Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Τεχνικές προδιαγραφές και αμοιβαία αναγνώριση»»
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 212 της 22/07/1996 σ. 0007
Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Τεχνικές προδιαγραφές και αμοιβαία αναγνώριση»» (96/C 212/02) Στις 4 Ιουλίου 1995, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, με βάση το άρθρο 23, παράγραφος 2 του Εσωτερικού Κανονισμού, να εκδώσει γνωμοδότηση για το ακόλουθο θέμα: «Τεχνικές προδιαγραφές και αμοιβαία αναγνώριση». Το τμήμα βιομηχανίας, εμπορίου, βιοτεχνίας και υπηρεσιών, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 8 Μαΐου 1996, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Jaschick. Κατά την 336η σύνοδο ολομέλειας της 29ης και 30ής Μαΐου 1996 (συνεδρίαση της 29ης Μαΐου 1996), η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 101 ψήφους υπέρ και 1 αποχή, την ακόλουθη γνωμοδότηση. 1. Η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων 1.1. Η τυποποίηση, ο έλεγχος, η πιστοποίηση και η εποπτεία είχαν ανατεθεί, ήδη πριν θεμελιωθεί η αρχή της επικουρικότητας, στους αρμόδιους παράγοντες, εφόσον οι τομείς αυτοί αφορούσαν τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους και λιγότερο τις δημόσιες αρχές. 1.2. Στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ισχύει γενικά η αρχή της κατάργησης των ποσοτικών περιορισμών, καθώς και όλων των μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος, η οποία έχει θεμελιωθεί στα άρθρο 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η ερμηνεία του όρου «ισοδύναμο αποτέλεσμα» βασίζεται στο λεγόμενο «κανόνα Dassonville» που ανέπτυξε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου: «Κάθε ρύθμιση κράτους μέλους που μπορεί να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά τις εμπορικές συναλλαγές εντός της Κοινότητας πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδύναμο με ποσοτικό περιορισμό». 1.3. Η απόφαση αυτή συμπληρώνεται με τη βασική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η οποία στηρίζεται στην απόφαση «Cassis de Dijon» του έτους 1979 () και ορίζει τα εξής: «Σε περίπτωση έλλειψης κοινοτικής ρύθμισης, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν για την επικράτειά τους όλες εκείνες τις διατάξεις οι οποίες διέπουν την παραγωγή και εμπορία (του εν λόγω εμπορεύματος). Τα εμπόδια που ενδέχεται να προκύψουν για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, λόγω διαφορών μεταξύ των εθνικών διατάξεων, είναι θεμιτά στο βαθμο που οι διατάξεις αυτές επιβάλλονται για λόγους που αφορούν την αποτελεσματικότητα του φορολογικού ελέγχου, την προστασία της δημόσιας υγείας, το θεμιτό χαρακτήρα των συναλλαγών, καθώς και την προστασία των καταναλωτών.» 2. Οι δραστηριότητες της ΟΚΕ 2.1. Η γνωμοδότηση που εξέδωσε η ΟΚΕ για την πρώτη έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη λειτουργία της Εσωτερικής Αγοράς () ήταν ουσιαστικά μια λεπτομερής ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης. Τα αποτελέσματα των εργασιών είχαν σημαντική απήχηση, τόσο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όσο και στο Συμβούλιο, αλλά και στην Επιτροπή, και ώθησαν το Συμβούλιο να εγκρίνει τον Ιούνιο 1995, την πρόταση για την εγκαθίδρυση Παρητηρητηρίου της Εσωτερικής αγοράς στους κόλπους της ΟΚΕ. Βασικό αντικείμενο της γνωμοδότησης ήταν ένας κατάλογος 62 σοβαρών εμποδίων τα οποία δεν επιτρέπουν στους πολίτες, αλλά και στους οικονομικούς κύκλους, να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα που προσφέρει μια ευρωπαϊκή αγορά χωρίς εσωτερικά σύνορα. 2.2. Το Προεδρείο της ΟΚΕ αποφάσισε, με βάση τις διαπιστώσεις αυτές να αναθέσει στο τμήμα βιομηχανίας, εμπορίου, βιοτεχνίας και υπηρεσιών την επεξεργασία γνωμοδότησης με ειδικό θέμα τα τεχνικά εμπόδια που δυσχεραίνουν τις συναλλαγές. Στη γνωμοδότηση αυτή θα εξετασθούν κυρίως εμπόδια όπως η παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων λόγω διαφορετικών τεχνικών διατάξεων και, ενδεχομένως, λόγω της αναφοράς στις διατάξεις αυτές ή της υποβολής διαφορετικών εθνικών διαδικασιών ελέγχου πιστοποίησης και εποπτείας. Συγχρόνως, θα εξετασθεί το πρόβλημα της ελλιπούς αμοιβαίας αναγνώρισης των διαδικασιών αυτών μεταξύ των κρατών μελών. 