ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ για το πράσινο Βιβλίο « Για μια ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 256 της 02/10/1995 σ. 0034
Γνωμοδότηση για την πράσινο Βιβλίο « Για μια ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης » (95/C 256/10) Στις 24 Ιανουαρίου 1995, και σύμφωνα με το άρθρο 198, παράγραφος 2, της Συνθήκης περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για το « Πράσινο Βιβλίο « Για μια ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης » . Το τμήμα ενέργειας, πυρηνικών θεμάτων και έρευνας, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότηση αυτή στις 22 Ιουνίου 1995 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. von der Decken. Κατά την 327η σύνοδο ολομέλειας, της 5ης και 6ης Ιουλίου 1995 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου), η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε κατά πλειοψηφία και με 3 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση. 1. Εισαγωγή 1.1. Το Πράσινο Βιβλίο « Για μια ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης » υιοθετήθηκε τον Ιανουάριο του 1995 ύστερα από πολλούς μήνες εντατικών συζητήσεων με τις εθνικές αρχές και τις ενδιαφερόμενες κοινωνικοεπαγγελματικές οργανώσεις. 1.2. Με βάση τις συζητήσεις αυτές, πολυάριθμες γραπτές εισηγήσεις διαβιβάσθηκαν στην Επιτροπή ως απάντηση κυρίως στο προπαρασκευαστικό έγγραφο που είχε επεξεργαστεί η ίδια. 1.3. Το προπαρασκευαστικό αυτό έγγραφο, όπως και το σύνολο των εισηγήσεων, συγκεντρώθηκαν από την Επιτροπή σε έγγραφο που καταρτίσθηκε το Νοέμβριο του 1994 με τίτλο Preparatory material for the Green Paper on new guidelines on energy policy. 1.4. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, κεντρικός στόχος του Πράσινου Βιβλίου είναι να προσφέρει στα θεσμικά όργανα της ΕΕ τα απαραίτητα στοιχεία για την εκτίμηση του ρόλου της στον τομέα της ενέργειας. 1.5. Το Πράσινο Βιβλίο έχει ως στόχο να προαγάγει τη συζήτηση σχετικά με την ενεργειακή προβληματική μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων, αρμοδίων και ενδιαφερόμενων, και δεν αποτελεί, συνεπώς, έγγραφο πολιτικού χαρακτήρα. Ουσιαστικά αποβλέπει αφενός, να παρουσιάσει την κατάσταση και τις ενεργειακές προοπτικές για τα επόμενα 20 χρόνια αναγνωρίζοντας ότι ο τομέας της ενέργειας εισέρχεται σε μια περίοδο μακροπρόθεσμων αλλαγών, και λαμβάνοντας υπόψη : - τις απαιτήσεις στον τομέα του περιβάλλοντος, - την ελευθέρωση των αγορών, - τις προτάσεις για την αύξηση της αποτελεσματικότητας της ενέργειας, - την αυξημένη κατανάλωση ενέργειας, - τις γεωπολιτικές αλλαγές που έχουν επιπτώσεις τόσο στον εφοδιασμό της Κοινότητας όσο και στα πρότυπα κατανάλωσης, να επιτρέψει στην Επιτροπή να διευκρινίσει σε ένα μελλοντικό Λευκό Βιβλίο ποιες είναι, σύμφωνα με την άποψή της, οι κυριότερες πτυχές του προβλήματος και ποιες είναι οι συνέπειες που συνεπάγονται για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να προσδιορίσει τους κυριότερους άξονες μιας κοινοτικής ενεργειακής πολιτικής. 