51995PC0406

Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ομίλου (υποβληθείσα από την Επιτροπή) /* COM/95/406 Τελικό - COD 95/0245 */

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 341 της 19/12/1995 σ. 0016


Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ομίλου (95/C 341/09) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) COM(95) 406 τελικό - 95/0245(COD)

(Υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 20 Οκτωβρίου 1995)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 57 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189Β της συνθήκης,

Εκτιμώντας:

ότι η οδηγία 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1973 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής (1) όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 95/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) και η οδηγία 79/267/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Μαρτίου 1979 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητας πρωτασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής (3) όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 95/26/ΕΚ, απαιτούν από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να διαθέτουν περιθώριο φερεγγυότητας 7

ότι, δυνάμει της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992 για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλισης ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (4), και της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Νοεμβρίου 1992 για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής και για την τροποποίηση των οδηγίων 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (5), η πρόσβαση στην ασφαλιστική δραστηριότητα και η άσκησή της εξαρτώνται από τη χορήγηση ενιαίας διοικητικής άδειας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο η ασφαλιστική επιχείρηση έχει την έδρα της 7 ότι η άδεια αυτή επιτρέπει στην επιχείρηση να ασκεί δραστηριότητες σε όλες τις χώρες της Κοινότητας, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών 7 ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής έχουν την ευθύνη για την εποπτεία της σταθερότητας της χρηματοοικονομικής κατάστασης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης και της κατάστασης φερεγγυότητας 7

ότι τα μέτρα για την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε ομίλους θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές που ασκούν εποπτεία επί της μητρικής ασφαλιστικής επιχείρησης να προβαίνουν σε πιο τεκμηριωμένη εκτίμηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της εν λόγω ασφαλιστικής επιχείρησης 7 ότι κατά την άσκηση συμπληρωματικής εποπτείας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένες επιχειρήσεις οι οποίες σήμερα δεν υπάγονται σε εποπτεία δυνάμει των κοινοτικών οδηγιών 7 ότι η οδηγία αυτή δεν συνεπάγεται κατά κανένα τρόπο ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ασκούν έλεγχο επί των επιχειρήσεων αυτών σε ατομική βάση 7

ότι, επειδή σε μια κοινή ασφαλιστική αγορά οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις βρίσκονται σε άμεσο ανταγωνισμό μεταξύ τους, οι κανόνες σχετικά με τα ίδια κεφάλαια πρέπει συνεπώς να είναι ισοδύναμοι 7 ότι γι' αυτόν το σκοπό, τα κριτήρια για την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας δεν πρέπει να αποφασίζονται αποκλειστικά από τα κράτη μέλη 7 ότι, με τη θέσπιση αυτών των κοινών βασικών κανόνων, εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον της Κοινότητας εφόσον αποφεύγονται οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και ενισχύεται ταυτόχρονα ο ασφαλιστικός τομέας της Κοινότητας 7 ότι είναι αναγκαίο να εξαλειφθούν ορισμένες διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά τους κανόνες προληπτικής εποπτείας στους οποίους υπόκεινται οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε ομίλους 7

ότι είναι απαραίτητο να υπολογισθεί η κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε κάποιον όμιλο 7 ότι ορισμένες εποπτικές αρχές στην Κοινότητα εφαρμόζουν διαφορετικές μεθόδους για να εκτιμήσουν 7 ότι οι μέθοδοι αυτές θεωρούνται ισοδύναμες από την άποψη της προληπτικής εποπτείας 7

ότι η προσέγγιση που υιοθετήθηκε συνίσταται στην επίτευξη της βασικής αναγκαίας και επαρκούς εναρμόνισης για την αμοιβαία αναγνώριση των συστημάτων προληπτικής εποπτείας στον εν λόγω τομέα 7

ότι ορισμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας ορίζουν τους ελάχιστους κανόνες 7 ότι το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί επίσης να θεσπίσει αυστηρότερους κανόνες για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού 7

ότι η παρούσα οδηγία αφορά μόνο την περίπτωση κατά την οποία η ασφαλιστική επιχείρηση ανήκει εν όλω ή εν μέρει σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου 7 ότι η εποπτεία των μεμονωμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων από τις αρμόδιες αρχές παραμένει βασική αρχή της εποπτείας στον ασφαλιστικό τομέα 7

ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει τουλάχιστον να διαθέτουν τα μέσα για να λαμβάνουν από όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους 7 ότι πρέπει να εδραιωθεί η συνεργασία μεταξύ των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων καθώς και μεταξύ των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία διαφορετικών χρηματοπιστωτικών τομέων 7

ότι ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών στο εσωτερικό του ομίλου μπορούν να επηρεάσουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων 7 ότι οι αρμόδιες αρχές οι εν λόγω συναλλαγές πραγματοποιούνται κατ' αρχήν σύμφωνα με τους συνήθεις όρους της αγοράς 7 ότι η εφαρμογή της γενικής αυτής αρχής δεν σημαίνει οπωσδήποτε την απαγόρευση των εντός του ομίλου συναλλαγών οι οποίες πραγματοποιούνται με άλλους όρους 7 ότι είναι συνεπώς σκόπιμο να ελέγχουν οι αρμόδιες αρχές τις συναλλαγές αυτές 7

ότι η παρούσα οδηγία επιτρέπει ειδικότερα την ομοιόμορφη εφαρμογή σε ολόκληρη την Κοινότητα των κανόνων συνετής εποπτείας που έχουν θεσπισθεί με άλλες κοινοτικές νομοθετικές πράξεις και διευκολύνει την ανάληψη και άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων 7 ότι η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας πρέπει να έχει κυρίως ως στόχο την προστασία των συμφερόντων των ασφαλισμένων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων 7

ότι για να εφαρμοστεί η παρούσα οδηγία θα πρέπει να γίνουν περίπλοκες προσαρμογές στη νομοθεσία ορισμένων κρατών μελών όσον αφορά την προληπτική εποπτεία, το εταιρικό δίκαιο και τη φορολογία, και ότι οι προσαρμογές αυτές δικαιολογούν την εφαρμογή, από τα εν λόγω κράτη μέλη, του ορισμού της συμμετοχής σε άλλη επιχείρηση σε επίπεδο 25 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, το αργότερο μέχρι την 1η Ιουλίου 2001,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας:

α) ως «ασφαλιστική επιχείρηση» νοείται κάθε επιχείρηση η οποία έχει λάβει επίσημη άδεια σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ ή το άρθρο 6 της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ 7

β) ως «αντασφαλιστική επιχείρηση» νοείται η επιχείρηση, η οποία αποδέχεται μόνο κινδύνους τους οποίους εκχωρεί μια ασφαλιστική επιχείρηση ή άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη στην Κοινότητα ή σε κάποια τρίτη χώρα 7

γ) ως «μητρική επιχείρηση» νοείται η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (6) καθώς και οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία, κατά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών, ασκεί πράγματι δεσπόζουσα επιρροή επί άλλης επιχείρησης 7

δ) ως «θυγατρική» νοείται η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ και κάθε επιχείρηση επί της οποίας, σύμφωνα με τη γνώμη των αρμόδιων αρχών, η μητρική επιχείρηση ασκεί πραγματικά δεσπόζουσα επιρροή. Όλες οι θυγατρικές άλλων θυγατρικών επιχειρήσεων θεωρούνται επίσης θυγατρικές της αρχικής μητρικής επιχείρησης 7

ε) ως «συμμετοχή» νοείται η άμεση ή έμμεση κατοχή του 20 % ή πλέον των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης 7

στ) ως «συμμετέχουσα επιχείρηση» νοείται η επιχείρηση η οποία είναι είτε μητρική είτε διαθέτει κάποια συμμετοχή 7

ζ) ως «συνδεδεμένη επιχείρηση» νοείται είτε η θυγατρική είτε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση στην οποία υπάρχει κάποια συμμετοχή 7

η) ως «ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου» νοείται κάθε επιχείρηση, πλην των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι θυγατρικές της οποίας είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ενώ μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές αυτές είναι ασφαλιστική επιχείρηση 7

θ) ως «ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας» νοείται η μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή ασφαλιστική επιχείρηση, μεταξύ των θυγατρικών της οποίας περιλαμβάνεται μία τουλάχιστον ασφαλιστική επιχείρηση 7

ι) ως «αρμόδιες αρχές» νοούνται οι εθνικές αρχές οι οποίες είναι εξουσιοδοτημένες, δυνάμει νόμου ή άλλης κανονιστικής ρύθμισης, να ελέγχουν τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 3, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν την καταστατική τους έδρα στην Κοινότητα.