2.3. Μολονότι καταβλήθηκαν προσπάθειες και σημειώθηκαν θετικά βήματα, τα τεχνικά εμπόδια εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό πρόβλημα για την εσωτερική αγορά. Τα αίτια που δημιούργησαν τα εμπόδια αυτά, είναι εν μέρει τεχνικής, εν μέρει γενικής φύσεως. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ελλιπής εναρμόνιση των διαδικασιών ελέγχου της συμπεριφοράς οικοδομικών υλικών σε περίπτωση πυρκαγιάς. Σε παρεμπόδιση των συναλλαγών μπορεί, ωστόσο, να οδηγήσει και η συμπεριφορά των πελατών και των οργανισμών ιδιωτικού δικαίου, π.χ. όταν ασφαλιστικές εταιρείες επιμένουν να εφαρμόζουν ορισμένες τεχνικές ειδικές προδιαγραφές που αφορούν την κλοπή οχημάτων και οι οποίες δεν έχουν εναρμονιστεί (). Επιπλέον, όπως τόνισε η ΟΚΕ στη γνωμοδότηση για την έκθεση της Επιτροπής «η εσωτερική αγορά το 1995» ο αυξανόμενος αριθμός εθνικών τεχνικών προδιαγραφών προκαλεί έντονες ανησυχίες (). Η επίλυση των σχετικών προβλημάτων προϋποθέτει την πλήρη κατανόηση του ειδικού αυτού θέματος. Η παρούσα γνωμοδότηση φιλοδοξεί να συμβάλει σε αυτό. 2.4. Στα πλαίσια των εργασιών για την εκπόνηση του σχεδίου γνωμοδότησης, διοργανώθηκαν δύο ακροάσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 23 Ιανουαρίου 1996, στη Στοκχόλμη και στις 25 Ιανουαρίου 1995, στο Μιλάνο. Επίσης, οι ενδιαφερόμενες ομάδες έλαβαν σχετικό ερωτηματολόγιο και κλήθηκαν να στείλουν γραπτές παρατηρήσεις. Σκοπός των ακροάσεων αυτών ήταν η αντιπαράθεση των εμπειριών και των προβλημάτων που αντιμετωπίζονται σε ένα νέο και ένα παλαιό κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα αποτελέσματα των ακροάσεων αυτών έχουν ενσωματωθεί στην παρούσα γνωμοδότηση. 3. Ορισμοί 3.1. Στην παρούσα γνωμοδότηση χρησιμοποιούνται ορισμένοι όροι οι οποίοι περιγράφονται κατωτέρω. Οι ορισμοί αυτοί έχουν συγκεντρωθεί σε μεγάλο βαθμό είτε από οδηγίες, από πρότυπα, είτε ειδική βιβλιογραφία, αλλά έχουν απλουστευθεί ή, ενδεχομένως, συντομευθεί, ώστε να καταστούν πιο ευανάγνωστοι. 3.2. Οι βασικές απαιτήσεις (ασφάλειας ή άλλες απαιτήσεις που αφορούν το κοινό όφελος) αποτελούν δεσμευτικά τεχνικά κριτήρια τα οποία καθορίζονται στις οδηγίες της νέας προσέγγισης. Τα προϊόντα τα οποία έχουν διατεθεί στην αγορά και υπόκεινται στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις βασικές απαιτήσεις. 3.3. Πρότυπο ονομάζεται κάθε τεχνική περιγραφή η οποία έχει υιοθετηθεί από αναγνωρισμένο οργανισμό τυποποίησης με σκοπό την επανειλημμένη ή μόνιμη εφαρμογή της, χωρίς όμως η τήρηση του προτύπου αυτού να είναι υποχρεωτική. 3.4. «Εναρμονισμένα πρότυπα» λέγονται οι τεχνικές περιγραφές οι οποίες έχουν εκδοθεί από έναν ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης ύστερα από σχετική εντολή της Επιτροπής με βάση την οδηγία 83/189/ΕΟΚ, καθώς και σύμφωνα με τις γενικές οδηγίες που αφορούν τη συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης και της Επιτροπής. Από τη στιγμή που η αναφορά της πηγής θα δημιοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το πρότυπο θα εφαρμοσθεί σε τουλάχιστον ένα κράτος μέλος, η συμβατότητά του με τις βασικές απαιτήσεις θεωρείται επιβεβαιωμένη (). 3.5. Στο (νομικά) ρυθμιζόμενο τομέα, η διαθέση προϊόντων στην αγορά ρυθμίζεται μέσω νόμων, κανονισμών και άλλων μέτρων με σκοπό την προστασία του πολίτη. Θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ του εναρμονισμένου ρυθμιζόμενου τομέα μέσω κοινοτικών οδηγιών και του τομέα που ρυθμίζεται μέσω εθνικών νομικών διατάξεων και δεν εναρμονίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ένα μέρος του εναρμονισμένου ρυθμιζόμενου τομέα αποτελεί, επίσης, ο τομέας στον οποίον ισχύει η υποχρεωτική κοινοποίηση, καθώς επίσης και για τον οποίο θα πρέπει να δηλώνονται στην Επιτροπή οι αρχές, οι οποίες είναι αρμόδιες για την εφαρμογή διαδικασιών για την αξιολόγηση της συμβατότητας πρέπει, με βάση τις κοινοτικές οδηγίες. 3.6. Στο μη ρυθμιζόμενο τομέα (μέσω της νομοθεσίας) η διάθεση προϊόντων στην αγορά δε ρυθμίζεται μέσω νόμων, κανονισμών και άλλων μέτρων, επειδή τα προϊόντα που υπάγονται στον τομέα αυτό δεν περιέχουν κανέναν κίνδυνο. 