51998AC1151

Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος»

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 407 της 28/12/1998 σ. 0196


Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος» () (98/C 407/32)

Στις 3 Ιουλίου 1998 και σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 198 της Συνθήκης ΕΚ, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το τμήμα γεωργίας και αλιείας, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάσθηκε τη γνωμοδότησή του στις 16 Ιουνίου 1998, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. Strasser.

Κατά την 357η Σύνοδο Ολομέλειας (συνεδρίαση της 9ης Σεπτεμβρίου 1998), η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 101 ψήφους υπέρ, 2 κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1. Εισαγωγή

1.1. Το καλοκαίρι του 1996, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε μελέτες, με τη μορφή «Εγγράφων μακροπρόθεσμου προγραμματισμού», σχετικά με τους επιμέρους τομείς γεωργικών προϊόντων, μεταξύ των οποίων, και μια λεπτομερή μελέτη για την κατάσταση και τις μελλοντικές δυνατότητες ανάπτυξης των αγορών κρέατος στην κοινή εσωτερική αγορά.

1.2. Στη σχετική μελέτη, η οποία καλύπτει την περίοδο από το 2000 έως το 2006, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις αρνητικές εξελίξεις όσον αφορά την κατανάλωση λόγω της κρίσης BSE (που εκδηλώθηκε στις αρχές του 1996), χρησιμοποίησε, μεταξύ άλλων, ως βάση για τις προγνώσεις της, τα ακόλουθα δεδομένα:

- από το 2000, λόγω των περιορισμών στις εξαγωγές βοείου κρέατος, που αποφασίσθηκαν από τη ΔΑΣΕ, το σύστημα των επιστροφών κατά την εξαγωγή θα εφαρμόζεται πλέον μόνο για ανώτατη ποσότητα 822 000 τόνων κρέατος 7

- την προσχώρηση, έως το 2005, των περισσότερων κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που είναι υποψήφια για ένταξη 7

- τη σαφή αύξηση της παραγωγής μετά το 1999 στο τέλος του κύκλου ζωής των βοοειδών 7

- την κατάσταση της κατανάλωσης, η οποία εξακολουθεί να είναι στάσιμη ή να σημειώνει μικρή κάμψη, επίσης ως συνέπεια της κρίσης BSE 7- επομένως, την αύξηση του όγκου των παρεμβάσεων, σε μέχρι και 1,5 εκατ. τόνους έως το 2005 7 και

- την απώλεια της δυνατότητας χειρισμών στην αγορά.

1.3. Ο τομέας του βοείου κρέατος, στο σύνολό του, υπέστη εξαιρετικά έντονη πίεση στα κράτη μέλη της ΕΕ, λόγω της κρίσης BSE. Οι δυσκολίες αυτές δεν έχουν ακόμη υπερνικηθεί. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές στατιστικές, τα τελευταία χρόνια, το εισόδημα των βοοτρόφων είναι χαμηλότερο από τον κοινοτικό μέσο όρο και οι μεταρρυθμίσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές τόσο για αυτούς όσο και για όλους τους τομείς που προηγούνται και έπονται της παραγωγής βοείου κρέατος.

1.4. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι μια αντιστάθμιση των απωλειών της τάξεως περίπου του 80 % είναι επαρκής.

1.5. Από την άλλη πλευρά, στο προοίμιο της πρότασης κανονισμού για την υφιστάμενη και τη μελλοντική οργάνωση αγοράς, αναφέρεται ως ένας από τους σημαντικότερους στόχους της ΚΓΠ ότι

«... η κοινή γεωργική πολιτική έχει ως σκοπό την επίτευξη των στόχων του άρθρου 39 της Συνθήκης, ..., τη σταθεροποίηση των αγορών και την εξασφάλιση ενός δικαίου βιοτικού επιπέδου για τη γεωργική κοινότητα...»

1.6. Οι προτάσεις για τη μεταρρύθμιση της οργάνωσης αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος αποσκοπούν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανικής κτηνοτροφίας, τόσο στην εσωτερική όσο και στις διεθνείς αγορές, στον περιορισμό των ποσοτικών παρεμβάσεων στην αγορά και στην αύξηση των άμεσων αντισταθμιστικών αποζημιώσεων στους παραγωγούς, εις βάρος των μέτρων υποστήριξης της αγοράς.

1.7. Ο νέος προσανατολισμός των άμεσων ενισχύσεων όσον αφορά την οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος καθιστά δυνατή τη μερική αντιστάθμιση των εισοδημάτων, μία πιο δίκαιη κατανομή, και, ταυτόχρονα, την αύξηση της ευελιξίας σε εθνική κλίμακα καθώς και την ανάληψη μιας πολύ πιο αποφασιστικής δέσμευσης ως προς την τήρηση των οικολογικών αρχών. Μια άλλη δικαιολογία που προβάλλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη μεταρρύθμιση είναι ότι πρέπει να εξασφαλισθεί η ικανότητα χρηματοδότησης των γεωργικών οργανώσεων αγοράς σε μακροπρόθεσμη βάση.

1.8. Η επανάληψη των διαπραγματεύσεων για την περαιτέρω φιλελευθεροποίηση των διεθνών γεωργικών αγορών στους κόλπους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) και η αναμενόμενη διεύρυνση της ΕΕ, με την προσχώρηση των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και της Κύπρου, αποτελούν επίσης λόγους για την πραγματοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων σε σχέση με τη μελλοντική εξέλιξη της κοινής πολιτικής για την αγορά. Εξάλλου, με τη μεταρρύθμιση της οργάνωσης αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, η Επιτροπή επιδιώκει να ανταποκριθεί περισσότερο στις προσδοκίες των καταναλωτών όσον αφορά, αφενός, μια καθαρή και φιλοπεριβαλλοντική διαδικασία παραγωγής για τη διάθεση προϊόντων ποιότητας στην αγορά, και, αφετέρου, τη διατήρηση μιας ποικιλόμορφης, πλούσιας σε παραδόσεις γεωργίας και των πολλαπλών λειτουργιών της.

1.9. Στο κείμενο που ακολουθεί, το τμήμα υιοθετεί άποψη ως προς τις σημαντικότερες προτάσεις για τη μεταρρύθμιση της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος. Μεταξύ των προτεινόμενων αλλαγών, υπάρχουν ορισμένες, όπως π.χ. η κατάργηση των παρεμβάσεων, η αντικατάστασή τους από ένα σύστημα ιδιωτικής αποθεματοποίησης και η καθιέρωση μιας βασικής τιμής στη θέση του σημερινού συστήματος παρεμβάσεων το 2002, για τις οποίες είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί μια εκτίμηση σήμερα σχετικά με την αποτελεσματικότητά τους.

