Πρόταση ΠΡΑΞΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ για τη κατάρτιση σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων /* COM/94/0214 ΤΕΛΙΚΟ */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 216 της 06/08/1994 σ. 0014
Πρόταση πράξης του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για κατάρτιση της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων (94/C 216/06) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) COM(94) 214 τελικό - 94/0146(CNS) (Υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 7 Ιουλίου 1994) ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και κυρίως το άρθρο της Κ.3. παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση στοιχείο γ), την πρόταση της Επιτροπής, τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Εκτιμώντας: ότι, για τους σκοπούς της υλοποίησης των στόχων της Ένωσης και δυνάμει του άρθρου Κ.1. σημείο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η καταπολέμηση της απάτης διεθνούς κλίμακος αποτελεί θέμα κοινού ενδιαφέροντος, υπαγόμενο στη συνεργασία που καθιερώνεται από τον τίτλο VΙ αυτής της συνθήκης, υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 7 ότι το άρθρο 209Α της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το άρθρο 78Η της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα και το άρθρο 183Α της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας επιβάλλουν στα κράτη μέλη ειδικές υποχρεώσεις προκειμένου να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης που πλήττει τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων, πέραν εξάλλου των γενικότερων υποχρεώσεων που τους ανατίθενται κυρίως βάσει των διατάξεων του άρθρου 5 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 7 ότι το Συμβούλιο, με το ψήφισμά του της 30ής Νοεμβρίου 1993, τόνισε ότι ορισμένος αριθμός θεμάτων που υπολείπονται να ρυθμιστούν στο πλαίσιο της καταπολέμησης της απάτης που πλήττει τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων υπάγεται στα θέματα κοινού ενδιαφέροντος που καλύπτονται από τον τίτλο VΙ της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ότι ενδείκνυται να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή κυρίως σε εκείνα που αφορούν τις παραβάσεις, την ευθύνη, τις κυρώσεις, τα τοπικά όρια ισχύος του ποινικού νόμου, τη δικαστική αρωγή και την παραγραφή 7 ότι, για να επιτευχθούν οι ειδικοί στόχοι της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων, πρέπει να εξασφαλισθεί η συμβατότητα των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων, καθώς και η συνεκτική εφαρμογή τους, νομοθεσίες οι οποίες μετά τη συγκριτική μελέτη που διεξήχθη από την Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως του Συμβουλίου στο ψήφισμά του της 13ης Νοεμβρίου 1991 (1), απεδείχθησαν ανεπαρκείς 7 ότι (2): 1. αποφασίζει την κατάρτιση της σύμβασης, της οποίας το κείμενο περιλαμβάνεται στο παράρτημα, η οποία υπογράφεται σήμερα από τους εκπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ένωσης 7 2. συστήνει την έγκρισή της από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες τους 7 3. καλεί τα κράτη μέλη να ανακοινώσουν και να καταθέσουν στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου τα έγγραφα που θα αποδεικνύουν την εκπλήρωση των διαδικασιών που επιβάλλονται από τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες τους για την κύρωση της σύμβασης 7 4. ζητεί από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου να ενημερώσει τα κράτη μέλη για την έναρξη ισχύος της σύμβασης. (1) ΕΕ αριθ. C 328 της 17. 12. 1991, σ. 1. (2) Βλέπε υποσημείωση τίτλου ΙΙΙ: Δικαστική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών. Εκτιμώντας ότι επιβάλλεται μεταξύ άλλων να προβλεφθούν οι ενδεδειγμένοι κανόνες στον τομέα της αρμοδιότητας, της δίωξης, της έκδοσης και της δικαστικής αρωγής, επειδή οι συμβάσεις που έχουν υπογραφεί στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικά θέματα δεν εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη μέλη και δεν ανταποκρίνονται, οπωσδήποτε, στις ειδικές ανάγκες της καταπολέμησης της απάτης που διαπράττεται εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων, και ότι η κύρια αρμοδιότητα διαπίστωσης, δίωξης και κύρωσης των περιπτώσεων απάτης που διαπράττονται εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων επαφίεται στα κράτη μέλη. ΣΥΜΒΑΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, ΥΨΗΛΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ Αναφερόμενα στην πράξη του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αριθ. . . . της . . . Εκτημώντας: ότι οι οικονομικές και δημοσιονομικές απάτες που αφορούν τα έσοδα και της δαπάνες των Κοινοτήτων υπερβαίνουν συχνά το πλαίσιο ενός κράτους μέλους και ότι τελούνται ολοένα και συχνότερα από εγκληματικές οργανώσεις 7 ότι υπάρχει κίνδυνος να εκμεταλλεύονται αυτές οι οργανώσεις ατιμωρητί τα συστήματα συγκέντρωσης και χορήγησης κοινοτικών πόρων, στο μέτρο που οι εθνικές νομοθεσίες διαθέτουν συστήματα κύρωσης ανεπαρκώς προσαρμοσμένα σε αυτό το είδος εγκληματικότητας ή που παρατηρούνται τέτοιες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών οι οποίες καταλήγουν να εμποδίζουν την αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων 7 ότι προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων επιβάλλει την ποινική διωξη κάθε δόλιας συμπεριφοράς η οποία θίγει τα εν λόγω συμφέροντα και αξιώνει από τα κράτη μέλη να αναφέρονται προς το σκοπό αυτό στον ίδιο ορισμό 7 ότι η αρχή της ποινικής ευθύνης των φυσικών προσώπων παραμένει το θεμέλιο της νοινικής ευθύνης στα κράτη μέλη της Ένωσης 7 ότι η μεταχείριση των διαφόρων συμμετεχόντων στη διάπραξη απάτης και η πολυπλοκότητα των μηχανισμών λήψεως αποφάσεων στα πλαίσια των επιχειρήσεων καθιστούν απαραίτητες ορισμένες μεταρρυθμίσεις του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών 7 ότι οι επιχειρήσεις διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στους τομείς δραστηριοτήτων που έχουν σχέση με τον κοινοτικό προϋπολογισμό και ότι η ευθύνη τους, σε περίπτωση απάτης διαπραττόμενης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων, θα πρέπει να είναι δεδομένη, στο μέτρο που αυτή η απάτη διαπράττεται με τη συνδρομή οιουδήποτε οργάνου, νόμιμου αντιπροσώπου ή προσώπου το οποίο διαθέται εκ του de jure ή de facto εξουσία λήψεως αποφάσεων στις εν λόγω επιχειρήσεις 7 ότι οι ενδείκνυται να καταστούν αρμόδια κατά προτίμηση τα κράτη μέλη στην επικράτεια των οποίων έχουν λάβει τα βασικά πραγματικά περιστατικά της απάτης 7 ότι οι κανόνες που αφορούν τα τοπικά όρια ισχύος των εθνικών κανόνων εμποδίζουν την αποτελεσματική καταπολέμηση των διασυνοριακών περιπτώσεων απάτης που διαπράττονται εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων, ενώ οι απάτες αυτές διαπράττονται ολοένα και περισσότερο από οργανωμένες ομάδες και υπόκεινται συχνά στη δικαιοδοσία διαφόρων εθνικών δικαστηρίων 7 ότι (1) ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ: ΤΙΤΛΟΣ Ι ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 1 Ποινική πρόβλεψη της απάτης 1. Η απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων ρυθμίζεται ειδικά. 2. Συνιστά απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων κάθε πράξη ή παράλειψη η οποία καταστρατηγεί την ισχύουσα νομοθεσία και διαπράττεται εκ προθέσεως ή εκ χαρακτηριστικής αμελείας, η οποία κρίνεται σε σχέση με τις υποχρεώσεις επιμέλειας, η οποία έχει ως στόχο ή ως αποτέλεσμα: - είτε τη μείωση ενός ίδιου πόρου ή κάθε άλλου εσόδου των Κοινοτήτων, - είτε την είσπαραξη, την αδικαιολόγητη κατακράτηση ή υπεξαίρεση χρηματικών πόρων εις βάρος των Κοινοτήτων. 3. Η απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων αφορά τόσο τα έσοδα και τις δαπάνες που προβλέπονται στο γενικό προϋπολογισμό όσο και κάθε άλλο έσοδο ή δαπάνη που αποτελεί το αντικείμενο διαχείρισης από ή για τα κοινοτικά όργανα. 4. Πρόκειται κυρίως για: - την κατάρτιση, προμήθεια, χρησιμοποίηση ή παρουσίαση εγγράφων ή δηλώσεων ψευδών, ανακριβών ή ελλιπών, τα οποία είναι απαραίτητα για τη χορήγηση μιας πίστωσης ή για την είσπραξη ενός εσόδου, - την παράλειψη παροχής στην αρμόδια αρχή των πληροφοριών που αφορούν τις τροποποιήσεις των όρων που επιβάλλονται για τη χορήγηση μιας πίστωσης ή την είσπραξη ενός εσόδου, - την υπεξαίρεση ή κατασπατάληση χρηματικών ποσών, - την εν γνώσει χρησιμοποίηση ενισχύσεων ή επιδοτήσεων που έχουν ληφθεί μέσω ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή μέσω άλλων τεχνασμάτων. Άρθρο 2 Απόπειρα Η απόπειρα απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων τιμωρείται με ποινή ίδια με την ποινή της απάτης. Άρθρο 3 Ευθύνη 1. Κάθε πρόσωπο το οποίο συμπράττει στη διάπραξη απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων ευθύνεται ως αυτουργός, ηθικός αυτουργός, συνεργός ή αποδέκτης προϊόντων εγκλήματος. 