|
8.6.2023 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 148/17 |
ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2023/1118 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 12ης Ιανουαρίου 2023
για τη συμπλήρωση της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τον προσδιορισμό των όρων υπό τους οποίους τα σώματα εποπτών ασκούν τα καθήκοντά τους
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (1), και ιδίως το άρθρο 48 παράγραφος 8,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Προκειμένου να συσταθούν τα σώματα εποπτών και να προσδιοριστούν τα μέλη του σώματος και οι δυνητικοί παρατηρητές, είναι αναγκαίο να χαρτογραφηθούν οι όμιλοι επιχειρήσεων επενδύσεων. Σκοπός της εν λόγω χαρτογράφησης είναι να προσδιοριστούν οι οντότητες του ομίλου ή τα υποκαταστήματα στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα και να περιγραφούν για κάθε οντότητα του ομίλου η φύση, η τοποθεσία, οι αρχές που συμμετέχουν στην εποπτεία της, οι ισχύουσες απαλλαγές προληπτικής εποπτείας, η σημασία της για τον όμιλο και η σημασία της για τη χώρα στην οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή είναι εγκατεστημένη. |
|
(2) |
Για να διασφαλιστεί η συνεκτική εφαρμογή του άρθρου 48 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 σε ολόκληρη την Ένωση και συνεπώς να διασφαλιστούν θεμιτοί όροι ανταγωνισμού, είναι σημαντικό να προωθηθεί η σύγκλιση των πρακτικών των αρχών εποπτείας του ομίλου όσον αφορά τη σύσταση σωμάτων εποπτών για ομίλους επιχειρήσεων επενδύσεων. Ειδικότερα, δεδομένου ότι η σύσταση σωμάτων εποπτών επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της αρχής εποπτείας του ομίλου που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, είναι σημαντικό να καθοριστούν κοινά κριτήρια που θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι αρχές εποπτείας του ομίλου όταν αποφασίζουν αν θα πρέπει να συσταθεί σώμα εποπτών. Τα εν λόγω κοινά κριτήρια θα πρέπει να περιλαμβάνουν κριτήρια αναλογικότητας, να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη για διευκόλυνση των εποπτικών καθηκόντων και να διευκολύνουν τον συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων εποπτικών αρχών τρίτων χωρών και τη συνεργασία με αυτές, ιδίως όταν ο εν λόγω συντονισμός και η συνεργασία είναι αναγκαία για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών για το μοντέλο περιθωρίου με τις εποπτικές αρχές των εκκαθαριστικών μελών των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων ή τις εποπτικές αρχές των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων, καθώς και για την επικαιροποίηση των εν λόγω πληροφοριών. |
|
(3) |
Για να αυξηθούν η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα της λειτουργίας των σωμάτων εποπτών, οι γραπτές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48 παράγραφος 6 τρίτο εδάφιο της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 θα πρέπει να καλύπτουν όλους τους τομείς εργασίας των σωμάτων. Συνεπώς, οι εν λόγω γραπτές ρυθμίσεις θα πρέπει επίσης να καλύπτουν τις συμφωνίες μεταξύ των μελών του σώματος που συμμετέχουν σε συγκεκριμένες δραστηριότητες του σώματος, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που εκτελούνται μέσω ειδικών υποδομών του σώματος, όταν οι εν λόγω υποδομές δημιουργούνται για σκοπούς αποδοτικότητας. Για τον ίδιο λόγο, οι γραπτές ρυθμίσεις θα πρέπει να καλύπτουν και τις επιχειρησιακές πτυχές των εργασιών του σώματος, καθώς οι πτυχές αυτές είναι απαραίτητες για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του σώματος εποπτών, τόσο σε περίοδο ομαλής λειτουργίας όσο και κατά τη διάρκεια καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Τέλος, οι γραπτές ρυθμίσεις θα πρέπει να είναι περιεκτικές, συνεκτικές και πλήρεις και θα πρέπει να παρέχουν επαρκή και κατάλληλη βάση προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να εκπληρώνουν τις σχετικές αρμοδιότητες και τα καθήκοντά τους εντός, και όχι εκτός του σώματος εποπτών. |
|
(4) |
Τα σώματα εποπτών συνιστούν βασικό εργαλείο για την ανταλλαγή πληροφοριών, την προετοιμασία και την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, και επιτρέπουν στην αρχή εποπτείας του ομίλου να διεξάγει αποτελεσματική εποπτεία σε ενοποιημένη βάση. Για να διασφαλιστεί η συνοχή και προκειμένου η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) να είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η ΕΑΤ θα πρέπει να συμμετέχει σε όλα τα σώματα εποπτών. Επιπλέον, δεδομένου του συντονιστικού ρόλου των σωμάτων εποπτών για όλες τις εποπτικές δραστηριότητες σχετικά με τους ομίλους επιχειρήσεων επενδύσεων που απορρέουν από άλλη νομοθεσία της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) θα πρέπει πάντα να καλείται να συμμετέχει στις συνεδριάσεις και τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών, σύμφωνα με τις γραπτές ρυθμίσεις. |
|
(5) |
