51997PC0116

Τροποποιημένη πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΚ) ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την ενίσχυση της εποπτείας και του συντονισμού των δημοσιονομικών πολιτικών /* COM/97/0116 ΤΕΛΙΚΟ - SYN 96/0247 */

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 117 της 15/04/1997 σ. 0017


Τροποποιημένη πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για την ενίσχυση της εποπτείας και του συντονισμού των δημοσιονομικών πολιτικών (1) (97/C 117/10) COM(97) 116 τελικό - 96/0247(SYN)

(Υποβλήθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 189 Α παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ στις 19 Μαρτίου 1997)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 103 παράγραφος 5,

την πρόταση της Επιτροπής,

Σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

Εκτιμώντας:

(1) ότι η καλή λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) δεν απαιτεί μόνο την τήρηση των κριτηρίων σύγκλισης, αλλά επίσης και την εξασφάλιση σε διαρκή βάση σταθερών οικονομικών και δημοσιονομικών καταστάσεων 7 ότι η διατήρηση υγιών δημοσιονομικών θέσεων στα κράτη μέλη συμβάλλει μεσομακροπρόθεσμα στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για διαρκή αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης 7 ότι η δημοσιονομική πειθαρχία θα είναι απαραίτητη στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ για τη διασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας 7

(2) ότι οι εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπο που να αφήνει περιθώρια ελιγμών για την αντιμετώπιση έκτακτων και κυκλικών διαταραχών και να επιτρέπει την αποφυγή υπερβολικών ελλειμμάτων 7

(3) ότι στο πλαίσιο του ενιαίου νομίσματος ο ρόλος ενός στενότερου συντονισμού των δημοσιονομικών και των άλλων οικονομικών πολιτικών θα είναι πολύ πιο σημαντικός 7

(4) ότι η τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕγχΠ για το δημοσιονομικό έλλειμμα, η οποία ορίζεται στο άρθρο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 5 για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, πρέπει να θεωρείται ως ανώτατο όριο υπό κανονικές συνθήκες 7 ότι οι κρατικοί προϋπολογισμοί θα πρέπει επομένως να τείνουν μεσοπρόθεσμα προς θέσεις πλησίον της ισορροπίας ή πλεονασματικές, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων διαφορών στα εθνικά χαρακτηριστικά 7

(5) ότι η διαδικασία πολυμερούς εποπτείας του άρθρου 103 παράγραφοι 3 και 4 πρέπει να διευρυνθεί με τη δημιουργία συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης, μέσω του οποίου το Συμβούλιο θα εφιστά την προσοχή ενός κράτους μέλους στην ανάγκη να λάβει διορθωτικά μέτρα για την αποφυγή υπερβολικού ελλείμματος 7 ότι η διαδικασία πολυμερούς εποπτείας θα πρέπει να συνεχίσει να χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση του συνόλου των οικονομικών εξελίξεων σε κάθε κράτος μέλος και στην Κοινότητα, καθώς και της συνέπειας των οικονομικών πολιτικών με τους γενικούς προσανατολισμούς του άρθρου 103 παράγραφος 2 7

(6) ότι ο παρών κανονισμός αποτελεί μέρος του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης για την εξασφάλιση δημοσιονομικής πειθαρχίας στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ 7 ότι το σύμφωνο αυτό περιλαμβάνει δύο βασικά στοιχεία, δηλαδή την ενίσχυση της εποπτείας και του συντονισμού των δημοσιονομικών πολιτικών αφενός και, αφετέρου, την επιτάχυνση και διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος 7 ότι το δεύτερο από τα στοιχεία αυτά συνεπάγεται τον καθορισμό προθεσμιών στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, η οποία θα εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη, και τη διευκρίνιση των όρων επιβολής κυρώσεων, οι οποίες θα εφαρμόζονται μόνο στα κράτη μέλη που θα υιοθετήσουν το ενιαίο νόμισμα 7

(7) ότι οι κανόνες για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. [. . .] του Συμβουλίου 7