2. Προτάσεις της Επιτροπής

2.1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχοντας ως στόχο τη βελτίωση της ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης, προτείνει τη μείωση του ύψους προστασίας των τιμών της αγοράς από το 2000, σε τρία στάδια, με ποσοστό 10 % για το καθένα, δηλαδή κατά 30 % συνολικά. Η τιμή παρέμβασης αντικαθίσταται από μια νέα βασική τιμή, η οποία από το 2002 θα ανέρχεται σε 1950 Ecu/1000 kg βοείου κρέατος, Στο σχετικό τομέα, η ισχύουσα ρύθμιση σχετικά με την παρέμβαση θα αντικατασταθεί από μια ρύθμιση για την ιδιωτική αποθεματοποίηση, κατά το πρότυπο της σημερινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος.

2.2. Οι άμεσες ενισχύσεις θα αυξηθούν επίσης σε τρεις φάσεις, ως εξής:

- για τους ταύρους, από 135 Ecu ανά ζώο σε 220 Ecu ανά ζώο 7

- για τα βόδια, από 180,7 Ecu ανά ζώο σε 170 Ecu ανά κατηγορία ηλικίας 7

- για τις θηλάζουσες αγελάδες, από 145 Ecu ανά ζώο σε 180 Ecu ανά ζώο.

Οι ενισχύσεις εκτατικοποίησης ανά ζώο και έτος πρόκειται να αυξηθούν από 36 Ecu ανά ζώο σε 100 Ecu ανά ζώο. Η πριμοδότηση για σφαγή εκτός εποχής των βοδιών θα διατηρηθεί στα σημερινά επίπεδα (με την επιφύλαξη ορισμένων μικρών τροποποιήσεων), στο μέτρο που η παραγωγή βοδιών στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι σημαντική. Μια περαιτέρω καινοτομία είναι επίσης ότι έως και 20 % των αιτήσεων πριμοδότησης για θηλάζουσες αγελάδες, που υποβάλλει κάθε γεωργός, μπορεί να σχετίζεται με τις δαμαλίδες.

2.3. Η πριμοδότηση για αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, που κυμαίνεται από 27,6 έως 45,4 Ecu ανά αγελάδα και έτος (ανάλογα με τη σημασία της ποσότητας γάλακτος που παράγεται σε ένα κράτος μέλος), θα καθορίζεται με βάση τις μονάδες πριμοδότησης για αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, ώστε να αντισταθμίζονται οι κατ'αναλογία ζημίες ανά αγελάδα και ανά έτος από την πτώση της τιμής του κρέατος. Η εν λόγω πριμοδότηση θα καθορίζεται με βάση «έναν υποθετικό αριθμό αγελάδων», ο οποίος θα υπολογίζεται σύμφωνα με την ποσότητα γάλακτος που παράγεται, με βάση μια μέση απόδοση σε γάλα ύψους 5 800 kg ανά αγελάδα και έτος.

2.4. Εκτός από τις ανωτέρω πριμοδοτήσεις, τα κράτη μέλη θα μπορούν, εντός ορισμένων ορίων, να χορηγούν, συνολικά καθορισμένα, πρόσθετα ποσά που διαθέτει η Κοινότητα, υπό τη μορφή ενισχύσεων ανά κεφαλή και/ή ανά εκτάριο λειβαδικής έκτασης. Στο εθνικό επίπεδο, θα ισχύουν μια σειρά από κοινοτικά κριτήρια και συμπληρωματικές ειδικές απαιτήσεις για το δείκτη πυκνότητας, προκειμένου να διασφαλισθεί ένας κατάλληλος έλεγχος της παραγωγής και να αποφευχθούν διακρίσεις.

2.5. Ο δείκτης πυκνότητας για τα αρσενικά βοοειδή και τις θηλάζουσες αγελάδες (συμπεριλαμβανομένων των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής) θα εξακολουθήσει να ανέρχεται σε 2 ΜΧΖ/ανά εκτάριο (ανώτατο όριο), ενώ για την αποκλειστική διατήρηση αγελάδων γαλακτοπαραγωγής δεν προβλέπεται συντελεστής πυκνότητας. Οι παραγωγοί στην εκμετάλλευση των οποίων ο δείκτης πυκνότητας εκτρεφόμενων ζώων ανέρχεται σε 1,4 ΜΧΖ ανά εκτάριο (με κριτήριο το σύνολο των βοοειδών, που είναι ηλικίας άνω των 6 μηνών, και τις προβατίνες), και οι οποίοι εφαρμόζουν το λειβαδικό κτηνοτροφικό σύστημα, μπορούν να λαμβάνουν συμπληρωματική ενίσχυση ύψους 100 Ecu ανά ζώο. Το ανώτατο όριο των 90 ζώων στην περίπτωση των αρσενικών βοοειδών παραμένει αμετάβλητο.

2.6. Για τα αρσενικά βοοειδή, τις θηλάζουσες αγελάδες και τις αγελάδες γαλακτοπαραγωγής εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες εθνικές ή ατομικές ποσότητες αναφοράς με διάφορες μειώσεις στην περίπτωση των αρσενικών βοοειδών, ενώ για τις θηλάζουσες αγελάδες προβλέπεται μείωση κατά περισσότερο από 10 % του κοινοτικού μέσου όρου.

2.7. Η χορήγηση των προβλεφθεισών πριμοδοτήσεων προϋποθέτει τη μελλοντική καθιέρωση μιας κατάλληλης κεντρικής τράπεζας δεδομένων για τα βοοειδή, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 820/97, καθώς και την πλήρη καταγραφή του πληθυσμού τους και όλων των αλλαγών στα περιουσιακά στοιχεία μιας εκμετάλλευσης.

2.8. Προβλέπεται η δυνατότητα προσαρμογής των άμεσων ενισχύσεων στις εξελίξεις της παραγωγής, της παραγωγικότητας και της αγοράς, σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζεται στο άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ.