Για να είναι σε θέση να εκτελούν όλες τις δραστηριότητες του σώματος, η αρχή εποπτείας του ομίλου και τα μέλη του σώματος εποπτών θα πρέπει να έχουν μια γενική εικόνα των δραστηριοτήτων που διεξάγονται από όλες τις οντότητες του σχετικού ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων των οντοτήτων που διεξάγουν χρηματοοικονομικές δραστηριότητες χωρίς να έχουν χαρακτηριστεί επιχειρήσεις επενδύσεων, και των δραστηριοτήτων των οντοτήτων που δραστηριοποιούνται σε τρίτες χώρες. Για τον ίδιο λόγο, θα πρέπει να προωθηθεί η αλληλεπίδραση μεταξύ της αρχής εποπτείας του ομίλου, των μελών του σώματος, των δημόσιων αρχών ή των φορέων σε ένα κράτος μέλος που είναι αρμόδιοι ή συμμετέχουν στην εποπτεία μιας οντότητας του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών υποδοχής όπου είναι εγκατεστημένα υποκαταστήματα που αξιολογούνται ως σημαντικά, των αρχών ή των φορέων που είναι υπεύθυνοι για την εποπτεία των αγορών χρηματοπιστωτικών μέσων και για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, των αρχών ή των φορέων που είναι υπεύθυνοι για την προστασία των καταναλωτών, και των αρχών εξυγίανσης. Συνεπώς, είναι σημαντικό να επιτρέπεται στις εν λόγω δημόσιες αρχές ή στους φορείς να συμμετέχουν στις εργασίες του σώματος εποπτών με ρόλο παρατηρητή, κατά περίπτωση. |
|
(6) |
Για λόγους διαφάνειας και για να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του σώματος εποπτών, τα μέλη του σώματος θα πρέπει να συζητήσουν και να συμφωνήσουν σχετικά με το πεδίο εφαρμογής και το επίπεδο συμμετοχής άλλων αρχών, εφόσον υφίστανται, οι οποίες θα πρέπει να συμμετέχουν στο σώμα εποπτών με ρόλο παρατηρητή. Οι όροι συμμετοχής των εν λόγω αρχών με ρόλο παρατηρητή στο σώμα εποπτών θα πρέπει να καθορίζονται σαφώς στις γραπτές ρυθμίσεις και θα πρέπει να κοινοποιούνται σε όλες τις αρχές που συμμετέχουν με ρόλο παρατηρητή στο σώμα εποπτών. |
|
(7) |
Για την καλύτερη εκτέλεση των καθηκόντων τους και την αποφυγή της αλληλεπικάλυψης αρμοδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της αλληλεπικάλυψης των αιτήσεων παροχής πληροφοριών που απευθύνονται στις εποπτευόμενες οντότητες του ομίλου, τα μέλη του σώματος εποπτών θα πρέπει να συνεργάζονται στενά και να συντονίζουν τις εποπτικές δράσεις τους στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Για τον ίδιο λόγο, τα μέλη του σώματος εποπτών θα πρέπει να επανεξετάζουν τακτικά τυχόν συμφωνίες για την ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, και ιδίως όταν μέλη του σώματος καθορίζουν την κατανομή των πόρων και καταρτίζουν το σχέδιο για επιτόπια και μη επιτόπια εποπτικά καθήκοντα στο επίπεδο του σώματος εποπτών. |
|
(8) |
Η αρχή εποπτείας του ομίλου θα πρέπει να είναι σε θέση να έχει συνολική εικόνα της κατάστασης του ομίλου και να ενεργεί ως διαμεσολαβήτρια, διασφαλίζοντας την ομαλή ροή πληροφοριών μεταξύ των μελών του σώματος. Συνεπώς, η αρχή εποπτείας του ομίλου θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων της και θα πρέπει να έχει συντονιστικό ρόλο για τη συλλογή και τη διάδοση των πληροφοριών που λαμβάνονται από οποιοδήποτε μέλος του σώματος εποπτών, κάθε άλλο παρατηρητή ή οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου, ή για οποιαδήποτε στοιχεία λαμβάνονται από άλλα εποπτικά όργανα ή αρχές που έχουν συσταθεί σε σχέση με τον όμιλο επιχείρησης επενδύσεων. Το ίδιο ισχύει για τα μέλη του σώματος, καθώς πρέπει να έχουν πρόσβαση σε σχετικές πληροφορίες για την εκτέλεση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων τους σε σχέση με τις οντότητες για τις οποίες είναι υπεύθυνα και την ανάγκη ανταλλαγής σχετικών πληροφοριών με τα άλλα μέλη του σώματος εποπτών. Συγκεκριμένα, όταν η αρχή εποπτείας του ομίλου καθορίζει ότι οι συγκεκριμένες πληροφορίες έχουν σημασία για άλλο μέλος του σώματος εποπτών, θα πρέπει να αποφεύγει τον αδικαιολόγητο αποκλεισμό των μελών του σώματος από τη λήψη των εν λόγω πληροφοριών. |
|
(9) |
Τα σώματα εποπτών διευκολύνουν τη συνεργασία και τον συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Αυτό ισχύει ιδίως για τυχόν αποφάσεις σχετικά με τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τις οποίες απαιτείται προηγούμενη άδεια από τις αρμόδιες αρχές. Συνεπώς, είναι σημαντικό να διευκρινιστούν οι όροι υπό τους οποίους η αρχή εποπτείας του ομίλου και οι σχετικές αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις επιδόσεις των εσωτερικών υποδειγμάτων, και συζητούν και καταλήγουν σε συμφωνία σχετικά με τα μέτρα για την αντιμετώπιση των ανεπαρκειών που εντοπίζονται. |
|
(10) |
Για την κατανομή των εποπτικών πόρων και την ανάπτυξη ή τον συντονισμό επιτόπιων και μη επιτόπιων εποπτικών καθηκόντων στο επίπεδο του σώματος εποπτών, τα μέλη του σώματος εποπτών θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, η οποία διενεργείται για τον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων και καθεμία από τις οντότητές του. Προκειμένου να προσδιοριστούν καλύτερα οι προτεραιότητες του κοινού εποπτικού έργου και να διασφαλιστεί η επαρκής κατανομή των πόρων, η κατάρτιση του προγράμματος εποπτικής εξέτασης του σώματος θα πρέπει, συνεπώς, να αρχίσει μόλις οριστικοποιηθούν οι εν λόγω διαδικασίες εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης και θα πρέπει να ολοκληρωθεί μόλις οι αρμόδιες αρχές εξετάσουν τα καθήκοντα που έχουν δεσμευτεί να εκτελούν σε εθνικό επίπεδο, τους πόρους που διατίθενται για τα εν λόγω καθήκοντα και τις αντίστοιχες προθεσμίες για την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων. |
|
(11) |
Τα μέλη του σώματος εποπτών θα πρέπει να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους κατά την προετοιμασία για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και κατά τη διάρκεια αυτών των καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων δυσμενών εξελίξεων που ενδέχεται να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, ή άλλων καταστάσεων που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν ρητά τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κατάσταση ενός ομίλου επενδύσεων επιχειρήσεων ή οποιασδήποτε από τις οντότητές του. |