1.6. Η Επιτροπή, στο τέλος αυτού του πρώτου σταδίου, το οποίο ελπίζει ότι θα ολοκληρωθεί με την υιοθέτηση από το Συμβούλιο των συμπερασμάτων σχετικά με ορισμένους πολιτικούς προσανατολισμούς των εργασιών, θα προχωρήσει στην σύνταξη ενός Λευκού Βιβλίου, του οποίου η παρουσίαση προβλέπεται το αργότερο στο τέλος του έτους 1995. 1.7. Η ΟΚΕ αποφάσισε ήδη το Μάρτιο του 1993 να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας σχετικά με την « ενεργειακή πολιτική της Κοινότητας » (), η οποία υιοθετήθηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των μελών της, στις 14 Σεπτεμβρίου 1994. 1.7.1. Στον κύκλο των προπαρασκευαστικών εργασιών, το τμήμα διοργάνωσε κυρίως δύο ακροάσεις με σκοπό να συγκεντρωθούν οι απόψεις ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων καθώς και των κυριότερων κοινωνικοεπαγγελματικών οργανώσεων που συνδέονται με τον τομέα της ενέργειας. 1.8. Το χρονικό διάστημα της κατάρτισης της γνωμοδότησης της ΟΚΕ για την « ενεργειακή πολιτική της Κοινότητας » συνέπεσε κατά μεγάλο μέρος με την αντίστοιχη περίοδο της εκπόνησης του Πράσινου Βιβλίου της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να λάβει πλήρως υπόψη το περιεχόμενο της γνωμοδότησης της ΟΚΕ στο Πράσινο Βιβλίο. 1.9. Η γνωμοδότηση πρωτοβουλίας που φέρει τον τίτλο « ενεργειακή πολιτική της Κοινότητας » αντανακλά τις σημερινές απόψεις της ΟΚΕ. Κατά συνέπεια, μπορεί και πρέπει να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας γνωμοδότησης, καθώς και να διαβαστεί ως ένα κείμενο μαζί με τη γνωμοδότηση αυτή. 1.10. Για την αποφυγή επαναλήψεων, στην παρούσα γνωμοδότηση η ΟΚΕ θα αναφερθεί σε ορισμένα πρόσθετα προβλήματα, που θίγονται και στο Πράσινο Βιβλίο. 1.11. Σκοπός των κριτικών παρατηρήσεων που διατυπώνονται στην παρούσα γνωμοδότηση είναι να προωθηθούν οι εργασίες της Επιτροπής για την κατάρτιση του Λευκού Βιβλίου. 2. Γενικές παρατηρήσεις 2.1. Η ΟΚΕ συμφωνεί με την άποψη της Επιτροπής ότι είναι απόλυτα απαραίτητο να θιγεί και να συζητηθεί διεξοδικά το θέμα της « ενεργειακής πολιτικής ». Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο άρχισε ήδη το 1993 την κατάρτιση γνωμοδότησης πρωτοβουλίας, που θα συμπληρωθεί με την παρούσα γνωμοδότηση. 2.2. Η ΟΚΕ επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής να δώσει μέσω του Πράσινου Βιβλίου το έναυσμα για μια ολοκληρωμένη συζήτηση, προκειμένου να προσφερθεί στην Κοινότητα η δυνατότητα « να καθορίσει νέους στόχους στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής που θα λειτουργούν ως πλαίσια προσανατολισμού για τις δράσεις της καθώς και για τις δράσεις των κρατών μελών ». Επίσης, σημειώνει ότι « ο κεντρικός στόχος του Πράσινου Βιβλίου είναι να προσφέρει στα θεσμικά όργανα της ΕΕ τα απαραίτητα στοιχεία για την εκτίμηση του ρόλου της στον τομέα της ενέργειας ». 