51997AC1383

Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τη «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τα τέλη αεροδρομίου»

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 073 της 09/03/1998 σ. 0038


Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τη «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τα τέλη αεροδρομίου»

(98/C 73/08)

Στις 11 Ιουλίου 1997 το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το τμήμα μεταφορών και επικοινωνιών στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 12 Νοεμβρίου 1997. Εισηγητής ήταν ο κ. von Schwerin.

Κατά τη 350ή σύνοδο ολομέλειας, (συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1997), η ΟΚΕ υιοθέτησε με 106 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 7 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1. Εισαγωγή

Η έκδοση της τρίτης δέσμης μέτρων για τις αερομεταφορές από το Συμβούλιο τον Ιούλιο του 1992 αποτελεί το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας ελευθέρωσης του τομέα, το οποίο εντάσσεται στο πλαίσιο της ελευθέρωσης της ενιαίας αγοράς. Η νέα οργάνωση της αγοράς απαιτεί, ωστόσο, συμμόρφωση των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τις αερομεταφορές, όπως η εξυπηρέτηση σε ενδιάμεσο σταθμό, τα ηλεκτρονικά συστήματα κράτησης θέσεων, ο έλεγχος της εναερίου κυκλοφορίας και η κατανομή του διαθέσιμου χρόνου χρήσης στους αερολιμένες, στις απαιτήσεις της ενιαίας αγοράς. Η απαίτηση αυτή ισχύει επίσης και όσον αφορά τα τέλη αεροδρομίου.

Σκοπός της πρότασης οδηγίας είναι, όπως αναφέρει η Επιτροπή, να χαραχθεί ένα κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τα τέλη αεροδρομίου, το οποίο θα πρέπει να στηρίζεται στις αρχές που αναλύονται στη συνέχεια.

Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας συμπεριλαμβάνει όλα τα αεροδρόμια της Κοινότητας τα οποία είναι ανοικτά στην εμπορική κυκλοφορία και των οποίων η ετήσια κυκλοφορία είναι ανώτερη ή ίση των 250 000 διακινήσεων επιβατών ή των 25 000 τόνων εμπορευμάτων.

1.1. Η σχέση με το κόστος

1.1.1. Λόγω της μονοπωλειακής θέσης που κατέχει ο οργανισμός διαχείρισης του αεροδρομίου όσον αφορά την παροχή εγκαταστάσεων και υπηρεσιών, για τις οποίες εισπράττει τα τέλη αεροδρομίου, είναι αναγκαίο τα συστήματα τιμολόγησης να εγγυώνται κάποια λογική σχέση μεταξύ του ύψους των τελών και του κόστους των εγκαταστάσεων και των υπηρεσιών που καλύπτουν τα τέλη.

1.1.2. Το ύψος των τελών που καθορίζεται από τα αεροδρόμια θα πρέπει να αναλογεί με λογικό τρόπο στο κόστος των εγκαταστάσεων και των υπηρεσιών που παρέχονται και να αντικατοπτρίζει μια ανεκτή απόδοση των επενδυθέντων κεφαλαίων καθώς και μια ορθή απόσβεση του ενεργητικού. Τα τέλη αυτά χρησιμεύουν για την κάλυψη των δαπανών που δημιουργούνται στα αεροδρόμια.

1.2. Η αρχή της διαφάνειας

1.2.1. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή και η τήρηση των δύο αρχών, δηλαδή της μη διακριτικής μεταχείρισης και της σύνδεσης με το κόστος, είναι αναγκαίο να ορισθούν για την εφαρμογή τους σε κοινοτικό πλαίσιο απαιτήσεις σχετικά με τη διαφάνεια.

1.2.2. Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αεροδρομίων και χρηστών προσφέρει, αφενός, στους αερομεταφορείς τη δυνατότητα να ενημερώνονται καλύτερα σχετικά με τις υπηρεσίες που προσφέρει η διοίκηση του αεροδρομίου και το κόστος των υπηρεσιών αυτών. Αφετέρου, επιτρέπει στα αεροδρόμια να λαμβάνουν καλύτερα υπόψη κατά τον προγραμματισμό τους και την ανάπτυξη των υποδομών τους τις μελλοντικές ανάγκες των αερομεταφορέων.

