51994IE0750

Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για τις οικονομικές και δημοσιονομικές πτυχές του Λευκού Βιβλίου - Ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, απασχόληση

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 295 της 22/10/1994 σ. 0038


Γνωμοδότηση για τις οικονομικές και δημοσιονομικές πτυχές του Λευκού Βιβλίου - Ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, απασχόληση (94/C 295/09)

Στις 21 Δεκεμβρίου 1993, και σύμφωνα με το άρθρο 20, εδάφιο 4 του Εσωτερικού Κανονισμού, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση για τις οικονομικές και δημοσιονομικές πτυχές του Λευκού Βιβλίου: Ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, απασχόληση.

Το τμήμα οικονομικών, δημοσιονομικών και νομισματικών υποθέσεων, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάσθηκε τη γνωμοδότησή του στις 6 Μαΐου 1994, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Romoli.

Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή κατά την 316η σύνοδο ολομέλειάς της (συνεδρίαση της 1ης Ιουνίου 1994), υιοθέτησε με μεγάλη πλειοψηφία (4 ψήφους κατά και 3 αποχές) την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1.1. Μετά τη δημοσίευση του Λευκού Βιβλίου

1.1.1. Το Λευκό Βιβλίο της Επιτροπής «Ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, απασχόληση» - οι προκλήσεις και η αντιμετώπισή τους για τη μετάβαση στον 21ο αιώνα», που αποτελεί προς το παρόν το μοναδικό έγγραφο οικονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκάλεσε τη στιγμή της δημοσιεύσεώς του στα μέσα του Δεκεμβρίου 1993 το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και ειδικότερα των πιο προσεκτικών και ενημερωμένων τομέων.

1.1.2. Η σοβαρότητα της οικονομικής κρίσης και η αυξανόμενη ανεργία έχουν κάνει τους πολίτες να εξετάζουν προσεκτικά τις προτάσεις της Επιτροπής με την ελπίδα ότι θα προταθεί επιτέλους μία διέξοδος από την επώδυνη κατάσταση στην οποία εισήλθε η Ευρώπη κατά τα τελευταία χρόνια.

1.1.3. Στο διάστημα όμως των λίγων μηνών που μεσολάβησαν παρατηρείται εντούτοις ότι το αρχικό ενδιαφέρον της κοινής γνώμης έχει αρχίσει βαθμιαία να εξασθενεί.

1.1.4. Μπορεί να λεχθεί ότι δεν επαναλήφθηκε γύρω από το Λευκό Βιβλίο εκείνη η θετική ψυχολογική κινητοποίηση που το 1985 είχε χαρακτηρίσει την έναρξη του σχεδίου για τη «Μεγάλη ενιαία αγορά του 1992».

1.1.5. Πρέπει εδώ να τονισθεί με λύπη ότι τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, οι πολιτικές οργανώσεις και οι κυβερνήσεις δεν απέδωσαν στο Λευκό Βιβλίο τη σπουδαιότητα που του ταίριαζε.

1.1.6. Τούτο οφείλεται σε διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς μπορεί να είναι ότι το Λευκό Βιβλίο εκ φύσεως αποτελεί κατευθυντήριο όργανο ορισμένων μεσοπρόθεσμων οικονομικών πολιτικών, την ευθύνη των οποίων έχουν ως επί το πλείστον οι κυβερνήσεις των κρατών μελών, τα οποία ανέκαθεν δεν ήταν διατεθειμένα να αναθέτουν τις αρμοδιότητες αυτές στις κοινοτικές αρχές. Οι ανησυχίες των πολιτών αντιθέτως είναι γενικότερα βραχυπρόθεσμες.

1.1.7. Επιπλέον σε διάφορες χώρες διενεργούνται ή πρόκειται να διενεργηθούν εκλογές, το αποτέλεσμα των οποίων είναι αβέβαιο, ενώ υπάρχει κίνδυνος οι εκλογές για την ανανέωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να επικεντρωθούν γύρω από θέματα εθνικού χαρακτήρα μάλλον και όχι γύρω από το μέλλον της κοινοτικής οικοδόμησης.

1.1.8. Είναι φυσικό λοιπόν οι τεχνικές αναλύσεις του Λευκού Βιβλίου, πολύπλοκες και δύσκολες όπως είναι, να περάσουν σε δεύτερο επίπεδο ως προς την προσοχή της κοινής γνώμης.

1.1.9. Εξαίρεση στο πλαίσιο αυτό αποτελεί το ζωηρό ενδιαφέρον που επέδειξαν για το ζήτημα και εξακολουθούν να επιδεικνύουν διάφοροι κύκλοι από τον κόσμο της παραγωγής και της εργασίας.

1.1.10. Πράγματι, οι εν λόγω κύκλοι αντιμετώπισαν το Λευκό Βιβλίο ως μία ευκαιρία για να συζητήσουν και να αναλύσουν κυρίως τα θέματα πάνω στα οποία διατυπώθηκαν διαφορετικές θέσεις, προτάθηκαν διαφορετικές προτεραιότητες ή θεωρήθηκαν ανεπαρκή ως προς το περιεχόμενό τους.

1.1.11. `Εχει πλέον τεθεί σε κίνηση μια ενθαρρυντική διεργασία, η οποία απέφερε ήδη σημαντικά αποτελέσματα. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εύχεται παρόμοιες αναλύσεις να συνεχισθούν και να εντατικοποιηθούν στο προσεχές μέλλον (1).

2. Παρατηρήσεις σχετικά με τις μακροοικονομικές πτυχές του Λευκού Βιβλίου

2.1. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και η πρωτοβουλία του Λευκού Βιβλίου

2.1.1. Το Λευκό Βιβλίο, που γεννήθηκε ως γενικό στρατηγικό έγγραφο μεσοπρόθεσμης κατευθύνσεως, δείχνει μέχρι τώρα πως υπάρχουν οι δυνατότητες ενάρξεως μιας διαδικασίας για την επανεξέταση των προοπτικών και των μελλοντικών δομών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την άμεση συμμετοχή των κυβερνήσεων των κρατών μελών, των οργανισμών του παραγωγικού κόσμου και των κοινωνικών οργανώσεων.

2.1.2. Από την άποψη αυτή το Λευκό Βιβλίο φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στο βασικό έργο που του ανατέθηκε, να χαράξει δηλαδή έναν ευρύτερο ορίζοντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που δημιουργήθηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, εντοπίζοντας μεσοπρόθεσμες λύσεις για καίρια προβλήματα της ανάπτυξης και θέτοντας στο επίκεντρο την απασχόληση.

2.1.3. Για το λόγο αυτό η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συμφωνεί και υποστηρίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής και του Συμβουλίου και αναγνωρίζει ότι η θέση του Λευκού Βιβλίου είναι ορθή τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς τους σκοπούς.

2.1.4. Η ΟΚΕ έχει διατυπώσει τις απόψεις της για τα θέματα αυτά σε πολυάριθμες προηγούμενες γνωμοδοτήσεις για τα γενικά προβλήματα της Κοινότητας. Στην τελευταία της γνωμοδότηση που καταρτίσθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1993 θέλησε μάλιστα να συμβάλει στην ίδια την προετοιμασία του Λευκού Βιβλίου της Επιτροπής (1).

2.1.5. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή επισημαίνει εντούτοις ότι στο Λευκό Βιβλίο υφίστανται ορισμένες ανακολουθίες, ορισμένες εννοιολογικές ασάφειες και κυρίως λείπουν ορισμένες σημαντικές επιχειρηματολογίες (όπως θα λεχθεί πιο κάτω).