|
(12) |
Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι έχει δεόντως αξιολογηθεί και αντιμετωπιστεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Επομένως, κατά την αντιμετώπιση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης, τα μέλη του σώματος εποπτών, υπό τον συντονισμό της αρχής εποπτείας του ομίλου, θα πρέπει να στοχεύουν στην ανάπτυξη συντονισμένης εποπτικής αξιολόγησης της κατάστασης, στην επίτευξη συμφωνίας όσον αφορά τη συντονισμένη εποπτική απόκριση και στην παρακολούθηση της εφαρμογής της απόκρισής τους. Τα μέλη του σώματος εποπτών θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε εξωτερική επικοινωνία γίνεται συντονισμένα και καλύπτει στοιχεία τα οποία έχουν συμφωνήσει εκ των προτέρων μεταξύ τους. |
|
(13) |
Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή από την ΕΑΤ. |
|
(14) |
Η ΕΑΤ ζήτησε τη γνώμη της ESMA, διενήργησε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, ανέλυσε τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και οφέλη και ζήτησε τις συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
ΤΜΗΜΑ 1
ΣΥΣΤΑΣΗ ΣΩΜΑΤΩΝ
Άρθρο 1
Χαρτογράφηση ομίλων επιχειρήσεων επενδύσεων
1. Η αρχή εποπτείας του ομίλου χαρτογραφεί έναν όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων για να προσδιορίσει τις ακόλουθες οντότητες του ομίλου:
|
α) |
επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος και υποκαταστήματα εγκατεστημένα σε κράτος μέλος, πλην των επιχειρήσεων επενδύσεων στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3)· |
|
β) |
χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, συνδεδεμένους αντιπροσώπους και υποκαταστήματα αυτών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος· |
|
γ) |
επιχειρήσεις επενδύσεων, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, συνδεδεμένους αντιπροσώπους και υποκαταστήματα αυτών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα. |
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α), οι ακόλουθες πληροφορίες αποτυπώνονται στη χαρτογράφηση:
|
α) |
το κράτος μέλος στο οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας η επιχείρηση επενδύσεων ή είναι εγκατεστημένο το υποκατάστημα· |
|
β) |
η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της επιχείρησης επενδύσεων ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής όπου είναι εγκατεστημένο το υποκατάστημα, καθώς και άλλες αρχές του χρηματοπιστωτικού τομέα του εν λόγω κράτους μέλους, μεταξύ άλλων οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των αγορών χρηματοπιστωτικών μέσων, για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, για την προστασία των καταναλωτών και για λόγους εξυγίανσης· |
|
γ) |
για μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος, αν πληροί τα κριτήρια για να θεωρηθεί μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. |
3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία β) και γ), οι ακόλουθες πληροφορίες αποτυπώνονται στη χαρτογράφηση:
|
α) |
το κράτος μέλος ή η τρίτη χώρα όπου έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει εγκατασταθεί η οντότητα του ομίλου ή το υποκατάστημα· |
|
β) |
η αρχή που είναι αρμόδια ή συμμετέχει στην εποπτεία της εν λόγω οντότητας του ομίλου ή του υποκαταστήματος· |
|
γ) |
πληροφορίες σχετικά με τη σημασία της οντότητας του ομίλου ή του υποκαταστήματος για το κράτος μέλος που αναφέρεται στο στοιχείο α) και για τον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τα σχετικά κριτήρια που χρησιμοποιούν οι αρμόδιες αρχές για τον προσδιορισμό της εν λόγω σημασίας. |
Άρθρο 2
Προσδιορισμός του αν είναι σκόπιμη η σύσταση σώματος εποπτών
1. Κατά τον προσδιορισμό του αν είναι σκόπιμη η σύσταση σώματος εποπτών, η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει υπόψη τη χαρτογράφηση του ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 1 και επαληθεύει αν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
α) |
ο όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων αποτελείται από τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και δραστηριοποιούνται σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη· |
|
β) |
η εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 48 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 θα διευκολυνθεί με τη σύσταση σώματος εποπτών· |
|
γ) |
ο συντονισμός και η συνεργασία με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές τρίτων χωρών θα πραγματοποιούνται αποτελεσματικότερα στο πλαίσιο ενός σώματος εποπτών· |
|
δ) |
απαιτούνται συντονισμός και συνεργασία για την ανταλλαγή πληροφοριών με τις εποπτικές αρχές των εκκαθαριστικών μελών των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων ή με τις εποπτικές αρχές των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων για τους σκοπούς του άρθρου 23 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) και του άρθρου 23 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, καθώς και για την επικαιροποίηση των εν λόγω πληροφοριών. |
2. Όταν πληρούται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β), γ) ή δ), η σύσταση σώματος κρίνεται σκόπιμη, εκτός εάν η αρχή εποπτείας του ομίλου θεωρεί ότι η σύσταση αυτή δεν θα ήταν σκόπιμη, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τη χαρτογράφηση του ομίλου που αναφέρεται στο άρθρο 1 και ιδίως όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων θεωρούνται μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.