4. Προσπάθειες που έχουν καταβληθεί έως σήμερα για την εξάλειψη των τεχνικών εμποδίων στις εμπορικές συναλλαγές. 4.1. Η παλαιά μέθοδος Μια από τις κυριότερες προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγκειται στην εξάλειψη των τεχνικών εμποδίων που δυσχεραίνουν την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων μέσω της εναρμόνισης των εθνικών διατάξεων. Σύμφωνα με την παλαιά μέθοδο, οι οδηγίες περιείχαν, εκτός από τον προσδιορισμό των βασικών απαιτήσεων και «τεχνικά παραρτήματα» με όλους τους τεχνικούς ορισμούς, όπως, π.χ. οι συγκεκριμένες μετρήσεις που έγιναν για την ηχορύπανση που προκαλούν οι χορτοκοπτικές μηχανές. Όπως αποδείχθηκε, η διαδικασία αυτή ήταν χρονοβόρα, δυσκίνητη και υπερβολικά λεπτομερής. Ωστόσο, εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε ορισμένους τομείς, στους οποίους έχει αποδειχθεί η αποτελεσματικότητά της. 4.2. Η νέα μέθοδος της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης 4.2.1. Στο πρόγραμμα για την εσωτερική αγορά η Κοινότητα καθόρισε τις μελλοντικές προτεραιότητες δράσης. Τούτο κατέστησε αναγκαία την επιτάχυνση της εναρμόνισης στον τομέα των τεχνικών εμποδίων, υπό το πρίσμα της απόφασης «Cassis de Dijon». Το Συμβούλιο ανταποκρίθηκε στην ανάγκη αυτή θεσπίζοντας το 1985, τη λεγόμενη νέα προσέγγιση () για την τεχνική εναρμόνιση και τυποποίηση. 4.2.2. Με τη νέα σύλληψη εγκαταλείπεται η παλαιά μέθοδος των λεπτομερών προσδιορισμών. Ο κοινοτικός νομοθέτης θα επικεντρώνει πλέον την προσοχή του στον καθορισμό των βασικών απαιτήσεων στα πλαίσια ευρωπαϊκών οδηγιών που αποσκοπούν κυρίως στην εναρμόνιση () - όπως, π.χ. στον προσδιορισμό του ελάχιστου επιπέδου προστασίας. Η περιγραφή αναγνωρισμένων πιθανών τεχνικών λύσεων που απαιτούνται για την πλήρωση των βασικών απαιτήσεων θα πραγματοποιηθεί μέσω των εναρμονισμένων προτύπων () που εκπόνησαν οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί τυποποίησης CEN, Cenelec και ETSI, με εντολή της Επιτροπής. 4.2.3. Τα εναρμονισμένα πρότυπα δεν έχουν νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα, και επομένως η εφαρμογή τους είναι εθελοντική. Ωστόσο, η τήρησή τους αποδεικνύει τη συμβατότητα ενός προϊόντος με τις βασικές απαιτήσεις των οδηγιών. Το αντίθετο θα πρέπει να αποδειχθεί. Επομένως, η ύπαρξη εναρμονισμένων ευρωπαϊκών προτύπων δεν αποτελεί το μόνο δρόμο που οδηγεί στη συμβατότητα με τις ελάχιστες απαιτήσεις της οδηγίας. Οι παραγωγοί και οι αρμόδιες για την εκτίμηση της συμβατότητας αρχές μπορούν, επίσης, να χρησιμοποιήσουν και άλλες, συνήθως εθνικές, τεχνικές προδιαγραφές. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, η συμβατότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένη. Ο παραγωγός θα πρέπει, ενδεχομένως, να αποδείξει ο ίδιος τη συμβατότητα με τις βασικές απαιτήσεις της οδηγίας. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να καταστήσει αναγκαία την εφαρμογή αυστηρότερων διαδικασιών ελέγχου της συμβατότητας. 4.2.4. Ωστόσο, για ορισμένα προϊόντα, η πτυχή της ασφάλειας και της προστασίας της υγείας έχει καθοριστική σημασία και, επομένως, οι συναλλαγές με τα προϊόντα αυτά, χωρίς αναφορά συγκεκριμένων τεχνικών προδιαγραφών, μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα. Επιπλέον, είναι δυσκολότερο να διεξαχθεί ο έλεγχος άμεσα, με βάση τις απαιτήσεις της οδηγίας και μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες. Αυτό συμβαίνει, π.χ. όσον αφορά την οδηγία σχετικά με τις ιατρικές συσκευές, καθώς και την οδηγία για τον προσωπικό εξοπλισμό προστασίας. Για το λόγο αυτό, η επιτυχία της εσωτερικής αγοράς εξαρτάται από την ύπαρξη ευρωπαϊκών και, στο μέτρο του δυνατού, διεθνών προδιαγραφών για την υγεία την ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος. Στους τομείς αυτούς έχει ιδιαίτερη σημασία να μην μειωθεί η ευθύνη των δημόσιων αρχών. 4.3. Η γενική προσέγγιση της αξιολόγησης της συμμόρφωσης 4.3.1. Ο έλεγχος και η πιστοποίηση συνδέονται άμεσα με την τυποποίηση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η νέα προσέγγιση της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης συμπληρώθηκε το 1990 με τη νέα προσέγγιση για την εκτίμηση της συμμόρφωσης στον τομέα του τεχνικού ελέγχου και της πιστοποίησης. Σκοπός της γενικής προσέγγισης είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν την υλοποίηση της αμοιβαίας αναγνώρισης, τόσο στο ρυθμιζόμενο () όσο και στο μη ρυθμιζόμενο τομέα (). 