51995IE1457

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ για την άμεση και έμμεση φορολογία

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 082 της 19/03/1996 σ. 0049


Γνωμοδότηση για την άμεση και έμμεση φορολογία

(96/C 82/11)

Στις 24 Φεβρουαρίου 1994, και σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 3 του Εσωτερικού Κανονισμού, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση σχετικά με το παραπάνω θέμα.

Το τμήμα οικονομικών, δημοσιονομικών και νομισματικών υποθέσεων, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Δεκεμβρίου 1995 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. Janssen.

Κατά την 331η σύνοδο ολομέλειας (συνεδρίασή της 21ης Δεκεμβρίου 1995) η ΟΚΕ υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με μεγάλη πλειοψηφία, 20 ψήφους κατά και 18 αποχές.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο τομέας της φορολογίας συνιστά ένα ιδιαίτερα ευρύ πεδίο μελέτης. Για το λόγο αυτό, στην παρούσα γνωμοδότηση πρωτοβουλίας εξετάζονται τα περισσότερο σημαντικά ή επείγοντα φορολογικά θέματα.

Ως κριτήριο χρησιμοποιήθηκε το θέμα κατά πόσο η φορολογία περικλείει επαρκείς ευρωπαϊκές πτυχές. Από την άποψη αυτή και ιδιαίτερα όσον αφορά την αλληλεπίδραση με την εσωτερική αγορά και την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων επιβάλλεται να εξετασθούν περαιτέρω οι έμμεσοι φόροι καθώς και δύο ειδικοί άμεσοι φόροι (επί των αποταμιεύσεων και επί των κερδών επιχειρήσεων).

Συμπληρωματικά, αναφέρονται συνοπτικά ορισμένα άλλα προβλήματα που περικλείουν, επίσης, ευρωπαϊκές πτυχές (φόρος κεφαλαίου, κληρονομίας, και εισοδήματος φυσικών προσώπων).

Παράλληλα, χρησιμοποιήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν γνωμοδοτήσεις που είχε εκπονήσει η ΟΚΕ τα προηγούμενα χρόνια.

Η ουσιαστική πρόκληση που αντιμετωπίζεται στο άμεσο μέλλον αφορά την εναρμόνιση της φορολογίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο και την ανεύρεση στα κράτη μέλη μιας φορολογικής διάρθρωσης ούτως ώστε:

α) να μειωθούν, οπουδήποτε επιβάλλεται, οι φορολογικές και παραφορολογικές επιβαρύνσεις της εργασίας,

β) να βελτιστοποιηθούν οι φορολογικές επιβαρύνσεις κατά τρόπο ώστε να προάγουν τη βιώσιμη και μη πληθωριστική οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση,

γ) να διατηρηθεί η ακεραιότητα του υφιστάμενου ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου και να συνεχισθεί η περαιτέρω ανάπτυξή του,

δ) να διευκολυνθεί η ανάπτυξη της ενιαίας αγοράς.

1. Εισαγωγή

1.1. Η εξουσία επιβολής φόρων αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της αυτονομίας των εθνικών κρατών (μελών της Κοινότητας). Ταυτόχρονα, η πρόοδος της οικονομικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης καθιστά αναγκαία την άσκηση μιας συμπληρωματικής ευρωπαϊκής φορολογικής πολιτικής.

1.1.1. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει σήμερα εξελιχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αφού υπήρξε επί πολλά έτη μια ζώνη ελευθέρων συναλλαγών, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σήμερα μια ενιαία αγορά χωρίς τελωνειακούς ελέγχους που να εμποδίζουν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Οι πολίτες κάθε κράτους μέλους μπορούν να διαβιούν, να απασχολούνται και να διακινούνται ελεύθερα σε όλη την επικράτεια της Ένωσης. Οι συνοριακοί έλεγχοι επί προσώπων εξακολουθούν να υφίστανται, πρόκειται όμως να καταργηθούν σύντομα. Η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων δεν παρεμποδίζεται από σχετικούς ελέγχους.

1.1.2. Πολύ λιγότερη πρόοδος έχει σημειωθεί στον τομέα της εναρμόνισης των άμεσων φόρων. Κάθε κράτος μέλος εξακολουθεί να φορολογεί επιχειρήσεις και ιδιώτες με βάση διαφορετικούς συντελεστές, διαφορετικά συστήματα και διαφορετικούς κανόνες υπολογισμού. Οι νέες ελευθερίες στον τομέα της κυκλοφορίας τονίζουν ιδιαίτερα τη σημασία των διαφορών που εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ φορολογικών κανόνων και μεθόδων. Από την έκθεση Neumark (1962) έως την έκθεση Ruding (1992) το πρόβλημα της φορολογικής εναρμόνισης στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάσθηκε από πολλές ομάδες, επιτροπές και μεμονωμένα άτομα, με λίγη όμως επιτυχία.

1.1.3. Στον τομέα της έμμεσης φορολογίας, έχει σημειωθεί μια κάποια πρόοδος 7 ωστόσο, εξακολουθούν, να υφίστανται προβλήματα, ιδιαιτέρως όσον αφορά τις υπηρεσίες 7 υπάρχει ένα κοινό σύστημα ΦΠΑ, αν και οι συντελεστές που ισχύουν είναι διαφορετικοί.

1.2. Τρεις είναι οι στόχοι που επιδιώκονται με τη χάραξη ευρωπαϊκής φορολογικής πολιτικής:

1.2.1. Η συνεπής εφαρμογή της λογικής της «εσωτερικής αγοράς» σημαίνει ότι κατά τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών πρέπει να εφαρμόζονται οι ίδιοι όροι που ισχύουν, από φορολογική άποψη, και για τις εσωτερικές συναλλαγές σε ένα κράτος μέλος.

Παραδείγματα του προαναφερθέντος αξιώματος αποτελούν οι ακόλουθες περιπτώσεις:

- η μεταρρύθμιση και οι προσπάθειες για τη μεγαλύτερη σύγκλιση των συστημάτων έμμεσης φορολογίας με στόχο την οριστική κατάργηση των συνοριακών ελέγχων, καθώς και την κατάργηση των ελέγχων και διατυπώσεων που επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις στα πλαίσια του μεταβατικού συστήματος 7

- η οδηγία για τις «μητρικές-θυγατρικές επιχειρήσεις» στο πλαίσιο της οποίας συνδεδεμένες επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε διάφορα κράτη μέλη θα τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης, όπως οι εθνικές επιχειρήσεις με την κατάργηση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, της είσπραξης στην πηγή του φόρου επί μερισμάτων.

1.2.2. Με βάση την προσέγγιση του Λευκού Βιβλίου «Ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα και απασχόληση» υποβάλλονται προτάσεις για την ανάληψη συντονισμένων ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών στο φορολογικό τομέα με στόχο την αύξηση της προσφοράς απασχόλησης. Μία από τις προτάσεις αυτές είναι η πρόταση για την επιβολή ενός ευρωπαϊκού ενεργειακού φόρου για το CO2 ο οποίος, σύμφωνα με την Επιτροπή, θα οδηγούσε σε μείωση των παραφορολογικών επιβαρύνσεων του ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού σε ποσό αντίστοιχο του 1 % του ΑΕΠ και σε αύξηση της προσφοράς απασχόλησης κατά 2 %.

1.2.3. Η κατάργηση των συνόρων και η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσουν στη δημιουργία μιας καθοδικής σπείρας «φορολογικού ανταγωνισμού» μεταξύ των κρατών μελών. Η πιθανότητα να συμβεί αυτό αυξάνει ανάλογα με τη μεταβλητότητα της φορολογικής βάσης. Παρόμοια καθοδική σπείρα σε ορισμένα «κινητά» είδη φόρων, συνεπάγεται, σε πολλές περιπτώσεις, αύξηση άλλων φόρων, όπως του φόρου επί εισοδημάτων εγρασίας ή ορισμένων έμμεσων φόρων. Πρέπει να αναληφθούν οι κατάλληλες πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τον τερματισμό του «φορολογικού ντάμπινγκ».

2. Έμμεσοι φόροι

2.1. Η σημερινή κατάσταση

2.1.1. Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας αποτελεί ένα ουσιαστικό και διακριτικό στοιχείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για ένα φόρο ο οποίος πρέπει να επιβάλλεται από όλα τα κράτη μέλη στο μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτικών δαπανών. Παράλληλα, απαγορεύεται η επιβολή οποιουδήποτε άλλου είδους παρεμφερών φόρων.

2.1.2. Ο ΦΠΑ έχει σχεδιασθεί με στόχο να έχει οικονομικά ουδέτερο χαρακτήρα, δηλαδή για να επηρεάζει όσο το δυνατό λιγότερο τις επιλογές των καταναλωτών και των επιχειρηματιών. Η ουδετερότητα αυτή ισχύει για τις συναλλαγές που διενεργούνται σε μία και μόνη χώρα, αλλά υποτίθεται ότι ισχύει και για τις συναλλαγές μεταξύ διαφόρων χωρών. Αυτό είναι το στοιχείο που προσδίδει στο ΦΠΑ μια ιδιαίτερη θέση στο σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένας από τους βασικούς στόχους της οποίας είναι η εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού για τα αγαθά και τις υπηρεσίες, ανεξαρτήτως του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται.

2.1.3. Παρά την πρόσφατη προσέγγιση των συντελεστών ΦΠΑ ενόψει της καθιέρωσης της εσωτερικής αγοράς, στις 31 Δεκεμβρίου 1992, πρέπει να διαπιστωθεί ότι οι συντελεστές εξακολουθούν να διαφέρουν σημαντικά και η ποσοστιαία διαφορά μεταξύ του υψηλότερου και του χαμηλότερου είναι όχι μικρότερη από 10 ποσοστιαίες μονάδες. Στην περίπτωση των «μειωμένων» δεικτών, η διαφορά αυτή ανέρχεται μάλιστα σε 21 ποσοστιαίες μονάδες. Είναι γνωστό ότι οι διαφορές οφείλονται στη διαφωνία μεταξύ των κρατών μελών, ορισμένα από τα οποία βρίσκονται στο ανώτερο τμήμα της κλίμακας και υποστηρίζουν την προσέγγιση προς τα άνω, ενώ άλλα εφαρμόζουν χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές και επιθυμούν την καθιέρωση ενός ελάχιστου μέσου φορολογικού συντελεστή. Επίσης, οι χώρες που εφαρμόζουν μηδενικό φορολογικό συντελεστή σε ορισμένα αγαθά και προϊόντα θα αρνηθούν να μεταβάλουν το συντελεστή αυτό επειδή τον θεωρούν ως στοιχείο της εθνικής τους πολιτικής. Δεδομένου ότι απαιτείται ομοφωνία για φορολογικά θέματα, οι αποκλίσεις αυτές απόψεων οδήγησαν τελικά σε συμβιβασμό που απεικονίζεται στον παρακάτω πίνακα. Οι αποκλίσεις αυτές απόψεων δεν κατέστησαν επίσης δυνατή την εισαγωγή του οριστικού συστήματος φορολογίας στη χώρα προέλευσης, για το οποίο, δεδομένου ότι ο ΦΠΑ αποδίδεται δικαιωματικά στη χώρα κατανάλωσης δεν κατέστη δυνατό να αναπτυχθεί ένα εφικτό σύστημα αντιστάθμισης μεταξύ των χωρών με καθαρές πληρωμές και των χωρών με καθαρές εισπράξεις φόρων.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

2.1.4. Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο το άνοιγμα των συνόρων να οδηγήσει σε μετατόπιση των εμπορικών συναλλαγών και σε απώλεια φορολογικών εσόδων για ορισμένα κράτη μέλη, καταρτίστηκε ένα «μεταβατικό σύστημα» για τον ΦΠΑ.