Άρθρο 3
Ανακοίνωση σχετικά με τη σύσταση σώματος εποπτών
1. Όταν έχει συσταθεί σώμα εποπτών, η αρχή εποπτείας του ομίλου, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση:
|
α) |
κοινοποιεί στις αρμόδιες και εποπτικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 48 παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 τη συμμετοχή της στο σώμα εποπτών· |
|
β) |
ενημερώνει την ΕΑΤ και τη σχετική μητρική επιχείρηση επενδύσεων που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, τη μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση ή τη μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση (οποιαδήποτε από τις εν λόγω οντότητες ορίζεται επίσης ως «μητρική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση») σχετικά με τη σύσταση του σώματος εποπτών, σχετικά με την ταυτότητα των μελών και των παρατηρητών του, καθώς και σχετικά με τυχόν αλλαγές στη σύνθεση του εν λόγω σώματος. |
2. Σε περίπτωση που δεν έχει συσταθεί σώμα εποπτών παρότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α), η αρχή εποπτείας του ομίλου κοινοποιεί στην ΕΑΤ, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την απόφασή της να μη συστήσει σώμα εποπτών και τεκμηριώνει την απόφασή της.
ΤΜΗΜΑ 2
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ
Άρθρο 4
Θέσπιση των γραπτών ρυθμίσεων
1. Οι γραπτές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48 παράγραφος 6 τρίτο εδάφιο της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 περιλαμβάνουν όλα τα ακόλουθα:
|
α) |
πληροφορίες σχετικά με τη γενική δομή του σχετικού ομίλου που καλύπτουν όλες τις οντότητες του ομίλου, συμπεριλαμβανομένης της μητρικής επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση· |
|
β) |
προσδιορισμό των μελών του σώματος εποπτών, συμπεριλαμβανομένων των μελών που είναι εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, και των παρατηρητών που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού· |
|
γ) |
περιγραφή των όρων που αφορούν τη συμμετοχή των εποπτικών αρχών τρίτων χωρών που αναφέρονται στο άρθρο 48 παράγραφος 5 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 στο σώμα εποπτών, ιδίως όσον αφορά τη συμμετοχή τους στους διάφορους διαλόγους και στις διαδικασίες του σώματος εποπτών, και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο του σώματος εποπτών· |
|
δ) |
αν η αρχή εποπτείας του ομίλου μπορεί να προσκαλεί παρατηρητές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, και τους όρους συμμετοχής τους στις δραστηριότητες του σώματος εποπτών· |
|
ε) |
τις ρυθμίσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένου του πεδίου εφαρμογής των πληροφοριών, της συχνότητας και των διαύλων επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών και τις αρχές εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 σημείο v) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, οι οποίες έχουν κληθεί να συμμετάσχουν στο σώμα με ρόλο παρατηρητή· |
|
στ) |
τις ρυθμίσεις για τον χειρισμό εμπιστευτικών πληροφοριών· |
|
ζ) |
τις διαδικασίες συλλογής πληροφοριών από τις οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων και τις διαδικασίες εξακρίβωσης αυτών των πληροφοριών· |
|
η) |
τη διαδικασία συντονισμού των αιτήσεων παροχής πληροφοριών από τις εποπτικές αρχές των εκκαθαριστικών μελών των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων ή τις εποπτικές αρχές των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων· |
|
θ) |
τις ρυθμίσεις για την ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, κατά περίπτωση· |
|
ι) |
περιγραφή οποιωνδήποτε υποδομών του σώματος, κατά περίπτωση· |
|
ια) |
τις ρυθμίσεις για τον προγραμματισμό και συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων σε συνθήκες ομαλής λειτουργίας· |
|
ιβ) |
τις ρυθμίσεις για τον προγραμματισμό και συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων κατά την προετοιμασία αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και κατά τη διάρκεια αυτών, συμπεριλαμβανομένου του σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης, των εργαλείων και διαδικασιών επικοινωνίας· |
|
ιγ) |
τις διαδικασίες για την ενημέρωση της αρχής εποπτείας του ομίλου και των μελών του σώματος εποπτών πριν και μετά την επιβολή σημαντικών κυρώσεων σε οντότητες των ομίλων επιχειρήσεων επενδύσεων· |
|
ιδ) |
την επικοινωνιακή πολιτική της αρχής εποπτείας του ομίλου και των μελών του σώματος εποπτών με τη μητρική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση και με τις οντότητες του ομίλου· |
|
ιε) |
συμφωνημένες διαδικασίες και χρονοδιαγράμματα για την κυκλοφορία των εγγράφων των συνεδριάσεων του σώματος εποπτών· |
|
ιστ) |
οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ των μελών του σώματος εποπτών, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνημένων ενδείξεων για τον εντοπισμό των μηνυμάτων έγκαιρης προειδοποίησης, των ενδεχόμενων κινδύνων και των τρωτών σημείων· |
|
ιζ) |
ρυθμίσεις για την περίπτωση κατά την οποία ένα μέλος ή ένας παρατηρητής τερματίζει τη συμμετοχή του στο σώμα και ιδίως σχετικά με τα καθήκοντα αποθήκευσης και παροχής πρόσβασης στα δεδομένα που έχουν ανταλλαγεί πριν από τον εν λόγω τερματισμό. |
2. Οι γραπτές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48 παράγραφος 6 τρίτο εδάφιο της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 μπορούν να προβλέπουν άλλα στοιχεία που συμφωνούνται μεταξύ της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και των μελών του σώματος.
