51998IR0284

Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών για: - την «Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ» και - «Τα περιθώρια χειρισμών που διαθέτουν οι περιφερειακές και τοπικές αρχές στους τομείς της οικονομικής πολιτικής και του κοινοτικού ελέγχου των ενισχύσεων» CdR 284/98 fin

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 093 της 06/04/1999 σ. 0064


Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών για:

- την «Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ» και - «Τα περιθώρια χειρισμών που διαθέτουν οι περιφερειακές και τοπικές αρχές στους τομείς της οικονομικής πολιτικής και του κοινοτικού ελέγχου των ενισχύσεων»

(1999/C 93/10)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ,

έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ [COM (98) 73 τελικό - 98/0060 CNS] () 7

έχοντας υπόψη την απόφαση του Προεδρείου της από 13 Μαΐου 1998, βάσει του άρθρου 198 Γ (4) της ΣΕΚ, για την κατάρτιση γνωμοδότησης όσον αφορά το θέμα και για την επιφόρτιση της επιτροπής 6 - απασχόληση, οικονομική πολιτική, ενιαία αγορά, βιομηχανία, ΜΜΕ - με την προετοιμασία των σχετικών εργασιών 7

έχοντας υπόψη το σχέδιο γνωμοδότησης που επεξεργάσθηκε η επιτροπή 6 στις 30 Νοεμβρίου 1998 (CDR 284/98 rev 2) (Εισηγητές: ο κ. Stoiber και ο κ. Sanz-Alonso) 7

έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση με θέμα την «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς τα Κράτη Μέλη σχετικά με την περιφερειακή πολιτική και την πολιτική ανταγωνισμού: για την ενίσχυση της συγκέντρωσης και της συνεκτικότητας τους» (CDR 236/98 fin) (), στην οποία η Επιτροπή των Περιφερειών εφιστά την προσοχή στην προβληματική σχέση μεταξύ της περιφερειακής πολιτικής και της πολιτικής ανταγωνισμού 7

εκτιμώντας ότι η περιφερειακή οικονομική πολιτική αποτελεί βασική ευθύνη των περιφερειακών και των τοπικών αρχών της ΕΕ 7

εκτιμώντας ότι η πολιτική ανταγωνισμού και ο υγιής ανταγωνισμός παρέχουν μία συγκρίσιμη κατάσταση και καλύτερες δυνατότητες σε όλους 7

εκτιμώντας ότι, ταυτόχρονα, από τη φύση της, περιορίζει το περιθώριο χειρισμών των εθνικών κυβερνήσεων και των διαφόρων βαθμίδων εθνικής διοίκησης 7

υιοθέτησε, κατά την 27η σύνοδο ολομέλειας της 13ης/14ης Ιανουαρίου 1999 (συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου), την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1. Εισαγωγή

1.1. Ιστορικό

1.1.1. Το 1996 η Επιτροπή ανέλαβε πρωτοβουλία για τον επαναπροσανατολισμό των κρατικών ενισχύσεων, βασιζόμενη στο άρθρο 94 της Συνθήκης.

1.1.2. «Το Συμβούλιο αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δύναται να εκδίδει κάθε αναγκαίο κανονισμό για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 και ιδίως να καθορίζει τους όρους εφαρμογής του άρθρου 93, παράγραφος 3, και τις κατηγορίες ενισχύσεων που εξαιρούνται από τη διαδικασία αυτή».

1.1.3. Το Συμβούλιο υποδέχθηκε ευνοϊκά την πρωτοβουλία της Επιτροπής και την ενθάρρυνε να παρουσιάσει προτάσεις με στόχο την απλοποίηση του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων ώστε να καταστούν αποτελεσματικότερες.

1.1.4. Ο ανά χείρας κανονισμός αποβλέπει στην αύξηση της διαφάνειας και νομικής βεβαιότητας μέσω της κωδικοποίησης και διασαφήνισης των διαδικαστικών κανόνων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμισθεί ότι οι ανακοινώσεις της Επιτροπής σχετικά με το δίκαιο του ανταγωνισμού και τις κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες δεν έχουν νομική αξία, δεν συνέβαλαν πάντα στην ενίσχυση της αναγνωσιμότητας των σχετικών ευρωπαϊκών μηχανισμών από τους τοπικούς παράγοντες.

1.1.5. Μέχρι τώρα οι μοναδικές νομοθετικές διατάξεις για τις κρατικές ενισχύσεις είναι εκείνες του άρθρου 93. Πάντως, βάσει της πρακτικής και της νομολογίας του δικαστηρίου έχει αναπτυχθεί ένα σύνολο κανόνων οι οποίοι, επειδή είναι κατατμημένοι, δεν είναι επαρκώς διαφανείς.

1.1.6. Παράλληλα, η Επιτροπή προωθεί μία ανανεωμένη ρύθμιση όπου ταξινομούνται σε κατηγορίες οι ενισχύσεις που αποκλείονται από τον έλεγχό της (καταρχάς βασίζονται στην υποχρέωση προηγούμενης γνωστοποίησης της ενίσχυσης και στο ανασταλτικό αποτέλεσμα της διαδικαστικής ενέργειας). Η ΕΤΠ δεν δύναται, όμως, να ασχοληθεί μόνο με διαδικαστικές πτυχές χωρίς να εξετάσει θέματα ουσίας που αφορούν απευθείας τις περιφέρειες της ΕΕ.

1.1.7. Έτσι, στη νέα αυτή φάση ιδιαίτερης προσοχής αξίζουν οι οδηγίες για τις κρατικές ενισχύσεις που αφορούν τις περιφέρειες για τις οποίες θεσπίζονται οι νέες επεκτάσεις της διαδικασίας ελέγχου στις ενισχύσεις εκείνες που προορίζονται σε συγκεκριμένες περιφέρειες και έχουν σαν ειδικό σκοπό την ανάπτυξή τους.

