51998AC0621

Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 94/67/ΕΚ σχετικά με την αποτέφρωση επικίνδυνων αποβλήτων»

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 214 της 10/07/1998 σ. 0006


Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 94/67/ΕΚ σχετικά με την αποτέφρωση επικίνδυνων αποβλήτων» () (98/C 214/02)

Στις 2 Φεβρουαρίου 1998, και σύμφωνα με το άρθρο 198 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το τμήμα περιβάλλοντος, δημόσιας υγείας και κατανάλωσης, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Μαρτίου 1998. Εισηγητής ήταν ο κ. Gardner και συνεισηγητές οι κ. Ceballo Herrero και Colombo.

Κατά την 354η σύνοδο ολομέλειας της 29ης και 30ής Απριλίου 1998 (συνεδρίαση της 29ης Απριλίου), η ΟΚΕ υιοθέτησε με 110 ψήφους υπέρ και μία αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1. Εισαγωγή

1.1. Με την παρούσα πρόταση εισάγεται η έννοια του Ολοκληρωμένου Ελέγχου και Πρόληψης της Ρύπανσης (IPPC), η οποία υιοθετήθηκε πρόσφατα με τη οδηγία 96/61/ΕΚ () του Συμβουλίου, στην οδηγία 94/67/ΕΚ για την αποτέφρωση των επικίνδυνων αποβλήτων (). Στόχος της προτεινόμενης οδηγίας είναι η πρόληψη της μεταφοράς ατμοσφαιρικών ρύπων στο υδάτινο περιβάλλον, μέσω της θέσπισης ελέγχων των λυμάτων που προέρχονται από εγκαταστάσεις αποτέφρωσης επικίνδυνων αποβλήτων, ιδιαίτερα όσον αφορά τον καθαρισμό των λυμάτων. Βάσει της πρότασης, η επίτευξη του προαναφερθέντος στόχου επιδιώκεται μέσω της πλήρους αναθεώρησης του άρθρου 8 της υφιστάμενης οδηγίας (94/67/ΕΚ) και της προσθήκης ενός νέου παραρτήματος.

2. Γενικές παρατηρήσεις

2.1. Η ΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόθεση της Επιτροπής να προβεί στον έλεγχο της απόρριψης επικίνδυνων αποβλήτων και υποστηρίζει () την πρόταση με την επιφύλαξη των παρατηρήσεων που διατυπώνονται στη συνέχεια.

2.2. Η ΟΚΕ συμφωνεί ότι είναι αναγκαία η πρόληψη της μεταφοράς της ρύπανσης και, κατά συνέπεια, θεωρεί ότι η ενσωμάτωση των σχετικών μέτρων στην οδηγία 94/67/ΕΚ αποτελεί απαραίτητη συμβολή για την πραγματοποίηση των περιβαλλοντικών ελέγχων. Ήδη πολλά κράτη μέλη έχουν προβεί στην επιβολή περιορισμών ως προς την απόρριψη λυμάτων που προέρχονται από εγκαταστάσεις αποτέφρωσης επικίνδυνων αποβλήτων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, υφίσταται ένα φάσμα σημαντικών αποκλίσεων ως προς τα ισχύοντα όρια, το οποίο κυμαίνεται από την παντελή απουσία οιουδήποτε ορίου έως την ύπαρξη αυστηρών ορίων απόρριψης αποβλήτων που εφαρμόζει τουλάχιστον ένα κράτος μέλος.

2.3. Στόχος της πρότασης είναι ο περιορισμός της ρύπανσης του υδάτινου περιβάλλοντος μέσω της καθιέρωσης ενιαίων ορίων για κάθε απόρριψη που λαμβάνει χώρα στο σύνολο της ΕΕ. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι ο καθορισμός ορισμένων από τις προτεινόμενες οριακές τιμές εκπομπής πραγματοποιήθηκε βάσει των ήδη προβλεπομένων από τις εθνικές νομοθεσίες τιμών και εκφράζει την επιφύλαξή της σχετικά με το εάν έχει πραγματοποιηθεί επαρκής έρευνα και έχουν συγκεντρωθεί τα, βάσει πραγματικών καταστάσεων, κατάλληλα στατιστικά στοιχεία, ώστε να διασφαλισθεί ότι οι προτεινόμενες οριακές τιμές είναι οι πλέον κατάλληλες για να χρησιμοποιηθούν σε επίπεδο ΕΕ.