Άρθρο 5
Προσδιορισμός των παρατηρητών
1. Η αρχή εποπτείας του ομίλου, κατά περίπτωση και επιπρόσθετα στα μέλη του σώματος εποπτών και της ΕΑΤ, καλεί τις ακόλουθες αρχές να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις και τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών με ρόλο παρατηρητή:
|
α) |
τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής στα οποία είναι εγκατεστημένα υποκαταστήματα που έχουν χαρακτηριστεί σημαντικά σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3 στοιχείο γ)· |
|
β) |
την ESΜΑ· |
|
γ) |
την εθνική κεντρική τράπεζα κράτους μέλους στο οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή είναι εγκατεστημένη μια οντότητα του ομίλου, συμπεριλαμβανομένης της μητρικής επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, ή την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα· |
|
δ) |
τις δημόσιες αρχές ή τους φορείς κράτους μέλους που είναι αρμόδιοι ή συμμετέχουν στην εποπτεία οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των αγορών χρηματοπιστωτικών μέσων, την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος με στόχο τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και την προστασία των καταναλωτών, καθώς και τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του εκκαθαριστικού μέλους ή τις αρμόδιες αρχές του αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου που αναφέρονται στο άρθρο 48 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034· |
|
ε) |
τις αρχές εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 σημείο v) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. |
2. Η αρχή εποπτείας του ομίλου, σε διαβούλευση με τα μέλη του σώματος εποπτών, καθορίζει στις γραπτές ρυθμίσεις συντονισμού και συνεργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 4 τις ρυθμίσεις που αφορούν τη συμμετοχή στο σώμα εποπτών των αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως ε) του παρόντος άρθρου. Η αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει όλα τα μέλη και τους παρατηρητές του σώματος εποπτών για τις εν λόγω ρυθμίσεις.
Άρθρο 6
Συμμετοχή σε συνεδριάσεις του σώματος εποπτών
1. Κατά τη διοργάνωση συνεδρίασης του σώματος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει υπόψη όλα τα ακόλουθα:
|
α) |
τα προς συζήτηση θέματα, τις δραστηριότητες που πρέπει να εξεταστούν και τους στόχους της συνεδρίασης, ιδίως όσον αφορά την καταλληλότητά τους για όλες τις οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων σύμφωνα με τη χαρτογράφηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού· |
|
β) |
τη σημασία οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, σύμφωνα με τη χαρτογράφηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, τόσο για τον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων όσο και για το κράτος μέλος στο οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει εγκατασταθεί η εν λόγω οντότητα. |
2. Η αρχή εποπτείας του ομίλου, τα μέλη και οι παρατηρητές στο σώμα εποπτών διασφαλίζουν, με βάση τα προς συζήτηση θέματα και τους επιδιωκόμενους στόχους, ότι οι καταλληλότεροι εκπρόσωποι συμμετέχουν στις συνεδριάσεις ή στις δραστηριότητες του σώματος εποπτών. Οι εν λόγω εκπρόσωποι πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να δεσμεύουν τις αρχές τους ως μέλη ή παρατηρητές στο σώμα, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, σχετικά με τις συζητήσεις και τις αποφάσεις που προβλέπεται να ληφθούν κατά τις εν λόγω συνεδριάσεις.
3. Η αρχή εποπτείας του ομίλου μπορεί, με βάση τα θέματα και τους στόχους της συνεδρίασης του σώματος εποπτών, να καλεί εκπροσώπους των οντοτήτων του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων να συμμετάσχουν στις εν λόγω συνεδριάσεις.
Άρθρο 7
Ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων
1. Κατά την κατάρτιση και την επικαιροποίηση του προγράμματος εποπτικής εξέτασης του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 14, η αρχή εποπτείας του ομίλου και τα μέλη του σώματος εποπτών εξετάζουν τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών σχετικά με την εκούσια ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 48 παράγραφος 2 στοιχείο ε) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, ιδιαίτερα όταν η εν λόγω ανάθεση αναμένεται να οδηγήσει σε πιο αποδοτική και αποτελεσματική εποπτεία, ιδίως με την εξάλειψη της περιττής αλληλεπικάλυψης των εποπτικών απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων όσων συνδέονται με τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών.
2. Η σύναψη συμφωνίας για την ανάθεση καθηκόντων και αρμοδιοτήτων κοινοποιείται από την αρχή εποπτείας του ομίλου προς τη μητρική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, και από την αρμόδια αρχή η οποία εκχωρεί εξουσίες της στη σχετική επιχείρηση επενδύσεων.
Άρθρο 8
Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των μελών του σώματος εποπτών και ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων
1. Η αρχή εποπτείας του ομίλου και τα μέλη του σώματος εποπτών συντονίζουν την κοινοποίηση πληροφοριών σε οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και την αίτηση παροχής πληροφοριών από οποιαδήποτε οντότητα, ως εξής:
|
α) |
η αρχή εποπτείας του ομίλου κοινοποιεί πληροφορίες στη μητρική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση και ζητεί πληροφορίες από αυτήν· |
|
β) |
τα μέλη του σώματος εποπτών κοινοποιούν πληροφορίες στις οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων που υπάγονται στην εποπτική τους αρμοδιότητα, και ζητούν πληροφορίες από αυτές, σύμφωνα με τη χαρτογράφηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 1. |
2. Ένα μέλος του σώματος εποπτών που προτίθεται κατ’ εξαίρεση να κοινοποιήσει πληροφορίες στη μητρική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, ή να ζητήσει πληροφορίες από αυτήν, ενημερώνει σχετικά την αρχή εποπτείας του ομίλου εκ των προτέρων.
