26.10.2022   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 276/60


ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2022/2060 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 14ης Ιουνίου 2022

για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τον προσδιορισμό των κριτηρίων εκτίμησης της υποδειγματοποιησιμότητας των παραγόντων κινδύνου στο πλαίσιο της προσέγγισης εσωτερικών υποδειγμάτων καθώς και για τον προσδιορισμό της συχνότητας της εν λόγω εκτίμησης σύμφωνα με το άρθρο 325νζ παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1), και ιδίως το άρθρο 325νζ παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας των παραγόντων κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 325νζ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να προσδιορίζει το κατάλληλο μέτρο κινδύνου που πρέπει να χρησιμοποιούν τα ιδρύματα όταν υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για κάθε παράγοντα κινδύνου, ο οποίος περιλαμβάνεται ή που βρίσκεται σε στάδιο συμπερίληψης στην προσέγγιση εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων των ιδρυμάτων που προβλέπεται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι υποδειγματοποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου θα πρέπει να υπόκεινται στο μέτρο κινδύνου αναμενόμενης ζημίας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 325νδ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ενώ οι μη υποδειγματοποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου θα πρέπει να υπόκεινται στο μέτρο κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 325ξγ του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Το μέτρο κινδύνου αναμενόμενης ζημίας θα πρέπει να αποτυπώνει την κατανομή πιθανοτήτων των παραγόντων κινδύνου σε μια επαρκώς μακρά ιστορική περίοδο, κατά την οποία τα σχετικά δεδομένα της αγοράς για τους εν λόγω παράγοντες κινδύνου είναι παρατηρήσιμα. Επομένως, ένας παράγοντας κινδύνου θα πρέπει να θεωρείται υποδειγματοποιήσιμος όταν υπάρχει επαρκής αριθμός παρατηρήσιμων επαληθεύσιμων τιμών που είναι αντιπροσωπευτικές του εν λόγω παράγοντα κινδύνου. Για τη διενέργεια της εν λόγω εκτίμησης, ενδείκνυται δωδεκάμηνη περίοδος παρατήρησης που λήγει κατά την προηγούμενη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών. Ωστόσο, για να ληφθούν υπόψη πιθανές καθυστερήσεις στη διαθεσιμότητα των δεδομένων, θα πρέπει να επιτραπεί στα ιδρύματα να αντικαθιστούν την εν λόγω δωδεκάμηνη περίοδο παρατήρησης με μια μεταφερόμενη δωδεκάμηνη περίοδο. Για να διασφαλιστεί η συγκρισιμότητα των πρακτικών σε ολόκληρη την Ένωση, η εν λόγω μετατόπιση θα πρέπει να περιορίζεται σε έναν μήνα. Για τον ίδιο λόγο, τα ιδρύματα θα πρέπει να εφαρμόζουν αυτές τις μεταφερόμενες περιόδους με συνέπεια για όλους τους παράγοντες κινδύνου του ίδιου τύπου και να παρέχουν στην οικεία αρμόδια αρχή λεπτομερή τεκμηρίωση όσον αφορά την εφαρμογή των εν λόγω μεταφερόμενων περιόδων.

(3)

Αναμένεται ότι τα ιδρύματα ενδέχεται να μη διαθέτουν όλες τις πληροφορίες για τις τιμές που απαιτούνται για την εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας από τη δική τους δραστηριότητα διαπραγμάτευσης. Επομένως, όταν εκτιμούν αν οι παράγοντες κινδύνου είναι υποδειγματοποιήσιμοι, τα ιδρύματα θα πρέπει επίσης να επιτρέπεται να χρησιμοποιούν πληροφορίες σχετικά με τις τιμές που λαμβάνονται από τρίτους πωλητές, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω τιμές είναι επαληθεύσιμες και ότι οι εν λόγω τρίτοι πωλητές υπόκεινται σε ανεξάρτητο έλεγχο όσον αφορά την εγκυρότητα των πληροφοριών τους σχετικά με τις τιμές.

(4)

Ένα βασικό βήμα για να αξιολογηθεί αν οι παράγοντες κινδύνου είναι υποδειγματοποιήσιμοι είναι η αξιολόγηση της αντιπροσωπευτικότητας των προσδιορισμένων επαληθεύσιμων τιμών για τους εν λόγω παράγοντες κινδύνου. Μια επαληθεύσιμη τιμή θα πρέπει να θεωρείται αντιπροσωπευτική ενός παράγοντα κινδύνου ενός ιδρύματος, όταν το ίδρυμα είναι σε θέση να εξαγάγει την τιμή του παράγοντα κινδύνου από την αξία της επαληθεύσιμης τιμής χρησιμοποιώντας συνήθεις ποσοτικές μεθοδολογίες. Ορισμένες από αυτές τις μεθοδολογίες χρειάζονται πρόσθετα εισαγόμενα δεδομένα προκειμένου τα ιδρύματα να είναι σε θέση να εξάγουν την τιμή ενός παράγοντα κινδύνου, γεγονός που καθιστά πιο περίπλοκη την απόδειξη της αντιπροσωπευτικότητας των επαληθεύσιμων τιμών. Συνεπώς, οι εν λόγω μεθοδολογίες, καθώς και τα πρόσθετα εισαγόμενα δεδομένα, όπου χρειάζονται, θα πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικές και δεόντως τεκμηριωμένες πληροφορίες, αποτρέποντας με τον τρόπο αυτόν τη χρήση αβάσιμων παραδοχών από τα ιδρύματα. Οι συμφωνίες ή οι αποτιμήσεις εξασφαλίσεων δεν θα πρέπει να θεωρούνται επιλέξιμες πηγές επαληθεύσιμων τιμών λόγω της έλλειψης επαληθευσιμότητας και αντιπροσωπευτικότητας που τις χαρακτηρίζει, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα.

(5)

Όταν οι παράγοντες κινδύνου είναι σημεία καμπύλης, επιφάνειας ή κύβου, η υποδειγματοποιησιμότητα των εν λόγω παραγόντων κινδύνου θα πρέπει να αξιολογείται σύμφωνα με την υποδειγματοποιησιμότητα κάθε κλιμακίου της εν λόγω καμπύλης, επιφάνειας ή κύβου, λόγω των κοινών χαρακτηριστικών των παραγόντων κινδύνου που ανήκουν σε ένα δεδομένο κλιμάκιο. Συνεπώς, η υποδειγματοποιησιμότητα του εν λόγω κλιμακίου θα πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με όλες τις επαληθεύσιμες τιμές που κατανέμονται στο εν λόγω κλιμάκιο, ενώ οι επαληθεύσιμες τιμές που είναι αντιπροσωπευτικές ενός παράγοντα κινδύνου σε ένα κλιμάκιο θα πρέπει να θεωρούνται αντιπροσωπευτικές όλων των παραγόντων κινδύνου που ανήκουν στο ίδιο κλιμάκιο. Επιπλέον, τα ιδρύματα θα πρέπει να επιτρέπεται να επιλέγουν τυποποιημένα κλιμάκια ή, όταν κρίνεται καταλληλότερο για συγκεκριμένη καμπύλη, επιφάνεια ή κύβο, εναλλακτικά κλιμάκια που έχουν αναπτύξει τα ίδια.

(6)

Επιπλέον, τα κριτήρια για την υποδειγματοποιησιμότητα των παραγόντων κινδύνου θα πρέπει να καλύπτουν περιπτώσεις στις οποίες ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί μια παραμετρική συνάρτηση για την αναπαράσταση καμπύλης, επιφάνειας ή κύβου και ορίζει τις παραμέτρους της συνάρτησης ως παράγοντες κινδύνου στο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων που εφαρμόζει. Στις περιπτώσεις αυτές, τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να διενεργείται η εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των εν λόγω παραμετρικών συναρτήσεων και των παραμέτρων της συνάρτησης.

(7)

Για να διευκολυνθούν οι αρμόδιες αρχές κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο τα ιδρύματα θα εφαρμόζουν τη γενική απαίτηση τεκμηρίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 325ξα παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όταν αξιολογούν αν ένας παράγοντας κινδύνου είναι υποδειγματοποιήσιμος.

(8)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που υπέβαλε στην Επιτροπή η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών.

(9)

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών διενήργησε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, ανέλυσε τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες και ζήτησε τη γνώμη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Κριτήρια για την εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας των παραγόντων κινδύνου που δεν ανήκουν σε καμπύλη, επιφάνεια ή κύβο

1.   Οι παράγοντες κινδύνου των θέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 325νζ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι οποίοι δεν ανήκουν σε καμπύλη, επιφάνεια ή κύβο αξιολογούνται ως υποδειγματοποιήσιμοι, εφόσον πληρούται ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

σε περίοδο παρατήρησης 12 μηνών που λήγει κατά την προηγούμενη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2021/451 της Επιτροπής (3), πληρούνται και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

το ίδρυμα έχει εντοπίσει για τον εν λόγω παράγοντα κινδύνου την ύπαρξη τουλάχιστον 24 τιμών που είναι επαληθεύσιμες σύμφωνα με το άρθρο 2 του παρόντος κανονισμού, οι οποίες έχουν διαφορετικές ημερομηνίες παρατήρησης και οι οποίες θεωρούνται αντιπροσωπευτικές του εν λόγω παράγοντα κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού·

ii)

δεν υπήρξε περίοδος 90 ή περισσότερων ημερών κατά την οποία εντοπίστηκαν λιγότερες από τέσσερις από τις επαληθεύσιμες τιμές που αναφέρονται στο σημείο i)·

β)

κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου παρατήρησης που αναφέρεται στο στοιχείο α), το ίδρυμα έχει εντοπίσει για τον εν λόγω παράγοντα κινδύνου την ύπαρξη τουλάχιστον 100 τιμών που είναι επαληθεύσιμες σύμφωνα με το άρθρο 2 του παρόντος κανονισμού, οι οποίες έχουν διαφορετικές ημερομηνίες παρατήρησης και οι οποίες θεωρούνται αντιπροσωπευτικές του εν λόγω παράγοντα κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού.

2.   Ένα ίδρυμα μπορεί να αντικαταστήσει τη δωδεκάμηνη περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 με δωδεκάμηνη περίοδο που λήγει τουλάχιστον έναν μήνα πριν από την προηγούμενη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2021/451 (στο εξής: μεταφερόμενη περίοδος), εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα εφαρμόζει την εν λόγω μεταφερόμενη περίοδο με συνέπεια σε όλους τους παράγοντες κινδύνου του ίδιου τύπου με τον εξεταζόμενο παράγοντα κινδύνου·

β)

το ίδρυμα εφαρμόζει την εν λόγω μεταφερόμενη περίοδο με συνέπεια σε βάθος χρόνου·

γ)

το ίδρυμα παρέχει στην αρμόδια αρχή λεπτομερή περιγραφή της εφαρμογής της εν λόγω μεταφερόμενης περιόδου.

Άρθρο 2

Επαληθεύσιμες τιμές

1.   Μια τιμή θεωρείται επαληθεύσιμη, όταν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η τιμή προκύπτει από συναλλαγή στην οποία το ίδρυμα ήταν ένα από τα μέρη και η οποία πραγματοποιήθηκε υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού·

β)

η τιμή προκύπτει από συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από τρίτους υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού και η οποία πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 5·

γ)

η τιμή προκύπτει από πραγματικές καλή την πίστει ανταγωνιστικές τιμές αγοράς και πώλησης που παρέχονται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού από το ίδιο το ίδρυμα ή από τρίτους, στην αξία των οποίων το ίδρυμα ή οι τρίτοι έχουν δεσμευθεί να εκτελέσουν μια συναλλαγή σύμφωνα με τις συνήθεις εμπορικές πρακτικές και η οποία πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 5.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, μια τιμή δεν θεωρείται επαληθεύσιμη, όταν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η τιμή προκύπτει από συναλλαγή ή τιμές αγοράς και πώλησης μεταξύ δύο οντοτήτων του ίδιου ομίλου·

β)

η τιμή προκύπτει από συναλλαγή ή τιμές αγοράς και πώλησης αμελητέου όγκου σε σύγκριση με τον συνήθη όγκο συναλλαγών ή τιμών που αντικατοπτρίζουν τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς·

γ)

η τιμή προκύπτει από τιμές αγοράς και τιμές πώλησης με σημαντική απόκλιση συγκριτικά με τις αποκλίσεις μεταξύ τιμών αγοράς και τιμών πώλησης που αντικατοπτρίζουν τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς·

δ)

η τιμή προκύπτει από συναλλαγή που διενεργήθηκε με μοναδικό σκοπό τον προσδιορισμό επαρκούς αριθμού επαληθεύσιμων τιμών που πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού·

ε)

η τιμή προκύπτει από τις προσφερόμενες τιμές που έχουν δεσμευθεί με μοναδικό σκοπό τον προσδιορισμό επαρκούς αριθμού επαληθεύσιμων τιμών που πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού.

3.   Η ημερομηνία παρατήρησης μιας επαληθεύσιμης τιμής είναι η ίδια με την ημερομηνία κατά την οποία εκτελέστηκε η συναλλαγή ή με την ημερομηνία κατά την οποία δεσμεύθηκαν οι τιμές αγοράς και πώλησης. Οι ημερομηνίες παρατήρησης των επαληθεύσιμων τιμών καταγράφονται με βάση μια σταθερή ενιαία ζώνη ώρας για όλες τις πηγές δεδομένων.

4.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως τρίτος πωλητής νοείται μια επιχείρηση που παρέχει στα ιδρύματα δεδομένα σχετικά με τις συναλλαγές ή τις προσφερόμενες τιμές για τους σκοπούς του άρθρου 1 του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 36α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), και των πολυμερών συστημάτων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 19 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5).

5.   Μια συναλλαγή ή τιμές αγοράς και πώλησης χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία β) και γ), μόνο εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η συναλλαγή ή οι τιμές έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία ή έχουν συλλεχθεί από τρίτο πωλητή·

β)

ο τρίτος πωλητής ή το ίδρυμα έχει συμφωνήσει να παράσχει στην αρμόδια αρχή του ιδρύματος, εφόσον του ζητηθεί, αποδεικτικά στοιχεία για τη συναλλαγή ή τις τιμές και αποδεικτικά στοιχεία της επαληθευσιμότητας της τιμής που προέκυψε από την εν λόγω συναλλαγή ή τις εν λόγω τιμές·

γ)

ο τρίτος πωλητής έχει κοινοποιήσει στο ίδρυμα την ημερομηνία κατά την οποία παρατηρήθηκε/-αν η συναλλαγή ή οι τιμές, καθώς και ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών σχετικά με τη συναλλαγή ή τις προσφερόμενες τιμές, ώστε να μπορέσει το ίδρυμα να αντιστοιχίσει την επαληθεύσιμη τιμή στους παράγοντες κινδύνου για τους οποίους είναι αντιπροσωπευτική η τιμή που προέκυψε από την εν λόγω συναλλαγή ή τις εν λόγω προσφερόμενες τιμές σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού·

δ)

το ίδρυμα έχει επαληθεύσει ότι ο τρίτος πωλητής υπόκειται, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, σε ανεξάρτητο έλεγχο από τρίτη επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 325ξα παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όσον αφορά την εγκυρότητα των πληροφοριών για τις τιμές, τη διακυβέρνηση και τις διαδικασίες του, και έχει πρόσβαση στα αποτελέσματα και τις εκθέσεις ελέγχου, προκειμένου να είναι σε θέση να κοινοποιεί στην οικεία αρμόδια αρχή, εφόσον του ζητηθεί, τα εν λόγω αποτελέσματα και εκθέσεις.

6.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 στοιχείο δ), στον ανεξάρτητο έλεγχο εξετάζονται όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

αν ο τρίτος πωλητής διαθέτει τις αναγκαίες πληροφορίες για να ελέγξει αν η τιμή είναι επαληθεύσιμη και να αντιστοιχίσει την επαληθεύσιμη τιμή στους παράγοντες κινδύνου για τους οποίους η εν λόγω τιμή είναι αντιπροσωπευτική σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού·

β)

αν ο τρίτος πωλητής είναι σε θέση να αποδείξει την ακεραιότητα των πληροφοριών που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

γ)

αν ο τρίτος πωλητής διαθέτει εσωτερικές διαδικασίες και επαρκή αριθμό προσωπικού με επίπεδο δεξιοτήτων κατάλληλο για τη διαχείριση των πληροφοριών που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

δ)

σε περίπτωση που τρίτος πωλητής δεν παρέχει στο ίδρυμα τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον έλεγχο της επαληθευσιμότητας της τιμής, αν ο τρίτος πωλητής υποχρεούται συμβατικά να ελέγξει την επαληθευσιμότητα της τιμής.

7.   Όταν ένας τρίτος πωλητής δεν παρέχει στο ίδρυμα τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον έλεγχο της επαληθευσιμότητας της τιμής, το ίδρυμα είναι σε θέση να αποδείξει στην αρμόδια αρχή του ότι ο τρίτος πωλητής υποχρεούται συμβατικά να ελέγξει την επαληθευσιμότητα της τιμής.

Άρθρο 3

Αντιπροσωπευτικότητα των επαληθεύσιμων τιμών για τους παράγοντες κινδύνου

1.   Μια επαληθεύσιμη τιμή θεωρείται αντιπροσωπευτική ενός παράγοντα κινδύνου κατά την ημερομηνία παρατήρησής της, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του παράγοντα κινδύνου και της επαληθεύσιμης τιμής·

β)

το ίδρυμα έχει προσδιορίσει μια εννοιολογικά άρτια μεθοδολογία για την εξαγωγή της τιμής του παράγοντα κινδύνου από την αξία της επαληθεύσιμης τιμής.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), τυχόν εισαγόμενα δεδομένα ή παράγοντες κινδύνου που χρησιμοποιούνται στη μεθοδολογία, εκτός από την επαληθεύσιμη τιμή, βασίζονται σε αντικειμενικά δεδομένα.

2.   Κάθε επαληθεύσιμη τιμή μπορεί να προσμετρηθεί ως παρατήρηση για τους σκοπούς του άρθρου 1 για όλους τους παράγοντες κινδύνου για τους οποίους είναι αντιπροσωπευτική σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.   Όταν ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί έναν συστηματικό παράγοντα πιστωτικού κινδύνου ή κινδύνου μετοχών για να αποτυπώσει κινήσεις στο σύνολο της αγοράς για συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μιας ομάδας ομοειδών εκδοτών, συμπεριλαμβανομένης της χώρας, της περιφέρειας ή του τομέα των εν λόγω εκδοτών, οι επαληθεύσιμες τιμές των δεικτών της αγοράς ή των μέσων μεμονωμένων εκδοτών θεωρούνται αντιπροσωπευτικές για τον εν λόγω συστηματικό παράγοντα κινδύνου μόνον εφόσον έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τον εν λόγω συστηματικό παράγοντα κινδύνου.

Άρθρο 4

Κριτήρια για την εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας των παραγόντων κινδύνου που ανήκουν σε καμπύλη, επιφάνεια ή κύβο

1.   Οι παράγοντες κινδύνου για τις θέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 325νζ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι οποίοι ανήκουν σε καμπύλη, επιφάνεια ή κύβο, αξιολογούνται ως υποδειγματοποιήσιμοι με την εφαρμογή των ακόλουθων βημάτων με την ακόλουθη σειρά:

α)

για κάθε καμπύλη, επιφάνεια ή κύβο, το ίδρυμα προσδιορίζει τα σχετικά κλιμάκια παραγόντων κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού·

β)

το ίδρυμα διαπιστώνει την υποδειγματοποιησιμότητα των σχετικών κλιμακίων που αναφέρονται στο στοιχείο α) σύμφωνα με την παράγραφο 2·

γ)

το ίδρυμα θεωρεί υποδειγματοποιήσιμο κάθε παράγοντα κινδύνου που ανήκει σε κλιμάκιο που έχει θεωρηθεί υποδειγματοποιήσιμο σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.   Το κριτήριο για να αξιολογηθεί αν ένα κλιμάκιο είναι υποδειγματοποιήσιμο είναι ένα από τα ακόλουθα:

α)

σε περίοδο παρατήρησης 12 μηνών που λήγει κατά την προηγούμενη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2021/451:

i)

το ίδρυμα έχει εντοπίσει για το εν λόγω κλιμάκιο την ύπαρξη τουλάχιστον 24 τιμών που είναι επαληθεύσιμες σύμφωνα με το άρθρο 2 του παρόντος κανονισμού, οι οποίες έχουν διαφορετικές ημερομηνίες παρατήρησης και οι οποίες κατανέμονται στο εν λόγω κλιμάκιο· και

ii)

δεν υπήρξε περίοδος 90 ή περισσότερων ημερών κατά την οποία εντοπίστηκαν λιγότερες από τέσσερις από τις επαληθεύσιμες τιμές που αναφέρονται στο σημείο i)·

β)

κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου παρατήρησης που αναφέρεται στο στοιχείο α), το ίδρυμα έχει εντοπίσει για το εν λόγω κλιμάκιο την ύπαρξη τουλάχιστον 100 τιμών που είναι επαληθεύσιμες σύμφωνα με το άρθρο 2 του παρόντος κανονισμού, οι οποίες έχουν διαφορετικές ημερομηνίες παρατήρησης και οι οποίες κατανέμονται στο εν λόγω κλιμάκιο.

3.   Ένα ίδρυμα μπορεί να αντικαταστήσει τη δωδεκάμηνη περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 με δωδεκάμηνη περίοδο που λήγει τουλάχιστον έναν μήνα πριν από την προηγούμενη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2021/451 (στο εξής: μεταφερόμενη περίοδος), εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα εφαρμόζει την εν λόγω μεταφερόμενη περίοδο με συνέπεια σε όλα τα κλιμάκια μιας καμπύλης, μιας επιφάνειας ή ενός κύβου·

β)

το ίδρυμα εφαρμόζει την εν λόγω μεταφερόμενη περίοδο με συνέπεια σε βάθος χρόνου·

γ)

το ίδρυμα παρέχει στην αρμόδια αρχή του λεπτομερή περιγραφή της εφαρμογής της εν λόγω μεταφερόμενης περιόδου.

4.   Μια επαληθεύσιμη τιμή κατανέμεται σε κλιμάκιο, όταν είναι αντιπροσωπευτική σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού για παράγοντα κινδύνου που ανήκει στο εν λόγω κλιμάκιο.

5.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, ένα ίδρυμα μπορεί να θεωρεί ως παράγοντα κινδύνου οποιοδήποτε σημείο της καμπύλης, της επιφάνειας ή του κύβου που ανήκει στο κλιμάκιο, ανεξάρτητα από το αν το εν λόγω σημείο αποτελεί παράγοντα κινδύνου που περιλαμβάνεται στο οικείο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων.

Άρθρο 5

Προσεγγίσεις κατανομής σε κλιμάκια για παράγοντες κινδύνου που ανήκουν σε καμπύλες, επιφάνειες ή κύβους

1.   Για κάθε καμπύλη, επιφάνεια ή κύβο όπου ανήκει ένας παράγοντας κινδύνου, τα ιδρύματα προσδιορίζουν τα κλιμάκια της εν λόγω καμπύλης, επιφάνειας ή κύβου χρησιμοποιώντας είτε τα τυποποιημένα προκαθορισμένα κλιμάκια που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είτε κλιμάκια που ορίζονται από τα ίδια τα ιδρύματα, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ιδρύματα πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 3.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα τυποποιημένα προκαθορισμένα κλιμάκια είναι τα ακόλουθα:

α)

τα εννέα κλιμάκια που αναφέρονται στη γραμμή i του πίνακα 1 της παραγράφου 4 για παράγοντες κινδύνου που διαθέτουν μία διάσταση ληκτότητας «t» , η οποία εκφράζεται σε έτη, και έχουν αποδοθεί στις ακόλουθες ευρείες κατηγορίες παραγόντων κινδύνου:

i)

«επιτόκιο», εκτός από τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στην ευρεία υποκατηγορία παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα»·

ii)

«συνάλλαγμα», εκτός από τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στην ευρεία υποκατηγορία παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα»·

iii)

«βασικό εμπόρευμα», εκτός από τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στις ευρείες υποκατηγορίες παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα ενέργειας και μεταβλητότητα ανθρακούχων εκπομπών», «μεταβλητότητα πολύτιμων μετάλλων και μεταβλητότητα μη σιδηρούχων μετάλλων» και «μεταβλητότητες άλλων βασικών εμπορευμάτων»·

β)

τα έξι κλιμάκια που αναφέρονται στη γραμμή ii του πίνακα 1 της παραγράφου 3 για κάθε διάσταση ληκτότητας «t» των παραγόντων κινδύνου που διαθέτουν περισσότερες από μία διαστάσεις ληκτότητας, η οποία εκφράζεται σε έτη, και έχουν αποδοθεί στις ακόλουθες ευρείες κατηγορίες παραγόντων κινδύνου:

i)

«επιτόκιο», εκτός από τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στην ευρεία υποκατηγορία παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα»·

ii)

«συνάλλαγμα», εκτός από τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στην ευρεία υποκατηγορία παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα»·

iii)

«βασικό εμπόρευμα», εκτός από τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στις ευρείες υποκατηγορίες παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα ενέργειας και μεταβλητότητα ανθρακούχων εκπομπών», «μεταβλητότητα πολύτιμων μετάλλων και μεταβλητότητα μη σιδηρούχων μετάλλων» και «μεταβλητότητες άλλων βασικών εμπορευμάτων»·

γ)

τα πέντε κλιμάκια που αναφέρονται στη γραμμή iii του πίνακα 1 της παραγράφου 3 για κάθε διάσταση ληκτότητας «t» για παράγοντες κινδύνου που διαθέτουν μία ή περισσότερες διαστάσεις ληκτότητας, η οποία εκφράζεται σε έτη, και έχουν αποδοθεί στις ακόλουθες ευρείες κατηγορίες παραγόντων κινδύνου:

i)

«πιστωτικό περιθώριο», εκτός από τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στην ευρεία υποκατηγορία παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα»·

ii)

«μετοχές», εκτός από τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στις ευρείες υποκατηγορίες παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα (μεγάλη κεφαλαιοποίηση αγοράς)» και «μεταβλητότητα (μικρή κεφαλαιοποίηση αγοράς)»·

δ)

τα πέντε κλιμάκια που αναφέρονται στη γραμμή iv του πίνακα 1 της παραγράφου 3 για κάθε παράγοντα κινδύνου με μία ή περισσότερες διαστάσεις ρευστότητας, όπως εκφράζονται με τη χρήση του συντελεστή δέλτα των δικαιωμάτων προαίρεσης ( «δ»

ε)

τα πέντε κλιμάκια που αναφέρονται στη γραμμή iii του πίνακα 1 της παραγράφου 3 και τα πέντε κλιμάκια που αναφέρονται στη γραμμή iv του πίνακα 1 της παραγράφου 3 για τους παράγοντες κινδύνου που έχουν αποδοθεί στις ακόλουθες ευρείες κατηγορίες παραγόντων κινδύνου:

i)

«συνάλλαγμα», για τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στην ευρεία υποκατηγορία παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα»·

ii)

«πιστωτικό περιθώριο», για τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στην ευρεία υποκατηγορία παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα»·

iii)

«μετοχές», για τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στις ευρείες υποκατηγορίες παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα (μεγάλη κεφαλαιοποίηση αγοράς)» και «μεταβλητότητα (μικρή κεφαλαιοποίηση αγοράς)»·

iv)

«βασικό εμπόρευμα», για τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στις ευρείες υποκατηγορίες παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα ενέργειας και μεταβλητότητα ανθρακούχων εκπομπών», «μεταβλητότητα πολύτιμων μετάλλων και μεταβλητότητα μη σιδηρούχων μετάλλων» και «μεταβλητότητες άλλων βασικών εμπορευμάτων»·

στ)

τα έξι κλιμάκια που αναφέρονται στη γραμμή ii του πίνακα 1 της παραγράφου 3, τα πέντε κλιμάκια που αναφέρονται στη γραμμή iii του πίνακα 1 της παραγράφου 3 και τα πέντε κλιμάκια που αναφέρονται στη γραμμή iv του πίνακα 1 της παραγράφου 3 για τους παράγοντες κινδύνου που αποδίδονται στην ευρεία κατηγορία παραγόντων κινδύνου «επιτόκιο» και στην ευρεία υποκατηγορία παραγόντων κινδύνου «μεταβλητότητα» με διάσταση ληκτότητας, λήξης και ρευστότητας.

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ), όσον αφορά αγορές δικαιωμάτων προαίρεσης που χρησιμοποιούν άλλες συμβάσεις πλην του συντελεστή δέλτα των δικαιωμάτων προαίρεσης για τον ορισμό της ρευστότητας, τα ιδρύματα μετατρέπουν τα κλιμάκια που αναφέρονται στη γραμμή iv του πίνακα 1 της παραγράφου 3 στις συμβάσεις που επικρατούν στις εν λόγω αγορές δικαιωμάτων προαίρεσης χρησιμοποιώντας ποσοτικές τεχνικές που προκύπτουν από τα υποδείγματα τιμολόγησης του ίδιου του ιδρύματος, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω υποδείγματα τιμολόγησης έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς και έχουν εξεταστεί από ανεξάρτητο φορέα.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, ένα τυποποιημένο κλιμάκιο μπορεί να υποδιαιρείται σε μικρότερα κλιμάκια.

Πίνακας 1

Αριθ. κλιμακίου

1

2

3

4

5

6

7

8

9

i.

0 ≤ t < 0,75

0,75 ≤ t <1,5

1,5 ≤ t <4

4 ≤ t < 7

7 ≤ t < 12

12 ≤ t < 18

18 ≤ t < 25

25 ≤ t < 35

35 ≤ t

ii.

0 ≤ t <0,75

0,75 ≤ t < 4

4 ≤ t < 10

10 ≤ t < 18

18 ≤ t < 30

30 ≤ t

 

 

 

iii.

0 ≤ t < 1,5

1,5 ≤ t < 3,5

3,5 ≤ t < 7,5

7,5 ≤ t < 15

15 ≤ t

 

 

 

 

iv.

0 ≤ δ < 0,05

0,05 ≤ δ < 0,3

0,3 ≤ δ < 0.7

0,7 ≤ δ < 0,95

0,95 ≤ δ ≤ 1

 

 

 

 

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα ίδια τα ιδρύματα μπορούν να καθορίζουν κλιμάκια για δεδομένη καμπύλη, επιφάνεια ή κύβο, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα κλιμάκια καλύπτουν ολόκληρη την καμπύλη, την επιφάνεια ή τον κύβο·

β)

τα κλιμάκια δεν αλληλεπικαλύπτονται·

γ)

κάθε κλιμάκιο περιέχει ακριβώς έναν παράγοντα κινδύνου που αποτελεί μέρος του υπολογισμού των θεωρητικών μεταβολών της αξίας του χαρτοφυλακίου μίας από τις μονάδες διαπραγμάτευσης του ιδρύματος για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις καταλογισμού κερδών και ζημιών που προβλέπονται στο άρθρο 325νθ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

5.   Για την αξιολόγηση της υποδειγματοποιησιμότητας των παραγόντων κινδύνου της ευρείας κατηγορίας παραγόντων κινδύνου «πιστωτικό περιθώριο» που ανήκουν σε συγκεκριμένο κλιμάκιο ληκτότητας, το ίδρυμα μπορεί να ανακατανείμει τις επαληθεύσιμες τιμές ενός κλιμακίου στο εγγύτερο κλιμάκιο που σχετίζεται με συντομότερες ληκτότητες, μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα δεν έχει άνοιγμα σε κανέναν παράγοντα κινδύνου που ανήκει στο κλιμάκιο που αντιστοιχεί στις μεγαλύτερες ληκτότητες και, συνεπώς, δεν χρησιμοποιεί κανέναν από τους εν λόγω παράγοντες κινδύνου στο πλαίσιο του οικείου υποδείγματος διαχείρισης κινδύνων·

β)

κάθε επαληθεύσιμη τιμή προσμετράται μόνο σε ένα κλιμάκιο ληκτότητας·

γ)

κάθε επαληθεύσιμη τιμή ανακατανέμεται μόνο μία φορά.

Άρθρο 6

Κριτήρια για την εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας των παραγόντων κινδύνου που αντιπροσωπεύουν παραμέτρους της συνάρτησης παραμετρικής καμπύλης, επιφάνειας ή κύβου

1.   Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν μία ή περισσότερες παραμετρικές συναρτήσεις για να αναπαραστήσουν καμπύλη, επιφάνεια ή κύβο και ενσωματώνουν τις παραμέτρους της συνάρτησης ως παράγοντες κινδύνου στα οικεία εσωτερικά υποδείγματα μέτρησης κινδύνων αξιολογούν την υποδειγματοποιησιμότητα των εν λόγω παραμέτρων της συνάρτησης εφαρμόζοντας για κάθε παραμετρική συνάρτηση τα ακόλουθα βήματα με την ακόλουθη σειρά:

α)

τα εν λόγω ιδρύματα προσδιορίζουν το σύνολο σημείων της καμπύλης, της επιφάνειας ή του κύβου που χρησιμοποιήθηκαν για τη βαθμονόμηση της παραμετρικής συνάρτησης·

β)

τα εν λόγω ιδρύματα εφαρμόζουν την προσέγγιση της κατανομής σε κλιμάκια που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2, ως εάν οι παράγοντες κινδύνου στο οικείο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων ήταν τα σημεία που προσδιορίστηκαν σύμφωνα με το στοιχείο α)·

γ)

τα εν λόγω ιδρύματα αξιολογούν, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3, την υποδειγματοποιησιμότητα των κλιμακίων που προκύπτουν από την εφαρμογή της προσέγγισης κατανομής σε κλιμάκια που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2, ως εάν οι παράγοντες κινδύνου στο οικείο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων ήταν τα σημεία που προσδιορίστηκαν σύμφωνα με το στοιχείο α).

2.   Η υποδειγματοποιησιμότητα μιας παραμέτρου της παραμετρικής συνάρτησης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 αξιολογείται με τον προσδιορισμό του συνόλου σημείων της καμπύλης, της επιφάνειας ή του κύβου που χρησιμοποιήθηκαν για τη βαθμονόμηση της εν λόγω παραμέτρου της συνάρτησης. Όταν τα προσδιοριζόμενα σημεία ανήκουν μόνο σε κλιμάκια που αξιολογούνται ως υποδειγματοποιήσιμα σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο γ), η παράμετρος της συνάρτησης αξιολογείται ως υποδειγματοποιήσιμη.

Άρθρο 7

Τεκμηρίωση

1.   Τα ιδρύματα τεκμηριώνουν στις εσωτερικές πολιτικές τους όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

το σύνολο και την περιγραφή των παραγόντων κινδύνου στο οικείο εσωτερικό υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων που υπόκεινται στην εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας·

β)

τις πηγές πληροφοριών για τις επαληθεύσιμες τιμές που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας των παραγόντων κινδύνου·

γ)

τα κριτήρια για να θεωρηθεί μια τιμή επαληθεύσιμη σύμφωνα με το άρθρο 2, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής του τρόπου με τον οποίο το ίδρυμα αξιολογεί αν ο όγκος μιας συναλλαγής ή μιας δεσμευμένης προσφερόμενης τιμής είναι μη αμελητέος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β), και αν η απόκλιση μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης είναι εύλογη, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο γ)·

δ)

τη διαδικασία αντιστοίχισης και τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για να διαπιστωθεί η αντιπροσωπευτικότητα των επαληθεύσιμων τιμών για τους παράγοντες κινδύνου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3, συμπεριλαμβανομένων περιγραφής της μεθοδολογίας που έχει καθοριστεί για να εξαχθεί η τιμή του παράγοντα κινδύνου από τις επαληθεύσιμες τιμές και τυχόν πρόσθετων εισαγόμενων στοιχείων που ενδεχομένως απαιτεί η μεθοδολογία·

ε)

την εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας για παραμετρικές καμπύλες, επιφάνειες ή κύβους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6·

στ)

τη χρήση των προσεγγίσεων κατανομής σε κλιμάκια που αναφέρονται στο άρθρο 5, προσδιορίζοντας επίσης αν και με ποιον τρόπο το ίδρυμα εφαρμόζει το άρθρο 5 παράγραφος 5·

ζ)

τη χρήση της δωδεκάμηνης μεταφερόμενης περιόδου σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή το άρθρο 4 παράγραφος 3.

2.   Για κάθε παράγοντα κινδύνου, τα ιδρύματα τηρούν αρχείο τουλάχιστον ενός έτους με τα αποτελέσματα της εκτίμησης της υποδειγματοποιησιμότητάς τους, συμπεριλαμβανομένης της τεκμηρίωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Για τους παράγοντες κινδύνου για τους οποίους δεν υπάρχει ακόμη διαθέσιμο ιστορικό αποτελεσμάτων ενός έτους, τα ιδρύματα τηρούν το μέγιστο διαθέσιμο ιστορικό αποτελεσμάτων.

Άρθρο 8

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 14 Ιουνίου 2022.

Για την Επιτροπή

Η Πρόεδρος

Ursula VON DER LEYEN


(1)   ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(3)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/451 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2020, για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την υποβολή εποπτικών αναφορών από τα ιδρύματα και για την κατάργηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 680/2014 (ΕΕ L 97 της 19.3.2021, σ. 1).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84).

(5)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).