2.1.5. Είναι γεγονός ότι το μεταβατικό σύστημα το οποίο, χάρη στις επενδύσεις στον τομέα της πληροφορικής, έχει αφομοιωθεί καλά από τις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν ενδοκοινοτικές συναλλαγές, εξακολουθεί πάντα να είναι περίπλοκο όσον αφορά τις διοικητικές επιβαρύνσεις που συνεπάγεται και συνεχίζει να προκαλεί ορισμένα προβλήματα. Ωστόσο, το πλεονέκτημά του είναι ότι επέτρεψε την κατάργηση των ελέγχων στα σύνορα, με τα σχετικά έξοδά τους.

2.1.6. Για την περίπτωση παραδόσεων μεταξύ επιχειρήσεων που υπόκεινται σε ΦΠΑ το μεταβατικό σύστημα εισάγει την αρχή της «φορολογίας σύμφωνα με το καθεστώς της χώρας προορισμού»: μια επιχείρηση στη χώρα Α η οποία παραγγέλλει εμπορεύματα στη χώρα Β υποχρεούται να καταβάλλει τον ΦΠΑ που ισχύει στη χώρα Α, εγγυάται η ίδια την απόδοση του αντίστοιχου ποσού, και είναι υπεύθυνη για τη δήλωση του φόρου, επωφελούμενη ταυτόχρονα, σε περίπτωση που η χώρα Α προβεί σε αντιστάθμιση στο πλαίσιο της δήλωσης του μηνιαίου ή τριμηνιαίου ΦΠΑ, από την έκπτωση ως φόρου επιβληθέντος κατά τα προηγούμενα στάδια του ΦΠΑ λόγω εξαγωγής. Στο μεταβατικό σύστημα, η επιχείρηση της χώρας Β είναι υποχρεωμένη να καταρτίζει κατάλογο των πελατών της στις άλλες κοινοτικές χώρες με αριθμό μητρώου ΦΠΑ. Στη συνέχεια αποτελεί αντικείμενο ανταλλαγών δεδομένων μεταξύ των διοικητικών υπηρεσιών του ΦΠΑ σε κοινοτικό επίπεδο. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο ΦΠΑ δεν πρέπει πλέον να εισπράττεται από τον πωλητή αλλά από τον αγοραστή.

2.1.7. Επιχειρήσεις οι οποίες δεν δικαιούνται έκπτωσης του ΦΠΑ και νομικά πρόσωπα που δεν υπόκεινται σε ΦΠΑ σε εθνικό επίπεδο μπορούν να προβαίνουν σε αγορές έως ένα ορισμένο ποσό στην ΕΕ, καταβάλλοντας τον ΦΠΑ που καταλογίζεται στις χώρες από τις οποίες προέρχονται τα εμπορεύματα.

2.1.8. Για τους τελικούς χρήστες ισχύει κατά κανόνα η αρχή της «φορολόγησης σύμφωνα με το καθεστώς της χώρας προέλευσης». Η αρχή αυτή περιορίζεται από διάφορα καθεστώτα εξαίρεσης:

- για την αγορά νέων μέσων μεταφοράς ισχύει ο συντελεστής ΦΠΑ της χώρας προορισμού,

- σε περίπτωση που μια αγορά υπερβαίνει το όριο των 100 000 Ecu, για τις πωλήσεις εξ αποστάσεως εισπράττεται ο συντελεστής ΦΠΑ που ισχύει στη χώρα προορισμού. Τα κράτη μέλη δικαιούνται να μειώσουν το όριο στο ποσό των 35 000 Ecu.

2.1.9. Η εκτίμηση του μεταβατικού συστήματος είναι συνεπώς αμφιλεγόμενη.

2.1.9.1. Θετικές πλευρές του συστήματος:

- σημαντική μείωση των διοικητικών και των μεταφορικών δαπανών που διασυνδέονται με τελωνειακές διατυπώσεις,

- βελτίωση της ρευστότητας των επιχειρήσεων λόγω της κατάργησης των τελωνειακών εγγυήσεων και ορισμένων υποχρεώσεων προκαταβολής δασμών,

- μείωση των τιμών των εμπορευμάτων λόγω της αύξησης του διεθνούς ανταγωνισμού.

2.1.9.2. Αρνητικές πλευρές του συστήματος:

- αβεβαιότητα και φόβος όσον αφορά την τελική φορολογική ευθύνη: επιχειρήσεις που παραδίδουν εμπορεύματα βάσει της αρχής της «φορολογίας σύμφωνα με το καθεστώς ΦΠΑ της χώρας προορισμού» πρέπει να αποδεικνύουν ότι για τα εμπορεύματα αυτά δεν καταλογίζεται ΦΠΑ στη χώρα προέλευσης. Ορισμένα κράτη μέλη απαιτούν στην περίπτωση αυτή απόδειξη καταβολής του ΦΠΑ στη χώρα προορισμού. Η απαίτηση αυτή αυξάνει, όμως, τις διοικητικές επιβαρύνσεις των επιχειρήσεων και τις καθιστά ευπρόσβλητες από τα λάθη ή τις παραλείψεις στις οποίες μπορεί να υποπέσουν οι εμπορικοί τους εταίροι 7

- δημιουργία και πολλαπλασιασμός παράλληλων κυκλωμάτων: επιχειρήσεις μπορούν να αγοράζουν εμπορεύματα σε μια κοινοτική χώρα όπου ο συντελεστής ΦΠΑ είναι χαμηλός χωρίς να καθιστούν γνωστό ότι πρόκειται για ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Τα εμπορεύματα αυτά μπορούν στη συνέχεια να υποστούν κατεργασία και να πωληθούν με βάση έναν υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ, χωρίς να καταβάλλονται ουσιαστικά στο Δημόσιο ο ΦΠΑ και οι λοιποί φόροι που οφείλονται. Ωστόσο, η απάτη δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί εντελώς σε κανένα σύστημα. Επομένως, δεν είναι δυνατό να απαντηθεί το ερώτημα αν η απάτη θα λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις κατά τη διάρκεια του μεταβατικού συστήματος απ`ό,τι πριν από την ισχύ του συστήματος αυτού.

Με την κατάργηση των συνοριακών ελέγχων καθίσταται δυνατή η διοργάνωση φαινομενικών μετακινήσεων εμπορευμάτων σε αναξιόπιστες και αφερέγγυες επιχειρήσεις στο εξωτερικό, ενώ στην πραγματικότητα τα εμπορεύματα «εξαφανίζονται» στο χώρο της παραοικονομίας 7

- για τις πωλήσεις εξ αποστάσεως, εφόσον υπάρξει υπέρβαση των ορίων, η σχετική επιχείρηση πρέπει να το αναφέρει στις φορολογικές αρχές της χώρας στην οποία παραδίδει εμπορεύματα. Εάν ληφθούν υπόψη οι διαφορές μεταξύ των κανόνων που πρέπει να τηρηθούν, η περίπτωση αυτή επιβαρύνει την επιχείρηση με δαπάνες που δεν είναι καθόλου αμελητέες. Γι αυτό και δεν πρέπει να προξενεί απορία το γεγονός ότι ορισμένες επιχειρήσεις είτε αρνούνται να εκτελέσουν παραγγελίες από άλλες κοινοτικές χώρες, προκειμένου να μην υπερβούν ένα συγκεκριμένο όριο, είτε χρησιμοποιούν μεσάζοντες στη χώρα προορισμού 7

- ΜΜΕ οι οποίες σε μια χώρα απολαύουν ενός ειδικού προνομίου και δεν υποχρεούνται να καταλογίζουν ΦΠΑ κατά τις πωλήσεις που πραγματοποιούν, υποχρεούνται στην περίπτωση ενδοκοινοτικών συναλλαγών να γνωστοποιούν τον αριθμό ΦΠΑ που έχουν και να καταθέτουν περιοδικούς καταλόγους πελατών.

2.2. Από το μεταβατικό σε ένα οριστικό σύστημα ΦΠΑ;

2.2.1. Σύμφωνα με τις σημερινές προτάσεις, το οριστικό σύστημα που προβλέπεται να τεθεί σε λειτουργία το 1996 θα στηρίζεται στην αρχή της «φορολόγησης στη χώρα προέλευσης». Ένας από τους επιδιωκόμενους στόχους είναι η κατάργηση του μηδενικού συντελεστή για τις «εξαγωγές» σε άλλα κράτη μέλη.

2.2.2. Υπάρχουν όμως και ορισμένα μειονεκτήματα, δεδομένου ότι:

- σε περίπτωση που δεν υπάρχει αντισταθμιστικό σύστημα μεταξύ των κρατών μελών, ένα από τα χαρακτηριστικά του οριστικού συστήματος είναι ότι τα φορολογικά έσοδα μεταφέρονται από τη χώρα εγκατάστασης του αγοραστή στη χώρα εγκατάστασης του προμηθευτή. Σε αυτή την περίπτωση και σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση, η αρχή της «χώρας προέλευσης» θα ευνοεί τις χώρες-εξαγωγείς στις οποίες έχουν αγοραστεί πραγματικά τα εμπορεύματα.

Κατ` αυτόν τον τρόπο, οι υπερβολικές διαφορές των δεικτών στον τομέα των έμμεσων φόρων ενδέχεται να οδηγήσουν σε μετατόπιση της ροής των συναλλαγών: ακόμη και στην περίπτωση που ο καταβληθείς ΦΠΑ μπορεί να εισπραχθεί αργότερα από τον τελικό χρήστη ή (τον δημόσιο τομέα), οι επιχειρήσεις θα προτιμούν να αγοράζουν εμπορεύματα σε κράτη μέλη με χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ προκειμένου να καταστήσουν καλύτερη τη διαχείριση των οικονομικών τους. Ταυτόχρονα θα υπάρξουν επιχειρήσεις που θα επιδοθούν στη μέθοδο των «πωλήσεων εξ αποστάσεως», εντοπίζοντας ή μετατοπίζοντας κατ` αυτόν τον τρόπο τις δραστηριότητές τους σε χώρες με χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ.

2.2.3. Συνέπεια των προαναφερθέντων είναι ότι:

- αφενός, ορισμένα κράτη μέλη θα πάψουν πλέον να εισπράττουν έμμεσους φόρους για τις διακοινοτικές συναλλαγές, που σε διαφορετική περίπτωση θα εκλαμβάνονταν ως εσωτερικές συναλλαγές.

- η κατάσταση αυτή θα οδηγήσει σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και σε μετατοπίσεις στους τομείς της παραγωγής και της απασχόλησης στα κράτη μέλη.

2.2.4. Από την άλλη πλευρά, εκτός από πλεονεκτήματα, οι μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ έχουν και ένα μειονέκτημα που μπορεί να περιγραφεί μέσω του ακόλουθου παραδείγματος.