1.2.3. Η απαίτηση αυτή αποτελεί προϋπόθεση για μια διαχείριση με οικονομικά κριτήρια, τόσο όσον αφορά τα αεροδρόμια όσο και τους αερομεταφορείς 7 συγχρόνως, συμβαδίζει με τις βασικές αρχές που έχει εξαγγείλει η Διεθνής Οργάνωση Πολιτικής Αεροπορίας και συγκεκριμένα με το άρθρο 15 της Διεθνούς Σύμβασης Πολιτικής Αεροπορίας που υπογράφηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1944 στο Σικάγο, καθώς και με τις αρχές της δήλωσης του Συμβουλίου σχετικά με τα τέλη αεροδρομίου (OACI έγγραφο 9082) που περιλαμβάνονται στο «Εγχειρίδιο σχετικά με την οικονομία των αερολιμένων» (OACI έγγραφο 9562).

1.2.4. Η αρχή της διαφάνειας θα πρέπει να καθιερωθεί και να εφαρμοσθεί με βάση πρακτικές και διαδικασίες που χρησιμοποιούνται ήδη στα αεροδρόμια. Αυτό θα συμβάλει στην ανάπτυξη αποτελεσματικότερων αεροπορικών συστημάτων, προς όφελος των επιβατών, αλλά των εμπορευματικών μεταφορών.

1.3. Η αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης

1.3.1. Η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς καθιστά αναγκαίο να εξαλειφθούν όλες οι διακρίσεις μεταξύ των ενδοκοινοτικών αεροπορικών δρομολογίων, διότι οι διακρίσεις αυτές είναι ασύμβατες με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς. Τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να ισχύει το ίδιο ύψος τελών αεροδρομίου στα ενδοκοινοτικά αεροπορικά δρομολόγια που είναι ισοδύναμα όσον αφορά τον τύπο ή/και τα χαρακτηριστικά του αεροσκάφους, την απόσταση πτήσης ή/και τις διοικητικές και τελωνειακές διατυπώσεις.

1.3.2. Η διαφορετική μεταχείριση όμοιων υπηρεσιών κοινοτικού επιπέδου θα πρέπει να εξαλειφθεί.

1.4. Διαδικασία αναπροσαρμογής των τελών

1.4.1. Προκειμένου να διασφαλισθεί μια ορθολογική διαχείριση των αεροδρομίων καθώς και μια αειφόρος κινητικότητα, είναι απαραίτητο να μπορούν τα αεροδρόμια να προσαρμόζουν τα τέλη στη ζήτηση, στη διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα και τις απαιτήσεις όσον αφορά τη προστασία του περιβάλλοντος. Η πρόταση προβλέπει, επίσης, και μια διαδικασία υποχρεωτικής διαβούλευσης μεταξύ των αεροδρομίων και των χρηστών της. Η διαβούλευση αυτή θα πρέπει να πραγματοποιείται πριν από κάθε προσαρμογή των τελών.

2. Κύρια σημεία της πρότασης της Επιτροπής

2.1. Οι διατάξεις της πρότασης αυτής θα ισχύουν για όλα τα κοινοτικά αεροδρόμια και τα δίκτυα αεροδρομίων τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης και είναι ανοικτά στην εμπορική κυκλοφορία. Με τις διατάξεις αυτές θα καθορίζονται ορισμένοι περιορισμοί όσον αφορά την αναλογία του κόστους, την αναπροσαρμογή των τελών, τη διαφάνεια και τις διαβουλεύσεις για τα μικρότερα αεροδρόμια.

2.2. Ο όρος αεροδρόμιο ή σύστημα αεροδρομίων χρησιμοποιείται με την έννοια του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2408/92 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1992. Οι υπόλοιποι όροι είναι ταυτόσημοι με την ερμηνεία που δίδεται στην οδηγία 96/67/ΕΚ που εξέδωσε το Συμβούλιο στις 15 Οκτωβρίου 1996 με θέμα την πρόσβαση στην αγορά των υπηρεσιών στον τομέα της εξυπηρέτησης εδάφους στα αεροδρόμια της Κοινότητας.

2.3. Τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να κατασταλεί κάθε διάκριση σε βάρος των χρηστών (αεροπορικές εταιρείες) μέσω των τελών που επιβάλλονται στα αεροδρόμια της Κοινότητας.