2.3. Ωστόσο, η ΟΚΕ πιστεύει ότι το κείμενο της Επιτροπής δεν ανταποκρίνεται σ` αυτές τις υψηλές φιλοδοξίες. Μπορεί μεν σ` αυτό το Πράσινο Βιβλίο να μην είναι δυνατό ή ακόμη και να μη χρειάζεται να διατυπωθεί μια μακροπρόθεσμη ενεργειακή πολιτική, όπως θα συμβεί στο Λευκό Βιβλίο που προανάγγειλε η Επιτροπή για το Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους. Όμως, το Βιβλίο θα έπρεπε να περιλαμβάνει τουλάχιστον ορισμένους σαφείς συλλογισμούς που να καθιστούν ορατή την κοινοτική πολιτική πέρα από τις επιμέρους πολιτικές των κρατών μελών και τη σύγκλισή τους. Ακριβώς σ` αυτόν τον τομέα θα μπορούσε να καταστεί σαφές για ποιό λόγο είναι αναγκαίο να υπάρχει μια μακρόπνοη στρατηγική για τη χάραξη της κοινοτικής ενεργειακής πολιτικής που θα συμπληρώνει τις αντίστοιχες εθνικές πολιτικές και θα οριοθετεί, ταυτόχρονα, σαφώς τις επιμέρους αρμοδιότητες. 2.4. Η διάκριση μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και των κρατών μελών είναι ιδιαίτερα σημαντική όχι μόνο για τη θέσπιση μακρόπνοων στόχων της ενεργειακής πολιτικής, αλλά και κατά την πρακτική εφαρμογή της ενεργειακής πολιτικής και συγκεκριμένα όσον αφορά την αρχή της επικουρικότητας (θεσμικά θέματα). Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή αναφέρεται διεξοδικά στα θεσμικά θέματα στο Πράσινο Βιβλίο. 2.5. Δυστυχώς όμως, όσον αφορά τα θέματα αυτά, το κείμενο του Πράσινου Βιβλίου έχει ιδιαίτερα αόριστο χαρακτήρα. Φράσεις όπως « η Κοινότητα φέρει ευθύνες στον ενεργειακό τομέα » είναι ασαφείς και, επομένως, δεν είναι σκόπιμες. Το αυτό ισχύει και για φράσεις όπως : « Ο ρόλος της Ένωσης για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι να προσφέρει όλα τα οριζόντια και τομεακά μέσα που διαθέτει προκειμένου, αφενός, να διασφαλιστεί η ολοκλήρωση της αγοράς με γνώμονα το γενικό συμφέρον και, αφετέρου, να προαχθούν οι δράσεις και οι πολιτικές που εκτελούνται σε επίπεδο κρατών μελών προσλαμβάνοντας κοινοτική διάσταση. » (Σημείο 67) Το θέμα των μέσων εξετάζεται στο επόμενο κεφάλαιο που φέρει τον τίτλο « ειδικές παρατηρήσεις ». 2.6. Το Πράσινο Βιβλίο δεν περιλαμβάνει στοιχεία που να οδηγούν σε μια σαφή και συστηματική διάκριση των αρμοδιοτήτων. Για το λόγο αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει, με βάση το Πράσινο Βιβλίο, μια αξιολόγηση του καταμερισμού των αρμοδιοτήτων, αφενός, μεταξύ του κοινοτικού, εθνικού και περιφερειακού επιπέδου και, αφετέρου, μεταξύ του δημόσιου τομέα και των επιχειρήσεων, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσο η ΕΕ πρέπει να διαδραματίζει έναν περισσότερο ενεργό ρόλο στον τομέα της ενέργειας, δεδομένου ότι η ενεργειακή πολιτική γενικά επηρεάζεται σε αυξανόμενο βαθμό από επιχειρήσεις με διεθνή δραστηριότητα. 2.7. Η ΟΚΕ δεν σκοπεύει να γνωμοδοτήσει προς το παρόν σχετικά με τα δεδομένα για την κατάσταση του τομέα της ενέργειας, που αναφέρονται στα παραρτήματα και τις εξελίξεις που αναμένεται ότι θα σημειωθούν (υποθέσεις), επειδή η Επιτροπή εξέφρασε την πρόθεση να προβεί σε μια εμπεριστατωμένη και επίκαιρη παρουσίαση των στοιχείων αυτών στο Λευκό Βιβλίο που πρόκειται να εκδώσει. 