4.3.2. Όσον αφορά το μη ρυθμιζόμενο τομέα, υπάρχει δυνατότητα σύναψης συμφωνιών για την αμοιβαία αναγνώριση μεταξύ των αρχών οι οποίες είναι αρμόδιες για τον έλεγχο της συμμόρφωσης, μέσω των αρμόδιων τομεακών επιτροπών της Ευρωπαϊκής Οργάνωσης Πιστοποίησης και Ελέγχου (ΕΟΠΕ), σύμφωνα με κριτήρια και διαδικασίες στις οποίες έχουν εμπιστοσύνη όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η διαδικασία αυτή προσφέρει τη δυνατότητα της μοναδικής εφαρμογής ενός διαφανούς συστήματος αξιολόγησης της συμμόρφωσης για την ευρωπαϊκή αγορά. 4.3.3. Όσον αφορά τον τομέα που ρυθμίζεται μέσω των ευρωπαϊκών οδηγιών, η γενική προσέγγιση θεσπίζει ένα συνδυασμένο σύστημα με βάση το οποίο συνδυάζονται οι διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης από τις επιμέρους οδηγίες, αναλόγως με τον κίνδυνο τον οποίο περιέχει κάθε συγκεκριμένο προϊόν, το οποίο, αφού υποστεί τη διαδικασία αυτή, μπορεί να φέρει το σήμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και να διατεθεί την αγορά σε όλα τα κράτη μέλη, χωρίς να χρειάζεται και δεύτερος έλεγχος ή έγκριση σε εθνικό επίπεδο. Ο ενδιαφερόμενος προμηθευτής έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ελεύθερα έναν οργανισμό τυποποίησης ή αναγνωρισμένο οργανισμό ή μια άλλη αρμόδια αρχή της χώρας ή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους της Ένωσης. 5. Η σημερινή κατάσταση όσον αφορά τα πρότυπα και τις διαδικασίες ελέγχου και πιστοποίησης 5.1. Η γενική κατάσταση 5.1.1. Χαρακτηριστικό της σημερινής κατάστασης είναι το γεγονός ότι η έκδοση των προτύπων, ο έλεγχος και η πιστοποίηση εφαρμόζονται, σε μεγάλο βαθμό, από μη κρατικούς οργανισμούς. Επομένως, η επεξεργασία και η εφαρμογή προτύπων, καθώς επίσης σε πολλές περιπτώσεις και η εφαρμογή διαδικασιών ελέγχου πιστοποίησης και εποπτείας, πραγματοποιούνται σε εθελούσια βάση. 5.1.2. Ο νομοθέτης έχει, αφενός, τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τα ισχύοντα εθελούσια πρότυπα και να τα αναγνωρίζει, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, ως δυνατότητες πλήρωσης νομικών προδιαγραφών. Αφετέρου, έχει τη δυνατότητα, στο βαθμό που αυτό κρίνεται απαραίτητο, να καταστήσει την εφαρμογή τους, με δική του ευθύνη, νομικά δεσμευτική, παραπέμποντας σε συγκεκριμένα πρότυπα, καθώς και στην ημερομηνία δημοσίευσής τους. 5.2. Τυποποίηση και εμπορική πολιτική 5.2.1. Η ευρωπαϊκή οικονομία και η ευρωπαϊκή εμπορική πολιτική αποσκοπούν, αφενός, στην αποτελεσματική λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς, αλλά και, αφετέρου, στην ανάπτυξη των συναλλαγών αγαθών και υπηρεσιών σε παγκόσμιο επίπεδο. Συνεπώς, το ευρωπαϊκό έργο τυποποίησης στηρίζεται, στο μέτρο του δυνατού, στα αποτελέσματα εργασιών που έχουν διεξαχθεί σε διεθνές επίπεδο και μετατρέπει τα αποτελέσματα αυτά, ενδεχομένως με ορισμένες προσαρμογές κοινοτικού χαρακτήρα, σε ευρωπαϊκά πρότυπα. 5.2.2. Οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί τυποποίησης συνεργάζονται στενά με τους αντίστοιχους διεθνείς οργανισμούς τυποποίησης, μέσω ειδικών συμφωνιών. Η συνεργασία αυτή διασφαλίζεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι η συνεργασία στα δύο αυτά επίπεδα διασφαλίζεται από τα ίδια εθνικά ιδρύματα τυποποίησης και από τους ίδιους ενδιαφερόμενους κύκλους. 5.3. Αμοιβαία αναγνώριση των εθνικών προτύπων, των αρμόδιων υπηρεσιών και των αποτελεσμάτων του ελέγχου 5.3.1. Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης νομικών διατάξεων στον ρυθμιζόμενο μη εναρμονισμένο τομέα () ισχύει με βάση τα άρθρα 30 και 100β της Συνθήκης ΕΟΚ. 5.3.2. Στο ρυθμιζόμενο εναρμονισμένο τομέα () η αμοιβαία αναγνώριση της αρμοδιότητας επίσημων οργανισμών και των αποτελεσμάτων του ελέγχου της συμμόρφωσης προβλέπεται στις ευρωπαϊκές οδηγίες. Ωστόσο, τόσο κατά τις ακροάσεις, όσο και από τις απαντήσεις που δόθηκαν στο ερωτηματολόγιο, αποδείχθηκε ότι η αμοιβαία αναγνώριση και η αξιοπιστία είναι ακόμη ελλιπείς (). 