Τροποποιημένη πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ /* COM/94/585 Τελικό - COD 94/0471 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 382 της 31/12/1994 σ. 0027
Τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (94/C 382/06) COM(94) 585 τελικό - COD 471 (Υποβλήθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 189 Α παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ στις 14 Δεκεμβρίου 1994) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 57 παράγραφος 2, την πρόταση της Επιτροπής (1), τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, Ενεργώντας βάσει της διαδικασίας του άρθρου 189Β της συνθήκης, Εκτιμώντας: 1. ότι το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 10 Μαΐου 1993, την οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (2), η οποία στο εξής καλείται «οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες» 7 ότι η εν λόγω οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς για τις επιχειρήσεις επενδύσεων 7 2. ότι η οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες εξασφαλίζει την ουσιαστική εναρμόνιση που είναι αναγκαία για την επίτευξη της αμοιβαίας αναγνώρισης των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικής εποπτείας, και καθιστά δυνατή τη χορήγηση ενιαίας άδειας λειτουργίας που ισχύει σε όλη την Κοινότητα και την εφαρμογή της αρχής του έλεγχου από το κράτος μέλος καταγωγής 7 ότι δυνάμει της αμοιβαίας αναγνώρισης, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής τους μπορούν να ασκούν σε όλη την Κοινότητα το σύνολο ή μέρος των υπηρεσιών που καλύπτονται από την οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες για τις οποίες έχουν λάβει άδεια, ιδρύοντας υποκαταστήματα ή βάσει της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών 7 3. ότι η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα 7 4. ότι η οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες προβλέπει τους κανόνες προληπτικής εποπτείας τους οποίους οι επιχειρήσεις επενδύσεων οφείλουν να τηρούν σε μόνιμη βάση, συμπεριλαμβανομένων και των κανόνων που έχουν στόχο να προστατεύσουν όσο το δυνατόν τα δικαιώματα των επενδυτών όσον αφορά τα κεφάλαια ή τα μέσα που τους ανήκουν 7 5. ότι, ωστόσο, κανένα σύστημα εποπτείας δεν μπορεί να παράσχει απόλυτη ασφάλεια, ιδίως στις περιπτώσεις διάπραξης απάτης 7 6. ότι είναι, συνεπώς, σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που παρέχει ένα ελάχιστο επίπεδο αποζημίωσης τουλάχιστον στους μικρότερους επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές 7 ότι το καθεστώς αυτό δεν εφαρμόζεται σήμερα 7 7. ότι στο άρθρο 9 της αρχικής πρότασης της Επιτροπής για μια οδηγία σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες (3) προβλέπεται μεταξύ των κανόνων προληπτικής εποπτείας τους οποίους πρέπει να τηρούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων και να ελέγχουν οι αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, η συμμετοχή σε γενικό σύστημα αποζημιώσεων για την προστασία των επενδυτών 7 ότι, ωστόσο, η Επιτροπή πρότεινε ότι, εν αναμονή περαιτέρω εναρμόνισης των συστημάτων αποζημιώσεων, τα υποκαταστήματα πρέπει να υπάγονται στο σύστημα αποζημιώσεων που εφαρμόζεται στο κράτος μέλος υποδοχής 7 8. ότι, η ενδιάμεση αυτή λύση απορρίφθηκε από τα κράτη μέλη υπέρ της προσέγγισης που αφορά την άσκηση ελέγχου από τη χώρα καταγωγής, λόγω της αρμοδιότητας του κράτους μέλους καταγωγής για την έκδοση της άδειας λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων και για την άσκηση προληπτικής εποπτείας 7 ότι, όπως υποστηρίχθηκε, η εφαρμογή της αρχής της άσκησης ελέγχου από τη χώρα καταγωγής απαιτούσε την κάλυψη από το σύστημα αποζημιώσεων του κράτους μέλους καταγωγής, των δραστηριοτήτων που πραγματοποιούνται στα κράτη μέλη υποδοχής, μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών 7 9. ότι εκφράστηκε γενικώς η άποψη ότι περίπλοκα θέματα που έθεταν τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών μπορούσαν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά μόνο με χωριστή πρόταση οδηγίας 7 ότι το άρθρο 12 της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες, δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να διαθέτουν σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών αλλά προβλέπει απλώς ότι οι επενδυτές πρέπει να ενημερώνονται για το καθεστώς που εφαρμόζεται, εφόσον υπάρχει, όσον αφορά την αποζημίωσή τους 7 ότι η Επιτροπή είχε δηλώσει ότι θα υποβάλει προτάσεις για την εναρμόνιση των συστημάτων αποζημίωσης που καλύπτουν τις συναλλαγές των επιχειρήσεων επενδύσεων, το αργότερο