Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές /* COM/98/0126 τελικό - COD 98/0099 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 168 της 03/06/1998 σ. 0013
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (98/C 168/09) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) COM(1998) 126 τελικό - 98/0099(COD) (Υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 23 Απριλίου 1998) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 100 Α, την πρόταση της Επιτροπής, τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδιασία του άρθρου 189 Β της συνθήκης, (1) ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του (1) σχετικά με το ολοκληρωμένο πρόγραμμα υπέρ των ΜΜΕ και της βιοτεχνίας (2), υπογράμμισε με έμφαση ότι η Επιτροπή οφείλει να υποβάλει προτάσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος των καθυστερήσεων πληρωμών 7 (2) οτι στις 12 Μαΐου 1995 η Επιτροπή εξέδωσε σύσταση σχετικά με τις προθεσμίες πληρωμής στις εμπορικές συναλλαγές (3) 7 (3) ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του (4) σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για τις προθεσμίες πληρωμής στις εμπορικές συναλλαγές κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει τη μετατροπή της σύστασής της σε πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου, την οποία να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν 7 (4) ότι στις 29 Μαΐου 1997 η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέδωσε γνωμοδότηση «για το Πράσινο Βιβλίο για τις δημόσιες συμβάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση: κατευθύνσεις και προβληματισμοί για το μέλλον» (5), στην οποία πρότεινε τη θέσπιση μέγιστων προθεσμιών πληρωμής και τη θεσμοθέτηση της υποχρέωσης των αρχών να πληρώνουν τόκους υπερημερίας σε περίπτωση καθυστέρησης των οφειλών τους 7 (5) ότι στις 4 Ιουνίου 1997 η Επιτροπή δημοσίευσε ένα πρόγραμμα δράσης για την ενιαία αγορά (6), στο οποίο υπογράμμισε ότι το πρόβλημα των καθυστερήσεων πληρωμών αποτελεί ένα ολοένα και σοβαρότερο εμπόδιο για την επιτυχία της ενιαίας αγοράς 7 (6) ότι στις 17 Ιουλίου 1997 η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση - έκθεση σχετικά με τις καθυστερήσεις πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (7), στην οποία συνόψιζε τα αποτελέσματα μιας αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της σύστασης της Επιτροπής της 12ης Μαΐου 1995 7 (7) ότι οι επιχειρήσεις, και κυρίως οι μικρομεσαίες, επωμίζονται μεγάλα οικονομικά και διοικητικά βάρη εξαιτίας των καθυστερήσεων πληρωμών 7 ότι, επιπλέον, οι καθυστερήσεις πληρωμών αποτελούν βασική αιτία πτωχεύσεων, που απειλούν την επιβίωση των επιχειρήσεων και οδηγούν στην απώλεια μεγάλου αριθμού θέσεων απασχόλησης 7 (8) ότι οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τους κανόνες και τις πρακτικές πληρωμής παρακωλύουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς 7 πράγματι, ένας πιστωτής που είναι αναγκασμένος να επιδιώκει την είσπραξη των ποσών που του οφείλουν από οφειλέτες εγκατεστημένοι σε διάφορα κράτη μέλη αντιμετωπίζει πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους κανόνες των εθνικών νομοθεσιών, πράγμα που καθιστά το έργο του δύσκολο, χρονοβόρο και δαπανηρό 7 (9) ότι η κατάσταση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζονται σημαντικά οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, πράγμα που δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 7 Α της συνθήκης, δεδομένου ότι οι επιχειρηματίες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εμπορεύονται σε όλη την εσωτερική αγορά υπό συνθήκες που να εξασφαλίζουν ότι οι διασυνοριακές συναλλαγές δεν συνεπάγονται μεγαλύτερους κινδύνους από