5.3.3. Παρά την προώθηση της σύναψης συμφωνιών σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση, στο μη ρυθμιζόμενο τομέα αντιμετωπίζονται () πολυάριθμες δυσκολίες όσον αφορά την αποδοχή των αποτελεσμάτων ελέγχου και πιστοποίησης, καθώς και την πιστοποίηση επιχειρήσεων και των συστημάτων διαχείρισης που διαθέτουν οι επιχειρήσεις αυτές σχετικά με τον έλεγχο της ποιότητας. Με τα σημερινά δεδομένα, δεν είναι δυνατό να επιβληθεί η αμοιβαία αναγνώριση αποτελεσμάτων συμμόρφωσης από τους χρήστες μέσω νομικών μέτρων, σε περίπτωση έλλειψης εμπιστοσύνης στην αρμοδιότητα των αρχών ελέγχου. 5.4. Αυξημένες ανάγκες σε πρότυπα 5.4.1. Η όξυνση του ανταγωνισμού, οι αυξημένες απαιτήσεις των χρηστών σχετικά με την ποιότητα και την ασφάλεια, η πολυπλοκότητα των προϊόντων, καθώς και η απαίτηση των χρηστών να διαθέτουν αποδείξεις σχετικά με τη συμμόρφωση, αποτελούν ορισμένους λόγους για τον αυξημένο αριθμό αιτήσεων τυποποίησης που επιβάλλονται στα αρμόδια ευρωπαϊκά και διεθνή ιδρύματα τυποποίησης. Παρόμοια αύξηση της ζήτησης σημειώνεται, ωστόσο, και στον τομέα των υπηρεσιών ο οποίος αποκτά αυξανόμενη οικονομική σημασία. 5.4.2. Σήμερα, περισσότερο από 10 000 σχέδια τυποποίησης βρίσκονται στο στάδιο της επεξεργασίας. Το μεγαλύτερο μέρος (περίπου 2/3) των σχεδίων τυποποίησης έχει υποβληθεί από τους βιομηχανικούς και άλλους ενδιαφερόμενους κύκλους. Η Επιτροπή έχει αναθέσει την εκπόνηση πολλών χιλιάδων προτύπων, είτε με βάση την εντολή που απορρέει από τις οδηγίες της νέας προσέγγισης της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης, είτε στα πλαίσια άλλων κοινοτικών πολιτικών. Τα πρότυπα αυτά δεν θα έχουν εκπονηθεί πριν από το τέλος του αιώνα. 5.4.3. Παρά τον εντατικό ρυθμό εργασίας της ευρωπαϊκής τυποποίησης, πολύ συχνά εκφράζεται κριτική εκ μέρους των βιομηχανικών κύκλων σχετικά με τη χρονοβόρο και δυσκίνητη διαδικασία που απαιτείται για την εκπόνηση των ευρωπαϊκών προτύπων. Οι βιομηχανικοί κύκλοι πιέζουν σε αυξανόμενο βαθμό τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης να αναθεωρήσουν τη διάρθρωση, τον προσανατολισμό τους και τις μεθόδους εργασίας που εφαρμόζουν. Το αρμόδια όργανα του CEN εξετάζουν προς το παρόν προτάσεις σχετικά με τη συντόμευση και την απλούστευση των διαδικασιών εκπόνησης των προτύπων. 6. Οι προτάσεις της ΟΚΕ 6.1. Τυποποίηση και εμπορικές συναλλαγές 6.1.1. Η ΟΚΕ υποστηρίζει και επιδοκιμάζει κάθε προσπάθεια που αποσκοπεί στη βελτίωση και στη δημιουργία ελαστικότερων διαδικασιών και μεθόδων εργασίας κατά την τυποποίηση (π.χ. μέσω της αξιοποίησης ηλεκτρονικών μέσων). Κρίνεται, επίσης, απαραίτητο να ελέγχονται και να βελτιώνονται διαρκώς οι στρατητικές, οι διαδικασίες και οι διαρθρώσεις που εφαρμόζονται εντός, αλλά και μεταξύ των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης. Ιδιαίτερα, το τμήμα τονίζει το γεγονός ότι, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι περιορισμένοι πόροι που διαθέτουν οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί τυποποίησης, καθώς και η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού τους είναι απαραίτητο να υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί για την έκτιμηση των αναγκών της αγοράς. 6.1.2. Η ΟΚΕ εκφράζει την άποψη ότι η σημερινή διάρθρωση των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης ως κοινότητα εθνικών οργανισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει αποδειχθεί ως αποτελεσματική. Η συνεργασία με τους διεθνείς οργανισμούς τυποποίησης και η συμβατότητα των ευρωπαϊκών προτύπων με τα διεθνή πρότυπα έχει ιδιαίτερη σημασία. 6.2. Διαφάνεια και νομικό καθεστώς των προτύπων 6.2.1. Πολυάριθμοι χρήστες απαιτούν το συγκεκριμένο και διαφανή χαρακτηρισμό προτύπων στα πλαίσια νομικών ρυθμίσεων, καθώς και τη διευκρίνηση του νομικού καθεστώτος που διέπει τα πρότυπα αυτά (). Σε περίπτωση που υπάρξει σύγχιση μεταξύ των εθελούσιων τεχνικών προτύπων και των δεσμευτικών τεχνικών προδιαγραφών ενδέχεται να υπάρξουν παρεξηγήσεις, καθώς και να προκληθεί μία αρνητική στάση έναντι της νέας προσέγγισης. 