3. Όταν, κατ’ εξαίρεση, η αρχή εποπτείας του ομίλου προτίθεται να κοινοποιήσει πληροφορίες σε οντότητα του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων που δεν εμπίπτει στην άμεση εποπτική της αρμοδιότητα, ή να ζητήσει πληροφορίες από αυτήν, σύμφωνα με τη χαρτογράφηση που πραγματοποιείται βάσει του άρθρου 1, ενημερώνει εκ των προτέρων το ενδιαφερόμενο μέλος του σώματος που είναι υπεύθυνο για την εποπτεία της εν λόγω οντότητας.
ΤΜΗΜΑ 3
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΣΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΟΜΑΛΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
Άρθρο 9
Γενικοί όροι για την ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο του σώματος εποπτών
1. Η αρχή εποπτείας του ομίλου, τα μέλη και οι παρατηρητές του σώματος εποπτών ανταλλάσσουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διευκόλυνση της άσκησης των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων των εργασιών που αναφέρονται στα άρθρα 48 και 49 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.
2. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές πληροφορίες, είτε λαμβάνονται από οντότητα του ομίλου ή υποκατάστημα, από αρμόδια ή εποπτική αρχή, είτε από οποιαδήποτε άλλη πηγή, και ανταλλάσσονται με κατάλληλο, ακριβή και έγκαιρο τρόπο.
Άρθρο 10
Ανταλλαγή πληροφοριών για την αύξηση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας των ομίλων επιχειρήσεων επενδύσεων
1. Η αρχή εποπτείας του ομίλου και τα μέλη του σώματος εποπτών ανταλλάσσουν τακτικά τις ακόλουθες πληροφορίες:
|
α) |
τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, όπως προσδιορίζονται περαιτέρω στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2023/1117 (4)· |
|
β) |
τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των απαιτήσεων συνεργασίας που ορίζονται στο άρθρο 49 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034· |
|
γ) |
κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με το μακροοικονομικό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται ο όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων και οι οντότητές του. |
2. Με βάση τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, η αρχή εποπτείας του ομίλου και τα μέλη του σώματος εποπτών εντοπίζουν και ανταλλάσσουν ποσοτικές πληροφορίες για τον εντοπισμό μηνυμάτων έγκαιρης προειδοποίησης, ενδεχόμενων κινδύνων και τρωτών σημείων, και για την ενημέρωση της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης.
Άρθρο 11
Ανταλλαγή πληροφοριών για τους σκοπούς της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης
1. Η αρχή εποπτείας του ομίλου και τα μέλη του σώματος εποπτών ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.
2. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:
|
α) |
τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 τα οποία έχουν υποβληθεί σε εποπτικό έλεγχο και αξιολόγηση· |
|
β) |
τα αποτελέσματα της αξιολόγησης ότι έχει εντοπιστεί μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, πληροφοριών σχετικά με τυχόν απαιτήσεις πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 40 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 και τυχόν πληροφοριών σχετικά με τα συμπεράσματα της επανεξέτασης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 41 της εν λόγω οδηγίας και, κατά περίπτωση, τυχόν σχετικά αιτήματα για πρόσθετα ίδια κεφάλαια· |
|
γ) |
τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της επάρκειας ρευστότητας που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 και, κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τυχόν ειδικές απαιτήσεις ρευστότητας που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο ια) και το άρθρο 42 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034· |
|
δ) |
πληροφορίες σχετικά με άλλα εποπτικά μέτρα ή μέτρα έγκαιρης παρέμβασης που έχουν ληφθεί ή σχεδιάζεται να ληφθούν για να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις που επισημάνθηκαν στο πλαίσιο του εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης· |
|
ε) |
πληροφορίες σχετικά με τα πορίσματα από τις επιτόπιες επιθεωρήσεις και τους μη επιτόπιους ελέγχους που έχουν σημασία για την αξιολόγηση του προφίλ κινδύνου του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων ή οποιασδήποτε άλλης από τις οντότητές του. |
Άρθρο 12
Ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη διαρκή εξέταση της άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων
1. Η αρχή εποπτείας του ομίλου και τα μέλη του σώματος εποπτών ανταλλάσσουν όλες τις σχετικές πληροφορίες αναφορικά με το αποτέλεσμα της διαρκούς εξέτασης της άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 37 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.