τις εγχώριες πωλήσεις 7 ενδεχόμενη εφαρμογή διαφορετικών κανόνων για τις εγχώριες και τις διασυνοριακές συναλαγές θα οδηγούσε σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού 7 (10) ότι οι πλέον πρόσφατες στατιστικές δείχνουν ότι, μετά την έκδοση της σύστασης της 12ης Μαΐου 1995, δεν έχει γίνει, στην καλύτερη περίπτωση, καμία βελτίωση όσον αφορά τις καθυστερήσεις πληρωμών σε πολλά κράτη μέλη 7 (11) ότι σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας που αναφέρονται στο άρθρο 3Β της συνθήκης ο στόχος της καταπολέμησης των καθυστερήσεων στις πληρωμές στην εσωτερική αγορά δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς αν τα κράτη μέλη δρουν μεμονωμένα και θα είναι πιο αποτελεσματικό να αναληφθεί δράση σε κοινοτικό επίπεδο 7 ότι η παρούσα οδηγία περιορίζεται στις ελάχιστες απαιτήσεις που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού 7 (12) ότι η καθυστέρηση των πληρωμών αποτελεί παράβαση συμβατικής υποχρέωσης, η οποία έχει γίνει οικονομικά ελκυστική για τους οφειλέτες στα περισσότερα κράτη μέλη λόγω των χαμηλών τόκων υπερημερίας ή/και της βραδύτητας των διαδικασιών αποκατάστασης της ζημίας 7 ότι για να ανατραπεί η τάση, πρέπει να γίνουν αποφασιστικές αλλαγές 7 ότι οι συνέπειες των καθυστερήσεων πληρωμών πρέπει να είναι τέτοιες ώστε και να αποθαρρύνουν τις καθυστερήσεις πληρωμών και να αποζημιώνουν πλήρως τους πιστωτές για τις διάφορες δαπάνες στις οπίες υποβάλλονται 7 (13) ότι η χρήση ρητρών για την παρακράτηση της κυριότητας ως μέσου επιτάχυνσης των πληρωμών εμποδίζεται σήμερα από ορισμένες διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των επιμέρους εθνικών νομοθεσιών 7 ότι είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί στους πιστωτές η δυνατότητα να ασκούν το δικαίωμα παρακράτησης της κυριότητας σε όλη την Κοινότητα, χρησιμοποιώντας μια ενιαία ρήτρα αναγνωρισμένη από όλα τα κράτη μέλη 7 (14) ότι οι συνέπειες των καθυστερήσεων πληρωμών μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά μόνο αν συνοδεύονται από ταχείες, αποτελεσματικές και μη δαπανηρές για τον πιστωτή διαδικασίες αποκατάστασης της ζημίας 7 σύμφωνα με την αρχή της αποφυγής των διακρίσεων, που θεσπίζεται στο άρθρο 6 της συνθήκης, οι διαδιασίες αυτές πρέπει να είναι στη διάθεση των πιστωτών από όλα τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους 7 (15) ότι οι δημόσιες αρχές προβαίνουν σε σημαντικό όγκο πληρωμών προς τις επιχειρήσεις 7 ότι η τήρηση αυστηρής πειθαρχίας όσον αφορά τις πληρωμές εκ μέρους των εν λόγω αρχων θα είχε ευεργετική επίδραση σε όλη την οικονομία 7 ότι για τις πληρωμές που πραγματοποιεί η Επιτροπή έχει ήδη αποφασιστεί, να δίνεται σε ορισμένους πιστωτές το δικαίωμα να εισπράττουν τόκους υπερημερίας για τις καθυστερήσεις πληρωμών 7 (16) ότι για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας η Επιτροπή πρέπει να επικουρείται από μία επιτροπη συμβουλευτικού χαρακτήρα 7 ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι Άρθρο 1 Πεδίο εφαρμογής Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται σε όλες τις πληρομές που πραγματοποιούνται στα πλαίσια εμπορικών συναλλαγών. Άρθρο 2 Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως: 1. «εμπορική συναλλαγή»: κάθε συναλλαγή μεταξύ δύο ή περισσοτέρων φυσικών ή νομικών προσώπων που την διεξάγουν στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους ή μεταξύ τέτοιων προσώπων και αρχών, η οποία οδηγεί στην παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής 7 2. «καθυστέρηση πληρωμής»: κάθε παράβαση των συμβατικών ή νόμιμων διατάξεων σχετικά με την πληρωμή 7 3. «παρακράτηση της κυριότητας»: το γεγονός ότι ο πωλητής παρακρατεί την κυριότητα των πωλουμένων αγαθών μέχρις ότου