Άρθρο 3

Συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ομίλου

1. Πέραν των διατάξεων της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 92/49/ΕΟΚ, και της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 92/96/ΕΟΚ που καθορίζουν τους κανόνες για την εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα ώστε να συμπληρωθεί η εποπτεία οποιασδήποτε ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία είναι συμμετέχουσα επιχείρηση μιας τουλάχιστον ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατά την έκταση και με τον τρόπο που προβλέπεται στα άρθρα 5, 6, 8 και 9.

2. Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση, της οποίας η μητρική επιχείρηση είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, που έχει την καταστατική της έδρα στην Κοινότητα, υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία κατά την έκταση και με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2, και στα άρθρα 6, 8 και 10.

3. Κάθε ασφαλιστική επιχείρηση, της οποίας η μητρική επιχείρηση είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτών δραστηριοτήτων, που έχει την καταστατική της έδρα στην Κοινότητα, υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία, κατά την έκταση και με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 και στα άρθρα 6 και 8.

4. Η άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν σημαίνει κατά κανένα τρόπο ότι οι αρμόδιες αρχές καλούνται να παίξουν εποπτικό ρόλο σε ατομική βάση όσον αφορά την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας ή την αντασφαλιστική εταιρεία.

5. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές που έχουν αναλάβει την άσκηση συμπληρωματικής εποπτείας μπορούν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται κατωτέρω, να μην υπαγάγουν στην συμπληρωματική εποπτεία μια ασφαλιστική ή άλλη επιχείρηση η οποία είναι θυγατρική ή στην οποία υπάρχει συμμετοχή:

- όταν η επιχείρηση που πρέπει να περιληφθεί στην συμπληρωματική εποπτεία βρίσκεται σε τρίτη χώρα όπου υφίστανται νομικά εμπόδια για τη διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών,

- όταν η επιχείρηση που πρόκειται να περιληφθεί στην συμπληρωματική εποπτεία είναι, κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών, ήσσονος σημασίας σε σχέση με το στόχο της εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή

- όταν, κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών, η συνεκτίμηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της επιχείρησης στον υπολογισμό της κατάστασης προσαρμοσμένης φερεγγυότητας, αντενδείκνυται ή μπορεί να είναι παραπληνητική όσον αφορά τους στόχους της συμπληρωματικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Άρθρο 4

Αρμόδιες αρχές για την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας

1. Η εποπτεία που αναφέρεται στο άρθρο 3 ασκείται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους το οποίο χορήγησε άδεια λειτουργίας στην ασφαλιστική επιχείρηση βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ ή του άρθρου 6 της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ.

2. Όταν τα κράτη μέλη διαθέτουν περισσότερες αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την οργάνωση του συντονισμού μεταξύ των αρχών αυτών.

Άρθρο 5

Διαθεσιμότητα και ποιότητα των πληροφοριών

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να απαιτούν την ύπαρξη επαρκών μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου για την παραγωγή στοιχείων και πληροφοριών που έχουν σχέση με τους στόχους εποπτείας βάσει της παρούσας οδηγίας, σε οποιαδήποτε ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία είναι συμμετέχουσα ή συνδεδεμένη επιχείρηση μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου, ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι δεν υπάρχουν νομικοί φραγμοί οι οποίοι να εμποδίζουν τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στην εποπτεία που αναφέρεται στο άρθρο 3 και τις συνδεδεμένες και συμμετέχουσες επιχειρήσεις τους, να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες οι οποίες έχουν σχέση με την εποπτεία που ασκείται βάσει της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 6

Πρόσβαση στις πληροφορίες

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την άσκηση της εποπτείας που αναφέρεται στο άρθρο 3, έχουν πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορία έχει σχέση με την εποπτεία κάποιας ασφαλιστικής επιχείρησης με συμμετέχουσες ή συνδεδεμένες επιχειρήσεις, ή επιχειρήσεις συνδεδεμένες με επιχειρήσεις που συμμετέχουν στην ασφαλιστική επιχείρηση. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απευθύνονται στην άμεσα ενδιαφερόμενη επιχείρηση για να εξασφαλίζουν την κοινοποίηση των απαιτούμενων πληροφοριών, ή μπορούν να λαμβάνουν τις πληροφορίες αυτές μέσω της ασφαλιστικής επιχείρησης.

