|
6.4.2021 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 116/1 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2021/557 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 31ης Μαρτίου 2021
για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2017/2402 σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση ώστε να διευκολυνθεί η ανάκαμψη από την κρίση της COVID-19
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Η κρίση της COVID-19 επηρεάζει σοβαρά τους πολίτες, τις επιχειρήσεις, τα συστήματα υγείας και τις οικονομίες των κρατών μελών. Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της της 27ης Μαΐου 2020 με τίτλο «Η ώρα της Ευρώπης: ανασύνταξη και προετοιμασία για την επόμενη γενιά», τόνισε ότι η ρευστότητα και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση θα εξακολουθήσουν να αποτελούν πρόκληση τους επόμενους μήνες. Ως εκ τούτου, είναι ζωτικής σημασίας να υποστηριχθεί η ανάκαμψη από τον σοβαρό οικονομικό κλυδωνισμό που προκάλεσε η πανδημία της COVID-19 με τη θέσπιση στοχευμένων τροποποιήσεων σε διατάξεις της χρηματοπιστωτικής νομοθεσίας. |
|
(2) |
Ο σοβαρός οικονομικός κλυδωνισμός που προκλήθηκε από την πανδημία της COVID-19 και τα απαραίτητα έκτακτα μέτρα ανάσχεσης έχουν εκτεταμένες επιπτώσεις στην οικονομία. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν προβλήματα δυσλειτουργίας στις αλυσίδες εφοδιασμού, προσωρινής παύσης λειτουργίας και μειωμένης ζήτησης, ενώ τα νοικοκυριά έρχονται αντιμέτωπα με την ανεργία και τη μείωση του εισοδήματος. Οι δημόσιες αρχές σε επίπεδο Ένωσης και κρατών μελών έχουν αναλάβει εκτεταμένη δράση για τη στήριξη των νοικοκυριών και των φερέγγυων επιχειρήσεων στην αντιμετώπιση της σοβαρής αλλά προσωρινής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας και των επακόλουθων ελλείψεων ρευστότητας. |
|
(3) |
Είναι σημαντικό τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων (ιδρύματα) να χρησιμοποιούν τα κεφάλαιά τους εκεί όπου είναι περισσότερο αναγκαίο και το κανονιστικό πλαίσιο της Ένωσης διευκολύνει κάτι τέτοιο, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι τα ιδρύματα λειτουργούν κατά συνετό τρόπο. Εκτός από την ευελιξία που προβλέπεται στους υφιστάμενους κανόνες, οι στοχευμένες μεταβολές στον κανονισμό (ΕΕ)2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) θα διασφαλιζόταν ότι το πλαίσιο τιτλοποιήσεων της Ένωσης παρέχει ένα πρόσθετο εργαλείο για την προαγωγή της οικονομικής ανάκαμψης στον απόηχο της κρίσης της COVID-19. |
|
(4) |
Οι έκτακτες περιστάσεις της κρίσης της COVID-19 και το πρωτοφανές μέγεθος των σχετικών προβλημάτων που προκάλεσε απαιτούν άμεση δράση για να εξασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα μπορούν να διοχετεύσουν επαρκή κεφάλαια σε επιχειρήσεις και με τον τρόπο αυτό να συμβάλουν στην απορρόφηση των οικονομικών κλυδωνισμών που προκάλεσε η πανδημία της COVID-19. |
|
(5) |
Η κρίση της COVID-19 ενέχει τον κίνδυνο να αυξηθεί ο αριθμός των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) και εντείνει την ανάγκη, τα ιδρύματα να διαχειριστούν και να αντιμετωπίσουν τα ΜΕΑ τους. Ένα μέσο για τον σκοπό αυτό είναι η διάθεσή τους στην αγορά μέσω τιτλοποίησης. Επιπλέον, στις παρούσες συνθήκες, είναι ζωτικής σημασίας να απομακρυνθούν οι κίνδυνοι από τα συστημικά σημαντικά τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι δανειστές να ενισχύσουν την κεφαλαιακές τους θέσεις. Η σύνθετη τιτλοποίηση είναι ένας τρόπος για να επιτευχθεί αυτό, όπως και, για παράδειγμα, η άντληση νέων ιδίων κεφαλαίων. |
|
(6) |
Οι οντότητες ειδικού σκοπού τιτλοποίησης (ΟΕΣΤ) θα πρέπει να είναι εγκατεστημένες μόνο σε τρίτες χώρες που δεν έχουν περιληφθεί από την Ένωση (5) στον ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας και σε τυχόν επικαιροποιήσεις αυτού (παράρτημα Ι), ή στον κατάλογο τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου που παρουσιάζουν στρατηγικές ανεπάρκειες στο σύστημά τους για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Το παράρτημα ΙΙ σχετικά με την κατάσταση της συνεργασίας με την ΕΕ σε ό,τι αφορά τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι συνεργάσιμες περιοχές δικαιοδοσίας για την εφαρμογή των αρχών χρηστής φορολογικής διακυβέρνησης, εκθέτει την πορεία των συζητήσεων με κάποιες συνεργαζόμενες τρίτες χώρες, ορισμένες από τις οποίες διατηρούν επιζήμιες φορολογικές πρακτικές. Οι συζητήσεις αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν σε έγκαιρο τερματισμό των εν λόγω επιζήμιων φορολογικών πρακτικών με σκοπό την αποφυγή μελλοντικών περιορισμών στην εγκατάσταση των ΟΕΣΤ. |
|
(7) |
Για να ενισχυθεί η ικανότητα των εθνικών αρχών να αποτρέπουν πρακτικές φοροαποφυγής, οι επενδυτές θα πρέπει να ενημερώνουν την αρμόδια φορολογική αρχή του κράτους μέλους στην οποία είναι φορολογικοί κάτοικοι την σχετικά με το ότι πρόκειται να επενδύσουν σε ΟΕΣΤ εγκατεστημένη, μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, σε δικαιοδοσία η οποία αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙ για τον λόγο ότι διαθέτει επιζήμιο φορολογικό καθεστώς. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσο ο επενδυτής αντλεί φορολογικό όφελος. |
|
(8) |
Όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών («ΕΑΤ»), που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), στη γνώμη της για την κανονιστική αντιμετώπιση των τιτλοποιήσεων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (7), οι κίνδυνοι που συνδέονται με τα στοιχεία ενεργητικού που εξασφαλίζουν τιτλοποιήσεις ΜΕΑ είναι οικονομικά διακριτοί από τους κινδύνους των τιτλοποιήσεων εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού. Τα ΜΕΑ τιτλοποιούνται με μείωση επί της ονομαστικής ή της ανεξόφλητης αξίας τους και αποτυπώνουν την εκτίμηση της αγοράς, μεταξύ άλλων, για την πιθανότητα ρύθμισης του χρέους να παράγει επαρκή ταμειακή ροή και ανάκτηση των στοιχείων ενεργητικού. Επομένως, ο κίνδυνος για τους επενδυτές συνίσταται στην πιθανότητα η ρύθμιση του χρέους να μην παράγει επαρκή ταμειακή ροή και ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων που να καλύπτουν την καθαρή αξία στην οποία αγοράστηκαν τα ΜΕΑ. Επομένως, ο πραγματικός κίνδυνος ζημίας για τους επενδυτές δεν αντανακλάται στην ονομαστική αξία του χαρτοφυλακίου, αλλά στη μειωμένη αξία, δηλαδή μετά την αφαίρεση της έκπτωσης επί της τιμής στην οποία μεταβιβάζονται τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση των τιτλοποιήσεων ΜΕΑ, ενδείκνυται το ποσό της διατήρησης κινδύνου να υπολογίζεται με βάση τη μειωμένη αξία. |
|
(9) |
Η απαίτηση διατήρησης κινδύνου εναρμονίζει τα συμφέροντα των μεταβιβαζoυσών οντοτήτων, των ανάδοχων οντοτήτων και των αρχικών δανειοδοτών που συμμετέχουν σε μια τιτλοποίηση με αυτά των επενδυτών. Κατά κανόνα, στις τιτλοποιήσεις εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού, το κυρίαρχο συμφέρον από την πλευρά της πώλησης είναι το συμφέρον της μεταβιβάζουσας οντότητας, η οποία είναι συχνά και ο αρχικός δανειοδότης. Ωστόσο, στις τιτλοποιήσεις ΜΕΑ, οι μεταβιβάζουσες οντότητες επιδιώκουν να απομακρύνουν τα στοιχεία ενεργητικού που βρίσκονται σε αθέτηση από τους ισολογισμούς τους, δεδομένου ότι ενδεχομένως δεν επιθυμούν να συνδέονται με κανέναν τρόπο με αυτά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο διαχειριστής των στοιχείων ενεργητικού έχει μεγαλύτερο συμφέρον στη ρύθμιση των στοιχείων ενεργητικού και την ανάκτηση της αξίας. |
|
(10) |
Πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ορισμένες δραστηριότητες τιτλοποίησης ακολουθούσαν το μοντέλο «δημιουργίας και διανομής δανείων» («originate to distribute»). Στο πλαίσιο του μοντέλου αυτού, στοιχεία ενεργητικού κατώτερης ποιότητας επιλέγονταν για τιτλοποίηση εις βάρος των επενδυτών, οι οποίοι κατέληγαν να βρίσκονται αντιμέτωποι με μεγαλύτερο κίνδυνο από τον κίνδυνο που είχαν ενδεχομένως σκοπό να αναλάβουν. Η απαίτηση επαλήθευσης των προτύπων χορήγησης πιστώσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία των τιτλοποιημένων στοιχείων ενεργητικού θεσπίστηκε για την αποφυγή τέτοιων πρακτικών στο μέλλον. Όσον αφορά, ωστόσο, τις τιτλοποιήσεις ΜΕΑ, η επαλήθευση των προτύπων χορήγησης πιστώσεων που ισχύει κατά τη μεταβίβαση των τιτλοποιημένων στοιχείων ενεργητικού είναι ήσσονος σημασίας, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων, μεταξύ άλλων της αγοράς των συγκεκριμένων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και του είδους της τιτλοποίησης. Αντιθέτως, η εφαρμογή ορθών προτύπων κατά την επιλογή και την τιμολόγηση των ανοιγμάτων είναι σημαντικότερος παράγοντας όσον αφορά τις επενδύσεις σε τιτλοποιήσεις ΜΕΑ. Επομένως, είναι απαραίτητο να τροποποιηθεί η επαλήθευση των προτύπων χορήγησης πιστώσεων ώστε ο επενδυτής να είναι σε θέση να διενεργεί δέουσα επιμέλεια όσον αφορά την ποιότητα και την απόδοση των μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού προκειμένου να λάβει λογική και τεκμηριωμένη επενδυτική απόφαση, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι δεν γίνεται κατάχρηση της εξαίρεσης. Συνεπώς για την τιτλοποίηση ΜΕΑ, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να επανεξετάσουν την εφαρμογή ορθών προτύπων για την επιλογή και την τιμολόγηση των ανοιγμάτων. |
