Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1696/71 για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα του λυκίσκου»
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 287 της 22/09/1997 σ. 0072
Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1696/71 για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα του λυκίσκου» () (97/C 287/15) Στις 21 Απριλίου 1997, και σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 198 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την παραπάνω πρόταση. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να ορίσει κύριο εισηγητή τον κ. Kienle και να του αναθέσει την εκπόνηση της σχετικής γνωμοδότησης. Κατά τη 346η σύνοδο ολομέλειας (συνεδρίαση της 29ης Μαΐου 1997), η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 67 ψήφους υπέρ, 7 κατά και 7 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση. 1. Εισαγωγή 1.1. Ο λυκίσκος μαζί με το κριθάρι αποτελούν τις σημαντικότερες πρώτες ύλες για την παρασκευή του ζύθου. Ο λυκίσκος (humulus lupulus) είναι ένας πολυετής αναρριχητικός θάμνος, η καλλιέργεια του οποίου απαιτεί περίπλοκες εγκαταστάσεις. Ο καλλιεργούμενος λυκίσκος δίνει στο ζύθο το άρωμα, την πικρή γεύση και τη διάρκειά του. 1.2. Ο λυκίσκος αποτελεί ένα παραδοσιακό εμπόρευμα σε μία ελευθερωμένη παγκόσμια αγορά. Η συγκέντρωση του εμπορίου του λυκίσκου είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. Ελάχιστοι διανομείς λυκίσκου ελέγχουν τη διάθεσή του παγκοσμίως. 1.3. Η επιφάνεια καλλιέργειας του λυκίσκου καλύπτει περί τα 86 000 εκτάρια παγκοσμίως. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με 27 500 εκτάρια, καταλαμβάνει το ένα τρίτο περίπου της παγκόσμιας επιφάνειας καλλιέργειας του λυκίσκου. Εξ αυτών, τα 22 000 εκτάρια βρίσκονται στη Γερμανία. Στις λοιπές χώρες παραγωγής λυκίσκου περιλαμβάνονται το Βέλγιο, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιρλανδία, η Αυστρία, η Πορτογαλία και το Ην. Βασίλειο. Στην ΕΕ υπάρχουν περίπου 5 000 γεωργικές εκμεταλλεύσεις καλλιέργειας λυκίσκου, με μέση έκταση καλλιέργειας 5,5 εκτάρια. Σε αντίθεση με την σε μικρές εκμεταλλεύσεις καλλιέργειά του στην ΕΕ, στις ΗΠΑ καλλιεργείται σε μεγάλες εκμεταλλεύσεις. 1.4. Οι ποικιλίες λυκίσκου διακρίνονται σε ποικιλίες αρωματικού και πικρού λυκίσκου, ανάλογα με την επικράτηση των αρωματικών ή πικρών ιδιοτήτων. Η πικρή ιδιότητα του λυκίσκου εξαρτάται από την περιεκτικότητά του σε οξύ άλφα. Η περιεκτικότητα του λυκίσκου σε οξύ άλφα καθορίζει και την οικονομική αξία του. 1.5. Αν και, παγκοσμίως, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής λυκίσκου αποτελείται από πικρές ποικιλίες, στην ΕΕ επικρατούν οι αρωματικές ποικιλίες. Λαμβανομένων υπόψη των αναγκών της ζυθοποιίας για οξύ άλφα, η παγκόσμια παραγωγή λυκίσκου είναι πλεονασματική. Το 1996, η συνολική παγκόσμια παραγωγή ανήλθε σε 2,6 εκατομμύρια εκατόλιτρα, ποσότητα η οποία, σε εμπορεύσιμες μονάδες βάρους, αντιπροσωπεύει 9 300 τόνους οξέος άλφα. Κατά το ίδιο έτος, οι παγκόσμιες ανάγκες για οξύ άλφα εκτιμώνται σε 8 000 τόνους. 2. Κύρια σημεία της πρότασης της Επιτροπής 2.1. Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του λυκίσκου, η οποία καθιερώθηκε το 1971, δεν αποτελεί μία «κλασσική» γεωργική οργάνωση αγοράς, αλλά έχει ως στόχο, μέσω ενός συστήματος ενισχύσεων (deficiency payment), τη βελτίωση της ποιότητας της παραγωγής και τη διασφάλιση των εισοδημάτων των παραγωγών. 