1.1.8. Αφετέρου, το Πρόγραμμα Δράσης 2000 (που περιέχει προβλέψεις κάλυψης για το 35-40 % του πληθυσμού) μαζί με τα ταμεία (που προσεγγίζουν το 50 %) έχει αναζητήσει μία συνεκτικότητα με την κάλυψη του πληθυσμού του μελλοντικού χάρτη ενισχύσεων με στόχο τις περιφέρειες που προκύπτει από τις νέες οδηγίες. Προβλέπεται ότι ο Επίτροπος Van Miert θα εγκρίνει ένα δείκτη 42,7 % του πληθυσμού. Ο υπολογισμός βασίζεται στην στατιστική του Οκτωβρίου 1997 και θα επανεξετασθεί το 1999.

1.1.9. Η συμβατότητα της περιφερειακής πολιτικής με την πολιτική του ανταγωνισμού αποτελεί έναν υπό επιδίωξη στόχο και οι περιφέρειες πρέπει να μεριμνούν για τη θέσπιση κανόνων που θα ορίζουν τη νομική και οικονομική βάση της εφαρμογής τους υπέρ της ανάπτυξης και του βιομηχανικού ιστού και στη σχετική επικράτεια.

Ιδού το αντικείμενο της γνωμοδότησης.

1.2. Ο έλεγχος των ενισχύσεων απαραίτητος για τις περιφέρειες και τις αρχές της αυτοδιοίκησης

1.2.1. Ενόψει της επισφαλούς κατάστασης της απασχόλησης και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι περιφέρειες από την άποψη της ανταγωνιστικότητας, λόγω της διεθνοποίησης και του αυξανόμενου ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Ευρώπης, οι ευρωπαϊκές περιφέρειες καλούνται περισσότερο από ποτέ να βελτιώσουν τις γενικές οικονομικές συνθήκες στις περιοχές τους. Προς το σκοπό αυτό, επιδιώκουν να δημιουργήσουν θέσεις απασχόλησης, να τονώσουν την ανταγωνιστικότητα σε περιφερειακή κλίμακα και να ενισχύσουν την ανάπτυξη.

1.2.2. Η οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται σε όλες τις βαθμίδες, δηλαδή στο επίπεδο της ΕΕ, των κρατών μελών και των περιφερειακών και τοπικών αρχών, αποσκοπεί στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής. Σε αντίθεση με τη διαρθρωτική πολιτική της Ένωσης, η οποία αποβλέπει στην ευρωπαϊκή συνοχή, η οικονομική πολιτική σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο επιδιώκει να εξαλείψει τις διαφορές όσον αφορά την ανάπτυξη στο εσωτερικό του κράτους. Οι πολίτες στις μειονεκτούσες περιφέρειες δικαίως αναμένουν από τις περιφερειακές και εθνικές κυβερνήσεις να αναλάβουν τις ευθύνες τους σε σχέση με την ανάπτυξη στους κόλπους των κρατών και των περιφερειών.

1.2.3. Η ΕΤΠ υποστηρίζει το θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των περιφερειών και επιχειρήσεων στην Ενιαία Αγορά. Ένα σημαντικό στοιχείο για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι ο αποτελεσματικός έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων. Οι κρατικές ενισχύσεις απαγορεύονται συνεπώς στην ουσία, στο μέτρο που απειλούν τουλάχιστον να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και να αλλοιώσουν τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Ωστόσο, είναι δυνατό να γίνουν εξαιρέσεις, για την έγκριση των οποίων αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δυνάμει των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ («Έλεγχος των ενισχύσεων»). Χωρίς την έγκριση της Επιτροπής, συνεπώς, οι περιφερειακές και τοπικές αρχές, ουσιαστικά, δεν μπορούν να διαθέσουν πόρους από τους προϋπολογισμούς τους για την ενίσχυση επιχειρήσεων. Οι οργανισμοί τοπικής και περιφερειακής διοίκησης αντιμετωπίζουν συχνά μια έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με το ζήτημα της συμβατότητας των οικονομικών ενισχύσεων με το κοινοτικό δίκαιο. Οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται από τις αρχές που έχουν την ευθύνη, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, της απόφασης για τη νομιμότητα ή μη μίας ενίσχυσης σε σχέση με τις ευρωπαϊκές ρυθμιστικές διατάξεις δεν παρέχουν πάντα επαρκή νομική εξασφάλιση για τους προαναφερόμενους οργανισμούς.

1.2.4. Για το λόγο αυτό, οι πολιτικοί ιθύνοντες σε περιφερειακή και τοπική κλίμακα συχνά αντιμετωπίζουν μια δυσχερή κατάσταση: αφενός, επιθυμούν να αναλάβουν τις ευθύνες τους, να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των πολιτών και να υποστηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη με πόρους του δημοσίου 7 αφετέρου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κοινοτική νομοθεσία και η εφαρμογή της.

1.2.5. Οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων έχουν ευρείες συνέπειες για τις επιχειρήσεις και τους υπαλλήλους τους. Μερικές φορές καθορίζουν ακόμη και την οικονομική ευημερία ολόκληρων περιφερειών, περιοχών, πόλεων και κοινοτήτων. Επομένως, είναι φυσικό να δίνει η ΕΤΠ, ως εκπρόσωπος των περιφερειακών και τοπικών αρχών, ιδιαίτερη σημασία στην πολιτική ενισχύσεων.

1.2.6. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε προτάσεις για τη μεταρρύθμιση της νομοθεσίας σχετικά με τις ενισχύσεις όσον αφορά τους τρεις ακόλουθους τομείς:

- διαδικασία για την έγκριση των ενισχύσεων (Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 1998, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ),

- νέα ρύθμιση των περιφερειακών ενισχύσεων (κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα, της 16ης Δεκεμβρίου 1997),

- συνεκτικότητα μεταξύ των περιφερειών που τυγχάνουν διαρθρωτικών και εθνικών ενισχύσεων (Ανακοίνωση της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη σχετικά με την περιφερειακή πολιτική και την πολιτική ανταγωνισμού, της 16ης Δεκεμβρίου 1997).