2.1.6. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή πιστεύει ότι έως σήμερα (εκτός από τις αναφερθείσες αναπτύξεις των κοινωνικοεπαγγελματικών κύκλων) δεν διενεργήθηκε μια γενική και εμπεριστατωμένη συζήτηση για τα ίδια αυτά θέματα, κατά τρόπο ώστε να δοθεί μία απάντηση στις ανησυχίες των πολιτών και να βοηθηθεί η επίτευξη συναινέσεως επί των δεσμευτικών προγραμμάτων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της οικονομίας και της ευρωπαϊκής κοινωνίας γενικότερα, που σήμερα πλέον καθίστανται απαραίτητα.

2.1.7. Η κοινή γνώμη διερωτάται γιατί η Ευρώπη απώλεσε την ικανότητά της να αναπτύσσεται σταθερά και με τάξη όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

2.1.8. Πώς θα καταστεί δυνατό στην κατάσταση αυτή να σταματήσει και να απορροφηθεί η ανεργία, που παραμένει ο θεμελιώδης και πρωταρχικός στόχος της Κοινότητας ;

2.1.9. Οι πολίτες διερωτώνται ακόμη αν αληθινά κινδυνεύει το ευρωπαϊκό πρότυπο βάσει του οποίου η οικονομική ανάπτυξη συνοδευόταν ανέκαθεν από σημαντική κοινωνική προστασία και από μία απτή αλληλεγγύη για τα πιο ασθενή κοινωνικά στρώματα.

2.1.10. Απαντώντας σφαιρικά, όχι ρητώς, το Λευκό Βιβλίο διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν «θαυματουργές λύσεις»: ούτε ο πρστατευτισμός, ούτε η φυγή προς τα εμπρός μέσω του πληθωρισμού, ούτε οι μαλθουσιανές λύσεις του καταμερισμού της υπάρχουσας εργασίας, ούτε, τέλος, η ανώφελη αναζήτηση να ευθυγραμμισθεί το κόστος εργασίας με εκείνο των αναπτυσσόμενων χωρών, με τη μείωση των μισθών ή τις δραστικές περικοπές της κοινωνικής προστασίας.

2.1.11. Εντούτοις, το ίδιο το Λευκό Βιβλίο δεν υποδεικνύει με τι τρόπο θα δοθεί συγκεκριμένο περιεχόμενο στα προτεινόμενα γενικά προγράμματα, με τι τρόπο θα επιτευχθούν πραγματικά οι υποδεικνυόμενοι στόχοι.

2.1.12. Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να διενεργηθεί εμπεριστατωμένη επανεξέταση των θεμάτων αυτών, και ως κατάλληλος χώρος προβάλλεται μεταξύ άλλων το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

2.2. Το Λευκό Βιβλίο, το «πρόγραμμα δράσης» του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και οι «Μεγάλες κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής» του Συμβουλίου Ecofin

2.2.1. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 10ης και 11ης Δεκεμβρίου 1993 στις Βρυξέλλες, ενέκρινε το Λευκό Βιβλίο για τη μεσοπρόθεσμη στρατηγική υπέρ της ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης.

2.2.2. Βάσει του έγγραφου αυτού, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή ένα «πρόγραμμα δράσης» σε βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη βάση το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο των πολιτικών που τα κράτη μέλη οφείλουν να ακολουθήσουν και το οποίο συμπληρώνεται από μια σειρά ειδικών συνοδευτικών δράσεων και από τις συναφείς διαδικασίες.

2.2.3. Οι προϋποθέσεις του «προγράμματος δράσης» είναι μία υγιής, ανοιχτή οικονομία, κοινωνικά αλληλέγγυα, και με αποκεντρωτική τάση σε τοπικό επίπεδο (θέματα που εξετάζονται ευρέως στο Λευκό Βιβλίο).

2.2.4. Κατά την ίδια συνεδρίαση του Δεκεμβρίου 1993, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε μία σύσταση που προτάθηκε από το Συμβούλιο Ecofin για τις «Μεγάλες κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής».

2.2.5. Η εν λόγω σύσταση περιέχει ένα μακροοικονομικό πλαίσιο αναφοράς για το 1994, με στόχο την επιστροφή σε μία μη πληθωριστική οικονομική ανάπτυξη (σταθερότητα τιμών μεταξύ 2 % και 3 % το 1996). Προβλέπει επίσης την άρση διαφόρων μακρο (2) και μικροοικονομικών διαρθρωτικών εμποδίων, την εξυγίανση των δημοσίων προϋπολογισμών και την ενίσχυση των μηχανισμών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, με την τήρηση του χρονοδιαγράμματος για την υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης.

2.2.6. Η σημαντική διαφορά με το Λευκό Βιβλίο είναι πως οι «Κατευθύνσεις» εμμένουν κατά μείζονα λόγο στις πτυχές που αφορούν τη σύγκλιση μάλλον παρά την ανάπτυξη (π.χ. η αύξηση των επενδύσεων από 19 % σε 23-24 % του ΑΕΠ).

2.2.7. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο θα πρέπει να καταβάλλουν τις απαιτούμενες προσπάθειες προκειμένου οι «Κατευθύνσεις» να τροποποιηθούν με σκοπό την εξασφάλιση μιας δραστικότερης υποστήριξης της αναπτύξεως και μιας μεσοπρόθεσμης ώθησης της διεργασίας συγκλίσεως.

2.3. Μακροοικονομικές πολιτικές και ανεργία

2.3.1. Πρόκειται για ένα θέμα με το οποίο ασχολείται εκτενώς το Λευκό Βιβλίο διατυπώνοντας διάφορες συστάσεις προς τα κράτη μέλη.

2.3.2. Οι θέσεις που εκφράζονται σχετικά βασίζονται σε μια μακροοικονομική σύγκριση των δεικτών ανάπτυξης και απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τις τελευταίες δεκαετίες και των αντίστοιχων στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία.

2.3.3. Το Λευκό Βιβλίο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διαρθρωτική έλλειψη ισορροπίας στην οποία βρέθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλεται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό στην ακαταλληλότητα των οικονομικών πολιτικών.

2.3.4. Παρόλα αυτά, η σοβαρότατη αυτή διαπίστωση δεν συνοδεύθηκε ούτε από διερεύνηση των αιτίων που προκάλεσαν αυτά τα σφάλματα και τις ανεπάρκειες, ούτε βεβαίως από μία αυτοκριτική ως προς τις μακροοικονομικές πολιτικές που εφαρμόσθηκαν από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και από τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών κατά τα τελευταία χρόνια (1).

2.3.5. Το Λευκό Βιβλίο προβαίνει κατευθείαν στον καθορισμό ενός στόχου με έντονο πολιτικό αντίκτυπο: υιοθέτηση διορθωτικών πολιτικών ούτως ώστε να ξεπερασθεί η σημερινή κρίση και να καταστεί δυνατή η δημιουργία τουλάχιστον 15 εκατομμυρίων νέων θέσεων απασχόλησης έως το 2000 (2).

2.3.6. Οι παρεμβάσεις για την προσαρμογή των διαρθρώσεων της κοινοτικής οικονομίας στις μεταβολές του διεθνούς οικονομικού και κοινωνικού πλαισίου εμπίπτουν κατά τρόπο ουσιαστικό στις αρμοδιότητες των κρατών μελών. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο επιθυμούν απλώς και μόνο να προβούν στη διατύπωση γενικών συστάσεων σχετικά με τις πρωτοβουλίες που πρέπει να αναληφθούν.