|
(11) |
Οι σύνθετες τιτλοποιήσεις περιλαμβάνουν τη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου μιας ομάδας δανείων, συνήθως δανείων σε μεγάλες ή σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), μέσω συμφωνίας πιστωτικής προστασίας με την οποία η μεταβιβάζουσα οντότητα αγοράζει πιστωτική προστασία από τον επενδυτή. Η εν λόγω πιστωτική προστασία επιτυγχάνεται με τη χρήση χρηματοοικονομικών εγγυήσεων ή πιστωτικών παραγώγων, ενώ η κυριότητα των στοιχείων ενεργητικού παραμένει στη μεταβιβάζουσα οντότητα και δεν μεταβιβάζεται στην ΟΕΣΤ, όπως συμβαίνει στις παραδοσιακές τιτλοποιήσεις. Ως αγοραστής προστασίας, η μεταβιβάζουσα οντότητα δεσμεύεται να καταβάλλει ασφάλιστρο πιστωτικής προστασίας, από το οποίο προκύπτει η απόδοση των επενδυτών. Ο επενδυτής ως πωλητής προστασίας δεσμεύεται, με τη σειρά του, σε συγκεκριμένη πληρωμή πιστωτικής προστασίας σε περίπτωση επέλευσης προκαθορισμένου πιστωτικού γεγονότος. |
|
(12) |
Η συνολική πολυπλοκότητα των διαρθρώσεων της τιτλοποίησης και των συναφών κινδύνων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται καταλλήλως και δεν θα πρέπει να υπάρχουν κανονιστικά κίνητρα για τις μεταβιβάζουσες οντότητες που να τις κάνουν να προτιμούν τις σύνθετες τιτλοποιήσεις σε σχέση με τις παραδοσιακές τιτλοποιήσεις. Επομένως, οι απαιτήσεις για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες (simple, transparent and standardised - «STS») τιτλοποιήσεις εντός ισολογισμού θα πρέπει να είναι εξαιρετικά συνεπείς με τα κριτήρια STS για τις παραδοσιακές τιτλοποιήσεις μέσω πραγματικής πώλησης. |
|
(13) |
Υπάρχουν ορισμένες απαιτήσεις για τις παραδοσιακές τιτλοποιήσεις STS οι οποίες δεν είναι κατάλληλες για τις τιτλοποιήσεις STS εντός ισολογισμού λόγω των εγγενών διαφορών των δύο ειδών τιτλοποίησης, και ειδικότερα επειδή στις σύνθετες τιτλοποιήσεις η μεταφορά του κινδύνου επιτυγχάνεται μέσω συμφωνίας πιστωτικής προστασίας και όχι μέσω πώλησης των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού. Κατά συνέπεια, τα κριτήρια STS θα πρέπει να προσαρμόζονται κατά περίπτωση ώστε να λαμβάνονται υπόψη αυτές οι διαφορές. Επιπροσθέτως, είναι απαραίτητη η θέσπιση μιας σειράς νέων απαιτήσεων, ειδικά για τις σύνθετες τιτλοποιήσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το πλαίσιο STS στοχεύει μόνο σε σύνθετες τιτλοποιήσεις εντός ισολογισμού και ότι η συμφωνία πιστωτικής προστασίας είναι διαρθρωμένη κατά τέτοιον τρόπο ώστε να προστατεύει επαρκώς τη θέση τόσο της μεταβιβάζουσας οντότητας όσο και του επενδυτή. Η εν λόγω νέα σειρά απαιτήσεων θα πρέπει να επιδιώκει την αντιμετώπιση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου τόσο για τη μεταβιβάζουσα οντότητα όσο και για τον επενδυτή. |
|
(14) |
Το αντικείμενο της μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου θα πρέπει να αποτελούν ανοίγματα που έχουν μεταβιβαστεί ή αγοραστεί από ρυθμιζόμενο ίδρυμα της Ένωσης στο πλαίσιο της κύριας δραστηριότητας δανειοδότησης και τα οποία παραμένουν στον ισολογισμό του ή, σε περίπτωση διάρθρωσης ομίλου, στον ενοποιημένο ισολογισμό κατά την ημερομηνία κλεισίματος της συναλλαγής. Η απαίτηση διακράτησης των τιτλοποιημένων ανοιγμάτων εντός ισολογισμού της μεταβιβάζουσας οντότητας θα πρέπει να εξαιρεί τις τιτλοποιήσεις αρμπιτράζ από το πεδίο εφαρμογής του χαρακτηρισμού STS. |
|
(15) |
Είναι σημαντικό να ευθυγραμμίζονται τα συμφέροντα των μεταβιβαζουσών οντοτήτων, των ανάδοχων οντοτήτων και των αρχικών δανειοδοτών που συμμετέχουν σε μία τιτλοποίηση. Η απαίτηση διατήρησης κινδύνου που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2402, η οποία ισχύει για όλους τους τύπους τιτλοποιήσεων, συμβάλλει στην ευθυγράμμιση των εν λόγω συμφερόντων. Η απαίτηση αυτή θα πρέπει να ισχύει και για τις τιτλοποιήσεις STS εντός ισολογισμού. Κατ’ ελάχιστο, η μεταβιβάζουσα οντότητα, η ανάδοχη οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης θα πρέπει να διατηρούν σε συνεχή βάση σημαντικό καθαρό οικονομικό συμφέρον στην τιτλοποίηση όχι μικρότερο του 5 %. Υψηλότεροι δείκτες διατήρησης κινδύνου θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν, και έχουν ήδη παρατηρηθεί στην αγορά. |
|
(16) |
Η μεταβιβάζουσα οντότητα θα πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν αντισταθμίζει τον ίδιο πιστωτικό κίνδυνο περισσότερες από μία φορές με τη διασφάλιση πιστωτικής προστασίας επιπλέον της πιστωτικής προστασίας που προσφέρει η τιτλοποίηση STS εντός ισολογισμού. Για λόγους διασφάλισης της αρτιότητας της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας, αυτή θα πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις μείωσης του πιστωτικού κινδύνου που προβλέπεται στο άρθρο 249 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) τις οποίες πρέπει να πληρούν τα ιδρύματα που επιδιώκουν σημαντική μεταφορά κινδύνου μέσω της σύνθετης τιτλοποίησης. |
|
(17) |
Οι συναλλαγές για τιτλοποιήσεις STS εντός ισολογισμού θα μπορούσαν να ενέχουν μη διαδοχική εξόφληση προκειμένου να αποφεύγονται το δυσανάλογο κόστος προστασίας των υποκείμενων ανοιγμάτων και η εξέλιξη του χαρτοφυλακίου. Ορισμένοι παράγοντες ενεργοποίησης που σχετίζονται με τις επιδόσεις θα πρέπει να καθορίζουν την εφαρμογή της διαδοχικής απόσβεσης, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα τμήματα που παρέχουν πιστωτική προστασία δεν έχουν ήδη αποσβεσθεί όταν προκύπτουν σημαντικές ζημίες στο τέλος της συναλλαγής και, επομένως, να διασφαλιστεί ότι δεν υπονομεύεται η μεταβίβαση σημαντικού κινδύνου. |
|
(18) |
Για την αποφυγή συγκρούσεων μεταξύ της μεταβιβάζουσας οντότητας και του επενδυτή, καθώς και για τη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της πιστωτικής προστασίας που έχει αγοραστεί για τα υποκείμενα ανοίγματα, η εν λόγω πιστωτική προστασία θα πρέπει να αναφέρει σαφώς προσδιορισμένες υποχρεώσεις αναφοράς, που οδηγούν στα υποκείμενα ανοίγματα σαφώς προσδιορισμένων οντοτήτων ή υπόχρεων. Επομένως, οι υποχρεώσεις αναφοράς βάσει των οποίων γίνεται η αγορά της προστασίας θα πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια πάντα μέσω μητρώου αναφοράς και να διατηρούνται επικαιροποιημένες. Η απαίτηση αυτή θα πρέπει επίσης να αποτελεί εμμέσως μέρος του κριτηρίου βάσει του οποίου ορίζεται η τιτλοποίηση STS εντός ισολογισμού και να αποκλείει την τιτλοποίηση αρμπιτράζ από το πλαίσιο STS. |
|
(19) |
Τα πιστωτικά γεγονότα που ενεργοποιούν τις πληρωμές δυνάμει της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον όσα αναφέρονται στο μέρος 3 τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Γεγονότα αυτού του είδους είναι γνωστά και αναγνωρίσιμα από την οπτική της αγοράς και θα πρέπει να εξυπηρετούν τη διασφάλιση της συνέπειας με το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας. Τα μέτρα ρύθμισης, που αποτελούνται από παραχωρήσεις προς έναν οφειλέτη ο οποίος αντιμετωπίζει ή είναι πιθανό να αντιμετωπίσει δυσχέρειες στην προσπάθεια να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, δεν θα πρέπει να αποκλείουν την ενεργοποίηση του πιστωτικού γεγονότος. |
|
(20) |
Το δικαίωμα της μεταβιβάζουσας οντότητας ως αγοραστή προστασίας να εισπράττει εγκαίρως τις πληρωμές επί πραγματικών ζημιών θα πρέπει να προστατεύεται επαρκώς. Στο ίδιο πνεύμα, στα έγγραφα τεκμηρίωσης της συναλλαγής θα πρέπει να προβλέπεται ορθή και διαφανής διαδικασία διακανονισμού για τον προσδιορισμό των πραγματικών ζημιών στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς, ώστε να αποφεύγεται η πιθανότητα είσπραξης μικρότερης πληρωμής από τη μεταβιβάζουσα οντότητα. Δεδομένου ότι η ρύθμιση των ζημιών ενδέχεται να είναι χρονοβόρα διαδικασία, και προκειμένου να διασφαλίζεται η έγκαιρη καταβολή των πληρωμών στη μεταβιβάζουσα οντότητα, θα πρέπει να διενεργούνται ενδιάμεσες πληρωμές το αργότερο έξι μήνες μετά την επέλευση πιστωτικού γεγονότος. Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχει ένας μηχανισμός τελικής αναπροσαρμογής ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ενδιάμεσες πληρωμές καλύπτουν τις πραγματικές ζημίες και να αποφεύγεται η υπερτίμηση των ενδιάμεσων ζημιών εις βάρος των επενδυτών. Ο μηχανισμός διακανονισμού ζημιών θα πρέπει επίσης να προσδιορίζει με σαφήνεια τη μέγιστη περίοδο παράτασης που θα πρέπει να εφαρμοστεί στη διαδικασία ρύθμισης για τα εν λόγω ανοίγματα και η οποία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα δύο έτη. Ο εν λόγω μηχανισμός διακανονισμού ζημιών θα πρέπει να διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας από την πλευρά της μεταβιβάζουσας οντότητας και να παρέχει στους επενδυτές ασφάλεια δικαίου όσον αφορά την ημερομηνία λήξης της υποχρέωσής τους για την καταβολή πληρωμών, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτόν στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. |
|
(21) |
Η ύπαρξη τρίτου φορέα επαλήθευσης αποτελεί διαδεδομένη πρακτική στην αγορά, με την οποία διασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη στη συναλλαγή και μειώνεται κατά τον τρόπο αυτόν η πιθανότητα διαφορών και δικαστικής διαμάχης που θα μπορούσαν να προκύψουν σε σχέση με τη διαδικασία κατανομής ζημιών. Για την ενίσχυση της αρτιότητας του μηχανισμού διακανονισμού ζημιών, θα πρέπει να διορίζεται τρίτος φορέας επαλήθευσης για τη διενέργεια επανεξέτασης της ορθότητας και της ακρίβειας συγκεκριμένων πτυχών της πιστωτικής προστασίας όταν έχει ενεργοποιηθεί κάποιο πιστωτικό γεγονός. |
|
(22) |
Τα ασφάλιστρα πιστωτικής προστασίας θα πρέπει να εξαρτώνται μόνο από το ανεξόφλητο ποσό και τον πιστωτικό κίνδυνο του προστατευόμενου τμήματος της τιτλοποίησης. Τα ασφάλιστρα χωρίς προϋποθέσεις δεν θα πρέπει να επιτρέπονται στις τιτλοποιήσεις STS εντός ισολογισμού, δεδομένου ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με σκοπό να υπονομεύσουν την αποτελεσματική μεταφορά κινδύνου από τη μεταβιβάζουσα οντότητα ως αγοραστή προστασίας στους πωλητές προστασίας. Λοιπές συμφωνίες, όπως προκαταβολικές πληρωμές ασφαλίστρων, μηχανισμοί επιστροφής ή υπερβολικά πολύπλοκες δομές ασφαλίστρων, θα πρέπει επίσης να απαγορεύονται για τις τιτλοποιήσεις STS εντός ισολογισμού. |
|
(23) |
Για τη διασφάλιση της σταθερότητας και της συνέχειας της πιστωτικής προστασίας, η πρόωρη καταγγελία μιας τιτλοποίησης STS εντός ισολογισμού από τη μεταβιβάζουσα οντότητα θα πρέπει να είναι δυνατή μόνο σε συγκεκριμένες, σαφώς καθορισμένες περιστάσεις. Μολονότι η μεταβιβάζουσα οντότητα θα πρέπει να έχει δικαίωμα να καλύψει την πιστωτική προστασία εγκαίρως σε περίπτωση επέλευσης συγκεκριμένων κανονιστικών γεγονότων, τα εν λόγω γεγονότα θα πρέπει να επιφέρουν πραγματικές μεταβολές στη νομοθεσία ή τη φορολογία που δεν θα μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί κατά τον χρόνο σύναψης της συναλλαγής και να έχουν ουσιώδη δυσμενή επίπτωση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις της μεταβιβάζουσας οντότητας ή στα οικονομικά της συναλλαγής σε σχέση με τις προσδοκίες των μερών κατά τον χρόνο σύναψης της συναλλαγής. Οι τιτλοποιήσεις STS εντός ισολογισμού δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν πολύπλοκες ρήτρες καταγγελίας για τη μεταβιβάζουσα οντότητα, ιδίως πολύ μικρά χρονικά περιθώρια καταγγελίας με σκοπό την προσωρινή αλλαγή δήλωσης της κεφαλαιακής θέσης κατά περίπτωση. |
|
(24) |
Το σύνθετο υπερβάλλον περιθώριο εμφανίζεται ευρέως σε συγκεκριμένα είδη συναλλαγών και αποτελεί βοηθητικό μηχανισμό τόσο για τους επενδυτές όσο και για τις μεταβιβάζουσες οντότητες, προκειμένου να μειώνουν το κόστος της πιστωτικής προστασίας και την έκθεση στον κίνδυνο αντίστοιχα. Υπό αυτή την έννοια, το σύνθετο υπερβάλλον περιθώριο είναι απαραίτητο για συγκεκριμένες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού λιανικής, όπως οι δανειοδοτήσεις σε ΜΜΕ και σε καταναλωτές, που έχουν και υψηλότερες αποδόσεις και υψηλότερες πιστωτικές ζημίες από άλλες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, και για τις οποίες τα τιτλοποιημένα ανοίγματα παράγουν υπερβάλλον περιθώριο για να καλύψουν τις εν λόγω ζημίες. Ωστόσο, όταν το ποσό του σύνθετου υπερβάλλοντος περιθωρίου που έπεται της θέσης του επενδυτή είναι πολύ υψηλό, είναι πιθανόν ο επενδυτής να μην υποστεί ζημίες στις θέσεις τιτλοποίησης σε κανένα ρεαλιστικό σενάριο και, κατά συνέπεια, να μην υπάρχει αποτελεσματική μεταφορά κινδύνου. Για την αντιμετώπιση των εποπτικών ανησυχιών και την περαιτέρω τυποποίηση αυτού του διαρθρωτικού χαρακτηριστικού, είναι σημαντικό να προσδιοριστούν αυστηρά κριτήρια για τις τιτλοποιήσεις STS εντός ισολογισμού και να διασφαλιστεί η πλήρης γνωστοποίηση της χρήσης σύνθετου υπερβάλλοντος περιθωρίου. |
|
(25) |
Μόνο οι συμφωνίες πιστωτικής προστασίας υψηλής ποιότητας θα πρέπει να είναι επιλέξιμες για τιτλοποιήσεις STS εντός ισολογισμού. Η χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία θα πρέπει να διασφαλίζεται με τον περιορισμό των αποδεκτών παρόχων προστασίας στις οντότητες που είναι αποδεκτοί πάροχοι σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και αναγνωρίζονται ως αντισυμβαλλόμενοι με συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 % σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του εν λόγω κανονισμού. Σε περίπτωση χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, η μεταβιβάζουσα οντότητα ως αγοραστής προστασίας και οι επενδυτές ως πωλητές προστασίας θα πρέπει να έχουν δικαίωμα προσφυγής σε εξασφαλίσεις υψηλής ποιότητας, οι οποίες θα πρέπει να αφορούν εξασφαλίσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 % σύμφωνα με αυτό το κεφάλαιο, υπό την προϋπόθεση κατάλληλων συμφωνιών καταθέσεων ή θεματοφυλακής. Όταν η παρεχόμενη εξασφάλιση είναι σε μορφή μετρητών, θα πρέπει είτε να τηρείται σε τρίτο πιστωτικό ίδρυμα είτε να έχει κατατεθεί στον αγοραστή προστασίας, υπό την προϋπόθεση ελάχιστης πιστοληπτικής ικανότητας και στις δύο περιπτώσεις. |
|
(26) |
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν αρμόδιες αρχές οι οποίες θα είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν οι σύνθετες τιτλοποιήσεις εντός ισολογισμού προκειμένου να μπορούν να χαρακτηριστούν STS. Η αρμόδια αρχή μπορεί να είναι η ίδια που έχει οριστεί για την εποπτεία της συμμόρφωσης των μεταβιβαζουσών οντοτήτων, των ανάδοχων οντοτήτων και των ΟΕΣΤ με τις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν οι παραδοσιακές τιτλοποιήσεις για να χαρακτηριστούν STS. Όπως και στην περίπτωση των παραδοσιακών τιτλοποιήσεων, η αρμόδια αρχή μπορεί να είναι άλλη από την αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη να εποπτεύει τη συμμόρφωση των μεταβιβαζουσών οντοτήτων, των αρχικών δανειοδοτών, των ΟΕΣΤ και των ανάδοχων οντοτήτων με τις υποχρεώσεις προληπτικής εποπτείας που περιλαμβάνονται στα άρθρα 5 έως 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 και η συμμόρφωση των οποίων ανατέθηκε συγκεκριμένα στις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την προληπτική εποπτεία των σχετικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, δεδομένης της διάστασης προληπτικής εποπτείας των εν λόγω υποχρεώσεων. |
|
(27) |
Προκειμένου να αποφεύγονται αρνητικές συνέπειες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η θέσπιση ειδικού πλαισίου για τις τιτλοποιήσεις STS εντός ισολογισμού θα πρέπει να συνοδεύεται από κατάλληλη μακροπροληπτική εποπτεία. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), θα πρέπει να παρακολουθεί τους μακροπροληπτικούς κινδύνους που συνδέονται με τη σύνθετη τιτλοποίηση και να αξιολογεί κατά πόσον απομακρύνονται επαρκώς από το συστημικό μέρος του χρηματοπιστωτικού συστήματος. |
|
(28) |
Για τον σκοπό της ενσωμάτωσης στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2402 των σχετικών με τη βιωσιμότητα απαιτήσεων διαφάνειας, θα πρέπει να ανατεθεί στην ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ευρωπαϊκή εποπτική αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ)), η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), και την ευρωπαϊκή εποπτική αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ)), η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), να δημοσιεύσει έκθεση σχετικά με την ανάπτυξη ειδικού πλαισίου βιώσιμης τιτλοποίησης. Η εν λόγω έκθεση θα πρέπει να αξιολογεί δεόντως ειδικότερα την εισαγωγή παραγόντων αειφορίας, την εφαρμογή αναλογικών απαιτήσεων γνωστοποίησης και δέουσας επιμέλειας, το περιεχόμενο, τις μεθοδολογίες και την παρουσίαση πληροφοριών σε σχέση με τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές δυσμενείς επιπτώσεις καθώς και τις επιπτώσεις που σχετίζονται με ζητήματα διακυβέρνησης, και τυχόν πιθανές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την κλιμάκωση της αγοράς τιτλοποιήσεων της Ένωσης και την ικανότητα δανεισμού των τραπεζών. Με βάση αυτήν την έκθεση, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τη δημιουργία ενός ειδικού πλαισίου βιώσιμης τιτλοποίησης, συνοδευόμενη από νομοθετική πρόταση, εφόσον κρίνεται σκόπιμο. |
