5.9.2022   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 229/1


ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2022/1455 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 11ης Απριλίου 2022

για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων επενδύσεων με βάση τα πάγια έξοδα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (1), και ιδίως το άρθρο 13 παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Δεδομένου ότι δεν απαιτείται από όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων να διαθέτουν ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις, οι κανόνες που καθορίζουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις επενδύσεων με βάση τα πάγια έξοδα θα πρέπει να επιτρέπουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων να υπολογίζουν την απαίτηση παγίων εξόδων επίσης βάσει μη ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων, όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν υποχρεούνται να έχουν ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις. Επιπλέον, όταν οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις δεν καλύπτουν περίοδο δώδεκα μηνών, η επιχείρηση επενδύσεων θα πρέπει να προβαίνει σε υπολογισμό για την παραγωγή ισοδύναμου ετήσιου ποσού, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέπεια με την απαίτηση του άρθρου 13 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

(2)

Δεδομένου ότι η διαφορά μεταξύ των ακαθάριστων και των καθαρών κερδών όσον αφορά την οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης αντιπροσωπεύεται από τα πάγια έξοδα διαχείρισης των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, η αφαίρεση από το συνολικό κόστος μιας επιχείρησης επενδύσεων των συμμετοχών των εργαζομένων, των διοικητικών στελεχών και των εταίρων στα κέρδη που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 θα πρέπει να νοείται ότι αναφέρεται στα καθαρά κέρδη.

(3)

Επιπλέον, δεδομένου ότι η καταβολή των έκτακτων παροχών προσωπικού και άλλων αμοιβών μπορεί να αναβληθεί με την πάροδο του χρόνου και να ακολουθεί διαφορετικές δομές συμφωνίας, οι εν λόγω έκτακτες παροχές προσωπικού και άλλες αμοιβές θα πρέπει να θεωρούνται ότι εξαρτώνται από τα καθαρά κέρδη, εφόσον αυτό δεν θα είχε αντίκτυπο στην κεφαλαιακή θέση της επιχείρησης, είτε λόγω πληρωμών που έχουν ήδη καταβληθεί είτε λόγω της απουσίας υποχρέωσης πληρωμής σε περίπτωση απουσίας καθαρού κέρδους.

(4)

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τα πάγια έξοδα τρίτων στον υπολογισμό των συνολικών δαπανών τους. Ωστόσο, όταν οι εν λόγω δαπάνες δεν πραγματοποιούνται εξολοκλήρου για λογαριασμό των επιχειρήσεων επενδύσεων, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται μέχρι του ποσού που αναλογεί στην επιχείρηση επενδύσεων.

(5)

Δεν χρησιμοποιούν όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς και υπάρχουν διαφορές στα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα κατά τον υπολογισμό του συνολικού κόστους. Τα στοιχεία που πρέπει να αφαιρούνται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων από τις συνολικές δαπάνες τους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης παγίων εξόδων θα πρέπει να προσδιοριστούν περαιτέρω, επιπλέον εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 13 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, προκειμένου να διασφαλιστεί η συγκρισιμότητα κατά τον υπολογισμό της απαίτησης παγίων εξόδων.

(6)

Σύμφωνα με την ιδιαιτερότητα της επιχειρηματικής δραστηριότητας των διαπραγματευτών βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, οι δαπάνες που σχετίζονται με τις πρώτες ύλες θα πρέπει να αφαιρούνται από τους διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής από τις συνολικές δαπάνες που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό της απαίτησης παγίων εξόδων τους.

(7)

Σε περίπτωση εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων που είναι ειδικός διαπραγματευτής, η επιχείρηση παύει να παρέχει τις υπηρεσίες ειδικής διαπραγμάτευσης και, ως εκ τούτου, δεν επιβαρύνεται πλέον με τις προμήθειες διαπραγμάτευσης που συνήθως βαρύνουν κατά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω αμοιβές θα πρέπει να εξαιρεθούν από τις συνολικές δαπάνες που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης παγίων εξόδων. Ταυτόχρονα, σε περίπτωση εκκαθάρισης, ο ειδικός διαπραγματευτής μπορεί να συνεχίσει να διαθέτει απόθεμα τίτλων που χρησιμοποιεί συνήθως στις δραστηριότητές του ειδικής διαπραγμάτευσης. Εάν το εν λόγω απόθεμα ρευστοποιηθεί, θα προκύψουν προμήθειες διαπραγμάτευσης που θα πρέπει να συμπεριληφθούν στα συνολικά έξοδα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης παγίων εξόδων.

(8)

Τα πάγια έξοδα μπορούν να εξελιχθούν με παρόμοιο ρυθμό με τις δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων και, στην περίπτωση αυτή, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ουσιώδεις αλλαγές για τους σκοπούς του άρθρου 13 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. Ωστόσο, ενδέχεται να υπάρξουν περιστάσεις κατά τις οποίες αλλαγές, όπως αλλαγές στα επιχειρηματικά μοντέλα ή συγχωνεύσεις και εξαγορές, ενδέχεται να συμβούν και να οδηγήσουν σε σημαντικές διακυμάνσεις των προβλεπόμενων παγίων εξόδων. Ως εκ τούτου, οι κανόνες που προσδιορίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις επενδύσεων με βάση τα πάγια έξοδα θα πρέπει να καθορίζουν αντικειμενικά κατώφλια με βάση τα προβλεπόμενα πάγια έξοδα για τον προσδιορισμό της έννοιας της ουσιώδους μεταβολής.

(9)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, κατόπιν διαβούλευσης με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών.

(10)

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών διενήργησε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, ανέλυσε τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες και ζήτησε τις συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2).

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Υπολογισμός της απαίτησης παγίων εξόδων

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 13 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, τα «αριθμητικά στοιχεία που προκύπτουν από το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο» αναφέρονται στα αριθμητικά στοιχεία των πλέον πρόσφατων ελεγμένων ετήσιων οικονομικών καταστάσεων μιας επιχείρησης επενδύσεων μετά τη διανομή των κερδών ή των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν υποχρεούνται να έχουν ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις.

2.   Εάν οι πλέον πρόσφατες ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης επενδύσεων δεν αντικατοπτρίζουν περίοδο δώδεκα μηνών, η επιχείρηση επενδύσεων διαιρεί τα ποσά που περιλαμβάνονται στις εν λόγω καταστάσεις με τον αριθμό των μηνών που αποτυπώνονται στις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις και στη συνέχεια πολλαπλασιάζει το πηλίκο επί δώδεκα, ώστε να προκύψει ισοδύναμο ετήσιο ποσό.

3.   Για τους σκοπούς του άρθρου 13 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι συμμετοχές των εργαζομένων, των διοικητικών στελεχών και των εταίρων στα κέρδη υπολογίζονται με βάση τα καθαρά κέρδη.

4.   Για τους σκοπούς του άρθρου 13 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι έκτακτες παροχές προσωπικού και οι λοιπές αμοιβές θεωρούνται ότι εξαρτώνται από το καθαρό κέρδος της επιχείρησης επενδύσεων κατά το αντίστοιχο έτος, εφόσον πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι έκτακτες παροχές και άλλες αμοιβές προς το προσωπικό που θα πρέπει να αφαιρεθούν έχουν ήδη καταβληθεί στους εργαζομένους κατά το έτος που προηγείται του έτους πληρωμής, ή η πληρωμή των έκτακτων παροχών ή άλλων αμοιβών προς το προσωπικό δεν θα έχει αντίκτυπο στην κεφαλαιακή θέση της επιχείρησης κατά το έτος της πληρωμής

β)

όσον αφορά το τρέχον έτος και τα επόμενα έτη, η επιχείρηση δεν υποχρεούται να χορηγεί ή να κατανέμει περαιτέρω έκτακτες παροχές ή άλλες πληρωμές με τη μορφή αμοιβής, εκτός εάν πραγματοποιήσει καθαρό κέρδος κατά το εν λόγω έτος.

5.   Όταν έχουν πραγματοποιηθεί πάγιες δαπάνες από τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων αντιπροσώπων, για λογαριασμό των επιχειρήσεων επενδύσεων οι οποίες δεν περιλαμβάνονται ήδη στις συνολικές δαπάνες στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι εν λόγω πάγιες δαπάνες προστίθενται στις συνολικές δαπάνες της επιχείρησης επενδύσεων. Όταν διατίθεται ανάλυση των δαπανών τρίτων, η επιχείρηση επενδύσεων προσθέτει στο ποσό που αντιπροσωπεύει τις συνολικές δαπάνες μόνο το μερίδιο εκείνων των πάγιων δαπανών που αφορά την επιχείρηση επενδύσεων. Όταν δεν διατίθεται τέτοιου είδους ανάλυση, η επιχείρηση επενδύσεων προσθέτει στο ποσό που αντιπροσωπεύει τις συνολικές δαπάνες μόνο το μερίδιό της στις δαπάνες του τρίτου, όπως προκύπτει από το επιχειρηματικό σχέδιο της επιχείρησης επενδύσεων.

6.   Εκτός από τα στοιχεία προς αφαίρεση που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, τα ακόλουθα στοιχεία αφαιρούνται επίσης από τις συνολικές δαπάνες, σε περίπτωση που συμπεριλαμβάνονται στις συνολικές δαπάνες σύμφωνα με το σχετικό λογιστικό πλαίσιο:

α)

αμοιβές, υπηρεσίες χρηματιστηριακής διαμεσολάβησης και άλλες επιβαρύνσεις που καταβάλλονται σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, χρηματιστήρια και άλλους τόπους διαπραγμάτευσης και ενδιάμεσους μεσίτες για σκοπούς εκτέλεσης, καταχώρισης ή εκκαθάρισης συναλλαγών, μόνον όταν μετακυλίονται απευθείας στους πελάτες και χρεώνονται σε αυτούς. Σε αυτές δεν περιλαμβάνονται οι αμοιβές και άλλες επιβαρύνσεις που είναι αναγκαίες για τη διατήρηση της συμμετοχής ή την εκπλήρωση με άλλον τρόπο χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων επιμερισμού των ζημιών έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, χρηματιστηρίων και άλλων τόπων διαπραγμάτευσης·

β)

τόκοι που καταβάλλονται σε πελάτες επί χρημάτων πελατών, όταν δεν υπάρχει κανενός είδους υποχρέωση για την καταβολή των τόκων αυτών·

γ)

δαπάνες από φόρους, όταν καθίστανται απαιτητές σε σχέση με τα ετήσια κέρδη της επιχείρησης επενδύσεων·

δ)

ζημίες από συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε χρηματοπιστωτικά μέσα·

ε)

πληρωμές που σχετίζονται με συμφωνίες μεταφοράς κερδών και ζημιών βάσει σύμβασης, σύμφωνα με τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων υποχρεούται να μεταβιβάσει το ετήσιο αποτέλεσμά της στη μητρική επιχείρηση στο πλαίσιο της κατάρτισης των ετήσιων οικονομικών καταστάσεών της·

στ)

πληρωμές σε ταμείο γενικού τραπεζικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3)·

ζ)

δαπάνες σχετιζόμενες με στοιχεία που έχουν ήδη αφαιρεθεί από τα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Εκτός από τα στοιχεία που απαριθμούνται στο πρώτο εδάφιο, οι ειδικοί διαπραγματευτές, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), μπορούν επίσης να αφαιρούν το ακόλουθο ποσό (Α):

A = B – 4×C, όπου:

B

=

προμήθειες διαπραγμάτευσης που καταβάλλονται από τον ειδικό διαπραγματευτή για συναλλαγές για τις οποίες ο ειδικός διαπραγματευτής παρέχει υπηρεσίες ειδικής διαπραγμάτευσης (ποσό ανά έτος), όταν οι εν λόγω προμήθειες δεν έχουν απευθείας μετακυλιστεί και χρεωθεί στους πελάτες·

C

=

προμήθειες διαπραγμάτευσης που θα προέκυπταν για την πώληση χαρτοφυλακίου τίτλων ισοδύναμων με το μεγαλύτερο απόθεμα τίτλων στο τέλος της ημέρας, που διακρατούνται από τον ειδικό διαπραγματευτή για σκοπούς ειδικής διαπραγμάτευσης, κατά το προηγούμενο έτος.

Άρθρο 2

Υπολογισμός της απαίτησης παγίων εξόδων για διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής

Οι διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής μπορούν να αφαιρούν τις δαπάνες επί των πρώτων υλών σε σχέση με επιχείρηση επενδύσεων που διαπραγματεύεται παράγωγα του υποκείμενου εμπορεύματος βασικού εμπορεύματος.

Άρθρο 3

Η έννοια της ουσιώδους μεταβολής

Μια ουσιώδης αλλαγή που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 θεωρείται ότι έχει επέλθει όταν πληρούται οιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η μεταβολή, είτε με τη μορφή αύξησης είτε με τη μορφή μείωσης, στην επιχειρηματική δραστηριότητα της επιχείρησης έχει ως αποτέλεσμα μεταβολή κατά 30 % ή μεγαλύτερη των προβλεπόμενων παγίων εξόδων της επιχείρησης για το τρέχον έτος·

β)

μια μεταβολή, είτε με τη μορφή αύξησης είτε με τη μορφή μείωσης, στην επιχειρηματική δραστηριότητα της επιχείρησης έχει ως αποτέλεσμα μεταβολές στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης με βάση τα προβλεπόμενα πάγια έξοδα του τρέχοντος έτους ίσες ή μεγαλύτερες από 2 εκατ. EUR.

Άρθρο 4

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 11 Απριλίου 2022.

Για την Επιτροπή

Η Πρόεδρος

Ursula VON DER LEYEN


(1)   ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(4)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).