Με την επανεξέταση αυτή, τροποποιούνται οι νομικές συνθήκες σε κοινοτική κλίμακα όσον αφορά τα κεντρικά σημεία της περιφερειακής οικονομικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις σχετικά με τη διαδικασία ενισχύονται, το φάσμα περιφερειών που είναι επιλέξιμες για περιφερειακή ενίσχυση περιορίζεται και ο έλεγχος των ενισχύσεων επεκτείνεται στον τομέα της κοινοτικής διαρθρωτικής πολιτικής.

2. Είναι αναγκαίο ένα ουσιαστικό περιθώριο για την περιφερειακή και τοπική οικονομική πολιτική

2.1. Η ΕΤΠ ταυτίζεται με έναν δίκαιο ανταγωνισμό μεταξύ των περιφερειών και των επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά. Είναι απαραίτητος ένας αποτελεσματικός έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων, προκειμένου να αποφευχθεί ο αγώνας για τις ενισχύσεις στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτόχρονα, η ΕΤΠ τονίζει ότι πρέπει να υπάρχει, επί πλέον, επαρκής χώρος για την κατάστρωση πολιτικών περιφερειακού χαρακτήρα.

2.2. Η διεθνοποίηση των αγορών, η πρόοδος στον τομέα της κοινωνίας των πληροφοριών και η αυξανόμενη ταχύτητα των τεχνολογικών μεταβολών αποτελούν μια τεράστια πρόκληση για την Ευρώπη. Το ευρωπαϊκό οικονομικό πρότυπο πρέπει να επιβεβαιώσει τη θέση του στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον. Εκτός από την κοινωνική και οικολογική διάσταση, βασική προϋπόθεση για την επιβεβαίωση αυτή αποτελεί η ισορροπημένη οικονομική ανάπτυξη των περιφερειών. Οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτούν από την πολιτική που χαράσσεται σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και κοινοτικό επίπεδο, να τους εξασφαλίζει ένα ομοιόμορφο βιοτικό επίπεδο.

2.3. Η ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά δεν διαθέτει βέβαια σύνορα αλλά ούτε και έναν ενιαίο οικονομικό χώρο. Οι διαφορές όσον αφορά το βιοτικό επίπεδο και την απασχόληση είναι τεράστιες. Το 1995, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε ΜΑΔ) ανήλθε σε 165-190 % του κοινοτικού μέσου όρου στις πέντε πιο αναπτυγμένες περιφέρειες και σε 43-50 % στις πιο ασθενείς. Το ύψος της ανεργίας υπολογιζόταν το 1995 σε περίπου 30 % στις δέκα πιο ασθενείς περιοχές και σε 4 % στις πιο αναπτυγμένες. Και στο εσωτερικό των κρατών μελών και των περιφερειών, οι ανισότητες είναι σημαντικές: οι διαφορές όσον αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ των περιφερειών π.χ. στα μεγάλα κράτη μέλη όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία έφθαναν το 1995 έως και 100 %, στην Ισπανία σχεδόν 75 % και στη Γερμανία προσέγγιζαν μάλιστα το 200 %.

2.4. Για το λόγο αυτό, βασικό καθήκον των περιφερειών και των κρατών μελών είναι να μεριμνούν για την οικονομική και κοινωνική συνοχή στο εσωτερικό των περιφερειών και των κρατών μελών, μέσω της διάθεσης κρατικών ενισχύσεων. Προς το σκοπό αυτό, πρέπει να διατεθούν επαρκή περιθώρια χειρισμών σε σχέση με τον ευρωπαϊκό έλεγχο των ενισχύσεων. Σε τελική ανάλυση, είναι ένα θέμα ισορροπίας μεταξύ του ανταγωνισμού και της περιφερειακής πολιτικής.

2.5. Για να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας στο σύνολό της, χρειάζεται να βελτιωθούν σε όλες τις περιφέρειες οι προϋποθέσεις για μια επιτυχημένη οικονομική ανάπτυξη. Όλες οι περιφέρειες πρέπει να ενισχύσουν τη θέση τους - όχι μόνο οι πιο μειονεκτικές - έστω και αν ορισμένες είναι πιο αναπτυγμένες από άλλες. Συνεπώς, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο χρειάζεται να εφαρμοσθεί μια κατάλληλη οικονομική πολιτική, η οποία θα προσαρμοσθεί στις συνθήκες ανάπτυξης που επικρατούν στις προς ενίσχυση περιοχές, να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι στόχοι και να ληφθούν υπόψη τα διαφορετικά σημεία αφετηρίας κατά τη σχετική διαδικασία. Στις αναπτυγμένες περιφέρειες της ΕΕ, στόχος της περιφερειακής και τοπικής πολιτικής πρέπει να είναι η διατήρηση των προϋποθέσεων για την ανταγωνιστικότητα. Αντίθετα, στις μειονεκτούσες περιφέρειες, κύριος στόχος είναι η κάλυψη των ελλείψεων από την άποψη των υποδομών και των διαρθρώσεων, οι οποίες παρεμποδίζουν την ανάπτυξη 7 εξάλλου, στις εν λόγω περιφέρειες, πρέπει να εξασφαλισθούν ευνοϊκές συνθήκες για τις τοπικές επιχειρήσεις, ώστε οι τελευταίες να θέσουν τέρμα στη γενική κακή διαχείριση.

2.6. Η ευρωπαϊκή πολιτική ενισχύσεων δεν πρέπει να αποσκοπεί μόνο σε μια εναρμόνιση του οικονομικού επιπέδου με τον κοινοτικό μέσο όρο, αλλά επίσης σε μια άνοδο του συνολικού επιπέδου. Διαφορετικά, υπονομεύεται η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης στις διεθνείς αγορές.