2.3.1. Επιπλέον, η ΟΚΕ θεωρεί ότι, όσον αφορά τις ρυπογόνες ουσίες που αναφέρονται στο παράρτημα, οι ενιαίες οριακές τιμές εκπομπής που θα καθιερωθούν θα πρέπει να αποτελούν το κατώτατο επιτρεπόμενο όριο εκπομπής, ώστε, εάν αυτό κριθεί αναγκαίο, να παρασχεθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να προβούν στον καθορισμό αυστηρότερων ορίων, λαμβάνοντας υπόψη την ποσότητα των απορριπτόμενων ρύπων, την ευαισθησία του υποδοχέα και το τοπικό περιβάλλον (π.χ. φυσική μεταβολή της σύνθεσης του ύδατος).

2.3.2. Σχετικά με αυτό, η ΟΚΕ επισημαίνει ότι η Επιτροπή προέβη πρόσφατα στην ανάληψη νομικής δράσης εις βάρος τουλάχιστον έξι κρατών μελών σχετικά με την ενσωμάτωση στην εθνική τους νομοθεσία της βασικής οδηγίας 94/67/ΕΚ. Το γεγονός αυτό καθιστά σαφές ότι είναι πιθανόν να υπάρξουν ουσιαστικά προβλήματα εφαρμογής και, για το λόγο αυτό, αποτελεί επιτακτική ανάγκη να βασισθεί η παρούσα τροποποίηση σε πραγματικά δεδομένα που να είναι εφαρμόσιμα σε ολόκληρη την ΕΕ.

2.3.3. Κατά την άποψη της ΟΚΕ, η πρόταση αντιβαίνει σε ορισμένες από τις αρχές που θεσπίσθηκαν στο πλαίσιο της πρόσφατης οδηγίας για τον Ολοκληρωμένο έλεγχο και την πρόληψη της ρύπανσης, ιδιαίτερα όσον αφορά το άρθρο 9 (4), το οποίο αναφέρει ότι τα ανώτατα όρια απόρριψης θα πρέπει να είναι τα κατάλληλα για κάθε εγκατάσταση και θα πρέπει να αναφέρονται στην άδεια λειτουργίας της. Κατά τον τρόπο αυτό λαμβάνεται υπόψη το τοπικό περιβάλλον και εφαρμόζεται η αρχή της επικουρικότητας.

2.3.4. Παρά το γεγονός αυτό, η πρόταση της Επιτροπής αφορά μόνον το άρθρο 18 (1) της οδηγίας για τον Ολοκληρωμένο έλεγχο και την πρόληψη της ρύπανσης: Οριακές τιμές εκπομπής στην Κοινότητα. Κατά συνέπεια, απαιτείται η διασαφήνιση ορισμένων άρθρων της εν λόγω οδηγίας διότι εμφανίζονται αντίθετες ερμηνείες. Επίσης, θα πρέπει, στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης, να αποσαφηνισθεί, στην περίπτωση αντιφατικών άρθρων, ποιο άρθρο υπερισχύει, διότι η αποφυγή συγχύσεων μεταξύ των κρατών μελών αποτελεί θέμα ζωτικής σημασίας.

2.4. Η ΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της για το γεγονός ότι δεν έχουν προσδιορισθεί οι επιπτώσεις και το κόστος από την εφαρμογή της παρούσας πρότασης τόσο λόγω της έλλειψης στοιχείων που αφορούν ορισμένες μη εμπορικής χρήσης εσωτερικές εγκαταστάσεις αποτέφρωσης επικίνδυνων αποβλήτων (π.χ. μία μικρού μεγέθους εγκατάσταση αποτέφρωσης επικίνδυνων αποβλήτων που είναι εγκατεστημένη σε ένα ερευνητικό κέντρο) όσο και τη σύγχυση που επικρατεί μεταξύ των κρατών μελών και των υπευθύνων των ανεξάρτητων εγκαταστάσεων σχετικά με τον ακριβή προσδιορισμό των επικίνδυνων αποβλήτων.