6.2.2. Η ΟΚΕ θεωρεί αναγκαίο, κάθε φορά που αναφέρονται πρότυπα στις νομικές διατάξεις, να υπάρχουν σαφείς διευκρινήσεις σχετικά με τη σχέση που υφίσταται μεταξύ αυτών των δύο τομέων, καθώς και σχετικά με το νομικό καθεστώς που διέπει το συγκεκριμένο πρότυπο. Πάντως, δεν θα πρέπει να δημιουργηθεί η παραμικρή αμφιβολία ότι ο νομοθέτης αναθέτει, με απαράδεκτο τρόπο, τις αρμοδιότητές του σε ιδιωτικούς οργανισμούς τυποποίησης. Στις περιπτώσεις στις οποίες τα πρότυπα λαμβάνουν «de facto» δεσμευτικό χαρακτήρα, είναι απαραίτητο να διασφαλισθεί η κατάλληλη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων κύκλων στη διαδικασία επεξεργασίας των προτύπων (). 6.3. Συνοχή και ομοιόμορφη εφαρμογή των οδηγιών 6.3.1. Κατά τη διάθεση στην αγορά και τη μεταγενέστερη εκμετάλλευση ενός προϊόντος ισχύουν συχνά πολλές διαφορετικές οδηγίες ταυτόχρονα. Ο ακριβής προσδιορισμός των στόχων και του πεδίου εφαρμογής της ευρωπαϊκής τυποποίησης έχουν εξαιρετική σημασία. 6.3.2. Η ΟΚΕ υπογραμμίζει ότι θεωρεί απαραίτητο να λάβει η Κοινότητα μέριμνα ώστε οι οδηγίες να χαρακτηρίζονται από συνοχή και ομοιομορφία, προκειμένου τα προϊόντα τα οποία υπόκεινται στις οδηγίες που προβλέπει το άρθρο 100α της Συνθήκης ΕΟΚ και διατίθενται στην αγορά με την κανονική διαδικασία, να μην αντιμετωπίζουν εμπόδια όσον αφορά τη χρήση και τη διάθεσή τους, λόγω των κανόνων που έχουν θεσπισθεί σε άλλους τομείς, στους οποίους τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα να επιβάλουν αυστηρότερες απαιτήσεις από τις ελάχιστες κοινοτικές απαιτήσεις. Αυτό αφορά εξίσου τα πρόσθετα εθνικά πρότυπα για τα οποία γίνεται μνεία στις εθνικές νομικές διατάξεις. 6.3.3. Η ΟΚΕ υποστηρίζει την επέκταση της εφαρμογής των αρχών της νέας προσέγγισης και άλλους τομείς, εκτός των οδηγιών, με βάση το άρθρο 100Α της Συνθήκης ΕΟΚ και ζητεί να συνεχιστούν με συνέπεια οι εργασίες που έχει αρχίσει η Επιτροπή στον τομέα αυτό και να υλοποιηθούν κατά την εκπόνηση των οδηγιών. 6.3.4. Η ΟΚΕ υπενθυμίζει ότι στη γνωμοδότηση που εξέδωσε για τη δεύτερη τροποποίηση της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ (), στις 26 Μαΐου 1993, ζήτησε να καθορισθούν κανόνες σχετικά με την προστασία της υγείας, την προστασία των καταναλωτών και την προστασία του περιβάλλοντος και να εντατικοποιηθούν οι εργασίες για την εκπόνηση ευρωπαϊκών προτύπων σχετικά με τις βιομηχανικές εκπομπές και άλλα μέτρα προληπτικού και προστατευτικού χαρακτήρα. Σε άλλους τομείς υπάρχουν ακόμα σημαντικά νομικά κενά (). 6.3.5. Η ΟΚΕ υπογραμμίζει ότι η έγκαιρη και ορθή ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών οδηγιών στο εθνικό δίκαιο αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η διαφορετική ερμηνεία των οδηγιών σε εθνικό επίπεδο θα πρέπει να αποφευχθεί ώστε να μη δημιουργηθούν εμπόδια στις συναλλαγές. Επομένως, είναι απαραίτητο να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών οι οποίες είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των οδηγιών. Οι περιπτώσεις όπως αυτή της οδηγίας σχετικά με τα οικοδομικά υλικά, η οποία υιοθετήθηκε το 1988, αλλά λόγω της κακής εφαρμογής της και της έλλειψης εναρμονισμένων προτύπων δεν συνέβαλε σε μεγαλύτερη ελευθερία όσον αφορά την κυκλοφορία των οικοδομικών υλικών. 6.3.6. Λόγω των προβλημάτων που αναμένονται και στο μέλλον σχετικά με μια εμπρόθεσμη και κατάλληλη ένταξη των ευρωπαϊκών οδηγιών (στο εσωτερικό δίκαιο), η ΟΚΕ προτείνει την ευρύτερη χρησιμοποίηση της νομικής πράξης του κανονισμού. 6.4. Σαφής και έγκαιρη ανάθεση εντολών 6.4.1. Η ΟΚΕ επισημαίνει ότι θα πρέπει να δίδονται σαφείς προδιαγραφές ώστε να αποφεύγεται κάθε δημιουργία προβλημάτων κατά την ανάθεση των εντολών. Ιδιαίτερα, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε τα ανεπίλυτα πολιτικά προβλήματα να μην μεταφέρονται από το ένα επίπεδο στο άλλο. 6.4.2. Η εντόλη για την εκπόνηση προτύπων στα πλαίσια ευρωπαϊκών οδηγιών θα πρέπει να δίδεται, όσο το δυνατό, νωρίτερα ώστε, αφενός, να διαθέτουν τα αρμόδια όργανα τυποποίησης ικανοποιητικό χρόνο για την τεχνική επεξεργασία και την απόφαση ώστε να είναι τα πρότυπα έγκαιρα έτοιμα κατά την έναρξη της ισχύος των οδηγιών. 