2.4. Τα κράτη μέλη οφείλουν να αναπτύξουν μια διαδικασία με την οποία θα ελέγχεται το βάσιμο των τελών. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η διαδικασία αυτή θα πρέπει να εξετάζει τα εξής στοιχεία:

- το κόστος χρηματοδότησης των υποδομών όπου, συνυπολογιζομένης της μείωσης της αξίας του ενεργητικού κατά τη διάρκεια της δεδομένης περιόδου και της χρηματοδότησης των υποδομών των οποίων η μελέτη και η έναρξη των εργασιών αποφασίσθηκαν νομίμως και των οποίων η διοικητική άδεια έχει ενδεχομένως χορηγηθεί,

- τα δημοσιονομικά έξοδα,

- τις δαπάνες εκμετάλλευσης και συντήρησης,

- τα γενικά διοικητικά έξοδα και οι διάφορες επιβαρύνσεις,

- τη λογική απόδοση του επενδεδυμένου κεφαλαίου.

Επιτρέπεται η λήψη μέτρων για την επέκταση του αεροδρομίου στα πλαίσια της περιφερειακής ανάπτυξης.

2.5. Με την επιφύλαξη εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης, το ύψος των τελών αεροδρομίου που ισχύουν στο κύριο εθνικό αεροδρόμιο ενός κράτους μέλους μπορεί να καθορισθεί έτσι ώστε, προκειμένου να προωθηθεί η οικονομική και κοινωνική συνοχή, να επιτραπεί στον φορέα διαχείρισης να ενισχύει οικονομικά το ύψος των τελών περιφερειακών αεροδρομίων του ιδίου κράτους μέλους.

2.6. Πολλά μικρά αεροδρόμια, τα οποία συμβάλλουν ουσιαστικά στην επίτευξη της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής της Ένωσης, χρειάζονται απαραιτήτως σημαντικές περιοδικές οικονομικές ενισχύσεις από το κράτος ή την τοπική αυτοδιοίκηση, ή ακόμη και από τα μεγαλύτερα αεροδρόμια, προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία των αεροδρομίων αυτών και να αποφευχθεί η αύξηση των τελών. Από την άλλη πλευρά, ο αριθμός των μεταφορέων που εργάζονται σε αυτά τα μικρά αεροδρόμια είναι περιορισμένος και η καθημερινή επαφή των μεταφορέων με τον φορέα διαχείρισης του αεροδρομίου είναι εύκολη.

2.7. Το κόστος καθορίζεται σύμφωνα με τις λογιστικές αρχές και την αξιολόγηση που εν γένει αναγνωρίζει κάθε κράτος μέλος.

2.8. Ωστόσο, παρέχεται η δυνατότητα να συνεκτιμηθεί κατά τον υπολογισμό των τελών, το κόστος που συνεπάγονται τα περιβαλλοντικά μέτρα για τις αεροπορικές μεταφορές καθώς και να προσαρμοστούν τα τέλη στις ανάγκες διαχείρισης των αεροπορικών υποδομών ανάλογα με τη συχνότητα χρήσης του αεροδρομίου κατά μια δεδομένη περίοδο.

2.9. Οι προσαρμογές αυτές δεν πρέπει όμως να επιφέρουν πρόσθετα έσοδα.

2.10. Ο οργανισμός διαχείρισης του αεροδρομίου οφείλει να προσαρμόζει το ύψος των τελών με διαφάνεια και χωρίς διακρίσεις. Για το σκοπό αυτό μπορεί:

- να λαμβάνει υπόψη, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, τα έσοδα που δεν προέρχονται από τα τέλη αεροδρομίου για να καθορίζει το συνολικό ύψος των τελών αεροδρομίου,

- να παραχωρεί εκπτώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης.

2.11. Τα στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται το ύψος των τελών θα πρέπει να κοινοποιούνται υποχρεωτικά στους χρήστες (αεροπορικές εταιρείες) των αεροδρομίων. Πρόκειται για τα εξής στοιχεία:

- τη σαφή απαρίθμηση των διαφόρων υπηρεσιών που παρέχονται από το αεροδρόμιο έναντι των ζητουμένων τελών αεροδρομίου και τον τρόπο υπολογισμού του ύψους των τελών που έχει επιλέξει ο φορέας διαχείρισης,

- το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε κατηγορία τελών αεροδρομίου που εισπράττονται στο αεροδρόμιο και το συνολικό αριθμό απασχολούμενων στις υπηρεσίες για τις οποίες εισπράττονται τα τέλη αεροδρομίου,

- τις προβλέψεις σχετικά με την κατάσταση του αεροδρομίου όσον αφορά τα τέλη αεροδρομίου, την εξέλιξη της κυκλοφορίας, καθώς και τις επικείμενες επενδύσεις.