2.3.7. Αυτή η μειωτική στάση της κοινοτικής εκτελεστικής εξουσίας στο μακροοικονομικό πεδίο επικρίθηκε από την ΟΚΕ η οποία δεν θεωρεί πως η Ευρωπαϊκή Ένωση ολοκλήρωσε το έργο της με τη δημοσίευση του Λευκού Βιβλίου, αφήνοντας τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν μόνα τους τη δύσκολη κατάσταση.

2.3.8. Η ΟΚΕ αναγνωρίζει όμως ότι κατά τα προηγούμενα χρόνια, μέχρι επικυρώσεως της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η Κοινότητα δεν διέθετε τα κατάλληλα μέσα για να κατευθύνει και να ελέγξει τις μακροοικονομικές πολιτικές των κρατών μελών (3).

2.3.9. Σήμερα το έργο της κατευθύνσεως και του ελέγχου μπορεί και πρέπει να συντελεστεί με αποτελεσματικότερο τρόπο για να υπάρξει καλύτερος συντονισμός μεταξύ των κατευθύνσεων της οικονομικής και της νομισματικής πολιτικής προκειμένου οι προσπάθειες να ακολουθούν την ίδια κατεύθυνση.

2.3.10. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εκφράζεται θετικά ως προς την αρχή του συντονισμού, του ελέγχου και της τόνωσης της σύγκλισης των μακροοικονομικών πολιτικών των κρατών μελών.

2.3.11. Συγκεκριμένα, το βραχυπρόθεσμο «πρόγραμμα δράσης» του Συμβουλίου δεν φαίνεται να επαρκεί ώστε να δοθεί πραγματικά λειτουργικό περιεχόμενο στους προσανατολισμούς του Λευκού βιβλίου.

2.3.12. Γίνεται συνεπώς επιτακτική η ανάγκη να εξασφαλισθεί μία εναρμονισμένη λειτουργική συνέχεια, μέσω διαδοχικών, ειδικών προγραμμάτων που να περιέχουν εμπεριστατωμένες προτάσεις.

2.3.13. Η ΟΚΕ υπογραμμίζει επίσης και το γεγονός ότι είναι απαραίτητο να επαναληφθεί και να προχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος η συζήτηση για τις σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ ανεργίας και εξέλιξης της σφαιρικής ζητήσεως της ευρωπαϊκής οικονομίας.

2.3.14. Είναι απαραίτητο να αξιολογηθεί μέχρι ποιο σημείο οι περιοριστικές νομισματικές πολιτικές που κατέστησαν αναγκαίες για τη χρηματοδότηση της γερμανικής ενοποίησης και τον καθορισμό αυστηρών κριτηρίων συγκρίσεων του Μάαστριχτ επέδρασαν κατά τρόπο αρνητικό στη συνολική ζήτηση της ευρωπαϊκής οικονομίας και συνεπώς συνέβαλαν στη σημερινή οικονομική ύφεση (4).

2.3.15. Και τούτο για να εκτιμηθεί κατά πόσο υπάρχουν δυνατότητες μη πληθωριστικής ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας στο προσεχές μέλλον.

2.3.16. Είναι σκόπιμο να υπενθυμισθεί εδώ ότι ο βασικός στόχος του Μάαστριχτ, που συνελήφθη το 1990, έγκειται ουσιαστικώς στη σταθερότητα και τη σύγκλιση των οικονομιών των κρατών μελών. Σήμερα ο στόχος προτεραιότητας πρέπει να είναι η απορρόφηση της ανεργίας μέσω της οικονομικής ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, δίχως πληθωρισμό ούτε αύξηση του δημοσίου ελλείμματος.

2.3.17. Η ΟΚΕ ζητεί από το Συμβούλιο να δηλώσει ρητώς ότι η προτεραιότητα σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η απασχόληση. Η προτεραιότητα αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και όταν πρόκειται για τον προσδιορισμό των μακροοικονομικών και νομισματικών πολιτικών της ίδιας της Ευρωπαίκής Ένωσης.

2.3.18. Οι πολιτικές αυτές θα πρέπει να καταστήσουν συμβατές τις απαιτήσεις για σταθερότητα με την ανάγκη μιας σταθερής ανάκαμψης η οποία θα είναι σε θέση να προκαλέσει κατά τρόπο άμεσο και έμμεσο αύξηση των νέων θέσεων απασχόλησης σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.3.19. Συμπερασματικώς, η ΟΚΕ τονίζει ότι η δημιουργία ενός ευνοϊκού μακροοικονομικού πλαισίου είναι πρωταρχική πρϋπόθεση για την οικονομική ανάκαμψη, την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και την πραγματοποίηση σημαντικών παραγωγικών επενδύσεων, που αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για τη δημιουργία νέας απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

2.3.20. Η ΟΚΕ εγκρίνει το στόχο που ορίζεται στο Λευκό Βιβλίο και αφορά την αύξηση του ποσοστού των συνολικών επενδύσεων από 19 % σε 23-24 % του ΑΕΠ. Αναμένει ότι τα απαραίτητα μέτρα για την αύξηση των ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων θα εφαρμοσθούν στα πλαίσια ενός μεσοπρόθεσμου προγράμματος.

2.4. Οικονομική ανάπτυξη, ανεργία, και συνοχή μεταξύ των κρατών μελών

2.4.1. Οι αναλύσεις του Λευκού Βιβλίου δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα πρέπει να επιτύχει αύξηση άνω του 3 % ετησίως για να μπορέσει να απορροφήσει με αργό ρυθμό τη σημερινή ανεργία. Με ένα ποσοστό 2 % είναι δυνατόν να υπάρξει μόνο σταθεροποίηση της απασχόλησης, ενώ με κατώτερα ποσοστά η ανεργία θα εξακολουθήσει να αυξάνεται (1).

2.4.2. Η κατάσταση είναι κρίσιμη δεδομένου ότι πρόκειται για την επίτευξη όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αλλά και σταθερά, αύξησης κατά 3 % ετησίως και πιθανόν υψηλότερης χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος νέου πληθωρισμού: δεν πρέπει να χαθεί η ευκαιρία που παρουσιάζεται σήμερα για την έναρξη μιας σημαντικής ανάπτυξης όλης της ευρωπαϊκής οικονομίας.

2.4.3. Θα χρειαστεί επίσης να αντιμετωπισθεί και ένα άλλο πολύπλοκο πρόβλημα που αφορά τις έντονες ανισορροπίες που υφίστανται στο εσωτερικό των μεμονωμένων κρατών μελών μεταξύ αναπτυγμένων και καθυστερημένων περιοχών (όπου η ανεργία αυξάνεται κατά τρόπο εντυπωσιακό) (2).

2.4.4. Για να βελτιωθεί η οικονομική συνοχή θα πρέπει να εφαρμοσθούν συνεκτικές οικονομικές πολιτικές ως προς τη συνεργασία μεταξύ των μεθοριακών περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.4.5. Οι κρίσιμες καταστάσεις πολλαπλασιάζονται πλέον σε κάθε μεριά της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου το ζήτημα της εκτάκτου ανάγκης που δημιουργεί η ανεργία προκαλεί δραματικές εντάσεις.