6.5. Η συμμετοχή των ενδιαφερόμενων κύκλων 6.5.1. Η ενεργός και ειδικευμένη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων κύκλων, ανεξάρτητα από την οικονομική ισχύ που αντιπροσωπεύουν, έχει εξαιρετική σημασία για την εκπόνηση εξισορροπημένων προτύπων που μπορούν να εφαρμοστούν από κάθε ενδιαφερόμενο. Είναι, επομένως, απαραίτητο, ιδιαίτερα λόγω της χρονοβόρας διαδικασίας που απαιτείται για την εκπόνηση προτύπων, να αναπτύξουν οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί τυποποίησης αποτελεσματικές διαδικασίες, προκειμένου να αποφευχθεί η καθυστέρηση της διαδικασίας τυποποίησης. 6.5.2. Είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να συμμετάσχουν, επίσης, οι εργαζόμενοι, οι εκπρόσωποι των ΜΜΕ και οι καταναλωτές στην εκπόνηση ευρωπαϊκών προτύπων, και μάλιστα ήδη σε εθνικό επίπεδο, κατά την προπαρασκευαστική διαδικασία για τη συγκέντρωση στοιχείων που διεξάγεται στους οργανισμούς τυποποίησης. Οι εκπρόσωποι αυτοί θα πρέπει να απαρτίζουν τις εθνικές αντιπροσωπείες, να συμμετάσχουν στην υλοποίηση των αποτελεσμάτων, στη διαμόρφωση των προγραμμάτων και στον καθορισμό των προτεραιοτήτων. 6.5.3. Οι κυβέρνησεις των κρατών μελών θα πρέπει να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή αυτών των ενδιαφερόμενων κύκλων στις εργασίες εκπόνησης των προτύπων και να τις υποστηρίζουν οικονομικά, το βαθμό που οι κύκλοι αυτοί δεν διαθέτουν ικανοποιητικούς πόρους, όπως αυτό συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις. 6.5.4. Η ΟΚΕ επιδοκιμάζει και υποστηρίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να παράσχουν βοήθεια, ακόμη και οικονομικής μορφής, στους ενδιαφερόμενους κύκλους, όπως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, στις ενώσεις καταναλωτών () ώστε να είναι οι κύκλοι αυτοί σε θέση να συμμετάσχουν τόσο στην εκπόνηση όσο και στην εφαρμογή και τη διάδοση των ευρωπαϊκών αυτών προτύπων. Η ΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να αυξήσει την οικονομική και χρηματοδοτική βοήθεια που χορηγεί στους κύκλους αυτούς. 6.6. Γλωσσικά εμπόδια και ελλιπής πληροφόρηση 6.6.1. Τα γλωσσικά και τα μεταφραστικά προβλήματα αποδεικνύουν ότι οι υπερβολικά κεντροποιημένες διαρθρώσεις δημιουργούν πρόβλημα, ειδικά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στους πολίτες. Κατά κανόνα, τα αποτελέσματα των εργασιών θα πρέπει να υποβάλονται στα εθνικά όργανα στην εθνική γλώσσα, ώστε να μπορούν να υλοποιηθούν. 6.6.2. Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάθεση εύστοχων και σαφών πληροφοριών. Αυτό αφορά συγκεκριμένα την πληροφόρηση της κοινής γνώμης σχετικά με το στάδιο των τεχνικών κανόνων που πρέπει να τηρούνται, καθώς και την πληροφόρηση των δημοσίων αρχών σχετικά με τους τεχνικούς κανόνες που ισχύουν στον τομέα για τον οποίο είναι αρμόδιες, καθώς και τις πολυάριθμες προεκτάσεις των κανόνων αυτών. 6.6.3. Εξίσου σημαντική είναι η πληροφόρηση σχετικά με τους τεχνικούς κανόνες που έχουν υποβληθεί στα επιμέρους όργανα για επεξεργασία, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν με κατάλληλο τρόπο στη διαδικασία εκπόνησης των κανόνων αυτών. 6.6.4. Απολύτως απαραίτητη θεωρείται, επίσης, η παροχή συμβουλών, πληροφοριών και βοήθειας κατά την εφαρμογή σε τοπικό επίπεδο, καθώς και η διάθεση των κειμένων, μεταφρασμένων στην εκάστοτε εθνική γλώσσα και στη σχετική ορολογία. 6.6.5. Η ΟΚΕ υπενθυμίζει ότι η ΟΚΕ έχει υπογραμμίσει σε άλλες γνωμοδοτήσεις της () την ανάγκη να υπάρχουν κατάλληλες τράπεζες δεδομένων σχετικά με την εθνική και ευρωπαϊκή τυποποίηση, καθώς και την ανάγκη ενημέρωσης σχετικά με την τρέχουσα δραστηριότητα τον τομέα της τυποποίησης. 6.7. Αναγνωρισμένες αρχές και σήμα ΕΟΚ 6.7.1. Θα πρέπει να αποφευχθεί η θέσπιση διαφορετικών εθνικών απαιτήσεων έναντι των αναγνωρισμένων αρχών στις οποίες ανατίθενται, σύμφωνα με την οδηγία της νέας προσέγγισης, σημαντικές αρμοδιότητες, ώστε να μην μειωθεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη έναντι των αποτελεσμάτων των εργασιών των οργάνων αυτών. Είναι, επίσης, απαραίτητο να υπάρχει εντατική ανταλλαγή εμπειριών και πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αυτών αρχών. Τονίζεται, επίσης, το γεγονός ότι αν και επιτρέπεται η χρήση πρόσθετων εθνικών σημάτων, εκτός του σήματος ΕΚ, όπως π.