51998AC0787

Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το περιβάλλον και την απασχόληση (Οικοδόμηση μιας βιώσιμης Ευρώπης)»

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 235 της 27/07/1998 σ. 0001


Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το περιβάλλον και την απασχόληση (Οικοδόμηση μιας βιώσιμης Ευρώπης)»

(98/C 235/01)

Στις 24 Νοεμβρίου 1997 και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 198 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω ανακοίνωση.

Το τμήμα περιβάλλοντος, δημόσιας υγείας και κατανάλωσης, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Μαΐου 1998 βάσει της εισηγητικής έκθεσης του κ. Pellarini.

Κατά την 355η σύνοδο ολομέλειας της συνεδρίασης της 27ης και 28ης Μαΐου 1998 (συνεδρίαση της 28ης Μαΐου), η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε ομόφωνα την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1. Εισαγωγή

1.1. Στο προοίμιο της Συνθήκης του Άμστερνταμ εντάχθηκε η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης ενώ μεταξύ των στόχων της Ένωσης η «ισορροπημένη και βιώσιμη ανάπτυξη» και «ένα υψηλό επίπεδο απασχόλησης» έχουν στενά συνδυαστεί στο ίδιο εδάφιο του άρθρου Β.

1.2. Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του διωνύμου περιβάλλον-απασχόληση, θεωρώντας αυτονόητο ότι αυτό είναι εποικοδομητικό και ότι θα πρέπει να τονιστούν οι επιπτώσεις που προκύπτουν από τη χάραξη των κοινοτικών πολιτικών.

1.3. Για την ΟΚΕ πρόκειται για ένα θέμα που έχει αντιμετωπιστεί επανειλημμένα, ειδικότερα στη γνωμοδότηση για την «Οικονομική ανάπτυξη και περιβάλλον» () όπου ένα κεφάλαιο αφιερώνεται στη «Διαχείριση της μετάβασης προς μία βιώσιμη ανάπτυξη» και όπου δηλώνεται ότι «στη σημερινή φάση, η βιώσιμη ανάπτυξη και η αύξηση της απασχόλησης αποτελούν και οι δύο απαραίτητους στόχους, που θα πρέπει να συνδεθούν μέσω ισχυρής πολιτικής πρωτοβουλίας και υπεύθυνης συμμετοχής όλων των ενδιαφερομένων».

1.4. Δράττεται λοιπόν της ευκαιρίας για να επανέλθει στο θέμα, λαμβάνοντας υπόψη την παρότρυνση του Συμβουλίου του Λουξεμβούργου, το Δεκέμβριο του 1997, για την κατάρτιση μιας στρατηγικής για την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών θεωρήσεων στις κοινοτικές πολιτικές και δράσεις και την προσεχή προθεσμία για την εξέταση αυτής της στρατηγικής στη Διάσκεψη Κορυφής του Κάρντιφ.

2. Παρατηρήσεις για τις σχέσεις μεταξύ περιβάλλοντος και απασχόλησης (κεφάλαιο 2)

2.1. Η ΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της διότι η Επιτροπή υιοθετεί την προσέγγιση που η ΟΚΕ είχε υποστηρίξει στις προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της, ειδικότερα στο κεφάλαιο «Διαχείριση της μετάβασης», και διότι ανακοινώνει στο κεφάλαιο 3 μία σειρά πολιτικών για την ειδική υποστήριξη στους διαφόρους τομείς.

2.2. Η ΟΚΕ έχει επίσης την πεποίθηση ότι χωρίς ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα που θα προσανατολίζει τις πολιτικές προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, σε κοινοτικό, εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, ορισμένες διαβεβαιώσεις αρχής που περιέχονται στις Συνθήκες υπάρχει κίνδυνος να παραμείνουν ανεφάρμοστες. Αυτό είχε ήδη δηλωθεί στη γνωμοδότηση που καταρτίστηκε τη στιγμή της υιοθέτησης του 5ου προγράμματος για το περιβάλλον, όπου είχε εκφραστεί η εκτίμηση ότι αυτό δεν θα εφαρμοστεί εάν δεν καθοριστούν συγκεκριμένες «προτεραιότητες πολιτικού χαρακτήρα» () όχι μόνο στο κοινοτικό επίπεδο αλλά και στο επίπεδο των κρατών μελών.