2. Κάθε πρόσωπο το οποίο διαθέτει εξουσία εκ του νόμου, κατ' εξουσιοδότηση ή εκ των πραγμάτων, στην επιχείρηση ευθύνεται για την απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων η οποία διαπράττεται από ένα εκ των μελών της επιχείρησης για λογαριασμό της. 3. Καθε νομικό πρόσωπο ευθύνεται και υπόκειται τουλάχιστον σε χρηματοδοτικές κυρώσεις, για κάθε απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων που διαπράττεται από όργανο, πληρεξούσιο ή πρόσωπο το οποίο διαθέτει, εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων, εξουσία λήψεως αποφάσεων στην επιχείρηση. 4. Οι μορφές ευθύνης που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3 εφαρμόζονται αδιακρίτως. Άρθρο 4 Κυρώσεις 1. Η απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων τιμωρείται, τουλάχιστον, είτε με στερητική της ελευθερίας ποινή είτε με χρηματική ποινή είτε και με τις δύο αυτές ποινές. Τα όργανα και προϊόντα της απάτης και τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξή της μπορούν να κατασχεθούν. 2. Η διακεκριμένη απάτη τιμωρείται με αυστηρότερες ποινές. Ο διακεκριμένος χαρακτήρας της απάτης προκύπτει από τα ακόλουθα στοιχεία: - την επανάληψη της πράξεως, - τον προμελετημένο χαρακτήρα της πράξεως, - τη συμμετοχή του συγκεκριμένου προσώπου σε ένωση κακοποιών, - την ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου ή οργάνου του δράστη, - τη δωροδοκία υπαλλήλου, - τη βαρύτητα της ζημίας που αντιστοιχεί σε ποσά ανώτερα των 50 000 Ecu. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ Άρθρο 5 Αρμόδιο κράτος μέλος και υποχρέωση δίωξης 1. Το κράτος μέλος, στην επικράτεια του οποίου έλαβαν χώρα τα βασικά πραγματικά περιστατικά της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων, είναι κατά προτίμηση αρμόδιο να ασκήσει δίωξη κατά της απάτης δυνάμει του εθνικού του δικαίου. 2. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της έννοιας των ουσιωδών βασικών πραγματικών περιστατικών θεσπίζονται βάσει των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 10. Άρθρο 6 Πεδίο εφαρμογής του εθνικού δικαίου 1. Όταν τα βασικά πραγματικά περιστατικά της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων τελέσθηκαν στην επικράτεια τρίτης χώρας, τα κράτη μέλη θεωρούν ότι αυτή η απάτη διεπράχθη καθ' όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως στη δική τους επικράτεια, εφόσον: - το επιδιωκόμενο όφελος θα μπορούσε να έχει αποκτηθεί, απεκτήθηκε ή μετεφέρθηκε στην επικράτειά τους, - το ενεχόμενο στην απάτη πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 3 είναι υπήκοός τους, - ή μια πράξη που συνέβαλε στην τέλεση της απάτης ολοκληρώθηκε στην επικράτειά τους. 2. Στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, οι διώξεις ασκούνται κατά προτίμηση από το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου ο δράστης της απάτης συνελήφθη ή διαμένει. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ (2) Άρθρο 7 Έκδοση, δίωξη, παραγραφή (3) Άρθρο 8 Δικαστική αρωγή (4) ΤΙΤΛΟΣ IV ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ Άρθρο 9 Συνεργασία Το Συμβούλιο καθιερώνει, σε συνεργασία με την Επιτροπή, τακτική συνεργασία για να αξιολογήσει την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας σύμβασης. Προς το σκοπό αυτό, καταρτίζεται ετησίως έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας συμβασης. Άρθρο 10 Μέτρα εφαρμογής 1. Το Συμβούλιο, κατά πρωτοβουλία οποιουδήποτε κράτους μέλους ή μετά από πρόταση της Επιτροπής, λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης. 2. Τα μέτρα εφαρμογής μπορούν να προβλέπουν τις λεπτομέρειες συνεργασίας μεταξύ ενδιαφερομένων κρατών μελών και της Επιτροπής για να επιλυθούν ιδιαίτερες περιπτώσεις. Άρθρο 11 Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να αποφασίζει: - προδικαστικά επί της ερμηνείας των διατάξεων της παρούσας σύμβασης 7 οι όροι προσφυγής στο Δικαστήριο είναι εκείνοι των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 177 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, - κατόπιν αιτήσεως ενός κράτους μέλους ή της Επιτροπής σχετικά με κάθε διαφορά που αφορά την εφαρμογή της παρούσας σύμβασηης. ΤΙΤΛΟΣ V ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 12 Δημοσίευση Η παρούσα σύμβαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μόλις