2.4.1. Σύμφωνα με τις πρόσφατες προτάσεις για την προσθήκη και άλλων ουσιών στον Κατάλογο Επικίνδυνων Αποβλήτων της ΕΕ (94/904/ΕΚ) () και στον Ευρωπαϊκό Κατάλογο Αποβλήτων (94/3/ΕΚ) () τόσο η ιλύς επεξεργασίας λυμάτων όσο και τα λύματα των εγκαταστάσεων καθαρισμού, μεταξύ άλλων, είναι δυνατόν να αποδειχθούν επικίνδυνα. Οι προτεινόμενες προσθήκες και αναθεωρήσεις των εν λόγω εγγράφων θα μπορούσαν να αυξήσουν σημαντικά τον αριθμό των εγκαταστάσεων που εμπλέκονται.

2.4.2. Επίσης, δεν έχει αποσαφηνισθεί το κατά πόσον τα κλινικά απόβλητα θα πρέπει να θεωρηθούν ως επικίνδυνα λόγω της ύπαρξης κυτταροτοξικών αποβλήτων και άλλων ουσιών που μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνες στον κύριο όγκο των αποβλήτων αυτών. Και στην περίπτωση αυτή ο αριθμός των εμπλεκομένων εγκαταστάσεων θα αυξηθεί σημαντικά. Κατά συνέπεια θα πρέπει να υπάρξει σαφής διαχωρισμός των επικινδύνων και των μη επικινδύνων ουσιών.

3. Ειδικές παρατηρήσεις

3.1. Αιτιολογική έκθεση - Σημείο VI: Όφελος και κόστος της δράσης ή της απουσίας δράσης

3.1.1. Παρά το γεγονός ότι μία ανάλυση κόστους - οφέλους έχει ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της βασικής οδηγίας (94/67/ΕΚ), είναι πιθανόν, μετά το 1994, να έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά τόσο ο αριθμός όσο και το είδος των εγκαταστάσεων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Επιπλέον, η προτεινόμενη απαίτηση για τη ξεχωριστή επεξεργασία των λυμάτων είναι πιθανόν να έχει ως αποτέλεσμα σημαντικές επιπρόσθετες δαπάνες, ιδιαίτερα στην περίπτωση που η εν λόγω επεξεργασία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της λειτουργίας μίας ήδη υφιστάμενης εγκατάστασης. Κατά συνέπεια, η ΟΚΕ εκφράζει τις επιφυλάξεις της ως προς τη μη συμπερίληψη στην οδηγία μίας ανάλυσης κόστους - οφέλους για τις εν λόγω επιπρόσθετες δαπάνες.

3.2. (Άρθρο 1 = νέο) Άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 3

3.2.1. Το κείμενο του εν λόγω άρθρου θα πρέπει να διατυπωθεί ως ακολούθως: «Η απόρριψη λυμάτων από σταθμό αποτέφρωσης, τα οποία είναι πιθανόν να προκαλέσουν ρύπανση, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο άδειας που εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές.»

3.2.2. Λαμβανομένου υπόψη ότι για τη συγκέντρωση και τη μεταφορά των επιφανειακών υδάτων χρησιμοποιούνται οι υποδομές των σταθμών αποτέφρωσης, γεγονός το οποίο συνεπάγεται την είσοδο των εν λόγω υδάτων στις σχετικές εγκαταστάσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να μολυνθούν λόγω της επαφής τους με τα διάφορα μηχανήματα και διαρθρώσεις. Για το λόγο αυτό, τα επιφανειακά ύδατα δεν θα πρέπει να υπαχθούν στο πεδίο εφαρμογής της πρότασης οδηγίας.