χ. τα σήματα ποιότητας, η διάθεση στην εσωτερική αγορά εξασφαλίζεται αποκλειστικά από το σήμα ΕΟΚ. 6.8. Συστήματα εποπτείας της αγοράς 6.8.1. Στο ρυθμιζόμενο τομέα χρειάζεται να καταβληθούν προσπάθειες για την επίτευξη στενότερης συνεργασίας και τη βελτίωση του συντονισμού μεταξύ των εθνικών συστημάτων εποπτείας της αγοράς, καθώς και για την επίτευξη των κοινών στόχων σχετικά με την ασφάλεια των καταναλωτών και των προϊόντων, ώστε τα προϊόντα που φέρουν κανονικά το σήμα πιστότητας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή έχουν παραχθεί σε κράτος μέλος στο πλαίσια της αμοιβαίας αναγνώρισης, να έχουν ομοιόμορφη πρόσβαση στην αγορά. 6.8.2. Προς το παρόν είναι άγνωστο αν το νέο κοινοτικό σύστημα πληροφόρησης σχετικά με τα μέτρα που αντιβαίνουν στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών (), θα επιφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ενδεχομένως, θα πρέπει, επίσης, είτε να δημιουργηθούν επιπλέον κατάλληλες αρχές στις οποίες μπορούν να υποβάλονται καταγγελίες είτε να δοθούν ανάλογες αρμοδιότητες σε υφιστάμενους οργανισμούς. 6.8.3. Το τμήμα υπογραμμίζει την ανάγκη εντατικής συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών εποπτείας της αγοράς και των υπηρεσιών που χορηγούν διαπιστεύσεις σε εργαστήρια δοκιμών, καθώς και με τις αρχές που είναι αρμόδιες για την πιστοποίηση και την εποπτεία. 6.8.4. Το τμήμα επιδοκιμάζει και υποστηρίζει κάθε μέτρο το οποίο αποσκοπεί στην αύξηση της εμπιστοσύνης και τη γενική αναγνώριση των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί όσον αφορά τη συμβατότητα, ιδιαίτερα στο μη ρυθμιζόμενο τομέα. Η ΟΚΕ προτείνει γι`αυτό να καταρτισθούν προγράμματα τα οποία θα συμβάλουν στην ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε τα πιστοποιητικά συμβατότητας που χορηγούνται, να ισχύουν σε όλη την επικράτεια της εσωτερικής αγοράς και να αποφεύγονται επανειλημμένοι έλεγχοι και πιστοποιησεις, τόσο όσον αφορά τα προϊόντα, όσο και τα συστήματα διαχείρισης της ποιότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι πιο διαφορετικές διαδικασίες, ανάλογα με τις απαιτήσεις της αγοράς, είτε πρόκειται για τη δήλωση του κατασκευαστή, είτε για την αμοιβαία αναγνώριση των αποτελεσμάτων ελέγχου και πιστοποιητικών, είτε για την απονομή ενιαίων ευρωπαϊκών σημάτων. Βρυξέλλες, 29 Μαΐου 1996. Ο Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής Carlos FERRER () RS 120/78, Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 20. 2. 1979. () ΕΕ αριθ. C 393 της 31. 12. 1994. Το πρόβλημα των προτύπων εξετάσθηκε στη συνέχεια σε διάφορες γνωμοδοτήσεις, όπως η γνωμοδότηση της 22. 11. 1995 (ΕΕ αριθ. C 39 της 12. 2. 1996) σχετικά με τη δεύτερη έκθεση της Επιτροπής στην οποία περιλαμβάνεται και ένα κεφάλαιο με τίτλο «Νομικά εμπόδια τεχνικής φύσεως». () Οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι αναφέρουν ως παράδειγμα τα προστατευτικά κράνη για ποδηλάτες, τις χορτοκοπτικές μηχανές, του φούρνους που λειτουργούν με μικροκύματα, τις συσκευές για παιδιά, όπως τα καροτσάκια. () Παράγραφος 3.2.6 της γνωμοδότησης για την έκθεση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την Ενιαία Αγορά. () O ορισμός που δίδεται για το πρότυπο διακρίνεται από τον αντίστοιχο ορισμό του εναρμονισμένου προτύπου, όπως προσδιορίζεται στην οδηγία περί ηλεκτρικού ρεύματος χαμηλής έντασης, καθώς και από τον αντίστοιχο ορισμό που περιλαμβάνεται στο ISO/IEC Guide 2. () ΕΕ αριθ. C 136 της 4. 6. 1985. () Βλ. σημείο 3, σ. 8. () Παράδειγμα: οι σουηδικοί πετρελαιοκίνητοι κινητήρες στην Ιταλία. Επίσης, αντιμετωπίζονται προβλήματα ερμηνείας όσον αφορά τα εθνικά πιστοποιητικά. Οι σουηδοί παραγωγοί αυτοκινήτων εκφράζουν παράπονα σχετικά με τις υπερβολικές τυπικές απαιτήσεις που τίθενται στη Γερμανία και την Ιταλία όσον αφορά την τεκμηρίωση κατά τον έλεγχο αυτοκινήτων. () H Επιτροπή εκπονεί μελέτη σχετικά με το θέμα αυτό. () Βλ. επίσης σημείο 6.5. () EE αριθ. C 201 της 26. 7. 1993. () Π.χ. ασφάλεια των παιδιών, οχήματα ανώμαλου εδάφους, ικριώματα, συρραπτική μηχανή δια πιέσεως (βιομηχανικού τύπου). () Όπως ήδη συμβαίνει με την ANEC ως ένωση καταναλωτών, την ΤUTB ως εκπρόσωπο συνδικαλιστικών οργανώσεων και την NORMAPME, η οποία εκπροσωπείται στην UEAPME. () ΕΕ αριθ. C 120 της 6. 5. 1991, ΕΕ αριθ. C 201 της 26. 7. 1993. () ΕΕ αριθ. L 321 της 30. 12. 1995, γνωμοδότηση της ΟΚΕ αριθ. C 195 της 18. 7. 1994.