2. Σε περίπτωση που η αρχή εποπτείας του ομίλου ή οποιοδήποτε μέλος του σώματος εποπτών διαπιστώσει ότι μια οντότητα του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένης της μητρικής επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή εσωτερικών υποδειγμάτων ή εντοπίσει ελλείψεις σύμφωνα με το άρθρο 37 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, η εν λόγω αρχή εποπτείας του ομίλου ή το μέλος του σώματος εποπτών ανταλλάσσει αμέσως τις ακόλουθες πληροφορίες, κατά περίπτωση:
|
α) |
αξιολόγηση του αποτελέσματος των ελλείψεων που εντοπίστηκαν και τυχόν ζητημάτων μη συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις για τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων, καθώς και της σπουδαιότητας των εν λόγω ελλείψεων και ζητημάτων· |
|
β) |
αξιολόγηση του σχεδίου που υποβάλλεται από τη σχετική οντότητα του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης και την αντιμετώπιση των ελλείψεων που εντοπίστηκαν, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου· |
|
γ) |
πληροφορίες για την πρόθεση της αρχής εποπτείας του ομίλου ή οποιουδήποτε σχετικού μέλους του σώματος εποπτών να ανακαλέσει την άδεια χρήσης του εσωτερικού υποδείγματος ή να περιορίσει τη χρήση του εν λόγω υποδείγματος στα συμμορφούμενα τμήματα ή στα τμήματα στα οποία η συμμόρφωση είναι εφικτή εντός κατάλληλου χρονοδιαγράμματος ή σε εκείνα τα τμήματα που δεν επηρεάζονται από τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν· |
|
δ) |
πληροφορίες σχετικά με τις προτεινόμενες πρόσθετες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α), σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, ως εποπτικό μέτρο για την αντιμετώπιση των ζητημάτων της μη συμμόρφωσης ή των ελλείψεων που εντοπίστηκαν. |
3. Η αρχή εποπτείας του ομίλου και τα μέλη του σώματος εποπτών ανταλλάσσουν επίσης πληροφορίες σχετικά με τις επεκτάσεις της άδειας χρήσης του εσωτερικού υποδείγματος ή πληροφορίες σχετικά με αλλαγές στα εν λόγω εσωτερικά υποδείγματα.
Άρθρο 13
Συνεργασία όσον αφορά τη μη συμμόρφωση και τις κυρώσεις
1. Τα μέλη και οι παρατηρητές στο σώμα εποπτών κοινοποιούν στην αρχή εποπτείας του ομίλου πληροφορίες σχετικά με τυχόν καταστάσεις για τις οποίες έχουν διαπιστώσει ότι μια οντότητα ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο των εποπτικών αρμοδιοτήτων τους:
|
α) |
δεν έχει συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις σε σχέση με την προληπτική εποπτεία ή την εποπτεία της συμπεριφοράς της αγοράς, οι οποίες ορίζονται:
|
|
β) |
υπόκειται σε οποιαδήποτε από τις διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 54 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034. |
2. Με βάση τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα μέλη και οι παρατηρητές στο σώμα εποπτών συζητούν με την αρχή εποπτείας του ομίλου τον πιθανό αντίκτυπο των ζητημάτων μη συμμόρφωσης ή των κυρώσεων στις σχετικές οντότητες του ομίλου ή στον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων ως σύνολο.
Άρθρο 14
Εφαρμογή της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης
1. Για τους σκοπούς της εκτέλεσης της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, η αρχή εποπτείας του ομίλου, σε διαβούλευση με τα μέλη του σώματος εποπτών, καταρτίζει και διατηρεί επικαιροποιημένο πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης του σώματος.
2. Όταν θεσπίζεται πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης, η αρχή εποπτείας του ομίλου, σε διαβούλευση με τα μέλη του σώματος εποπτών, προσδιορίζει τις εποπτικές δραστηριότητες που πρέπει να αναληφθούν σε σχέση με τις οντότητες του ομίλου ή τον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων ως σύνολο. Το εν λόγω πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης του σώματος περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα:
|
α) |
τους τομείς κοινών εργασιών που προσδιορίζονται ως αποτέλεσμα του εποπτικού ελέγχου και της αξιολόγησης που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 ή ως αποτέλεσμα οποιωνδήποτε άλλων δραστηριοτήτων αναλαμβάνονται από το σώμα εποπτών, συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών για την αύξηση της αποτελεσματικότητας εποπτείας και την αποφυγή της περιττής επικάλυψης των εποπτικών απαιτήσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 48 παράγραφος 2 στοιχείο στ) της εν λόγω οδηγίας· |
|
β) |
τα αντίστοιχα προγράμματα εποπτικής εξέτασης της αρχής εποπτείας του ομίλου και των μελών του σώματος εποπτών για τη μητρική επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση και τις οντότητες ή τα υποκαταστήματα του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων· |
|
γ) |
τα κύρια σημεία των εργασιών του σώματος εποπτών και τις προγραμματισμένες εποπτικές δραστηριότητές του, συμπεριλαμβανομένων των προγραμματισμένων επιτόπιων ελέγχων και επιθεωρήσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 14 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034· |
|
δ) |
τα μέλη του σώματος εποπτών που είναι αρμόδια για την ανάληψη των προγραμματισμένων εποπτικών δραστηριοτήτων· |
|
ε) |
τα αναμενόμενα χρονοδιαγράμματα, τόσο όσον αφορά τον χρόνο εκτέλεσης όσο και τη διάρκεια, για καθεμία από τις προγραμματισμένες εποπτικές δραστηριότητες. |
ΤΜΗΜΑ 4
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΥΤΩΝ
Άρθρο 15
Πλαίσιο του σώματος εν αναμονή πιθανών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης
1. Η αρχή εποπτείας του ομίλου, σε διαβούλευση με τα μέλη του σώματος εποπτών, καθορίζει ένα πλαίσιο του σώματος εν αναμονή πιθανών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη δομή του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων.