(8) ότι πρέπει να αξιοποιηθεί η χρήσιμη εμπειρία που αποκομίστηκε στα δύο πρώτα στάδια της ΟΝΕ από τη χρησιμοποίηση προγραμμάτων σύγκλισης ως μέσων για τον καθορισμό στόχων και ως βάσης για την παρακολούθηση της κατάστασης 7

(9) ότι τα κράτη μέλη που θα υιοθετήσουν το ενιαίο νόμισμα είναι εκείνα για τα οποία θα έχει διαπιστωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 190 I, ότι έχουν επιτύχει υψηλό βαθμό σταθερής σύγκλισης και ιδίως σταθερή δημοσιονομική θέση 7 ότι η διατήρηση υγιών δημοσιονομικών θέσεων σε αυτά τα κράτη μέλη θα είναι αναγκαία για την εξασφάλιση νομισματικής σταθερότητας και τη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για διαρκή αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης 7 ότι αυτά τα κράτη μέλη θα αναφέρονται εφεξής ως «συμμετέχοντα κράτη μέλη» 7 ότι πρέπει να επιβληθεί στα συμμετέχοντα κράτη μέλη υποχρέωση υποβολής μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών προγραμμάτων (εφεξής καλούμενα «προγράμματα σταθερότητας») και να οριστούν τα βασικά στοιχεία αυτών των προγραμμάτων 7

(10) ότι τα κράτη μέλη που δεν θα υιοθετήσουν το ενιαίο νόμισμα θα πρέπει ωστόσο να εφαρμόζουν πολιτικές προσανατολισμένες προς τη σταθερότητα των τιμών, τη διατήρηση υγιών δημόσιων οικονομικών και νομισματικών συνθηκών καθώς και σταθερού ισοζυγίου πληρωμών, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αρχές του άρθρου 3 Α της συνθήκης και ενόψει της μελλοντικής υιοθέτησης του ενιαίου νομίσματος 7 ότι αυτά τα κράτη μέλη θα αναφέρονται εφεξής ως «μη συμμετέχοντα κράτη μέλη» 7 ότι πρέπει να επιβληθεί στα μη συμμετέχοντα τα κράτη μέλη υποχρέωση υποβολής προγραμμάτων σύγκλισης και να οριστούν τα βασικά στοιχεία αυτών των προγραμμάτων 7

(11) ότι πρέπει να καθοριστούν προθεσμίες για την υποβολή των προγραμμάτων σταθερότητας και των προγραμμάτων σύγκλισης, καθώς και για την περιοδική ενημέρωσή τους 7

(12) ότι για την εξασφάλιση διαφάνειας και προϋποθέσεων για τεκμηριωμένη δημόσια συζήτηση, τα κράτη μέλη πρέπει να υποχρεούνται να ανακοινώνουν δημόσια τα προγράμματα σταθερότητας ή τα προγράμματα σύγκλισής τους 7

(13) ότι πρέπει να οριστούν κανόνες για την εξέταση των προγραμμάτων σταθερότητας και των προγραμμάτων σύγκλισης από το Συμβούλιο 7

(14) ότι η παρακολούθηση των προγραμμάτων σταθερότητας και των προγραμμάτων σύγκλισης πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας που ασκείται σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών 7 ότι πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στις αποκλίσεις από τους στόχους που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά για το δημοσιονομικό πλεόνασμα/έλλειμμα, στο βαθμό που οι αποκλίσεις αυτές θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την καλή λειτουργία της ΟΝΕ 7 ότι για να αποφευχθεί μια σοβαρή επιδείνωση του ελλείμματος κράτους μέλους το Συμβούλιο θα πρέπει να απευθύνει συστάσεις στο κράτος μέλος για τη λήψη διορθωτικών μέτρων 7 ότι σε περίπτωση συνεχιζόμενων αποκλίσεων από τους δημοσιονομικούς στόχους, το Συμβούλιο θα πρέπει να κρίνει εάν είναι σκόπιμο να ενισχύσει και να ανακοινώσει δημόσια τις συστάσεις του 7 ότι για τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη οι συστάσεις αυτές θα μπορούσαν επίσης να αφορούν μέτρα για την αποφυγή αποκλίσεων από άλλους στόχους όσον αφορά τη σύγκλιση 7

