51998AC1154

Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ)»

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 407 της 28/12/1998 σ. 0210


Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ)» () (98/C 407/35)

Στις 4 Ιουνίου 1998, και σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 198 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το τμήμα γεωργίας και αλιείας, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΟΚΕ, επεξεργάσθηκε τη γνωμοδότησή του στις 9 Ιουλίου 1998, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. Kienle.

Κατά την 357η σύνοδο ολομέλειας της 9ης και 10ης Σεπτεμβρίου 1998 (συνεδρίαση της 9ης Σεπτεμβρίου), η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 72 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 5 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1. Η ύπαιθρος ως χώρος εγκατάστασης της γεωργικής δραστηριότητας

1.1. Αν, ως κριτήριο για τον προσδιορισμό της «υπαίθρου», γίνει δεκτή μία πυκνότητα πληθυσμού χαμηλότερη από 100 κατοίκους/km2, τότε, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 17,5 % του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζει σήμερα στην ύπαιθρο, η οποία, με τη σειρά της, αποτελεί περίπου 80 % της συνολικής έκτασης.

1.2. Σήμερα, ο τομέας της γεωργίας αντιπροσωπεύει ακόμη περίπου 5 % του συνόλου των θέσεων απασχόλησης στην ΕΕ. Ο αριθμός των γεωργικών εκμεταλλεύσεων ανέρχεται σε 7 εκατ. και 14 εκατ. άτομα εργάζονται στο σχετικό τομέα, υπό το καθεστώς της πλήρους ή της μερικής απασχόλησης. Οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις είναι συχνά εγκατεστημένες σε περιφέρειες όπου το ποσοστό ανεργίας είναι σχετικά υψηλό και υπάρχει υποαπασχόληση.

1.3. Ο γεωργικός τομέας δεν αποτελεί πλέον, αποκλειστικά και σε όλες τις αγροτικές περιοχές, την κύρια πηγή εσόδων, όπως στο παρελθόν. Πάντως, στις περισσότερες από αυτές τις περιοχές, η γεωργία αποτελεί την εστία για τη δημιουργία αξίας και θέσεων απασχόλησης, τόσο για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις και οικογένειες, όσο και για τους συνεργάτες τους, για τις δραστηριότητες που προηγούνται του παραγωγικού σταδίου και αποσκοπούν στη διάθεση μέσων για τη γεωργική παραγωγή, καθώς και για τις δραστηριότητες που έπονται του παραγωγικού σταδίου και συνίστανται στην επεξεργασία και την προώθηση στην αγορά γεωργικών προϊόντων 7 τέλος, στην ύπαιθρο, πολυάριθμες θέσεις απασχόλησης στον τομέα των υπηρεσιών εξαρτώνται κυρίως από τη διατήρηση της γεωργικής δραστηριότητας. Για κάθε θέση απασχόλησης στον τομέα της γεωργίας υπολογίζεται ότι υπάρχουν τέσσερις επιπλέον θέσεις εργασίας στους τομείς που προηγούνται και έπονται της γεωργικής δραστηριότητας, εκ των οποίων, οι περισσότερες βρίσκονται στις αγροτικές περιοχές.

1.4. Οι γεωργοί της ΕΕ των 15 συγκαταλέγονται μεταξύ των μεγαλύτερων παραγωγών τροφίμων στον κόσμο και είναι επίσης οι σημαντικότεροι εισαγωγείς αλλά και εξαγωγείς στο σχετικό τομέα. Παρά τις διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες για πολλά χρόνια προσέγγιζαν ετησίως το 3 % ανά την ΕΕ και, πρόσφατα, έχουν σαφώς επιταχυνθεί, οι μέσες γεωργικές εκμεταλλεύσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση (αν και υπάρχουν τεράστιες διαφορές από την άποψη του μεγέθους), των οποίων το μέγεθος ανέρχεται σε 17,5 εκτάρια, είναι κατά πολύ μικρότερες από εκείνες των ανταγωνιστών τους, π.χ. στη Βόρειο και στη Νότιο Αμερική ή στην Αυστραλία. Το πλεονέκτημα για τη γεωργία της ΕΕ είναι οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, των οποίων το έδαφος είναι εξαιρετικής ποιότητας, και οι καιρικές συνθήκες. Ωστόσο, περισσότερο από το ήμισυ των καλλιεργήσιμων γεωργικών εκτάσεων θεωρείται ως «μειονεκτικό» (παρουσιάζει, δηλαδή, μόνιμα φυσικά μειονεκτήματα).