3. Γενική εκτίμηση

3.1. Η ΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία, οι αλλαγές στην οργάνωση της αγοράς βοοειδών είναι απαραίτητες, προκειμένου να αντιμετωπισθούν στον αναγκαίο βαθμό προκλήσεις, στον τομέα της ευρωπαϊκής βιομηχανικής κτηνοτροφίας, όπως οι περιορισμοί που καθορίζονται στους κόλπους του ΠΟΕ, η περαιτέρω φιλελευθεροποίηση των γεωργικών αγορών και η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένα σημαντικό στοιχείο της μεταρρύθμισης που προτείνει η Επιτροπή στον τομέα της οργάνωσης αγοράς βοείου κρέατος είναι η μείωση των θεσμικών τιμών κατά 30 % και η μερική αντιστάθμιση των απωλειών που προκύπτουν, μέσω της αύξησης των άμεσων ενισχύσεων, οι οποίες παρέχονται στους παραγωγούς. Η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι, εκτός από τις υφιστάμενες ενισχύσεις, μπορούν να συμπεριληφθούν στα μέτρα υποστήριξης που προβλέπονται στο «μπλε κουτί» και οι πρόσθετες ενισχύσεις ανά ζώο, οι οποίες δεν θα τίθενται πλέον υπό αμφισβήτηση. Η ΟΚΕ εκφράζει αμφιβολίες σχετικά. Τονίζει ότι η μείωση των τιμών είναι δυνατή, υπό την προϋπόθεση ότι, εκτός από μια πλήρη αντιστάθμιση των απωλειών, η Επιτροπή θα είναι ήδη από τώρα σε θέση να εξηγήσει με πειστικό τρόπο στους ενδιαφερόμενους γεωργούς αν τα μέτρα που προβλέπει για τη σχετική αντιστάθμιση συμμορφώνονται με τους υφιστάμενους κανόνες του ΠΟΕ και θα διατηρηθούν μετά από τον επόμενο γύρο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί.

3.2. Πάντως, η ΟΚΕ εκτιμά ότι οι ευρωπαίοι γεωργοί πρέπει να μπορούν να υπολογίζουν σε αξιόπιστες γενικές συνθήκες σε πιο μακροπρόθεσμη βάση.

3.2.1. Παρά την περαιτέρω εξέλιξη της ευρωπαϊκής αγοράς, οι γεωργοί χρειάζεται τελικά να απολαμβάνουν ένα βιοτικό επίπεδο παρόμοιο με εκείνο του υπόλοιπου πληθυσμού.

3.3. Από πολλές απόψεις, η εκτροφή βοοειδών έχει πολύ μεγάλη αξία για την εκμετάλλευση των αγροτικών και των μειονεκτικών περιοχών 7 στις περισσότερες περιπτώσεις, οι μεγάλες εκτάσεις που καλύπτουν τα λειβάδια δεν προσφέρουν πολλές εναλλακτικές δυνατότητες εκμετάλλευσης. Η μεταρρύθμιση της οργάνωσης αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος είναι αδύνατο να υλοποιηθεί αν δεν ληφθεί υπόψη αυτό το σημαντικό δεδομένο, δεδομένου ότι ήδη σήμερα, τα εισοδήματα των εκτροφέων βοοειδών, ιδίως σε μειονεκτικές και ορεινές περιοχές πολλών περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα. Η συρρίκνωση της συνολικής αποδοτικότητας στους τομείς της εκτροφής θηλαζουσών αγελάδων και της παραγωγής βοείου κρέατος έχει ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες για τους παραγωγούς σε μειονεκτικές περιοχές, ιδίως λόγω της μείωσης των τιμών των μοσχαριών. Η κατάσταση αυτή χρειάζεται να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό του βασικού αριθμού θηλαζουσών αγελάδων.

3.3.1. Η ανάγκη και ο βαθμός της μεταρρύθμισης εξαρτώνται όμως έντονα από τις εξελίξεις της εσωτερικής αγοράς και των αγορών τρίτων κρατών που πρέπει να αναμένονται οπωσδήποτε μετά το 2000. Η ΟΚΕ τονίζει ότι εμπειρογνώμονες σημαντικών οργανώσεων παραγωγών και επιχειρήσεων εμπορίας προβαίνουν σε εκτιμήσεις όσον αφορά τη μελλοντική εξέλιξη της αγοράς και της παραγωγής, οι οποίες διαφέρουν, εν μέρει σε μεγάλο βαθμό, από εκείνες της Επιτροπής.

3.4. Κατά την άποψη της ΟΚΕ, μια νέα αύξηση της παραγωγής βοείου κρέατος στο τέλος του κύκλου ζωής των βοοειδών, στο βαθμό που παρατηρήθηκε πριν από τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ του 1992 δεν είναι εφικτή, δεδομένου ότι τα μέτρα για τον προσανατολισμό της παραγωγής (π.χ. καθιέρωση ατομικών και εθνικών ποσοστώσεων, πριμοδότηση ανά ζώο, ενίσχυση εκτατικοποίησης ....) απέφεραν καρπούς σε πλήρη και διαρκή βάση μόνο από το 1995. Οι πριμοδοτήσεις για τα μοσχάρια που καταβάλλονται από τα τέλη του 1996 είχαν ως αποτέλεσμα μια σαφή μείωση της παραγωγής βοοειδών.

3.4.1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε δύο εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή των εν λόγω ρυθμίσεων στον τομέα των μοσχαριών, στις οποίες προβαίνει τελικά σε έναν εξαιρετικά θετικό απολογισμό για το σύνολο της οικονομίας όσον αφορά την πριμοδότηση επεξεργασίας. Η εκτίμηση που πραγματοποιεί για την πριμοδότηση της πρόωρης διάθεσης στην αγορά είναι επίσης θετική από μια άποψη περισσότερο ατομική 7 το βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο όφελος των δύο ανωτέρω μέτρων για τη συνολική παραγωγή βοείου κρέατος δικαιολογούσε, συνεπώς, τη μείωση της επιβάρυνσης του κοινοτικού προϋπολογισμού. Τα μέτρα αυτά επέτρεψαν να αντιμετωπισθεί με κατάλληλο τρόπο το πρόβλημα της συσσώρευσης δαπανηρών αποθεμάτων προς παρέμβαση και, ως αποτέλεσμα, να αποφευχθούν τελικά πρόσθετες υψηλές δαπάνες. Ωστόσο, στα «Έγγραφα μακροπρόθεσμου προγραμματισμού» τα μέτρα αυτά θεωρούνται ως προσωρινά.

3.4.2. Κατά την εκτίμηση των μελλοντικών εξελίξεων χρειάζεται ιδίως να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι αν η πολιτική σχετικά με τις ποσοστώσεις γάλακτος εξακολουθήσει να εφαρμόζεται έως το 2006, όπως προτείνεται, λόγω της αυξανόμενης απόδοσης γάλακτος ανά αγελάδα, η μείωση του πληθυσμού αγελάδων γαλακτοπαραγωγής και του αριθμού θηλαζουσών αγελάδων θα έχει ως αποτέλεσμα μια περαιτέρω συρρίκνωση της παραγωγής μοσχαριών γενικά (). Για παράδειγμα, ο συνολικός πληθυσμός αγελάδων μειώθηκε από το 1996 έως το 1997 κατά 340 000 αγελάδες (σύμφωνα με την απογραφή στην οποία προέβη η υπηρεσία Eurostat το Δεκέμβριο 1997). Τα επόμενα χρόνια και έως το 2005, αναμένεται μια μείωση του σημερινού αριθμού αγελάδων γαλακτοπαραγωγής (περίπου 21,5 εκατομμύρια, Eurostat, 1997, Ευρωπαϊκή Ένωση των 15) κατά 7-10 %, λόγω της ετήσιας αύξησης της απόδοσης, καθώς και μια μείωση του σημερινού αριθμού θηλαζουσών αγελάδων (περίπου 11,7 εκατομμύρια) κατά 10-20 %, λόγω του περιορισμού των ποσοστώσεων και της συνεκτίμησης των μοσχαριών. Τούτο θα επηρεάσει αισθητά τον όγκο της παραγωγής βοείου κρέατος και, κατά συνέπεια, την αγορά.