2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να διενεργούν στο έδαφός τους οι ίδιες ή με τη διαμεσολάβηση των προσώπων τα οποία ορίζουν για το σκοπό αυτό, στο οικείο κράτος μέλος, επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3. Όταν, κατά την εφαρμογή των προβλεπομένων στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους επιθυμούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να επαληθεύσουν πληροφορίες σχετικά με μια ασφαλιστική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη σε κάποιο άλλο κράτος μέλος, πρέπει να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους τη διενέργεια του ελέγχου αυτού. Οι αρχές οι οποίες λαμβάνουν μια τέτοια αίτηση οφείλουν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους να δώσουν συνέχεια είτε διενεργώντας οι ίδιες τον έλεγχο, είτε επιτρέποντας στις αρχές που υπέβαλαν την αίτηση να διενεργήσουν αυτές τον έλεγχο, είτε επιτρέποντας την άσκηση της δραστηριότητας αυτής από εμπειρογνώμονα ή ελεγκτή.

Άρθρο 7

Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών

1. Στην περίπτωση ασφαλιστικών επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε διαφορετικά κράτη μέλη οι οποίες συνδέονται απευθείας ή εμμέσως, ή έχουν κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους κοινοποιούν στις αρχές των άλλων κρατών μελών όλες τις σχετικές πληροφορίες οι οποίες θα επιτρέψουν ή θα συμβάλλουν στην άσκηση της εποπτείας βάσει της παρούσας οδηγίας.

2. Στην περίπτωση που μια ασφαλιστική επιχείρηση και ένα πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου (7), ή μια επιχείρηση επενδύσεων, κατά την έννοια της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (8), συνδέονται απευθείας ή εμμέσως, ή έχουν κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές που έχουν δημόσια εξουσία εποπτείας των άλλων αυτών επιχειρήσεων συνεργάζονται στενά. Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, οι εν λόγω αρχές κοινοποιούν αμοιβαία όλα τα στοιχεία που μπορούν να απλοποιήσουν την αποστολή τους, ειδικότερα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

3. Οι πληροφορίες που συλλέγονται βάσει της παρούσας οδηγίας και ειδικότερα οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών που προβλέπεται στην εν λόγω οδηγία, υπόκεινται στην υποχρέωση που ισχύει σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο όπως ορίζεται στο άρθρο 16 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ και στο άρθρο 15 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ.

Άρθρο 8

Πράξεις εντός του ομίλου

1. Για να διαπιστωθεί αν οι συναλλαγές πραγματοποιούνται καταρχήν σύμφωνα με τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές

α) παρακολουθούν τις συναλλαγές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μεταξύ μιας ασφαλιστικής επιχείρησης και:

i) μιας επιχείρησης που συνδέεται με την ασφαλιστική επιχείρηση,

ii) μιας επιχείρησης που συμμετέχει στην ασφαλιστική επιχείρηση,

iii) μιας επιχείρησης συνδεδεμένης με επιχείρηση συμμετέχουσα στην ασφαλιστική επιχείρηση 7

β) τις συναλλαγές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και ενός φυσικού προσώπου που διαθέτει συμμετοχή:

i) στην ασφαλιστική επιχείρηση ή σε οποιαδήποτε από τις συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις,

ii) σε επιχείρηση που συμμετέχει στην ασφαλιστική επιχείρηση,

iii) σε συνδεδεμένη επιχείρηση συμμετέχουσας στην ασφαλιστική επιχείρηση.

2. Τα κράτη μέλη επιβάλλουν στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον μια φορά ετησίως για τις συναλλαγές που περιγράφονται στην παράγραφο 1, συγκεκριμένα για τις συναλλαγές που αφορούν σημαντικού ύψους:

- δάνεια,

- εγγυήσεις και άλλες συναλλαγές εκτός ισολογισμού,

- στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας,

- επενδύσεις.