2.4.6. Χρειάζεται συνεπώς οι κυβερνήσεις των κρατών μελών και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση να παρέμβουν με τα αναγκαία μέτρα στήριξης για να ξεπεραστούν οι σοβαρότερες κρίσεις και ταυτοχρόνως να παράσχουν το ελπιδοφόρο μήνυμα, για να αποκτήσουν και πάλι εμπιστοσύνη οι ευρωπαίοι πολίτες και ειδικότερα οι επιχειρηματίες από τους οποίους θα εξαρτηθούν οι αποφάσεις για νέες επενδύσεις.

2.4.7. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι υπάρχει κίνδυνος οι παρεμβάσεις εκτάκτου ανάγκης των μεμονωμένων κρατών μελών να προκαλέσουν διαφορές μεταξύ τους απομακρύνοντας έτσι το στόχο της συνοχής μεταξύ των κοινοτικών κρατών που αποτελεί μία από τις βάσεις της ευρωπαϊκής οικοδόμησης.

2.5. Η εδραίωση του οικονομικού και κοινωνικού ευρωπαϊκού προτύπου: απαραίτητη η ισορροπία μεταξύ παραγωγικού και δημόσιου τομέα

2.5.1. Το Λευκό Βιβλίο υπενθυμίζει σύντομα (σελ.16) τους λόγους που οδήγησαν τις ευρωπαϊκές χώρες να αναπτύξουν συλλογικούς μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης προκειμένου να αντισταθμισθούν οι ανισορροπίες που κανονικά πλήττουν τις πιο αδύναμες κατηγορίες ενώ η ανάπτυξη της αγοράς επιβεβαιώνεται ολοένα και πιο δυναμικά.

2.5.2. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή τόνισε στη γνωμοδότηση της 20ής Οκτωβρίου 1993 ότι το επιτακτικότερο πρόβλημα σήμερα για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να υπάρξει και πάλι υψηλή ανάπτυξη που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις απορρόφησης της ανεργίας και ταυτοχρόνως να διατηρεί ένα αποτελεσματικό σύστημα κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης που να ριζώνει στις ελπίδες και την πολιτιστική ταυτότητα των ευρωπαίων πολιτών.

2.5.3. Η ΟΚΕ εξετάζοντας και πάλι την πτυχή αυτή θεωρεί ότι δεν είναι δυνατό για την Ευρώπη να προσβλέπει στο πρότυπο των ΗΠΑ, όπου τα προβλήματα της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης εάν δεν απουσιάζουν εντελώς, σχεδόν παραμελούνται σε πολύ μεγάλο βαθμό ούτε και το ιαπωνικό πρότυπο, που συνδέεται στενά με τις πολιτιστικές αξίες της χώρας αυτής (1).

2.5.4. Το παραδοσιακό σκανδιναβικό πρότυπο του «κράτους ευημερίας» το οποίο για δεκαετίες μελετήθηκε και θαυμάστηκε από όλες τις βιομηχανικές χώρες και το οποίο βρίσκεται σήμερα στο στάδιο αναθεωρήσεως, χρειάζεται αντιθέτως να αναλυθεί σε μεγαλύτερο βάθος. Το πρότυπο αυτό προσφέρει την προφανή απόδειξη ότι σε περίπτωση που διασαλευθεί η ισορροπία μεταξύ του παραγωγικού τομέα της αγοράς και του δημόσιου κοινωνικού συστήματος, τότε μπορούν να προκληθούν αρνητικές αντιδράσεις που δύνανται να διακυβεύσουν ολόκληρο το κοινωνικοοικονομικό σύστημα.

2.5.5. Πράγματι σε ορισμένες χώρες, όπως π.χ. στη Σουηδία (2) διασαλεύθηκε η ισορροπία μεταξύ του παραγωγικού τομέα της αγοράς και του δημόσιου κοινωνικού τομέα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κρίση σε ολόκληρο το εθνικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Η συνολική ανεργία, ενώ επί μακρό χρονικό διάστημα παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα σήμερα αυξάνεται με γοργό ρυθμό ενώ ο δημόσιος τομέας, που παρέμεινε δίχως πόρους λόγω της κάμψεως του παραγωγικού τομέα και της γενικότερης ύφεσης της οικονομίας, απώλεσε την ικανότητα που είχε να προσφέρει θέσεις εργασίας.

2.5.6. Σήμερα στις διάφορες σκανδιναβικές χώρες αναζητούνται νέοι τρόποι οργανώσεως πολλών από τις δημόσιες δραστηριότητες και μάλιστα καθιερώνονται λύσεις που διέπονται από τους νόμους της αγοράς.

2.5.7. Από την εμπειρία που προαναφέρθηκε οι κοινοτικές χώρες θα έπρεπε να αντλήσουν το δίδαγμα ότι πρέπει να διατηρούν την ισορροπία μεταξύ του προωθητικού σκέλους της αγοραίας παραγωγής και του σκέλους της κοινωνικής δημόσιας παρέμβασης.

2.5.8. Το Λευκό Βιβλίο αφιερώνει λίγη προσοχή στο απόλυτο επίπεδο των δημοσίων δαπανών και ενδιαφέρεται μόνο για το έλλειμμα του δημοσίου τομέως το οποίο λαμβάνει ως κριτήριο σύγκλισης για την μακροπρόθεσμη πραγματοποίηση της Νομισματικής Ένωσης. Αλλά και τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 1993 σιωπούν πάνω στο θέμα αυτό.

2.5.9. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή πιστεύει ότι το θέμα αυτό δεν μπορεί να αγνοείται αλλά πρέπει να συζητηθεί σε βάθος για να γίνουν οι αρμόδιες συστάσεις από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.5.10. Είναι πράγματι αναμφισβήτητες οι αρνητικές συνέπειες που εμφανίστηκαν σε ορισμένες χώρες (π.χ. στην Ιταλία) (3) λόγω της υπερβολικής ανάπτυξης των δημοσίων δαπανών οι οποίες απορρόφησαν υψηλά και σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβολικά υψηλά ποσοστά του εθνικού εισοδήματος των κρατών μελών (4).

2.5.11. Συνήθως η αποκατάσταση της ισορροπίας των ροών αποταμιεύσεως και χρηματοδοτήσεως της επένδυσης των παραγωγικών τομέων μπορεί να τονώσει περισσότερο την ανάπτυξη και κατά συνέπεια την ίδια την απασχόληση σε όλη την Επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.5.12. Από την άποψη αυτή πρέπει να υπενθυμισθεί ότι αναγνωρίζεται πλέον ότι οι τομείς της μεγάλης βιομηχανίας και των υπηρεσιών της αγοράς μπορούν στο μέλλον να συμβάλλουν σε περιορισμένο μόνο μέτρο στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης έστω και αν υποτεθεί ότι θα σημειωθεί και πάλι ανάπτυξη.

2.5.13. Ο στόχος της αυξήσεως της απασχόλησης κατά 2 % ετησίως, που προτείνεται από το Λευκό Βιβλίο θα επιτευχθεί κυρίως:

- διαμέσου των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στη σχέση ανάπτυξης και απασχόλησης,

- διαμέσου της ανάπτυξης των τοπικών οικονομιών, για την οποία απαιτείται μία αποκέντρωση των δημοσίων δομών, των υπηρεσιών και των σχετικών διαδικασιών για την λήψη αποφάσεων ως προς τις δαπάνες,

- στο δημόσιο τομέα, στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας και των κοινωφελών υπηρεσιών.