3.5. Η ΟΚΕ φρονεί ότι η πίεση που θα ασκήσει η προσφορά στις αγορές βοείου κρέατος δεν θα είναι τόσο έντονη όσο προβλέπει η Επιτροπή, δεδομένου ότι,

- λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα που ελήφθησαν κατά τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ του 1992 και εκείνα που προτείνονται σε σχέση με τις σημερινές μεταρρυθμίσεις, δεν θα υπάρξει μια κυκλική αύξηση της παραγωγής στο βαθμό που είχε παρατηρηθεί στο παρελθόν 7

- η διατήρηση των υφιστάμενων μέτρων για την καθοδήγηση της προσφοράς, όπως π.χ. η ρύθμιση για τη χορήγηση πριμοδοτήσεων για τα μοσχάρια, έχει, ενδεχομένως, ως αποτέλεσμα μια περαιτέρω μείωση 7

- είναι πιθανό να αντιμετωπισθεί η κρίση BSE 7 και

- μπορεί να αναμένεται μια περαιτέρω βελτίωση και σταθεροποίηση της κατανάλωσης.

3.5.1. Η ΟΚΕ υποστηρίζει την άποψη ότι με τη χρησιμοποίηση των διατιθέμενων και των ενδεχόμενων μέσων για τον προσανατολισμό της παραγωγής και την κατ'ακολουθία συρρίκνωση των τιμών βοείου κρέατος, η οποία θα είναι σαφώς πιο περιορισμένη, θα είναι δυνατό να διασφαλισθεί η λειτουργία της αγοράς στο σχετικό τομέα.

3.6. Η Επιτροπή δικαιολογεί την πρόταση για βαθμιαία μείωση του θεσμικού ύψους τιμών κατά 30 %, προβάλλοντας ακόμη το επιχείρημα ότι, κατ'αυτόν τον τρόπο, η κατανάλωση βοείου κρέατος στην Κοινότητα, η οποία είχε μειωθεί προς όφελος άλλων ειδών κρέατος, θα επανέλθει σε κανονικά επίπεδα, ενώ η ανταγωνιστικότητα των προϊόντων βοείου κρέατος στις διεθνείς αγορές θα βελτιωθεί.

3.6.1. Όπως κατέδειξε η εξέλιξη των τιμών καταναλωτή μετά τη μεταρρύθμιση του 1992, οι χαμηλότερες τιμές δεν διοχετεύτηκαν πλήρως από το εμπόριο στους καταναλωτές. Λόγω της εμπειρίας αυτής, είναι αμφισβητήσιμο κατά πόσο, περαιτέρω μειώσεις των τιμών στο επίπεδο των παραγωγών θα επιτρέψουν μια αύξηση της κατανάλωσης στο βαθμό που αναμένεται.

3.6.2. Η ΟΚΕ φρονεί ότι, για την αναγκαία βελτίωση της κατανάλωσης, αντί για την εν λόγω μείωση των τιμών, είναι πολύ πιο σημαντική η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών σε σχέση με το προϊόν, μέσω π.χ. ενός εντονότερου προσανατολισμού προς την ποιότητα κατά την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά, μιας χρήσιμης επισήμανσης για την παροχή όλων των σημαντικών σχετικών πληροφοριών στον καταναλωτή, καθώς και της χρησιμοποίησης δοκιμασμένων μέσων για τα μέτρα που σχετίζονται με τη διάθεση στην αγορά.

3.7. Η ΟΚΕ εκτιμά ότι, μέσω μιας μείωσης των τιμών, κατά πολύ χαμηλότερη του 30 %, το βόειο κρέας είναι επίσης δυνατό να καταστεί ανταγωνιστικό έναντι του έως και κατά 10 % φθηνότερου χοιρινού κρέατος και του κρέατος πουλερικών, δεδομένου ότι και άλλοι παράγοντες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα του βοείου κρέατος.

3.7.1. Το Δεκέμβριο 1997, με την ευκαιρία της γενικής συζήτησης σχετικά με τις προτάσεις που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα δράσης 2000 για τον τομέα του βοείου κρέατος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δέχθηκε να πραγματοποιήσει μια ανάλυση των επιπτώσεων στους διάφορους τομείς της παραγωγής κρέατος, καθώς και της αλληλεπίδρασης μεταξύ διαφόρων ειδών κρέατος. Η ανάλυση αυτή δεν έχει υποβληθεί μέχρι σήμερα.

3.7.2. Κατά συνέπεια, η ΟΚΕ θεωρεί ότι είναι απαραίτητη μια εκτίμηση της εξέλιξης της αγοράς κατά τον τελευταίο ενάμισι χρόνο, η οποία θα σχετίζεται με την επικαιρότητα και θα αιτιολογεί τις προβλέψεις για εκείνη την περίοδο.

3.8. Σε συμφωνία με τη γνωμοδότηση της 10ης/11ης Δεκεμβρίου 1997 (έγγρ. CES 1396/98, σημείο 3.3.5), η ΟΚΕ υποστηρίζει την άποψη ότι είναι απαραίτητο να επιτευχθεί ένας συμβιβασμός μεταξύ των μέτρων για τον ποσοτικό περιορισμό της παραγωγής και μιας μείωσης των θεσμικών τιμών.

3.8.1. Η βελτίωση των υφιστάμενων μέσων αποτελεί την καλύτερη μέθοδο για τη διατήρηση των ιδιαίτερων ευρωπαϊκών προτύπων υγιεινής κατά την παραγωγή βοείου κρέατος, τα οποία κυμαίνονται από έναν γενικά αυστηρό έλεγχο της χρησιμοποίησης ορμονών και ορισμένων παχυντικών παραγόντων και την τήρηση περιβαλλοντικών απαιτήσεων ευρείας κλίμακας έως τη δυνατότητα παρακολούθησης της παραγωγής, κ.λπ.

3.8.2. Έτσι καθίσταται εντονότερη η διασφάλιση του προτύπου της ευρωπαϊκής γεωργίας, με την οποία ταυτίσθηκαν πλήρως οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λουξεμβούργου του Δεκεμβρίου 1997.

3.9. Η ΟΚΕ τονίζει με κριτικό πνεύμα ότι η μερική μόνο αντιστάθμιση των εισοδημάτων δικαιολογείται, σύμφωνα με την Επιτροπή, από το γεγονός ότι η πτώση των τιμών είναι στην πραγματικότητα σαφώς χαμηλότερη από το ποσοστό του 30 % που αναφέρεται. Ωστόσο, αυτή η αποδοχή εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι αντίθετη με την απαισιόδοξη εκτίμηση στην οποία προέβη όσον αφορά την εξέλιξη της παραγωγής. Εξάλλου, η κατάργηση του καθεστώτος παρέμβασης, το επίμονο καθαρό πλεόνασμα και η περαιτέρω πτώση των τιμών των δημητριακών είναι αντιφατικές με την αποδοχή αυτή. Η παράλληλη μείωση των επιστροφών κατά τις εξαγωγές ή η μη εφαρμογή μέτρων για τον προσανατολισμό της παραγωγής καθιστούν την πίεση εκ μέρους των τιμών σαφώς πιο έντονη. Ευθύς εξ αρχής, χρειάζεται λοιπόν να προβλεφθεί μια επαρκής αντιστάθμιση.

3.10. Σε αντίθεση με την άποψη της Επιτροπής, η ΟΚΕ θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί μεγάλος αριθμός εξαγωγών χωρίς επιστροφές. Την άποψη αυτή συμμερίζονται και τα κράτη μέλη που εξάγουν σημαντικές ποσότητες και θεωρούν τις εν λόγω εξαγωγές χρήσιμες για πολύ λίγες χώρες ή μόνο για τις αγορές όπου η ζήτηση είναι εξαιρετικά εξειδικευμένη. Πολλές χώρες προορισμού στερούνται ιδίως της αναγκαίας αγοραστικής δύναμης όσον αφορά το βόειο κρέας. Η διατήρηση επαρκών μέτρων προστασίας έναντι τρίτων χωρών είναι απαραίτητη.

3.11. Μια εντελώς καινοτόμος προσέγγιση έγκειται στο διαχωρισμό της αντιστάθμισης μεταξύ ενός βασικού ποσού και συμπληρωματικών ενισχύσεων. Η Επιτροπή προτείνει τη μέθοδο αυτή με σκοπό να επιτρέψει μια ευέλικτη χρησιμοποίηση των μέσων, ανάλογα με τις περιφερειακές ανάγκες των διαφόρων κρατών μελών, καθώς και μια πιο δίκαιη κατανομή των διατιθέμενων κοινοτικών πόρων, με βάση τα εθνικά ποσοστά παραγωγής.

3.11.1. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει η Επιτροπή, τα βασικά χρηματικά ποσά αποτελούνται από το ύψος των ενισχύσεων πριν από τη μεταρρύθμιση και 50 % του ποσού κατά το οποίο αυξάνεται η συνολική πριμοδότηση. Το υπόλοιπο 50 % κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών, σε συνάρτηση με το ποσοστό συμμετοχής τους στην παραγωγή. Τα κράτη μέλη θα μπορούν στη συνέχεια να χορηγούν τα εν λόγω κονδύλια εντός ορισμένων ορίων και σύμφωνα με κοινές διατάξεις.

3.11.2. Κατά την άποψη της ΟΚΕ, πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή σε αυτή την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση, που επιτυγχάνει μία συμβατότητα με τις αρχές της κοινής εσωτερικής αγοράς και τρέπει τον κίνδυνο μιας επανεθνικοποίησης της οργάνωσης αγοράς. Οι πόροι που διατίθενται στα κράτη μέλη πρέπει να χορηγούνται εξ ολοκλήρου στους παραγωγούς.

3.11.3. Η ΟΚΕ εκτιμά ότι η πτυχή αυτή θα πρέπει ακόμη να εξετασθεί με όσο το δυνατό πιο λεπτομερή τρόπο.

3.11.4. Ο προτεινόμενος διαχωρισμός μεταξύ ενός χρηματικού ποσού, το οποίο θα καταβάλλεται με ενιαίο τρόπο ανά την ΕΕ, και ενός χρηματικού ποσού που θα κατανέμεται σε εθνική κλίμακα, εντός ορισμένων ορίων, μπορεί τελικά να έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της αρχής της «κοινής» πολιτικής στο σχετικό τομέα της οργάνωσης αγοράς και τη δημιουργία στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ διαφόρων κρατών μελών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να εξασφαλίσει την τήρηση της προαναφερθείσας αρχής, μέσω του ελέγχου της παροχής αυτών των πόρων.

3.12. Η ΟΚΕ υποστηρίζει την άποψη ότι μια αντιστάθμιση των απωλειών της τάξεως του 80 % μόνο, όπως την προτείνει η Επιτροπή, δεν είναι δικαιολογημένη. Διαπιστώνει ακόμη και επικρίνει το γεγονός ότι περαιτέρω μειώσεις των τιμών και η τόνωση της ανταγωνιστικότητας συμβαδίζουν με αύξηση του κόστους της παραγωγής, λόγω των αυστηρότερων απαιτήσεων και της περιορισμένης αντιστάθμισης των εισοδημάτων. Εξάλλου, τονίζεται ότι, κατά την άποψη της ΟΚΕ, η αντιστάθμιση που προτείνει η Επιτροπή για την κάλυψη των σχετικών απωλειών δεν θα φθάσει το 80 % στα κράτη μέλη όσον αφορά τον τομέα του βοείου κρέατος. Ιδιαίτερα η καθιέρωση του ορίου των 2 ΜΧΖ θα έχει ως συνέπεια, η αντιστάθμιση σε πολλές εκμεταλλεύσεις και περιφέρειες να είναι σαφώς χαμηλότερη του 80 %, με αποτέλεσμα να εντείνονται οι ανισορροπίες κατά την κατανομή των πόρων.

3.13. Η ΟΚΕ εκφράζει το φόβο μήπως η πτώση της αποδοτικότητας της εκτροφής βοοειδών, ιδίως στις μειονεκτικές και τις αγροτικές περιοχές, προκαλέσει πρόσθετες πιέσεις, λόγω της μετατόπισης ή της επέκτασης του προβλήματος σε άλλους τομείς, ή αύξηση της απερήμωσης και μια ανεπιθύμητη πρόσθετη πίεση σε μια ούτως ή άλλως εξαιρετικά τεταμένη αγορά απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 1997, περισσότερες από 1,7 εκατομμύρια εκμεταλλεύσεις δραστηριοποιήθηκαν στον τομέα του βοείου κρέατος. Ακόμη περισσότεροι είναι οι απασχολούμενοι στους τομείς που προηγούνται και έπονται της παραγωγής, οι οποίοι συνδέονται στενά με την μελλοντική εξέλιξη της εκτροφής βοοειδών.