Άρθρο 9

Υποχρέωση προσαρμογής της φερεγγυότητας

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές να προβαίνουν σε υπολογισμό της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας, σύμφωνα με το παράρτημα I.

2. Ο υπολογισμός που περιγράφεται στο παράρτημα I περιλαμβάνει μια συνδεδεμένη ή συμμετέχουσα επιχείρηση η οποία έχει την καταστατική της έδρα σε τρίτη χώρα και η οποία είναι:

- είτε επιχείρηση, η οποία, εάν ήταν εγκατεστημένη στην Κοινότητα, θα έπρεπε να έχει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ ή το άρθρο 6 της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ,

- είτε αντασφαλιστική επιχείρηση, ή

- ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου.

3. Εάν η προσαρμοσμένη φερεγγυότητα είναι αρνητική, οι αρμόδιες αρχές θα λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα στο επίπεδο της σχετικής ασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 10

Ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου

1. Στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη απαιτούν την εφαρμογή μιας από τις συμπληρωματικές μεθόδους εποπτείας σύμφωνα με το παράρτημα II.

2. Στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στον υπολογισμό συμπεριλαμβάνονται όλες οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2.

3. Εάν, σαν αποτέλεσμα, οι αρμόδιες αρχές είναι της γνώμης ότι επηρεάζεται η κατάσταση της φερεγγυότητας μιας ασφαλιστικής επιχείρησης που είναι συνδεδεμένη με την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα στο επίπεδο της εν λόγω ασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 11

Ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1997 και τις θέτουν σε ισχύ μέχρι την 1η Ιουλίου 1997. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να εφαρμόσουν τον ορισμό της «συμμετοχής» σε επίπεδο 25 % επί χρονικό διάστημα που λήγει το αργότερο την 1η Ιουλίου 2001.

3. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

4. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 12

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 1

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

(1) ΕΕ αριθ. L 228 της 16. 8. 1973, σ. 3.

(2) ΕΕ αριθ. L 168 της 18. 7. 1995, σ. 7.

(3) ΕΕ αριθ. L 63 της 13. 3. 1979, σ. 1.

(4) ΕΕ αριθ. L 228 της 11. 8. 1992, σ. 1.

(5) ΕΕ αριθ. L 360 της 9. 12. 1992, σ. 1.

(6) ΕΕ αριθ. L 193 της 18. 7. 1983, σ. 1.

(7) ΕΕ αριθ. L 322 της 17. 12. 1977, σ. 30.

(8) ΕΕ αριθ. L 141 της 11. 6. 1993, σ. 27.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΠΡΟΣ ΑΡΜΟΣΜΕΝΗΣ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ

1. Επιλογή της μεθόδου υπολογισμού και γενικές αρχές

A. Οι αρμόδιες αρχές θα εφαρμόζουν κατά την εποπτεία μία ή περισσότερες από τις μεθόδους που περιγράφονται κατωτέρω για τον υπολογισμό της κατάστασης προσαρμοσμένης φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1. Για το σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές θα εξασφαλίζουν ότι τα επιλέξιμα στοιχεία για το περιθώριο φερεγγυότητας προσαρμόζονται και συγκρίνονται με κάποιο προσαρμοσμένο περιθώριο φερεγγυότητας.

B. Ανεξάρτητα από την εφαρμοζόμενη μέθοδο η εντός του ομίλου δημιουργία στοιχείων επιλέξιμων για τον υπολογισμό περιθωρίου φερεγγυότητας πρέπει να εξαλείφεται στον υπολογισμό της κατάστασης προσαρμοσμένης φερεγγυότητας.