2.5.14. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θεωρεί εντούτοις ότι η βασική προσπάθεια για τη δημιουργία νέας απασχόλησης πρέπει κατά κύριο λόγο να στραφεί προς τις παραγωγικές επιχειρήσεις και να τις ενθαρρύνει να προβούν σε επενδύσεις και να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας οικονομικώς απαραίτητες και αιτιολογημένες. (Υπέρ της ανάπτυξης των ΜΜΕ θα πρέπει να προβλεφθούν ιδιαιτέρως κατάλληλη πρόσβαση στις πιστώσεις και αποτελεσματικά προγράμματα διάδοσης των τεχνολογιών).

2.5.15. Ταυτοχρόνως θα είναι απαραίτητο να εξετασθεί και η δημιουργία θέσεων απασχόλησης με απευθείας χρηματοδότηση από τις δημόσιες δαπάνες. Ωστόσο οι απαιτούμενοι χρηματοδοτικοί πόροι θα πρέπει να δημιουργηθούν προηγουμένως από το παραγωγικό σύστημα, χωρίς να καταφεύγει κανείς, όπως κατά το παρελθόν, στη λύση του πληθωρισμού και του ελλείμματος των δημόσιων προϋπολογισμών.

2.5.16. Η Επιτροπή έχει την σοβαρότατη υποχρέωση να μελετήσει και να φωτίσει τον περιορισμένα γνωστό δημόσιο τομέα που μπορεί εντούτοις να απορροφήσει άνω του ημίσεος του εθνικού εισοδήματος των κοινοτικών χωρών (υπερβαίνοντας δηλαδή το σύνολο των επενδύσεων και των ιδιωτικών καταναλώσεων) (1).

2.5.17. Στόχος θα πρέπει να είναι ο εντοπισμός των τρόπων εκείνων με τους οποίους μπορεί να καταστεί αποτελεσματικότερη και λιγότερο κατακερματισμένη η δημόσια δαπάνη που, εκτός λίγων αξιέπαινων εξαιρέσεων σε ορισμένα κράτη μέλη, χρησιμοποιεί κατά τρόπο ακατάλληλο τους πόρους που προέρχονται από τους κρατικούς προϋπολογισμούς και παρουσιάζει σοβαρές αναποτελεσματικότητες και σπατάλες.

2.5.18. Το μέσο που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει η Επιτροπή για να επιτελέσει το έργο αυτό θα μπορούσε να είναι η αιτιολογημένη αντιπαράθεση των εμπειριών των μεμονωμένων κρατών σε ειδικούς τομείς (από τον υγειονομικό τομέα στον τομέα της εκπαίδευσης, από τις πολιτικές τιμές στα συστήματα προνοίας κλπ.) κατά τρόπο ώστε να εντοπίζονται οι αποτελεσματικότερες λύσεις που θα πρέπει να υποδεικνύονται σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.5.19. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έχει από καιρό προειδοποιήσει ότι είναι ανάγκη να αρχίσει μία προβληματική για το ρόλο του δημοσίου τομέα του οποίου η αποτελεσματικότητα και παραγωγικότητα αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάκαμψη της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι του διεθνούς ανταγωνισμού (2).

2.5.20. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή προτείνει την έδρα της, ως τον κατάλληλο χώρο για τη διεξαγωγή αναλύσεων, συζητήσεων και αντιπαραθέσεων για το θέμα αυτό.

3. Δημοσιονομικές και φορολογικές πτυχές του Λευκού Βιβλίου

3.1. Η χρηματοδότηση των διευρωπαϊκών έργων υποδομής

3.1.1. Για την ανάκαμψη και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας το Λευκό Βιβλίο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην υλοποίηση των διευρωπαϊκών δικτύων στους τομείς των μεταφορών της ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών.

3.1.2. Το Λευκό Βιβλίο παρέχει έναν πρώτο ενδεικτικό κατάλογο με τα σχέδια προτεραιότητας.

3.1.3. Οι απαραίτητες μαζικές επενδύσεις έως το 1999 εκφράστηκαν ποσοτικώς κατά τον εξής τρόπο: 220 δισεκατομμύρια Ecu στον τομέα των μεταφορών, 13 για τα δίκτυα μεταφοράς ενέργειας, 67 στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών δικτύων.

3.1.4. Σύμφωνα με το Λευκό Βιβλίο (που κάνει σχετικά αναφορά στις προδιαγραφές της Συνθήκης του Μάαστριχτ) η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να περιορισθεί στην υποστήριξη των επενδυτικών προσπαθειών, των ιδιωτικών και δημοσίων φορέων, των μεμονωμένων χωρών, με τη μορφή μελετών σκοπιμότητας, εγγυήσεων για δάνεια που συλλέγονται από την αγορά και επιδοτήσεων επιτοκίων.

3.1.5. Η τελευταία αυτή μορφή συμμετοχής μπορεί να λάβει τη διάσταση μιας μέγιστης συμβολής ίσης προς 10 % του κόστους χρηματοδότησης των επενδύσεων, ισοδύναμης με μία επιχορήγηση που να επιτρέπει έκπτωση 2-3 ποσοστιαίων μονάδων του επιτοκίου.

3.1.6. Το Λευκό Βιβλίο δείχνει επίσης ότι έχει τη βούληση να παρέμβει για να άρει τις διαδικαστικές καθυστερήσεις και τα κωλύμματα σε διάφορα επίπεδα που έως τώρα επηρέασαν αρνητικά την ανάληψη πρωτοβουλιών στον τομέα των ευρωπαϊκών έργων υποδομής.

3.1.7. Η ΟΚΕ έχει από καιρού εξετάσει τα πολύπλοκα προβλήματα που απορρέουν από τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσπαθώντας κυρίως να συστηματοποιήσει και να εναρμονίσει σχέδια που ως επί το πλείστον υφίστανται ήδη.

3.1.8. Γενικότερα η ΟΚΕ αναρωτήθηκε εάν μπροστά σε μια τόσο σημαντική ζήτηση χρηματοπιστωτικών πόρων, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορούσε να διαδραματίσει δραστικότερο και αμεσότερο ρόλο με την ανάληψη πρωτοβουλιών που θα παρέχουν μια πρόσθετη χρηματοδοτική συμβολή (από τον κοινοτικό προϋπολογισμό και διαμέσου κοινοτικών δανείων που συλλέγονται από την διεθνή χρηματοπιστωτική αγορά).

3.1.9. Και όλα τούτα για να αποφευχθεί ο κίνδυνος μήπως οι προτάσεις του Λευκού Βιβλίου παραμείνουν εν μέρει ανεφάρμοστες, όταν ληφθούν υπόψη οι δυσκολίες πολλών κρατών μελών και των ίδιων των ιδιωτικών φορέων, ή μήπως η διαχείρισή τους γίνει κατά τρόπο ανισόρροπο με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι οικονομικές και κοινωνικές διαφορές που υπάρχουν σήμερα στην επικράτεια της Κοινότητας.

3.1.10. Είναι βεβαίως γνωστό ότι το Συμβούλιο Οικονομικών των Βρυξελλών του περασμένου Δεκεμβρίου δεν εκφράστηκε υπέρ των άμεσων πρωτοβουλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο χρηματοδοτικό τομέα και κράτησε πιο αναβλητική και λιγότερο αποφασιστική στάση σε σχέση με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών που είχε εγκρίνει το Λευκό Βιβλίο και τις συνακόλουθες δράσεις στον τομέα των έργων υποδομής.