2.7. Ιδίως για την υποστήριξη της ανταγωνιστικότητας ολόκληρης της Ευρώπης στις διεθνείς αγορές, η ευρωπαϊκή πολιτική ενισχύσεων πρέπει, ταυτόχρονα, να αποσκοπεί αφενός στην εναρμόνιση του οικονομικού επιπέδου των πλέον μειονεκτικών και περιφερειακών περιοχών με τον κοινοτικό μέσο όρο και αφετέρου στην υποστήριξη της αυτοπροωθούμενης οικονομικής δύναμης των ισχυρών από οικονομική άποψη περιοχών. Οι ευρωπαϊκές περιφερειακές και τοπικές αρχές και η Επιτροπή των Περιφερειών έχουν επίγνωση του γεγονότος ότι η ανταγωνιστικότητα στις διεθνείς αγορές δεν θα είναι επαρκής και η θέση των κοινοτικών οργάνων δεν θα είναι πραγματικά ισχυρή αν το τελικό αποτέλεσμα των πολιτικών που εφαρμόζουν η ΕΕ, τα κράτη μέλη και οι περιφέρειες στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα είναι μια περαιτέρω αύξηση των αναπτυξιακών διαφορών μεταξύ των αναπτυγμένων και μειονεκτουσών περιφερειών.

2.8. Η Επιτροπή των Περιφερειών θεωρεί εξαιρετικά σημαντική τη δήλωση ότι οι ενισχύσεις περιφερειακής σκοπιμότητας δεν προορίζονται για την ενίσχυση παρακμαζουσών βιομηχανιών ή τη διατήρηση μη αποδοτικών επιχειρήσεων. Οι περιφερειακές ενισχύσεις εξυπηρετούν την ανάπτυξη του οικονομικού δυναμικού των περιφερειών. Είναι προσανατολισμένες προς τομείς του μέλλοντος, την προώθηση της καινοτομίας, την επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταβολών και την τόνωση της ανταγωνιστικότητας σε διεθνή κλίμακα. Ακόμη και οι ενισχύσεις προς επιχειρήσεις είναι επενδύσεις στο μέλλον.

2.9. Από τη φύση της, η ευρωπαϊκή διαρθρωτική πολιτική αποβλέπει στην εξάλειψη των αναπτυξιακών διαφορών στο επίπεδο της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς. Αντίθετα, η εθνική και περιφερειακή υποστήριξη προσανατολίζεται στην εξασφάλιση ίσων ευκαιριών στους κόλπους των κρατών μελών και των περιφερειών. Κρίνεται ότι το πλαίσιο για την οριοθέτηση του νέου χάρτη ζωνών που λαμβάνουν ενίσχυση πρέπει να είναι το πλαίσιο των περιφερειακών ανισοτήτων σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Ωστόσο, σ'αυτό το πλαίσιο αναφοράς, θεωρείται ευνοϊκό να αφήσει η Επιτροπή στο κριτήριο των κρατών μελών την επιλογή των περιοχών που μπορούν να τύχουν επιδότησης ως ένα προσδιορισμένο ανώτατο όριο κάλυψης. Κατά τον έλεγχο των ενισχύσεων επιβάλλεται να αναγνωρισθεί ότι η υποστήριξη σε εθνική και περιφερειακή κλίμακα εξυπηρετεί κατά πρώτο λόγο σκοπούς εθνικής και περιφερειακής συνοχής, χωρίς να παραγνωρίζεται η ίδια η ευρωπαϊκή συνοχή.

2.10. Η πρακτική εμπειρία των πολιτικών καταδεικνύει ότι οι πολίτες μειονεκτουσών περιοχών ταυτίζονται κατά πρώτο λόγο με μέρη των περιφερειών ή του κράτους τους και όχι με άλλες ευρωπαϊκές περιοχές. Ως πολιτικό σώμα που εκπροσωπεί περιφερειακές και τοπικές ευθύνες η ΕΤΠ έχει την φροντίδα να διασφαλίσει ότι οι καταστάσεις που προκύπτουν ως συνέπεια του ελέγχου των ενισχύσεων εξηγούνται σαφώς στις επιχειρήσεις και τους πολίτες. Δεν επιτρέπεται να μην συνεκτιμάται αυτή η παράμετρος κατά την θέσπιση των κριτηρίων εκτίμησης των εθνικών και περιφερειακών ενισχύσεων. Γενικά η δημιουργία της Ενιαίας Αγοράς και ο θεμιτός ανταγωνισμός επέφεραν αύξηση της ευημερίας στην ΕΕ. Τα οφέλη δεν είναι πάντα ορατά στους πολίτες και όχι όλοι επωφελούνται εξίσου από τις ευκαιρίες της Ενιαίας Αγοράς. Πάντως όταν θεσπίζονται κριτήρια για την εκτίμηση εθνικών και περιφερειακών ενισχύσεων επιβάλλεται να λαμβάνεται υπόψη το γενικό όφελος της πολιτικής.

2.11. Η δυνατότητα των περιφερειών να εντείνουν με ίδια μέσα την εκμετάλλευση αναπτυξιακών ευκαιριών δεν αποτελεί μόνο οικονομική ανάγκη. Είναι, επιπλέον, αναγκαία για την αυτοκατανόηση μιας περιφέρειας, τη συνειδητοποίηση της ευθύνης της και - σε εσωτερικές, κρατικές περιστάσεις - της αυτονομίας της.

2.12. Η Επιτροπή των Περιφερειών υπογραμμίζει τη σημασία που προσλαμβάνει η διαδικασία σε σχέση με την έγκριση των ενισχύσεων για τα μέτρα που λαμβάνουν οι περιφερειακές και τοπικές αρχές στον τομέα της οικονομικής πολιτικής. Ως εκ τούτου, η διαδικασία που σχετίζεται με τις ενισχύσεις χρειάζεται να είναι αποτελεσματική, μη γραφειοκρατική και διαμορφωμένη κατά τρόπο που να είναι δυνατό να ολοκληρωθεί το ταχύτερο δυνατό.