3.2.3. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ανεξάρτητα από τα συστήματα προεπεξεργασίας, επεξεργασίας και καθαρισμού, θα πρέπει να τηρούνται μητρώα δειγματοληψίας, πριν και μετά από την πραγματοποίηση της οριστικής απόρριψής τους στις ροές λυμάτων ή στα αποχετευτικά δίκτυα.

3.2.4. Σύμφωνα με την παρούσα διατύπωση των εν λόγω παραγράφων τόσο τα νερά της βροχής όσο και τα νερά ψύξης, που επίσης μπορούν να απορριφθούν από μία εγκατάσταση, θεωρούνται ότι είναι μολυσμένα και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο αδείας. Εντούτοις, τα ανώτατα όρια που καθορίζονται στο παράρτημα IV ισχύουν μόνον για τα λύματα που προέρχονται από τους μηχανισμούς καθαρισμού του αέρα. Το κείμενο του άρθρου 8 δεν καθιστά σαφή τα προαναφερθέντα και, για το λόγο, αυτό θα πρέπει να διασαφηνισθεί.

3.2.5. Θα πρέπει επίσης να διασαφηνισθεί, στο πλαίσιο του άρθρου 8, ο τρόπος εφαρμογής της εν λόγω παραγράφου στην περίπτωση που δεν υφίσταται υγρός καθαρισμός λόγω της χρήσης ξηρών τεχνικών (π.χ. ακόμη και στην περίπτωση μη χρησιμοποίησης μηχανισμού υγρού καθαρισμού του αέρα και παρά το γεγονός ότι απαιτείται η χορήγηση άδειας για την απόρριψη λυμάτων, δεν θα πρέπει να ισχύουν τα ανώτατα όρια εκπομπής του παραρτήματος IV).

3.3. (Άρθρο 1 = νέο) Άρθρο 8, παράγραφος 4

3.3.1. Απαιτείται να διασαφηνισθεί επαρκώς η έννοια του σημείου απόρριψης των ρυπογόνων ουσιών από το σταθμό αποτέφρωσης, για την αποφυγή συγχύσεως. Επίσης, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι το άρθρο εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το εάν η απόρριψη των λυμάτων πραγματοποιείται στο υδάτινο περιβάλλον ή σε αποχετευτικό δίκτυο.

3.3.2. Υπάρχει το ενδεχόμενο να υποβληθούν τα απορριπτόμενα από ένα σταθμό αποτέφρωσης λύματα σε μία περαιτέρω πολύπλοκη διαδικασία επεξεργασίας των λυμάτων. Στην περίπτωση αυτή λόγω της περαιτέρω επεξεργασίας την οποία υφίστανται απαιτείται η χορήγηση σχετικής αδείας για το σύνολο του σταθμού. Ο εν λόγω σταθμός είναι δυνατόν να διαθέτει μία ή περισσότερες εγκαταστάσεις αποτέφρωσης που συνδέονται με τον αγωγό του μηχανισμού συνδυασμένης επεξεργασίας. Άλλα λύματα, όπως νερά της βροχής, λύματα από πλύση κάδων απορριμμάτων, κ.λπ., μπορούν επίσης να διοχετευθούν στους μηχανισμούς καθαρισμού. Κατά συνέπεια, απαιτείται να διασαφηνισθεί ο τρόπος εφαρμογής των ανωτάτων ορίων εκπομπής. Η πραγματοποίηση των υπολογισμών ισοζυγίου μάζας μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη λόγω της φυσικής παρουσίας ορισμένων ρυπογόνων ουσιών στο νερό και λόγω των πολύπλοκων φαινομένων διάλυσης που λαμβάνουν χώρα.

3.3.3. Στην περίπτωση πολύπλοκων διαδικασιών () ο υπολογισμός του ισοζυγίου μάζας καθίσταται αδύνατος λόγω των διακυμάνσεων στη σύνθεση και στη ροή που χαρακτηρίζει τις χρησιμοποιούμενες εγκαταστάσεις. Θα απαιτηθεί επίσης η ύπαρξη υπερβολικών και μη αναγκαίων σημείων ελέγχου. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να επιδειχθεί ευελιξία και να παρασχεθεί η δυνατότητα χρήσης εναλλακτικών μεθόδων.