(15) ότι παρά τις πολλές ομοιότητές τους, θα πρέπει να υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ των υποχρεώσεων που θα επιβληθούν στα συμμετέχοντα κράτη μέλη και εκείνων για τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη καθώς και μεταξύ των κανόνων για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με αυτές, δεδομένου ότι τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη ενδέχεται να μην έχουν επιτύχει υψηλό βαθμό διαρκούς και σταθερής σύγκλισης 7 ότι ο παρών κανονισμός περιέχει συνεπώς χωριστά κεφάλαια, αφενός για τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και τα προγράμματα σταθερότητάς τους, και αφετέρου για τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη και τα προγράμματα σύγκλισής τους,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Σκοπός και ορισμοί

Άρθρο 1

Ο παρών κανονισμός ορίζει τους κανόνες που διέπουν την υποβολή, την εξέταση και την παρακολούθηση των προγραμμάτων σταθερότητας και των προγραμμάτων σύγκλισης στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας που ασκείται από το Συμβούλιο με σκοπό την έγκαιρη αποφυγή υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και την προώθηση της εποπτείας και του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών, σύμφωνα με τις γενικές κατευθύνσεις των οικονομικών πολιτικών.

Άρθρο 2

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «συμμετέχοντα κράτη μέλη» νοούνται τα κράτη μέλη που υιοθετούν το ενιαίο νόμισμα σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης, και ως «μη συμμετέχοντα κράτη μέλη» τα κράτη μέλη που δεν έχουν υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Προγράμματα σταθερότητας

ΤΜΗΜΑ 1 Υποβολή και περιεχόμενο των προγραμμάτων σταθερότητας

Άρθρο 3

1. Κάθε συμμετέχον κράτος μέλος υποβάλλει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, υπό μορφή «προγράμματος σταθερότητας», τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση της τακτικής πολυμερούς εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 103.

2. Ένα πρόγραμμα στεθερότητας περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) τον μεσοπρόθεσμο στόχο για δημοσιονομική θέση πλησίον της ισορροπίας ή πλεονασματική και την πορεία προσαρμογής προς αυτό το στόχο για το δημοσιονομικό πλεόνασμα/έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕγχΠ και την αναμενόμενη πορεία του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕγχΠ 7

β) τις κυριότερες παραδοχές για τις αναμενόμενες οικονομικές εξελίξεις και για τις σημαντικές οικονομικές μεταβλητές που επηρεάζουν την υλοποίηση του προγράμματος σταθερότητας, όπως αύξηση του ΑΕγχΠ σε σταθερές τιμές, απασχόληση και πληθωρισμός 7

γ) περιγραφή των δημοσιονομικών μέτρων και των άλλων μέτρων οικονομικής πολιτικής που λαμβάνονται ή προτείνονται για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος και, όσον αφορά τα κυριότερα δημοσιονομικά μέτρα, αξιολόγηση των ποσοτικών επιπτώσεών τους στον προϋπολογισμό 7

δ) ανάλυση των επιπτώσεων που θα είχαν στη δημοσιονομική θέση και στο δημόσιο χρέος ενεδεχόμενες μεταβολές στις κυριότερες οικονομικές παραδοχές 7

ε) δέσμευση για τη λήψη συμπληρωματικών μέτρων, εφόσον είναι αναγκαίο, για την αποφυγή αποκλίσεων από τους στόχους.

3. Οι πληροφορίες για την πορεία του δημοσιονομικού πλεονάσματος/ελλείμματος ως ποσοστού του ΑΕγχΠ και του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕγχΠ, καθώς και οι κυριότερες οικονομικές παραδοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και β) καταρτίζονται σε ετήσια βάση και καλύπτουν, εκτός από το τρέχον και το προηγούμενο έτος, τουλάχιστον τα τρία επόμενα έτη.

Άρθρο 4

1. Τα προγράμματα σταθερότητας υποβάλλονται πριν από την 1η Ιανουαρίου 1999. Μετά την ημερομηνία αυτή υποβάλλονται κάθε χρόνο ενημερωμένα προγράμματα. Ένα κράτος μέλος που υιοθετεί το ενιαίο νόμισμα σε μεταγενέστερο στάδιο υποβάλλει πρόγραμμα σταθερότητας εντός έξι μηνών από την απόφαση του Συμβουλίου για τη συμμετοχή του στο ενιαίο νόμισμα.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν δημόσια τα προγράμματα σταθερότητας και τα εημερωμένα προγράμματά τους.

ΤΜΗΜΑ 2 Εποπτεία των δημοσιονομικών θέσεων και σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης

Άρθρο 5

1. Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της επιτροπής του άρθρου 109 Γ, το Συμβούλιο στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας που ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 103 εξετάζει εάν, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων εθνικών χαρακτηριστικών των συμμετεχόντων κρατών μελών, ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος του προγράμματος σταθερότητας συμβιβάζεται με το περιθώριο ασφαλείας που είναι αναγκαίο για την αποφυγή ενός υπερβολικού ελλείμματος, εάν οι οικονομικές παραδοχές στις οποίες βασίζεται το πρόγραμμα είναι ρεαλιστικές και εάν τα μέτρα που λαμβάνονται ή προτείνονται επαρκούν για να επιτευχθεί η προβλεπόμενη πορεία προσαρμογής προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Το Συμβούλιο εξετάζει εάν το περιεχόμενο του προγράμματος σταθερότητας διευκολύνει το στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και εάν οι οικονομικές πολιτικές του ενδιαφερομένου κράτους μέλους είναι συνεπείς με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονονομικών πολιτικών.

2. Το Συμβούλιο εξετάζει το πρόγραμμα σταθερότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός δύο μηνών το αργότερο από την υποβολή του. Το Συμβούλιο, βάσει σύστασης της Επιτροπής και αφού ζητήσει τη γνώμη της επιτροπής του άρθρου 109 Γ, διατυπώνει κατά γενικό κανόνα γνώμη για το πρόγραμμα. Εάν κρίνει ότι οι στόχοι και το περιεχόμενο του προγράμματος πρέπει να ενισχυθούν, το Συμβούλιο απευθύνει κατά γενικό κανόνα σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 4 στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να προσαρμόσει το πρόγραμμά του.

3. Τα ενημερωμένα προγράμματα σταθερότητας εξετάζονται από την επιτροπή του άρθρου 109 Γ με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής 7 εάν είναι αναγκαίο, τα προγράμματα σταθερότητας μπορούν επίσης να εξετάζονται από το Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 1 και 2.

Άρθρο 6

1. Στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας που ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 3, το Συμβούλιο παρακολουθεί την εφαρμογή των προγραμμάτων σταθερότητας με βάση τις πληροφορίες που παρέχουν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της επιτροπής του άρθρου 109 Γ, προκειμένου ιδίως να εντοπίσει πραγματικές ή αναμενόμενες σημαντικές αποκλίσεις της δημοσιονομικής θέσης από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή από την πορεία για την επίτευξή του για το δημοσιονομικό πλεόνασμα/έλλειμμα, όπως καθορίζεται στο πρόγραμμα.

2. Εάν διαπιστώσει σημαντική απόκλιση της δημοσιονομικής θέσης από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή από την πορεία για την επίτευξή του το Συμβούλιο κατά γενικό κανόνα, προκειμένου να δώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, μια έγκαιρη προειδοποίηση με σκοπό την αποφυγή υπερβολικού ελλείμματος απευθύνει σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 4 στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προσαρμογής.