2.8. Η ΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της επειδή η Επιτροπή δεν έχει δημοσιεύσει ακόμη την Ανακοίνωση για το ενδεικτικό πυρηνικό πρόγραμμα της Κοινότητας, Ανακοίνωση την οποία η ΟΚΕ θεωρεί απαραίτητη ως βάση για την κατάρτιση του Λευκού Βιβλίου. Η ΟΚΕ υπενθυμίζει ότι με βάση το άρθρο 40 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, η Επιτροπή υποχρεούται να δημοσιεύει περιοδικώς παρόμοια προγράμματα. 3. Ειδικές παρατηρήσεις 3.1. Οι στόχοι της μελλοντικής ενεργειακής πολιτικής 3.1.1. Στην εισαγωγή του Πράσινου Βιβλίου, η Επιτροπή αναφέρει - υπό τον τίτλο « Οι ανάγκες της ενεργειακής πολιτικής » - τα εξής : « Στο Πράσινο Βιβλίο αναλύονται, επίσης, οι στόχοι της ενεργειακής πολιτικής της Κοινότητας ενόψει των προκλήσεων που αντιμετωπίζονται στον αντίστοιχο τομέα. Οι στόχοι αυτοί φαίνεται ότι είναι εμφανείς, ωστόσο το θέμα είναι να ασκηθεί μια πολιτική που να οδηγεί στην ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών (νοικοκυριών και επιχειρήσεων) ενώ το σχετικό κόστος θα διατηρείται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο και θα ανταποκρίνεται, ταυτόχρονα, στις απαιτήσεις που αφορούν την ασφάλεια του εφοδιασμού και το περιβάλλον. Όμως, η υλοποίηση των στόχων αυτών έχει αντιφατικές επιπτώσεις. Για το λόγο αυτό, το Πράσινο Βιβλίο θέτει υπό συζήτηση τα μέσα που είναι απαραίτητα για την αρμονική υλοποίηση των ανωτέρω τριών στόχων στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής αγοράς ». 3.1.2. Από την άλλη πλευρά, στο κεφάλαιο ΙΙ περιγράφονται λεπτομερώς οι ακόλουθοι στόχοι της μελλοντικής ενεργειακής πολιτικής : γενική ανταγωνιστικότητα, ασφάλεια του εφοδιασμού και προστασία του περιβάλλοντος. 3.1.3. Στο κεφάλαιο ΙΙΙ γίνεται πάλι αναφορά στις ανάγκες σχετικά με την ασφάλεια του εφοδιασμού και την προστασία του περιβάλλοντος. 3.1.4. Αυτή η εννοιολογική ασάφεια συνεχίζεται και στην περιγραφή των « στόχων της ενεργειακής πολιτικής » στο κεφάλαιο ΙΙ. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό κατά πόσο πρόκειται για προσδιορισμό στόχων ή περιγραφή προβλημάτων. Ιδιαιτέρως ασαφής είναι ο όρος « γενική ανταγωνιστικότητα ». Πρόκειται μήπως για την ανταγωνιστικότητα των παραγωγών ενέργειας, που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι πολυεθνικά συγκροτήματα επιχειρήσεων και άλλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις κρατικής ιδιοκτησίας για την ανταγωνιστικότητα των καταναλωτών της ευρωπαϊκής βιομηχανίας ή για τη λειτουργία της απελευθερωμένης εσωτερικής αγοράς με βάση όσο το δυνατό λιγότερα ρυθμιστικά εμπόδια; 3.1.5. Σε περίπτωση που, από την ανωτέρω περιγραφή της γενικής ανταγωνιστικότητας μπορούν να συναχθούν πραγματικοί στόχοι, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί η σειρά προτεραιότητας που έχουν σε σχέση με μια εμπεριστατωμένη, μακροπρόθεσμη πολιτική ασφάλειας του εφοδιασμού. 