 επιπλέον, ο συνολικός χρόνος λειτουργίας σε παρόμοιες συνθήκες στη διάρκεια ενός έτους πρέπει να είναι λιγότερες από 60 ώρες. Η συνολική περιεκτικότητα σε κονιορτό των ατμοσφαιρικών εκπομπών των μονάδων αποτέφρωσης δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τα 150 mg/m³, ως μέση τιμή ημιώρου 7 και επιπλέον, δεν πρέπει να σημειώνεται υπέρβαση των οριακών τιμών για τις ατμοσφαιρικές εκπομπές CO και TOC. Τηρούνται όλες οι άλλες συνθήκες που αναφέρονται στο άρθρο 6. Άρθρο 14 Επανεξέταση των αδειών Με την επιφύλαξη της οδηγίας 96/61/ΕΚ, η αρμόδια αρχή επανεξετάζει κατά περιόδους τους όρους των αδειών και, εάν το κρίνει απαραίτητο, τους αναπροσαρμόζει. Άρθρο 15 Υποβολή εκθέσεων Οι εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας συντάσσονται με τη διαδικασία του άρθρου 5 της οδηγίας 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου (13). Η πρώτη έκθεση καλύπτει την πρώτη πλήρη τριετία από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 21. Άρθρο 16 Μελλοντική αναπροσαρμογή της οδηγίας Η Επιτροπή τροποποιεί με τη διαδικασία του άρθρου 17, τα άρθρα 10 έως 12 και τα παραρτήματα I έως V για να τα προσαρμόσει στην τεχνική πρόοδο ή σε νέα δεδομένα σχετικά με τα οφέλη που συνεπάγονται για την υγεία οι μειώσεις των εκπομπών. Άρθρο 17 Επιτροπή 1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας 94/67/ΕΚ, με την κατωτέρω διαδικασία. 2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην εν λόγω επιτροπή σχέδιο των μέτρων που πρόκειται να ληφθούν. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για το σχέδιο αυτό μέσα σε προθεσμία που μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Αποφασίζει με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 148 παράγραφος 2 της συνθήκης για την έκδοση των αποφάσεων που καλείται να λάβει το Συμβούλιο βάσει πρότασης της Επιτροπής. Κατά την ψηφοφορία στην επιτροπή, οι ψήφοι των αντιπροσώπων των κρατών μελών σταθμίζονται σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο. Ο πρόεδρος δεν λαμβάνει μέρος στην ψηφοφορία. Η Επιτροπή θεσπίζει τα σχεδιαζόμενα μέτρα όταν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής. Όταν τα σχεδιαζόμενα μέτρα δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής ή ελλείψει γνώμης, η Επιτροπή υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο πρόταση σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. Εάν το Συμβούλιο δεν αποφασίσει εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης, τα προτεινόμενα μέτρα θεσπίζονται από την Επιτροπή. Άρθρο 18 Κατάργηση Οι οδηγίες 89/369/ΕΟΚ και 89/429/ΕΟΚ του Συμβουλίου καταργούνται πέντε έτη μετά την έναρξη της ισχύος της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 19 Κυρώσεις Τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα των κυρώσεων που επιβάλλονται στις παραβιάσεις των εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί σε εκτέλεση της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλιστεί η θέση τους σε εφαρμογή. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν αυτές τις διατάξεις στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 21 και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους το συντομότερο δυνατόν. Άρθρο 20 Μεταβατικές διατάξεις Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται στις υφιστάμενες μονάδες πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 21 Εφαρμογή 1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο δύο έτη μετά την έναρξη της ισχύος της. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη. 2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα κείμενα των διατάξεων εσωτερικού δικαίου, τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 22 Έναρξη ισχύος Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 23 Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. (1) ΕΕ C 138 της 17.5.1993, σ. 5. (2) ΕΕ L 163 της 14.6.1989, σ. 32. (3) ΕΕ L 203 της 15.7.1989, σ. 50. (4) ΕΕ C 76 της 11.3.1997, σ. 37. (5) ΕΕ L 257 της 10.10.1996, σ. 26. (6) ΕΕ L 194 της 25.7.1975, σ. 39. (7) ΕΕ L 135 της 6.6.1996, σ. 32. (8) ΕΕ L 365 της 31.12.1994, σ. 34. (9) ΕΕ Λ 307 της 27.11.1975, σ. 22. (10) ΕΕ Λ 20 της 26.1.1980, σ. 43. (11) ΕΕ L 194 της 25.7.1975, σ. 23. (12) ΕΕ Λ 158 της 23.6.1990, σ. 56. (13) ΕΕ L 377 της 31.12.1991, σ. 48. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΙΣΟΔΥΝΑΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΒΕΝΖΟ-P-ΔΙΟΞΙΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΒΕΝΖΟΦΟΥΡΑΝΙΑ Για τον προσδιορισμό της συνολικής συγκέντρωσης (TE) διοξινών και φουρανίων, οι κατά μάζα συγκεντρώσεις των ακόλουθων διοξινών και διβενζοφουρανίων πολλαπλασιάζονται επί τους ακόλουθους συντελεστές ισοδυναμίας πριν από την άθροισή τους: >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΡΙΑΚΩΝ ΤΙΜΩΝ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ Η οριακή τιμή για τον εκάστοτε ρύπο και το μονοξείδιο του άνθρακα στα καυσαέρια που παράγονται από τη συναποτέφρωση αποβλήτων πρέπει να υπολογίζεται ως εξής: >NUM>Vαπόβλητα Χ Cαπόβλητα + Vδιεργασία Χ Cδιεργασία >DEN>Vαπόβλητα + Vδιεργασία = C όπου: Vαπόβλητα: ο όγκος των καυσαερίων που παράγονται μόνο από την αποτέφρωση αποβλήτων, ο οποίος προσδιορίζεται από τα απόβλητα με τη χαμηλότερη θερμιδογόνο δύναμη που ορίζεται στην άδεια λειτουργίας και ανάγεται στις συνθήκες που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία. Cαπόβλητα: οι οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται για τις μονάδες που προορίζονται μόνο για αποτέφρωση αποβλήτων (τουλάχιστον οι οριακές τιμές εκπομπών για τους ρύπους και το μονοξείδιο του άνθρακα). Vδιεργασία: ο όγκος των καυσαερίων που παράγονται από τη διεργασία της μονάδας καθώς και από την καύση των εγκεκριμένων καυσίμων που χρησιμοποιούνται συνήθως στη μονάδα (εξαιρουμένων των αποβλήτων), προσδιοριζόμενος βάσει της περιεκτικότητας σε οξυγόνο στην οποία πρέπει να ανάγονται οι εκπομπές, όπως ορίζεται στους κοινοτικούς ή εθνικούς κανονισμούς. Ελλείψει κανονισμών για τις μονάδες αυτού του είδους, πρέπει να χρησιμοποιείται η πραγματική περιεκτικότητα των καυσαερίων σε οξυγόνο, χωρίς να αραιώνονται με αέρα που δεν είναι απαραίτητος για τη διεργασία. Η αναγωγή σε άλλες συνθήκες καθορίζεται στην παρούσα οδηγία. Cδιεργασία: οι οριακές τιμές εκπομπών του καθορίζονται στους πίνακες του παρόντος παραρτήματος για ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους ή, ελλείψει πινάκων ή τιμών, οι οριακές τιμές για τις εκπομπές του εκάστοτε ρύπου και του μονοξειδίου του άνθρακα στα καπναέρια των μονάδων στις οποίες τηρούνται οι εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν για την καύση στις εν λόγω μονάδες των συνήθως εγκρινόμενων καυσίμων (εξαιρουμένων των αποβλήτων). Ελλείψει τέτοιων διατάξεων, χρησιμοποιούνται οι οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται στην άδεια λειτουργίας. Ελλείψει σχετικών τιμών στην άδεια, χρησιμοποιούνται οι πραγματικές συγκεντρώσεις κατά μάζα. C: οι συνολικές οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται στους πίνακες του παρόντος παραρτήματος για ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους και ρύπους ή ελλείψει πινάκων ή τιμών, οι συνολικές οριακές τιμές εκπομπών για το CO και τον εκάστοτε ρύπο, οι οποίες αντικαθιστούν τις οριακές τιμές εκπομπών που καθορίζονται στα αντίστοιχα άρθρα της παρούσας οδηγίας. Η συνολική περιεκτικότητα σε οξυγόνο, που χρησιμοποιείται αντί της περιεκτικότητας σε οξυγόνο για την αναγωγή, υπολογίζεται βάσει της παραπάνω περιεκτικότητας, τηρουμένων των μερικών όγκων. II.1. Ειδικές διατάξεις για τις τσιμεντοκάμινους Ημερήσιες μέσες τιμές (προκειμένου για συνεχείς μετρήσεις). Περίοδος δειγματοληψίας και λοιπές απαιτήσεις για τις μετρήσεις κατά το άρθρο 7. Όλες οι τιμές εκφράζονται σε mg/m³ (για τις διοξίνες ng/m³). Τα αποτελέσματα των μετρήσεων που εκτελούνται για να εξακριβωθεί η τήρηση των οριακών τιμών εκπομπών ανάγονται στις ακόλουθες συνθήκες: θερμοκρασία 273 K, πίεση 101,3 kPa, περιεκτικότητα σε οξυγόνο 10 %, ξηρό αέριο. II.1.1. C - Συνολικές οριακές τιμές εκπομπών >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> II.1.2. C - Συνολικές οριακές τιμές εκπομπών για το SO2 και τον TOC: >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Η