3. Οι προτάσεις για μεταρρυθμίσεις περιορίζουν το περιθώριο χειρισμών των περιφερειών και των ΟΤΑ

3.1. Η Επιτροπή των Περιφερειών διαπιστώνει ότι οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενδέχεται να τροποποιήσουν την ισορροπία μεταξύ της περιφερειακής πολιτικής και του ανταγωνισμού εις βάρος της πρώτης. Κατά την άποψη της Επιτροπής των Περιφερειών, με τις προτάσεις αυτές, πρέπει να διατηρηθεί η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ της περιφερειακής πολιτικής και του ανταγωνισμού και όσον αφορά το διαδικαστικό κανονισμό θα πρέπει να συντομευθεί η προθεσμία για τις αποφάσεις που σχετίζονται με τις ενισχύσεις, στις περιπτώσεις που αυτό είναι δυνατό.

3.2. Η Επιτροπή των Περιφερειών επικροτεί κατ'αρχήν την πρόθεση της Επιτροπής να αυξήσει τη διαφάνεια και τη νομική ασφάλεια της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 93 της Συνθήκης ΕΚ, μέσω της θέσπισης μιας νομικής βάσης με τη μορφή ενός κανονισμού ΕΚ. Ο διαδικαστικός κανονισμός καθιστά τη διαδικασία που σχετίζεται με τις ενισχύσεις πιο σαφή για όλους τους ενδιαφερόμενους.

3.3. Πάντως, ο κανονισμός πρέπει να περιορισθεί στα βασικά σημεία για την εξοικονόμηση προτύπων και τη διατήρηση της απορρύθμισης. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών, το πεδίο εφαρμογής και η διεξοδικότητα του κανονισμού υπερβαίνουν τα όρια. Εξάλλου, τα καθήκοντα εκτέλεσης πρέπει να καθορίζονται με βάση το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Από την άποψη της διοικητικής διαδικασίας και του δικονομικού δικαίου δεν απαιτείται η θέσπιση κοινοτικής νομοθεσίας.

3.4. Η δίμηνη προθεσμία που προτείνει η Επιτροπή για τη λήψη απόφασης σχετικά με την έγκριση των ενισχύσεων επιβραδύνει χωρίς λόγο ορισμένες διαδικασίες, για τις οποίες, οι προθεσμίες που προβλέπονται σήμερα είναι σύντομες. Επιπλέον, δυσχεραίνεται ο μηχανισμός της έγκρισης μέσω της αποσιώπησης της οποίας απολαμβάναμε μέχρι τώρα. Για τις αποφάσεις που λαμβάνει η Επιτροπή κατά τη διαδικασία της προκαταρκτικής εξέτασης πρέπει να τηρείται η προθεσμία βάσει της σημερινής αποκαλούμενης «επιταχυμένης διαδικασίας», η οποία ολοκληρώνεται εντός 20 εργάσιμων ημερών, και όχι η δίμηνη προθεσμία που προτείνει η Επιτροπή. Για να διασφαλισθεί η διατήρηση της περιφερειακής οικονομικής υποδομής μέσω δημόσιων ενισχύσεων που χορηγούνται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, και ειδικά με ειδικά μέτρα ενίσχυσης που γνωστοποιούνται ανά περίπτωση, η απόφαση λαμβάνεται και υλοποιείται, ταχέως άλλως υπάρχει κίνδυνος να ζημιωθεί η τοπική οικονομία και να υπάρξει αβεβαιότητα ως προς τις πρωτοβουλίες επενδύσεων ή καινοτομίας.

3.5. Κατά τη γνώμη της ΕΤΠ, η πρόβλεψη της δυνατότητας για την Επιτροπή να ανακαλεί προσωρινά ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί χωρίς την επίσημη έγκρισή της, μέχρι να εξακριβωθεί οριστικά η νομιμότητά τους, δεν είναι σκόπιμη. Η επιστροφή του ποσού από το δικαιούχο της ενίσχυσης είναι δυνατό να επιβληθεί μόνο αν η εν λόγω ενίσχυση είναι πράγματι παράνομη, αλλά όχι επειδή υπάρχουν ελλείψεις από τυπική άποψη.

3.6. Η Επιτροπή των Περιφερειών αντιτίθεται στην πρόταση, σύμφωνα με την οποία, τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία δεν θα έχουν πλέον ανασταλτικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για κάτι που αφορά τις εθνικές διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες δεν πρέπει να εναρμονισθούν σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Η άρση της ανασταλτικής επιρροής της εθνικής νομοθεσίας στον τομέα αποτελεί υπέρμετρη παρέμβαση στο παραδοσιακό σύστημα προστασίας των κρατών μελών και, σε ορισμένα από αυτά, είναι αδύνατο να συμβιβασθεί με το νομικό τους σύστημα. Η ρύθμιση αυτή είναι ουσιαστικά περιττή, λόγω της απώλειας του οικονομικού πλεονεκτήματος από την υποχρεωτική επιβολή τόκων, ως αποτέλεσμα της ανάκτησης.

3.7. Βάσει της πρότασής της, η Επιτροπή διεκδικεί το δικαίωμα να εισέρχεται σε εγκαταστάσεις, γήπεδα και κτίρια επιχειρήσεων, να απαιτεί επιτόπου εξηγήσεις και να εξετάζει έγγραφά τους, προκειμένου να εξακριβώσει επιτόπου την εκτέλεση των αποφάσεων που σχετίζονται με τις ενισχύσεις. Οι εθνικές αρχές μπορούν να παράσχουν τη συνδρομή τους μόνο εφόσον το ζητήσει η Επιτροπή. Η συνδρομή αυτή έχει όμως διοικητικό χαρακτήρα.

3.8. Η ΕΤΠ θεωρεί ότι είναι αναγκαία η τήρηση του τομέα αρμοδιοτήτων που υφίσταται μεταξύ Επιτροπής, κράτους μέλους και περιφερειών κατά τον έλεγχο της Επιτροπής και με σεβασμό της αρχής της επικουρικότητας

3.9. Τα υπό διεκδίκηση δικαιώματα μπορεί να είναι αντίθετα προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύουν τα εθνικά συντάγματα. Δεν είναι δεκτό να εκχωρείται στην Επιτροπή ένα αυτόνομο δικαίωμα ελέγχου, το οποίο παρέχεται στις εθνικές αρχές μόνο μετά από απόφαση του δικαστή. Τούτο δεν θα ήταν ουδόλως κατανοητό για τους ενδιαφερόμενους πολίτες.