2.3. Η δέσμευση που έχει αναληφθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, επίσης σε διεθνές επίπεδο, συνολικά το 1992 στο Ρίο και το 1997 σε σχέση με τις κλιματολογικές μεταβολές στο Κιότο, για τον προσανατολισμό της ανάπτυξης σύμφωνα με νέες παραμέτρους διατήρησης των φυσικών πόρων, θα πρέπει πραγματικά γίνει σεβαστή και να ενσωματωθεί στα διάφορα μέτρα. Στη σημερινή φάση αυτή η δέσμευση μπορεί να παγιωθεί με αξιολόγηση όλων εκείνων των εμπειριών που επιτρέπουν τη βελτιστοποίηση της προστασίας του περιβάλλοντος και την αύξηση της απασχόλησης, έχοντας ωστόσο υπόψη ότι τα αποτελέσματα δεν μπορούν να επαληθευτούν σε ένα μόνο μέτρο, αλλά διαχέονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και μπορούν να πολλαπλασιαστούν μόνο εάν συνεχιστεί με αποφασιστικότητα μία στρατηγική «βιώσιμης ανάπτυξης».

2.4. Για τους λόγους αυτούς η ΟΚΕ κρίνει ότι η παρούσα ανακοίνωση δεν εμβαθύνει επαρκώς σε ορισμένες βασικές έννοιες και δεν προσφέρει ένα εξαντλητικό πλαίσιο όσων έχουν γίνει μέχρι σήμερα μέσω των διαφόρων προγραμμάτων και των πολιτικών πρωτοβουλιών.

2.5. Ο ίδιος ο τίτλος αφήνει να εννοηθεί μία υπέρμετρα επιφανειακή σύνδεση εννοιών μεταξύ περιβάλλοντος, απασχόλησης και ανάπτυξης 7 κυρίως η έκφραση «οικοδόμηση μιας βιώσιμης Ευρώπης» δεν έχει στην κυριολεξία κανένα νόημα ή τουλάχιστον, εάν έχει, αυτό παραμένει ασαφές.

2.5.1. Για μεγαλύτερη σαφήνεια θα ήταν προτιμότερο να συνδυαστούν όροι που έχουν ήδη παγιωμένη σημασία όπως για παράδειγμα «οικοδόμηση μιας ανταγωνιστικής Ευρώπης στα πλαίσια μιας βιώσιμης ανάπτυξης».

2.6. Λόγω της σημασίας και της διάστασης του φαινομένου της ανεργίας στην Ευρώπη είναι επίσης επικίνδυνο να συνδυάζεται αυτομάτως η προστασία του περιβάλλοντος με την απασχόληση, όπως φαίνεται να υπονοεί η ανακοίνωση, στο βαθμό που μολονότι και οι δύο αυτοί στόχοι θα πρέπει να ενσωματωθούν στις κοινοτικές πολιτικές, η καταπολέμηση της ανεργίας μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα της συνολικής εφαρμογής όλων αυτών των πολιτικών.

2.6.1. Δεν πρέπει να παραγνωριστεί ότι η προστασία και η διατήρηση του περιβάλλοντος αποτελεί μία ξεχωριστή πολιτική, πέρα από τις οριζόντιές της πτυχές, και ότι η αξιολόγηση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου των σχεδίων και των προγραμμάτων μπορεί εποικοδομητικώς να συνοδεύεται πληροφοριακά από δελτίο αξιολόγησης των επιπτώσεων στην απασχόληση, το οποίο μπορεί να είναι χρήσιμο για τον προσδιορισμό των συνεργειών μεταξύ διάφορων πολιτικών, χωρίς αυτό να επηρεάζει τις αποφάσεις που θα πρέπει να βασίζονται κυρίως σε περιβαλλοντικές θεωρήσεις.

2.7. Η ανακοίνωση αρχίζει με τη διαπίστωση (σημείο 1.1) ότι «οι οικονομίες των χωρών της ΕΕ δεν αναπτύσσονται στην οπτική της βιωσιμότητας» δεν συνεχίζει όμως συνεκτικά τον προβληματισμό της έως την επιβεβαίωση της αναγκαιότητας τροποποίησης του προτύπου κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης και την υιοθέτηση μιας νέας σφαιρικής προσέγγισης, που θα αξιοποιεί τις νέες γνώσεις και τις νέες επιχειρηματικές ικανότητες, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη Λευκή Βίβλο Ντελόρ (βλ. στη συνέχεια) και με όσα περιέχονται ρητώς στο 5ο πρόγραμμα βιώσιμης ανάπτυξης.

2.7.1. Παραμένοντας στην ένδειξη των ενδεχόμενων μέτρων και ενεργειών τομεακής εμβέλειας στο σημερινό πλαίσιο, έχει κανείς την αίσθηση ότι η Επιτροπή αποφασίζει να αγνοήσει ότι το σημερινό πρότυπο ανάπτυξης δεν διαθέτει συνταγές για τη ριζική επίλυση του προβλήματος, αλλά μόνο για την εξομάλυνση της σοβαρότητάς του με χρονική απομάκρυνση των προβλεπόμενων βλαβών.