3.1.5.1. Πού πρέπει να αναζητηθούν οι προτεραιότητες αν με την απελευθέρωση της αγοράς ο τομέας προσανατολιστεί προς ένα συγκεκριμένο είδος ενέργειας, π.χ. το φυσικό αέριο, με αποτέλεσμα το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν προβλήματα όσον αφορά τη διαφοροποίηση της ασφάλειας του εφοδιασμού; 3.1.6. Θεωρείται επίσης αναγκαίο να διαμορφωθεί μια διαδικασία συντονισμού κατά τον καθορισμό των προτεραιοτήτων της οικονομίας σε σχέση με την φιλελευθεροποίηση. 3.1.7. Η Επιτροπή δηλώνει ότι « πρέπει να υπάρξει συνεργασία για τη συνδυασμένη υλοποίηση των στόχων της ανταγωνιστικότητας, της ασφάλειας του εφοδιασμού και της προστασίας του περιβάλλοντος 7 σε περίπτωση που οι στόχοι αλληλοσυγκρούονται πρέπει να λαμβάνονται συνοδευτικά μέτρα ». (Σημείο 2.3. « περιβάλλον » 2η παράγραφος). Όμως, για ποιά συνεργασία πρόκειται; Είναι επαρκείς οι σχετικές ενέργειες; Ποιά είναι τα συνοδευτικά μέτρα που έχει κατά νου η Επιτροπή; Και σε αυτή την περίπτωση είναι αναγκαίο να καθορισθούν οι προτεραιότητες με συντονισμένο τρόπο. 3.1.8. Είναι αμφισβητήσιμο κατά πόσο συμβιβάζεται η συνεκτίμηση των εξωτερικών δαπανών στο κόστος παραγωγής ενέργειας με τη γενική ανταγωνιστικότητα. 3.1.8.1. Η ΟΚΕ ασχολήθηκε διεξοδικά με το θέμα της συνεκτίμησης των εξωτερικών δαπανών στο κόστος παραγωγής στη γνωμοδότηση που εξέδωσε στις 27 Απριλίου 1995 σχετικά με την Ανακοίνωση της Επιτροπής () για την οικονομική ανάπτυξη και το περιβάλλον. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει λόγος να επαναληφθούν οι θέσεις της στην παρούσα γνωμοδότηση. 3.1.9. Όσον αφορά για τους δύο στόχους που προσδιορίζει η ίδια η Επιτροπή, δηλαδή : - περιορισμός των ρυθμιστικών μέτρων με την εγκαθίδρυση της φιλευλέθερης εσωτερικής αγοράς, και - επανεξέταση της εφαρμογής ενισχυμένων μέτρων στον τομέα της οικονομικής πολιτικής (φόροι, εισφορές, τεχνικές προδιαγραφές) η ΟΚΕ κρίνει ότι ο αλληλοσυνδυασμός των στόχων αυτών είναι προβληματικός διότι πρόκειται για πολύμορφα κλασικά στοιχεία της ενεργειακής πολιτικής και για στόχους με μελλοντικό προσανατολισμό των οποίων οι προτεραιότητες πρέπει να προσδιοριστούν με σαφή τρόπο. 3.1.10. Κατά την άποψη της ΟΚΕ, τα λίγα παραδείγματα που αναφέρθηκαν αποδεικνύουν ήδη ότι το κεφάλαιο ΙΙ δεν αποτελεί προσπάθεια προσδιορισμού των στόχων της ενεργειακής πολιτικής, αλλά απλή περιγραφή των προβλημάτων του τομέα. Ειδικότερα, η Επιτροπή αφήνει αρκετά ανοικτό το θέμα των προτεραιοτήτων μεταξύ των στόχων, αν και φαίνεται να δίδει τα πρωτεία στην εσωτερική αγορά. Η ΟΚΕ θεωρεί, όμως ότι μόνο με τη συνεχή εξισορρόπηση των προτεραιοτήτων, μπορεί να ανταποκριθεί η Κοινότητα στις αποκτήσεις μιας μελλοντικής ενεργειακής πολιτικής. 