2.2.5. Για ένα συγκεκριμένο προϊόν καταβάλλεται στη χώρα Α ΦΠΑ 16 % και στη χώρα Β 0 %. Σε περίπτωση που ένα πολυκατάστημα εγκατεστημένο στη χώρα Β αγοράσει το προϊόν αυτό στη χώρα Α πρέπει να καταβάλει ΦΠΑ 16 %, ο οποίος περιέρχεται στο δημόσιο ταμείο της χώρας Α. Σε περίπτωση που το προϊόν μεταπωληθεί στη χώρα Γ, η επιχείρηση δεν θα εισπράξει ΦΠΑ και θα υποχρεωθεί να ζητήσει την επιστροφή του ΦΠΑ που κατέβαλε από τη χώρα Γ. Κατ` αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία το δημόσιο ταμείο της χώρας Γ χρηματοδοτεί το δημόσιο τομέα στη χώρα Α, πράγμα που δημιουργεί αναμφισβήτητα διάφορα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα...

2.2.6. Όμως, η συχνότητα εμφάνισης του προβλήματος αυτού μειώνεται κατά πολύ εάν δεν υπάρχει μηδενικός συντελεστής. Στην περίπτωση αυτή και εφόσον η προστιθέμενη αξία είναι αρκετά μεγάλη υπάρχει η δυνατότητα αντιστάθμισης των μεγάλων διαφορών μεταξύ των φορολογικών συντελεστών, όπως αποδεικνύεται από τα ακόλουθα:

2.2.7. Ας επανέλθουμε στο παράδειγμα δύο χωρών Α και Β με αντίστοιχους συντελεστές ΦΠΑ 20 % και 10 %. Ας υποθέσουμε ότι μια επιχείρηση διανομής από τη χώρα Β πραγματοποιεί αγορές για το ποσό του 1 εκατομμυρίου στη χώρα Α και πωλεί τα εμπορεύματα αυτά στη χώρα της για 1,5 εκατομμύρια. Ο ΦΠΑ που κατέβαλε στη χώρα Α ανέρχεται σε 200 000 από τις οποίες εισπράττει 150 000 από ΦΠΑ για τις πωλήσεις που πραγματοποίησε στην εσωτερική αγορά. Σε περίπτωση που ένα μέρος των εμπορευμάτων αγοραστεί στη χώρα Β το πρόβλημα της απώλειας ΦΠΑ εξουδετερώνεται σχεδόν εντελώς. Όντως, εάν η επιχείρηση αγοιράσει στη χώρα της εμπορεύματα αξίας 1 εκατομμυρίου και τα πωλήσει στην εγχώρια αγορά για 1,5 εκατομμύρια το ποσό του ΦΠΑ που θα εισπράξει από τη συναλλαγή αυτή ανέρχεται σε 50 000 (10 % του ποσού των 1,5 εκ. μείον 1 εκ) αντισταθμίζοντας πλήρως τον ΦΠΑ που κατέβαλε στη χώρα Α.

2.2.8. Στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου του 1994, το Συμβούλιο Ecofin θέσπισε ορισμένες αρχές οι οποίες πρέπει να πληρούνται από το νέο σύστημα ΦΠΑ:

- περιορισμός των δαπανών και του φόρτου εργασιών σε διοικητικό επίπεδο με την όσο το δυνατό μεγαλύτερη απλοποίηση των διαδικασιών και περιορισμό των περιπτώσεων όπου μια επιχείρηση πρέπει να συλλέγει πληροφορίες στο εξωτερικό σχετικά με τον κύκλο εργασιών ενός εμπορικού εταίρου της ή όπου πρέπει να εκπροσωπείται ενώπιον των φορολογικών αρχών 7

- αποφυγή της απώλειας φορολογικών εσόδων ή της μεταφοράς αυτών μεταξύ των κρατών μελών 7

- περιορισμός του κινδύνου απάτης. Στην επίτευξη του στόχου αυτού θα πρέπει να συμβάλλουν η απλοποίηση και η αύξηση της διαφάνειας των διαδικασιών καταλογισμού ΦΠΑ και η βελτιωμένη συνεργασία μεταξύ των φορολογικών αρχών των κρατών μελών.

2.3. Συστάσεις της ΟΚΕ

2.3.1. Η ΟΚΕ είναι της άποψης ότι το μεταβατικό σύστημα ΦΠΑ συνέβαλε σημαντικά στην υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς με την κατάργηση των συνοριακών ελέγχων.

2.3.1.1. Παρόλα αυτά, το σύστημα είναι πολύπλοκο και σε ορισμένες περιπτώσεις αυξάνει την ανασφάλεια.

2.3.2. Για το λόγο αυτό, η ΟΚΕ τάσσεται υπέρ ενός απλούστερου και διαφανέστερου συστήματος που θα συνεπάγεται την, όσο το δυνατόν περισσότερο, ίση μεταχείριση των διακοινοτικών και των εσωτερικών συναλλαγών. Η καθολική εφαρμογή της αρχής της «φορολογίας σύμφωνα με το καθεστών της χώρας προορισμού», που προβλέπεται στην πρόταση για το οριστικό σύστημα, καλύπτει αυτές τις προϋποθέσεις.

2.3.3. Όμως, η καθολική εφαρμογή της αρχής αυτής δε συμβιβάζεται με τις υπερβολικές διαφορές μεταξύ των συντελεστών ΦΠΑ και άλλων εμμέσων φόρων. Η μετατόπιση της ροής των εμπορικών συναλλαγών και η στρέβλωση του ανταγωνισμού που θα προκύψουν από την κατάσταση αυτή δεν πρέπει να υποτιμηθούν.

2.3.4. Χωρίς να τίθεται θέμα πλήρους εναρμόνισης (βλ. έξοδα μεταφοράς), οι συντελεστές πρέπει να περιληφθούν σε ένα στενότερο φάσμα προσέγγισης και να αποφασισθεί, αν όχι μια κατάργηση, τουλάχιστον η καλύτερη συγκρισιμότητα των μειωμένων φορολογικών συντελεστών, και μάλιστα μια μείωση του αριθμού τους. Το θέμα των μηδενικών συντελεστών εξακολουθεί να υφίσταται.

2.3.5. Η σύγκλιση των έμμεσων φορολογικών επιβαρύνσεων μπορεί να είναι ανοδική και καθοδική, ενώ οι αρμόδιες αρχές πρέπει να προβούν σε ορισμένες επιλογές μεταξύ διαφόρων προτεραιοτήτων όπως είναι:

- η ανάγκη δημοσιονομικής εξυγίανσης στα κράτη μέλη της Ένωσης και της ανεύρεσης φορολογικών πόρων για την άσκηση μιας πολιτικής απασχόλησης 7

- το γεγονός ότι οι έμμεσοι φόροι συνιστούν ένα είδος φθίνουσας φορολογίας που, λόγω του γραμμικού χαρακτήρα των συντελεστών, πλήττει περισσότερο τα χαμηλά από ό,τι τα υψηλά εισοδήματα. Η ΟΚΕ επισημαίνει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η τάση τη στιγμή αυτή φαίνεται να είναι εκ νέου ανοδική, δεδομένου ότι ορισμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να επιτύχουν την απαιτούμενη μείωση των αυξημένων δημόσιων ελλειμμάτων, έχουν προσπαθήσει να αυξήσουν το ΦΠΑ, πράγμα που θα καταστήσει ακόμη πιο προβληματική την στενή προσέγγιση των φορολογικών συντελεστών που προϋποθέτει η εισαγωγή του οριστικού συστήματος 7

- η εναρμόνιση των συντελεστών ΦΠΑ σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα πρέπει να συντελέσει σε μείωση των άμεσων φόρων επί των μισθών. Επομένως, στα κράτη μέλη, στα οποία θα αυξηθούν οι έμμεσοι φόροι λόγω της κοινοτικής εναρμόνισης, θα πρέπει συγχρόνως να μειωθούν οι άμεσοι φόροι επί των μισθών. Κατ`αυτό τον τρόπο τα έσοδα από φόρους διατηρούνται στο ίδιο επίπεδο και προωθείται η απασχόληση. Συγχρόνως, είναι αναγκαίο να ληφθούν συνοδευτικά μέτρα ώστε να περιοριστούν οι συνέπειες που θα έχει η αύξηση των έμμεσων φόρων επί των χαμηλών εισοδημάτων.

2.3.6. Κατά την εναρμόνιση των φορολογικών συντελεστών είναι αναγκαίο να διατηρηθούν δύο διαφορετικοί συντελεστές: ένας μειωμένος και ένας κανονικός. Ενδεχομένως, θα μπορούσε να εξετασθεί η δυνατότητα διεύρυνσης των προϊόντων και υπηρεσιών για τα οποία εφαρμόζεται ο μειωμένος συντελεστής τόσο για λόγους προώθησης της απασχόλησης, όσο και για περιβαλλοντικούς λόγους και λόγους εισοδηματικής πολιτικής. Η εφαρμογή μειωμένου συντελεστή στις τοπικές υπηρεσίες καθώς και στις υπηρεσίες επισκευών και ανακύκλωσης συμβάλλει στην ανάπτυξη της παραγωγής με εντατική χρήση του παράγοντα εργασία, αλλά και στην οικονομικότερη χρήση των πρώτων υλών. Ο μειωμένος συντελεστής θα πρέπει να εφαρμόζεται στα προϊόντα που φέρουν το ευρωπαϊκό οικολογικό σήμα, ώστε να προωθηθούν παραγωγικές μέθοδοι που δεν προσβάλλουν το περιβάλλον. Από άποψη εισοδηματικής πολιτικής η εφαρμογή χαμηλού συντελεστή θα οδηγήσει σε μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης επί των προϊόντων ζωτικής σημασίας.

2.3.7. Πρέπει να διατυπωθούν λεπτομερείς προτάσεις σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και τους επιχειρηματικούς κύκλους. Θα πρέπει να υπάρξουν ευθύς εξ αρχής ολοκληρωμένες διαβουλεύσεις σχετικά με τις ανάγκες των επιχειρήσεων και το κόστος της συμμόρφωσης προς εναλλακτικές επιλογές καθώς και το πρόσθετο κόστος και ο γραφειοκρατικός φόρτος που είναι αποτέλεσμα των μέτρων κατά της φοροδιαφυγής.

2.3.8. Πρέπει να καταρτισθεί κατάλληλο χρονοδιάγραμμα το οποίο θα επιτρέπει τη διεξαγωγή ολοκληρωμένων διαβουλεύσεων μετά τη λεπτομερή διασαφήνιση των προτάσεων, στις οποίες θα συμπεριλαμβάνονται μέτρα κατά της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, και πριν από την εφαρμογή οποιασδήποτε πολιτικής απόφασης. Ένα ολοκληρωμένο σύστημα θα πρέπει να τίθεται σε εφαρμογή μόνον εφόσον έχουν προσδιορισθεί πλεονεκτήματα (αρχικά και τρέχοντα) που να αιτιολογούν τις δαπάνες της αλλαγής. Επίσης, θα πρέπει να μεσολαβεί επαρκές χρονικό διάστημα μεταξύ της απόφασης και της πραγματικής ημερομηνίας από την οποία θα αρχίσουν να ισχύουν αλλαγές που απαιτούν σημαντική τροποποίηση των προγραμμάτων υπολογιστών, καθώς και των συστημάτων των επιχειρήσεων.

2.3.9. Η πρόσπαθεια αναζήτησης μια περισσότερο ολοκληρωμένης Ευρώπης δεν πρέπει να προάγει τη νοοτροπία μιας «Ευρώπης οχυρό». Το διεθνές εμπόριο δεν πρέπει να παρεμποδίζεται από μέτρα προστατευτισμού.

2.3.10. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στις επιπτώσεις των προτεινόμενων αλλαγών για τις μικρομεσαίες και τις μικροεπιχειρήσεις, οι οποίες πρόκειται μάλλον να είναι σημαντικότερες απ`ό,τι στην περίπτωση των μεγαλύτερων επιχειρήσεων.

3. Φορολογία των αποταμιεύσεων

3.1. Η σημερινή κατάσταση

3.1.1. Ιστορικό

3.1.1.1. Η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων στην ΕΕ αποτελεί γεγονός από την 1η Ιουλίου 1990. Κατ` αυτόν τον τρόπο οι κάτοικοι ενός κράτους μέλους της Ένωσης είναι απολύτως ελεύθεροι να επενδύουν τις αποταμιεύσεις τους σε ένα άλλο κράτος μέλος. Δεδομένου ότι τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν καταργήσει τους ελέγχους συναλλάγματος, οι πολίτες των κρατών αυτών μπορούν να επενδύουν τις αποταμιεύσεις τους και σε χώρες εκτός της ΕΕ. Ταυτόχρονα, όμως, μεταξύ των κρατών μελών εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές διαφορές ως προς το φορολογικό καθεστώς που ισχύει για τα εισοδήματα από αποταμιεύσεις.

3.1.1.2. Κατά τη συζήτηση για την οδηγία του 1988, με την οποία θα ρυθμιζόταν η απελευθέρωση της κυκλοφορίας κεφαλαίων, διάφορα κράτη μέλη επεσήμαναν τον κίνδυνο της μετατόπισης αποταμιεύσεων για καθαρά φορολογικούς λόγους, σε περίπτωση που η απελευθέρωση δεν συνοδευόταν από τα κατάλληλα φορολογικά μέτρα. Για το λόγο αυτό, το Συμβούλιο είχε αναθέσει στην Επιτροπή την επεξεργασία μίας πρότασης για την προσέγγιση των διαφόρων συστημάτων φορολογίας των αποταμιεύσεων.

3.1.1.3. Την άνοιξη του 1989, η Επιτροπή υπέβαλε δύο προτάσεις: μια πρόταση για την καθιέρωση σε επίπεδο Κοινότητας ενός κατώτατου ορίου παρακράτησης φόρων στην πηγή της τάξης του 15 % επί των τόκων που προέρχονται από ομολογίες και τραπεζικές καταθέσεις, και πρόταση για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Και οι δύο προτάσεις απορρίφθηκαν. Το μοναδικό επίτευγμα ήταν μια συμφωνία με βάση την οποία 11 κράτη μέλη θα μεριμνούσαν για τη βελτίωση της αμοιβαίας υποστήριξης.

3.1.1.4. Εν τω μεταξύ ολοκληρώθηκε η εσωτερική αγορά (και όσον αφορά την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών). Το γεγονός αυτό προσφέρει πρόσθετα κίνητρα για τη διεθνοποίηση των χρηματαγορών, ενώ τα φορολογικά συστήματα εξακολουθούν να διαφέρουν μεταξύ τους. Η ενδεχόμενη προσέγγιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των φορολογικών συστημάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί με βάση το άρθρο 100 της Συνθήκης.

3.1.1.5. Το 1993, επαναλήφθηκε η συζήτηση για την επίτευξη ορισμένης εναρμόνισης των συστημάτων. Η βελγική Προεδρία πρότεινε να αφεθεί στην κρίση των κρατών μελών να επιλέξουν μεταξύ της καθιέρωσης ενός κατώτατου ορίου προκαταβολικής παρακράτησης φόρων της τάξης του 15 % ή της υποχρεωτικής δήλωσης των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις στο κράτος μέλος στο οποίο κατοικεί ο φορολογούμενος. Η φορολογία των αποταμιεύσεων τοποθετήθηκε στην ημερήσια διάταξη και της γερμανικής Προεδρίας, η οποία μπορούσε σχετικώς να λάβει υπόψη και τις επαφές της Επιτροπής με ορισμένες τρίτες χώρες. Στη Διάσκεψη Κορυφής του Εσσεν δεν ελήφθησαν αποφάσεις σχετικά με το θέμα αυτό.

3.1.2. Συγκρίσεις

3.1.2.1. Από συγκριτικές μελέτες που διεξήχθησαν προκύπτει ότι υπάρχει μια σαφής τάση: ενώ κάθε κράτος φορολογεί, από τη μια πλευρά, τις αποταμιεύσεις των κατοίκων του, από την άλλη, μεριμνά για τη μη φορολογία των αποταμιεύσεων ατόμων που δεν κατοικούν μονίμως στης επικράτειά του:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Οι συντελεστές παρακράτησης στην πηγή που αναγράφονται με έντονα στοιχεία στα τετραγωνίδια διαγωνίως, ισοδυναμούν με τους οριστικούς συντελεστές 7 οι λοιποί φόροι συμψηφίζονται (και, ενδεχομένως, επιστρέφονται) με βάση τους συντελεστές που ισχύουν για τα διάφορα κλιμάκια εισοδήματος. Η λέξη «Bar» σημαίνει ότι ο συμψηφισμός σύμφωνα με το κλιμάκιο εισοδήματος διενεργείται μετά από ανταλλαγή δεδομένων.

3.1.2.2. Η ΟΚΕ θεωρεί την κατάσταση αυτή αντικανονική και συνιστά την καθιέρωση της έννοιας «κάτοικος της Ευρώπης» 7 δεν είναι πλέον δυνατόν να υποστηρίζεται η κατάργηση των εσωτερικών συνόρων και να διατηρείται ταυτόχρονα η διάκριση μεταξύ «κατοίκων» και «μη κατοίκων» (η οποία βασίζεται στην ύπαρξη συνόρων), τη στιγμή που οι όροι αυτοί αφορούν πολίτες κρατών μελών. Στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά οι μοναδικοί «μη κάτοικοι» είναι πολίτες κρατών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.1.2.3. Η πλήρης απελευθέρωση της κυκλοφορίας κεφαλαίων με παράλληλη διατήρηση των διαφορών όσον αφορά τους φορολογικούς συντελεστές και τη διαφορετική μεταχείριση των μονίμων και των μη μονίμων κατοίκων οδηγεί σε ανταγωνιστική αποφυγή επιβολής φόρων. Οι αποταμιευτές έχουν όφελος να τοποθετούν τα χρήματά τους στο εξωτερικό και να αποφεύγουν τη φορολογία τους. Το γεγονός αυτό υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μειώνουν τους φόρους που επιβάλλουν στις αποταμιεύσεις των μόνιμων κατοίκων τους. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται σε περίπτωση που οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι είναι ελάχιστοι ή ανύπαρκτοι.

3.1.3. Ανταγωνιστική αποφυγή επιβολής φόρων: σκιαγράφιση της κατάστασης

3.1.3.1. Στον ακόλουθο πίνακα παρατίθεται μια συνοπτική εικόνα των τροποποιήσεων στον τομέα της φορολογίας των αποταμιεύσεων των μονίμων κατοίκων των κρατών μελών:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

3.1.3.2. Εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι οι χώρες που υποχρεώθηκαν, μεταξύ άλλων, υπό την πίεση του «φορολογικού ανταγωνισμού» με άλλες, να μειώσουν τους φόρους που επιβάλλουν στις αποταμιεύσεις των κατοίκων τους είναι εκείνες που έχουν προχωρήσει περισσότερο με την οικονομική και νομισματική σύγκλιση.

3.1.4. Συνέπειες

3.1.4.1. Μία σημαντική συνέπεια της κατάστασης αυτής είναι η στρέβλωση των συνδυασμών των συντελεστών της παραγωγής σε βάρος της εργασίας και της δημιουργίας απασχόλησης. Πράγματι, ο συντελεστής εργασία φορολογείται περισσότερο από το συντελεστή κεφάλαιο. Από την άλλη πλευρά, το ύψος των φόρων που επιβάλλονται επί των κεδρών μπορεί επίσης να επηρεάσει τις επενδύσεις ανάπτυξης των επιχειρήσεων.

3.2. Ποια προσέγγιση θα υιοθετηθεί;

3.2.1. Το πρόβλημα του φορολογικού ανταγωνισμού όσον αφορά τα εισοδήματα από αποταμιεύσεις μπορεί να αντιμετωπιστεί με την καθιέρωση ενός κατώτερου συντελεστή παρακράτησης στην πηγή σε ευρωπαϊκό επίπεδο και σε επίπεδο ΟΟΣΑ. Τα κράτη μέλη θα μπορούν να επιβάλλουν συντελεστές υψηλότερους του κατώτερου, ποτέ όμως χαμηλότερους. Κατ` αυτόν τον τρόπο, ο «καθοδικός φορολογικός ανταγωνισμός» δεν πρόκειται να εξουδετερωθεί εντελώς, αλλά θα συγκρατηθεί εντός ορισμένων ορίων.

3.2.2. Επιπλέον, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μονίμων και μη μονίμων κατοίκων.

3.2.3. Προκειμένου να εφαρμοστούν με επιτυχία οι αρχές που αναφέρθηκαν πρέπει να ληφθούν υπόψη ορισμένα πρακτικά προβλήματα και εμπόδια.

3.2.4. Το πρώτο πρόβλημα αφορά το συνδυασμό της παρακράτησης φόρων στην πηγή με συστήματα βάσει των οποίων τα εισοδήματα από αποταμιεύσεις δηλώνονται στις φορολογικές αρχές. Η καθιέρωση της παρακράτησης φόρων στην πηγή δεν εξυπηρετεί άμεσα τα κράτη μέλη τα οποία φορολογούν τα εισοδήματα από αποταμιεύσεις με βάση υποχρεωτική δήλωση (που στηρίζεται, συνήθως, στην ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων). Παράλληλα, η καθιέρωση της παρακράτησης φόρων στην πηγή θα δημιουργούσε το θέμα κατά πόσο το σύστημα αυτό πρέπει να έχει απαλλακτικό χαρακτήρα.

3.2.5. Επιπλέον, κάθε κράτος μέλος μπορεί να προσθέτει τα έσοδα αυτά σε άλλα εισοδήματα ή να χορηγεί συγκεκριμένες απαλλαγές για εισοδήματα από αποταμιεύσεις (π.χ. για τους μικροαποταμιευτές).

3.2.6. Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι ο κίνδυνος διαφυγής κεφαλαίων σε τρίτες χώρες. Λαμβανομένης υπόψη της εξαιρετικής κινητικότητας κεφαλαίων σε παγκόσμιο επίπεδο, η εν λόγω διαφυγή κεφαλαίων ενδέχεται να οδηγήσει σε έλλειψη κεφαλαίων, τα οποία η Ευρώπη χρειάζεται απαραιτήτως (πραγματοποίηση μεγάλων έργων υποδομής) και συγχρόνως σε φορολογικά έσοδα χαμηλότερα των αναμενόμενων. Ο κίνδυνος αυτός γίνεται αμεσότερος με την αύξηση του συντελεστή παρακράτησης στην πηγή πέραν ενός συγκεκριμένου «ορίου αδρανείας», που κατά πάσα πιθανότητα κυμαίνεται σε 10-15 %.

3.2.6.1. Όσον αφορά τους μικρούς και μικρομεσαίους επενδυτές, ο κίνδυνος διαφυγής κεφαλαίων είναι σχετικά περιορισμένος επειδή:

- η απόσταση μεταξύ επενδυτών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων θα αποτρέψει, αναμφισβήτητα, πολλούς επενδυτές από τη μεταφορά των αποταμιεύσεών τους εκτός Ευρώπης 7

- λόγω των συναλλαγματικών κινδύνων, οι επενδύσεις σε μη ευρωπαϊκά νομίσματα δεν προσφέρουν πάντοτε την ίδια ασφάλεια.

3.2.6.2. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επιβάλλεται να μην περιορισθεί μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση η εναρμόνιση των φόρων στα έσοδα από τις αποταμιεύσεις, αλλά να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση λύσεως που να είναι εφικτή σε ευρύτερο διεθνές πλαίσιο, όπως π.χ. για όλα τα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ.

3.2.7. Εάν, μετά τη διεκπεραίωση των όσων συνιστώνται στο σημείο 3.6.2.2.1, η καθιέρωση ενός ενιαίου συντελεστή παρακράτησης οδηγήσει πραγματικά στην αύξηση της φορολογίας στα έσοδα από αποταμιεύσεις, υπάρχει το ενδεχόμενο οι αποταμιευτές και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιχειρήσουν να μεταφέρουν τις αυξημένες φορολογικές επιβαρύνσεις στους δανειολήπτες μέσω της αύξησης των επιτοκίων. Μια παρόμοια αύξηση θα μπορούσε να επιδράσει αρνητικά στις ιδιωτικές επενδύσεις, και ως εκ τούτου στην ανάπτυξη και την απασχόληση, και θα οδηγούσε σε αύξηση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.

3.2.7.1. Το μέγεθος και η πιθανότητα εμφάνισης του κινδύνου αυτού εξαρτάται από τους ακόλουθους παράγοντες:

- την ελαστικότητα της προσφοράς κεφαλαίων αποταμίευσης. Η κλασσική οικονομική ανάλυση διδάσκει ότι ένας φόρος βαρύνει σχεδόν ολοκληρωτικά την πλευρά της προσφοράς (στην προκειμένη περίπτωση, τους αποταμιευτές) σε περίπτωση που οι διακυμάνσεις των επιτοκίων είτε την επηρεάζουν σε βαθμό αμελητέο, είτε την αφήνουν εντελώς ανεπηρέαστη. Ακόμη και στην περίπτωση που η προσφορά αποταμιεύσεων αντιδρά «φυσιολογικά» στην επιβολή φόρων, οι φόροι αυτοί θα βαρύνουν δύο πλευρές: τους επενδυτές (αύξηση του μικτού επιτοκίου) και τους αποταμιευτές (μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους) 7

- η εν λόγω ελαστικότητα καθορίζεται, εκτός άλλων, και από τη δυνατότητα μεταφοράς των επενδυμένων κεφαλαίων στο εξωτερικό.

3.2.7.2. Η εφαρμογή της παρακράτησης στην πηγή σε όλα τα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ θα μειώσει στο ελάχιστο κάθε επίδραση της φορολόγησης της προσφοράς κεφαλαίων.

3.3. Προσανατολισμοί της ΟΚΕ

3.3.1. Με στόχο τον περιορισμό του φορολογικού ανταγωνισμού και την ανεύρεση των απαραίτητων μέσων για τη χρηματοδότηση των πρωτοβουλιών για τη δημιουργία απασχόλησης και την ενίσχυση της θέσης της ΕΕ στην παγκόσμια αγορά κεφαλαίων, η ΟΚΕ υποστηρίζει τα ακόλουθα μέτρα, κατά την εφαρμογή των οποίων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διεθνείς κανόνες.

3.3.2. Καθιέρωση της έννοιας «κάτοικος της Ευρώπης» με ταυτόχρονη κατάργηση των εσωτερικών συνόρων. Στην περίπτωση αυτή, οι έννοιες «κάτοικος» και «μη κάτοικος» - που υποννοούν την ύπαρξη συνόρων - δεν είναι πλέον δυνατόν να διατηρηθούν.

3.3.3. Προσέγγιση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο της φορολογίας επί των αποταμιεύσεων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Η ευρωπαϊκή πολιτική θα πρέπει να σέβεται τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τη φορολογία των εσόδων των αποταμιεύσεων (φορολογία στην πηγή ή υποχρεωτική δήλωση), χωρίς να ευνοεί το ένα ή το άλλο σύστημα. Στα κράτη μέλη στα οποία η επιβολή του φόρου πραγματοποιείται με βάση τη φορολογική δήλωση πρέπει να βεβαιώνονται για την ορθότητα των εσόδων από αποταμιεύσεις των υπηκόων τους σε άλλο κράτος μέλος.

3.3.3.1. Αντιθέτως, τα κράτη μέλη στα οποία ισχύει η φορολογία στην πηγή θα πρέπει να διασφαλίζουν:

- είτε την παρακράτηση ενός κατωτέρου ορίου φόρου στην πηγή, επί των εσόδων από αποταμιεύσεις των υπηκόων τους σε άλλο κράτος μέλος 7

- είτε τη συστηματική αναφορά των υπηκόων τους σχετικά με έσοδα από αποταμιεύσεις σε άλλα κράτη μέλη.

3.3.3.2. Συγκεκριμένα, αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη θα μπορούν να επιλέγουν ανάμεσα στην καθιέρωση ενός συντελεστή φορολογίας στην πηγή της τάξης του 15 % (το κατώφλι αδιαφορίας) και στην συστηματική δήλωση στις φορολογικές αρχές του κράτους προέλευσης των εισπραχθέντων τόκων και μερισμάτων.

3.3.4. Πρέπει να ληφθούν μέτρα που να ευνοούν τους μικροαποταμιευτές, πράγμα που πρέπει να γίνει ανεξάρτητα από το είδος της αποταμίευσης, π.χ. με τον καθορισμό ενός κατώτατου ορίου κεφαλαίων κάτω του οποίου τα έσοδα από την αποταμίευση θα τυγχάνουν φορολογικής εξαίρεσης, ή με την καθιέρωση μιας μείωσης της φορολογίας των τόκων.

3.3.5. Στην ΕΕ, οι φορολογικοί παράδεισοι που ανήκουν στην επικράτεια των κρατών μελών καταργούνται. Πρέπει επίσης να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις με αντικείμενο τη διευθέτηση της κατάστασης των άλλων ευρωπαϊκών εδαφών εκτός της Ένωσης, καθώς επίσης και των εξωτικών φορολογικών παραδείσων εκτός των χωρικών συνόρων.

3.3.6. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το φαινόμενο της μεταφοράς αποταμιεύσεων σε χώρες εκτός της ΕΕ, είναι αναγκαίο να επιδιωχθεί, με βάση τα συμπεράσματα που επιτεύχθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο ή παρόμοια συμπεράσματα του ΟΟΣΑ, η ανεύρεση λύσεως είτε με τη μορφή παρακράτησης στην πηγή είτε με τη μορφή ανταλλαγής πληροφοριών.

3.3.7. Η έννοια της ομοιόμορφης φορολόγησης θα πρέπει να επεκταθεί και σε προσόδους κεφαλαίων που μπορούν να εξομοιωθούν με τις αποταμιεύσεις σταθερού επιτοκίου.

4. Φορολογία επιχειρήσεων

4.1. Η σημερινή κατάσταση

4.1.1. Η φορολογική πολιτική έναντι των επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα επικεντρωνόταν μέχρι σήμερα στην κατάργηση της διπλής φορολογίας των διασυνοριακών ροών εισοδημάτων (οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές επιχειρήσεις και σχέδια οδηγίας για το συνυπολογισμό των ζημιών που προέρχονται από μόνιμες εγκαταστάσεις και θυγατρικές επιχειρήσεις που εδρεύουν σε άλλο κράτος μέλος καθώς και σχετικά με την πληρωμή τόκων και δικαιωμάτων εντός συγκροτημάτων επιχειρήσεων). Ο στόχος αυτής της πολιτικής είναι η άρση των φορολογικών εμποδίων στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.

4.1.2. Η ορθή προσέγγιση, ασφαλώς, στην εναρμόνιση του φόρου εταιριών είναι να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα και οι λύσεις τους. Γιατί δεν μπορεί μια γαλλική εταιρεία να συγχωνευθεί με μια γερμανική που βρίσκεται πέραν των συνόρων; Γιατί μια επιχείρηση του Μπίρμιγχαμ, που επιθυμεί να ανοίξει ένα γραφείο πωλήσεων στο Μιλάνο, να βρίσκεται αντιμέτωπη με τα αιτήματα δύο ανταγωνιζόμενων φορολογικών αρχών; Γιατί υπάρχει τόση γραφειοκρατία σχετικά με μια φινλανδική εταιρεία που αγοράζει αγαθά από έναν ισπανό προμηθευτή εντός της υποτιθέμενης ενότητας της Ενιαίας Αγοράς; Γιατί μια ολλανδική εταιρεία με ένα υποκατάστημα στην Ελλάδα έχει τόσα πολλά προβλήματα με τη μεταφορά των τιμολογιών της (στην τελευταία); Τι μπορεί να γίνει για να εξαλειφθεί ή περιορισθεί η οξύτητα του προβλήματος της προκαταβολής του εταιρικού φόρου;

4.1.3. Η εναρμόνιση των συστημάτων, των συντελεστών και των βάσεων για τη φορολογία των επιχειρήσεων δεν αποτελούσε στοιχείο της μέχρι τούδε ευρωπαϊκής φορολογικής πολιτικής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπέδειξε, ορθώς, ότι στερείται ουσίας η τυποποίηση των συντελεστών εφόσον δεν υπάρχει παράλληλη τυποποίηση της φορολογικής βάσης, δηλ. της μεθόδου με την οποία υπολογίζεται η φορολογική υποχρέωση.

4.1.4. Από την έκθεση Ruding προκύπτουν τα ακόλουθα:

- Η φορολογία συμβάλλει, παράλληλα με την πολιτική, οικονομική και κοινωνική διάσταση, στην επιλογή του τόπου άσκησης δραστηριοτήτων. Αυτό ισχύει κυρίως για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και σε μικρότερο βαθμό για τη βιοτεχνία 7

- η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς έχει ως συνέπεια ότι οι αποφάσεις των επιχειρήσεων θα επηρεάζονται περισσότερο από τις υφιστάμενες φορολογικές διαφορές 7

- τα «καθοριστικά» στοιχεία στο φορολογικό τομέα είναι, σε φθίνουσα σειρά προτεραιότητας: ο γενικός συντελεστής που ισχύει για τη φορολογία επιχειρήσεων και τη φορολογία φυσικών προσώπων (μη μετοχικές επιχειρήσεις), η διασυνοριακή φορολογία στην πηγή των εισοδημάτων που προέρχονται από αποδόσεις μετοχών και από τόκους, τα συστήματα απόσβεσης και τα φορολογικά κίνητρα για την πραγματοποίηση επενδύσεων, οι υπόλοιποι παράγοντες για τον προσδιορισμό της φορολογικής βάσης και, τέλος, οι «δαπάνες» που συνεπάγεται η συμμόρφωση στις υποχρεώσεις που επιβάλλει η φορολογική νομοθεσία 7

- ο φορολογικός ανταγωνισμός οδηγεί, ενδεχομένως, σε μείωση των επιβαρύνσεων των μεταβλητών παραγωγικών συντελεστών και σε αύξηση των επιβαρύνσεων των σταθερών παραγωγικών συντελεστών, με αποτέλεσμα στρεβλώσεις στη διάρθρωσή τους.

4.1.5. Εκτός και αν υπάρχουν σοβαροί οικονομικοί λόγοι, είναι απίθανο να εξακολουθήσουν να υφίστανται για μεγάλο χρονικό διάστημα σημαντικές διαφορές μεταξύ των φορολογικών συντελεστών και βάσεων σε μια ελεύθερη αγορά. Υπό την προϋπόθεση ότι η κυκλοφορία προσώπων, κεφαλαίων και εμπορευμάτων, είναι ελεύθερη, τα κράτη μέλη δεν θα είναι σε θέση να επιβάλλουν φόρους το ύψος των οποίων θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαρροή κεφαλαίων, την αποθάρρυνση των εσωτερικών επενδύσεων, την αύξηση της ανεργίας και τη διάβρωση της ίδιας της φολογικής βάσης.

4.1.6. Ο φορολογικός ανταγωνισμός είναι περισσότερο έντονος στον τομέα των ειδικών καθεστώτων και των καθεστώτων εξαίρεσης. Σε πολλά κράτη μέλη ισχύουν διαφορετικά φορολογικά συστήματα για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Πολλά από τα ιδρύματα αυτά διασυνδέονται με «εξωχωρικές» περιοχές και χρησιμοποιούνται για τη διοχέτευση κερδών που επιτυγχάνονται σε άλλους τομείς της οικονομίας (π.χ. στη βιομηχανία) σε επιχειρήσεις που είτε φορολογούνται λιγότερο, είτε δεν φορολογούνται καθόλου.

4.1.6.1. Ο πίνακας που ακολουθεί προσφέρει μια (ελλιπή) εικόνα της κατάστασης. Ταυτόχρονα, πρέπει να σημειωθεί ότι τα περισσότερα κράτη μέλη διαθέτουν ένα ειδικό σύστημα για τα «κεντρικά γραφεία», σύμφωνα με το οποίο η φορολογία δεν υπολογίζεται με βάση τα κέρδη αλλά με βάση τη μέθοδο «κόστος πλέον ορισμένο κέρδος».

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

4.1.6.2. Οι ΜΜΕ που έχουν τη νομική μορφή της ατομικής ή προσωπικής εταιρείας αντιμετωπίζουν σε ορισμένα κράτη μέλη την αποθαρρυντική επίδραση της προοδευτικής φορολογίας προσώπων. Πρόσφατα, η Επιτροπή δημοσίευσε σύσταση προς τα κράτη μέλη να παραχωρήσουν στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα, όσον αφορά την εκ νέου επένδυση των κερδών, να επιλέξουν μεταξύ της φορολογίας επιχειρήσεων ή/και του περιορισμού του φόρου σε ένα επίπεδο που να αντιστοιχεί σε αυτό της φορολογίας επιχειρήσεων.

4.2. Αξιολόγηση των πιθανών προτάσεων

4.2.1. Η προβληματική που περιγράφεται ανωτέρω μπορεί να αντιμετωπιστεί με την προσέγγιση ορισμένων κανόνων και τμημάτων της φορολογίας επιχειρήσεων, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της επικουρικότητας.

Σχετικά με αυτό, υπάρχουν σκέψεις για:

- την καθιέρωση ενός κατώτερου φορολογικού συντελεστή 7

- την εναρμόνιση των σημαντικότερων παραμέτρων για τον προσδιορισμό της φορολογήσιμης βάσης.

4.2.1.1. Είναι αναμφισβήτητο ότι μια παρόμοια προσέγγιση θα εξυπηρετούσε την ισορροπία της φορολογικής πολιτικής έναντι των επιχειρήσεων και θα οδηγούσε σε αύξηση των χρηματοοικονομικών δυνατοτήτων των δημοσίων αρχών σε ορισμένα κράτη μέλη. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα στον τομέα της περιφερειακής πολιτικής ενώ με την ίδρυση της ΟΝΕ τα κράτη μέλη θα στερηθούν και ένα δεύτερο μέσο προσαρμογών (τη δυνατότητα νομισματικής υποτίμησης και την παροχή φορολογικών κινήτρων). Ταυτόχρονα, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι σχέσεις με τρίτες χώρες.

4.2.2. Για τον προσδιορισμό ενός ελάχιστου ορίου εναρμόνισης της φορολογίας επιχειρήσεων πρέπει να συνεκτιμηθεί και ο περιφερειακός παράγων. Για το σκοπό αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα το σύστημα της άμεσης ενίσχυσης των επενδύσεων: κατά τον ίδιο τρόπο που μπορούν να προσφερθούν σημαντικά μεγαλύτερα πλεονεκτήματα σε καθυστερημένες περιοχές στον τομέα των επενδυτικών ενισχύσεων, θα πρέπει να δοθεί στις περιοχές αυτές η δυνατότητα να προσφέρουν διαφορετικά αλλά και ευρύτερα φορολογικά πλεονεκτήματα.

4.2.3. Όπως συμβαίνει και με την περίπτωση των φορολογικών συντελεστών, οι φορολογικές βάσεις διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών για ορισμένους λόγους. Αυτοί μπορεί να έχουν χαρακτήρα τυχαίο, ιστορικό, ή να είναι το αποτέλεσμα της παροχής συγκεκριμένων κινήτρων (ή της επιβολής κυρώσεων) για την ενθάρρυνση (ή την αποθάρρυνση) συγκεκριμένων μορφών επενδύσεων ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Τα κίνητρα αυτά ενδέχεται να αποσκοπούν στην ενθάρρυνση των επενδύσεων σε μια συγκεκριμένη περιοχή ενός κράτους μέλους, η οποία παρουσιάζει καθυστέρηση, ή των επενδύσεων στο σύνολο της επικράτειάς του. Παρόμοια φορολογικά κίνητρα συνιστούν ουσιαστικό τμήμα της περιφερειακής και βιομηχανικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι καθεαυτά ασυμβίβαστα με την υιοθέτηση μιας προσέγγισης του θέματος της εναρμόνισης με βάση τις αρχές της ελεύθερης αγοράς.

4.2.4. Είναι, επίσης, αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η απώλεια του μέσου της νομισματικής υποτίμησης στα πλαίσια της συζήτησης για την ΟΝΕ. Αν η μελλοντική Νομισματική Ένωση υποστεί ασύμμετρους νομισματικούς κλυδωνισμούς, το Δημόσιο θα μπορεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, παρά την προτεινόμενη εναρμόνιση: η μείωση της φορολογίας επιχειρήσεων σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα κράτη μέλη διαθέτουν ορισμένα φορολογικά περιθώρια, τα οποία μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση άλλων ανταγωνιστικών παραγόντων με στόχο την προσέλκυση επενδύσεων (π.χ. μείωση των κοινωνικών επιβαρύνσεων, προσφορά φθηνότερων βιομηχανικών χώρων).

4.2.5. Σε περίπτωση ομοφωνίας των κρατών μελών για την καθιέρωση ενός ελάχιστου συντελεστή πρέπει και στον τομέα αυτό να λαμβάνεται υπόψη και η πολιτική που εφαρμόζεται από τρίτες χώρες.

4.2.6. Οι διαφορές μεταξύ φορολογικών βάσεων ενδέχεται επίσης να οφείλονται στον πληθωρισμό. Κανένα κράτος μέλος δεν έχει επιβάλει ακόμα φόρους με βάση «νομισματικές διορθώσεις» ή έστω και «τις τρέχουσες δαπάνες», παρότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ακολουθήσει εν μέρει αυτή την κατεύθυνση με την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των κερδών κεφαλαίων. Εφόσον και μέχρι τη στιγμή που τα κράτη μέλη υιοθετήσουν ένα εναρμονισμένο σύστημα το οποίο θα συνεκτιμά τις επιπτώσεις του πληθωρισμού (ή τη στιγμή που θα πάψει πλέον να υπάρχει πληθωρισμός - πράγμα απίθανο) η φορολογική βάση θα εξακολουθήσει να υφίσταται στρεβλώσεις που θα οφείλονται τόσο στον ίδιο των πληθωρισμό όσο και στα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για τον περιορισμό των επιπτώσεών του. Το πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να επιδεινωθεί με την κίνηση ξένων κεφαλαίων, ιδιαιτέρως εκείνων τα οποία δεν αντανακλούν ισοτιμία αγοραστικών δυνάμεων. Η πτυχή αυτή δεν εξετάζεται στα έγγραφα της Επιτροπής.

4.3. Η θέση της ΟΚΕ

4.3.1. Η ΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της διότι η φορολογική πολιτική που ασκήθηκε μέχρι σήμερα στην Ευρώπη δεν στόχευε στην εναρμόνιση των συστημάτων σε ένα ελάχιστο όριο των φορολογικών συντελεστών και των φορολογικών βάσεων.

4.3.2. Η ΟΚΕ πιστεύει ότι η μερική εναρμόνιση της φορολογίας επιχειρήσεων είναι, μακροπρόθεσμα, ευκταία και απολύτως αναγκαία. Από τη στιγμή που η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων αποτελεί γεγονός, αυξάνει η επιρροή των φορολογικών παραγόντων όσον αφορά την επιλογή του χώρου άσκησης οικονομικών δραστηριοτήτων. Στην περίπτωση της εσωτερικής αγοράς έχει εξαιρετική σημασία οι διαφορές μεταξύ των φορολογικών συστημάτων των κρατών μελών να μην οδηγούν σε υπερβολική στρέβλωση των συνθηκών ανταγωνισμού και να αποφευχθεί η χρήση των διαφορών αυτών για σκοπούς φορολογικού ανταγωνισμού.

4.3.3. Στο πλαίσιο αυτό, η ΟΚΕ δεν υποστηρίζει την απόλυτη εξίσωση των φόρων που βαρύνουν τις επιχειρήσεις, ακόμη και μεσοπρόθεσμα. Αυτό είναι ανεπιθύμητο επειδή τα κράτη μέλη πρέπει να εξακολουθήσουν να διαθέτουν μέσα για την άσκηση οικονομικής πολιτικής.

4.3.4. Η ΟΚΕ τάσσεται υπέρ του καθορισμού κατώτερων προτύπων για τον προσδιορισμό του συντελεστής φορολογίας επιχειρήσεων και των κυριότερων παραμέτρων για τον προσδιορισμό της φορολογικής βάσης. Ο εν λόγω κατώτερος συντελεστής πρέπει να είναι επαρκώς ευμετάβλητος και να αντιστοιχεί κατά έναν τρόπο στις φορολογικές επιβαρύνσεις σε τρίτες χώρες.

4.3.5. Όσον αφορά τα φορολογικά κίνητρα, η ΟΚΕ, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της επικουρικότητας, επιθυμεί να ισχύσει το ίδιο καθεστώς με αυτό που ισχύει για τις άμεσες επιδοτήσεις. Η απευθείας χορήγηση ενισχύσεων παραμένει αρμοδιότητα των κρατών μελών, ενώ η Επιτροπή ελέγχει τη συμβατότητα των ενισχύσεων αυτών με τους κανόνες του ανταγωνισμού. Ο ίδιος έλεγχος θα πρέπει να ασκείται και στο φορολογικό τομέα. Ο έλεγχος που ασκείται σήμερα επί των φοροαπαλλαγών δεν οδηγεί στην επίτευξη του επιθυμητού στόχου επειδή περιορίζεται στις παρεκκλίσεις από το γενικό σύστημα που ισχύει στα κράτη μέλη. Ετσι δε λαμβάνεται υπόψη ότι, όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, οι εκατέρωθεν διαφορές μεταξύ των γενικών συστημάτων οδηγούν σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι μεγαλύτερες από τις στρεβλώσεις που επιφέρουν ορισμένες φορολογικές ελαφρύνσεις.