2.8. Αυτό είναι ακόμη περισσότερο προφανές όταν διαπιστώνεται ότι στην ανακοίνωση δεν υπάρχει ίχνος πιο εμπεριστατωμένου και επίκαιρου προβληματισμού επί τριών ουσιαστικών σημείων:

- ότι η ανεργία στην Ευρώπη δεν είναι συγκυριακή αλλά παρουσιάζει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά 7

- ότι παρά το θεμελιώδη ρόλο της τεχνολογικής ανάπτυξης στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν μπορεί να δηλώνεται με βεβαιότητα ότι η τεχνολογική καινοτομία μπορεί να δημιουργήσει περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες αντικαθιστά κυρίως από την άποψη της παραδοσιακής μισθωτής εργασίας 7

- ότι είναι απατηλό να σκέφτεται κανείς ότι υφίσταται ακόμη αυτόματη και αιτιακή διασύνδεση μεταξύ του συντελεστή οικονομικής ανάπτυξης και της μείωσης της ανεργίας.

2.9. Από τις προηγούμενες θεωρήσεις προκύπτει ότι για να αντιμετωπιστεί η ανεργία με θετικά αποτελέσματα χρειάζεται να καταρτιστεί μία πολιτική διαρθρωτικού χαρακτήρα σε μία οπτική βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία να στηρίζεται σε μια ολόκληρη σειρά μέσων, να σέβεται την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και να εγγράφεται σε μια κανονιστική τυποποίηση της έννοιας της ευθύνης για τις περιβαλλοντικές ζημιές ().

2.10. Θεωρούμενη ως αυτονόητη η ανάλυση του τι σημαίνει η βιώσιμη ανάπτυξη (ανάλυση που γίνεται και στο έγγραφο της Επιτροπής) είναι σαφές ότι για την επίτευξη αυτού του στόχου χρειάζεται να τεθούν εκ νέου σε συζήτηση οι κοινωνικοοικονομικοί μηχανισμοί που υποστηρίζουν σήμερα την παραγωγή και την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών. Το διώνυμο περιβάλλον-απασχόληση μπορεί να βρει τη μέγιστη λύση του μόνο στην οπτική αυτή και θα πρέπει ειδικά να λαμβάνεται υπόψη στις πολιτικές δημιουργίας απασχόλησης που προωθούν τα διάφορα κράτη μέλη.

2.11. Σχετικά με αυτό η ΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το ότι οι θεωρήσεις που αναπτύσσονται στο κεφάλαιο 10 της Λευκής Βίβλου Ντελόρ, για την υποχρησιμοποίηση του εργατικού δυναμικού και την υπερβολική χρησιμοποίηση των φυσικών πόρων, καθώς και για την αναγκαιότητα φορολογικών διορθωτικών συντελεστών για την αποκατάσταση αυτής της ισορροπίας, δεν αναπτύσσονται επαρκώς μεταξύ των θεμάτων της ανακοίνωσης ().

2.11.1. Μόνο ξεκινώντας από την προσέγγιση αυτή μπορούν να επιτευχθούν οι δύο προτεραιότητες της προστασίας του περιβάλλοντος και της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, δρώντας όχι αποκλειστικά στο φορολογικό επίπεδο, αλλά και με ένα σύνολο μέτρων, ούτως ώστε να τηρηθεί η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας.

2.12. Χρειάζεται πράγματι να αναληφθεί μία δυναμική διατύπωση που θα λαμβάνει υπόψη της τις νέες ανάγκες πρόληψης και προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς και τις νέες μεθόδους παραγωγής και οικολογικής διαχείρισης, τις νέες τεχνολογίες και τις νέες υπηρεσίες στους τομείς των πληροφοριών και της κατάρτισης που απαιτεί το πέρασμα στην «βιώσιμη ανάπτυξη»: μόνο με τον τρόπο αυτό μπορούν να προσδιοριστούν οι νέες επαγγελματικές μορφές και οι νέες θέσεις εργασίας που μπορούν να δημιουργηθούν, αξιολογώντας επίσης το ρόλο που μπορεί ειδικά να διαδραματίσει η μικρή και μεσαία επιχείρηση.

2.12.1. Κατά τη δημιουργία αυτών των νέων επαγγελματικών μορφών και των νέων θέσεων εργασίας, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στους κανόνες για την ασφάλεια και την υγεία στο χώρο εργασίας.

2.13. Δεν χρειάζεται, εξάλλου, να περιοριστεί ο προβληματισμός μόνο στον τομέα της βιομηχανικής μισθωτής εργασίας 7 οι νέες μορφές αυτόνομης εργασίας, εργασίας με περιορισμένη σύμβαση, με περιορισμένο χρόνο, που διαγράφονται κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών, συνδέονται με την πληροφορία και τη συμβουλευτική δραστηριότητα και επιτρέπουν να είναι όλο και πιο εύκολα κατανοητή η ανάπτυξη της άτυπης εργασίας.

2.14. Στην προαναφερθείσα γνωμοδότηση για την «Ανάπτυξη και περιβάλλον» αποκλείονταν η αυτόματη σχέση μεταξύ μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος και αύξησης της απασχόλησης και αυτό επιβεβαιώνεται στην ευρύτατη τεκμηρίωση που παρέχεται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής σχετικά με τις μελέτες που έγιναν τα τελευταία χρόνια στο θέμα αυτό 7 οι μελέτες αυτές αποδεικνύουν ωστόσο ότι τα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος με τη χρήση των καλύτερων τεχνολογιών που έχουμε στη διάθεσή μας έχουν συνολικά θετικό αποτέλεσμα, έστω και εάν δεν είναι τόσο σημαντικό από την άποψη των θέσεων εργασίας και ότι συχνά συνδυάζονται με στοιχεία τεχνολογικής καινοτομίας και εξορθολογισμού των παραγωγικών διαδικασιών που εξασφαλίζουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, συμβάλλοντας κατ'αυτό τον τρόπο όσο γίνεται στη διατήρηση της απασχόλησης.

2.14.1. Κατά την ανάπτυξη νέων παραγωγικών διαδικασιών, προϊόντων και υπηρεσιών που ανταποκρίνονται στη νέα ζήτηση εκ μέρους της βιομηχανίας, της δημόσιας διοίκησης και των καταναλωτών, μπορούν να δημιουργηθούν θετικές συνέργιες που απαιτούν ωστόσο μία σημαντική προσπάθεια.

2.15. Πέρα από τον ειδικό τομέα της «οικολογικής βιομηχανίας» που ανταποκρίνεται ειδικότερα στη ζήτηση τεχνολογιών και υπηρεσιών περιβαλλοντικής προστασίας και αντιπροσωπεύει έναν νέο τομέα ανάπτυξης, χρειάζεται να υπάρξει γενικότερα διάκριση μεταξύ των μέτρων που αποβλέπουν στη μείωση και την πρόληψη της ρύπανσης και επιφέρουν πρόσθετο κόστος επενδύσεων - τα οποία όμως μακροπρόθεσμα μετατρέπονται σε εξοικονομήσεις πρώτων υλών και ενέργειας, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας και στη μακροπρόθεσμη μείωση του κοινωνικού κόστους των περιβαλλοντικών ζημιών - και των μέτρων προστασίας και διατήρησης του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος, που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, παραδοσιακές και καινοτόμες.

2.15.1. Θα πρέπει σχετικά να υπάρξει επίσης διάκριση μεταξύ των μεθόδων χρηματοδότησης των διαφόρων μέτρων, στο βαθμό που οι πρώτες αφορούν τομείς δημιουργούς κέρδους και κατ' εξοχήν ιδιωτικού χαρακτήρα (μεταποιητική βιομηχανία, παραγωγής ενέργειας, μεταφορές), ενώ οι δεύτερες απαιτούν δημόσιες επενδύσεις.

2.16. Μολονότι υιοθετείται μία δυναμική και σφαιρική προσέγγιση, διαπιστώνεται ωστόσο ότι οι διάφοροι τύποι μέτρων απαιτούν νέες τεχνογνωσίες, αρμοδιότητες και συμβουλευτικές υπηρεσίες, που μπορούν να εξασφαλιστούν όχι μόνο από τη δημόσια διοίκηση και από τους δημόσιους οργανισμούς που οφείλουν να εξοπλιστούν για το σκοπό αυτό, αλλά επίσης και από τις νέες επιχειρήσεις υπηρεσιών που μπορούν να προσφέρουν σημαντικές διεξόδους απασχόλησης. Τα αποτελέσματα από την άποψη της απασχόλησης θα πρέπει να υπολογιστούν συνολικά και μεσοπρόθεσμα, λαμβάνοντας υπόψη τις αναγκαίες αναδιαρθρώσεις.