3. Εάν κατά τη μεταγενέστερη παρακολούθηση της κατάστασης διαπιστωθεί ότι η απόκλιση της δημοσιονομικής θέσης από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή από την πορεία για την επίτευξή του συνεχίζεται ή επιδεινώνεται, το Συμβούλιο απευθύνει κατά γενικό κανόνα σύσταση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να λάβει το ταχύτερο δυνατό διορθωτικά μέτρα και μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 4, να ανακοινώσει δημόσια τη σύστασή του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Προγράμματα σύγκλισης

ΤΜΗΜΑ 3 Υποβολή και περιεχόμενο των προγραμμάτων σύγκλισης

Άρθρο 7

1. Κάθε μη συμμετέχον κράτος μέλος υποβάλλει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, υπό μορφή «προγράμματος σύγκλισης», τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση της τακτικής πολυμερούς εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 103.

2. Ένα πρόγραμμα σύγκλισης περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες, ιδίως όσον αφορά τις σχετικές με τα κριτήρια σύγκλισης μεταβλητές:

α) το μεσοπρόθεσμο στόχο για δημοσιονομική θέση πλησίον της ισορροπίας ή πλεονασματική και την πορεία προσαρμογής προς αυτό το στόχο για το δημοσιονομικό πλεόνασμα/έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕγχΠ 7 την αναμενόμενη πορεία του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕγχΠ και τους μεσοπρόθεσμους στόχους της οικονομικής πολιτικής, ιδίως για τον πληθωρισμό και τη συναλλαγματική ισοτιμία 7

β) τις κυριότερες παραδοχές για τις αναμενόμενες οικονομικές εξελίξεις και για τις σημαντικές οικονομικές μεταβλητές που επηρεάζουν την υλοποίηση του προγράμματος σύγκλισης, όπως αύξηση του ΑΕγχΠ σε σταθερές τιμές και απασχόληση 7

γ) περιγραφή των δημοσιονομικών μέτρων και των άλλων μέτρων οικονομικής πολιτικής που λαμβάνονται ή προτείνονται για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος και, όσον αφορά τα κυριότερα δημοσιονομικά μέτρα, αξιολόγηση των ποσοτικών επιπτώσεών τους στον προϋπολογισμό 7

δ) ανάλυση των επιπτώσεων που θα είχαν στη δημοσιονομική θέση και στο δημόσιο χρέος ενεδεχόμενες μεταβολές στις κυριότερες οικονομικές παραδοχές 7

ε) δέσμευση για τη λήψη συμπληρωματικών μέτρων, εάν είναι αναγκαίο, για την αποφυγή αποκλίσεων από τους στόχους.

3. Οι πληροφορίες για την πορεία του δημοσιονομικού πλεονάσματος/ελλείμματος ως ποσοστού του ΑΕγχΠ και του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕγχΠ, καθώς και οι κυριότερες οικονομικές παραδοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και β) καταρτίζονται σε ετήσια βάση και καλύπτουν, εκτός από το τρέχον και το προηγούμενο έτος, τουλάχιστον τα τρία επόμενα έτη.

Άρθρο 8

1. Τα προγράμματα σύγκλισης υποβάλλονται πριν από την 1η Ιανουαρίου 1999. Μετά την ημερομηνία αυτή υποβάλλονται κάθε χρόνο ενημερωμένα προγράμματα.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν δημόσια τα προγράμματα σύγκλισης και τα ενημερωμένα προγράμματά τους.

ΤΜΗΜΑ 4 Εποπτεία των δημοσιονομικών θέσεων και σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης

Άρθρο 9

1. Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της επιτροπής του άρθρου 109 Γ, το Συμβούλιο στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας που ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 103 εξετάζει εάν, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων εθνικών χαρακτηριστικών των μη συμμετεχόντων κρατών μελών, οι μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι συμβιβάζονται με το περιθώριο ασφαλείας που είναι αναγκαίο για την αποφυγή υπερβολικού ελλείμματος, εάν οι οικονομικές παραδοχές στις οποίες βασίζεται το πρόγραμμα είναι ρεαλιστικές και εάν τα μέτρα που λαμβάνονται ή προτείνονται επαρκούν για να επιτευχθεί η προβλεπόμενη πορεία προσαρμογής προς τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους και για να επιτευχθεί διαρκής σύγκλιση. Το Συμβούλιο εξετάζει εάν το περιεχόμενο του προγράμματος σύγκλισης διευκολύνει το στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και εάν οι οικονομικές πολιτικές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους είναι συνεπείς με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονονομικών πολιτικών.