Για το σκοπό αυτό, εάν οι μέθοδοι δεν το προβλέπουν ήδη, δεν θα λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για την κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας:

i) όλα τα στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το περιθώριο φερεγγυότητας της ασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία υπολογίζεται η κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας και τα οποία προέρχονται από:

- μια συνδεδεμένη επιχείρηση της εν λόγω ασφαλιστικής επιχείρησης ή

- μια επιχείρηση συνδεδεμένη με επιχείρηση που συμμετέχει στην ασφαλιστική επιχείρηση

και

ii) όλα τα στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το περιθώριο φερεγγυότητας μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης, ή για την θεωρητική υποχρέωση φερεγγυότητας μιας συνδεδεμένης αντασφαλιστικής επιχείρησης, μιας συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης, για την οποία υπολογίζεται η κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας, τα οποία προέρχονται από:

- την συμμετέχουσα ασφαλιστική επιχείρηση,

- άλλες επιχειρήσεις συνδεδεμένες με την ασφαλιστική επιχείρηση,

- μια συνδεδεμένη συμμετέχουσα επιχείρηση στην συμμετέχουσα ασφαλιστική επιχείρηση για την οποία υπολογίζεται η κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας.

Εφαρμόζοντας τους ίδιους κανόνες mutatis mutandis, δεν θα λαμβάνονται επίσης υπόψη κατά τον υπολογισμό:

- όλα τα εγγεγραμμένα αλλά μη καταβεβλημένα μερίδια κεφαλαίου,

- τα αποθεματικά που δημιουργούνται από τα κέρδη, καθώς και τα μελλοντικά κέρδη των ασφαλιτικών επιχειρήσεων ζωής.

Γ. Εκτός από την περίπτωση του ελλείμματος φερεγγυότητας μιας θυγατρικής επιχείρησης, ο υπολογισμός αυτός πραγματοποιείται σε αναλογική βάση (1) λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά ποσοστά των ενδιάμεσων συμμετοχών.

Δ. Οι αρμόδιες αρχές θα εξασφαλίσουν ότι η κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας υπολογίζεται με την ίδια συχνότητα όπως και το περιθώριο φερεγγυότητας για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με τις οδηγίες 72/239/ΕΟΚ και 79/267/ΕΟΚ. Η αξία των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού θα εκτιμάται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των οδηγιών 72/239/ΕΟΚ και 79/267/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τις οδηγίες 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ.

2. Μέθοδοι και σχετικές περιπτώσεις

2.1. Συνδεδεμένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις

Στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία συμμετέχει άμεσα σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας θα γίνεται σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες μεθόδους:

Σε όλες τις μεθόδους και σε περίπτωση που η ασφαλιστική επιχείρηση έχει περισσότερες από μία άμεσα συνδεδεμένες επιχειρήσεις, ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας θα διενεργείται με την ένταξη κάθε μιας από τις άμεσα συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

Σε περίπτωση διαδοχικών συμμετοχών (π.χ. μια ασφαλιστική επιχείρηση είναι συμμετέχουσα σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση η οποία είναι επίσης συμμετέχουσα σε ασφαλιστική επιχείρηση), ο υπολογισμός της προσαρμοσμένης φερεγγυότητας πραγματοποιείται στο επίπεδο κάθε μιας συμμετέχουσας επιχείρησης, η οποία έχει τουλάχιστον μια συνδεδεμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

Στην περίπτωση κατά την οποία εφαρμόζεται η μέθοδος 3 και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων άλλων οδηγιών, τα κράτη μέλη δύνανται να μην επιβάλλουν τον υπολογισμό της κατάστασης προσαρμοσμένης φερεγγυότητας μιας ασφαλιστικής επιχείρησης, όταν η επιχείρηση αυτή είναι συνδεδεμένη επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης στο ίδιο κράτος μέλος, το οποίο λαμβάνει υπόψη κατά τον υπολογισμό της κατάστασης προσαρμοσμένης φερεγγυότητας τις συνδεδεμένες με αυτήν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Το ίδιο ισχύει και όταν η συμμετέχουσα επιχείρηση είναι ασφαλιστική επιχείρηση χαρτοφυλακίου που εδρεύει στο ίδιο με την ασφαλιστική επιχείρηση κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι υπόκειται στην ίδια μορφή εποπτείας με εκείνη που ασκείται επί της ασφαλιστικής επιχείρησης. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλισθεί ότι το κεφάλαιο είναι σωστά κατανεμημένο εντός του ασφαλιστικού ομίλου και ότι μπορεί πράγματι να μεταβιβασθεί μεταξύ της συνδεδεμένης και της συμμετέχουσας ή ενδιαφερόμενης επιχείρησης.

ΜΕΘΟΔΟΣ 1: Μέθοδος αφαίρεσης και συνένωσης

Η κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης αποτελεί τη διαφορά μεταξύ:

i) του αθροίσματος:

1. των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας της συμμετέχουσας επιχείρησης, και

2. του αναλογικού μεριδίου της συμμετέχουσας επιχείρησης στο περιθώριο φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης, που προέρχεται από τη συμμετέχουσα επιχείρηση

και

ii) του αθροίσματος:

α) της λογιστικής αξίας στη συμμετέχουσα επιχείρηση όλων των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης 7

β) της απαίτησης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας επιχείρησης 7 και

γ) του αναλογικού μεριδίου της υποχρέωσης φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης 7 εάν η συνδεδεμένη επιχείρηση είναι θυγατρική και παρουσιάζει έλλειμμα φερεγγυότητας η συνολική απαίτηση πρέπει να ληφθεί υπόψη.

ΜΕΘΟΔΟΣ 2: Μέθοδος αφαίρεσης των απαιτήσεων φερεγγυότητας

Η κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας επιχείρησης αποτελεί την διαφορά μεταξύ (2):

i) του αθροίσματος των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας της συμμετέχουσας επιχείρησης

και

ii) του αθροίσματος:

α) της απαίτησης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας επιχείρησης 7

β) και του αναλογικού μεριδίου της απαίτησης φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης 7 εάν η συνδεδεμένη επιχείρηση είναι θυγατρική και παρουσιάζει έλλειμμα φερεγγυότητας, πρέπει να ληφθεί υπόψη η συνολική απαίτηση.

ΜΕΘΟΔΟΣ 3: Μέθοδος βασιζόμενη στη λογιστική ενοποίηση

Ο υπολογισμός της κατάστασης προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας επιχείρησης αρχίζει από τους ενοποιημένους λογαριασμούς, έτσι ώστε να υπολογιστούν τα ενοποιημένα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας συμμετεχουσών και συνδεδεμένων επιχειρήσεων βάσει της οδηγίας 91/674/ΕΟΚ και των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 79/267/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τις οδηγίες 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ.

Η κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας επιχείρησης είναι η διαφορά μεταξύ:

- των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το περιθώριο φερεγγυότητας, όπως εμφανίζονται στους ενοποιημένους λογαριασμούς 7

και

- του αθροίσματος της απαίτησης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας επιχείρησης και του σχετικού αναλογικού μεριδίου της απαίτησης φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης. Εάν η συνδεδεμένη επιχείρηση είναι θυγατρική και παρουσιάζει έλλειμμα φερεγγυότητας, το έλλειμμά της αυτό λαμβάνεται πλήρως υπόψη.

2.2. Συνδεδεμένη αντασφαλιστική επιχείρηση

Για κάθε αντασφαλιστική επιχείρηση που είναι συνδεδεμένη με ασφαλιστική επιχείρηση, καθορίζεται μια θεωρητική απαίτηση φερεγγυότητας σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ ή στο άρθρο 18 παράγραφος 3 της οδηγίας 79/267/ΕΟΚ. Για τον υπολογισμό των θεωρητικών ιδίων κεφαλαίων της συνδεδεμένης αντασφαλιστικής επιχείρησης λαμβάνονται τα ίδια στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων με αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 24 της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ ή στο άρθρο 25 της οδηγίας 92/96/ΕΟΚ. Η αξία των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού θα εκτιμάται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των οδηγιών 72/239/ΕΟΚ και 79/267/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τις οδηγίες 92/49/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ.

Η κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας της συμμετέχουσας ασφαλιστικής επιχείρησης λαμβάνεται με την εφαρμογή των μεθόδων και των γενικών αρχών που περιγράφονται.

2.3. Ενδιάμεση ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου

Μέθοδοι 1 και 2

Για κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που συμμετέχει σε ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, η οποία συμμετέχει σε ασφαλιστική επιχείρηση, υπολογίζεται η κατάσταση προσαμοσμένης φερεγγυότητας με την εφαρμογή των μεθόδων και των γενικών αρχών που αναφέρονται ανωτέρω, mutatis mutandis.

Μέθοδος 3

Η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου λαμβάνεται υπόψη στην αξιολόγηση με ενσωμάτωση στην λογιστική ενοποίηση, και εφαρμογή των μεθόδων και των γενικών αρχών που περιγράφονται ανωτέρω, mutatis mutandis.

3. Επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες

Εφόσον υπάρχουν νομικοί φραγμοί για την διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών ούτως ώστε να συμπεριληφθεί η συνδεδεμένη επιχείρηση που βρίσκεται σε μία τρίτη χώρα, δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 2, κατά τον υπολογισμό, εφαρμόζοντας τις μεθόδους που περιγράφονται στο παρόν παράρτημα, αφαιρείται από τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για τον υπολογισμό του προσαρμοσμένου περιθωρίου φερεγγυότητας η λογιστική αξία στη συμμετέχουσα επιχείρηση όλων των στοιχείων που είναι επιλέξιμα για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης.

4. Λοιπές περιπτώσεις

Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν την εφαρμογή, στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται τα σημεία 2.1 έως 2.3, ενός καταλλήλου συνδυασμού των μεθόδων που έχουν περιγραφεί.

(1) Όταν στο παράρτημα αυτό γίνεται αναφορά σε αναλογικό μερίδιο ή σχετικό ποσοστό, ο υπολογισμός θα βασίζεται στο ποσοστό που χρησιμοποιήθηκε για την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών.

(2) Η συμμετοχή σε μια συνδεδεμένη επιχείρηση πρέπει να περιλαμβάνεται στην καθαρή αξία των στοιχείων του ενεργητικού των μετοχών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΜΕΘΟΔΟΙ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ ΜΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΗΤΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΝΟΣ ΟΜΙΛΟΥ

1. Επιλογή της μεθόδου συμπληρωματικής εποπτείας

- Για τον έλεγχο της επάρκειας των κεφαλαίων, εφαρμόζεται μία από τις κατωτέρω μεθόδους.

- Στην περίπτωση ασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, οι οποίες είναι θυγατρικές ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου και είναι εγκατεστημένες σε διαφορετικά κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές θα φροντίζουν για τη συνεπή εφαρμογή μεθόδων που περιγράφονται στο παράρτημα.

- Οι αρμόδιες αρχές ασκούν τη συμπληρωματική εποπτεία με την ίδια συχνότητα με εκείνη που προβλέπεται για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων σύμφωνα με τις οδηγίες 73/239/ΕΟΚ και 79/267/ΕΟΚ.

2. Μέθοδοι

2.1. «Προειδοποιητικός έλεγχος φερεγγυότητας»

Το κεφάλαιο μιας ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου θα ισούται ή θα υπερβαίνει το άθροισμα των απαιτήσεων φερεγγυότητας των συνδεδεμένων με αυτήν ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των θεωρητικών απαιτήσεων φερεγγυότητας των συνδεδεμένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

2.2. «Έλεγχος λογιστικής ενοποίησης»

Η κατάσταση του κεφαλαίου μιας ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου πρέπει να ισούται ή να υπερβαίνει το άθροισμα των απαιτήσεων φερεγγυότητας των συνδεδεμένων με αυτήν ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των απαιτήσεων θεωρητικής φερεγγυότητας των συνδεδεμένων αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η κεφαλαιακή κατάσταση της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο λογιστικής ενοποίησης του παραρτήματος I σημείο 2.3 μέθοδος 3.

3. Επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες

Σε περίπτωση που υφίστανται νομικοί φραγμοί για τη διαβίβαση των πληροφοριών εκείνων που είναι απαραίτητες ούτως ώστε να συμπεριληφθεί μια συνδεδεμένη επιχείρηση που βρίσκεται σε τρίτη χώρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2, όταν εφαρμόζονται οι μέθοδοι που περιγράφονται στο παράρτημα αυτό, θα αφαιρείται κατά τον υπολογισμό, από τα στοιχεία που είναι επιλέξιμα για τον υπολογισμό του περιθωρίου προσαρμοσμένης φερεγγυότητας, η λογιστική αξία της συμμετοχής και όλων των άλλων στοιχείων που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη του περιθωρίου φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης, που βρίσκονται στην κατοχή της ασφαλιστικής επιχείρησης.