3.10. Σχετικά η πρόταση της Επιτροπής συνεπάγεται μία έμμεση αρμοδιότητα υπέρ του οργάνου αυτού, που ενώ θα ήταν δυνατό να στηριχθεί στην καθιερωμένη αρχή της συνεργασίας των κρατών μελών θα όφειλε να σέβεται τους εσωτερικούς κανόνες και τη διαδικασία που έχει καθιερωθεί σε κάθε κράτος όσον αφορά το απαραβίαστο της κατοικίας των νομικών προσώπων.

3.11. Η ΕΤΠ θεωρεί απαράδεκτη την απαίτηση για την κατάρτιση εκθέσεων επί των ενισχύσεων για τις οποίες δεν υπάρχει ανάγκη έγκρισης και προτείνει ένα μεγαλύτερο περιθώριο χειρισμών για τις ενισχύσεις αυτές σύμφωνα με τον κανόνα de minimis και για τις ενισχύσεις μετατροπής των επιχειρήσεων.

3.12. Η Επιτροπή των Περιφερειών επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής, κατά τον προσδιορισμό των προσανατολισμών για τις περιφερειακές ενισχύσεις, να αφήσει μελλοντικά στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών την επιλογή των επιλέξιμων για ενίσχυση περιοχών, εντός ενός ορισμένου ανώτατου ορίου, σε συμφωνία με την αρχή της επικουρικότητας. Τα κράτη μέλη και οι περιφερειακές και τοπικές αρχές τους είναι οι πιο ικανοί κριτές όσον αφορά τον προσδιορισμό των περιοχών, στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, που θα τύχουν υποστήριξης μέσω εθνικών πόρων. Οι περιφερειακές και τοπικές αρχές που χορηγούν νόμιμες οικονομικές ενισχύσεις πρέπει λοιπόν να συμμετέχουν ενεργά στην κατάρτιση του χάρτη των ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα

3.13. Αντιθέτως, η Επιτροπή των Περιφερειών θεωρεί τον περαιτέρω περιορισμό του φάσματος επιλέξιμων περιοχών ως εσφαλμένο. Τα αποκαλούμενα στάδια προσαρμογής που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για τον καθορισμό των περιοχών ενίσχυσης στις διάφορες περιφέρειες δεν είναι διαφανή και, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, οδηγούν σε αποτελέσματα που δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. Επιπλέον, η Επιτροπή των Περιφερειών πιστεύει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος που να καθιστά απαραίτητη μια περαιτέρω μείωση των περιφερειακών ενισχύσεων. Αντίθετα, το υψηλό ποσοστό ανεργίας στην ΕΕ και η κάμψη της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας καθιστούν αναγκαία μια έντονη δέσμευση εκ μέρους των κρατών μελών και περιφερειών για την κάλυψη των διαρθρωτικών ελλειμμάτων. Η μείωση της περιφερειακής υποστήριξης δεν συμβαδίζει με το στόχο της καταπολέμησης της ανεργίας ανά την Ευρώπη.

3.14. Μία περαιτέρω μείωση των δυνατοτήτων χειρισμού των περιφερειών στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, ακριβώς αυτή τη στιγμή, θα μεταδώσει ένα εσφαλμένο μήνυμα στις μειονεκτικές περιφέρειες, κοινότητες και δήμους που καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την ανάπτυξη του περιφερειακού δυναμικού της οικονομίας τους. Η ΕΤΠ θεωρεί ότι στο μέλλον οι περιφέρειες πρέπει να συνεχίσουν να καθορίζουν βασικές οικονομικές προτεραιότητες.

3.15. Με τις διαδοχικές μειώσεις των ενισχύσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη εξελίξεις που θα επηρεάσουν έντονα τις περιφερειακές ενισχύσεις:

- Ο περιορισμός του φάσματος περιφερειών προς ενίσχυση από την ΕΕ μειώνει αισθητά τις δυνατότητες ενίσχυσης. Επιδοκιμάζεται η προσπάθεια για όσο το δυνατόν περισσότερη συνάφεια μεταξύ της πολιτικής ανταγωνισμού και της διαρθρωτικής πολιτικής. Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών στόχων, η επιδιωκόμενη συνάφεια δεν πρέπει - και δεν μπορεί - να είναι απόλυτη. Οι υφιστάμενες περιφερειακές διαφορές στο εσωτερικό της ΕΕ και στο εσωτερικό των κρατών μελών απαιτούν τον κατάλληλο βαθμό ευελιξίας.

- Οι διαρθρωτικές μεταβολές στην Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργούν νέα δίκτυα για ορισμένες περιφέρειες. Για παράδειγμα, οι περιφέρειες στα σύνορα με τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που είναι υποψήφια για ένταξη στην ΕΕ, αντιμετωπίζουν τεράστιες προκλήσεις. Σε σχέση με τον τοπικό ανταγωνισμό, σε περίπτωση της ένταξης των εν λόγω κρατών, μπορεί να ανταγωνίζονται περιοχές, στις οποίες το επίπεδο των μισθών καλύπτει μόνο ένα μέρος του κοινοτικού μέσου όρου, και των οποίων τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά πρότυπα είναι λιγότερο αυστηρά από εκείνα που εφαρμόζει η ΕΕ. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις υποψήφιες για ένταξη χώρες αντιπροσωπεύει μόνο ένα τρίτο του κοινοτικού μέσου όρου. Θα παρατηρηθεί μια εισροή ενισχύσεων επειδή οι υποψήφιες περιφέρειες θα χαρακτηρισθούν εξ ολοκλήρου ως περιφέρειες του στόχου 1. Ως εκ τούτου, στις περιφέρειες αυτές, καθώς και σε πολλές άλλες περιφέρειες της ΕΕ, είναι αναγκαία η υποστήριξη των διαρθρωτικών μεταβολών μέσω εθνικών και περιφερειακών ενισχύσεων.