2.17. Δεδομένου ότι η «βιώσιμη ανάπτυξη» αποτελεί διεθνώς επιδιωκόμενο στόχο, η Ευρώπη μπορεί να αντλήσει επίσης πλεονέκτημα από την άποψη της εξαγωγής τεχνολογιών και καθαρών προϊόντων και τεχνογνωσιών εάν προχωρήσει ταχύτερα προς την κατεύθυνση αυτή 7 και στο μέτωπο αυτό επίσης μπορούν να επιτευχθούν θετικές επιπτώσεις στην απασχόληση.

2.18. Επίσης, ο ρόλος των κεντρικών, περιφερειακών και τοπικών διοικήσεων θα πρέπει να εξεταστεί πιο εμπεριστατωμένα, στο βαθμό που αυτές μπορούν να καθιερώσουν κανόνες και κίνητρα ικανά να καταστήσουν πιο θελκτικό για τον ιδιώτη αυτό που είναι χρήσιμο για το συλλογικό συμφέρον, συμβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό στο βαθμιαίο προσανατολισμό του σημερινού προτύπου σε μία οπτική ανάπτυξης που συμβιβάζεται με την προστασία του περιβάλλοντος και της βιώσιμης ανάπτυξης.

2.19. Οι διάφοροι οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες στα πλαίσια της «κοινής ευθύνης» μπορούν να διαδραματίζουν ρόλο ώθησης, εκπαίδευσης, ενημέρωσης προς την κατεύθυνση της «βιώσιμης» ανάπτυξης και καταπολέμησης, κινητοποιώντας τους οργανωτικούς και συνεταιριστικούς πόρους τους 7 ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες όλες οι εμπειρίες που αποτελούν το αντικείμενο συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων κοινωνικοεπαγγελματικών, συνδικαλιστικών και περιβαλλοντικών οργανώσεων, σε διαμεθοριακό επίσης επίπεδο.

2.20. Παράλληλα με το έργο εκπαίδευσης και κατάρτισης σε οριζόντιο επίπεδο, που μπορεί να δημιουργήσει νέες μορφές απασχόλησης στον αποκαλούμενο «τρίτο τομέα», στον οποίο δρουν εθελοντικές ενώσεις με αναγνωρισμένο και αξιοποιούμενο ρόλο, έμφαση πρέπει να δοθεί επίσης στην καλύτερη περιβαλλοντική διαχείριση των επιχειρήσεων, στα πλαίσια του συστήματος Ecoaudit, του οποίου εξαγγέλλεται η προσεχής αναθεώρηση σε συνάρτηση με την καλύτερη διάδοσή του, καθώς και με την καλύτερη ανταπόκριση στις ανάγκες των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, ιδίως της βιοτεχνίας και των μικροεπιχειρήσεων. Η διάδοση αυτού του συστήματος είναι πράγματι αρκετά άνιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και θα πρέπει να ενθαρρυνθεί περισσότερο από τα κράτη μέλη.

2.21. Ιδιαίτερα, όσον αφορά τις μικρές επιχειρήσεις και τη βιοτεχνία, η ΟΚΕ εφιστά την προσοχή στην ανάγκη θέσπισης νομοθετικών και φορολογικών μέτρων που θα έχουν προσαρμοσθεί στις ανάγκες τους ώστε να τις βοηθήσουν να εισαγάγουν περιβαλλοντικές προδιαγραφές. Τονίζει επίσης ιδιαίτερα την ανάγκη να υποστηριχθεί και να διευκολυνθεί ο ρόλος και η δράση των ενδιάμεσων οργανώσεων.

2.22. Βάσει των προηγούμενων θεωρήσεων το έγγραφο της Επιτροπής προκύπτει ότι είναι υπερβολικά επιφυλακτικό και δεν ανοίγει νέους κλάδους προβληματισμού, περιοριζόμενο στην απλή καταγραφή των ενδεχόμενων μέτρων στα πλαίσια των σημερινών πολιτικών.

3. Παρατηρήσεις για τις πολιτικές υποστήριξης και τις κύριες δράσεις (κεφάλαια 3 και 4)

3.1. Η ανακοίνωση εξετάζει τις ήδη εφαρμοζόμενες δράσεις στους διαφόρους τομείς καθώς και τις πολιτικές υποστήριξης που έχουν ενεργοποιηθεί και αναφέρει ορισμένες κύριες δράσεις για το μέλλον 7 αυτό το τελευταίο κεφάλαιο (κεφ. 4) είναι το πιο ασαφές και θα πρέπει να συμπληρωθεί με νέο περιεχόμενο και λειτουργικές προτάσεις που θα συνδυάζονται με την τομεακή ανάλυση του τμήματος 3.