3.3.4. Επίσης, στο εν λόγω άρθρο δεν λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός ευαισθησίας του υποδοχέα ούτε το κατά πόσον πραγματοποιείται αποστράγγιση των λυμάτων, περίπτωση κατά την οποία απαιτείται περαιτέρω επεξεργασία εκ μέρους της αποχετευτικής εταιρείας, των εσωτερικών υδάτων και των υδάτων της παλίρροιας. Κατά συνέπεια, λόγω των υφιστάμενων αντιφάσεων μεταξύ των άρθρων 9 (4) και 18 (1) της οδηγίας για τον ολοκληρωμένο έλεγχο και την πρόληψη της ρύπανσης, απαιτείται η διασαφήνισή τους στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης.

3.4. (Άρθρο 1 = νέο) Άρθρο 8, παράγραφος 6

3.4.1. Θα πρέπει να διασαφηνισθεί η έννοια των «παραμέτρων ελέγχου λειτουργίας». Η θερμοκρασία μπορεί να οδηγήσει στην πρόκληση περαιτέρω αντιδράσεων. Όσον αφορά τις ενδιάμεσες απορρίψεις στις προαναφερθείσες παραμέτρους δεν είναι αναγκαίο να συμπεριληφθεί η διαύγεια, δεδομένου ότι αυτή είναι δυνατόν να μεταβληθεί στο πλαίσιο μεταγενέστερης επεξεργασίας. Η παράμετρος της ροής είναι ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με το σημείο εισόδου στον αγωγό, την τελική απόρριψη και τα σημεία δειγματοληπτικού ελέγχου της ρύπανσης για την πραγματοποίηση διορθώσεων. Το pH αποτελεί παράμετρο ελέγχου καθοριστικής σημασίας σε σχέση με την απόρριψη των λυμάτων.

3.5. (Άρθρο 1 = νέο) Άρθρο 8, παράγραφος 7

3.5.1. Οι απαιτήσεις που αφορούν την ανάλυση και τη δειγματοληψία θα πρέπει να ανταποκρίνονται στην πιθανότητα εκπομπής ρύπων. Στη συνέχεια διατυπώνονται αναλυτικότερες παρατηρήσεις.

3.6. (Άρθρο 1 = νέο) Άρθρο 8, παράγραφος 8

3.6.1. Η ΟΚΕ συμφωνεί με την προτεινόμενη συχνότητα πραγματοποίησης δειγματοληπτικών ελέγχων για τις ρυπογόνες ουσίες 1-4 του παραρτήματος IV, αλλά θεωρεί ότι η πραγματοποίηση μηνιαίων μετρήσεων είναι επαρκής για τις ουσίες 5-14. Επισημαίνει, επίσης, εκ νέου, ότι η επιβολή αυστηρότερων ελέγχων θα πρέπει να αποτελέσει αρμοδιότητα του κάθε κράτους μέλους ή/και της κάθε αρμόδιας ρυθμιστικής αρχής.

3.7. (Άρθρο 1 = νέο) Άρθρο 8, παράγραφος 10

3.7.1. Σύμφωνα με την υφιστάμενη διατύπωση του άρθρου απαιτείται η ύπαρξη αποθηκευτικών εγκαταστάσεων και για τα νερά της βροχής ακόμη και στην περίπτωση που δεν είναι μολυσμένα. Τα νερά της βροχής τα οποία συγκεντρώνονται απευθείας και, κατά συνέπεια, δεν είναι μολυσμένα, δεν χρειάζεται να αποθηκεύονται (Βλ. παρατηρήσεις σχετικά με το άρθρο 8, παράγραφος 1).

3.7.2. Η παράγραφος θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί ως ακολούθως:

«Προβλέπονται εγκαταστάσεις αποθήκευσης ενδεχομένως μολυσμένων όμβριων υδάτων που απορρέουν από τις εγκαταστάσεις του σταθμού αποτέφρωσης ή των μολυσμένων υδάτων από διαρροές ή πυροσβεστικές επιχειρήσεις, που καλύπτουν τις περιπτώσεις διαρροής, ανεξαρτήτως όγκου, όμβριων υδάτων που μπορεί να προκληθεί κατά τη διάρκεια του ατυχήματος.»