4.3.6. Δεδομένου ότι μερικές ΜΜΕ αντιμετωπίζουν ορισμένη έλλειψη κεφαλαίων καθώς και ότι οι ΜΜΕ προσφέρουν ένα μεγάλο μέρος των θέσεων απασχόλησης, η ΟΚΕ υποστηρίζει τη σύσταση της Επιτροπής να περιορισθεί το ύψος της φορολογίας επί κερδών που επενδύονται σε σχέδια που δημιουργούν θέσεις απασχόλησης σε ένα επίπεδο συγκρίσιμο με αυτό του φόρου επί των κερδών των επιχειρήσεων.

4.3.7. Η ΟΚΕ κρίνει ότι οι ισχύουσες διμερείς συμφωνίες περί διπλής φορολογίας που έχουν συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών θα πρέπει να αντικατασταθούν από μια ενιαία ευρωπαϊκή συμφωνία

5. Άλλα είδη φορολογίας

5.1. Προσωπική φορολογία

5.1.1. Τα διάφορα συστήματα προσωπικής φορολογίας που ισχύουν στην ΕΕ διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Στον πίνακα που ακολουθεί, η προσωπική φορολογική επιβάρυνση υπολογίζεται σε ποσοστά του ΑΕΠ. Αν και στο δείκτη αυτό δεν συνυπολογίζονται οι διαφορές μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών όσον αφορά τη βάση για τον καταλογισμό προσωπικού φόρου, η μέθοδος που εφαρμόζεται προσφέρει ήδη μια εικόνα των διαφορών στον τομέα της προσωπικής φορολογίας, οι οποίες κυμαίνονται από 4 έως 26 % του ΑΕΠ. Δηλαδή, μια αναλογία μεγαλύτερη του 1 προς 6.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

5.1.2. Παρά το μέγεθος των διαφορών αυτών, η ΟΚΕ δεν θεωρεί ότι είναι ανάγκη να αναληφθεί δράση εκ μέρους της Κοινότητας για τη μείωσή τους, ή για την καθιέρωση μιας ελάχιστης κοινής βάσης όπως στην περίπτωση των έμμεσων φόρων και των φόρων επί εισοδημάτων από αποταμιεύσεις. Σε αντίθεση με το «κεφάλαιο» και ορισμένα τμήματα της καταναλωτικής ζήτησης, η εργασία στην Κοινότητα παρουσιάζει πολύ μικρότερη κινητικότητα. Ακόμη και με την περαιτέρω αύξηση της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων, οι πολιτιστικές διαφορές και το πρόβλημα της γλώσσας θα αποτελούν εμπόδιο για την κινητικότητα της εργασίας στην Κοινότητα. Κατά συνέπεια, οι εκατέρωθεν επιπτώσεις των διαφορών όσον αφορά την προσωπική φορολογία στα διάφορα κράτη μέλη είναι αμελητέες.

5.1.3. Ωστόσο, οι διαφορές στον τομέα της προσωπικής φορολογίας μπορούν να έχουν απρόσμενες και ανεπιθύμητες συνέπειες για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων.

5.1.4. Πράγματι, άτομα με υψηλή κατάρτιση είναι περισσότερο κινητικά και εμποδίζονται λιγότερο από τον γλωσσικό ή τον πολιτιστικό παράγοντα. Συνεπώς, η ομάδα αυτή επηρεάζεται περισσότερο από τις σημαντικές διαφορές στον τομέα των φορολογικών επιβαρύνσεων.

5.1.4.1. Για το λόγο αυτό, η ΟΚΕ συνιστά την περαιτέρω διερεύνυση των επιπτώσεων των σημαντικών διαφορών μεταξύ των φορολογικών επιβαρύνσεων για την περίπτωση των εργαζομένων με υψηλή κατάρτιση. Πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι διαφορές αυτές δημιουργούν σημαντικά πρακτικά προβλήματα.

5.1.5. Μια δεύτερη κατηγορία είναι οι διαμεθοριακοί εργαζόμενοι. Δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι αυτοί καταβάλλουν κοινωνικές εισφορές που επιβάλλονται στους μισθούς τους σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, αλλά εξακολουθούν να υπόκεινται γενικά σε φόρο εισοδήματος, στο πλαίσιο της ετήσιας φορολογικής τους δήλωσης, σύμφωνα με τη φορολογική κλίμακα της χώρας διαμονής τους, αφού παρακρατείται φόρος στο μισθό τους, οι μετατοπίσεις της φορολογίας προς την έμμεση φορολογία στο κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να προκαλέσουν χρηματοπιστωτικά προβλήματα.

5.2. Φόρος περιουσίας

5.2.1. Σύμφωνα με μακροοικονομικές στατιστικές, μπορεί να συμπερανθεί ότι οι επιβαρύνσεις όσον αφορά το φόρο περιουσίας διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους: τα έσοδα που αποφέρει ο φόρος περιουσίας είναι σε ορισμένες χώρες αμελητέα και σε άλλες υπολογίσημα. Στην περίπτωση αυτή είναι περισσότερο από πιθανό ότι υπάρχει θέμα «φορολογικού ανταγωνισμού», δεδομένου ένα μεγάλο μέρος των περιουσιακών στοιχείων (ρευστά) χαρακτηρίζεται από έντονη κινητικότητα και μπορεί να μεταφερθεί χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα σε γειτονικά κράτη μέλη, όπου η φορολογική επιβάρυνση είναι σημαντικά μικρότερη.

6. Φορολογικές επιβαρύνσεις της μισθωτής απασχόλησης

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Δεδομένου ότι η ΟΚΕ αποδίδει πρωταρχική σημασία στην απασχόληση, στη γνωμοδότηση εξετάζεται πιο εμπεριστατωμένα η σχέση μεταξύ της φορολογίας και της απασχόλησης. Η ΟΚΕ έχει, ωστόσο πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι τόσο η απασχόληση όσο και η ανεργία επηρεάζονται με διάφορους τρόπους από την πολιτική για την άμεση και έμμεση φορολογία. Λόγω της επικαιρότητας του θέματος «φορολογική επιβάρυνση της μισθωτής απασχόλησης», η γνωμοδότηση θίγει μόνο το θέμα αυτό. Η ΟΚΕ επιφυλάσσεται να αναλύσει το θέμα αυτό διεξοδικότερα σε μεταγενέστερες γνωμοδοτήσεις και να εξετάσει τις επιδράσεις άλλων φορολογικών συστημάτων καθώς και τις συνέπειές τους για την απασχόληση και την ανεργία.

6.1. Κριτική του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου

6.1.1. Σε πολλές χώρες της ΕΕ οι φορολογικές επιβαρύνσεις της μισθωτής απασχόλησης είναι υψηλές. Στο Λευκό Βιβλίο υπολογίζεται ότι αντιστοιχούν στο 23,5 % του ΑΕΠ της ΕΕ. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο απ` ότι, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ (19,4 %) ή την Ιαπωνία (16,6). Σημαντικές διαφορές υφίστανται και μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι φορολογικές επιβαρύνσεις της εργασίας κυμαίνονται μεταξύ 14 % στην Ελλάδα και 32 % στη Σουηδία.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

6.1.2. Αν και με αυτούς και άλλους φόρους χρηματοδοτείται το ευρωπαϊκό κράτος προνοίας, μπορεί να τεθεί το ερώτημα κατά πόσο η αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των μισθωτών οδηγεί σε απώλεια θέσεων απασχόλησης.

6.1.2.1. Ορισμένοι υπερασπίζονται την άποψη ότι η αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των μισθωτών δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο δεδομένου ότι οδηγεί σε αύξηση του ακαθάριστου μισθού, γεγονός το οποίο οδηγεί σε απώλεια θέσεων απασχόλησης, η οποία οδηγεί σε μείωση των εσόδων από εισφορές και σε αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος, με αποτέλεσμα την επιβολή νέων φόρων στην εργασία για την κάλυψη του ελλείμματος αυτού...

6.2. Κριτική στην κριτική

6.2.1. Πριν εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η οργάνωση του ευρωπαϊκού κράτους προνοίας συνιστά άμεση απειλή κατά την απασχόλησης, πρέπει κατ` αρχάς να εξεταστεί κατά πόσο αληθεύουν οι υποθέσεις που προαναφέρθηκαν σχετικά με τη βάση του ανωτέρω μηχανισμού. Τα ερωτήματα που πρέπει να τεθούν είναι συγκεκριμένα τα εξής:

- οδηγεί η αύξηση των φορολογικών επιβαρύνσεων της εργασίας σε ανάλογη αύξηση των μισθών;

- οδηγεί η αύξηση των μισθών σε σημαντική απώλεια θέσεων απασχόλησης;

6.2.2. Η αύξηση των φορλογικών επιβαρύνσεων της εργασίας δεν οδηγεί μόνο σε μείωση των καθαρών μισθών, αλλά και στην προσφορά προστασίας στους εργαζόμενους για την περίπτωση ασθενείας, ανεργίας και γήρατος. Αυτό σημαίνει ότι οι δαπάνες των εργαζόμενων για αυτασφάλιση και για άλλα αποταμιευτικά συστήματα μειώνονται. Κατ` αυτόν τον τρόπο μπορούν να αντισταθμιστούν οι πιέσεις για την αύξηση των μισθών.

6.2.2.1. Κατάλληλο παράδειγμα των προαναφερθέντων αποτελεί η βελγική οικονομία: το Βέλγιο διαθέτει ένα εκτενές σύστημα δημόσιων κοινωνικών ασφαλίσεων για το οποίο δαπανά ένα συγκριτικά υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ του. Έτσι, οι φορολογικές επιβαρύνσεις της εργασίας είναι αρκετά υψηλές. Όμως, η εικόνα αυτή αλλάζει εντελώς εάν εξετασθούν οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης με την ευρεία έννοια του όρου (δημόσιες και ιδιωτικές ασφαλίσεις). Ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι δαπάνες αυτές είναι πολύ χαμηλότερες από τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Με άλλα λόγια, παρά την προχωρημένη ανάπτυξη του κράτους προνοίας, που χρηματοδοτείται με την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, οι συνολικές δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης είναι συγκριτικά χαμηλότερες από ότι σε άλλες χώρες με τις οποίες μπορεί να υπάρξει σύγκριση.

6.2.3. Σε περίπτωση που η χρηματοδότηση του κοινωνικού προτύπου θα οδηγούσε σε αύξηση των μισθών, θα πρέπει να εξεταστεί η ακριβής σχέση μεταξύ διαμόρφωσης των μισθών και της απασχόλησης.