αρμόδια αρχή δύναται να επιτρέπει εξαιρέσεις σε περιπτώσεις όπου ο TOC και το SO2 δεν προέρχονται από την αποτέφρωση αποβλήτων. II.1.3. Οριακή τιμή εκπομπών για το CO: Η αρμόδια αρχή δύναται να καθορίζει οριακές τιμές για τις εκπομπές CO. II.2. Ειδικές διατάξεις για της μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης II.2.1. Cδιεργασία: Cδιεργασία για τα στερεά καύσιμα, εκφρασμένη σε mg/Nm³ (περιεκτικότητα σε O2 6 %): >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Cδιεργασία για τη βιομάζα (όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 88/609/ΕΟΚ με τις τροποποιήσεις της), εκφρασμένη σε mg/Nm³ (περιεκτικότητα σε O2 6 %): >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Cδιεργασία για τα υγρά καύσιμα, εκφρασμένη σε mg/Nm³ (περιεκτικότητα σε O2 3 %): >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> II.2.2. C - Συνολικές οριακές τιμές εκπομπών: C εκφρασμένη σε mg/Nm³ (περιεκτικότητα σε O2 6 %). Όλες οι μέσες τιμές περιόδου δειγματοληψίας ελάχιστης διάρκειας 30 λεπτών και μέγιστης διάρκειας 8 ωρών: >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> C εκφρασμένη σε mg/Nm³ (περιεκτικότητα σε O2 6 %). Όλες οι μέσες τιμές περιόδου δειγματοληψίας ελάχιστης διάρκειας 6 ωρών και μέγιστης διάρκειας 8 ωρών: >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> II.3. Ειδικές διατάξεις για άλλους βιομηχανικούς κλάδους II.3.1. C - Συνολικές οριακές τιμές: C εκφρασμένη σε mg/Nm³. Όλες οι μέσες τιμές περιόδου δειγματοληψίας ελάχιστης διάρκειας 6 ωρών και μέγιστης διάρκειας 8 ωρών: >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> C εκφρασμένη σε mg/Nm³. Όλες οι μέσες τιμές περιόδου δειγματοληψίας ελάχιστης διάρκειας 30 λεπτών και μέγιστης διάρκειας 8 ωρών: >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III Τεχνικές μετρήσεων 1. Η δειγματοληψία και η ανάλυση όλων των ρύπων, συμπεριλαμβανομένων των διοξινών και των φουρανίων, καθώς και οι μετρήσεις με μεθόδους αναφοράς για τη βαθμονόμηση των αυτόματων συστημάτων μετρήσεων, διεξάγονται όπως ορίζουν τα πρότυπα CEN που εκπονούνται βάσει εντολής της Επιτροπής. Μέχρι να εκπονηθούν τα πρότυπα CEN, ισχύουν τα εθνικά πρότυπα. 2. Οι τιμές των διαστημάτων εμπιστοσύνης 95 % ενός μεμονωμένου αποτελέσματος μέτρησης, που προσδιορίζονται επί της ημερήσιας οριακής τιμής εκπομπών, δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα ακόλουθα ποσοστά επί τοις εκατό των οριακών τιμών εκπομπών: Μονοξείδιο του άνθρακα: 10 % Διοξείδιο του θείου: 20 % Οξείδιο του αζώτου: 20 % Ολικός κονιορτός: 40 % Ολικός οργανικός άνθρακας: 30 % Υδροχλώριο: 40 % ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V Οριακές τιμές ατμοσφαιρικών εκπομπών α) >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> β) >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> γ) >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Αυτές οι μέσες τιμές καλύπτουν επίσης τις εκπομπές των σχετικών βαρέων μετάλλων και των ενώσεών τους υπό μορφή αερίων και ατμών. δ) Οι μέσες τιμές μετρούνται σε περίοδο δειγματοληψίας ελάχιστης διάρκειας 6 ωρών και μέγιστης διάρκειας 8 ωρών. Η οριακή τιμή εκπομπών αναφέρεται στη συνολική συγκέντρωση διοξινών και φουρανίων, υπολογιζόμενη βάσει της αρχής των ισοδυνάμων τοξικότητας σύμφωνα με το παράρτημα I. >ΑΡΧΗ ΓΡΑΦΗΚΟΥ> Διοξίνες και φουράνια 0,1 ng/m³>ΤΕΛΟΣ ΓΡΑΦΗΚΟΥ> ε) Η συγκέντρωση μονοξειδίου του άνθρακα (CO) στα καυσαέρια (εξαιρουμένων των φάσεων εκκίνησης και διακοπής) δεν υπερβαίνει τις κατωτέρω οριακές τιμές εκπομπών: - 50 mg/m³ καυσαερίων ως ημερήσια μέση τιμή 7 - 150 mg/m³ καυσαερίων τουλάχιστον στο 95 % όλων των μετρήσεων, ως μέσες τιμές δεκαλέπτου, ή 100 mg/m³ καυσαερίων στο σύνολο των μετρήσεων, ως μέσες τιμές ημιώρου, λαμβανόμενες κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε 24ώρου. Η αρμόδια αρχή δύναται να εγκρίνει εξαιρέσεις προκειμένου για μονάδες στις οποίες χρησιμοποιείται τεχνολογία ρευστοστερεάς κλίνης, με την προϋπόθεση ότι στη σχετική έγκριση προβλέπεται οριακή τιμή εκπομπών για το διοξείδιο του άνθρακα (CO) 100 mg/m³ κατ' ανώτατο όριο, ως ωριαία μέση τιμή.