3.2. Βάσει της τεκμηρίωσης που έχει συλλεγεί και των πρωτοβουλιών που αναπτύσσονται στα κράτη μέλη με την ενεργό συμμετοχή και τη συνεργασία με τις κοινωνικοεπαγγελματικές οργανώσεις, τις περιβαλλοντικές ενώσεις και τις ενώσεις των καταναλωτών, η ΟΚΕ υποδεικνύει ορισμένα θέματα που θα πρέπει να αναπτυχθούν:

3.2.1. Εθνικές πολιτικές για την απασχόληση

3.2.1.1. Είναι σημαντικό στα πλαίσια των προσανατολισμών για τον καθορισμό των πολιτικών για την απασχόληση των κρατών μελών να ενσωματωθεί η πτυχή της βιώσιμης ανάπτυξης, δίδοντας ώθηση στις πρωτοβουλίες των κρατών μελών κατά τον προσδιορισμό των τοπικών συμφώνων που αξιοποιούν τις περιβαλλοντικές πηγές και ενθαρρύνουν την καινοτομία και τις ικανότητες, προδιαθέτοντας τα μέσα κατάρτισης και διάδοσης της τεχνογνωσίας, ειδικότερα προς την κατεύθυνση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Τα σύμφωνα αυτά δεν θα πρέπει να περιορισθούν σε πιλοτικά πειράματα, αλλά να ενταχθούν στο πλαίσιο της χρήσης των διαρθρωτικών ταμείων.

3.2.2. Οι πόλεις και η αστική αποκατάσταση ως πεδίο δοκιμής των καινοτόμων πολιτικών που είναι ικανές να συνδυάζουν περιβάλλον και απασχόληση

3.2.2.1. Η έννοια του αστικού χώρου έχει καταστεί τα τελευταία χρόνια όλο και πιο σαφής και ωστόσο σχετίζεται όλο και περισσότερο με ειδικά προβλήματα φθοράς του μητροπολιτικού χώρου, που αντιπροσωπεύουν μία σειρά προβλήματα που επηρεάζουν το περιβάλλον με ειδικό τρόπο. Προκύπτει έτσι ανατροπή των παλαιών προγραμμάτων δράσης και η έννοια της αστικής ανάπτυξης προοδευτικά αντικαθίσταται από την έννοια της συντήρησης της πόλης. Από την αναγκαιότητα επίλυσης όλων των προβλημάτων που θέτει η πόλη στο περιβάλλον προκύπτει επίσης μία νέα προσέγγιση κατά την οποία η πόλη δεν είναι απλώς ο χώρος στον οποίο κατοικεί, μετακινείται και εργάζεται ο καθένας, αλλά μία εδαφική οντότητα που ζει ως σύστημα ροών και κύκλων, και της οποίας η αποτελεσματική, και συμβατή με το περιβάλλον, διαχείριση αποτελεί εξασφάλιση της ευημερίας των πολιτών ().

3.2.2.2. Είναι πλέον σαφές ότι οι πολιτικές για την πόλη, δηλαδή ο προγραμματισμός, ο σχεδιασμός και ο έλεγχος της ανάπτυξης του αστικού περιβάλλοντος όπως είναι τα ρυθμιστικά σχέδια, τα σχέδια ανάκτησης, τα κυκλοφοριακά σχέδια ή τα σχέδια για την εξάλειψη των αποβλήτων, τα σχέδια ενέργειας, έχουν ισχυρή επίδραση στους τρόπους με τους οποίους παρεμβαίνει κανείς για να προστατεύσει το οικοσύστημα των αστικών χώρων, για να μειώσει την κατανάλωση περιβαλλοντικών και εδαφικών πόρων που βρίσκονται σ'αυτές. Για να δοθεί επιπλέον η δυνατότητα συμβιβασμού των απαιτήσεων ανάπτυξης των πόλεων με λύσεις συμβατές με την προστασία του περιβάλλοντος αλλά επίσης και με την αναγκαιότητα δημιουργίας νέας και μόνιμης απασχόλησης ().

3.2.2.3. Εάν σκεφθούμε τον τομέα των κατασκευών και της κατοικίας διαπιστώνεται ότι οι διευκολύνσεις και τα κίνητρα που εφαρμόζονται για την προστασία και την αναδιάρθρωση της κτιριακής κληρονομιάς, μπορούν να αποτελέσουν πολλαπλασιαστές της ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος. Οι παρεμβάσεις στην κτιριακή κληρονομιά είναι πολύπλοκες και διαρθρωμένες και περιλαμβάνουν διάφορα πεδία και κλάδους, από το πνεύμα της αστικής ανάκτησης έως τις πολιτικές εξυγίανσης των ιστορικών κέντρων και των περιφερειών, από τη διατήρηση έως την επαναχρησιμοποίηση των χώρων του αστικοποιημένου περιβάλλοντος, και έως τη συνολική βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών των πόλεών μας.