μέχρι τις 31 Ιουλίου 1993 7 10. ότι η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς απαιτεί κάποιο συντονισμό στον τομέα αυτό ούτως ώστε οι μικροί επενδυτές να μπορούν να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνορική βάση, όπως όταν απευθύνονται σε ειχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, εν γνώσει του γεγονότος ότι στην Κοινότητα προβλέπεται ένα ελάχιστο επίπεδο αποζημίωσης σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης επενδύσεων να επιστρέψει τα κεφάλαια ή τα αξιόγραφα των επενδυτών 7 11. ότι η έλλειψη τέτοιου συντονισμού μπορεί να ωθήσει τα κράτη μέλη υποδοχής να απαιτούν, για λόγους προστασίας των επενδυτών, τη συμμετοχή των επιχειρήσεων επενδύσεων στο σύστημα αποζημίωσης του κράτους μέλους υποδοχής, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων της Κοινότητας που ασκεί δραστηριότητες μέσω υποκαταστήματος ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν ανήκει σε σύστημα αποζημίωσης του κράτους μέλους καταγωγής της ή ανήκει σε σύστημα που δεν θεωρείται ότι παρέχει ισοδύναμη προστασία 7 ότι η απαίτηση αυτή ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρές δυσχέρειες για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς 7 12. ότι η οδηγία 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 1994 για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων (4) εισάγει ένα ελάχιστο επίπεδο εναρμόνισης των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων για τα πιστωτικά ιδρύματα 7 ότι ενδέχεται τα πιστωτικά ιδρύματα να ανταγωνίζονται σε ορισμένους τομείς τις εξειδικευμένες επιχειρήσεις επενδύσεων 7 13. ότι παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα κράτη μέλη διαθέτουν σήμερα κάποιους μηχανισμούς για την αποζημίωση των επενδυτών, η μεγάλη πλειοψηφία δεν διαθέτει συστήματα που να ανταποκρίνονται στο πεδίο της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες 7 14. ότι, κατά συνέπεια, όλα τα κράτη μέλη πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών στα οποία συμμετέχουν όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια δυνάμει της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες 7 ότι το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τα μέσα που έχει στην κατοχή της η επιχείρηση επενδύσεων για τα διεξαγωγή επενδυτικών εργασιών τα οποία, λόγω της αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, δεν είναι δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή 7 15. ότι στον ορισμό της επιχείρισης επενδύσεων περιλαμβάνονται τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών 7 ότι τα πιστωτικά αυτά ιδρύματα οφείλουν επίσης να συμμετέχουν σε σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών όσον αφορά τη διεξαγωγή επενδυτικών εργασιών 7 ότι, ωστόσο, τα πιστωτικά αυτά ιδρύματα δεν χρειάζεται να ανήκουν σε δύο διαφορετικά συστήματα αποζημίωσης όταν υπάρχει ένα ενιαίο σύστημα το οποίο ανταποκρίνεται στα κριτήρια τόσο της παρούσας οδηγίας όσο και της οδηγίας 94/19/ΕΚ 7 ότι, ωστόσο, στην περίπτωση των επιχειρήσεων επενδύσεων που είναι πιστωτικά ιδρύματα, ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι δυσχερής η διάκριση μεταξύ των καταθέσεων που καλύπτονται δυνάμει της οδηγίας 94/19/ΕΚ και των κεφαλαίων που βρίσκονται στην κατοχή της επιχείρησης επενδύσεων και αφορούν τη διεξαγωγή επενδυτικών εργασιών 7 ότι πρέπει να δοθεί η ευχέρεια στα κράτη μέλη να αποφασίζουν τα ίδια σε ποια οδηγία πρέπει να υπάγονται οι εν λόγω απαιτήσεις 7 16. ότι η οδηγία 94/19/ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαλλάσσουν ένα πιστωτικό ίδρυμα από την υποχρέωση συμμετοχής σε σύστημα εγγύησης καταθέσεων όταν αυτό ανήκει σε σύστημα που προστατεύει το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα και εγγυάται κυρίως τη φερεγγυότητά του 7 ότι όταν ένα τέτοιο πιστωτικό ίδρυμα είναι συγχρόνως και επιχείρηση επενδύσεων, πρέπει επίσης να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να απαλλάσσουν αυτό από την υποχρέωση συμμετοχής σε σύστημα αποζημίωσης επενδυτών 7 17. ότι το κόστος της προστασίας των επενδυτών πρέπει μεν να καλύπτεται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, αλλά επιβαρύνει τελικά τον επενδυτή 7 ότι, κατά συνέπεια, δεν είναι σκόπιμη η καθιέρωση πολύ υψηλού επιπέδου προστασίας σε ολόκληρη την Κοινότητα 7 ότι επιπλέον, προκειμένου να ενθαρρύνεται ο επενδυτής να επιδεικνύει τη δέουσα προσοχή κατά την επιλογή της επιχείρησης επενδύσεων, είναι λογικό να δοθεί στα κράτη μέλη η ευχέρεια να απαιτούν από τους επενδυτές να καλύπτουν ορισμένο ποσοστό της ζημίας 7 ότι, ωστόσο, ο επενδυτής πρέπει να καλύπτεται για το 90 % τουλάχιστον της ζημίας του εφόσον το καταβαλλόμενο ποσό της αποζημίωσης είναι κατώτερο από το ελάχιστο επίπεδο που ορίζεται για την Κοινότητα 7 18. ότι, ωστόσο, το εναρμονισμένο ελάχιστο ύψος αποζημίωσης πρέπει ν επαρκεί για την προστασία των συμφερόντων των μικροτέρων επενδυτών σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της 7 ότι φαίνεται λογικό να καθοριστεί το ύψος του εναρμονισμένου ελάχιστου ποσού αποζημίωσης σε 20 000 Ecu 7 19. ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο καθόρισαν το ίδιο ποσό στην οδηγία 94/19/ΕΚ 7 20. ότι τα συστήματα ορισμένων κρατών μελών παρέχουν σήμερα υψηλότερα επίπεδα κάλυψης 7 ότι, ωστόσο, δεν κρίνεται σκόπιμο να απαιτείται να περιοριστεί η κάλυψη που παρέχουν τα εν λόγω συστήματα 7 21. ότι η διατήρηση συστημάτων στην Κοινότητα που παρέχουν υψηλότερη κάλυψη από το εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο μπορεί να προκαλέσει, στην ίδια επικράτεια, διακρίσεις όσον αφορά την αποζημίωση και άνισες συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών επιχειρήσεων επενδύσεων και των υποκαταστημάτων επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών 7 ότι για την εξάλειψη των προβλημάτων αυτών, πρέπει να επιτραπεί στα υποκαταστήματα να συμμετέχουν στο σύστημα της χώρας υποδοχής σε συμπληρωματική βάση ούτως ώστε να μπορούν να παρέχουν το ίδιο επίπεδο κάλυψης με εκείνο που εξασφαλίζεται από το σύστημα της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένα 7 ότι δεν αποκλείεται η προσφορά από τα ίδια τα συστήματα του κράτους μέλους καταγωγής της συμπληρωματικής αυτής κάλυψης, με βάση τους όρους που αυτά θέτουν 7 22. ότι στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η διασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου προστασίας για τους μικρούς επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που έχουν και τη μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας 7 ότι, ωστόσο, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν την ευχέρεια να εξαιρούν από την κάλυψη ορισμένες κατηγορίες επενδυτών που έχουν μικρότερη ανάγκη προστασίας 7 23. ότι ορισμένα κράτη μέλη διαθέτουν συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών που λειτουργούν με την ευθύνη επαγγελματικών οργανώσεων 7 ότι η σύσταση και ο τρόπος διοίκησης άλλων συστημάτων μπορεί να προβλέπεται από το νόμο 7 ότι η διαφοροποίηση αυτή της μορφής των συστημάτων θέτει προβλήματα μόνον όσον αφορά την υποχρεωτική συμμετοχή και την εξαίρεση από το σύστημα 7 ότι είναι, κατά συνέπεια, αναγκαίο να ληφθούν μέτρα ώστε να περιοριστούν οι αρμοδιότητες των συστημάτων στον εν λόγω τομέα 7 24. ότι οι επενδυτές πρέπει να αποζημιώνονται χωρίς υπερβολικές καθυστερήσεις από τη στιγμή κατά την οποία έχουν θεμελιώσει νομοτύπως την απαίτησή τους 7 ότι το σύστημα αποζημίωσης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καθορίζει το ίδιο μία λογική προθεσμία εντός της οποίας εγείρονται οι απαιτήσεις 7 ότι, ωστόσο, οι υπεύθυνοι του συστήματος δεν πρέπει να επικαλούνται το γεγονός ότι εξέπνευσε η προθεσμία αυτή για να αρνηθούν την καταβολή αποζημίωσης σε επενδυτή ο οποίος δικαιολογημένα δεν ήταν σε θέση να εγείρει εγκαίρως την απαίτησή του 7 25. ότι η ενημέρωση των επενδυτών για τα συστήματα αποζημίωσης αποτελεί βασικό στοιχείο της προστασίας των επενδυτών και πρέπει, κατά συνέπεια, να υπόκειται σε ορισμένες ελάχιστες και δεσμευτικές προϋποθέσεις 7 26. ότι η παρούσα οδηγία απαιτεί κατ' αρχήν από όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων να συμμετέχουν σε ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών 7 ότι οι οδηγίες που διέπουν την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις επενδύσεων η έδρα των οποίων ευρίσκεται σε τρίτη χώρα, και ιδίως η οδηγία περί επενδυτικών υπηρεσιών, επιτρέπουν στα κράτη μέλη να αποφασίζουν εάν και υπό ποίους όρους θα επιτρέπουν στα υποκαταστήματα των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων να ασκούν δραστηριότητες στο έδαφός τους 7 ότι τα υποκαταστήματα αυτά δεν θα χαίρουν του καθεστώτος της ελεύθερης προχής υπηρεσιών δυνάμει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συνθήκης, ούτε του καθεστώτος της ελεύθερης εγκατάστασης σε κράτη μέλη εκτός εκείνου στο οποίο είναι εγκατεστημένα 7 ότι συνεπώς ένα κράτος μέλος που επιτρέπει τη λειτουργία των υποκαταστημάτων αυτών πρέπει να αποφασίσει πως θα εφαρμόσει τις αρχές της παρούσας οδηγίας στα υποκαταστήματα αυτά βάσει του άρθρου 5 της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες και της ανάγκης να προστατεύονται οι