2.12. Προκειμένου να προγραμματίζουν τα αεροδρόμια καλύτερα την εξέλιξη της δραστηριότητάς τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν μέτρα ώστε οι χρήστες (αεροπορικές εταιρείες) να δίνουν στα αεροδρόμια τις ακόλουθες πληροφορίες:

- τις προβλέψεις τους σχετικά με τον όγκο των μεταφορών,

- τις προβλέψεις σχετικά με τη σύνθεση του στόλου τους,

- τα έργα ανάπτυξης του αεροδρομίου,

- τις ανάγκες τους στο συγκεκριμένο αεροδρόμιο.

2.13. Τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν μέτρα, ώστε να διοργανώνεται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο διαβούλευση μεταξύ του οργανισμού διαχείρισης του αεροδρομίου και των χρηστών (αεροπορικών εταιρειών). Αντικείμενο της διαβούλευσης αυτής είναι το σύστημα και το ύψος των τελών, ιδιαίτερα σε περίπτωση προσαρμογής. Η διαβούλευση θα πρέπει να πραγματοποιείται τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την ισχύ της προσαρμογής του συστήματος της αύξησης των τελών.

2.13.1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα, ώστε οι χρήστες των αεροδρομίων να έχουν δικαίωμα υποβολής αίτησης για τη διεξαγωγή δεύτερης διαβούλευσης.

2.14. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να εφαρμόζουν αυστηρές και κατάλληλες ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης εθνικών διατάξεων.

2.15. Η οδηγία θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2002. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα νομικά μέτρα που έλαβαν για την εφαρμογή της οδηγίας.

3. Γενικές παρατηρήσεις

3.1. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή επιδοκιμάζει τη πρωτοβουλία της Επιτροπής για περισσότερη διαφάνεια όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των τιμών και των παρεχόμενων υπηρεσιών στα αεροδρόμια της Κοινότητας, τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

Η πρωτοβουλία αυτή ανταποκρίνεται στο αίτημα που διατύπωσε η ΟΚΕ στο σημείο 3.2 της γνωμοδότησης () για την οδηγία του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά των υπηρεσιών εδάφους:

«Θα πρέπει πρώτα να υπάρξει διαφάνεια ως προς τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Η διαφάνεια και, στη συνέχεια, η αξιολόγηση της σχέσεως κόστους/οφέλους αποτελούν προϋπόθεση για τη λήψη περαιτέρω μέτρων για το άνοιγμα της αγοράς.»

3.2. Η άποψη της Επιτροπής ότι τα αεροδρόμια έχουν αυξανόμενη σημασία για την οικονομική ανάπτυξη των περιφερειών, για το εμπόριο και τις μεταφορές επιβατών επιδοκιμάζεται. Για το λόγο αυτό, αφενός προσφέρουν υπηρεσίες κοινωνικής σημασίας στις περιφέρειες, αφετέρου είναι αναγκασμένα να επιβάλλουν την παρουσία τους σε μια ανταγωνιστική αγορά. Για το σκοπό αυτό πρέπει να δημιουργηθούν βασικές προϋποθέσεις οι οποίες θα διασφαλίζουν μια δίκαιη μεταχείριση. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρχει μια ισορροπημένη σχέση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των αεροδρομίων και των χρηστών τους (αεροπορικές εταιρείες). Θα πρέπει να ληφθούν μέτρα, ώστε να μην γίνεται κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.

3.3. Η μεγαλύτερη διαφάνεια θα συμβάλει πιθανώς στη βελτίωση της διάρθρωσης του κόστους. Αυτό όμως δεν θα πρέπει, κατά τη γνώμη της ΟΚΕ, να οδηγήσει σε αύξηση των διοικητικών δαπανών για το συγκεκριμένο αεροδρόμιο αλλά και για τις αρμόδιες δημόσιες αρχές. Για το λόγο αυτό, η ΟΚΕ κρίνει ότι η διαδικασία διαβουλεύσεων είναι απαραίτητη στις προβλεφθείσες προβληματικές περιπτώσεις μόνο σε περίπτωση ανάγκης, όπως π.χ. σε περίπτωση μεταβολής των υποδομών ή προσαρμογής των τελών.

3.4. Η ΟΚΕ θεωρεί δεδομένο ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο που υφίσταται σε εθνικό επίπεδο επαρκεί για την επιβολή κυρώσεων σε εθνικό επίπεδο. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποδείξει τις σχετικές δυνατότητες. Ωστόσο, η αύξηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών θα ήταν αντίθετη προς τους στόχους της οδηγίας.