ο αγοραστής εξοφλήσει το τίμημα 7 4. «αρχές»: το κράτος, οι αρχές περιφερειακής διοίκησης ή τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου ή οι ενώσεις που συγκροτούνται από μία ή περισσότερες τέτοιες αρχές ή από οργανισμούς δημοσίου δικαίου. Ένας οργανισμός θεωρείται δημοσίου δικαίου όταν: συγκροτείται με αποκλειστικό σκοπό την ικανοποίηση αναγκών γενικού συμφέροντος, δεν έχει βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα, έχει νομική προσωπικότητα και χρηματοδοτείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από το κράτος, από αρχές περιφερειακής διοίκησης ή τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή υπόκειται στη διοικητική εποπτεία τέτοιων οργανισμών ή έχει διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό συμβούλιο του οποίου περισσότερα από τα μισά μέλη διορίζονται από το κράτος, από αρχές περιφερειακής διοίκησης ή τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου. 5. «δημόσιες συμβάσεις»: συμβάσεις οικονομικού ενδιαφέροντος που συνάπτονται εγγράφως μεταξύ φυσικού ή νομικού προσώπου και αρχών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ Άρθρο 3 Προθεσμία εξόφλησης, τόκος και ανόρθωση της ζημίας 1. Το κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι: α) η προθεσμία εξόφλησης της οφειλής δεν υπερβαίνει τις 21 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση ή στους γενικούς όρους πώλησης του πωλητή 7 β) αν δεν υπάρχει τιμολόγιο ή αν η ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα ή αν η ημερομηνιά έκδοσης του τιμολογίου είναι προγενέστερη από την ημερομηνία παράδοσης, η προθεσμία εξόφλησης υπολογίζεται με αφετηρία την ημερομηνία παράδοσης των αγαθών ή των υπηρεσιών 7 γ) ο πιστωτής δικαιούται να ζητήσει τόκους από τον οφειλέτη για κάθε ποσό η εξόφληση του οποίου εκκρεμεί όταν η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας εξόφλησης, όπως ορίζεται βάσει των στοιχείων α) και β), παρέλθει χωρίς ο πιστωτής να έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό 7 δ) οι τόκοι αρχίζουν να «τρέχουν» αυτόματα από την επομένη της ημερομηνίας που λήγει η προθεσμία για την εξόφληση, χωρίς να χρειάζεται να γίνει υπενθύμιση της οφειλής 7 ε) το ύψος των τόκων υπερημερίας («νόμιμο επιτόκιο»), τους οποίους δικαιούται να ζητήσει ο πιστωτής, ισούται με το άθροισμα του επιτοκίου προσφορών (επιτόκιο επαναγοράς τίτλων) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας («επιτόκο αναφοράς») συν 8 τουλάχιστον εκατοστιαίες μονάδες («περιθώριο»), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση ή στους γενικούς όρους πώλησης του πωλητή 7 για τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στην τρίτη φάση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, το επιτόκιο αναφοράς θα είναι το ισοδύναμο επιτόκιο που θα καθορίσει η κεντρική τους τράπεζα 7 στ) το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας τροποποιείται αυτόματα σε συνάρτηση με τις μεταβολές του επιτοκίου αναφοράς που αναφέρεται στο στοιχείο ε) 7 γ) πέραν του δικαιώματος για λήψη τόκων, ο πιστωτής δικαούται να ζητήσει από τον οφειλέτη πλήρη αποζημίωση για τη ζημία ή βλάβη που υπέστη 7 2. Το περιθώριο για το οποίο γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 ε) παραπάνω μπορεί να τροποποιηθεί από την Επιτροπή, με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 9 παρακάτω, αν αποδειχθεί ότι το νόμιμο επιτόκιο δεν είναι πλέον επαρκώς υψηλό για να αποθαρρύνει τον αγοραστή από το να καθυστερήσει την εξόφληση της οφειλής του και για να αποζημιώσει τον πωλητή για οποιοαδήποτε απώλεια ή ζημία υποστεί εξ αιτίας της καθυστέρησης της πληρωμής, και ιδίως για τόκους τους οποίους ο πωλητής θα κληθεί ενδεχομένως να καταβάλει