2. Το «ευρωπαϊκό πρότυπο» της γεωργίας

2.1. Η γεωργία στην ΕΕ των 15 έχει εξαιρετικά ποικιλόμορφο χαρακτήρα από την άποψη της γεωγραφίας, του πολιτισμού, της ιστορίας της και της μαγειρικής και διαφυλάσσει πολλές παραδόσεις. Ως εκ τούτου, κανένα κράτος της ΕΕ δεν μειώνει το ρόλο της σε αυτό του «παραγωγού» και του οικονομικού παράγοντα. Πολύ περισσότερο, τα σχετικά κράτη αναγνωρίζουν ότι η γεωργία διασφαλίζει μία πολύπτυχη λειτουργία, ιδίως στον οικονομικό, τον περιβαλλοντικό και τον κοινωνικό τομέα, και, ειδικότερα, μέσω της διατήρησης ενός ελάχιστου ποσοστού του πληθυσμού στις αγροτικές περιοχές.

2.2. Κατά τη χάραξη της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, η ΕΕ προσπαθεί να λαμβάνει υπόψη τους ανωτέρω παράγοντες. Παλαιότερα, είχαν ιδίως δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό μηχανισμοί στήριξης της αγοράς και των τιμών, καθώς και η κοινοτική προτίμηση. Αργότερα, δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή και σε άλλους τομείς, όπως η ενίσχυση των γεωργικών διαρθρώσεων, οι αντισταθμιστικές αποζημιώσεις για τις μειονεκτούσες, από φυσική άποψη, περιοχές και τα συνοδευτικά μέτρα. Ύστερα από τη γεωργική μεταρρύθμιση του 1992, η χρηματική υποστήριξη ενισχύθηκε με τη μορφή άμεσων πληρωμών, ενώ η κοινοτική προτίμηση (η προστασία έναντι τρίτων χωρών) περιορίσθηκε αισθητά (σχετικά βλ. τις αποφάσεις που ελήφθησαν κατά το Γύρο της Ουρουγουάης της ΔΑΣΕ).

2.3. Πρόσφατα, ο πολύπτυχος ρόλος της ευρωπαϊκής γεωργίας αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερα έντονων συζητήσεων, π.χ. στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής αλλά και των γεωργικών οργανώσεων. Τούτο οφείλεται στις ακόλουθες, εν μέρει αντιφατικές, προκλήσεις:

- αφενός, ασκείται έντονη πίεση, σε διεθνή κλίμακα, για μία σημαντικότερη φιλελευθεροποίηση του εμπορίου, συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου γεωργικών προϊόντων 7

- αφετέρου, στην ΕΕ, οι απαιτήσεις της κοινωνίας μετατοπίζονται όλο και περισσότερο προς την ασφάλεια και την ποιότητα των τροφίμων, την προστασία των ζώων και του περιβάλλοντος, τη φροντίδα του τοπίου και τη συνοχή κατά το σχεδιασμό του χώρου και από κοινωνική άποψη 7

- σε αυτές τις δύο προκλήσεις προστίθενται και οι πρόσφατες διαπραγματεύσεις για την προσχώρηση των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, τα οποία βρίσκονται στο στάδιο των μεταρρυθμίσεων 7 τα εν λόγω κράτη αντιπροσωπεύουν βέβαια ένα τεράστιο γεωργικό δυναμικό, αλλά, στην ύπαιθρο, οι γεωργικές και κοινωνικές διαρθρώσεις τους είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες της ΕΕ των 15 7

- περαιτέρω διεξάγονται συζητήσεις για το ρόλο της βιοτεχνίας και των ΜΜΕ και τις συνέπειες αυτής της πολιτικής στην ύπαιθρο.