3.1.11. Εκφράζεται η ευχή όπως κατά τις προσεχείς συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου διασκεδασθεί οιαδήποτε αμφιβολία και επιβεβαιωθεί η δέσμευση για την άνευ καθυστερήσεων υλοποίηση των προγραμμάτων που προβλέπονται στο Λευκό Βιβλίο, ώστε να μη χαθεί η ευκαιρία για τόνωση των οικονομιών των κρατών μελών.

3.1.12. Η ΟΚΕ εντούτοις έχει επίγνωση πως μία τόσο σημαντική προσφυγή στη διεθνή χρηματοδοτική αγορά ενδέχεται να συνεπάγεται εντάσεις και να προκαλέσει εν μέρει επανάληψη της τάσεως για χρέωση των εθνικών κρατών.

3.1.13. Εντούτοις θα πρέπει να δοθεί το κατάλληλο βάρος στις θετικές επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η ευρωπαϊκή οικονομία με την ενθάρρυνση της ανάπτυξής της βραχυπρόθεσμα και προπάντων στις πιο μακρόχρονες διαρθρωτικές επιπτώσεις υπέρ της ευρωπαϊκής οικονομίας στο σύνολό της. Τα προς υλοποίηση σχέδια θα πρέπει να εντοπίζονται σύμφωνα με τις ενδεδειγμένες προτεραιότητες.

3.1.14. Πρόκειται συνεπώς για τη δημιουργία μιας δίκαιας ισορροπίας, στην προοπτική οικονομικής αναπτύξεως για να καταστεί δυνατή η σοβαρή αντιμετώπιση του προβλήματος της απορρόφησης της ανεργίας στην Ευρώπη και για να παγιωθούν τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από την υλοποίηση της Ενιαίας Αγοράς.

3.2. Η φορολογική κάλυψη των μη μισθοδοτικών δαπανών της εργασίας

3.2.1. Στο Λευκό Βιβλίο αφιερώνεται πολύς χώρος στο θέμα των σχέσεων που διαπλέκονται μεταξύ του επιπέδου υποχρεωτικών κοινωνικών συμβολών και της ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης.

3.2.2. Διαπιστώνεται ότι το υψηλό βάρος από τις μη μισθοδοτικές δαπάνες του εργατικού δυναμικού αποτελεί εμπόδιο και ασκεί αρνητική επίδραση στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, ενθαρρύνει την αντικατάσταση της εργασίας από το κεφάλαιο, μπορεί να προκαλέσει φαινόμενα μετεγκατάστασης των επενδύσεων και των δραστηριοτήτων προς Τρίτες Χώρες.

3.2.3. Θα έπρεπε συνεπώς να μειωθούν οι μη μισθοδοτικές δαπάνες, κυρίως του λιγότερο ειδικευμένου προσωπικού και της απασχόλησης των νέων. Για να γίνει αυτό χωρίς την κατάργηση του ισχύοντος συστήματος προνοίας θα πρέπει να υιοθετηθούν αντισταθμιστικά φορολογικά μέτρα.

3.2.4. Το Λευκό Βιβλίο εξετάζει τις διάφορες δυνατότητες για την υιοθέτηση ουδέτερων φορολογικών μέτρων (που δεν διακυβεύουν δηλαδή την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής), και θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να μελετηθεί το ζήτημα σε βάθος και να εξεταστεί επίσης γιατί οι γνώμες των κυβερνήσεων των κρατών μελών είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους στο θέμα αυτό.

3.2.5. Ιδιαίτερη είναι η προσοχή που δίδεται στη λύση της επιβολής φόρων για το περιβάλλον, που πλήττουν τη χρησιμοποίηση των σπάνιων πόρων και των πηγών ενεργείας.

3.2.6. Η λύση αυτή ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση με τις «σκέψεις για ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο της Κοινότητας» (κεφάλαιο 10 του Λευκού Βιβλίου) όπου εξετάζονται οι διαρθρωτικές σχέσεις μεταξύ περιβάλλοντος και απασχόλησης.

3.2.7. Σύμφωνα με το πρότυπο αυτό της «βιώσιμης αναπτύξεως» η φορολογία για την οικολογία και την ενέργεια θα μπορούσε να ελαφρύνει το βάρος των υποχρεωτικών μη μισθο-δοτικών εισφορών που επιβαρύνουν το κόστος εργασίας και συγχρόνως θα επέτρεπε τη δημιουργία νέων ευκαιριών απασχόλησης στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και των καθαρών τεχνολογιών.

3.2.8. Η ΟΚΕ δηλώνει ότι είναι καταρχήν διατεθειμένη να εξετάσει χωρίς αρνητικές προκαταλήψεις τη λύση του υποδείγματος της βιώσιμης ανάπτυξης που προτείνεται στο Λευκό Βιβλίο (1).

3.2.9. Ωστόσο, η ΟΚΕ συμμερίζεται προπάντων την άποψη που εκφράζεται στο Λευκό Βιβλίο σύμφωνα με την οποία είναι απαραίτητο να γίνουν ορισμένες αναλύσεις που θα εξετάζουν τις επιπτώσεις των διαφόρων λύσεων που συζητούνται προτού να ληφθούν οι τελικές αποφάσεις.

3.2.10. Θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη και οι εμπειρίες από τις πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί σε ορισμένα κράτη της Κοινότητας όπως π.χ. στη Δανία, όπου οι επιβαρύνσεις επί της εργασίας για την πρόνοια έχουν από καιρού αντικατασταθεί από αύξηση των έμμεσων φόρων με αποτελέσματα που αξίζει να προσεχθούν.

3.2.11. Από την άλλη πλευρά η ΟΚΕ υπενθυμίζει ότι τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 10ης και 11ης Δεκεμβρίου 1993 δεν υιοθετούν συγκεκριμένα την προβληματική αυτή αλλά διευκρινίζουν ορθώς ότι ορισμένα φορολογικά μέτρα για το περιβάλλον «θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα από τα μέτρα για να αντισταθμιστεί η μείωση των κοινωνικών εισφορών σε ένα γενικό πλαίσιο σταθεροποίησης του συνόλου των υποχρεωτικών εισφορών και μείωσης των φορολογικών πιέσεων».

4. Η Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας - Μία ενεργός και μακροπρόθεσμη πολιτική στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων

4.1. Στη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 20ής Οκτωβρίου 1993 επισημαίνεται πως είναι απαραίτητο για την Ευρωπαϊκή Ένωση να ακολουθήσει μία δεύτερη κατευθυντήρια γραμμή προκειμένου να δοθεί η κατάλληλη ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα και να ξεπεραστεί η σημερινή φάση της στάσεως και της υφέσεως: διεύρυνση των εμπορικών συναλλαγών και συμβολή στην ανάπτυξη των οικονομιών των Τρίτων Χωρών, αρχής γενομένης από τις πλησιέστερες του ευρωπαϊκού χώρου (που μπορούν να αποτελέσουν νέες και μεγάλης σημασίας αγορές).

4.2. Στη γνωμοδότηση τονιζόταν πόσο ο γενικός χαρακτήρας και οι αβεβαιότητες της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής που ακολουθήθηκε έως σήμερα από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τις βιομηχανικές χώρες και ως προς το πολυμερές σύστημα συναλλαγών όσο και η έλλειψη μιας αποτελεσματικής στρατηγικής έναντι των χωρών του πρώην σοσιαλιστικού χώρου καθώς και των χωρών του Τρίτου Κόσμου.