3.5. Τα κράτη στα οποία η φιλελευθεροποίηση αυτή έχει ήδη επιτευχθεί, είτε μερικώς είτε εντελώς, δεν χρειάζεται να άρουν τα μέτρα αυτά, στο βαθμό που συμβιβάζονται με τις νομικές διατάξεις της ΕΕ.

3.6. Λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης που επικρατεί σήμερα στην ΕΕ, η ΟΚΕ τάσσεται υπέρ της διάκρισης μεταξύ των τελών αεροδρομίου και των καθιερωμένων εθνικών φόρων. Θα πρέπει, ωστόσο, να επιδιωχθεί στον τομέα αυτό μια εναρμόνιση κοινοτικού επιπέδου ώστε να δημιουργηθεί ενιαίο ανταγωνιστικό πλαίσιο. Όσον αφορά τα τέλη αεροδρομίου είναι απαραίτητο να εναρμονισθούν τα κριτήρια υπολογισμού της αναπροσαρμογής των τελών.

3.7. Η ΟΚΕ προτείνει να προσδιοριστούν σαφέστερα απ'ό,τι συμβαίνει στην πρόταση της Επιτροπής, οι απαιτήσεις που τίθενται έναντι του εκάστοτε φορέα διαχείρισης του αεροδρομίου, είτε με τη μορφή συγκεκριμένων αριθμών είτε μέσω της συνεκτίμησης κριτηρίων ποιότητας.

4. Ειδικές παρατηρήσεις

4.1. Η έννοια της κατάργησης των διακρίσεων, όπως αναφέρεται στην οδηγία της Επιτροπής, έχει διατυπωθεί με υπερβολικά γενικό τρόπο, κατά τη γνώμη της ΟΚΕ. Προκειμένου να υπολογίσει σωστά το κόστος και τον κίνδυνο, για τον οργανισμό διαχείρισης ενός αεροδρομίου έχει διαφορά αν μια αεροπορική εταιρεία εξυπηρετεί το αεροδρόμιο μια φορά την ημέρα ή καλύπτει σημαντικό μέρος των μεταφορών (30, 40 ή 60 %). Η ΟΚΕ θεωρεί γι'αυτό σκόπιμο να επιτραπεί η παροχή έκπτωσης όπως εφαρμόζεται και για τις χονδρικές πωλήσεις στο εμπόριο και στη βιομηχανία, έκπτωση η οποία οφείλεται στην καλύτερη αξιοποίηση των μέσων παραγωγής και εφαρμόζεται με διαφάνεια, χωρίς διακρίσεις και με αναλογία στο κόστος.

4.2. Οι καταναλωτές (επιβάτες) θεωρούν αναγκαίο να εξετασθεί η δυνατότητα μειωμένων ναύλων για πτήσεις ανταπόκρισης και/ή πτήσεις ανταπόκρισης προς τους κεντρικούς αερολιμένες. Κατ'αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να αποφευχθεί η διακριτική μεταχείριση ορισμένων επιβατών οι οποίοι, λόγω του τόπου κατοικίας τους είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν πτήσεις ανταπόκρισης.

4.3. Η ΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι η αναπροσαρμογή των τελών κατά την οποία συνεκτιμήθηκε το εξωτερικό κόστος που συνεπάγεται η προστασία του περιβάλλοντος αλλά και η διαχείριση των υποδομών του αεροδρομίου, δεν πρέπει να συνεπάγεται πρόσθετα έσοδα για τους αερολιμένες.

4.4. Το ύψος του κόστους και των τελών μπορεί να καταστεί συγκρίσιμο σε ευρωπαϊκό επίπεδο μόνο εφόσον εναρμονισθούν οι γενικές αρχές λογιστικής, ισολογισμού, αξιολόγησης, καθώς και οι διατάξεις σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, υφίστανται διαφορές όσον αφορά την υποχρέωση ισολογισμού των υποχρεώσεων που απορρέουν από leasing. Διαφορές υπάρχουν επίσης κατά την εκτίμηση του πάγιου κεφαλαίου και του κυκλοφορούντος κεφαλαίου. Ενώ στη Γερμανία αναφέρεται στον υπολογισμό υποχρεωτικά η αξία στην αγορά, στην Μεγάλη Βρετανία υπάρχει δικαίωμα επιλογής μεταξύ της αξίας στην αγορά ή της αξίας κατά την ημερομηνία του ισολογισμού.