3.2.2.4. Η ενεργειακή εξοικονόμηση θα πρέπει να συνεχισθεί κατά την αποκατάσταση των κτιρίων της, όπως επίσης η ενεργός πολιτική για τη συμμετοχή των χρηστών, με τα κατάλληλα κίνητρα επίσης. Αυτό θα συμβάλει, όπως προκύπτει από τα στοιχεία, πέρα από πιο θετικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, και στην αύξηση των δυνατοτήτων απασχόλησης.

3.2.3. Διαχείριση των αποβλήτων

3.2.3.1. Στα πλαίσια της προληπτικής προσέγγισης της μείωσης των αποβλήτων στην πηγή, της διαφοροποιημένης περισυλλογής και της επεξεργασίας ενόψει επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης, δημιουργούνται και μπορούν να ενθαρρυνθούν νέες επαγγελματικές μορφές και νέες διέξοδοι απασχόλησης, όπως έχει τονίσει η ΟΚΕ σε σχετικές γνωμοδοτήσεις της ().

3.2.4. Μεταφορές

3.2.4.1. Σε διάφορες γνωμοδοτήσεις της () η ΟΚΕ υπογράμμισε την ανάγκη μεταστροφής και εξορθολογισμού των συστημάτων δημόσιων μεταφορών, με ιδιαίτερη προσοχή στον τομέα των αστικών μεταφορών, και την αναγκαιότητα ένταξης των περιβαλλοντικών θεωρήσεων στα πλαίσια της διεύρυνσης των εθνικών και υπερευρωπαϊκών δικτύων. Οι δευτερεύουσες σιδηροδρομικές μεταφορές θα πρέπει να αναβαθμιστούν και οι τοπικές μεταφορές να ενισχυθούν.

3.2.4.2. Είναι ουσιώδες να ενθαρρυνθεί η επέκταση των δημόσιων μεταφορών, όπως είχε υπογραμμιστεί στη γνωμοδότηση της ΟΚΕ για την Πράσινη Βίβλο σχετικά με τον αντίκτυπο των μεταφορών στο περιβάλλον ().

3.2.5. Αγροτική ανάπτυξη και Ατζέντα 2000

3.2.5.1. Δεν μπορούμε να είμαστε πολύ αισιόδοξοι ως προς τις επιπτώσεις στην απασχόληση στη γεωργία που θα έχει η Ατζέντα 2000. Χρειάζεται ωστόσο να ορισθούν πρωταρχικές δράσεις που θα αξιοποιήσουν το ρόλο των παραγωγών στη διατήρηση του περιβάλλοντος, ειδικότερα όσον αφορά την υφή του εδάφους, την προστασία του τοπίου, την αναδάσωση, την προστασία των ορεινών περιοχών, όπως επίσης σε νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, όπως είναι ο αγροτουρισμός και η βιολογική παραγωγή.

3.2.5.2. Στα πλαίσια του επαναπροσδιορισμού της ΚΓΠ τα Διαρθρωτικά Ταμεία θα πρέπει να διευκολύνουν τη μεταστροφή προς την οικοβιώσιμη γεωργία και να αξιοποιήσουν τα νέα επαγγέλματα που θα προσελκύσουν τους νέους.

3.2.5.3. Κυρίως όμως από μία συνεκτική και αποφασιστική πολιτική αγροτικής ανάπτυξης, η οποία, αναγνωρίζοντας τη γεωργία ως το στυλοβάτη της οικονομίας των αγροτικών περιοχών, θα έχει επίσης ως στόχο την ενεργοποίηση κάθε πρωτοβουλίας στους παράλληλους τομείς της αγροεπισιτιστικής βιομηχανίας, του τουρισμού, της βιοτεχνίας, των μεταφορών, των επικοινωνιών κ.λπ., μπορούν να προκύψουν σημαντικές δυνατότητες νέας απασχόλησης, τεχνολογικής καινοτομίας, εκσυγχρονισμού και ανάκαμψης της συνολικής οικονομίας των αγροτικών περιοχών.

3.2.5.4. Για να προωθηθεί αυτή η ανάκαμψη, θα ήταν ενδεχομένως χρήσιμο να καθιερωθεί μια σύνδεση μεταξύ του δικτύου «Natura 2000» (οδηγία για τους οικοτόπους) και των διαρθρωτικών ταμείων, εντάσσοντας τις τοποθεσίες φυσικού ενδιαφέροντος στο δίκτυο των στόχων 1 και 2.