τεθεί σε ισχύ. Άρθρο 13 Έναρξη ισχύος Η σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου του εγγράφου κυρώσεως του κράτους μέλους το οποίο θα προβεί τελευταίο σε αυτή τη διατύπωση στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου. (1) Βλέπε υποσημείωση τίτλου ΙΙΙ: Δικαστική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών. Εκτιμώντας ότι οι κανόνες σχετικά με την υποχρέωση δίωξης, έκδοσης και δικαστικής αρωγής πρέπει να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων φορολογικής απάτης κυρίως στον τομέα του φόρου προστιθεμένης αξίας και των δασμών. (2) Τίτλος ΙΙΙ του σχεδίου σύμβασης ο οποίος δεν αποτελεί μέρος του διατακτικού της πρωτοβουλίας της Επιτροπής στη βάση του άρθρου Κ.3 παράγραφος 2. Υποβάλλεται για εξέταση στο Συμβούλιο ενδεικτικά για να συμπληρωθεί το ουσιαστικό μέρος του εγγράφου. (3) Άρθρο 7 1. Τα κράτη μέλη εκδίδουν, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις συνθήκες και συμφωνίες σχετικά με την έκδοση τις οποίες έχουν προσυπογράψει, τα πρόσωπα τα οποία διώκονται από τις δικαστικές αρχές του αιτούντος κράτους, εφόσον τα προσαπτόμενα γεγονότα συνιστούν ή είναι σε θέση να συστήσουν απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Η έκδοση δεν μπορεί να απορριφθεί λόγω του γεγονότος ότι το αδίκημα αποτελεί φορολογική παράβαση ή λόγω της αξίωσης της διπλής ποινικής πρόβλεψης. Τα κράτη μέλη εκδίδουν τα διωκόμενα δικαστικώς πρόσωπα με σκοπό την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας που επιβάλλεται λόγω απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. 2. Αν το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου διαμένει ή συληφθεί ο ύποπτος ως αυτουργός της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων αρνείται να εκδώσει το εν λόγω πρόσωπο, επειδή είναι υπήκοός του, αυτό το κράτος οφείλει να υποβάλει την υπόθεση στις αρμόδιες αρχές έτσι ωστε να μπορέσουν να ασκηθούν, κατά περίπτωση, δικαστικές διώξεις. Προς το σκοπό αυτό, ζητά από το κατά προτεραιότητα αρμόδιο κράτος τη διαβίβαση του φακέλου. Σε αυτή την περίπτωση, αυτό το κράτος θεωρεί την απάτη ως τελεσθείσα στην επικράτειά του. 3. Κάθε πράξη η οποία διακόπτει την παραγραφή στο αιτόν κράτος μέλος έχει το ίδιο αποτέλεσμα στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση και αντίστροφα. (4) Άρθρο 8 1. Τα κράτη μέλη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για κάθε δικαστική διαδικασία σχετική με απάτη που διαπράττεται εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. 2. Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας σύμβασης, η δικαστική αρωγή συμπεριλαμβάνει κυρίως: - την ολοκλήρωση κάθε ανακριτικής πράξης, κυρίως εξέταση μαρτύρων, εμπειρογνωμόνων ή κατηγορουμένων, αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, - την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων, δικογραφιών ή εγγράφων, - την επίδοση διαδικαστικών πράξεων ή δικαστικών αποφάσεων, - την κοινοποίηση αποσπασμάτων του ποινικού μητρώου και κάθε σχετικής πληροφορίας, - την έρευνα και κατάσχεση αντικειμένων, - την ανακοίνωση των πράξεων που αφορούν την εκτέλεση ποινής ή ανάλογων μέτρων, όπως είναι η είσπραξη προστίμου ή η πληρωμή των εξόδων, - τα μέτρα που αφορούν την εκτέλεση των ποινών, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων των σχετικών με την κατάσχεση που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1. 3. Η δικαστική αρωγή εφαρμόζεται σε κάθε στοιχείο απάτης που διαπράττεται εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Η αξίωση της διπλής ποινικής πρόβλεψης δεν απαιτείται. 4. Η αίτηση δικαστικής αρωγής μπορεί να γίνει άμεσα μεταξύ των δικαστικών αρχών και να παραπεμφθεί διά της αυτής οδού. Η αίτηση και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν πρέπει να έχουν μεταφραστεί στην ή στις γλώσσες του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Αντίγραφο της αποστολής ή της παραπομπής των αιτήσεων απευθύνεται στα αρμόδια υπουργεία δικαιοσύνης και στην Επιτροπή. 5. Η εκτέλεση της αίτησης αρωγής πραγματοποιείται καταρχήν σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Πάντως, μπορεί να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους κανόνες του αιτούντος κράτους, εφόσον αυτοί οι κανόνες διατυπώνονται ρητά στην αίτηση και δεν αντιτίθενται στη δικαστική πρακτική του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση.