|
23.3.2023 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 84/18 |
ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2023/672 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ
της 10ης Μαρτίου 2023
σχετικά με την κατ’ εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων που αφορούν τις επιτόπιες επιθεωρήσεις και τις διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων (EKT/2023/5)
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (1), και ιδίως το άρθρο 99,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (2), και ιδίως τα άρθρα 11 και 12,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΚΤ/2014/17) (3), και ιδίως τα άρθρα 143, 144, 145 και 146,
Έχοντας υπόψη την απόφαση (ΕΕ) 2017/933 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Νοεμβρίου 2016, σχετικά με τον καθορισμό γενικού πλαισίου για την κατ’ εξουσιοδότηση λήψη αποφάσεων όσον αφορά εποπτικές νομικές πράξεις (ΕΚΤ/2016/40) (4), και ιδίως το άρθρο 4,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ασκεί σε αποκλειστική βάση το καθήκον της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων με σκοπό τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής των εποπτικών προτύπων, την ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την επίτευξη ισότιμων όρων ανταγωνισμού. |
|
(2) |
Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην ΕΚΤ με τον εν λόγω κανονισμό η ίδια μπορεί να διενεργεί όλες τις αναγκαίες επιτόπιες επιθεωρήσεις στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του ίδιου κανονισμού και κάθε άλλης επιχείρησης που περιλαμβάνεται στην ενοποιημένη εποπτεία όταν η ΕΚΤ είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) του εν λόγω κανονισμού. |
|
(3) |
Σύμφωνα με το άρθρο 99 παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ως αρμόδια αρχή η ΕΚΤ εκδίδει σε ετήσια βάση απόφαση σχετική με πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης (ΠΕΕ) (εφεξής η «απόφαση ΠΕΕ») που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το σχέδιο για επιθεωρήσεις των εγκαταστάσεων ορισμένου ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων και θυγατρικών του σε άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα άρθρα 52, 119 και 122 της οδηγίας αυτής. Ειδικότερα, το ΠΕΕ αφορά επιτόπιες επιθεωρήσεις των κινδύνων, των ελέγχων κινδύνων και της διακυβέρνησης εποπτευόμενων ιδρυμάτων, καθώς και επιτόπιες επιθεωρήσεις σχετικά με τις ενδελεχείς αξιολογήσεις των εσωτερικών υποδειγμάτων που τα εν λόγω ιδρύματα χρησιμοποιούν για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων τους, ιδίως όσον αφορά τις μεθοδολογίες, την οικονομική καταλληλότητα, τους κινδύνους, τους ελέγχους κινδύνων και τη διακυβέρνηση. |
|
(4) |
Κάθε απόφαση ΠΕΕ μπορεί να τροποποιείται κατά τη διάρκεια του έτους, προκειμένου, αφενός, να λαμβάνονται υπόψη οι επιχειρησιακές ανάγκες της ΕΚΤ και τυχόν μεταβολές στην κατάσταση των εποπτευόμενων οντοτήτων ή αιτήματα αυτών και, αφετέρου, να διασφαλίζεται η αποτελεσματική διενέργεια των προγραμματισμένων επιθεωρήσεων. Οι τροποποιήσεις απόφασης ΠΕΕ πρέπει να γίνονται με απόφαση εκδιδόμενη από την ΕΚΤ. Η τροποποιητική αυτή απόφαση μπορεί να ρυθμίζει τη ματαίωση εγκεκριμένων επιθεωρήσεων, αλλαγές στην εμβέλεια προγραμματισμένων επιθεωρήσεων ή την προσθήκη επιπλέον επιθεωρήσεων στο ΠΕΕ για το οικείο έτος. Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, η απόφαση της ΕΚΤ να διενεργήσει επιτόπια επιθεώρηση ή διερεύνηση εσωτερικού υποδείγματος κοινοποιείται στην επιθεωρούμενη νομική οντότητα πριν από την έναρξη της επιθεώρησης. |
|
(5) |
Για να διευκολυνθεί η διαδικασία λήψης αποφάσεων και να δοθεί στην ΕΚΤ η δυνατότητα να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά σε μεταβολές στην κατάσταση των εποπτευόμενων οντοτήτων, οι οποίες επηρεάζουν τη διενέργεια και την εμβέλεια των προγραμματισμένων επιθεωρήσεων, είναι αναγκαία η έκδοση εξουσιοδοτικής απόφασης σχετικά με την έκδοση τέτοιων αποφάσεων που τροποποιούν αποφάσεις ΠΕΕ. Η εξουσιοδοτική αυτή απόφαση θα πρέπει να ρυθμίζει περιπτώσεις εισαγωγής τροποποιήσεων σε περισσότερες προγραμματισμένες επιθεωρήσεις με την ίδια κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναγνωρίσει την αναγκαιότητα της εξουσιοδότησης ως μέσου που επιτρέπει σε όργανα τα οποία καλούνται να εκδίδουν σημαντικό αριθμό αποφάσεων να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους. Ομοίως, έχει αναγνωρίσει την ανάγκη να εξασφαλίζεται η ικανότητα λειτουργίας των αποφασιστικών οργάνων, η οποία αντιστοιχεί σε αρχή συμφυή σε κάθε θεσμικό σύστημα (5). |
|
(6) |
Η εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων θα πρέπει να είναι περιορισμένη και να διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας, η δε έκτασή της να ορίζεται με σαφήνεια. |
|
(7) |
Στις 24 Ιουνίου 2020 το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να καθιερώσει στενή συνεργασία μεταξύ της ΕΚΤ και της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας (6). Το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 ορίζει ότι για την άσκηση ορισμένων καθηκόντων σε σχέση με πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα σε κράτος μέλος του οποίου το νόμισμα δεν είναι το ευρώ η ΕΚΤ μπορεί, σε περιπτώσεις καθιέρωσης στενής συνεργασίας κατά τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου, να απευθύνει οδηγίες στην εθνική αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο οι οδηγίες αυτές να συμπεριληφθούν στις πράξεις τις οποίες μπορεί να εκδίδει η ΕΚΤ βάσει εξουσιοδότησης των προϊσταμένων των υπηρεσιακών της μονάδων σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της παρούσας απόφασης. |
|
(8) |
Η απόφαση (ΕΕ) 2017/933 (ΕΚΤ/2016/40) καθορίζει την τηρητέα διαδικασία ενόψει της έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση εποπτικών αποφάσεων και τα πρόσωπα στα οποία μπορεί να παρέχεται η σχετική εξουσιοδότηση. Η εν λόγω απόφαση δεν επηρεάζει την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ ούτε θίγει την αρμοδιότητα του εποπτικού συμβουλίου να προτείνει ολοκληρωμένα σχέδια αποφάσεων προς το διοικητικό συμβούλιο. |
|
(9) |
Εφόσον δεν πληρούνται τα κριτήρια έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεων που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση, οι αποφάσεις θα πρέπει να εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων του άρθρου 26 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και του άρθρου 13ζ της απόφασης ΕΚΤ/2004/2 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (7). Εξάλλου, η διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης τόσο στις περιπτώσεις που οι προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων διατηρούν επιφυλάξεις ως προς την πλήρωση των κριτηρίων αξιολόγησης, λόγω της πολυπλοκότητας της αξιολόγησης ή του ευαίσθητου χαρακτήρα του αντικειμένου, όσο και στις περιπτώσεις που το αποτέλεσμα της αξιολόγησης επιδρά άμεσα σε άλλη απόφαση, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις να πρέπει να εξετάζονται ταυτόχρονα από τον ίδιο φορέα λήψης αποφάσεων προκειμένου να αποτρέπονται αντικρουόμενες εκβάσεις. |
|
(10) |
Οι εποπτικές αποφάσεις της ΕΚΤ υπόκεινται σε διοικητική επανεξέταση σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και τα ειδικότερα οριζόμενα στην απόφαση ΕΚΤ/2014/16 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (8). Στις περιπτώσεις διοικητικής επανεξέτασης το εποπτικό συμβούλιο θα πρέπει, αφού λάβει υπόψη τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης, να υποβάλει προς έγκριση στο διοικητικό συμβούλιο νέο σχέδιο απόφασης με βάση τη διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
|
1) |
το «πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης» ή «ΠΕΕ» νοείται όπως στο άρθρο 99 παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ· |
|
2) |
ως «απόφαση ΠΕΕ» νοείται απόφαση της ΕΚΤ σχετική με πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης· |
|
3) |
ως «επιτόπια επιθεώρηση» νοείται επιθεώρηση διενεργούμενη στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις νομικού προσώπου εκ των αναφερόμενων στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και κάθε άλλης επιχείρησης που περιλαμβάνεται στην ενοποιημένη εποπτεία, όταν η ΕΚΤ είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013· |
|
4) |
ως «διερεύνηση εσωτερικών υποδειγμάτων» νοείται επιτόπια επιθεώρηση διενεργούμενη αναφορικά με τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), με σκοπό την έκδοση απόφασης εσωτερικών υποδειγμάτων· |
|
5) |
ως «επιθεώρηση» νοείται επιτόπια επιθεώρηση ή διερεύνηση εσωτερικών υποδειγμάτων· |
|
6) |
ως «εποπτική απόφαση της ΕΚΤ» νοείται εποπτική απόφαση της ΕΚΤ κατά τον ορισμό του άρθρου 2 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17)· |
|
7) |
ως «σημαντική εποπτευόμενη οντότητα» νοείται σημαντική εποπτευόμενη οντότητα κατά τον ορισμό του άρθρου 2 σημείο 16) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17)· |
|
8) |
ως «λιγότερο σημαντική εποπτευόμενη οντότητα» νοείται λιγότερο σημαντική εποπτευόμενη οντότητα κατά τον ορισμό του άρθρου 2 σημείο 7) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17)· |
|
9) |
ως «εποπτευόμενη νομική οντότητα» νοείται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες:
|
|
10) |
ως «πόροι του ΕΕΜ» νοούνται τα μέλη του προσωπικού της ΕΚΤ και των εθνικών αρμόδιων αρχών που απαρτίζουν την ομάδα επιτόπιας επιθεώρησης σύμφωνα με το άρθρο 144 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (EΚΤ/2014/17)· |
|
11) |
ως «απόφαση επιτόπιων επιθεωρήσεων» νοείται κάθε απόφαση της ΕΚΤ που τροποποιεί την εγκεκριμένη απόφαση ΠΕΕ σε σχέση με μία ή περισσότερες προγραμματισμένες επιτόπιες επιθεωρήσεις· |
|
12) |
ως «απόφαση διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων» νοείται κάθε απόφαση της ΕΚΤ που τροποποιεί την εγκεκριμένη απόφαση ΠΕΕ σε σχέση με μία ή περισσότερες προγραμματισμένες διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων· |
|
13) |
ως «εξουσιοδοτική απόφαση» νοείται εξουσιοδοτική απόφαση κατά τον ορισμό του άρθρου 3 σημείο 2) της απόφασης (ΕΕ) 2017/933 (ΕΚΤ/2016/40)· |
|
14) |
ως «κατ' εξουσιοδότηση απόφαση» νοείται κατ' εξουσιοδότηση απόφαση κατά τον ορισμό του άρθρου 3 σημείο 4) της απόφασης (ΕΕ) 2017/933 (ΕΚΤ/2016/40)· |
|
15) |
ως «προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων» νοούνται οι προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων της ΕΚΤ, οι οποίοι εξουσιοδοτούνται να εκδίδουν αποφάσεις επιτόπιων επιθεωρήσεων και αποφάσεις διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων· |
|
16) |
ως «διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων» νοείται η διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, όπως εξειδικεύεται στο άρθρο 13ζ της απόφασης ΕΚΤ/2004/2· |
|
17) |
ως «αρνητική απόφαση» νοείται απόφαση που διευρύνει την εμβέλεια προγραμματισμένης επιτόπιας επιθεώρησης ή προγραμματισμένης διερεύνησης εσωτερικών υποδειγμάτων, εκτός εάν λαμβάνεται κατόπιν αιτήματος της εποπτευόμενης οντότητας. Απόφαση η οποία περιέχει παρεπόμενες διατάξεις, όπως όρους, υποχρεώσεις ή περιορισμούς, λογίζεται ως αρνητική απόφαση, εκτός εάν οι εν λόγω παρεπόμενες διατάξεις α) έχουν συνομολογηθεί γραπτώς και διασφαλίζουν τη συμμόρφωση της εποπτευόμενης οντότητας με τις απαιτήσεις της συναφούς ενωσιακής νομοθεσίας ή β) απλώς επαναδιατυπώνουν μία ή περισσότερες εκ των υφιστάμενων απαιτήσεων με τις οποίες οφείλει να συμμορφώνεται η εποπτευόμενη οντότητα βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας, ή απαιτούν πληροφορίες σχετικά με την πλήρωση μίας ή περισσότερων εκ των εν λόγω απαιτήσεων· |
|
18) |
ως «ευαίσθητος χαρακτήρας» νοείται χαρακτηριστικό ή παράγοντας που μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη φήμη της ΕΚΤ και/ή στην αποτελεσματική και συνεπή λειτουργία του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των ακόλουθων περιπτώσεων: α) η οικεία εποπτευόμενη οντότητα έχει αποτελέσει στο παρελθόν ή αποτελεί αντικείμενο εφαρμογής αυστηρών εποπτικών μέτρων, όπως μέτρα έγκαιρης παρέμβασης· β) με την έκδοσή του το σχέδιο απόφασης θα δημιουργήσει νέο προηγούμενο που θα μπορούσε να δεσμεύσει την ΕΚΤ μελλοντικά· γ) με την έκδοσή του το σχέδιο απόφασης μπορεί να προσελκύσει αρνητικά την προσοχή των μέσων ενημέρωσης ή του κοινού· ή δ) αρμόδια εθνική αρχή που έχει θεσπίσει στενή συνεργασία με την ΕΚΤ γνωστοποιεί σε αυτή τη διαφωνία της με το προτεινόμενο σχέδιο οδηγιών. |
Άρθρο 2
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
1. Η παρούσα απόφαση καθορίζει τα κριτήρια εξουσιοδότησης των προϊσταμένων υπηρεσιακών μονάδων της ΕΚΤ για την έκδοση αποφάσεων επιτόπιων επιθεωρήσεων και διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων.
2. Η εξουσιοδότηση αυτή δεν θίγει την εποπτική αξιολόγηση που διενεργείται για τους σκοπούς της λήψης εποπτικών αποφάσεων της ΕΚΤ μετά την επιτόπια επιθεώρηση και τη διερεύνηση εσωτερικών υποδειγμάτων.
Άρθρο 3
Εξουσιοδότηση για την έκδοση αποφάσεων επιτόπιων επιθεωρήσεων και διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων
1. Δυνάμει του άρθρου 4 της απόφασης (ΕΕ) 2017/933 (EΚΤ/2016/40), το διοικητικό συμβούλιο εξουσιοδοτεί με την παρούσα απόφαση τους προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων που ορίζονται από την εκτελεστική επιτροπή κατά το άρθρο 5 της ως άνω απόφασης να εκδίδουν αποφάσεις σχετικά με:
|
α) |
επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013· |
|
β) |
διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013. |
2. Η εξουσιοδότηση για την έκδοση αποφάσεων βάσει της παραγράφου 1 ισχύει για:
|
α) |
την έκδοση αποφάσεων από την ΕΚΤ· |
|
β) |
την έκδοση οδηγιών από την ΕΚΤ προς τις εθνικές αρμόδιες αρχές με τις οποίες αυτή έχει θεσπίσει στενή συνεργασία σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013. |
3. Η κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων επιτόπιων επιθεωρήσεων της παραγράφου 1 είναι δυνατή εφόσον πληρούνται ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεων του άρθρου 4.
4. Η κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων της παραγράφου 1 είναι δυνατή εφόσον πληρούνται ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεων του άρθρου 5.
5. Οι αποφάσεις επιτόπιων επιθεωρήσεων και οι αποφάσεις διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων δεν μπορούν να εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση εάν η πολυπλοκότητα της αξιολόγησης ή ο ευαίσθητος χαρακτήρας του αντικειμένου απαιτεί την έκδοσή τους βάσει της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων ή εάν η εποπτική αξιολόγηση των εν λόγω αποφάσεων επιδρά άμεσα στην εποπτική αξιολόγηση άλλης απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί βάσει της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων.
6. Αρνητικές αποφάσεις επιτόπιων επιθεωρήσεων και αρνητικές αποφάσεις διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων δεν μπορούν να εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση.
Άρθρο 4
Κριτήρια έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεων επιτόπιων επιθεωρήσεων
1. Οι αποφάσεις επιτόπιων επιθεωρήσεων εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση απόφαση μόνον εφόσον εμπίπτουν σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες κατηγορίες και πληρούνται ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια που καθορίζονται για την οικεία κατηγορία.
|
α) |
Αποφάσεις ακύρωσης επιτόπιων επιθεωρήσεων: οι εν λόγω αποφάσεις εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση εάν η προγραμματισμένη επιτόπια επιθεώρηση δεν μπορεί να διενεργηθεί ή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω της συνδρομής ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα: i) μεταβολή στην εσωτερική οργάνωση ή στο καθεστώς ιδιοκτησίας της επιθεωρούμενης νομικής οντότητας που καθιστά αδύνατη τη διενέργεια της επιτόπιας επιθεώρησης, ii) έλλειψη ετοιμότητας της επιθεωρούμενης νομικής οντότητας να διενεργήσει την επιθεώρηση εντός της προγραμματισμένης περιόδου σύμφωνα με δηλώσεις της ίδιας. |
|
β) |
Αποφάσεις αλλαγής της επωνυμίας νομικών οντοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο των επιτόπιων επιθεωρήσεων: οι εν λόγω αποφάσεις εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση εφόσον της εκάστοτε τέτοιας απόφασης προηγείται κοινοποίηση προς την ΕΚΤ i) μεταβολής στο καθεστώς ιδιοκτησίας ή ii) αλλαγής επωνυμίας επιθεωρούμενης νομικής οντότητας. |
|
γ) |
Αποφάσεις περιορισμού της εμβέλειας επιτόπιων επιθεωρήσεων: οι εν λόγω αποφάσεις εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση εάν η προγραμματισμένη επιτόπια επιθεώρηση δεν μπορεί να διενεργηθεί με την αρχικά προγραμματισθείσα εμβέλεια λόγω της συνδρομής ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα: i) έλλειψη διαθέσιμων πόρων του ΕΕΜ για τη διενέργεια της επιτόπιας επιθεώρησης, ii) μεταβολή στην εσωτερική οργάνωση ή στο καθεστώς ιδιοκτησίας της επιθεωρούμενης νομικής οντότητας που καθιστά αδύνατη τη διενέργεια της επιτόπιας επιθεώρησης, i) έλλειψη ετοιμότητας της επιθεωρούμενης νομικής οντότητας να διενεργήσει την επιθεώρηση εντός της προγραμματισμένης περιόδου σύμφωνα με δηλώσεις της ίδιας. |
|
δ) |
Αποφάσεις διόρθωσης τυπογραφικών λαθών και λοιπών προφανών ανακριβειών στην απόφαση ΠΕΕ: οι εν λόγω αποφάσεις εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση εάν οι διορθώσεις δεν επηρεάζουν την εμβέλεια της προγραμματισμένης επιτόπιας επιθεώρησης. |
2. Οι προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων αξιολογούν την καταλληλότητα των τροποποιήσεων της απόφασης ΠΕΕ για τις επιτόπιες επιθεωρήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τον εποπτικό σκοπό της επιτόπιας επιθεώρησης, την ανάγκη αποτελεσματικής και αποδοτικής διενέργειας των επιτόπιων επιθεωρήσεων, τη διαθεσιμότητα πόρων του ΕΕΜ και κάθε συναφή εξέλιξη που επηρεάζει την επιθεωρούμενη νομική οντότητα.
Άρθρο 5
Κριτήρια έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση αποφάσεων διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων
1. Οι αποφάσεις διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση μόνον εφόσον εμπίπτουν σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες κατηγορίες και πληρούνται ένα ή περισσότερα από τα αντίστοιχα κριτήρια.
|
α) |
Αποφάσεις ματαίωσης προγραμματισμένων διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων: οι εν λόγω αποφάσεις εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση είτε εφόσον η εκάστοτε τέτοια απόφαση λαμβάνεται με βάση i) ανάκληση αίτησης της επιθεωρούμενης νομικής οντότητας για αρχική χρήση ή ουσιώδη μεταβολή ή επέκταση των εσωτερικών υποδειγμάτων (εφεξής η «αίτηση»), ii) τροποποίηση αίτησης, iii) αίτημα αναβολής της έκδοσης απόφασης επί αίτησης· είτε εφόσον η προγραμματισμένη διερεύνηση εσωτερικών υποδειγμάτων δεν μπορεί να διενεργηθεί λόγω έλλειψης διαθέσιμων πόρων του ΕΕΜ. |
|
β) |
Αποφάσεις αλλαγής της επωνυμίας νομικών οντοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο των διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων: οι εν λόγω αποφάσεις εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση εφόσον της εκάστοτε τέτοιας απόφασης προηγείται κοινοποίηση προς την ΕΚΤ i) μεταβολής στο καθεστώς ιδιοκτησίας ή ii) αλλαγής επωνυμίας επιθεωρούμενης νομικής οντότητας. |
|
γ) |
Αποφάσεις τροποποίησης της εμβέλειας προγραμματισμένων διερευνήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων: οι εν λόγω αποφάσεις εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση εάν η εκάστοτε τέτοια απόφαση λαμβάνεται με βάση την ανάκληση ή τροποποίηση αίτησης επιθεωρούμενης νομικής οντότητας. |
|
δ) |
Αποφάσεις διόρθωσης τυπογραφικών λαθών και λοιπών προφανών ανακριβειών στην απόφαση ΠΕΕ: οι εν λόγω αποφάσεις εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση εάν οι διορθώσεις δεν επηρεάζουν την εμβέλεια της προγραμματισμένης διερεύνησης εσωτερικών υποδειγμάτων. |
2. Οι προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων αξιολογούν την καταλληλότητα των τροποποιήσεων της απόφασης ΠΕΕ για τις διερευνήσεις εσωτερικών υποδειγμάτων, λαμβάνοντας υπόψη την αίτηση της επιθεωρούμενης νομικής οντότητας με την οποία δρομολογούνται οι έρευνες, την ανάγκη αποτελεσματικής και αποδοτικής διενέργειας των ερευνών, τη διαθεσιμότητα πόρων του ΕΕΜ και κάθε συναφή εξέλιξη που επηρεάζει την επιθεωρούμενη νομική οντότητα.
Άρθρο 6
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Φρανκφούρτη, 10 Μαρτίου 2023.
Η Πρόεδρος της ΕΚΤ
Christine LAGARDE
(1) ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338.
(2) ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63.
(3) ΕΕ L 141 της 14.5.2014, σ. 1.
(4) ΕΕ L 141 της 1.6.2017, σ. 14.
(5) Απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 1986, AKZO Chemie BV και AKZO Chemie UK Ltd κατά Επιτροπής, 5/85, ECLI: ΕΕ: C: 1986: 328, σκέψη 37, και απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Μαΐου 2005, Carmine Salvatore Tralli κατά ΕΚΤ, C-301/02 P, ECLI:EU:C:2005:306, σκέψη 59.
(6) Απόφαση (ΕΕ) 2020/1015 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 24ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση στενής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Българска народна банка (Εθνικής Τράπεζας της Βουλγαρίας) (ΕΚΤ/2020/30) (ΕΕ L 224 I της 13.7.2020, σ. 1).
(7) Απόφαση ΕΚΤ/2004/2 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 19ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ L 80 της 18.3.2004, σ. 33).
(8) Απόφαση ΕΚΤ/2014/16 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 14ης Απριλίου 2014, σχετικά με την ίδρυση διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης και τον κανονισμό λειτουργίας του (ΕΕ L 175 της 14.6.2014, σ. 47).
(9) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).