3.14. Η ΟΚΕ, αφού εξέτασε με κριτικό πνεύμα τις προτάσεις της Επιτροπής, διαπιστώνει ότι ορισμένα από τα προτεινόμενα μέτρα σχετίζονται με ένα πρόσθετο φόρτο γραφειοκρατικών διεργασιών. Ο στόχος της απλούστευσης και της αύξησης της διαφάνειας των κανονισμών δεν επιτυγχάνεται για τους παραγωγούς, στους περισσότερους τομείς τουλάχιστον, δεδομένου ότι οι νέες, προβλεπόμενες ρυθμίσεις είναι ακόμη πιο πολύπλοκες. Τούτο συνεπάγεται ακόμη πρόσθετες δαπάνες για τους παραγωγούς 7 επιπλέον, δεν υφίστανται σαφείς ενδείξεις για την περαιτέρω εξέλιξη των εκμεταλλεύσεων.

4. Παρατηρήσεις σχετικά με τα διάφορα αντικείμενα της μεταρρύθμισης στον τομέα του βοείου κρέατος

4.1. Μείωση των τιμών κατά 30 %, σε τρία στάδια

4.1.1. Όπως διαπιστώνει η ίδια η Επιτροπή, βάσει της προταθείσας μείωσης κατά 30 %, οι τιμές θα εξακολουθήσουν να υπερβαίνουν εκείνες ορισμένων χωρών εξαγωγής όπως η Αυστραλία, η Αργεντινή ή η Βραζιλία, οι οποίες επηρεάζουν έντονα τις εξελίξεις των διεθνών αγορών. Επομένως, το τμήμα εκτιμά ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η ΕΕ είναι αδύνατον να καταργήσει το σύστημα των επιστροφών κατά τις εξαγωγές 7 εξάλλου, ένα μεγάλο μέρος των εξαγωγών της προορίζεται για παραδοσιακές αγορές εξαγωγών (Ρωσία, Μέση Ανατολή, Αφρική), όπου η αύξηση της αγοραστικής δύναμης κατά τα επόμενα χρόνια, θα είναι πιο περιορισμένη σε σύγκριση με εκείνη των αναπτυσσόμενων περιφερειών της Ασίας.

4.1.2. Η ΟΚΕ εκτιμά ότι η μείωση των τιμών ως ένα βαθμό είναι ασφαλώς αναπόφευκτη. Για τους προαναφερθέντες λόγους, το τμήμα θεωρεί την προτεινόμενη μείωση των τιμών ως υπερβολικά έντονη. Παρόμοια μείωση δεν δικαιολογείται και το τμήμα αδυνατεί τελικά να την υποστηρίξει στην παρούσα γνωμοδότηση και για το λόγο αυτό. Εξάλλου, η μείωση των τιμών είναι αποδεκτή μόνο αν εξασφαλισθούν πόροι για την αντιστάθμιση των απωλειών που προκύπτουν σχετικά.

4.2. Κατάργηση της παρέμβασης και καθιέρωση της ιδιωτικής αποθεματοποίησης (Άρθρο 24)

4.2.1. Την έμπνευση για την κατάργηση του συστήματος παρέμβασης και της αντικατάστασής του από την ιδιωτική αποθεματοποίηση έδωσε η αγορά χοιρείου κρέατος. Ωστόσο, η εν λόγω αγορά διέπεται από άλλες, εν μέρει διαφορετικές, νομικές διατάξεις σε σύγκριση με την αγορά βοείου κρέατος, στους κόλπους της οποίας, ο κύκλος παραγωγής διαρκεί περισσότερο.

4.2.2. Η ΟΚΕ κατανοεί ασφαλώς τους λόγους που αναγκάζουν την Επιτροπή να καταργήσει πλήρως τις παρεμβάσεις 7 εν τούτοις, κατά την άποψή του, το εν λόγω καθεστώς θα πρέπει να διατηρηθεί, σε περίπτωση που εκδηλωθούν σοβαρές κρίσεις στην αγορά.

4.2.3. Η εξάλειψη της ρύθμισης σχετικά με την παρέμβαση συνεπάγεται την κατάργηση του υφιστάμενου συστήματος τιμών, διότι η ιδιωτική αποθεματοποίηση δεν αποτελεί πλήρες υποκατάστατο της δημόσιας παρέμβασης. Η ΟΚΕ φρονεί ότι, επί του παρόντος, είναι αδύνατο να εκτιμηθούν με ρεαλιστικό τρόπο οι συνέπειες της μετάβασης από το σύστημα της δημόσιας παρέμβασης στο σύστημα της ιδιωτικής αποθεματοποίησης το 2002. Συνεπώς, το θέμα της πλήρους κατάργησης χρειάζεται ακόμη να εξετασθεί με προσοχή σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, στο μέτρο που οι συνέπειες της μεταρρύθμισης θα είναι δυνατό να εκτιμηθούν καλύτερα.

4.3. Άρθρο 4 (4) (Περιφερειακά και ατομικά ανώτατα όρια)

4.3.1. Η ΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι η διατήρηση των ανώτατων ορίων θα συμβάλει στον προσανατολισμό της παραγωγής ως ένα βαθμό.

4.3.2. Ασφαλώς, θα πρέπει να αξιοποιηθούν όλες οι υφιστάμενες δυνατότητες για την απλούστευση του εν λόγω συστήματος. Η καθιέρωση ανώτατων ορίων ανά εκμετάλλευση για τις αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, με την προτεινόμενη μορφή, αποτελεί στην πράξη μια πρόσθετη γραφειοκρατική επιβάρυνση για τους παραγωγούς.

4.4. Ειδική πριμοδότηση για τα αρσενικά βοοειδή

4.4.1. Το καθεστώς της ειδικής πριμοδότησης για τα αρσενικά βοοειδή καθίσταται συνολικά πιο περίπλοκο από το νέο σύστημα. Η στήριξη που παρέχεται ανάλογα με το αν πρόκειται για ζώα που δεν τυγχάνουν ενίσχυσης, ή για ζώα για τα οποία προβλέπονται μια ή δύο πριμοδοτήσεις ή και πρόσθετες ενισχύσεις, διαφέρει αισθητά. Εξάλλου, το σύστημα των ενισχύσεων εκτατικοποίησης καθίσταται πιο πολύπλοκο. Συνεπώς, ενδέχεται να προκύψουν εντάσεις και στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων τομέων της παραγωγής.