2.4. Το Δεκέμβριο 1997, κατά τη σύνοδο κορυφής του Λουξεμβούργου, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων ασχολήθηκαν με τις συμβολές στην περιγραφή του πολύπτυχου ρόλου που διαδραματίζει η γεωργία στην Ευρώπη, ενώ η δήλωση του Συμβουλίου Γεωργίας, του Νοεμβρίου 1997, επιβεβαιώθηκε ως ρητή εντολή για την περαιτέρω ανάπτυξη της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, βάσει του Προγράμματος Δράσης 2000. Στη δήλωση της συνόδου κορυφής περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το ακόλουθο κείμενο:

«H ευρωπαϊκή γεωργία πρέπει να είναι ένας πολυλειτουργικός, βιώσιμος και ανταγωνιστικός οικονομικός τομέας που επεκτείνεται σε όλη την Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειών που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα.

Στο τέλος της πορείας της μεταρρύθμισης, θα πρέπει να έχουν ανευρεθεί λύσεις που θα είναι λογικές και αποτελεσματικές από οικονομική άποψη, καθώς και αποδεκτές από κοινωνικής πλευράς, θα καθιστούν δυνατή τη διάθεση κατάλληλων προϊόντων, την καθιέρωση μιας ισορροπημένης σχέσης μεταξύ των τομέων παραγωγής, των παραγωγών και των περιφερειών, καθώς και την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού...»

2.5. Εξάλλου, στην προαναφερθείσα δήλωσή του, το Συμβούλιο Γεωργίας είχε περιγράψει τις απαιτήσεις, στις οποίες χρειάζεται να ανταποκρίνεται μία πολυλειτουργική ευρωπαϊκή γεωργία, ως εξής:

«Πρέπει να είναι σε θέση να διαφυλάσσει το τοπίο, να διατηρεί το φυσικό περιβάλλον, να συμβάλει σημαντικά στη ζωτικότητα των αγροτικών περιοχών και να ανταποκρίνεται στα αιτήματα και στις απαιτήσεις των καταναλωτών όσον αφορά την ποιότητα και την ασφάλεια των τροφίμων, την προστασία του περιβάλλοντος και των ζώων.»

Η δήλωση αυτή περιλαμβάνει αναμφισβήτητα και την απαίτηση για τη δημιουργία και τη διατήρηση σταθερών και βιώσιμων θέσεων απασχόλησης, σε όλους τους τομείς δραστηριότητας στην ύπαιθρο.

3. Η αγροτική ανάπτυξη σύμφωνα με το Πρόγραμμα Δράσης 2000

3.1. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή τονίζει ότι ένας από τους έξι στόχους της «νέας» αγροτικής πολιτικής πρέπει να είναι «η διατήρηση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και της βιωσιμότητας των αγροτικών περιοχών». Στη συνέχεια αναφέρεται ότι η πολιτική για την ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών πρέπει να αποσκοπεί «στην αποκατάσταση και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των αγροτικών περιοχών και, επομένως, στη διατήρηση και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στις σχετικές περιοχές».

3.2. Η πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη «στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ)» αποτελεί μέρος της συνολικής δέσμης γεωργικών μέτρων, που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Δράσης 2000, και θα συνοδεύσει και συμπληρώσει την προταθείσα μεταρρύθμιση της πολιτικής για την αγορά και τις τιμές. Στο Πρόγραμμα Δράσης 2000, η Επιτροπή τονίζει ρητώς ότι «περαιτέρω μεταρρυθμίσεις της διαρθρωτικής πολιτικής και της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής της Ένωσης καθιστούν όλο και πιο υποχρεωτική την ανάπτυξη της γεωργίας και των αγροτικών περιοχών».

3.3. Ο εν λόγω κανονισμός, ο οποίος, για λόγους απλούστευσης, θα αποκαλείται εφεξής κανονισμός για την «Αγροτική ανάπτυξη» στην παρούσα γνωμοδότηση, παρουσιάζει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με το γενικό κανονισμό σχετικά με τα διαρθρωτικά ταμεία. Η προσέγγιση της υποστήριξης και η χρηματοδότηση δυνάμει αυτών των δύο κανονισμών διαφέρουν όμως με ουσιαστικό τρόπο. Στον κανονισμό για την «Αγροτική ανάπτυξη» διαγράφεται ουσιαστικά μία προσέγγιση, βάσει της οποίας, καλύπτεται το σύνολο των περιοχών. Αντίθετα, ο κανονισμός για τα διαρθρωτικά ταμεία εστιάζεται σε συγκεκριμένους στόχους και περιοχές. Τα μέτρα που προβλέπονται στον κανονισμό για την «Αγροτική ανάπτυξη» θα χρηματοδοτηθούν αποκλειστικά από το ΕΓΤΠΕ και ιδίως από το τμήμα εγγυήσεων.

3.4. Με το νέο κανονισμό για την «αγροτική ανάπτυξη» θα συγχωνευθούν ή θα αντικατασταθούν μελλοντικά οι ακόλουθοι εννέα κανονισμοί:

- ο σημερινός κανονισμός ΕΓΤΠΕ-Διαρθρωτικά ταμεία,

- πέντε κανονισμοί που αφορούν την ενίσχυση της γεωργίας και της δασοκομίας,

- οι τρεις κανονισμοί που περιλαμβάνουν συνοδευτικά μέτρα σε σχέση με τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ του 1992.

Η συγχώνευση των εν λόγω κανονισμών σε ένα μοναδικό νομικό θέσπισμα θα συμβάλει, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, σημαντικά στην απλούστευση του κοινοτικού δικαίου και στον περιορισμό των γραφειοκρατικών διαδικασιών που περιλαμβάνει.

3.5. Εξάλλου, θα συμπεριληφθούν μέτρα τα οποία, σύμφωνα με την Επιτροπή, θα αποτελέσουν ένα βασικό μέρος της μελλοντικής πολιτικής για την αγροτική ανάπτυξη 7 ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος των μέτρων αυτών «θα εξυπηρετήσει γεωργικούς σκοπούς μόνο με έμμεσο τρόπο». Τα εν λόγω μέτρα έχουν ενσωματωθεί στο κεφάλαιο 31 του υπό εξέταση κανονισμού με τίτλο «Προώθηση της προσαρμογής και της ανάπτυξης των αγροτικών περιοχών». Βάσει των μέτρων αυτών προβλέπονται, μεταξύ άλλων, έγγειες βελτιώσεις, συμπεριλαμβανομένου του αναδασμού, η προώθηση προϊόντων ποιότητας στην αγορά, η διαφοροποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων με σκοπό τη δημιουργία πρόσθετων δυνατοτήτων απασχόλησης και εναλλακτικών πηγών εσόδων, η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, η ανάπτυξη και η βελτίωση της αγροτικής υποδομής, η ανακαίνιση των αγροτικών οικισμών, η προστασία της αγροτικής κληρονομιάς, η διατήρηση και ανάπτυξη της βιοτεχνίας, η ενίσχυση των τουριστικών δραστηριοτήτων, η προστασία του περιβάλλοντος και η διατήρηση των αγροτικών περιοχών.

3.6. Όσον αφορά το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων, στις αρχές της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα ενισχύσεων (το 2000), θα διατεθούν 4,7 δισεκατ. Ecu με σκοπό τη χρηματοδότηση μέτρων που προβλέπονται βάσει του κανονισμού για την «Αγροτική ανάπτυξη». Ένα μέρος του ποσού αυτού (1,9 δισεκατ. Ecu) θα διατεθεί για μέτρα τα οποία χρηματοδοτούνται σήμερα από το γεωργικό, διαρθρωτικό ταμείο (ΕΓΤΠΕ, τμήμα προσανατολισμού).

3.6.1. Σε σχέση με τη χρηματοδότηση των μέτρων που προβλέπονται στον κανονισμό για την «Αγροτική ανάπτυξη», το γεωργικό, διαρθρωτικό ταμείο θα χρησιμοποιηθεί ουσιαστικά για την ενίσχυση περιοχών του στόχου 1, με εξαίρεση τα συνοδευτικά μέτρα και τις αντισταθμιστικές ενισχύσεις για μειονεκτικές περιοχές, που χρηματοδοτούνται, όπως όλα τα λοιπά μέτρα τα οποία δεν σχετίζονται με τις περιοχές του στόχου 1, από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων.

3.7. Όσον αφορά τα μέτρα στήριξης που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, θα ισχύουν ουσιαστικά τα ποσοστά συγχρηματοδότησης που έχουν καθορισθεί δυνάμει του γενικού κανονισμού για τα διαρθρωτικά ταμεία.

3.8. Η ενίσχυση των γεωργικών διαρθρώσεων θα χορηγείται μελλοντικά βάσει των αποκαλούμενων λειτουργικών προγραμμάτων: κάθε κράτος θα εκπονεί ένα πολυετές πρόγραμμα και θα προσδιορίζει ιδιαίτερους τομείς που χρήζουν υποστήριξης, σύμφωνα με ένα περιθώριο δράσης, το οποίο επιτρέπει την εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας, και τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους.

3.9. Στον κανονισμό για την «Αγροτική ανάπτυξη» αναφέρεται έμμεσα ότι η κοινοτική πρωτοβουλία Leader θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται.

4. Γενικές παρατηρήσεις

4.1. Η ΟΚΕ επικροτεί ρητώς το γεγονός ότι, κατά τη σύνοδο κορυφής του Λουξεμβούργου, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων αναγνώρισαν σαφώς τον «πολυλειτουργικό, βιώσιμο και ανταγωνιστικό χαρακτήρα» της ευρωπαϊκής γεωργίας, καθώς και την ιδιαίτερη και μοναδική ταυτότητά της. Είναι ακόμη πρωτοφανές το γεγονός ότι οι πολιτικοί υποστήριξαν τόσο έντονα την άσκηση της γεωργικής δραστηριότητας σε ολόκληρη την περιοχή, δηλαδή ακόμη και στις περιφέρειες που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα.

4.2. Η ΟΚΕ εκφράζει την άποψη ότι η επιτυχημένη εφαρμογή και η μόνιμη υποστήριξη της «φιλοσοφίας» της συνόδου του Λουξεμβούργου δεν συνδυάζονται κατά κανένα τρόπο με την ιδεολογία μιας πλήρως φιλελεύθερης οικονομίας, είτε πρόκειται για την εσωτερική αγορά, είτε, σε παγκόσμια κλίμακα, για τον επόμενο γύρο του ΠΟΕ.

4.3. Η ΟΚΕ υποθέτει ότι, κατά κανόνα, η παραγωγή και η προώθηση στην αγορά γεωργικών προϊόντων αποτελούν το πιο αποτελεσματικό μέσο για την ενίσχυση του ΑΕΠ της εθνικής οικονομίας και της απασχόλησης στις αγροτικές περιοχές. Συνεπώς, εκφράζει έντονα την ανησυχία του για το γεγονός ότι, στο Πρόγραμμα Δράσης 2000, προτείνονται ορισμένες μεταρρυθμίσεις, ειδικά από την άποψη των προϊόντων, οι οποίες, σε τελική ανάλυση, δεν επιτρέπουν την εξάντληση των δυνατοτήτων που προσφέρει η ευρωπαϊκή γεωργία (π.χ. ελαιούχοι σπόροι, «ανανεώσιμες» πρώτες ύλες).

4.4. Η ΟΚΕ χαιρετίζει ουσιαστικά το γεγονός ότι στο νέο κανονισμό για την «Αγροτική ανάπτυξη», συγκεντρώνονται, ήδη υφιστάμενα, μεμονωμένα μέτρα, τα μέτρα αποτελούν αντικείμενο πιο ευέλικτου χειρισμού και οι πτυχές της επικουρικότητας λαμβάνονται περισσότερο υπόψη. Τούτο ισχύει π.χ. για την υποστήριξη επενδύσεων στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις, την υποστήριξη νέων γεωργών, τη χορήγηση αντισταθμιστικών αποζημιώσεων για τις μειονεκτούσες, από φυσική άποψη, περιοχές, την ενίσχυση της επαγγελματικής κατάρτισης και της συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης και, ιδίως, για τα μέτρα που ήταν συνοδευτικά μέχρι σήμερα (γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα, πρόωρη συνταξιοδότηση, δάσωση). Η διαγραφή των σημερινών νομικών κειμένων μπορεί να συμβάλει στην απλούστευση των διαδικασιών.

4.4.1. Πάντως, η Επιτροπή οφείλει κατ'αρχήν να περιγράψει με πειστικό τρόπο τις δυνατότητες απλούστευσης και βελτίωσης της διαφάνειας που προκύπτουν πραγματικά, ως αποτέλεσμα της υπαγωγής των ζητημάτων εκτέλεσης - τα οποία ρύθμιζε μέχρι σήμερα το Συμβούλιο - στην αρμοδιότητα της Επιτροπής και του χειρισμού τους από μία διοικητική επιτροπή σε ένα μεταγενέστερο στάδιο. Δεν είναι δυνατό να αναγκάζονται τα κράτη μέλη να παραχωρούν αρμοδιότητες και να πρέπει κατόπιν να αποδέχονται τις επιλογές που τους προσφέρονται, χωρίς να γνωρίζουν τις σχετικές λεπτομέρειες και συνέπειες.

4.5. Ενόψει της συνεχούς πίεσης για προσαρμογή της γεωργίας, η οποία εντείνεται γενικά ακόμη περισσότερο, βάσει των προτάσεων που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Δράσης 2000, η ΟΚΕ θεωρεί ότι η προταθείσα εφαρμογή του κανονισμού σε ολόκληρη την Ένωση είναι αναγκαία και σκόπιμη. Εν τούτοις, τα μέσα που προβλέπονται για το σκοπό αυτό είναι οπωσδήποτε ανεπαρκή, διότι ανταποκρίνονται ασφαλώς στην προσέγγιση της «γεωργικής διάσκεψης του Cork» από τυπικής πλευράς, αλλά όχι από την άποψη της ουσίας και των διατιθέμενων πόρων. Η ΟΚΕ θεωρεί αναγκαίο όπως, εκτός από τη γεωργία, ενισχυθούν και άλλοι σημαντικοί οικονομικοί τομείς, όπως η βιοτεχνία και οι ΜΜΕ με κατάλληλα μέτρα.

4.6. Η ΟΚΕ εκτιμά ακόμη ότι, για τη χρηματοδότηση των μέσων της διαρθρωτικής πολιτικής, πρέπει να διατεθούν και πόροι που προβλέπονται βάσει της διαρθρωτικής πολιτικής. Συνεπώς, το τμήμα επικρίνει την πρόταση για χρηματοδότηση των μέτρων σχετικά με την αγροτική ανάπτυξη, και ιδίως των δράσεων που αποφέρουν μόνο έμμεσα οφέλη για τη γεωργία, από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων 7 πρόκειται για ένα μέσο το οποίο κάλυπτε μέχρι σήμερα την πολιτική για την αγορά και τις τιμές, ενώ μετά τη μεταρρύθμιση, θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Πρέπει να αποφευχθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ των πόρων που διατίθενται για τη διαρθρωτική πολιτική και την πολιτική για την αγορά γεωργικών προϊόντων.

4.7. Η ΟΚΕ εκφράζει ιδίως ανησυχία για το γεγονός ότι αν τα μέτρα, που προβλέπονται δυνάμει του άρθρου 31, καλύψουν το σύνολο των περιοχών, οι πόροι που θα διατεθούν τελικά για την «κλασσική» γεωργική πολιτική για τις διαρθρώσεις θα είναι περιορισμένοι. Για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής γεωργίας - ενόψει και της διεύρυνσης προς την Ανατολική Ευρώπη και του Γύρου του ΠΟΕ - και, ιδίως, για τη διασφάλιση και την ενίσχυση της απασχόλησης, πρέπει να διατεθούν περισσότερα μέσα και να βελτιωθούν οι προϋποθέσεις που σχετίζονται με την παροχή χρηματικής υποστήριξης.