4.3. Το Λευκό Βιβλίο αποδίδει στα θέματα αυτά πολύ μικρή προσοχή σε σύγκριση με τα θέματα της ανάπτυξης της εσωτερικής οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνεπώς δεν φαίνεται να έχει λάβει υπόψη τις κριτικές που διατυπώνονται στη γνωμοδότηση της ΟΚΕ σχετικά με την ανεπαρκή στρατηγική.

4.4. Η ΟΚΕ επανακάμπτει στα θέματα αυτά και επαναλαμβάνει ότι είναι απαραίτητο να χαραχθεί μία πολύ πιο ενεργός και πιο μακροπρόθεσμη πολιτική στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων.

4.5. Η επιμονή αυτή στηρίζεται επίσης και στην αίσθηση ότι οι πεποιθήσεις της Επιτροπής φαίνεται να έχουν ωριμάσει όπως αποδεικνύουν οι πρόσφατες δηλώσεις του Προέδρου Delors σύμφωνα με τον οποίο «η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει σαφείς προοπτικές σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης» και σύμφωνα με τον οποίο καθίσταται απαραίτητη μια «αυτοανάλυση» πάνω στα όσα έχουν συντελεστεί έως τώρα προκειμένου να εντοπισθούν νέες κατευθύνσεις δράσεως.

4.6. Η ΟΚΕ επιθυμεί λοιπόν να επανεξετάσει ορισμένα συναφή θέματα όπως π.χ. το θέμα των αβεβαιοτήτων της Επιτροπής για τη σφαιρικοποίηση των συναλλαγών και των επικοινωνιών καθώς και το θέμα της κινητικότητας των διεθνών επενδύσεων (μετεγκατάσταση) που δημιουργούν νέα και μεταβαλλόμενα πλαίσια στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

4.7. Ο ρόλος της ευρωπαϊκής οικονομίας στο παγκόσμιο πλαίσιο δε φαίνεται σήμερα να είναι ούτε σαφής ούτε να διαθέτει μακροπρόθεσμες στρατηγικές (1).

4.8. Καθίσταται απαραίτητη μία εμπεριστατωμένη επανεξέταση των πραγμάτων διότι επιτελούνται σημαντικές εννοιολογικές μεταβολές οι οποίες εν μέρει τουλάχιστον αναθεωρούν τα αξιώματα επί των οποίων ανέκαθεν η Επιτροπή βάσισε την θέση της στο πλαίσιο των εξωτερικών οικονομικών σχέσεων.

4.9. Επί παραδείγματι τίθεται σήμερα το ζήτημα του ρόλου της αγοράς, που βασίζεται στον ανταγωνισμό και τη διεθνή σφαιρικοποίηση, ενώ διαφαίνονται όρια ως προς την ικανότητά της να αντιμετωπίζει σύνθετα προβλήματα όπως το πρόβλημα της συνυπάρξεως και της συνεργασίας μεταξύ βιομηχανικών περιοχών υψηλής ανάπτυξης και πολύ εκτεταμένων περιοχών οικονομικής υφέσεως και κοινωνικής κατάπτωσης, εντός των οποίων βρίσκονται και αυξάνονται θορυβωδώς τα τρία τέταρτα του παγκοσμίου πληθυσμού.

4.10. Διαφαίνονται νέες λύσεις που βασίζονται σε μορφές συνεργασίας (και όχι μόνον στον ανταγωνισμό της αγοράς) προκειμένου οι μεγάλοι τεχνολογικοί, υλικοί και ανθρώπινοι πόροι του δυτικού κόσμου να κατευθυνθούν κατά τρόπο συντονισμένο και αποτελεσματικό προς τις φτωχότερες περιοχές του κόσμου (2).

4.11. Οι νέες αυτές λύσεις θα πρέπει να υποστηριχθούν, κατά τρόπο συμβατό, από το πολυμερές σύστημα διεθνών εμπορικών σχέσεων το οποίο ανακαινίσθηκε και αναζωογονήθηκε με την κατάληξη των διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης της ΓΣΔΕ.

4.12. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να λάβει την πρώτη θέση στο μέτωπο αυτό και να είναι η κινητήρια δύναμη ως προς τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία για την απτή δημιουργία ενός νέου προτύπου στις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις μεταξύ των βιομηχανικών χωρών και των χωρών του Τρίτου Κόσμου.

5. Συμπεράσματα

5.1. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συμφωνεί με το στρατηγικό μακροπρόθεσμο περιεχόμενο του Λευκού Βιβλίου και υποστηρίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής και του Συμβουλίου.

5.2. Παρατηρεί εντούτοις ότι το Λευκό Βιβλίο αποτελεί ένα αναλυτικό και στρατηγικό έγγραφο: θα πρέπει οι προσανατολισμοί του να λάβουν αμέσως τη μορφή αποτελεσματικών και συνεκτικών δράσεων.

5.3. Η απορρόφηση της ανεργίας και η δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης για τους νέους θα πρέπει να καταστεί η θεμελιώδης προτεραιότητα από τηυ οποία θα πρέπει να εμπνέονται όλες οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμπεριλαμβανομένων και των μακροοικονομικών και νομισματικών.

5.4. Η επιστροφή σε μια βιώσιμη ανάπτυξη και στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων είναι οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα.

5.5. Το οικονομικό και κοινωνικό πρότυπο της Ευρώπης που βασίζεται στην αναζήτηση υψηλής ανάπτυξης αλλά και σε ένα αποτελεσματικό σύστημα κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης θα πρέπει να προστατευθεί και να αναζωογονηθεί.

5.6. Είναι απαραίτητο να υπάρξει καλύτερη ισορροπία μεταξύ των πόρων που προορίζονται για την παραγωγή και τις επενδύσεις και των πόρων που προορίζονται για το δημόσιο τομέα όπου μερικές φορές παρατηρούνται στρεβλώσεις και σπατάλες.

5.7. Τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για την οικονομική και κοινωνική διάρθρωση των αντίστοιχων οικονομιών τους. Η Επιτροπή θα πρέπει να αντιπαραβάλλει τις εμπειρίες και τις πιο αποτελεσματικές λύσεις που δόθηκαν στις διάφορες χώρες όσον αφορά τη διαχείριση του δημοσίου τομέα. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θα είναι σε θέση να συμμετάσχει στη συζήτηση και την ανάλυση των εμπειριών αυτών.

5.8. Η υλοποίηση σημαντικών διευρωπαϊκών έργων υποδομής αποτελεί ένα από τα πρωταρχικά προγραμματικά σημεία του Λευκού Βιβλίου. Τα έργα αυτά αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα για την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς και συμβάλλουν στην ενδυνάμωση της συνοχής στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συμφωνεί ως προς την πρόταση αυτή και επιβεβαιώνει ότι βασική δέσμευση της Κοινότητας θα πρέπει να είναι η δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών έτσι ώστε τα σχέδια να πραγματοποιούνται ταχέως και δίχως στρεβλώσεις.

5.9. Η παρουσία μη μισθολογικών επιβαρύνσεων στη δαπάνη του εργατικού δυναμικού αποτελεί εμπόδιο για τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης και ποδηγετεί την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών παραγωγών. Η ελάφρυνση από παρόμοιες επιβαρύνσεις μπορεί να επιτευχθεί με την υιοθέτηση αντισταθμιστικών φορολογικών μέτρων που θα πρέπει εντούτοις να μελετηθούν μετά προσοχής πριν τη λήψη οριστικών αποφάσεων.