συνεπεία υπέρβασης του πιστωτικού του ορίου (ακάλυπτη πίστωση). Άρθρο 4 Παρακράτηση της κυριότητας 1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα των αγαθών εφόσον κοινοποιήσει γραπτώς στον αγοραστή, το αργότερο έως την ημερομηνία παράδοσης των αγαθών, την πρόθεσή του να διατηρήσει την κυριότητα των αγαθών. Εφόσον εκπνεύσει η προθεσμία εξόφλησης χωρίς ο αγοραστής να έχει καταβάλει το τίμημα, ο πωλητής δύναται να ζητήσει να του επιστραφούν τα εν λόγω αγαθά. Ο αγοραστής, αμέσως μόλις τα αγαθά περιέλθουν στην κατοχή του, είναι υπεύθυνος για οποιαδήποτε ζημία ή απώλεια. Η κοινοποίηση δύναται εγκύρως να περιληφθεί στην τυποποιημένη σύμβαση του αγοραστή, στο τιμολόγιο ή σε μεμονωμένη επιμέρους σύμβαση. Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν το κύρος των ρητρών που περιέχονται στο παράρτημα ή άλλων ρητρών με ισοδύναμο αποτέλεσμα. 2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνο για τις οφειλές που είναι πληρωτέες σε μία και μόνη δόση. 3. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τα αποτελέσματα της ρήτρας παρακράτησης της κυριότητας ως προς τις πτυχές που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και, ιδίως, όσον αφορά τα αποτελέσματα έναντι των καλόπιστων τρίτων. Άρθρο 5 Ταχείες διαδικασίες είσπραξης για μη αμφισβητούμενες οφειλές 1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την ύπαρξη μιας ταχείας διαδικασίας είσπραξης των μη αμφισβητούμενων οφειλών. 2. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το ύψος της οφειλής. 3. Η διαδικασία αυτή πρέπει να είναι στη διάθεση των πιστωτών σε όλα τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους. 4. Ο πιστωτής είναι ελεύθερος να επιλέξει, αν θα εκπροσωπηθεί ή όχι από τρίτον. 5. Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου πρέπει να είναι διαμορφωμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας παραλαβής της αίτησης του πιστωτή και της ημερομηνίας κατά την οποία το απόγραφο ή ισοδύναμο έγγραφο καθίσταται εκτελεστό, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 60 ημερολογιακές ημέρες 7 αυτό το χρονικό διάστημα δεν θίγει: α) την εφαρμογή των περί κοινοποιήσεως ή επιδόσεως κανόνων 7 και β) το δικαίωμα του εναγομένου να αμφισβητήσει την οφειλή. Άρθρο 6 Απλουστευμένες νομικές διαδικασίες για οφειλές μικρού ύψους Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να είναι διαθέσιμες απλουστευμένες διαδικασίες για τις οφειλές που δεν υπερβαίνουν ένα κατώτατο όριο, το οποίο δεν δύναται να είναι χαμηλότερο των 20 000 Ecu. Οι διαδικασίες αυτές προβλέπουν απλές και ολιγοδάπανες μεθόδους προσφυγής στη δικαιοσύνη για την εξόφληση των οφειλών. Το ποσό αυτό μπορεί, εν ανάγκη, να τροποποιηθεί από την Επιτροπή, σε συνάρτηση με τις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 9. Οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι στη διάθεση των πιστωτών από όλα τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους. ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Άρθρο 7 Διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η νομοθεσία τους περιέχει διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες τα συμβατικά τεύχη των δημοσίων συμβάσεων περιλαμβάνουν ακριβή και λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις περιόδους και τις προθεσμίες πληρωμής που εφαρμόζουν οι αναθέτουσες αρχές. Ιδιαίτερα, καθορίζονται χρονικά όρια για την ολοκλήρωση των διοικητικών διατυπώσεων που προηγούνται της πληρωμής, όπως είναι οι διαδικασίες παραλαβής των δημοσίων έργων. Άρθρο 8 Ταχεία πληρωμή, προθεσμία πληρωμής, αυτόματη τοκοφορία Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι: 1. η προθεσμία εξόφλησης των συμβατικών οφειλών από τις αρχές όπως ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία α) και β) δεν υπερβαίνει τις 60 ημερολογιακές ημέρες 7 η συμβατικά καθοριζόμενη προθεσμία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τη μέγιστη προθεσμία πληρωμής 7 2. ο πιστωτής δικαιούται να απαιτήσει τόκους από την αρχή για κάθε ποσό που του οφείλεται και δεν του έχει καταβληθεί έως την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας πληρωμής. Ο τόκος υπολογίζεται όπως ορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία δ) και ε) και καταβάλλεται αυτόματα από την αρχή χωρίς να χρειάζεται να προβληθεί σχετική αξίωση από τον πιστωτή 7 3. η αρχή δεν δικαιούται να ζητήσει ή να απαιτήσει από τον πιστωτή να παραιτηθεί από οποιοδήποτε από τα δικαιώματά του που αναφέρονται στο παρόν άρθρο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Άρθρο 9 Επιτροπή Για την επανεξέταση της λειτουργίας της παρούσας οδηγίας και ιδίως για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, και στο άρθρο 6. Η Επιτροπή επικουρείται από μία επιτροπή συμβουλευτικού χαρακτήρα την οποία αποτελούν αντιπρόσωποι των κρατών μελών και της οποίας προεδρεύει ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής. Η αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην εν λόγω επιτροπή σχέδιο των μέτρων που πρόκειται να ληφθούν. Η συμβουλευτική επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για το σχέδιο αυτό, μέσα σε προθεσμία που μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος και αν χρειασθεί, προβαίνει σε ψηφοφορία. Η γνώμη καταχωρείται στα πρακτικά. Επιπλέον, κάθε κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να ζητήσει να καταχωρηθεί στα πρακτικά. Η Επιτροπή λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, και την ενημερώνει για τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη υπόψη τη γνώμη αυτή. Άρθρο 10 Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο 1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2000. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη. 2. Τα κράτη μέλη δύνανται να διατηρήσουν σε ισχύ ή να θεσπίσουν διατάξεις αυστηρότερες από τις διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία. 3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των κυριότερων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που θεσπίζουν στον τομέα τον οποίο διέπει η παρούσα οδηγία. Άρθρο 11 Έναρξη ισχύος Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 12 Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. (1) ΕΕ C 323 της 21.11.1994, σ. 19. (2) COM(94) 207 τελικό της 3ης Ιουνίου 1994. (3) ΕΕ L 127 της 10.6.1995, σ. 19. (4) ΕΕ C 211 της 22.7.1996, σ. 43. (5) ΕΕ C 287 της 22.9.1997, σ. 92. (6) SEC(97) 1 τελικό, της 4ης Ιουνίου 1997, σσ. 8 και 38. (7) ΕΕ C 216 της 17.7.1997, σ. 10. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Κατάλογος των ρητρών που αναγνωρίζονται από τα κράτη μέλη για τους σκοπούς του άρθρου 4 ES: «El vendedor conservarα la propiedad de los bienes hasta el pago.» DA: »Varen forbliver sζlgerens ejendom, indtil den er betalt.« DE: "Die Ware verbleibt bis zur Bezahlung im Eigentum des Verkδufers." EL: «Ο πωλητής παρακρατεί την κυριότητα των αγαθών μέχρι να εξοφληθεί το τίμημά τους.» EN: 'The goods remain the property of the seller until payment.` FR: «Les marchandises restent la propriιtι du vendeur jusqu'au paiement.» IT: «Le merci restano di proprietΰ del venditore fino al pagamento.» NL: "De waren blijven tot de betaling eigendom van de verkoper." PT: «O vendedor conservarα a propriedade dos bens atι ao momento do pagamento.» FI: "Tavara on myyjδn omaisuutta, kunnes kauppahinta on maksettu." SV: "Varorna fφrblir sδljarens egendom tills de betalats."