4.8. Η ΟΚΕ διαφωνεί σαφώς με τις προτάσεις για σύνδεση της αντισταθμιστικής αποζημίωσης - η οποία μέχρι σήμερα θεωρείτο ως αντιστάθμιση για τα φυσικά μειονεκτήματα - με απαιτήσεις που σχετίζονται με την έκταση ή το περιβάλλον. Εκτιμά ότι ιδιαίτερες επιδόσεις στον τομέα του περιβάλλοντος χρειάζεται να ανταμείβονται και σε ατομική βάση.

4.9. Η ΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι περιορισμοί σε σχέση με την ενίσχυση των γεωργικών επενδύσεων θα καταργηθούν. Τούτο ισχύει π.χ. για τη διάκριση μεταξύ των γεωργών, για τους οποίους η γεωργική δραστηριότητα αποτελεί την κύρια απασχόληση, και των γεωργών μικτής απασχόλησης, για το ανώτατο όριο των 90 000 Ecu ανά εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης, καθώς και για τους περιορισμούς στον τομέα της κτηνοτροφίας. Υποστηρίζει ακόμη τη βελτίωση της χρηματικής υποστήριξης που παρέχεται σε νέους γεωργούς, καθώς και την πρόταση, σύμφωνα με την οποία, στο μέλλον, αντί για τα σημερινά πολύπλοκα σχέδια για τη βελτίωση της εκμετάλλευσης, θα είναι υποχρεωτικό να υποβάλλονται αποδεικτικά στοιχεία μόνο σε σχέση με την οικονομική αποδοτικότητα των επενδύσεων.

4.9.1. Η ΟΚΕ συμφωνεί ασφαλώς με τη σκέψη ότι οι επενδύσεις που έχουν ως στόχο την αύξηση της παραγωγής προϊόντων, «τα οποία δεν μπορούν να βρουν κανονικές διεξόδους στην αγορά» θα εξακολουθήσουν να μην είναι επιλέξιμες για ενίσχυση. Ωστόσο, το τμήμα διερωτάται γιατί, και στον τομέα αυτό, οι αρμοδιότητες όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων πρέπει να μεταβιβασθούν από το Συμβούλιο στην Επιτροπή.

4.10. Η ΟΚΕ είναι της γνώμης ότι η διεύρυνση του πεδίου δράσης όσον αφορά τον τρόπο εφαρμογής και τη χρηματοδότηση της ρύθμισης για την πρόωρη συνταξιοδότηση στον τομέα της γεωργίας είναι απαραίτητη. Ζητά από την Επιτροπή να μεριμνά ώστε οι διατάξεις για την πρόωρη συνταξιοδότηση να εφαρμοσθούν σε όλα τα κράτη μέλη.

4.11. Η ΟΚΕ υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να εξακολουθήσει να εφαρμόζει την κοινοτική πρωτοβουλία για τη βιώσιμη ανάπτυξη αγροτικών περιοχών (Leader). Παρόμοια κοινοτική πρωτοβουλία επιβάλλεται, όμως, να εφαρμόζεται στο μέλλον με λιγότερο γραφειοκρατικό τρόπο και με την απευθείας συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων οικονομικών και κοινωνικών κύκλων.

4.12. Όσον αφορά τον τομέα της δασοκομίας η ΟΚΕ επιθυμεί να τονιστεί η ανάγκη - όπως ανέφερε ήδη στη γνωμοδότηση της 24ης Απριλίου 1997 () - όπως η υποστήριξη του τομέα αυτού βασίζεται όχι μόνο σε δράσεις που αποσκοπούν στη διαφύλαξη του δάσους αλλά και σε ενέργειες που επεκτείνουν τη συνεχή και μακροπρόθεσμη χρησιμοποίηση των δασικών πόρων.