5.10. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι είναι απαραίτητο για την Ευρωπαϊκή Ένωση να χαράξει μία δραστικότερη και πιο μακροπρόθεσμη πολιτική από ό, τι έως σήμερα στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων. Χρειάζονται σαφείς στρατηγικές και συντονισμένες προτάσεις εκ μέρους των βιομηχανικών χωρών απέναντι στη ζήτηση ανάπτυξης των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και των άλλων κρατών του Τρίτου Κόσμου.

Βρυξέλλες, 1η Ιουνίου 1994.

Η Πρόεδρος της

Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Susanne TIEMANN

(1) Βλ. έκθεση της Unice «Making Europe more competitive» (Για να γίνει πιο ανταγωνιστική η Ευρώπη) και την έκθεση του European Round Table of Industrialists «Beating the crisis. A charter of the Europe`s industrial future» (Η καταπολέμηση της κρίσης. Χάρτης για το μέλλον της βιομηχανικής Ευρώπης) αμφότερες του Δεκεμβρίου 1993. Βλ. επίσης το έγγραφο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Εργατικών Συνδικάτων της 10ης και 11ης Μαρτίου 1994, με τίτλο «Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα, Απασχόληση». Σημειώνονται επίσης και άλλες τομεακές πρωτοβουλίες. Επί παραδείγματι, οι Επίτροποι κ. Bangemann και Christophersen έχουν προωθήσει ομάδες μελέτης μεταξύ των μεγαλυτέρων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων για τη μελέτη αναλήψεως πρωτοβουλιών στους τομείς των επικοινωνιών και των δικτύων.

(2) Βλ. γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, απασχόληση - Μεσοπρόθεσμες θεωρήσεις» (EE αριθ. C 352 της 30. 12. 1993).

(3) Μεταξύ των μακροοικονομικών κωλυμμάτων σημαντικό φαίνεται πως είναι το εμπόδιο της αντίφασης μεταξύ του στόχου της σταθερότητας που συνεπάγεται νομισματικούς περιορισμούς, υψηλά επιτόκια, έλεγχο των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού και του στόχου της ανάπτυξης της οικονομίας και της απασχόλησης με την επέκταση των επενδύσεων.

(4) `Ενα πρώτο ξεκίνημα στην έρευνα των αιτίων της σημερινής κρίσης, γίνεται στο κεφάλαιο «Η κληρονομιά του πρόσφατου παρελθόντος» της ετήσιας οικονομικής έκθεσης 1994 της Επιτροπής [έγγρ. COM(94) 90 τελικό] της 23ης Μαρτίου 1994.

(5) Διατυπώθηκαν διάφορες κριτικές ως προς τη μεθοδολογία που ακολούθησε η Επιτροπή για τον καθορισμό των 15 εκατομμυρίων νέων θέσεων απασχόλησης έως το 2000. Ο εν λόγω αριθμός θέσεων δεν φαίνεται πολύ αξιόπιστος προπάντων όταν ληφθεί υπόψη η εμμονή της διενεργούμενης υφέσεως και των περιορισμένων προοπτικών ανάκαμψης για τα επόμενα χρόνια.

(6) Bλ. γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 27ης Απριλίου 1994 για την «Ετήσια Οικονομική Έκθεση 1994» (ΕΕ αριθ. C 195 της 18. 7. 1994). Η ΟΚΕ φρονεί ότι τα μέσα που προβλέπονται από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ θα πρέπει να ενισχυθούν στο μέλλον.

(7) Το θέμα αυτό συζητήθηκε στα πλαίσια του συνεδρίου για την «τεχνολογία, καινοτομία και απασχόληση» που οργανώθηκε στο Ελσίνκι από 7 έως 9 Οκτωβρίου 1993 με πρωτοβουλία του ΟΟΣΑ και της Φινλανδικής κυβερνήσεως.

(8) Διαπιστώθηκε πρόσφατα ότι η σχέση μεταξύ ανάπτυξης και απασχόλησης δεν είναι τόσο άμεση όπως υπετίθετο παλαιότερα.

(9) Σχετικά με το θέμα αυτό των σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ της ανάπτυξης των περιοχών της Κοινότητας και των υποθέσεων οικονομικής αναπτύξεως, ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης του Λευκού Βιβλίου βλέπε την παράλληλη γνωμοδότηση του τμήματος βιομηχανίας της ΟΚΕ. Γενικότερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να αντιμετωπίσει χωρίς καθυστέρηση το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ της τάσης για συγκεντρωτισμό των αποφάσεων που ακολούθησε την υλοποίηση της Νομισματικής Ένωσης και της ανάγκης για ουσιαστική αποκέντρωση και περιφερειοποίηση των τοπικών διαδικασιών λήψεως αποφάσεων, περιλαμβανομένων ορισμένων δημοσιονομικών και χρηματοπιστωτικών αρμοδιοτήτων.

(10) Για μια τεκμηριωμένη σύγκριση των τεσσάρων κυριοτέρων κοινωνικοοικονομικών υποδειγμάτων των χωρών του ΟΟΣΑ, δηλαδή του ευρωπαϊκού, του αμερικανικού, των χωρών ΕΖΕΣ και του ιαπωνικού, βλ. τη «Μελέτη επί της απασχόλησης και της ανεργίας» που δημοσίευσε ως σχέδιο η γενική γραμματεία του ΟΟΣΑ στις 4 Ιανουαρίου 1994 και υπέβαλε επισήμως στην ομάδα των 7 στο Ντητρόιτ, το Μάρτιο του 1994.

(11) Υπήρξαν πολλές δημοσιεύσεις για το «σουηδικό υπόδειγμα» του «κράτους ευημερίας» και για τις πρόσφατες εξελίξεις του. Για μια συνθετική παρουσίαση βλ. το άρθρο «Model no more» στο «Time» της 19ης Ιουλίου 1993.

(12) Στην Ιταλία, τα τελευταία χρόνια, το δημόσιο έλλειμμα απορρόφησε το 60 % της αποταμίευσης των οικογενειών, αφαιρώντας το από τις παραγωγικές επενδύσεις.

(13) Παρά τις μεθοδολογικές αβεβαιότηττες σε ό,τι αφορά τη διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα έχει σημασία ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ο δημόσιος τομέας αντιπροσωπεύει το 50 % των συνολικών δραστηριοτήτων έναντι 40 % στις ΗΠΑ και 30 % περίπου στην Ιαπωνία.

(14) Βλ. την προηγούμενη σημείωση. Μία ορισμένη αβεβαιότητα στα στατιστικά στοιχεία μπορεί να οφείλεται στην παρουσία μεταφορών εισοδημάτων υπέρ συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων (π.χ. συντάξεις).

(15) Βλ. γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της ΟΚΕ της 22ας Ιουλίου 1993 με θέμα «ο δημόσιος τομέας στην Ευρώπη» (ΕΕ αριθ. C 304 της 10. 11. 1993). Στις μελλοντικές αναλύσεις θα πρέπει να επιδειχθεί ιδιαίτερη προσοχή στο ρόλο και την αποτελεσματικότητα των βασικών δημοσίων υπηρεσιών.

(16) Βλ. σχετικά τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 1993 για την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τη φορολόγηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και της ενέργειας» (ΕΕ αριθ. C 108 της 19. 4. 1993).

(17) Το θέμα αυτό πραγματεύεται επίσης και η γνωμοδότηση του τμήματος βιομηχανίας για το Λευκό Βιβλίο.

(18) Βλ. την έκθεση «Όρια του ανταγωνισμού» της «Ομάδας της Λισσαβώνας» - Ίδρυμα Gulbenkian - Δεκέμβριος 1993.