2. Το πλαίσιο του σώματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 επισημοποιείται στις γραπτές ρυθμίσεις που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 4 και περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα:
|
α) |
τις διαδικασίες ειδικά για το σώμα που εφαρμόζονται όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034· |
|
β) |
τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034. |
3. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) περιλαμβάνουν όλα τα ακόλουθα στοιχεία:
|
α) |
τη συνοπτική περιγραφή της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που έχει προκύψει, συμπεριλαμβανομένης της βασικής αιτίας της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, και τον αναμενόμενο αντίκτυπο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στις οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων και στον όμιλο ως σύνολο, στους πελάτες τους, στις αγορές και στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης· |
|
β) |
την επεξήγηση των μέτρων και δράσεων που έχουν ληφθεί ή σχεδιάζεται να ληφθούν από την αρχή εποπτείας του ομίλου ή από οποιοδήποτε από τα μέλη του σώματος εποπτών ή τις οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων για την αντιμετώπιση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης· |
|
γ) |
τα τελευταία διαθέσιμα ποσοτικά στοιχεία σχετικά με τη ρευστότητα και την κεφαλαιακή θέση των επιχειρήσεων επενδύσεων του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων. |
Άρθρο 16
Ανταλλαγή πληροφοριών κατά τη διάρκεια καταστάσεων έκτακτης ανάγκης
1. Η αρχή εποπτείας του ομίλου και τα μέλη του σώματος εποπτών ανταλλάσσουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διευκόλυνση της άσκησης των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 47 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.
2. Αφού ειδοποιηθεί για την ύπαρξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης από οποιοδήποτε μέλος ή παρατηρητή του σώματος εποπτών, ή αφού διαπιστώσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η αρχή εποπτείας του ομίλου κοινοποιεί στα μέλη του σώματος εποπτών που εποπτεύουν την επιχείρηση επενδύσεων ή τα υποκαταστήματά της που επηρεάζονται ή ενδέχεται να επηρεαστούν από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, στην ΕΑΤ και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχείο β), σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται σύμφωνα με το στοιχείο α) της εν λόγω παραγράφου.
3. Ανάλογα με τη φύση, τη σοβαρότητα, τον δυνητικό συστημικό αντίκτυπο ή άλλον αντίκτυπο, και ανάλογα με την πιθανότητα μετάδοσης της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, τα μέλη του σώματος εποπτών που εποπτεύουν τις οντότητες του ομίλου ή τα υποκαταστήματα που επηρεάζονται ή ενδέχεται να επηρεαστούν από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και η αρχή εποπτείας του ομίλου μπορούν να αποφασίσουν να ανταλλάξουν πρόσθετες πληροφορίες.
4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, ανάλογα με την περίπτωση, επικαιροποιούνται αμέσως μόλις είναι διαθέσιμες νέες πληροφορίες.
5. Όταν η κοινοποίηση που αναφέρεται στο παρόν άρθρο γίνεται προφορικά, οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές επιβεβαιώνουν γραπτώς και εγκαίρως το περιεχόμενο της εν λόγω κοινοποίησης.
Άρθρο 17
Συντονισμός της εποπτικής αξιολόγησης και της απόκρισης σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης
1. Σε περίπτωση ύπαρξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η αρχή εποπτείας του ομίλου συντονίζει την αξιολόγηση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης σε συνεργασία με τα μέλη του σώματος εποπτών και διαβουλεύεται με τους παρατηρητές στο σώμα, κατά περίπτωση. Η εν λόγω αξιολόγηση αφορά ειδικότερα τα εξής:
|
α) |
τη φύση και τη σοβαρότητα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης· |
|
β) |
τον αντίκτυπο ή τον δυνητικό αντίκτυπο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στις οντότητες ή τα υποκαταστήματα του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων και στο σύνολο του ομίλου, καθώς και στους πελάτες τους και στις αγορές· |
|
γ) |
τον κίνδυνο διασυνοριακής μετάδοσης, ιδίως λαμβανομένων υπόψη των δυνητικών συστημικών συνεπειών σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη στα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή είναι εγκατεστημένες οι οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων. |
2. Η αρχή εποπτείας του ομίλου, με βάση την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, συντονίζει την εκπόνηση της εποπτικής απόκρισης στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε συνεργασία με τα μέλη του σώματος εποπτών και διαβουλεύεται με τους παρατηρητές στο σώμα εποπτών, κατά περίπτωση.
3. Η συντονισμένη εποπτική απόκριση προσδιορίζει τις εποπτικές ενέργειες που απαιτούνται, το πεδίο εφαρμογής τους, καθώς και το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους.
4. Η αρχή εποπτείας του ομίλου και τα μέλη του σώματος εποπτών που είναι υπεύθυνα για την εποπτεία των οντοτήτων ή υποκαταστημάτων του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων που επηρεάζονται ή ενδέχεται να επηρεαστούν από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης παρακολουθούν και ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της συντονισμένης εποπτικής απόκρισης.
Άρθρο 18
Συντονισμός της εξωτερικής επικοινωνίας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης
Η αρχή εποπτείας του ομίλου και τα μέλη του σώματος εποπτών που είναι υπεύθυνα για την εποπτεία των οντοτήτων ή των υποκαταστημάτων του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων που επηρεάζονται ή ενδέχεται να επηρεαστούν από μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης συντονίζουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις εξωτερικές επικοινωνίες τους, λαμβάνοντας υπόψη τις νομικές υποχρεώσεις και τους περιορισμούς που απορρέουν από το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο.
Άρθρο 19
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.
Βρυξέλλες, 12 Ιανουαρίου 2023.
Για την Επιτροπή
Η Πρόεδρος
Ursula VON DER LEYEN
(1) ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 64.
(2) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).
(3) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 1).
(4) Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2023/1117 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2023, για τη συμπλήρωση της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προσδιορίζουν τις απαιτήσεις σχετικά με το είδος και τη φύση των πληροφοριών που πρέπει να ανταλλάσσουν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής (βλέπε σελίδα 10 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).
(5) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
(6) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84).
(7) Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).
(8) Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190).