επενδυτές και να διατηρείται η ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος 7 ότι είναι σκόπιμο να ενημερώνονται οι επενδυτές των υποκαταστημάτων αυτών σχετικά με τους μηχανισμούς αποζημίωσης που τους αφορούν 7 27. ότι στην παρούσα οδηγία δεν είναι απαραίτητο να εναρμονιστούν οι μέθοδοι χρηματοδότησης των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών δεδομένου, αφενός ότι το κόστος της χρηματοδότησης των συστημάτων αυτών πρέπει να φέρουν κυρίως οι ίδιες οι επιχειρήσεις επενδύσεων και, αφετέρου, ότι η χρηματοδοτική ικανότητα των συστημάτων αυτών πρέπει να είναι ανάλογη προς τις υποχρεώσεις τους 7 ότι, ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να υπονομεύει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα του οικείου κράτους μέλους 7 28. ότι, τέλος, φαίνεται ότι χρειάζεται μια ελάχιστη εναρμόνιση των μηχανισμών αποζημίωσης των επενδυτών προκειμένου να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά για τις επιχειρήσεις επενδύσεων δίνοντας στους επενδυτές την εμπιστοσύνη που χρειάζεται για να συναλλάσσονται με επιχειρήσεις από άλλα κράτη μέλη καθώς και εγχώριες επιχειρήσεις και αποφεύγοντας τα προβλήματα που μπορούν να προκύψουν από την εφαρμογή ασυντόνιστων εγχώριων απαιτήσεων περί προστασίας των επενδυτών από τα κράτη μέλη υποδοχής 7 ότι μία δεσμευτική κοινοτική οδηγία αποτελεί το μόνο κατάλληλο μέσο για να επιτευχθεί ο επιθυμητός στόχος εφόσον δεν υπάρχουν γενικά μηχανισμοί αποζημίωσης των επενδυτών που να ανταποκρίνονται στο πεδίο που καλύπτει η οδηγία περί επενδυτικών υπηρεσιών 7 ότι το μέτρο αυτό περιορίζεται στην ελάχιστη απαιτούμενη εναρμόνιση, δίνει στα κράτη μέλη την ελευθερία να προσφέρουν ευρύτερη και υψηλότερη κάλυψη εφόσον το επιθυμούν και τους προσφέρει σημαντικές ελευθερίες όσον αφορά την οργάνωση και χρηματοδότηση των συστημάτων αποζημίωσης των επενδυτών, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως: 1. «Επιχείρηση επενδύσεων», η επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες, η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες, ή πιστωτικό ίδρυμα η άδεια λειτουργίας του οποίου, δυνάμει των οδηγιών 77/780/ΕΟΚ (5) και 89/646/ΕΟΚ (6) καλύπτει μία ή περισσότερες από τις επενδυτικές υπηρεσίες που απαριθμούνται στο τμήμα Α του παραρτήματος της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες. 2. «Επενδυτική εργασία», η επενδυτική υπηρεσία όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες και η παρεπόμενη υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1, τμήμα Γ του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας. 3. «Μέσα», οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες. 4. «Επενδυτής» το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή μέσα σε μια επιχείρηση επενδύσεων στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών. 5. «Υποκατάστημα», έδρα εκμετάλλευσης που αποτελεί τμήμα επιχείρησης επενδύσεων, στερείται νομικής προσωπικότητας και παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες για τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων έχει λάβει άδεια λειτουργίας 7 περισσότερες από μία έδρες εκμεταλλεύσεως που έχει εγκαταστήσει στο ίδιο κράτος μέλος μία επιχείρηση επενδύσεων με εταιρική έδρα σε άλλο κράτος μέλος, θεωρείται ότι αποτελούν ένα και το αυτό υποκατάστημα. 6. «Κοινή επένδυση», επένδυση που γίνεται ή χρήματα που επενδύονται σε επιχείρηση επενδύσεων για διεξαγωγή επενδυτικών εργασιών, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή επί της οποίας δύο ή περισσότερα πρόσωπα έχουν δικαιώματα και η οποία μπορεί να κινηθεί με την υπογραφή ενός ή περισσοτέρων από τα πρόσωπα αυτά. Άρθρο 2 1. Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωριστούν επίσημα στο έδαφός του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών. Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 5 καμία επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στο εν λόγω κράτος μέλος δεν δικαιούται να ασκεί επενδυτικές εργασίες εάν δεν συμμετέχει σε ένα τέτοιο σύστημα. Εντούτοις, το κράτος μέλος δικαιούται να απαλλάσσει ένα πιστωτικό ίδρυμα που εμπίπτει στην παρούσα οδηγία από την υποχρέωση συμμετοχής σε σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών, εάν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα εξαιρείται ήδη σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 94/19/ΕΚ, από την υποχρέωση υπαγωγής του σε σύστημα εγγύησης των καταθέσεων. 