Επίσης, υφίστανται σημαντικές διαφορές όσον αφορά τη δημιουργία αποθέματος για τις συντάξεις και την μέθοδο υπολογισμού της συντάξεως των εργαζομένων. Επομένως, κάθε σύγκριση είναι εξαιρετικά δύσκολη.

4.5. Προκειμένου να βελτιωθεί ο προγραμματισμός του εκάστοτε αεροδρομίου, η ΟΚΕ υποστηρίζει το αίτημα της Επιτροπής να φροντίζουν τα κράτη μέλη ώστε οι αερομεταφορείς να παράσχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 2.12. Αυτό συμβάλλει στον ασφαλέστερο προγραμματισμό των αεροδρομίων.

Σε αυτή την ειδική περίπτωση δεν υπάρχει, ωστόσο, η δυνατότητα ποσοστιαίας αποζημίωσης εκ μέρους των χρηστών σε περίπτωση λανθασμένων επενδύσεων ή σε περίπτωση που οι παρεχόμενες πληροφορίες αποδειχθούν ανακριβείς.

4.6. Η ΟΚΕ συμφωνεί με την πρόθεση της Επιτροπής να επιτρέψει τη διαβάθμιση των τελών αεροδρομίου ανάλογα με το επίπεδο θορύβου που παράγουν τα αεροπλάνα. Επίσης, προτίθεται να επιτρέψει την αύξηση των τελών απογείωσης και προσγείωσης σε ορισμένες ώρες της ημέρας και της νύχτας, προκειμένου να περιοριστεί η ηχορύπανση. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της ΟΚΕ για το Πράσινο Βιβλίο σχετικά με την καταπολέμηση του θορύβου (), είναι απαραίτητο να θεσπισθεί κοινοτική οδηγία για τη διαβάθμιση των τελών, ώστε να αποφευχθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού.

4.7. Η ΟΚΕ προτείνει στην Επιτροπή να προσθέσει στο τέλος του 8ου αιτιολογικού σημείου το ακόλουθο κείμενο:

«...και ότι, επομένως, απαιτούνται κατάλληλα κίνητρα για να αυξηθεί η αποδοτικότητά τους και να βελτιωθεί η σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας.»

4.8. Η πρώτη πρόταση του άρθρου 1 (στόχος και πεδίο εφαρμογής) να τροποποιηθεί ως εξής:

«... την τήρηση των αρχών της αποφυγής των διακρίσεων, της σχέσης με το κόστος, της διαφάνειας και της αποδοτικότητας σε θέματα που αφορούν τα τέλη αεροδρομίου.»

4.9. Η ΟΚΕ κρίνει απαραίτητο να προστεθεί στο άρθρο 4 (σχέση με το κόστος) νέα παράγραφος 4 με το εξής περιεχόμενο:

«Λόγω του ότι οι αερολιμένες υπόκεινται σε περιορισμένο ανταγωνισμό, τα κράτη μέλη πρέπει να προσδιορίσουν κριτήρια και παραμέτρους για τη μέτρηση των επιδόσεων των αερολιμένων (που καλύπτονται από την παρούσα πρόταση) και να αναπτύξουν κατάλληλα κίνητρα για τη βελτιστοποίηση της αποδοτικότητας των υποδομών, των εγκαταστάσεων και των υπηρεσιών των αερολιμένων.»

4.10. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 (διαβουλεύσεις) να τροποποιηθεί ως εξής:

«...οι χρήστες του αεροδρομίου, σε περίπτωση που διαφωνούν με την παρούσα απόφαση, να μπορούν να προσφύγουν σε ανεξάρτητο διαιτητή, ο οποίος ορίζεται από το κράτος μέλος,» (διαγράφεται η φράση «να ζητήσουν δεύτερη διαβούλευση»).

4.11. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν μέτρα, ώστε οι αεροπορικές εταιρείες τρίτων χωρών να επωφελούνται από την εφαρμογή της οδηγίας αυτής εφόσον ισχύει και στη χώρα προέλευσης η αρχής της αμοιβαιότητας.

4.12. Η ΟΚΕ θεωρεί ρεαλιστική την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2002.

4.13. Η ΟΚΕ θεωρεί δεδομένο ότι αποτελεί αποδέκτη της έκθεσης που αναφέρει η Επιτροπή στο άρθρο 10.

Βρυξέλλες, 10 Δεκεμβρίου 1997.

Ο Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Tom JENKINS

() ΕΕ C 301 της 13.11.1995, σ. 28.

() ΕΕ C 206 της 7.7.1997, σ. 1.