4.4.2. Η ΟΚΕ εκφράζει την άποψη ότι οι διακρίσεις κατά τη χορήγηση πριμοδοτήσεων πρέπει να δικαιολογηθούν με κατάλληλο τρόπο και οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των διάφορων μορφών παραγωγής να αποφευχθούν.

4.4.3. Το ανώτατο όριο των 90 ζώων παρουσιάζει ένα πρόβλημα για τους παραγωγούς, η επίλυση του οποίου πρέπει να καταστεί δυνατή με βάση τις εθνικές ποσότητες αναφοράς των συγκεκριμένων κρατών μελών.

4.5. Άρθρο 5 (Πριμοδότηση για σφαγή εκτός εποχής)

4.5.1. Η Επιτροπή οφείλει να περιγράψει τις θετικές συνέπειες του μέτρου αυτού για την αγορά βοείου κρέατος. Κατά την άποψη της ΟΚΕ, η πριμοδότηση για σφαγή εκτός εποχής πρέπει να διατηρηθεί μόνο στο μέτρο που είναι πράγματι αναγκαία για τη σταθεροποίηση της αγοράς σε περιφέρειες όπου ένα μεγάλο μέρος των εκτρεφόμενων ζώων αποτελείται από βόδια.

4.6. Άρθρα 6 και 7 (Πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες)

4.6.1. Η ΟΚΕ επικροτεί την επέκταση της χορηγούμενης πριμοδότησης για θηλάζουσες αγελάδες και στις δαμαλίδες, προκειμένου να αξιοποιηθεί ένα μέσο προσανατολισμού της παραγωγής. Τόσο η προβλεφθείσα μείωση των εθνικών ποσοτήτων αναφοράς όσο και το ανωτέρω μέτρο επιταχύνουν τη μείωση του πληθυσμού ζώων, πράγμα που θα επηρεάσει τον όγκο της παραγωγής.

4.6.2. Η ΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να πραγματοποιήσει μια εκτίμηση των επιπτώσεων του εν λόγω μέτρου στην μείωση της παραγωγής.

4.6.3. Η ΟΚΕ εκτιμά ότι πρέπει να προβλεφθεί η διατήρηση των εθνικών πρόσθετων ενισχύσεων για την αντιστάθμιση των απωλειών και ότι οι πριμοδοτήσεις πρέπει να καταβάλλονται με όσο το δυνατό πιο γενικό τρόπο.

4.7. Άρθρα 10 και 11 (Δείκτης πυκνότητας και ενίσχυση εκτατικοποίησης)

4.7.1. Η νέα διάρθρωση της ενίσχυσης εκτατικοποίησης θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της συμμετοχής, παρά την ευκταία αύξηση της πριμοδότησης σε 100 Ecu ανά ζώο και έτος. Κατά πάσα πιθανότητα, σε ορισμένους τομείς της παραγωγής και περιφέρειες, οι παραγωγοί θα εξαιρεθούν πλήρως από τη διαδικασία παραγωγής, λόγω της συγχώνευσης όλων των κατηγοριών ζώων και της απαίτησης της εκτροφής στη βοσκή, παρά το γεγονός ότι ο αριθμός ζώων σε μια εκμετάλλευση είναι χαμηλότερος από 1,4 ΜΧΖ ανά εκτάριο. Εξάλλου, οι στόχοι των περιβαλλοντικών προγραμμάτων και ο κύκλος των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά θα περιορισθούν έντονα και, για το λόγο αυτό, η τροποποίηση των κριτηρίων για τη χορήγηση πριμοδοτήσεων δεν είναι αποδεκτή.

4.7.2. Τα εν λόγω μέτρο θα έχει ως συνέπεια τον περαιτέρω περιορισμό του κύκλου δικαιούχων. Για το λόγο αυτό αλλά και επειδή το εν λόγω μέτρο θα έχει ακόμη αρνητικές συνέπειες για την εκμετάλλευση σε προβληματικές περιφέρειες, η ΟΚΕ δεν το υποστηρίζει.

4.8. Άρθρο 12 (Πριμοδότηση για αγελάδες γαλακτοπαραγωγής)

4.8.1. Η ΟΚΕ αναγνωρίζει ασφαλώς το γεγονός ότι η χορήγηση της πριμοδότησης για αγελάδες γαλακτοπαραγωγής αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των απωλειών σε σχέση με το κρέας (ανά αγελάδα γαλακτοπαραγωγής).

4.8.2. Εν τούτοις, η ΟΚΕ τονίζει ότι ο μελλοντικός κοινοτικός μέσος όρος της απόδοσης γάλακτος (5 800 kg ανά αγελάδα), που λαμβάνεται ως βάση, οδηγεί σε μια εξαιρετικά διαφορετική θεώρηση της πραγματικής κατάστασης των αγελάδων στα διάφορα κράτη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δε λαμβάνεται υπόψη αν πρόκειται για αγελάδες παραγωγής κρέατος, συνδυασμένης παραγωγής ή γαλακτοπαραγωγής για την παραγωγή γάλακτος, οπότε οι απώλειες θα διαφέρουν έντονα, ανάλογα με την περίπτωση.

4.8.3. Η ΟΚΕ υποστηρίζει την άποψη ότι η ρύθμιση αυτή οδηγεί σε πρόσθετες γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις για τους παραγωγούς και ότι πρέπει ιδίως να διασφαλισθεί μια πλήρης αντιστάθμιση των εισοδημάτων τους σε σχέση με την πτυχή του κρέατος, καθώς και για κάθε ζώο. Το προτεινόμενο πρότυπο δεν φαίνεται να παρέχει μια παρόμοια εγγύηση και θα έχει ως αποτέλεσμα την άδικη μεταχείριση των γεωργών. Συνεπώς, κατά τη χορήγηση των αντισταθμιστικών πληρωμών για την κάλυψη των απωλειών όσον αφορά το κρέας, χρειάζεται να θεσπισθεί μια ρύθμιση, ανεξάρτητα από αυτή που σχετίζεται με την πριμοδότηση για έναν υποθετικό αριθμό αγελάδων, βάσει της οποίας, θα εξασφαλίζεται μια πραγματική αντιστάθμιση ανά αγελάδα γαλακτοπαραγωγής.

4.9. Άρθρο 13 και επόμενα (Πρόσθετες κοινοτικές ενισχύσεις)

4.9.1. Η παροχή πρόσθετων ενισχύσεων με σκοπό την επίτευξη μεγαλύτερης ευελιξίας σε εθνική κλίμακα, μια πιο δίκαιη κατανομή και την υλοποίηση περιβαλλοντικών στόχων στο εθνικό επίπεδο αποτελεί μια εντελώς καινοτόμο προσέγγιση.