|
(29) |
Οι γνωστοποιήσεις στους επενδυτές σχετικά με την ενσωμάτωση των κινδύνων βιωσιμότητας και η συνεκτίμηση των δυσμενών συνεπειών σε επίπεδο βιωσιμότητας στη λήψη επενδυτικών αποφάσεων δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένες, διότι οι εν λόγω γνωστοποιήσεις δεν υπόκεινται ακόμη σε εναρμονισμένες απαιτήσεις. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), οι κατασκευαστές χρηματοπιστωτικών προϊόντων και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι τελικών επενδυτών υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις κύριες δυσμενείς συνέπειες των επενδυτικών αποφάσεων στους παράγοντες αειφορίας και να δημοσιοποιούν τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές δέουσας επιμέλειας λαμβάνουν υπόψη τις εν λόγω κύριες δυσμενείς συνέπειες. Οι γνωστοποιήσεις δυσμενών συνεπειών στη βιωσιμότητα συνοδεύονται από ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, τα οποία αναπτύσσονται από κοινού από τις ΕΑΤ, ΕΑΚΑΑ και ΕΑΑΕΣ (οι οποίες καλούνται από κοινού «Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές»), σε σχέση με το περιεχόμενο, τις μεθοδολογίες και την παρουσίαση των σχετικών πληροφοριών που πρέπει να δημοσιοποιούνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088. Οι μεταβιβάζουσες οντότητες τιτλοποιήσεων STS θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να δημοσιοποιούν συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με την εξέταση των δυσμενών συνεπειών στους παράγοντες αειφορίας, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στο κλίμα και σε άλλες περιβαλλοντικές, κοινωνικές και σχετικές με τη διακυβέρνηση συνέπειες. Για να εναρμονιστεί η δημοσιοποίηση πληροφοριών και να διασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 και του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, η Μεικτή Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών θα πρέπει να καταρτίσει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, αξιοποιώντας όσο το δυνατόν περισσότερο το έργο τους στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 και προσαρμόζοντάς το, όπου είναι αναγκαίο και σκόπιμο, στις ιδιαιτερότητες των τιτλοποιήσεων. |
|
(30) |
Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η επέκταση του πλαισίου τιτλοποιήσεων STS στις σύνθετες τιτλοποιήσεις και η εξάλειψη των κανονιστικών εμποδίων για την τιτλοποίηση ΜΕΑ με σκοπό την περαιτέρω αύξηση της δανειοδοτικής ικανότητας χωρίς υποβάθμιση των προτύπων προληπτικής εποπτείας για τον τραπεζικό δανεισμό, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να αποφασίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών, |
|
(31) |
Επομένως, ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως. |
|
(32) |
Ενόψει της ανάγκης να εισαχθούν στοχευμένα μέτρα για τη στήριξη της οικονομικής ανάκαμψης από την κρίση της COVID-19 το συντομότερο δυνατό, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει επειγόντως την τρίτη ημέρα μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Στο άρθρο 2 προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:
(*) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, περί γνωστοποιήσεων αειφορίας στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (ΕΕ L 317 της 9.12.2019, σ. 1).»." |
|
2) |
Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:
|
|
3) |
Στο άρθρο 5 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
|
|
4) |
Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:
|
|
5) |
Στο άρθρο 9 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: «Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, για τα υποκείμενα ανοίγματα που αποτελούσαν μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα κατά τον χρόνο αγοράς τους από το σχετικό τρίτο μέρος, στην επιλογή και την τιμολόγηση των ανοιγμάτων εφαρμόζονται υγιή πρότυπα.». |
|
6) |
Στο άρθρο 18, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
7) |
Ο τίτλος του τμήματος 1 του κεφαλαίου 4 αντικαθίσταται από τον ακόλουθο: «Απαιτήσεις για απλή, διαφανή και τυποποιημένη μη ABCP παραδοσιακή τιτλοποίηση». |
|
8) |
Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:
|
|
9) |
Το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:
|
|
10) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο νέο τμήμα: «ΤΜΗΜΑ 2Α Απαιτήσεις για απλές, διαφανείς και τυποποιημένες εντός ισολογισμού τιτλοποιήσεις Άρθρο 26α Απλές, διαφανείς και τυποποιημένες εντός ισολογισμού τιτλοποιήσεις 1. Οι σύνθετες τιτλοποιήσεις που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 26β έως 26ε θεωρούνται τιτλοποιήσεις STS εντός ισολογισμού. 2. Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΑΕΣ, δύναται να εκδίδει, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για την εναρμονισμένη ερμηνεία και εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 26β έως 26ε του παρόντος κανονισμού. Άρθρο 26β Απαιτήσεις σχετικά με τον απλό χαρακτήρα 1. Η μεταβιβάζουσα οντότητα είναι οντότητα με εξουσιοδότηση ή άδεια λειτουργίας στην Ένωση. Η μεταβιβάζουσα οντότητα που αγοράζει τα ανοίγματα τρίτου για λογαριασμό της ίδιας και κατόπιν τα τιτλοποιεί εφαρμόζει πολιτικές όσον αφορά την πίστωση, την είσπραξη, τη ρύθμιση και την εξυπηρέτηση του χρέους επί των εν λόγω ανοιγμάτων που δεν είναι λιγότερο αυστηρές από τις πολιτικές που εφαρμόζει η μεταβιβάζουσα οντότητα σε συγκρίσιμα ανοίγματα που δεν έχουν αγοραστεί. 2. Τα υποκείμενα ανοίγματα μεταβιβάζονται ως μέρος της κύριας δραστηριότητας της μεταβιβάζουσας οντότητας. 3. Κατά την ημερομηνία κλεισίματος συναλλαγής, τα υποκείμενα ανοίγματα διατηρούνται στον ισολογισμό της μεταβιβάζουσας οντότητας ή μιας οντότητας που ανήκει στον ίδιο όμιλο με τη μεταβιβάζουσα οντότητα. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, όμιλος είναι ένα από τα ακόλουθα:
4. Η μεταβιβάζουσα οντότητα δεν αντισταθμίζει το άνοιγμά της στον πιστωτικό κίνδυνο των υποκείμενων ανοιγμάτων της τιτλοποίησης, πέραν της προστασίας που παρέχεται μέσω της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας. 5. Η συμφωνία πιστωτικής προστασίας συμμορφώνεται με τους κανόνες μείωσης του πιστωτικού κινδύνου που προβλέπονται στο άρθρο 249 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή, όπου δεν έχει εφαρμογή το εν λόγω άρθρο, με απαιτήσεις που δεν είναι λιγότερο αυστηρές από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. 6. Η μεταβιβάζουσα οντότητα προσκομίζει δηλώσεις και εγγυήσεις ότι πληρούνται οι ακόλουθες απαιτήσεις:
7. Τα υποκείμενα ανοίγματα πληρούν προκαθορισμένα, σαφή και τεκμηριωμένα κριτήρια επιλεξιμότητας, τα οποία δεν επιτρέπουν την ενεργή διαχείριση χαρτοφυλακίου για τα εν λόγω ανοίγματα κατά διακριτική ευχέρεια. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η υποκατάσταση ανοιγμάτων που παραβαίνουν δηλώσεις ή εγγυήσεις, ή, όταν η τιτλοποίηση περιλαμβάνει περίοδο αναπλήρωσης, η προσθήκη ανοιγμάτων που πληρούν τις καθορισμένες προϋποθέσεις αναπλήρωσης δεν θεωρείται ενεργή διαχείριση χαρτοφυλακίου. Οποιοδήποτε άνοιγμα προστίθεται μετά την ημερομηνία κλεισίματος της συναλλαγής πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας τα οποία δεν είναι λιγότερο αυστηρά από τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν στην αρχική επιλογή υποκείμενων ανοιγμάτων. Ένα υποκείμενο άνοιγμα μπορεί να αφαιρεθεί από τη συναλλαγή όταν το υποκείμενο άνοιγμα:
8. Η τιτλοποίηση υποστηρίζεται από ένα σύνολο υποκείμενων ανοιγμάτων που είναι ομοιογενή από την άποψη του τύπου των στοιχείων ενεργητικού, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων που σχετίζονται με τις ταμειακές ροές του τύπου των στοιχείων ενεργητικού, οι οποίες περιλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά τους όσον αφορά τη σύμβαση, τον πιστωτικό κίνδυνο και την προπληρωμή. Τα σύνολα υποκείμενων ανοιγμάτων περιλαμβάνουν μόνο ένα είδος περιουσιακού στοιχείου. Τα υποκείμενα ανοίγματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο περιέχουν υποχρεώσεις που είναι συμβατικά δεσμευτικές και εκτελεστές, με πλήρη δικαιώματα προσφυγής για τους οφειλέτες και, όπου συντρέχει περίπτωση, τους εγγυητές. Τα υποκείμενα ανοίγματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έχουν καθορισμένη ροή περιοδικών πληρωμών, οι οποίες μπορεί να διαφέρουν ως προς το ύψος των δόσεων, σε σχέση με πληρωμές μισθωμάτων, κεφαλαίου ή τόκων ή με οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα απόκτησης εισοδήματος από στοιχεία ενεργητικού που υποστηρίζουν τις εν λόγω πληρωμές. Τα υποκείμενα ανοίγματα μπορούν επίσης να αποφέρουν έσοδα από την πώληση οποιωνδήποτε στοιχείων ενεργητικού τα οποία χρηματοδοτούνται ή τελούν υπό χρηματοδοτική μίσθωση. Τα υποκείμενα ανοίγματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν περιλαμβάνουν κινητές αξίες, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 44 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, πλην των εταιρικών ομολόγων που δεν έχουν εισαχθεί σε τόπο διαπραγμάτευσης. 9. Τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν θέσεις τιτλοποίησης. 10. Τα πρότυπα αναδοχής σύμφωνα με τα οποία δημιουργούνται τα υποκείμενα ανοίγματα καθώς και οποιεσδήποτε ουσιώδεις αλλαγές σε σχέση με προηγούμενα πρότυπα αναδοχής γνωστοποιούνται εξολοκλήρου στους δυνητικούς επενδυτές χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η αναδοχή των υποκείμενων ανοιγμάτων πραγματοποιείται με πλήρη δικαιώματα προσφυγής για οφειλέτες που δεν είναι ΟΕΣΤ. Κανείς τρίτος δεν συμμετέχει στις αποφάσεις πίστωσης ή αναδοχής που αφορούν τα υποκείμενα ανοίγματα. Στην περίπτωση τιτλοποιήσεων όπου τα υποκείμενα ανοίγματα είναι στεγαστικά δάνεια, το σύνολο των δανείων δεν περιλαμβάνει δάνεια που διατίθενται στην αγορά και είχαν συναφθεί με την παραδοχή ότι ο αιτών δάνειο ή, κατά περίπτωση, οποιοσδήποτε μεσάζων, έχει ενημερωθεί ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες ενδέχεται να μην έχουν επαληθευθεί από τον δανειοδότη. Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ ή στο άρθρο 18 παράγραφοι 1 έως 4, παράγραφος 5 στοιχείο α) και παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/17/ΕΕ ή, κατά περίπτωση, ισοδύναμες απαιτήσεις τρίτων χωρών. Η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης διαθέτει εμπειρογνωσία στη δημιουργία ανοιγμάτων παρόμοιων με εκείνα που τιτλοποιούνται. 11. Τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν, κατά τον χρόνο επιλογής, ανοίγματα σε αθέτηση, κατά την έννοια του άρθρου 178 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή ανοίγματα σε οφειλέτη ή εγγυητή με μειωμένη πιστοληπτική ικανότητα, ο οποίος, εξ όσων γνωρίζει η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης:
12. Κατά τον χρόνο συμπερίληψης των υποκείμενων ανοιγμάτων, οι οφειλέτες έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον μία πληρωμή, εκτός εάν:
13. Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΑΕΣ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία καθορίζουν περαιτέρω ποια υποκείμενα ανοίγματα που αναφέρονται στην παράγραφο 8 θεωρείται ότι είναι ομοιογενή. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Οκτωβρίου 2021. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό μέσω της έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Άρθρο 26γ Απαιτήσεις σχετικά με την τυποποίηση 1. Η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης πληρούν την απαίτηση περί διατήρησης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 6. 2. Οι κίνδυνοι επιτοκίου και συναλλαγματικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από τιτλοποίηση και οι πιθανές επιπτώσεις στις πληρωμές προς τη μεταβιβάζουσα οντότητα και τους επενδυτές περιγράφονται στα έγγραφα τεκμηρίωσης της συναλλαγής. Οι εν λόγω κίνδυνοι περιορίζονται δεόντως και τυχόν μέτρα που λαμβάνονται για τον σκοπό αυτόν κοινοποιούνται. Τυχόν εξασφαλίσεις ως προς τις υποχρεώσεις του επενδυτή δυνάμει της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας είναι εκφρασμένες στο ίδιο νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένη και η πληρωμή πιστωτικής προστασίας. Σε περίπτωση τιτλοποίησης με χρήση ΟΕΣΤ, το ποσό των υποχρεώσεων της ΟΕΣΤ που αφορά καταβολές τόκων στους επενδυτές, σε κάθε ημερομηνία καταβολής ισούται με ή είναι μικρότερο από το έσοδο της ΟΕΣΤ από τη μεταβιβάζουσα οντότητα και τυχόν εξασφαλίσεις. Με εξαίρεση τον σκοπό της αντιστάθμισης κινδύνου επιτοκίου ή συναλλαγματικών κινδύνων των υποκείμενων ανοιγμάτων, το σύνολο των υποκείμενων ανοιγμάτων δεν περιλαμβάνει παράγωγα. Η αναδοχή και η τεκμηρίωση των παραγώγων αυτών γίνεται σύμφωνα με τα συνήθη διεθνή χρηματοοικονομικά πρότυπα. 3. Οποιεσδήποτε αναφερόμενες πληρωμές τόκων σε σχέση με τη συναλλαγή βασίζονται σε ένα από τα ακόλουθα:
Οποιεσδήποτε αναφερόμενες πληρωμές τόκων που οφείλονται στο πλαίσιο των υποκείμενων ανοιγμάτων βασίζονται σε γενικά χρησιμοποιούμενα επιτόκια της αγοράς ή σε γενικά χρησιμοποιούμενα τομεακά επιτόκια που αντικατοπτρίζουν το κόστος των κεφαλαίων και δεν παραπέμπουν σε σύνθετους τύπους ή παράγωγα. 4. Σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση ως προς τη μεταβιβάζουσα οντότητα, ο επενδυτής επιτρέπεται να λάβει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Σε περίπτωση τιτλοποίησης με χρήση ΟΕΣΤ, όταν επιδίδεται ειδοποίηση αναγκαστικής εκτέλεσης ή καταγγελίας της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας, δεν πραγματοποιείται δέσμευση ποσών από την ΟΕΣΤ πέραν του αναγκαίου για να διασφαλιστεί η επιχειρησιακή λειτουργία της ΟΕΣΤ, η καταβολή των πληρωμών προστασίας για τα υποκείμενα ανοίγματα σε αθέτηση τα οποία βρίσκονταν ακόμη σε διαδικασία ρύθμισης κατά τον χρόνο καταγγελίας ή η ομαλή εξόφληση των επενδυτών σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους της τιτλοποίησης. 5. Οι ζημίες κατανέμονται στους κατόχους θέσης τιτλοποίησης σύμφωνα με την εξοφλητική προτεραιότητα των τμημάτων της τιτλοποίησης, αρχής γενομένης από το τμήμα με τη χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα. Σε όλα τα τμήματα της τιτλοποίησης εφαρμόζεται διαδοχική εξόφληση προκειμένου να καθοριστεί το ανεξόφλητο ποσό των τμημάτων τιτλοποίησης σε κάθε ημερομηνία πληρωμής, αρχής γενομένης από το τμήμα με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα. Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, οι συναλλαγές που ενέχουν μη διαδοχική προτεραιότητα πληρωμών περιλαμβάνουν συμβάντα ενεργοποίησης βάσει της απόδοσης των υποκείμενων ανοιγμάτων, που έχουν ως αποτέλεσμα την αντιστροφή της προτεραιότητας της εξόφλησης σε διαδοχικές πληρωμές κατά εξοφλητική προτεραιότητα. Τα εν λόγω συμβάντα ενεργοποίησης βάσει απόδοσης περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:
Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με τον καθορισμό και, κατά περίπτωση, τη βαθμονόμηση των συμβάντων ενεργοποίησης βάσει απόδοσης. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 30 Ιουνίου 2021. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό μέσω της έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο τέταρτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Καθώς εξοφλούνται τμήματα της τιτλοποίησης, το ποσό εξασφαλίσεων που ισούται με το ποσό της εξόφλησης των εν λόγω τμημάτων επιστρέφεται στους επενδυτές, υπό την προϋπόθεση ότι οι επενδυτές έχουν εξασφαλίσει τα εν λόγω τμήματα τιτλοποίησης. Όταν έχει επέλθει πιστωτικό γεγονός σύμφωνα με το άρθρο 26ε σε σχέση με υποκείμενα ανοίγματα και η ρύθμιση χρέους για τα εν λόγω ανοίγματα δεν έχει ολοκληρωθεί, το ποσό της πιστωτικής προστασίας που παραμένει σε κάθε ημερομηνία πληρωμής είναι τουλάχιστον ισοδύναμο με το ανεξόφλητο ονομαστικό ποσό των εν λόγω υποκείμενων ανοιγμάτων μετά την αφαίρεση τυχόν ενδιάμεσων πληρωμών που έχουν πραγματοποιηθεί σε σχέση με τα εν λόγω υποκείμενα ανοίγματα. 6. Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της συναλλαγής περιέχουν κατάλληλες διατάξεις πρόωρης εξόφλησης ή συμβάντα που ενεργοποιούν τη λήξη της περιόδου ανακύκλωσης, εφόσον η τιτλοποίηση είναι ανακυκλούμενη τιτλοποίηση, που περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:
7. Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της συναλλαγής καθορίζουν σαφώς:
8. Ο διαχειριστής διαθέτει πραγματογνωσία στη διαχείριση ανοιγμάτων παρόμοιας φύσης με αυτά που είναι τιτλοποιημένα και διαθέτει καλώς τεκμηριωμένες και κατάλληλες πολιτικές, διαδικασίες και ελέγχους διαχείρισης κινδύνου σχετικά με τη διαχείριση ανοιγμάτων. Ο διαχειριστής εφαρμόζει στα υποκείμενα ανοίγματα διαδικασίες διαχείρισης οι οποίες είναι τουλάχιστον το ίδιο αυστηρές με τις διαδικασίες που εφαρμόζει η μεταβιβάζουσα οντότητα σε παρόμοια ανοίγματα που δεν είναι τιτλοποιημένα. 9. Η μεταβιβάζουσα οντότητα διατηρεί επικαιροποιημένο μητρώο αναφοράς για να εντοπίζει τα υποκείμενα ανοίγματα ανά πάσα στιγμή. Το εν λόγω μητρώο προσδιορίζει τους οφειλέτες αναφοράς, τις υποχρεώσεις αναφοράς από τις οποίες προκύπτουν τα υποκείμενα ανοίγματα και, για κάθε υποκείμενο άνοιγμα, το ονομαστικό ποσό που προστατεύεται και που παραμένει ανεξόφλητο. 10. Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της συναλλαγής περιλαμβάνουν σαφείς διατάξεις που διευκολύνουν την έγκαιρη διευθέτηση διαφορών μεταξύ επενδυτών διαφορετικών κατηγοριών. Στην περίπτωση τιτλοποίησης με χρήση ΟΕΣΤ, τα δικαιώματα ψήφου προσδιορίζονται σαφώς και κατανέμονται σε ομολογιούχους και οι αρμοδιότητες του καταπιστευματικού διαχειριστή και άλλων οντοτήτων με καθήκοντα καταπιστευματοδόχου προς επενδυτές προσδιορίζονται σαφώς. Άρθρο 26δ Απαιτήσεις σχετικά με τη διαφάνεια 1. Η μεταβιβάζουσα οντότητα διαθέτει στους δυνάμει επενδυτές, πριν από την τιμολόγηση, δεδομένα σχετικά με τις στατικές και δυναμικές ιστορικές επιδόσεις ως προς την αθέτηση και τις ζημίες, όπως δεδομένα για τις καθυστερήσεις και την αθέτηση, για ανοίγματα ουσιαστικά παρόμοια με τα τιτλοποιούμενα, και τις πηγές των δεδομένων αυτών καθώς και τη βάση για τον ισχυρισμό της ομοιότητας. Τα δεδομένα αυτά καλύπτουν ιστορική περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών. 2. Ένα δείγμα των υποκείμενων ανοιγμάτων υποβάλλεται σε εξωτερική επαλήθευση πριν από το κλείσιμο της συναλλαγής από κατάλληλο και ανεξάρτητο φορέα, και επαληθεύεται, μεταξύ άλλων, ότι τα υποκείμενα ανοίγματα είναι επιλέξιμα για πιστωτική προστασία βάσει συμφωνίας πιστωτικής προστασίας. 3. Η μεταβιβάζουσα οντότητα διαθέτει στους εν δυνάμει επενδυτές, πριν από την τιμολόγηση της τιτλοποίησης, ένα μοντέλο ταμειακών ροών στοιχείων παθητικού, το οποίο απεικονίζει επακριβώς τη συμβατική σχέση ανάμεσα στα υποκείμενα ανοίγματα και τις ροές πληρωμών μεταξύ της μεταβιβάζουσας οντότητας, των επενδυτών, άλλων τρίτων μερών και, κατά περίπτωση, της ΟΕΣΤ και, μετά την τιμολόγηση, διαθέτει το μοντέλο αυτό στους επενδυτές σε συνεχή βάση και στους εν δυνάμει επενδυτές κατόπιν αιτήματός τους. 4. Στην περίπτωση τιτλοποιήσεων όπου τα υποκείμενα ανοίγματα είναι στεγαστικά δάνεια ή δάνεια αγοράς αυτοκινήτου ή χρηματοδοτικές μισθώσεις, η μεταβιβάζουσα οντότητα δημοσιοποιεί τις διαθέσιμες πληροφορίες που αφορούν την περιβαλλοντική απόδοση των στοιχείων ενεργητικού που χρηματοδοτούνται από τα εν λόγω στεγαστικά δάνεια ή δάνεια αγοράς αυτοκινήτου ή χρηματοδοτικές μισθώσεις, ως μέρος των πληροφοριών που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α). Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, οι μεταβιβάζουσες οντότητες μπορούν, από την 1η Ιουνίου 2021, να αποφασίζουν τη γνωστοποίηση των διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις των στοιχείων ενεργητικού που χρηματοδοτούνται από τα υποκείμενα ανοίγματα στους παράγοντες αειφορίας. 5. Η μεταβιβάζουσα οντότητα έχει την ευθύνη της συμμόρφωσης προς το άρθρο 7. Οι πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) διατίθενται στους εν δυνάμει επενδυτές, πριν από την τιμολόγηση, κατόπιν αιτήματος. Οι πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) έως δ) διατίθενται, πριν από την τιμολόγηση, τουλάχιστον υπό μορφή σχεδίου ή στην αρχική τους μορφή. Τα τελικά έγγραφα τεκμηρίωσης διατίθενται στους επενδυτές το αργότερο εντός 15 ημερών από το κλείσιμο της συναλλαγής. 6. Έως τις 10 Ιουλίου 2021, οι ΕΕΑ καταρτίζουν, μέσω της μικτής επιτροπής των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 με θέμα το περιεχόμενο, τις μεθοδολογίες και την παρουσίαση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, όσον αφορά τους δείκτες βιωσιμότητας σε σχέση με τις δυσμενείς επιπτώσεις στο κλίμα, άλλες περιβαλλοντικές και κοινωνικές δυσμενείς συνέπειες καθώς και δυσμενείς συνέπειες σε ζητήματα που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση. Κατά περίπτωση, τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου αντικατοπτρίζουν ή βασίζονται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζονται σύμφωνα με την εντολή που δίδεται στις ΕΕΑ δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088, ιδίως στο άρθρο 2α, και το άρθρο 4 παράγραφοι 6 και 7. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό μέσω της έγκρισης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων του πρώτου εδαφίου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Άρθρο 26ε Απαιτήσεις όσον αφορά τη συμφωνία πιστωτικής προστασίας, τον τρίτο φορέα επαλήθευσης και το σύνθετο υπερβάλλον περιθώριο 1. Η συμφωνία πιστωτικής προστασίας καλύπτει κατ’ ελάχιστο τα ακόλουθα πιστωτικά γεγονότα:
Όλα τα πιστωτικά γεγονότα τεκμηριώνονται. Τα μέτρα ανοχής υπό την έννοια του άρθρου 47β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 που εφαρμόζονται στα υποκείμενα ανοίγματα, δεν αποκλείουν την ενεργοποίηση πιστωτικών γεγονότων. 2. Η πληρωμή πιστωτικής προστασίας κατόπιν επέλευσης πιστωτικού γεγονότος υπολογίζεται με βάση την πραγματική ζημία που υπέστη η μεταβιβάζουσα οντότητα ή ο αρχικός δανειοδότης, όπως ρυθμίστηκε με τις συνήθεις πολιτικές και διαδικασίες ανάκτησης για τα συναφή είδη ανοιγμάτων και καταχωρίστηκε στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις κατά τον χρόνο πραγματοποίησης της πληρωμής. Η τελική πληρωμή πιστωτικής προστασίας είναι πληρωτέα εντός συγκεκριμένης περιόδου μετά τη ρύθμιση χρέους για το συναφές υποκείμενο άνοιγμα όταν η ρύθμιση έχει ολοκληρωθεί πριν από την προγραμματισμένη νόμιμη λήξη ή πρόωρη καταγγελία της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας. Η ενδιάμεση πληρωμή πιστωτικής προστασίας γίνεται το αργότερο έξι μήνες μετά την επέλευση ενός πιστωτικού γεγονότος, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, σε περιπτώσεις που η ρύθμιση χρέους των ζημιών για το συναφές υποκείμενο άνοιγμα δεν έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος της εξάμηνης περιόδου. Η ενδιάμεση πληρωμή πιστωτικής προστασίας είναι τουλάχιστον το υψηλότερο από τα ακόλουθα ποσά:
Όταν πραγματοποιείται μια ενδιάμεση πληρωμή πιστωτικής προστασίας, η τελική πληρωμή πιστωτικής προστασίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο πραγματοποιείται με σκοπό να προσαρμοστεί ο ενδιάμεσος διακανονισμός των ζημιών στην πραγματική ζημία. Η μέθοδος για τον υπολογισμό της ενδιάμεσης και της τελικής πληρωμής πιστωτικής προστασίας προσδιορίζεται στη συμφωνία πιστωτικής προστασίας. Η πληρωμή πιστωτικής προστασίας είναι ανάλογη προς το μερίδιο του ανεξόφλητου ονομαστικού ποσού του αντίστοιχου υποκείμενου ανοίγματος που καλύπτεται από τη συμφωνία πιστωτικής προστασίας. Το δικαίωμα της μεταβιβάζουσας οντότητας να εισπράξει την πληρωμή πιστωτικής προστασίας είναι εκτελεστό. Τα πληρωτέα ποσά από τους επενδυτές δυνάμει της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας καθορίζονται με σαφήνεια στη συμφωνία πιστωτικής προστασίας και είναι περιορισμένα. Ο υπολογισμός των εν λόγω ποσών είναι δυνατός σε όλες τις περιστάσεις. Η συμφωνία πιστωτικής προστασίας ορίζει με σαφήνεια τις περιστάσεις στις οποίες όλοι οι επενδυτές οφείλουν να προβούν σε πληρωμές. Ο τρίτος φορέας επαλήθευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 αξιολογεί αν έχουν επέλθει οι περιστάσεις. Το ποσό της πληρωμής πιστωτικής προστασίας υπολογίζεται στο επίπεδο του εκάστοτε υποκείμενου ανοίγματος για το οποίο έχει επέλθει πιστωτικό γεγονός. 