2. Το Συμβούλιο εξετάζει το πρόγραμμα σύγκλισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εντός δύο μηνών το αργότερο από την υποβολή του. Το Συμβούλιο, βάσει σύστασης της Επιτροπής και αφού ζητήσει τη γνώμη της επιτροπής του άρθρου 109 Γ, διατυπώνει κατά γενικό κανόνα γνώμη για το πρόγραμμα. Εάν κρίνει ότι οι στόχοι και το περιεχόμενο του προγράμματος πρέπει να ενισχυθούν, το Συμβούλιο απευθύνει κατά γενικό κανόνα σύσταση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να προσαρμόσει το πρόγραμμά του.

3. Τα ενημερωμένα προγράμματα σύγκλισης εξετάζονται από την επιτροπή του άρθρου 109 Γ με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής 7 εάν είναι αναγκαίο, τα προγράμματα σύγκλισης μπορούν επίσης να εξετάζονται από το Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 1 και 2.

Άρθρο 10

1. Στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας που ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 3, το Συμβούλιο παρακολουθεί την εφαρμογή των προγραμμάτων σύγκλισης με βάση πληροφορίες που παρέχουν τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη και εκτιμήσεις της Επιτροπής και της επιτροπής του άρθρου 109 Γ, προκειμένου ιδίως να εντοπίσει πραγματικές ή αναμενόμενες σημαντικές αποκλίσεις της δημοσιονομικής θέσης από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή από την πορεία για την επίτευξή του για το δημοσιονομικό πλεόνασμα/έλλειμμα, όπως καθορίζεται στο πρόγραμμα. Επιπλέον, το Συμβούλιο παρακολουθεί την πορεία του πληθωρισμού και της συναλλαγματικής ισοτιμίας με βάση τους στόχους που καθορίζονται στο πρόγραμμα σύγκλισης.

2. Εάν διαπιστώσει σημαντική απόκλιση της δημοσιονομικής θέσης από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή από την πορεία για την επίτευξή του, το Συμβούλιο κατά γενικό κανόνα, προκειμένου να δώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, μια έγκαιρη προειδοποίηση με σκοπό την αποφυγή υπερβολικού ελλείμματος, απευθύνει σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 4 στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προσαρμογής.

3. Εάν κατά τη μεταγενέστερη παρακολούθηση της κατάστασης διαπιστωθεί ότι η απόκλιση της δημοσιονομικής θέσης από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή από την πορεία για την επίτευξή του συνεχίζεται ή επιδεινώνεται, το Συμβούλιο απευθύνει κατά γενικό κανόνα σύσταση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να λάβει το ταχύτερο δυνατό διορθωτικά μέτρα και μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 4, να ανακοινώσει δημόσια τη σύστασή του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Κοινές διατάξεις

Άρθρο 11

Με την επιφύλαξη της αξιολόγησης των δημοσιονομικών θέσεων των μεμονωμένων κρατών μελών στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας που ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 3, το Συμβούλιο αξιολογεί επίσης τη δημοσιονομική κατάσταση, όπως αυτή προκύπτει από τα προγράμματα σταθερότητας και από τα προγράμματα σύγκλισης, για τη ζώνη του ενιαίου νομίσματος και για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Άρθρο 12

Στις εκθέσεις τους προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου και η Επιτροπή παρουσιάζουν τα αποτελέσματα της εποπτείας που ασκείται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 13

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 1998.

(1) ΕΕ αριθ. C 368 της 6. 12. 1996, σ. 9.