6.2.4. Στο σημείο αυτό, δεν είναι δυνατό να παραγνωρισθεί η αρνητική σχέση μεταξύ αύξησης των μισθών και μείωσης της απασχόλησης. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι εμπειρίες σχετικά με τις επιπτώσεις μιας γραμμικής μισθολογικής πολιτικής για την απασχόληση δεν προξενούν αισιοδοξία. Πολλές μελέτες και οικονομετρικά πρότυπα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει μια ασθενής σχέση μεταξύ απασχόλησης και εξέλιξης των μισθών: η μέση ελαστικότητα της προσφοράς απασχόλησης ανέρχεται βραχυπρόθεσμα σε 0,2 και μακροπρόθεσμα σε 0,5. Αυτό σημαίνει ότι η μείωση των μισθών κατά 1 % θα οδηγήσει σε αύξηση της απασχόλησης μόνο μακροπρόθεσμα και σε ποσοστό 0,5 %.

6.2.4.1. Επιπλέον, τα ανωτέρω δεδομένα έχουν υπολογιστεί με βάση την υπόθεση ότι η μισθολογική πολιτική στις άλλες χώρες παραμένει αναλλοίωτη. Σε αντίθετη περίπτωση και εάν τα διάφορα κράτη μέλη ασκήσουν την ίδια πολιτική, λαμβανομένων υπόψη των αλληλεπιδράσεων της ενιαίας αγοράς, δεν μπορεί κανείς να τρέφει πολλές ελπίδες για βελτίωση της ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ των κρατών μελών ενώ πρέπει επίσης να αναμένονται και ορισμένες αποπληθωριστικές τάσεις. Οι επιπτώσεις μιας γενικής μείωσης των μισθών για την απασχόληση στην Ευρώπη θα είναι τότε μικρότερες απ` ότι θα ήταν αναμενόμενο με βάση τους προαναφερθέντες δείκτες ελαστικότητας.

6.2.5. Δηλαδή, η οικονομική πραγματικότητα προξενεί την εντύπωση ότι οι επιπτώσεις του ευρωπαϊκού κράτους προνοίας για την απασχόληση δεν είναι τόσο σημαντικές όσο θα μπορούσε να υποτεθεί από πρώτη άποψη. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις στατιστικές. Από τον πίνακα 9 προκύπτει ότι η σχέση μεταξύ φορολογικών επιβαρύνσεων της εργασίας και απασχόλησης δεν είναι αυτονόητη. Χώρες όπου η εργασία επιβαρύνεται με υψηλή φορολογία έχουν χαμηλό ποσοστό ανεργίας και το αντίθετο.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

6.3. Η ορθή εικόνα της προβληματικής της κοινωνικής Ευρώπης

6.3.1. Παρόλα όσα αναφέρθηκαν, με την υψηλή παραφορολογική επιβάρυνση της εργασίας, η οργάνωση της Κοινωνικής Ευρώπης μπορεί να καταστεί προβληματική για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων. Πρόκειται, κατ` αρχάς, για τους εργαζόμενους με χαμηλή κατάρτιση, που πλήττονται σημαντικά από τις υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις της εργασίας:

- για τους εργαζόμενους με χαμηλή κατάρτιση (και κυρίως για τις γυναίκες) η καμπύλη προσφοράς εργασίας είναι αρκετά ελαστική, με αποτέλεσμα η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ ακαθάριστου και καθαρού μισθού να οδηγεί σε αρκετά σημαντικές απαιτήσεις αύξησης του ακαθάριστου μισθού χωρίς να μειώνεται σημαντικά ο καθαρός (επιπλέον, η ύπαρξη ανώτατων ορίων εισφορών σε πολλά κράτη μέλη έχει ως αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι με χαμηλή κατάρτιση να επωμίζονται συγκριτικά μεγαλύτερα φορολογικά βάρη από τους συναδέλφους τους με υψηλή κατάρτιση).

- παράλληλα, η αύξηση των μισθών των εργαζομένων χαμηλής κατάρτισης θα είχε μεγαλύτερες επιπτώσεις για την απασχόληση: σύμφωνα με το Λευκό Βιβλίο, η ελαστικότητα προσφοράς εργασίας σε σχέση με το ύψος των μισθών είναι δύο φορές μεγαλύτερη 7 αυτό εξηγείται, εκτός άλλων, από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι χαμηλής κατάρτισης εμφανίζουν μεγαλύτερη ομοιογένεια και δε χρειάζεται να διαθέτουν ιδιαίτερα προσόντα, με αποτέλεσμα «η τιμή» (ο μισθός) να επηρεάζει περισσότερο τη ζήτηση, καθώς επίσης και από το γεγονός ότι η κατηγορία αυτή απασχολείται σε συγκριτικά μεγάλο βαθμό σε τομείς υψηλής έντασης εργασίας 7

- οι εξελίξεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν στο πλαίσιο της διεθνοποίησης της οικονομίας και της τεχνολογικής εξέλιξης που έχουν ως αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση της ζήτησης εργασίας χαμηλής κατάρτισης.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

6.3.2. Παρεμπιπτόντως, αυτή η ασυνείδητη «συνωμοσία» κατά της απασχόλησης των εργαζομένων χαμηλής κατάρτισης εκφράζεται στις σχετικές στατιστικές: το ποσοστό ανεργίας μεταξύ των ατόμων της κατηγορίας αυτής είναι πολλαπλάσιο τόσο του αντίστοιχου ποσοστού για άτομα με υψηλή κατάρτιση, όσο και του μέσου όρου. Αυτό σημαίνει ότι η ανεργία αυτής της κατηγορίας έχει διαρθρωτικό χαρακτήρα.

6.4. Προς ένα αποτελεσματικό κοινωνικό πρότυπο

6.4.1. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, η ΟΚΕ τάσσεται υπέρ μιας οικονομικής πολιτικής στα πλαίσια της οποίας η θέση των ατόμων με χαμηλή κατάρτιση στην αγορά εργασίας θα επανεξεταστεί ως ένας από τους βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής στρατηγικής στον τομέα της απασχόλησης. Ετσι, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη βελτίωση των επαγγελματικών προσόντων της κατηγορίας αυτής μέσω της αύξησης των προσπαθειών που καταβάλλονται στους τομείς της εκπαίδευσης και της κατάρτισης και με την άσκηση μιας ενεργητικής πολιτικής απασχόλησης.

6.4.2. Η μέθοδος αυτή πρέπει να συμπληρωθεί από μια οικονομική πολιτική που θα αξιοποιεί τις φορολογικές και τις παραφορολογικές επιβαρύνσεις ως μέσο για την ουσιαστική αύξηση των δυνατοτήτων των ατόμων με χαμηλή κατάρτιση να αποκτήσουν μια θέση απασχόλησης.

6.4.3. Συγκρινόμενη με γραμμικά μέτρα για όλες τις κατηγορίες εργαζομένων, η πολιτική αυτή θα έχει περισσότερο διαρκείς επιπτώσεις επί της απασχόλησης:

- σε σύγκριση με μια δέσμη γραμμικών μέτρων, η πιθανότητα αύξησης του καθαρού μισθού λόγω της μείωσης των παραφορολογικών επιβαρύνσεων είναι μειωμένη (όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρατέθηκαν προηγουμένως) 7

- η θέσεις απασχόλησης που θα δημιουργηθούν θα είναι μάλλον το αποτέλεσμα την βελτίωσης της ανταγωνιστικής θέσης έναντι των χωρών όπου οι μισθοί είναι χαμηλοί, της μικρότερης υποκατάστασης της εργασίας από το κεφάλαιο και της διεύρυνσης του τομέα των υπηρεσιών. Παράλληλα, δεν υπάρχει κίνδυνος να εξανεμιστούν μακροπρόθεσμα οι αρχικές επιτυχίες στον τομέα της απασχόλησης, επειδή μια γενικευμένη ευρωπαϊκή πολιτική μείωσης των μισθολογικών δαπανών δεν επηρεάζει την εκατέρωθεν ανταγωνιστική θέση των κρατών μελών.

6.4.4. Για τη χρηματοδότηση της ελάττωσης των φορολογικών βαρών προς όφελος των ατόμων με χαμηλή κατάρτιση μπορούν να αξιοποιηθούν οι ακόλουθες πηγές:

6.4.4.1. Εξοικονομούμενοι πόροι

Η εξοικονόμηση πόρων που είναι λογικό να αναμένεται (περισσότερα έσοδα και λιγότερα έξοδα λόγω αύξησης της απασχόλησης) δεν θα επαρκέσει για την πλήρη αντιστάθμιση της μείωσης των παραφορολογικών επιβαρύνσεων. Στο Λευκό Βιβλίο, για παράδειγμα, το σχετικό ποσό υπολογίζεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της συνολικής μείωσης των φορολογικών επιβαρύνσεων. Για τη διασφάλιση της χρηματοδοτικής ισορροπίας των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης πρέπει να ληφθούν συμπληρωματικά μέτρα.

6.4.4.2. Μετατόπιση των φορολογικών επιβαρύνσεων

Πρέπει να διευρυνθεί η βάση των εσόδων και των εξόδων κοινωνικής ασφάλισης. Τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης πρέπει να επιβαρύνουν λιγότερο τον παράγοντα εργασία (που ήδη φέρει αρκετά βάρη) και να αναζητήσουν εναλλακτικές μεθόδους χρηματοδότησης.

6.4.4.3. Έλεγχος των δαπανών

Η τρίτη και τελευταία πηγή πόρων αφορά τις ίδιες τις δαπάνες. Χωρίς να θιγεί η ουσία της κοινωνικής συνοχής που διασφαλίζεται από ορισμένα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης στην ΕΕ, πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για να τεθεί υπό έλεγχο η πραγματική αύξηση των δαπανών. Αυτό μπορεί, για παράδειγμα, να συμβέι με τη συστηματική διερεύνυση των σημείων που μπορούν να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα των συστημάτων.

6.4.5. Παράδειγμα

Σύμφωνα με υπολογισμούς της Επιτροπής (), η επιβολή μιας ενεργειακής εισφοράς της τάξης του 1 % του ΑΕΠ θα απέδιδε μακροπρόθεσμα (σε μια επταετία) αύξηση της απασχόλησης κατά ποσοστό μεγαλύτερο από 3 %, υπό την προϋπόθεση ότι η μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων δεν θα έχει επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό και θα είναι προσανατολισμένη στα άτομα με χαμηλή κατάρτιση και στα χαμηλά εισοδήματα. Βεβαίως, παρόμοιοι υπολογισμοί εμπερικλείουν ορισμένες αβεβαιότητες και βασίζονται σε οικονομετρικά μοντέλα. Όμως, ακόμη και αν η απόδοση ήταν η μισή από την υπολογιζόμενη, θα είχε ήδη γίνει ένα σημαντικό βήμα προς τη μείωση της ανεργίας στην Ευρώπη. Όταν η φορολογική επιβάρυνση θίγει άμεσα τους εργαζόμενους, έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση του καθαρού εισοδήματος και συνεπώς τη μείωση της αγοραστικής δύναμης. Η ιδιωτική κατανάλωση περιορίζεται, με αποτέλεσμα να αναχαιτίζεται η οικονομική ανάπτυξη.

Βρυξέλλες, 21 Δεκεμβρίου 1995.

Ο Πρόεδρος της

Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Carlos FERRER

() Βλέπε μελέτη αριθ. 3 «Φορολογία, ,απασχόληση και περιβάλλον: φορολογική μεταρρύθμιση για τη μείωση της ανεργίας» στο έντυπο Ευρωπαϊκή Οικονομία, αριθ. 56, 1994.