2. Το σύστημα θα καλύπτει επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 4 όταν: i) είτε οι αρμόδιες αρχές έχουν διατυπώσει ότι κατά τη γνώμη τους, η επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή, για λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάστασή της, να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις απαιτήσεις των επενδυτών, ii) είτε δικαστική αρχή λάβει απόφαση για λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης επενδύσεων, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της ικανότητας των επενδυτών να εγείρουν απαιτήσεις έναντι αυτής, ανάλογα με την περίπτωση που εμφανίζεται πρώτη. Η κάλυψη πρέπει να παρέχεται για απαιτήσεις που προκύπτουν από την αδυναμία της επιχείρησης επενδύσεων: - να εξοφλήσει χρήματα που οφείλονται ή ανήκουν σε επενδυτές και τα οποία είχε στην κατοχή της για λογαριασμό τους στο πλαίσιο των επενδυτικών εργασιών, ή - να επιστρέψει στους επενδυτές τα μέσα που τους ανήκουν και τα οποία έχει στην κατοχή της, ή διαχειρίζεται για λογαριασμό τους στο πλαίσιο των επενδυτικών εργασιών, κατά τα οριζόμενα στο νόμο ή στη σύμβαση. 3. Οι απαιτήσεις βάσει της παραγράφου 2 έναντι πιστωτικού ιδρύματος οι οποίες σε ένα κράτος μέλος, υπάγονται στις διατάξεις τόσο της παρούσας οδηγίας όσο και της οδηγίας 94/19/ΕΚ καλύπτονται από το ένα εκ των δύο συστημάτων κατά την κρίση του κράτους μέλους. Απαίτηση για το ίδιο ποσό ικανοποιείται μόνο δυνάμει μιας εκ των δύο οδηγιών. 4. Το ποσό της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται κατά τα οριζόμενα στο νόμο ή στη σύμβαση που διέπει την απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων και των όσον αφορούν τον συμψηφισμό ή τις ανταπαιτήσεις, βάσει της ονομαστικής της αξίας ή της αξίας των μέσων που ανήκουν στον επενδυτή και τα οποία η επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εξοφλήσει ή να επιστρέψει κατά το χρόνο της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2. Άρθρο 3 Εξαιρούνται κάθε αποζημίωσης από τα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών οι απαιτήσεις οι απορρέουσες από συναλλαγές σε σχέση με τις οποίες εξεδόθη καταδικαστική ποινική απόφαση για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Ιουνίου 1991 για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (7). Άρθρο 4 1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών παρέχει κάλυψη για ποσό τουλάχιστον 20 000 Ecu ανά επενδυτή όσον αφορά τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι ορισμένοι επενδυτές εξαιρούνται από την κάλυψη του συστήματος ή ότι τους παρέχεται χαμηλότερο επίπεδο κάλυψης. Οι εξαιρέσεις αυτές παρατίθενται στο παράρτημα Ι. 3. Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τη διατήρηση ή τη θέσπιση διατάξεων, οι οποίες προσφέρουν υψηλότερη ή ευρύτερη κάλυψη στους επενδυτές. 4. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν τη κάλυψη που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή εκείνη που αναφέρεται στην παράγραφο 3 σε συγκεκριμένο ποσοστό της απαίτησης του επενδυτή. Ωστόσο το καλυπτόμενο ποσοστό πρέπει να ισούται τουλάχιστον με 90 % της απαίτησης έως ότου το ποσό που θα καταβληθεί στο πλαίσιο του συστήματος φθάσει τις 20 000 Ecu. Άρθρο 5 1. Σε περίπτωση που μία επιχείρηση επενδύσεων με τις οποίες η συμμετοχή σε σύστημα είναι υποχρεωτική βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 1, δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που υπέχει ως μέλος συστήματος αποζημίωσης επενδυτών, ενημερώνονται σχετικά οι αρμόδιες αρχές οι οποίες χορήγησαν την άδεια λειτουργίας οι οποίες σε συνεργασία με το σύστημα αποζημίωσης λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα περιλαμβανομένης της επιστολής κυρώσεων για να εξασφαλίσουν ότι η επιχείρηση επενδύσεων τηρεί τις υποχρεώσεις της. 2. Εάν παρά τα μέτρα αυτά, η επιχείρηση επενδύσεων δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της, το σύστημα μπορεί εφόσον η εθνική νομοθεσία επιτρέπει τον αποκλεισμό μέλους, με τη ρητή συναίνεση των αρμοδίων αρχών, να ειδοποιεί, τάσσοντας προθεσμία δώδεκα μηνών τουλάχιστον, ότι προτίθεται να αποκλείσει την επιχείρηση επενδύσεων από τη συμμετοχή της στο σύστημα. Εάν μετά την πάροδο της προθεσμίας, η επιχείρηση επενδύσεων δεν έχει συμμορφωθεί, το σύστημα αποζημίωσης μπορεί, πάντα με τη ρητή συναίνεση των αρμοδίων αρχών, να προβεί στον αποκλεισμό της. 3. Εφόσον το επιτρέπει η εθνική νομοθεσία και με τη ρητή συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας, μία επιχείρηση επενδύσεων που αποκλείστηκε από σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών μπορεί να συνεχίσει τις δραστηριότητες της εάν πριν από τον αποκλεισμό της προέβη σε εναλλακτικές ρυθμίσεις αποζημίωσης που εξασφαλίζουν στους επενδυτές κάλυψη τουλάχιστον ισοδύναμη με εκείνη που προσφέρει το επίσημα αναγνωρισμένο σύστημα. 