3.2.5.5. Η διαχείριση των υδάτινων πόρων από τις αρχές ύδρευσης, όπως ενθαρρύνεται από την οδηγία πλαίσιο για τα υδάτινα αποθέματα, μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα σημαντικού μέσου για μία νέα προσέγγιση στα πλαίσια της διαχείρισης του χώρου.

3.2.6. Κατάρτιση και επιμόρφωση στον περιβαλλοντικό τομέα σε σχολικό και επαγγελματικό πλαίσιο

3.2.6.1. Στον τομέα αυτό θα πρέπει να καταβληθεί μεγαλύτερη προσπάθεια, τόσο για να μεταστραφούν οι εργαζόμενοι προς νέα επαγγέλματα και να προσανατολιστούν οι νέοι προς νέα επαγγέλματα και νέες δεξιότητες, όσο και για να καταρτιστεί το προσωπικό των δημόσιων διοικήσεων, οι ενδιάμεσες και οι επαγγελματικές οργανώσεις, καθώς και οι μικροί επιχειρηματίες στις νέες τεχνολογίες και στην οικοσυμβατή διαχείριση.

3.2.6.2. Στα πλαίσια αυτά πέρα από τις σχολικές δομές επιμόρφωσης και επαγγελματικής κατάρτισης, θα πρέπει να αξιοποιηθεί επίσης το σύστημα του «Ecoaudit» που προωθεί τη βελτίωση της περιβαλλοντικής διαχείρισης των επιχειρήσεων και περιλαμβάνει σύστημα «συνεχούς επιμόρφωσης» και εκσυγχρονισμό του προσωπικού των φορέων.

3.2.6.3. Στον τομέα της επιμόρφωσης και της ενημέρωσης σημαντικό ρόλο πολλαπλασιαστή μπορούν να διαδραματίσουν οι κοινωνικοεπαγγελματικές οργανώσεις και οι αδελφότητες.

3.2.7. Έρευνα και ανάπτυξη

3.2.7.1. Σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα πλαίσιο θα δοθεί ώθηση στην έρευνα και την ανάπτυξη για τις καθαρές τεχνολογίες και τις τεχνολογίες καταπολέμησης της ρύπανσης, όπως επίσης στις νέες πτυχές της νέα αντίληψης των παραγωγικών μεθόδων και τους προϊόντος σε συνάρτηση με τη βιώσιμη ανάπτυξη και κατανάλωση. Η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και τα επακόλουθα ανάπτυξής της εξαρτώνται από την ικανότητα απάντησης στις προκλήσεις της προστασίας του περιβάλλοντος, της αξιοποίησης και της διατήρησης των φυσικών πόρων.

Βρυξέλλες, 28 Μαΐου 1998.

Ο Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής ΕπιτροπήςTom JENKINS

() ΕΕ C 155 της 21.6.1995.

() ΕΕ C 287 της 4.11.1992.

() Βλ. τη γνωμοδότηση της ΟΚΕ για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή: Πράσινη Βίβλος σχετικά με την αποκατάσταση των περιβαλλοντικών ζημιών», ΕΕ C 133 της 16.5.1994.

() Βλ. τις γνωμοδοτήσεις της ΟΚΕ για τη Λευκή Βίβλο, ΕΕ C 295 της 22.10.1994.

() Βλ. τη γνωμοδότηση της ΟΚΕ για την Πράσινη Βίβλο «Αστικό περιβάλλον», ΕΕ C 269 της 14.10.1991.

() Βλ. τη γνωμοδότηση της ΟΚΕ για τη «Αειφόρο ανάπτυξη - Δόμηση και διαβίωση στην Ευρώπη» ΕΕ C 355 της 21.11.1997.

() Βλ. ειδικότερα τη γνωμοδότηση για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση της κοινοτικής στρατηγικής διαχείρισης αποβλήτων», ΕΕ C 89 της 19.3.1997.

() Βλ. τη γνωμοδότηση της ΟΚΕ για το «Δίκτυο των πολιτών - Αξιοποίηση του δυναμικού των δημόσιων επιβατικών μεταφορών στην Ευρώπη - Πράσινο Βιβλίο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής», ΕΕ C 212 της 22.7.1996. Επίσης, τη γνωμοδότηση της ΟΚΕ για το Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής με τίτλο «Προς ένα δίκαιο και αποτελεσματικό καθορισμό των τιμών στις μεταφορές - Πολιτικές επιλογές για την εσωτερίκευση των εξωτερικών στοιχείων κόστους των μεταφορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση», EE C 56 της 14.2.1997.

() ΕΕ C 313 της 30.11.1992.