5. Περίληψη

5.1. Κατά την άποψη της ΟΚΕ, ο στόχος της Επιτροπής, να καταστεί η βιώσιμη ανάπτυξη της υπαίθρου ο «δεύτερος πυλώνας» της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Χωρίς τη γεωργία, η προστασία του περιβάλλοντος και η αγροτική ανάπτυξη δεν είναι δυνατές. Μία επιτυχής ανάπτυξη της υπαίθρου στηρίζεται και στη βιοτεχνία, στις ΜΜΕ, στο εμπόριο και αριθμό ελευθέριων επαγγελμάτων. Για το λόγο αυτό, η υλοποίηση του προτύπου μιας ευρωπαϊκής γεωργίας και ενός προτύπου ευρωπαϊκού χώρου είναι προς το συμφέρον όλων των παραγόντων του πολιτικού, του οικονομικού και του κοινωνικού τομέα. Η δημιουργία μιας «ουτοπίας» δεν θα ωφελούσε ούτε τη γεωργία ούτε την αγροτική ανάπτυξη. Κατά την άποψη της ΟΚΕ, οι πόροι που προβλέπονται σήμερα για τον κανονισμό για την «Αγροτική ανάπτυξη», ούτως ή άλλως δεν επιτρέπουν να αντιμετωπισθεί με αποτελεσματικό τρόπο ο κίνδυνος της «περιθωριοποίησης» των αγροτικών περιοχών, ούτε και να καταστεί η γεωργία ανταγωνιστική ενόψει των νέων προκλήσεων. Οπωσδήποτε, η ΟΚΕ ζητά - σύμφωνα με όσα εξαγγέλθηκαν στη γνωμοδότηση για τη χρηματοδότηση της ΚΓΠ - όπως η μεταρρύθμιση της χρηματοδότησης αυτής, σαν συνέπεια της καθιέρωσης μιας πολιτικής για την αγροτική ανάπτυξη, εγγυάται έναν σαφή χρηματοδοτικό σχεδιασμό, διαφανή και επαρκή, των δράσεων που προβλέπονται στον κανονισμό για την αγροτική ανάπτυξη.

5.2. Η ΟΚΕ εκφράζει ακόμη το φόβο ότι η γεωργική αναπτυξιακή και διαρθρωτική πολιτική, παρά ορισμένες θετικές προσεγγίσεις από την άποψη της απλούστευσης και της ευελιξίας, παραμένει ιδιαίτερα πολύπλοκη και λίγο διαφανής για τους ενδιαφερόμενους πολίτες και τους οικείους κύκλους. Συνεπώς εύχεται όπως η ανάγκη αυτή ληφθεί δεόντως υπόψη και κατά τη φάση της θέσπισης των προϋποθέσεων για την εκτέλεση του κανονισμού. Για λόγους αναλογίας η ΟΚΕ λυπάται διότι απουσιάζουν μέτρα για τους άλλους οικονομικούς παράγοντες.

5.3. Για το λόγο αυτό, η ΟΚΕ ελπίζει ακόμη περισσότερο ότι τα όργανα της ΕΕ θα χρησιμοποιήσουν την πλούσια εμπειρία του συνόλου των παραγόντων της υπαίθρου που εκπροσωπούν τους οικονομικούς και κοινωνικούς εταίρους, όπως αυτοί αντιπροσωπεύονται ιδίως στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, για την καθιέρωση ενός εποικοδομητικού διαλόγου με σκοπό την εξασφάλιση μιας πραγματικής επιτυχίας στον τομέα της «αγροτικής ανάπτυξης». Η ΟΚΕ τονίζει ότι επιβάλλεται να ληφθούν μέτρα υπέρ της ανάπτυξης της υπαίθρου σε ευρωπαϊκά εθνικά και τοπικό επίπεδο σε συνεννόηση με τους παράγοντες αυτούς.

Βρυξέλλες, 9 Σεπτεμβρίου 1998.

Ο Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Tom JENKINS

() ΕΕ C 170 της 4.6.1998, σ. 67.

() ΕΕ C 206 της 6.7.1997, σ. 128.