- Τούτο ισχύει για τις εθνικές και περιφερειακές ενισχύσεις υπέρ ορισμένων ζωνών που υπόκεινται στα γεωγραφικά και δημογραφικά τους χαρακτηριστικά (ορεινότητα, νησιώτικος χαρακτήρας) όπως οι ορεινές περιοχές, τα νησιά, οι παραμεθόριες περιφέρειες και οι περιοχές με ολιγάριθμο πληθυσμό. Οι ζώνες αυτές απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή την οποία μπορούν να δώσουν, καταρχάς, οι απευθείας υπεύθυνες αρχές και μόνο, σε δευτερεύοντα βαθμό, τα ενιαία συστήματα.

- Τέλος το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο, με την προσχώρηση των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, ο αριθμός των επιλέξιμων για ενίσχυση περιφερειών θα αυξηθεί, δεν καθιστά απαραίτητη τη μείωση του φάσματος των προς ενίσχυση περιφερειών σε εθνική κλίμακα. Η βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής σε εθνική και περιφερειακή κλίμακα δεν έχει σχέση με την ανάγκη για μια παρόμοια βελτίωση στις υποψήφιες για ένταξη χώρες.

3.16. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή των Περιφερειών αντιτίθεται έντονα στον περιορισμό του φάσματος των επιλέξιμων για περιφερειακή ενίσχυση περιοχών εθνικού χαρακτήρα και τονίζει ότι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ανισότητες μεταξύ των περιφερειών. Ταυτόχρονα αναγνωρίζει την ανάγκη ορίων για εθνική ενίσχυση και ενίσχυση που συμφωνείται σε κοινοτική κλίμακα και υποστηρίζει μία ισοζυγισμένη κοινοτική στάση στο θέμα αυτό.

3.17. Σύμφωνα με τη γνώμη για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς τα Κράτη Μέλη σχετικά με την περιφερειακή πολιτική και την πολιτική ανταγωνισμού: για την ενίσχυση της συγκέντρωσης και της συνεκτικότητας τους», η ΕΤΠ επισημαίνει ότι η ΕΕ και τα μέσα υποστήριξής της έχουν μερικές φορές διαφορετικούς στόχους από δραστηριότητες που επιδιώκονται σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Είναι συνεπώς, σκόπιμο, σε μερικές περιοχές να χρησιμοποιούνται διαφορετικά μέσα.

3.18. Ο κανόνας της συνεκτικότητας έχει ως έμμεση συνέπεια τη χορήγηση εθνικών ενισχύσεων σε περιοχές που πληρούν τα κριτήρια των διαρθρωτικών ταμείων. Αν ένα κράτος μέλος θέλει να επωφεληθεί από τους κοινοτικούς πόρους, πρέπει να επιλέξει τις περιοχές που θα ενισχύσει, μέσω εθνικών κονδυλίων, σε μια περιφέρεια που πληροί επίσης τα διαρθρωτικά κριτήρια. Πράγματι, η Επιτροπή παρέχει υποστήριξη μόνο στις περιοχές στις οποίες χορηγούνται εθνικοί πόροι. Σε τελική ανάλυση, βάσει των κριτηρίων για την παροχή διαρθρωτικής υποστήριξης, προσδιορίζονται και οι περιοχές που λαμβάνουν εθνική βοήθεια. Τούτο είναι σαφώς αντίθετο με την αρχή της επικουρικότητας και τον έγκριτο στόχο των νέων προσανατολισμών, βάσει του οποίου τα ίδια τα κράτη μέλη επιλέγουν τις προς ενίσχυση περιφέρειες.

3.19. Εκ πρώτης όψεως, η ικανοποίηση της απαίτησης για συνεκτικότητα δεν φαίνεται να παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες. Μια απλή σύγκριση των στοιχείων για την ΕΕ στο σύνολό της καταδεικνύει ότι στο 46,7 % των περιφερειών χορηγούνται εθνικοί πόροι και στο 35-40 % πραγματοποιούνται διαρθρωτικές επενδύσεις. Ωστόσο, από περιφερειακή άποψη, υπάρχουν μεγάλες διαφορές. Έτσι σε πολλές, ιδίως αγροτικές, περιφέρειες, η έκταση των περιοχών που είναι επιλέξιμες για διαρθρωτική ενίσχυση είναι περισσότερο από διπλάσια σε σχέση με εκείνη που καλύπτουν οι περιοχές που δέχονται εθνική υποστήριξη. Λόγω της απαίτησης για συνεκτικότητα, οι περιοχές αυτές χρειάζεται να εξαιρεθούν πλήρως από τη διαρθρωτική ενίσχυση, χωρίς να είναι καν αναγκαία η προηγούμενη εξέταση των σχετικών κριτηρίων.

3.20. Συνεπώς, η ΕΤΠ εκτιμά ότι η συνεκτικότητα που επιδιώκει η Επιτροπή καθιστά απαραίτητο τον προσδιορισμό μιας επαρκώς μεγάλης εθνικής περιοχής, που θα είναι επιλέξιμη για ενίσχυση. Εξάλλου, το περιθώριο του 2 % για τις περιφέρειες που δεν πληρούν το κριτήριο της συνεκτικότητας χρειάζεται σαφώς να αυξηθεί.

4. Συμπεράσματα

Η ΕΤΠ τονίζει την ανάγκη ενός αποτελεσματικού συστήματος για τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων στην ενιαία αγορά και υποδέχεται ευνοϊκά τα σχέδια της Επιτροπής για μεγαλύτερη διαφάνεια και νομική ασφάλεια στη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 93 ΣΕΚ μέσω της θέσπισης ενός κοινοτικού κανονισμού ως βάση. Πάντως, η ΕΤΠ:

1) Διαβλέπει ότι οι προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του ελέγχου των ενισχύσεων ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ισορροπία μεταξύ περιφερειακής πολιτικής και ανταγωνισμού. Η ΕΤΠ φρονεί ότι η εν λόγω ισορροπία είναι απαραίτητη προκειμένου να ανεβεί το επίπεδο της απασχόλησης και να προωθηθεί η ανταγωνιστικότητα. Ο διαδικαστικός κανονισμός πρέπει να διατυπωθεί με τρόπο ευθύ, διαφανή και αποτελεσματικό, προκειμένου να επιτευχθούν οι εν λόγω στόχοι.