3. Η ρύθμιση πιστωτικής προστασίας προσδιορίζει τη μέγιστη περίοδο παράτασης που εφαρμόζεται στη ρύθμιση χρέους για τα υποκείμενα ανοίγματα για τα οποία έχει επέλθει πιστωτικό γεγονός σύμφωνα με την παράγραφο 1, αλλά όταν η ρύθμιση χρέους δεν έχει ολοκληρωθεί έως την προγραμματισμένη νόμιμη λήξη ή πρόωρη καταγγελία της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας. Η περίοδος παράτασης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη. Η συμφωνία πιστωτικής προστασίας προβλέπει ότι έως το τέλος της περιόδου παράτασης πραγματοποιείται η τελική πληρωμή πιστωτικής προστασίας με βάση την τελική εκτίμηση ζημίας της μεταβιβάζουσας οντότητας η οποία θα έπρεπε να έχει καταχωρηθεί στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της κατά τον χρόνο εκείνο στην περίπτωση που δεν υπήρχε η συμφωνία πιστωτικής προστασίας και δεν καλύπτονταν οι ζημίες. Σε περίπτωση καταγγελίας της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας, η ρύθμιση χρέους συνεχίζεται για κάθε πιστωτικό γεγονός που επήλθε πριν από την καταγγελία κατά τον ίδιο τρόπο που περιγράφεται στο πρώτο εδάφιο. Τα ασφάλιστρα πιστωτικής προστασίας που πρέπει να καταβληθούν δυνάμει της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας διαρθρώνονται ως εξαρτώμενα από το ονομαστικό ποσό ανεξόφλητης οφειλής των εξυπηρετούμενων υποκείμενων ανοιγμάτων κατά τον χρόνο της πληρωμής και αποτυπώνουν τον κίνδυνο του προστατευόμενου τμήματος τιτλοποίησης. Για τους εν λόγω σκοπούς, η συμφωνία πιστωτικής προστασίας δεν ορίζει εγγυημένα ασφάλιστρα, προκαταβλητέες πληρωμές ασφαλίστρων, μηχανισμούς επιστροφών ή άλλους μηχανισμούς που ενδέχεται να αποφύγουν ή να μειώσουν την πραγματική κατανομή των ζημιών στους επενδυτές ή να επιστρέψουν μέρος των καταβληθέντων ασφαλίστρων στη μεταβιβάζουσα οντότητα μετά τη λήξη της συναλλαγής. Κατά παρέκκλιση από το τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, επιτρέπονται οι προκαταβλητέες πληρωμές ασφαλίστρων, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, όταν το σύστημα εγγυήσεων προβλέπεται ρητά στην εθνική νομοθεσία κράτους μέλους και ωφελείται από αντεγγύηση που παρέχεται από οποιαδήποτε οντότητα του άρθρου 214 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της συναλλαγής περιγράφουν τον τρόπο υπολογισμού του ασφαλίστρου πιστωτικής προστασίας και τυχόν τοκομεριδίων γραμματίων, εφόσον υπάρχουν, για κάθε ημερομηνία πληρωμής σε όλη τη διάρκεια της τιτλοποίησης. Τα δικαιώματα των επενδυτών για είσπραξη ασφαλίστρων πιστωτικής προστασίας είναι εκτελεστά. 4. Η μεταβιβάζουσα οντότητα διορίζει τρίτο φορέα επαλήθευσης πριν από την ημερομηνία κλεισίματος της συναλλαγής. Για κάθε υποκείμενο άνοιγμα για το οποίο έχει δοθεί ειδοποίηση πιστωτικού γεγονότος, κατ’ ελάχιστο, ο τρίτος φορέας επαλήθευσης επαληθεύει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:
Ο τρίτος φορέας επαλήθευσης είναι ανεξάρτητος από τη μεταβιβάζουσα οντότητα και τους επενδυτές και, κατά περίπτωση, από την ΟΕΣΤ και έχει αποδεχθεί τον διορισμό του ως τρίτου φορέα επαλήθευσης πριν από την ημερομηνία κλεισίματος της συναλλαγής. Ο τρίτος φορέας επαλήθευσης μπορεί να διενεργεί την επαλήθευση σε δειγματοληπτική βάση και όχι σε κάθε υποκείμενο άνοιγμα για το οποίο επιδιώκεται πληρωμή πιστωτικής προστασίας. Ωστόσο, οι επενδυτές ενδέχεται να ζητήσουν επαλήθευση για την επιλεξιμότητα οποιουδήποτε συγκεκριμένου υποκείμενου ανοίγματος εάν δεν τους ικανοποιήσει η επαλήθευση σε δειγματοληπτική βάση. Η μεταβιβάζουσα οντότητα δεσμεύεται στα έγγραφα τεκμηρίωσης της συναλλαγής να παρέχει στον τρίτο φορέα επαλήθευσης όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την επαλήθευση των απαιτήσεων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο. 5. Η μεταβιβάζουσα οντότητα δεν μπορεί να καταγγείλει μια συναλλαγή πριν από την προγραμματισμένη λήξη της για κανέναν λόγο εκτός από τα ακόλουθα γεγονότα:
Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της συναλλαγής προσδιορίζουν εάν κάποια από τα δικαιώματα προαίρεσης των στοιχείων δ) και ε) περιλαμβάνονται στην υπό εξέταση συναλλαγή και με ποιο τρόπο είναι διαρθρωμένα τα εν λόγω δικαιώματα. Για τους σκοπούς του στοιχείου δ), ο χρονικός τερματισμός δεν είναι διαρθρωμένος κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται ο καταλογισμός των ζημιών σε θέσεις πιστωτικής ενίσχυσης ή σε άλλες θέσεις που κατέχονται από επενδυτές στην τιτλοποίηση ούτε κατά τρόπο ώστε να παρέχει πιστωτική ενίσχυση. Όταν ασκείται ο χρονικός τερματισμός, οι μεταβιβάζουσες οντότητες κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές τον τρόπο εκπλήρωσης των απαιτήσεων που αναφέρονται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένης της αιτιολόγησης της χρήσης του χρονικού τερματισμού και του εύλογου απολογισμού που καταδεικνύει ότι ο λόγος άσκησης του δικαιώματος δεν είναι η υποβάθμιση της ποιότητας των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού. Στην περίπτωση χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, κατά τη λήξη της συμφωνίας πιστωτικής προστασίας η εξασφάλιση επιστρέφεται στους επενδυτές κατά σειρά προτεραιότητας των τμημάτων τιτλοποίησης που υπόκεινται στις διατάξεις του σχετικού πτωχευτικού δικαίου, όπως εφαρμόζεται στη μεταβιβάζουσα οντότητα. 6. Οι επενδυτές δεν μπορούν να τερματίσουν μια συναλλαγή πριν από την προγραμματισμένη ληκτότητά της για λόγο άλλον από τη μη καταβολή του ασφαλίστρου πιστωτικής προστασίας ή οποιαδήποτε άλλη ουσιώδη παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων από τη μεταβιβάζουσα οντότητα. 7 Η μεταβιβάζουσα οντότητα μπορεί να δεσμεύσει σύνθετο υπερβάλλον περιθώριο, το οποίο θα είναι διαθέσιμο ως πιστωτική ενίσχυση για τους επενδυτές σε περίπτωση που πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
8. Η συμφωνία πιστωτικής προστασίας λαμβάνει τη μορφή:
9. Η άλλη πιστωτική προστασία που αναφέρεται στην παράγραφο 8 στοιχείο γ) πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:
Τα έγγραφα τεκμηρίωσης της συναλλαγής προσδιορίζουν αν οι επενδυτές παραμένουν εκτεθειμένοι στον πιστωτικό κίνδυνο της μεταβιβάζουσας οντότητας. Η μεταβιβάζουσα οντότητα λαμβάνει γνωμοδότηση ειδικού νομικού συμβούλου που επιβεβαιώνει την εκτελεστότητα της πιστωτικής προστασίας σε όλες τις συναφείς δικαιοδοσίες. 10. Όταν παρέχεται άλλη πιστωτική προστασία σύμφωνα με την παράγραφο 8 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, η μεταβιβάζουσα οντότητα και ο επενδυτής έχουν δικαίωμα προσφυγής σε υψηλής ποιότητας εξασφαλίσεις, οι οποίες εμπίπτουν σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, με την επιφύλαξη της ρητής συναίνεσης του επενδυτή στα έγγραφα τεκμηρίωσης της τελικής συναλλαγής αφού έχει επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης κάθε σχετικής έκθεσης σε πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, μόνο η μεταβιβάζουσα οντότητα μπορεί να προσφύγει σε υψηλής ποιότητας εξασφάλιση με τη μορφή κατάθεσης μετρητών στη μεταβιβάζουσα οντότητα ή σε μία από τις θυγατρικές της, εάν η μεταβιβάζουσα οντότητα ή μία από τις θυγατρικές της χαρακτηρίζεται ως ελάχιστη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2, σύμφωνα με την κατάταξη που ορίζεται στο άρθρο 136 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 5 μπορούν, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΤ, να επιτρέπουν εξασφαλίσεις με τη μορφή κατάθεσης μετρητών στο μεταβιβάζον ίδρυμα ή σε μία από τις θυγατρικές του, εάν η μεταβιβάζουσα οντότητα ή μία από τις θυγατρικές της χαρακτηρίζεται ως βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3, υπό τον όρο ότι μπορούν να τεκμηριωθούν οι δυσκολίες της αγοράς, τα αντικειμενικά εμπόδια που σχετίζονται με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας που έχει αποδοθεί στο κράτος μέλος του ιδρύματος ή σημαντικά πιθανά προβλήματα συγκέντρωσης στο οικείο κράτος μέλος λόγω της εφαρμογής της απαίτησης ελάχιστης βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 2 που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο. Όταν το τρίτο πιστωτικό ίδρυμα ή η μεταβιβάζουσα οντότητα ή μία από τις θυγατρικές της δεν ικανοποιεί πλέον την ελάχιστη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, οι εξασφαλίσεις μεταφέρονται εντός εννέα μηνών σε τρίτο πιστωτικό ίδρυμα με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3 ή υψηλότερη ή οι εξασφαλίσεις επενδύονται σε χρεόγραφα που πληρούν τα κριτήρια που προβλέπονται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου. Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο θεωρείται ότι έχουν εκπληρωθεί σε περίπτωση επενδύσεων σε ομόλογα συνδεδεμένα με τον πιστωτικό κίνδυνο υποκείμενου μέσου που έχουν εκδοθεί από τη μεταβιβάζουσα οντότητα, σύμφωνα με το άρθρο 218 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Η ΕΑΤ παρακολουθεί την εφαρμογή των πρακτικών εξασφάλισης του παρόντος άρθρου, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και σε άλλους οικονομικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους που βαρύνουν τους επενδυτές και απορρέουν από τις εν λόγω πρακτικές παροχής ασφάλειας. Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα ευρήματά της στην Επιτροπή έως τις 10 Απριλίου 2023. Έως τις 10 Οκτωβρίου 2023, η Επιτροπή, βάσει της εν λόγω έκθεσης της ΕΑΤ, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ιδίως όσον αφορά τον κίνδυνο υπερβολικής συσσώρευσης πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, συνοδευόμενη, αν είναι σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση του παρόντος άρθρου.». |