3.1.11. Η ΟΚΕ θεωρεί οπωσδήποτε απαραίτητο να επισημάνει ότι, εκτός από τους τρεις στόχους που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙ του Πράσινου Βιβλίου (γενική ανταγωνιστικότητα, ασφάλεια του εφοδιασμού και προστασία του περιβάλλοντος), υπάρχουν ακόμη δύο εξίσου σημαντικοί στόχοι : 3.1.11.1. Πρώτον, την οικονομική και κοινωνική συνοχή για την οποία η ΟΚΕ έχει ήδη υιοθετήσει λεπτομερή γνωμοδότηση (). Η ΟΚΕ διαπιστώνει με έκπληξη ότι η Επιτροπή δεν συμπεριλαμβάνει τον εν λόγω στόχο στο Πράσινο Βιβλίο και δεν μνημονεύει ούτε τη σχετική ανακοίνωση του Φεβρουαρίου 1994, ούτε τη γνωμοδότηση της ΟΚΕ. 3.1.11.2. Δεύτερον, τη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης μέσω της ενεργειακής πολιτικής. Ο στόχος αυτός πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος όλων των πιθανών εξελίξεων που πρέπει να εξετασθούν λεπτομερώς στο Λευκό Βιβλίο. 3.1.12. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι οι ανωτέρω στόχοι πρέπει επίσης να εξετασθούν από το Λευκό Βιβλίο. 3.2. Τα μέσα 3.2.1. Αποφασιστική σημασία για την ενεργειακή πολιτική δεν έχουν μόνο ο προσδιορισμός των μακροπρόθεσμων στρατηγικών στόχων της και η μέθοδος εφαρμογής που θα χρησιμοποιηθεί αλλά και τα οικονομικά και ρυθμιστικά μέσα που είναι απαραίτητα για την υλοποίησή τους. 3.2.2. Κατά την εφαρμογή των εν λόγω μέσων είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να προσδιοριστούν με σαφήνεια τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της Κοινότητας και των κρατών μελών. 3.2.3. Η Επιτροπή δηλώνει ότι ένας από τους στόχους του Πράσινου Βιβλίου είναι « να συμβάλει στον προσδιορισμό ενός νέου ρυθμιστικού πλαισίου » για τον τομέα της ενέργειας. Τονίζεται επίσης η πληθώρα των οικονομικών και ρυθμιστικών μέσων και η σημασία τους για την ενεργειακή πολιτική. Ωστόσο, δεν γίνεται καμία προσπάθεια προσδιορισμού των σχετικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων. 3.2.4. Όσον αφορά την εγκαθίδρυση της απελευθερωμένης εσωτερικής αγοράς, παρά τη θέση της Επιτροπής ότι οι ρυθμίσεις πρέπει να περιοριστούν στο ελάχιστο και ότι η παρέμβαση των Δημόσιων Αρχών, συμπεριλαμβανομένης της Κοινότητας, δικαιολογείται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, το Πράσινο Βιβλίο περιλαμβάνει πληθώρα ενδείξεων του κεντρικού ρόλου που αποδίδει η Επιτροπή στα οικονομικά ή στα ρυθμιστικά μέσα χωρίς να μεριμνά για τη διάκριση των σχετικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων. 3.2.5. Συνεπώς, η Επιτροπή, εξετάζοντας τα προβλήματα και τις ελλείψεις της παρούσας κατάστασης, κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα : « Ακόμη, η ανάλυση του πλαισίου κοινοτικής δράσης φέρει στην επιφάνεια τις δυσκολίες μιας ομοιογενούς ανάπτυξης των διαφόρων δράσεων, λόγω της έλλειψης σαφήνειας κατά τον ορισμό των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας στον τομέα της ενέργειας. » (Εισαγωγή, κεφάλαιο « Πολιτικοί προσανατολισμοί », σημείο 3) 3.2.6. Και στη συνέχεια : « Η Κοινότητα διαθέτει πολυάριθμα μέσα που επηρεάζουν άμεσα και έμμεσα τις επί μέρους ενεργειακές πολιτικές, οι οποίες πρέπει να συντονίζονται με τους κοινούς ενεργειακούς