2) Θεωρεί ότι ο προτεινόμενος κανονισμός προχωρεί πολύ όσον αφορά την έκταση και τη λεπτομέρεια. Για να υπάρξει μεγαλύτερη νομική βεβαιότητα η Επιτροπή δεν μπορεί να υπερβεί τις αρμοδιότητες που έχουν ρητώς ανατεθεί.

3) Θεωρεί ένα δικαίωμα έρευνας της Επιτροπής, που υπερβαίνει τις αντίστοιχες εθνικές αρμοδιότητες, εν όψει της σύγκρουσης με πιο ευαίσθητα θεμελιώδη δικαιώματα ως απαράδεκτο.

4) Θεωρεί ότι η δίμηνη προθεσμία που προτείνει η Επιτροπή για τις αποφάσεις έγκρισης ενισχύσεων αποτελεί - σε ορισμένες περιπτώσεις όπου μέχρι τούδε εφαρμόζονταν συντομότερες προθεσμίες - κίνητρο για αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

5) Θεωρεί ακατάλληλο το σχέδιο βάσει του οποίου η Επιτροπή θα είναι αρμόδια να απαιτεί την πρόσκαιρη ανάκτηση ενισχύσεων που χορηγήθηκαν χωρίς τοπική άδεια μέχρις ότου η νομιμότητά τους διευκρινισθεί με τρόπο σαφή.

6) Αντιτίθεται στην πρόταση βάσει της οποίας αγωγές (ενστάσεις) που ασκούνται βάσει του εθνικού δικαίου κατά της απόφασης της ενίσχυσης δεν έχουν πλέον ανασταλτικό αποτέλεσμα. Πρόκειται για πεδίο που καλύπτεται από εθνικές διοικητικές διαδικασίες που δεν επιτρέπεται να εναρμονισθούν σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

7) Θεωρεί αναγκαίο:

- να καταργηθεί η υποχρέωση της συνεκτίμησης των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν με βάση των κανόνα de-minimis στα πλαίσια της τριετούς περιόδου και να αυξηθεί ο δείκτης υποστήριξης που δεν απαιτεί γνωστοποίηση σύμφωνα με τον κανόνα de minimis 7

- να υπάρξει μεγαλύτερη έκταση για ασφάλεια και ενίσχυση διάσωσης και αναδιάρθρωσης.

8) Επιδοκιμάζει την πρόθεση της Επιτροπής να αφήσει κατά τις οδηγίες για τις περιφερειακές ενισχύσεις την επιλογή των υπό ενίσχυση τομέων στο μέλλον στα κράτη μέλη βάσει ορισμένου ανώτατου ορίου 7 αμφιβάλλει όμως για την ανάγκη μίας περαιτέρω μείωσης του φάσματος των τομέων, διότι οι οικονομικές ανισότητες στα κράτη μέλη και στις περιφέρειες κατά τα τελευταία έτη δεν υποχωρούν, αλλά ανέρχονται 7 και τονίζει τη δυνατότητα μίας ενίσχυσης των στατιστικά αδύνατων κοινοτικών περιφερειών με εθνικούς ή περιφερειακούς πόρους.

9) Συμφωνεί ότι πρέπει να παραμείνει η δυνατότητα για κοινοτική ενίσχυση των περιφερειών η οποία δεν διατυπώνεται στους κατ'ιδίαν κρατικούς καταλόγους για εθνική ενίσχυση, και επαναλαμβάνει την υποστήριξή της για την πρόταση βάσει της οποίας περιφέρειες, που πρόσφατα καλύπτονται από τα άρθρα 92(3)(α) και 92(3)(γ), που δεν είναι πλέον επιδεκτικές εθνικής ενίσχυσης, θα είναι σε θέση να λαμβάνουν «μεταβατική» κρατική βοήθεια. Έναντι των μεταβατικών ρυθμίσεων που ισχύουν για τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ πρέπει, σε συμφωνία με την επιθυμία που εξέφρασε η Επιτροπή όσον αφορά τη συνοχή, να θεσπιστούν μεταβατικές ρυθμίσεις για τις ενισχύσεις στα κράτη μέλη. Οι περιφέρειες που εξαιρούνται του πεδίου που καλύπτεται από το άρθρο 92 ΙΙΙα πρέπει να προστεθούν στα εθνικά, ανώτατα πληθυσμιακά όρια και να μην οδηγήσουν σε καμία περίπτωση σε περαιτέρω μείωση των -σύμφωνα με τις προτάσεις της Επιτροπής- ήδη περιορισμένων ορίων που ισχύουν για κάθε κράτος μέλος.

10) Υποστηρίζει την Επιτροπή και την πρότασή της, σύμφωνα με την επικουρικότητα, περί αποφυγής της έλλειψης συνοχής, δηλαδή εκεί όπου ζώνες, που εκπληρώνουν τα κριτήρια για να αποτελούν επιδοτούμενες περιοχές εις βάρος των Διαρθρωτικών Ταμείων, αποκλείονται εκ των προτέρων από τα σχέδια με περιφερειακούς στόχους.

11) Τονίζει ότι το περιθώριο (2 %) του ανώτατου ορίου του πληθυσμού που προτείνει η Επιτροπή για επικαλύψεις μεταξύ τομέων που ενισχύονται από την ΕΕ και τις εθνικές αρχές πρέπει να αυξηθεί αισθητά.

Βρυξέλλες, 14 Ιανουαρίου 1999.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής των Περιφερειών

Manfred DAMMEYER

() ΕΕ C 116 της 16.4.1998, σ. 13.

() ΕΕ C 51 της 22.2.1999, σ. 16.