|
11) |
Το άρθρο 27 τροποποιείται ως εξής:
|
|
12) |
Στο άρθρο 28 παράγραφος 1, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Το τρίτο μέρος που προβλέπεται στο άρθρο 27 παράγραφος 2 λαμβάνει άδεια από την αρμόδια αρχή να αξιολογήσει τη συμμόρφωση των τιτλοποιήσεων με τα κριτήρια STS που προβλέπονται στα άρθρα 19 έως 22, τα άρθρα 23 έως 26 ή τα άρθρα 26α έως 26ε.». |
|
13) |
Στο άρθρο 29 παράγραφος 5, η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ για τον καθορισμό των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο έως τις 10 Οκτωβρίου 2021. Έως ότου οριστεί αρμόδια αρχή για την εποπτεία της συμμόρφωσης στις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 26α έως 26ε, η αρμόδια αρχή που έχει οριστεί για την εποπτεία της συμμόρφωσης στις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 18 έως 27 που τίθενται σε εφαρμογή στις 8 Απριλίου 2021 εποπτεύει επίσης τη συμμόρφωση στις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 26α έως 26ε.». |
|
14) |
Το άρθρο 30 παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
|
|
15) |
Το άρθρο 31 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 31 Μακροπροληπτική εποπτεία της αγοράς τιτλοποιήσεων 1. Εντός των ορίων της εντολής του, το ΕΣΣΚ είναι υπεύθυνο για τη μακροπροληπτική εποπτεία της αγοράς τιτλοποιήσεων της Ένωσης. 2. Το ΕΣΣΚ, προκειμένου να συμβάλλει στην πρόληψη ή στον μετριασμό των συστημικών κινδύνων που απειλούν τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην Ένωση και προκύπτουν από εξελίξεις εντός του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και λαμβάνοντας υπόψη του τις μακροοικονομικές εξελίξεις, ώστε να αποτρέπει περιόδους χρηματοοικονομικού κινδύνου ευρείας κλίμακας, παρακολουθεί συνεχώς τις εξελίξεις στις αγορές τιτλοποίησης. Το ΕΣΣΚ, όταν εκτιμά ότι είναι αναγκαίο και τουλάχιστον ανά τριετία, προκειμένου να επισημάνει τους κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, δημοσιεύει σε συνεργασία με την ΕΑΤ έκθεση σχετικά με τις επιπτώσεις της αγοράς τιτλοποίησης στη χρηματοοικονομική σταθερότητα. 3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και της έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 44, το ΕΣΣΚ, σε στενή συνεργασία με τις ΕΕΑ, δημοσιεύει, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022 έκθεση στην οποία αξιολογούνται ο αντίκτυπος που έχει στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα η καθιέρωση των τιτλοποιήσεων STS εντός ισολογισμού, καθώς και οι δυνητικοί κίνδυνοι, όπως οι κίνδυνοι που προκαλούνται από τη συγκέντρωση και τη διασυνδεσιμότητα μη δημόσιων πωλητών πιστωτικής προστασίας. Η έκθεση του ΕΣΣΚ που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο λαμβάνει υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά της σύνθετης τιτλοποίησης, δηλαδή τον τυπικό εξειδικευμένο και ιδιωτικό χαρακτήρα της στις χρηματοπιστωτικές αγορές, και εξετάζει κατά πόσον η μεταχείριση των τιτλοποιήσεων STS εντός ισολογισμού συμβάλλει στη συνολική μείωση των κινδύνων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην καλύτερη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Για την εκπόνηση της έκθεσής του, το ΕΣΣΚ χρησιμοποιεί ποικίλες σχετικές πηγές δεδομένων, όπως:
4. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, το ΕΣΣΚ παρέχει προειδοποιήσεις και, κατά περίπτωση, εκδίδει συστάσεις σχετικά με διορθωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση των κινδύνων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, μεταξύ άλλων σχετικά με τη σκοπιμότητα της τροποποίησης των επιπέδων διατήρησης κινδύνου ή άλλων μακροπροληπτικών μέτρων. Μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία διαβίβασης της σύστασης, ο αποδέκτης της σύστασης κοινοποιεί, σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το ΕΣΣΚ τις ενέργειες που ανέλαβε σε συνέχεια της σύστασης και παρέχει επαρκή αιτιολόγηση για ενδεχόμενη αδράνειά του.». |
|
16) |
Το άρθρο 32 τροποποιείται ως εξής:
|
|
17) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 43α Μεταβατικές διατάξεις για τιτλοποιήσεις STS εντός ισολογισμού 1. Όσον αφορά τις σύνθετες τιτλοποιήσεις των οποίων η συμφωνία πιστωτικής προστασίας τέθηκε σε ισχύ πριν από τις 9 Απριλίου 2021, οι μεταβιβάζουσες οντότητες και οι ΟΕΣΤ μπορούν να χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό “STS” ή “απλή, διαφανής και τυποποιημένη” ή χαρακτηρισμό που παραπέμπει άμεσα ή έμμεσα στους εν λόγω όρους, μόνον εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 18 και υπάρχει συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου κατά τον χρόνο της κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 1. 2. Έως την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 6, και για τους σκοπούς της υποχρέωσης του άρθρου 27 παράγραφος 1, οι μεταβιβάζουσες οντότητες θέτουν τις αναγκαίες πληροφορίες στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ εγγράφως. 3. Τιτλοποιήσεις των οποίων οι αρχικές θέσεις τιτλοποίησης δημιουργήθηκαν πριν από τις 9 Απριλίου 2021 θεωρούνται “STS” υπό την προϋπόθεση ότι:
4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου ισχύουν τα ακόλουθα:
|
|
18) |
Το άρθρο 44 τροποποιείται ως εξής:
|
|
19) |
Το άρθρο 45 διαγράφεται. |
|
20) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 45α Ανάπτυξη πλαισίου βιώσιμης τιτλοποίησης 1. Έως την 1η Νοεμβρίου 2021, η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΑΕΣ, δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την ανάπτυξη ειδικού πλαισίου βιώσιμης τιτλοποίησης με σκοπό την ενσωμάτωση απαιτήσεων διαφάνειας που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα στον παρόντα κανονισμό. Ειδικότερα, η εν λόγω έκθεση εξετάζει δεόντως:
2. Κατά τη σύνταξη της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η ΕΑΤ, κατά περίπτωση, αντικατοπτρίζει ή βασίζεται στις απαιτήσεις διαφάνειας που προβλέπονται στα άρθρα 3, 4, 7, 8 και 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 και ζητεί τη συμβολή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος και του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 3. Σε συνδυασμό με την έκθεση επανεξέτασης δυνάμει του άρθρου 46, η Επιτροπή, βάσει της έκθεσης της ΕΑΤ που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου βιώσιμης τιτλοποίησης. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, η έκθεση της Επιτροπής συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση. (*) Κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (ΕΕ L 198 της 22.6.2020, σ. 13).»." |
|
21) |
Στο άρθρο 46, το δεύτερο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:
|
Άρθρο 2
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2021.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
D. M. SASSOLI
Για το Συμβούλιο
Η Πρόεδρος
A. P. ZACARIAS
(1) ΕΕ C 377 της 9.11.2020, σ. 1.
(2) ΕΕ C 10 της 11.1.2021, σ. 30.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Μαρτίου 2021 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Μαρτίου 2021 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).
(4) Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση και σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 347 της 28.12.2017, σ. 35).
(5) Βλ. ειδικότερα τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2016 για τα κριτήρια και τη διαδικασία για την κατάρτιση του ενωσιακού καταλόγου μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας και το παράρτημα αυτών (ΕΕ C 461 της 10.12.2016, σ. 2) και τα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με τον αναθεωρημένο ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας και το παράρτημα αυτών (ΕΕ C 66 της 26.2.2021, σ. 40).
(6) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).
(7) Γνώμη της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με την κανονιστική αντιμετώπιση των τιτλοποιήσεων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, EBA-OP-2019-13, δημοσιεύτηκε στις 23 Οκτωβρίου 2019.
(8) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
(9) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 1).
(10) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).
(11) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48).
(12) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 περί γνωστοποιήσεων αειφορίας στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (ΕΕ L 317 της 9.12.2019, σ. 1).