4. Εάν μία επιχείρηση επενδύσεων, της οποίας ο αποκλεισμός προτείνεται δυνάμει της παραγράφου 2, αδυνατεί να προβεί σε εναλλακτικές ρυθμίσεις σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στην παράγραφο 3, οι αρμόδιες αρχές που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας την ανακαλούν αμέσως. Άρθρο 6 Οι επενδυτές επιχείρησης επενδύσεων της οποίας η άδεια λειτουργίας έχει ανακληθεί, εξακολουθούν να καλύπτονται από το σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών. Άρθρο 7 1. Τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών που έχουν συσταθεί και αναγνωριστεί επίσημα σε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 καλύπτουν τους επενδυτές υποκαταστημάτων, τα οποία έχουν δημιουργήσει οι επιχειρήσεις επενδύσεων σε άλλα κράτη μέλη. Όταν το ύψος ή/και το πεδίο, περιλαμβανομένου του ποσοστού της κάλυψης που προσφέρει το σύστημα αποζημίωσης επενδυτών του κράτους μέλους υποδοχής, υπερβαίνουν το ύψος ή/και το πεδίο κάλυψης που παρέχεται στο κράτος μέλος όπου έχει λάβει την άδεια λειτουργίας η επιχείρηση επενδύσεων, το κράτος μέλος υποδοχής εξασφαλίζει ότι υπάρχει ένα επίσημα αναγνωρισμένο σύστημα στο έδαφος του στο οποίο ένα υποκατάστημα μπορεί να συμμετάσχει εθελουσίως προκειμένου να συμπληρώσει την εγγύηση την οποία οι επενδυτές του ήδη απολαμβάνουν δυνάμει της συμμετοχής του στο σύστημα του κράτους μέλους καταγωγής. Το σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών στο οποίο μπορεί να συμμετάσχει το υποκατάστημα πρέπει να καλύπτει την κατηγορία ιδρυμάτων στην οποία αυτό ανήκει ή στην οποία με τη μεγαλύτερη προσέγγιση αντιστοιχεί στο κράτος μέλος υποδοχής. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι σε όλα τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών περιλαμβάνονται αντικειμενικοί όροι όσον αφορά τη συμμετοχή των εν λόγω υποκαταστημάτων. Η αποδοχή εξαρτάται από το αν πληρούνται οι σχετικές υποχρεώσεις συμμετοχής συμπεριλαμβανομένης κυρίως της καταβολής των ενδεχομένων εισφορών και άλλων δαπανών. Τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, ακολουθούν τις κατευθυντήριες αρχές που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ. 2. Εάν ένα υποκατάστημα στο οποίο επετράπη η προαιρετική συμμετοχή βάσει της παραγράφου 1 δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που υπέχει ως μέλος του συστήματος αποζημίωσης των επενδυτών, απευθύνεται κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας, οι οποίες σε συνεργασία με το σύστημα αποζημίωσης λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλιστεί η τήρηση των προαναφερομένων υποχρεώσεων. Εάν παρά τα μέτρα αυτά το υποκατάστημα δεν πληροί τις προαναφερόμενες υποχρεώσεις και μετά πάροδο τουλάχιστον δωδεκάμηνης προθεσμίας το σύστημα αποζημίωσης μπορεί, εφόσον συγκατατίθενται οι αρμόδιες αρχές που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας, να αποκλείσει το υποκατάστημα. Οι επενδυτές ενημερώνονται για την αφαίρεση της συμπληρωματικής κάλυψης. Άρθρο 8 1. Η κάλυψη που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1, 3 και 4, εφαρμόζεται στο σύνολο της απαίτησης του επενδυτή βάσει της παρούσας οδηγίας, ανεξάρτητα από τον αριθμό των λογαριασμών, το νόμισμα και τον τόπο κατάθεσής τους εντός της Κοινότητας. 2. Το μερίδιο που αναλογεί σε κάθε επενδυτή κοινής επένδυσης λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της κάλυψης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1, 3 και 4. Ελλείψει συγκεκριμένων διατάξεων, η αποζημίωση κατανέμεται ισόποσα μεταξύ των επενδυτών της κοινής επένδυσης. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι οι απαιτήσεις που απορρέουν από κάποια κοινή επένδυση της οποίας δύο ή περισσότερα πρόσωπα είναι δικαιούχοι υπό την ιδιότητά τους ως εταίρων προσωπικής εταιρίας, ένωσης ή οντότητας παρόμοιου χαρακτήρα, χωρίς νομική προσωπικότητα, είναι δυνατόν να ενοποιούνται και να θεωρούνται ως κατάθεση ενός επενδυτή, για τον υπολογισμό των ορίων που προβλέπονται από το άρθρο 4 παράγραφοι 1, 3 και 4. 3. Όταν ο επενδυτής δεν είναι ο απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή αξιογράφων που έχουν κατατεθεί στο λογαριασμό, ο απόλυτος δικαιούχος θα εισπράξει την αποζημίωση εφόσον η ταυτότητά του διαπιστώνεται ή μπορεί να διαπιστωθεί πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2. Εάν υπάρχουν πολλοί απόλυτοι δικαιούχοι, κατά τον υπολογισμό των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1, 3 και 4, λαμβάνεται υπόψη το μερίδιο που αναλογεί σε καθένα δυνάμει των ρυθμίσεων που διέπουν τη διαχείριση των ποσών και αξιογράφων. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων. Άρθρο 9 1. Το σύστημα αποζημίωσης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να ενημερώσει τους επενδυτές σχετικά με την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 ενώ του επιτρέπεται να ορίσει προθεσμία τουλάχιστον έξι μηνών εντός της οποίας μπορούν οι επενδυτές να εγείρουν τις απαιτήσεις τους. Ωστόσο, το σύστημα αποζημίωσης δεν μπορεί να επικαλεστεί την προθεσμία αυτή για να αρνηθεί την αποζημίωση σε επενδυτή ο οποίος δεν ήταν σε θέση να εγείρει απόφαση εγκαίρως κατά τα ισχύοντα στο σύστημα αποζημίωσης. 2. Το σύστημα ικανοποιεί τις απαιτήσεις των επενδυτών το συντομότερο δυνατό και το αργότερο σε τρεις μήνες αφού αποδειχθεί το βάσιμο της απαίτησης και προσδιοριστεί το ύψος της. Άρθρο 10 1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να παρέχουν στους επενδυτές με τους οποίους συναλλάσσονται ή τους υποψήφιους επενδυτές τις απαραίτητες πληροφορίες για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του συστήματος αποζημίωσης επενδυτών του οποίου η επιχείρηση επενδύσεων και τα υποκαταστήματά της είναι μέλη εντός της Κοινότητας ή κάθε άλλο διακανονισμό που προβλέπει η δεύτερη περίπτωση του άρθρου 2 παράγραφος 1 ή το άρθρο 5 παράγραφος 3. Οι επενδυτές ενημερώνονται για τις διατάξεις του συστήματος αποζημίωσης επενδυτών ή κάθε άλλο εφαρμοστέο διακανονισμό όπως επίσης και για το ποσό και την έκταση της κάλυψης που προσφέρει το εν λόγω σύστημα αποζημίωσης. Οι πληροφορίες προσφέρονται με εύληπτο τρόπο. Πληροφορίες παρέχονται επίσης, εφόσον ζητηθούν, σχετικά με τους όρους που διέπουν η χορήγηση αποζημίωσης ή τις διατυπώσεις που ακολουθούνται για την είσπραξή της. 2. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παρέχονται σύμφωνα με τα όσα υπαγορεύει η εθνική νομοθεσία, στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο ιδρύεται υποκατάστημα. Άρθρο 11 1. Τα κράτη μέλη ελέγχουν κατά ποσό τα υποκαταστήματα επιχειρήσεως επενδύσεων, η οποία έχει την έδρα της εκτός Κοινότητας, παρέχουν ισοδύναμη κάλυψη, προς την προβλεπόμενη από την οδηγία. Σε αντίθετη περίπτωση, τα κράτη μέλη δύνανται, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, να προβλέψουν ότι τα υποκαταστήματα επιχειρήσεως επενδύσεων, η οποία έχει την έδρα της εκτός Κοινότητας, πρέπει να συμμετάσχουν στα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών που λειτουργούν στο έδαφός τους. 2. Οι επενδυτές που συναλλάσσονται ή προτίθενται να συναλλαγούν με υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν την έδρα τους εκτός Κοινότητας ενημερώνονται από την επιχείρηση επενδύσεων σχετικά με όλα τα στοιχεία που αφορούν τα συστήματα αποζημίωσης που καλύπτουν τις επενδύσεις τους. 3. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 παρέχονται στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το υποκατάστημα, σύμφωνα με τους προβλεπόμενους από την εθνική νομοθεσία κανόνες και είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Άρθρο 12 Με την επιφύλαξη κάθε άλλου δικαιώματος που μπορεί να έχει δυνάμει του εθνικού δικαίου, το σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που αποζημιώνει τις απαιτήσεις των επενδυτών υποκαθιστά τους επενδυτές στα δικαιώματά τους κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης για ποσό ίσο με τις πληρωμές του. Άρθρο 13 Το αργότερο σε τρία χρόνια από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση επί της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, συνοδευομένη, αν χρειάζεται, με προτάσεις για την αναθεώρησή της. Άρθρο 14 1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1996. Πληροφορούν σχετικά την Επιτροπή αμέσως. Η κατ' αυτόν τον τρόπο θεσπιζόμενες διατάξεις περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αποφασίζεται από τα κράτη μέλη. 2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα κείμενα των κύριων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 15 Το άρθρο 12 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ καταργείται από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1. Άρθρο 16 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. (1) ΕΕ αριθ. C 321 της 27. 11. 1993, σ. 15. (2) ΕΕ αριθ. L 141 της 11. 6. 1993, σ. 27. (3) ΕΕ αριθ. C 43 της 22. 2. 1989, σ. 7. (4) ΕΕ αριθ. L 135 της 31. 5. 1994, σ. 5. (5) ΕΕ αριθ. L 322 της 17. 12. 1977, σ. 30. (6) ΕΕ αριθ. L 386 της 30. 12. 1989, σ. 1. (7) ΕΕ αριθ. L 166 της 28. 6. 1991, σ. 77. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 1. Θεσμικοί επενδυτές, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται: - Επιχειρήσεις επενδύσεων όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας για τις επενδυτικές υπηρεσίες. - Πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 1 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ. - Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 6 της οδηγίας 89/646/ΕΟΚ. - Ασφαλιστικές επιχειρήσεις. - Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων. - Συνταξιοδοτικά ταμεία. Άλλοι θεσμικοί επενδυτές. 2. Επαγγελματίες επενδυτές. 3. Υπερεθνικές, κυβερνητικές και κεντρικές διοικητικές αρχές. 4. Αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης. 5. Διοικητικά και διευθυντικά στελέχη καθώς και μέλη της επιχείρησης επενδύσεων που ευθύνονται προσωπικά, και κατέχουν τουλάχιστον το 5 % του κεφαλαίου της επιχείρησης επενδύσεων, πρόσωπα υπεύθυνα για τη διενέργεια του νόμιμου ελέγχου των λογιστικών βιβλίων της επιχείρησης επενδύσεων και επενδυτές με ανάλογη θέση σε άλλες εταιρίες του ιδίου ομίλου. 6. Στενείς συγγενείς και τρίτοι που ενεργούν για λογαριασμό των επενδυτών που αναφέρονται στο σημείο 5. 7. Άλλες εταιρείες του ιδίου ομίλου. 8. Επενδυτές που είναι υπεύθυνοι καθ' οιονδήποτε τρόπο για εξελίξεις όσον αφορά την επιχείρηση επενδύσεων ή τις εργασίες της οι οποίες οδήγησαν στην επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης, ή έχουν έμμεσα ή άμεσα επωφεληθεί από αυτές. 9. Εταιρείες οι οποίες λόγω του μεγέθους τους δεν μπορούν να καταρτίζουν συνοπτικούς ισολογισμούς σύμφωνα με το άρθρο 11 της τέταρτης οδηγίας του Συμβουλίου (78/660/ΕΟΚ) της 25ης Ιουλίου 1978 βάσει του άρθρου 54 παράγραφος 3 στοιχείο στ) της συνθήκης σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς ορισμένων κατηγοριών επιχειρήσεων (1). (1) ΕΕ αριθ. L 222 της 14. 8. 1978, σ. 11, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 94/8/ΕΚ της 21. 3. 1994 (ΕΕ αριθ. L 82 της 25. 3. 1994, σ. 33). ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΑΡΧΕΣ Εάν ένα υποκατάστημα ζητήσει να συμμετάσχει στο σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής για συμπληρωματική κάλυψη, το σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής θεσπίζει διμερώς με το σύστημα του κράτους μέλους καταγωγής τος κατάλληλους κανόνες και διαδικασίες για την καταβολή αποζημίωσεως στους επενδυτές του υποκατάστηματος αυτού. Κατά τη θέσπιση των διαδικασιών, καθώς και κατά τον προσδιορισμό των όρων συμμετοχής του υποκαταστήματος (όπως αναφέρει το άρθρο 7 παράγραφος 1), ισχύουν οι ακόλουθες αρχές: α) το σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής διατηρεί πλήρως το δικαίωμα να επιβάλει τους δικούς του αντικειμενικούς και γενικής εφαρμογής κανόνες στη συμμετοχή επιχειρήσεων επενδύσεων, να απαιτεί την παροχή σχετικών πληροφοριών και να επαληθεύει τις πληροφορίες αυτές με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής 7 β) το σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής ικανοποιεί τις αξιώσεις για συμπληρωματική αποζημίωση αφού ενημερωθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής για την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2. Το σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής διατηρεί πλήρως το δικαίωμα να εξακριβώνει κατά πόσον ο επενδυτής νομιμοποιείται σύμφωνα με τους δικούς του βασικούς κανόνες και διαδικασίες προτού καταβάλλει συμπληρωματική αποζημίωση 7 γ) τα συστήματα του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής συνεργάζονται πλήρως μεταξύ τους προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι επενδυτές αποζημιώνονται αμέσως και κατά το ενδεδειγμένο ποσό. Ιδιαίτερα δε συμφωνούν όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ύπαρξη ανταπαιτήσεως η οποία μπορεί να προταθεί για συμψηφισμό στα πλαίσια ενός από τα δύο συστήματα, επηρεάζει την αποζημίωση που καταβάλλεται από κάθε σύστημα στον επενδυτή 7 δ) τα συστήματα του κράτους μέλους υποδοχής δικαιούνται να χρεώνουν τα υποκαταστήματα για τη συμπληρωματική κάλυψη κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο που λαμβάνει υπόψη την εγγύηση που χρηματοδοτείται από το σύστημα του κράτους μέλους καταγωγής. Προκειμένου να διευκολυνθεί η χρέωση, το σύστημα του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να θεωρήσει ότι η ευθύνη του περιορίζεται πάντοτε στη διαφορά μεταξύ της κάλυψης που αυτό προσφέρει και της κάλυψης που παρέχει το κράτος μέλος καταγωγής, ανεξαρτήτως του κατά πόσον το κράτος μέλος καταγωγής καταβάλλει όντως αποζημίωση για τις απαιτήσεις των επενδυτών στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.