στόχους. » (Σημείο 24) και επίσης : « Ο ρόλος της Κοινότητας είναι να θέσει υπέρ των στόχων αυτών το σύνολο των οριζόντιων ή τομεακών μέσων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι για την ολοκλήρωση της αγοράς θα λαμβάνεται υπόψη το γενικό συμφέρον. » (Σημείο 67) και τέλος, « Οι πολιτικές αυτές πρέπει να καταστρωθούν κατά τρόπο που να ισορροπεί το κόστος και τα πλεονεκτήματα και να λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που παρεμβαίνουν στην επιλογή των πολιτικών μέσων. Η εξέταση της εντατικότερης χρήσης των οικονομικών μέσων επιτρέπει την εξεύρεση λιγότερο δαπανηρών λύσεων. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι φόροι και εισφορές, εμπορεύσιμες άδειες, συστήματα για την επιστροφή εγγυήσεων, τεχνικές προδιαγραφές για καταναλωτικά προϊόντα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εθελούσιες συμφωνίες. » (Σημείο 78) 3.2.7. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι τα μέσα και ο χειρισμός τους κατά την εφαρμογή των στόχων αποτελούν κύριο ζήτημα κάθε ενεργειακής πολιτικής και, για το λόγο αυτό, θέτει τα ακόλουθα ερωτήματα : 3.2.7.1. Ποια είναι τα « πολυάριθμα μέσα » της Κοινότητας που μπορούν να επηρεάσουν άμεσα ή έμμεσα την ενεργειακή πολιτική; Η ΟΚΕ θεωρεί ότι, για λόγους διαφάνειας, είναι απολύτως απαραίτητο να καταρτισθεί κατάλογος των μέσων αυτών, ο οποίος να περιλαμβάνει στοιχεία για τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες τους. 3.2.7.2. Ποια πρόσθετα μέσα έχουν προγραμματισθεί ή θεωρούνται απαραίτητα όπως π.χ. η οικονομική και κοινωνική συνοχή; 3.2.7.3. Προϋπόθεση για τη χρήση των επιμέρους μέσων είναι η ύπαρξη σχεδιασμού της ενεργειακής πολιτικής, ο οποίος πρέπει να είναι προσαρμοσμένος στις άλλες κοινοτικές πολιτικές. Τούτο προϋποθέτει επιπλέον την ύπαρξη σαφών αποφάσεων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. 3.2.7.4. Εκείνο που πρέπει οπωσδήποτε να διευκρινισθεί είναι το ερώτημα ποιος είναι αρμόδιος για τον προσδιορισμό των προτεραιοτήτων μεταξύ των επιμέρους πολιτικών και ποιος είναι αρμόδιος για τη χρήση των διαφόρων μέσων. 3.2.7.5. Επίσης, κρίνεται απαραίτητο να εναρμονίζονται οι επιμέρους πολιτικές στους κόλπους της Επιτροπής. 3.2.8. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι για λόγους διαφάνειας στην ενεργειακή πολιτική και για λόγους τήρησης της αρχής της επικουρικότητας, είναι επείγον να επιλυθούν τα προβλήματα αυτά. Η επίλυση των προβλημάτων αυτών θα μπορούσε να συμβάλει στην προετοιμασία των αποφάσεων που πρέπει να ληφθούν κατά τη Διακυβερνητική Διάσκεψη σχετικά με την αναγκαιότητα πρόσθετων μέσων ή/και το συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο της ενεργειακής πολιτικής. Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 1995. Ο Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής Carlos FERRER () ΕΕ αριθ. C 393, της 31. 12. 1994. () ΕΕ αριθ. C 155 της 21. 6. 1995, σ. 1. () ΕΕ αριθ. C 393 της 31. 12. 1994.