4.9.1.1. Για το λόγο αυτό, η ΟΚΕ εκτιμά ότι η καταβολή πρόσθετων ενισχύσεων με βάση την έκταση και/ή τα ζώα καθιστά απαραίτητη την πραγματοποίηση μιας συζήτησης καθώς και την πληροφόρηση. Εξίσου αναγκαία είναι και η θέσπιση της υποχρέωσης, βάσει της οποίας, οι πόροι θα χρησιμοποιούνται για την αντιστάθμιση των απωλειών.

4.9.2. Οι ανισορροπίες από τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ του '92 είχαν και στον τομέα του βοείου κρέατος την ακόλουθη συνέπεια: σε ορισμένα κράτη μέλη διατυπώθηκε το αίτημα για κατανομή των κοινοτικών πόρων στο σχετικό τομέα, σε πλήρη συνάρτηση με τα εθνικά ποσοστά παραγωγής.

4.9.2.1. Επομένως, κατά την άποψη της ΟΚΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει ιδιαιτέρως να μεριμνήσει για μια ισορροπημένη κατανομή των πόρων κατά τη θέσπιση κριτηρίων σχετικά με τη χορήγηση πριμοδοτήσεων.

4.9.3. Η ΟΚΕ υποστηρίζει κατ'αρχήν το πρότυπο μιας πιο ευέλικτης διάθεσης των κοινοτικών πόρων, προκειμένου να καλυφθούν με πιο ικανοποιητικό τρόπο οι απαιτήσεις κάθε κράτους 7 ωστόσο, δεν είναι ουδόλως βέβαιη ότι η υποβληθείσα πρόταση αποτελεί ένα κατάλληλο και ιδίως επαρκές μέσο για την αντιστάθμιση φυσικών, διαρθρωτικών ή περιφερειακών μειονεκτημάτων.

4.9.3.1. Η ΟΚΕ εκτιμά ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει πρόσθετα μέτρα, ιδίως στο διαρθρωτικό τομέα.

4.9.4. Η καθιέρωση τραπεζών δεδομένων για τα βοοειδή στα κράτη μέλη, θα οδηγήσει σε πρόσθετο φόρτο εργασίας και δαπάνες 7 τα πραγματικά πλεονεκτήματα αυτών των τραπεζών δεν είναι ακόμη επαρκώς σαφή. Οι δαπάνες που θα προκύψουν πρέπει να είναι δυνατό να δικαιολογηθούν, με την παροχή π.χ. της εγγύησης ότι η παρακολούθηση της παραγωγής βοείου κρέατος θα μπορεί να διασφαλισθεί. Ωστόσο, οι παραγωγοί δεν πρέπει να επιβαρυνθούν από πρόσθετες δαπάνες.

4.9.5. Εξάλλου, κατά τη γνώμη της ΟΚΕ, δημιουργείται η εντύπωση ότι θα υπάρξει αντιστάθμιση, βάσει των πρόσθετων ενισχύσεων, για μια ορισμένη κατηγορία παραγωγών σε όλους τους τομείς της παραγωγής ζώων, μόνο αν επιλεχθεί η ορθή μορφή με την οποία θα χορηγούνται οι πριμοδοτήσεις (δηλ. ο συνδυασμός της πριμοδότησης ανά ζώο και/ή ανά έκταση).

4.9.5.1. Από την άλλη πλευρά, το τμήμα δεν είναι βέβαιο ότι διατίθενται τα αναγκαία μέσα για την υλοποίηση του σκοπού αυτού.

4.9.6. Όσον αφορά τις προβλεφθείσες πριμοδοτήσεις για την αντιστάθμιση των εισοδημάτων, οι δαμαλίδες λαμβάνονται πολύ λίγο υπόψη. Επειδή μια γενική μείωση των τιμών για το βόειο κρέας επηρεάζει και αυτό το είδος, οι δαμαλίδες και τα μοσχάρια χρειάζεται επίσης να καλύπτονται από τις πριμοδοτήσεις.

4.10. Άρθρο 21 (Απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών σε σχέση με τις αιτήσεις για τη χορήγηση πριμοδοτήσεων βάσει κοινοτικών πόρων)

4.10.1. Η ΟΚΕ υποστηρίζει ανεπιφύλακτα το γεγονός ότι η χρησιμοποίηση ουσιών με ορμονική δράση ή κατά παράβαση της οδηγίας 96/23/ΕΚ εξακολουθεί να απαγορεύεται.

4.11. Άρθρο 22 (Προσαρμογή των πριμοδοτήσεων)

4.11.1. Η πρόταση της Επιτροπής για προσαρμογή των πριμοδοτήσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στις εξελίξεις της παραγωγής, της παραγωγικότητας και της αγοράς είναι ανάγκη να αιτιολογηθεί επαρκώς. Πάντως, μια παρόμοια δυνατότητα συνεπάγεται αύξηση της ανασφάλειας των εκμεταλλεύσεων στις οποίες εκτρέφονται βοοειδή.

4.12. Άλλες απόψεις της ΟΚΕ

4.12.1. Η εκστρατεία της Επιτροπής για την ενίσχυση της διάθεσης στην αγορά θρεπτικού βοείου κρέατος υψηλής ποιότητας απέδειξε την αποτελεσματικότητά της και πρέπει να συμπεριληφθεί στους στόχους που προβλέπονται στο άρθρο 2. Κατά τη διάρκεια της κρίσης BSE, ιδίως, η εκστρατεία αυτή συνέβαλε έντονα στη διάθεση του εν λόγω προϊόντος στην αγορά 7 επιπλέον, είναι ένα μέτρο που επιτρέπεται δυνάμει των ρυθμίσεων που θεσπίζει ο ΠΟΕ.

4.12.1.1. Στο μέλλον πρέπει να διατεθούν πρόσθετοι κοινοτικοί πόροι για τους σκοπούς αυτούς. Εξάλλου, η ΟΚΕ αναμένει ότι το Συμβούλιο θα λάβει σύντομα μια θετική απόφαση για τους πόρους, οι οποίοι προς το παρόν δεν έχουν διατεθεί, και καλεί την Επιτροπή να περιγράψει τις επόμενες μεθόδους προσέγγισης του θέματος.

Βρυξέλλες, 9 Σεπτεμβρίου 1998.

Ο Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Tom JENKINS

() ΕΕ C 170 της 4.6.1998, σ. 13.

() Σύμφωνα με την υπηρεσία Eurostat, η αύξηση της απόδοσης γάλακτος ανά αγελάδα γαλακτοπαραγωγής τα τελευταία χρόνια είχε ως εξής: 1993/1994: + 1,5 % 7 1994/1995: + 2,2 % 7 1995/1996: + 1,9 % 7 1996/1997: + 1,8 %.