3.8. (Άρθρο 1 = νέο) Παράρτημα IV

3.8.1. Το άρθρο 9, παράγραφος 4 της οδηγίας για τον Ολοκληρωμένο έλεγχο και την πρόληψη της ρύπανσης προβλέπει ότι για τη χορήγηση των αδειών «θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η γεωγραφική θέση και οι τοπικές περιβαλλοντικές συνθήκες». Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης, το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 18, παράγραφος 1, το οποίο προτείνει την καθιέρωση οριακών τιμών εκπομπής για τους σταθμούς αποτέφρωσης επικίνδυνων αποβλήτων που θα ισχύουν για ολόκληρη την Κοινότητα.

3.8.2. Όσον αφορά τα αιωρούμενα στερεά, τα λίαν τοξικά μέταλλα (ρυπογόνες ουσίες 2-4 του Παραρτήματος IV), τις διοξίνες και τα φουράνια (ρυπογόνος ουσία 15 του Παραρτήματος IV) η ΟΚΕ συμφωνεί με την καθιέρωση οριακών τιμών εκπομπής σε επίπεδο ΕΕ. Εντούτοις, όσον αφορά τα υπόλοιπα μέταλλα (ρυπογόνες ουσίες 5-14 του Παραρτήματος IV) τα όρια ρύπανσης του φυσικού περιβάλλοντος διαφέρουν σημαντικά. Λαμβάνοντας ως παράδειγμα τις οριακές τιμές που ισχύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε σχέση με τα μέταλλα και το είδος του υποδοχέα παρατηρούνται τα ακόλουθα:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

3.8.3. Όσον αφορά τα περιορισμένου όγκου απόβλητα που προέρχονται από ορισμένες εγκαταστάσεις, οι επιπτώσεις τους στο περιβάλλον είναι αμελητέες, ιδιαίτερα όσον αφορά τα μέταλλα 5-14, λόγω των περιβαλλοντικών διαφορών, της σχετικότητας των ροών και των φαινομένων διάλυσης που λαμβάνουν χώρα.

3.8.4. Όσον αφορά τα μέταλλα 5-14, οι οριακές τιμές εκπομπής σε επίπεδο ΕΕ που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV δεν λαμβάνουν υπόψη τις τοπικές περιβαλλοντικές ανάγκες. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι ο έλεγχος της εκπομπής των εν λόγω ρυπογόνων ουσιών μπορεί να επιτευχθεί με την αντικατάσταση των υφιστάμενων οριακών τιμών εκπομπής από οριακές τιμές αναφοράς με στόχο την καθιέρωση περιβαλλοντικών ποιοτικών προτύπων.

3.9. Άρθρο 2

3.9.1. Η παρούσα οδηγία εξετάζεται επί του παρόντος στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας. Η εν λόγω διαδικασία είναι χρονοβόρα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προβλεφθεί ο ακριβής χρόνος που θα απαιτηθεί για την ολοκλήρωσή της. Επομένως, η πρόταση «... πριν από τον Ιανουάριο 1998», θα πρέπει να αντικατασταθεί από την πρόταση:

«x μήνες μετά την υιοθέτηση της οδηγίας».

Βρυξέλλες, 29 Απριλίου 1998.

Ο Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Tom JENKINS

() ΕΕ C 13 της 17.1.1998, σ. 6.

() ΕΕ L 257 της 10.10.1996.

() ΕΕ L 365 της 31.12.1994.

() Με την επιφύλαξη ότι θα εγκριθεί από τη σύνοδο ολομέλειας.

() Απόφαση του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1994, ΕΕ L 356 της 31.12.1994.

() Απόφαση της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 1993, ΕΕ L 5 της 7.1.1994.

() Εκ νέου ροή λυμάτων, καθαρισμός αερίων σε διάφορα στάδια ή εγκαταστάσεις πραγματοποίησης πολλαπλών αποτεφρώσεων.