2.2. Στις 31 Δεκεμβρίου 1996, έληξε η ισχύς του προγράμματος ποικιλιακής μετατροπής προς αρωματικές ποικιλίες ή προς ποικιλίες super alpha, οι οποίες είναι καλύτερα προσαρμοσμένες στις ανάγκες της αγοράς. Ταυτόχρονα, έληξε και η μεταβατική περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας η ενίσχυση στους παραγωγούς μπορούσε να καταβληθεί εξ ολοκλήρου, σε περίπτωση που τα μέλη δεν διέθεταν στο εμπόριο το σύνολο της παραγωγής τους, μέσω των οργανώσεων των παραγωγών. Ως εκ τούτου, κατέστη απαραίτητη η προσαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας. 2.3. Η νέα πρόταση προβλέπει την αντικατάσταση της υφιστάμενης ενίσχυσης από μία κατ' αποκοπήν ενίσχυση, η οποία θα ανέρχεται σε 450 Ecu ανά εκτάριο. Αν και μέχρι τώρα το ύψος της ενίσχυσης καθοριζόταν ετησίως, το ύψος της νέας ενίσχυσης θα ορισθεί για μία πενταετία. 2.4. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει το 5 % της ενίσχυσης να χρησιμοποιείται για την ποικιλιακή μετατροπή και να κρατείται από τις ενώσεις των παραγωγών. Οι οργανώσεις παραγωγών έχουν τη δυνατότητα να κρατούν συνολικά μέχρι ανώτατο ποσοστό 20 % από τις ενισχύσεις, για τη συνέχιση της υλοποίησης των μέτρων ποικιλιακής μετατροπής. Όσον αφορά τις ενώσεις των παραγωγών, οι οποίες δεν διαθέτουν στην αγορά το σύνολο της παραγωγής των μελών τους, η δυνατότητα αυτή καθίσταται υποχρέωση. Προηγουμένως, σε ειδικές περιπτώσεις ήταν δυνατόν, μετά από απόφαση της πλειοψηφίας των μελών των ομάδων των παραγωγών, να κρατηθεί ποσοστό μέχρι 100 % της ενίσχυσης στους παραγωγούς, προκειμένου να διατεθεί για τις προαναφερόμενες δυνατότητες χρησιμοποίησης. 3. Γενικές παρατηρήσεις 3.1. Η ΟΚΕ εκφράζει, καταρχήν, την ικανοποίησή της για την πρόταση για την τροποποίηση της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του λυκίσκου, η οποία παραμένει πιστή στις μέχρι τώρα θεμελιώδεις αρχές της οργάνωσης της αγοράς και αποσκοπεί στη σταθεροποίηση του εισοδήματος και της αγοράς. 3.2. Εντούτοις, η ΟΚΕ προτείνει να καταστεί δυνατή η προσωρινή διακοπή της καλλιέργειας λυκίσκου. Κατά τη διάρκεια της προσωρινής διακοπής (με την εκρίζωση των φυτών του λυκίσκου, αλλά τη διατήρηση των εγκαταστάσεων αναρρίχησης των φυτών), η εν λόγω ενίσχυση θα πρέπει να συνεχίσει να χορηγείται. Αυτό το μέτρο θα συμβάλει στη διασφάλιση της καλύτερης προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς, καθώς και στη διατήρηση του μεριδίου της αγοράς εκ μέρους των ευρωπαίων καλλιεργητών. 4. Ειδικές παρατηρήσεις 4.1. Οι προβλεπόμενες από το άρθρο 12 δυνατότητες χρησιμοποίησης των κρατούμενων ποσοστών της ενίσχυσης από τις ομάδες παραγωγών, βάσει του άρθρου 7, παράγραφοι από α) μέχρι δ), θα πρέπει να επεκταθούν, μεταξύ άλλων, για τη λήψη μέτρων: - υπέρ της προώθησης της ποιότητας και των πωλήσεων και - υπέρ της ενίσχυσης της εκλογίκευσης των τεχνικών και λογιστικών μεθόδων. 4.2. Η ΟΚΕ κρίνει ανεπαρκώς ελαστική τη διάταξη του άρθρου 12, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να κρατείται υποχρεωτικά ποσοστό 5 % της ενίσχυσης στους παραγωγούς αποκλειστικά για την ποικιλιακή μετατροπή. Εν προκειμένω, θα πρέπει να προβλεφθεί, τουλάχιστον, η συσσώρευση των ποσών των ενισχύσεων για περισσότερα από πέντε έτη. 4.3. Θα πρέπει, ακόμη, να προβλεφθεί η δυνατότητα, σε ειδικές περιπτώσεις και εφόσον αυτό έχει την υποστήριξη τουλάχιστον των των μελών τους, οι ενώσεις των παραγωγών να κρατούν ποσοστό υψηλότερο του μέγιστου ποσοστού του 15 % - και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μέχρι και 100 % - επί της ενίσχυσης στους παραγωγούς, για τα μέτρα που προβλέπονται από το άρθρο 7, παράγραφοι από α) μέχρι δ). 4.4. Εφόσον, με την ενίσχυση που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επιδιώκεται, κατά κύριο λόγο, η διασφάλιση ενός καλύτερου και σταθερότερου εισοδήματος για τους παραγωγούς, το ποσόν της ενίσχυσης αυτής κρίνεται χαμηλό. Δεδομένων της τρέχουσας αρνητικής κατάστασης της αγοράς και των απαισιόδοξων προβλέψεων για τα προσεχή έτη, απαιτείται η σαφής αύξηση της ενίσχυσης στους παραγωγούς, προκειμένου να σταθεροποιηθεί το εισοδήμα τους. Βρυξέλλες, 29 Μαΐου 1997. Ο Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής Tom JENKINS () ΕΕ C 127 της 24. 4. 1997, σ. 11.