29.9.2020   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 315/1


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2020/1336 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 25ης Σεπτεμβρίου 2020

για την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων πολυβινυλικών αλκοολών καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1) (στο εξής: βασικός κανονισμός), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 4,

Αφού ζήτησε τη γνώμη των κρατών μελών,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.1.   Έναρξη

(1)

Στις 30 Ιουλίου 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή) κίνησε διαδικασία έρευνας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές στην Ένωση ορισμένων πολυβινυλικών αλκοολών (στο εξής: PVA) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (στο εξής: ΛΔΚ ή οικεία χώρα), με βάση το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036. Η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2) (στο εξής: ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας).

(2)

Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία έρευνας κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε στις 19 Ιουνίου 2019 από την Kuraray Europe GmbH (στο εξής: καταγγέλλουσα) εξ ονόματος παραγωγών που αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60 % της συνολικής ενωσιακής παραγωγής PVA. Η καταγγελία περιείχε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ και συνακόλουθης σημαντικής ζημίας, στοιχεία τα οποία ήταν επαρκή για να δικαιολογήσουν την έναρξη της έρευνας.

1.2.   Ενδιαφερόμενα μέρη

(3)

Στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας, η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να επικοινωνήσουν μαζί της για να συμμετάσχουν στην έρευνα. Επιπλέον, η Επιτροπή ενημέρωσε ειδικά την καταγγέλλουσα, άλλους γνωστούς ενωσιακούς παραγωγούς, τους γνωστούς παραγωγούς-εξαγωγείς και τις αρχές της ΛΔΚ, τους γνωστούς εισαγωγείς και χρήστες σχετικά με την έναρξη της έρευνας και τους κάλεσε να συμμετάσχουν.

(4)

Τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την έναρξη της έρευνας και να ζητήσουν ακρόαση από την Επιτροπή και/ή από τον σύμβουλο ακροάσεων σε διαδικασίες εμπορικών προσφυγών. Σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη που το ζήτησαν παραχωρήθηκε ακρόαση.

1.3.   Παρατηρήσεις σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας

(5)

Μετά την έναρξη της διαδικασίας, διάφοροι χρήστες του υπό εξέταση προϊόντος ισχυρίστηκαν ότι η μη εμπιστευτικού χαρακτήρα περίληψη των πληροφοριών που περιλαμβάνονταν στη δημόσια έκδοση της καταγγελίας δεν ήταν αρκετά λεπτομερής ή ήταν ελλιπής και, ως εκ τούτου, δεν επέτρεπε την κατανόηση, σε ικανοποιητικό βαθμό, της ουσίας των εμπιστευτικών πληροφοριών.

(6)

Η Επιτροπή θεώρησε ότι η μη εμπιστευτική έκδοση της καταγγελίας που ήταν ανοικτή για έλεγχο από τα ενδιαφερόμενα μέρη περιείχε όλα τα ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία και τις μη εμπιστευτικές περιλήψεις των δεδομένων που προσκομίστηκαν εμπιστευτικά, προκειμένου τα ενδιαφερόμενα μέρη να ασκήσουν τα δικαιώματα υπεράσπισής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

(7)

Το άρθρο 19 του βασικού κανονισμού και το άρθρο 6 παράγραφος 5 της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου επιτρέπουν τη διαφύλαξη εμπιστευτικών πληροφοριών σε περιπτώσεις στις οποίες η κοινοποίησή τους θα παρείχε σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε ανταγωνιστή ή θα είχε σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις σε πρόσωπο το οποίο παρέχει τις πληροφορίες ή σε πρόσωπο από το οποίο το εν λόγω πρόσωπο έχει λάβει τις πληροφορίες.

(8)

Οι πληροφορίες που τυγχάνουν εμπιστευτικής μεταχείρισης εμπίπτουν στις κατηγορίες αυτές. Σε κάθε περίπτωση, η καταγγέλλουσα υπέβαλε περιλήψεις του περιεχομένου των εμπιστευτικών τμημάτων της καταγγελίας, με την ενδεδειγμένη χρήση αγκυλών για τα αριθμητικά δεδομένα. Η Επιτροπή επαλήθευσε τα εν λόγω έγγραφα πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τηρούσαν τις διατάξεις του άρθρου 19 και επέτρεπαν την κατανόηση, σε ικανοποιητικό βαθμό, της ουσίας των εμπιστευτικών πληροφοριών.

(9)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(10)

Ένα ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία εντάσσεται στο πλαίσιο στρατηγικής της καταγγέλλουσας προκειμένου να ενισχύσει το μονοπώλιό της στην ενωσιακή αγορά, μειώνοντας σκοπίμως τον όγκο των πωλήσεων και αυξάνοντας τις τιμές.

(11)

Από τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την άσκηση αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής. Αντιθέτως, συλλέχθηκαν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, όπως εμπορικές προσφορές και ανταλλαγές μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σύμφωνα με τα οποία ο κλάδος παραγωγής είναι ικανός και πρόθυμος να προμηθεύσει οποιονδήποτε χρήστη του υπό εξέταση προϊόντος.

(12)

Κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας, η ίδια η καταγγέλλουσα κατείχε μερίδιο αγοράς της τάξης του [25 % – 30 %] της ελεύθερης ενωσιακής αγοράς, ποσοστό πολύ χαμηλότερο από το μερίδιο που θα της επέτρεπε να ασκήσει οποιαδήποτε μορφή δεσπόζουσας επιρροής.

(13)

Όσον αφορά την εικαζόμενη στρατηγική για τη μείωση του όγκου των πωλήσεων και την αύξηση των τιμών, από την έρευνα προέκυψε ότι η καταγγέλλουσα επιχείρησε αρχικά να βελτιώσει τις οικείες οικονομίες κλίμακας, αυξάνοντας την παραγωγή και τις επενδύσεις προκειμένου να μειώσει το μοναδιαίο κόστος της παραγωγής της. Επιπλέον, προσπάθησε να ακολουθήσει τις κινεζικές τιμές ντάμπινγκ με συμπίεση των δικών της τιμών προκειμένου να διατηρήσει το μερίδιο αγοράς της. Πράγματι, η στρατηγική αυτή επέτρεψε μεν στην καταγγέλλουσα να διατηρήσει το μερίδιο αγοράς της, αλλά την εξώθησε στην καταγραφή σημαντικών ζημιών. Όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 528 κατωτέρω, η καταγγέλλουσα αναγκάστηκε στη συνέχεια να εγκαταλείψει τις προσπάθειές της να διατηρήσει το μερίδιο αγοράς της έναντι των εισαγωγών από τη ΛΔΚ, με συνέπεια να συγκεντρώσει τις πωλήσεις της σε ακριβότερες ποιότητες προϊόντων, οι οποίες μπορούσαν ακόμη να της αποφέρουν επικερδείς πωλήσεις, αν και με αντίστοιχη σημαντική απώλεια του μεριδίου αγοράς της.

(14)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(15)

Μετά την έναρξη της διαδικασίας, ένας ενωσιακός παραγωγός, η Wacker Chemie AG, ισχυρίστηκε ότι η εκτίμηση της κινεζικής πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας που περιλαμβανόταν στην καταγγελία ήταν ανακριβής και προσκόμισε ιδία εκτίμηση.

(16)

Η εκτίμηση της κινεζικής πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας στην καταγγελία βασιζόταν σε αντικειμενική και αξιόπιστη πηγή, το IHS Chemical Economics Handbook. Μολονότι ενδέχεται να υπάρχουν ευλόγως διάφορες εκτιμήσεις της προσφοράς και της ζήτησης στην κινεζική αγορά, η Επιτροπή έκρινε ότι η εκτίμηση που περιλαμβανόταν στην καταγγελία πληρούσε τα κριτήρια επαρκούς ακρίβειας και αξιοπιστίας που απαιτούνται για τα εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(17)

Η Wacker Chemie AG υπέβαλε επίσης παρατηρήσεις όσον αφορά τη μεθοδολογία υπολογισμού των περιθωρίων ντάμπινγκ δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού δεν θα ήταν συμβατή με τους κανόνες του ΠΟΕ και ότι δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία στρέβλωσης του κόστους. Τα ζητήματα που αφορούν την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων και την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού εξετάζονται στο τμήμα 3.1.1 κατωτέρω.

(18)

Μετά την έναρξη της διαδικασίας, η Wacker Chemie AG ισχυρίστηκε επίσης ότι η εκτίμηση της καταγγέλλουσας όσον αφορά το περιθώριο ντάμπινγκ και την κανονική αξία ήταν εσφαλμένη διότι οι Κινέζοι παραγωγοί ήταν καθετοποιημένοι και δεν αγόραζαν μονομερές οξικό βινύλιο (VAM) για την παραγωγή τους.

(19)

Στην καταγγελία επισημαίνονταν στρεβλώσεις για διάφορες πρώτες ύλες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή VAM, ανάλογα με τη μέθοδο παραγωγής. Οι ίδιες πρώτες ύλες μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση που οι παραγωγοί είναι καθετοποιημένοι και δεν αγοράζουν VAM από άλλες εταιρείες και, ως εκ τούτου, οι στρεβλώσεις των εν λόγω πρώτων υλών ήταν συναφείς για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο υπολογισμός της κανονικής αξίας που περιλαμβανόταν στην καταγγελία αποτελεί επαρκές αποδεικτικό στοιχείο ντάμπινγκ και ότι κατά την έρευνα καθορίστηκε η κανονική αξία βάσει των επαληθευμένων στοιχείων των συνεργαζόμενων Κινέζων παραγωγών-εξαγωγέων. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(20)

Κατά την έναρξη της διαδικασίας, η Wacker και η Carbofem ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε σύστημα PCN το οποίο δεν εξασφαλίζει την ορθή συγκρισιμότητα των τιμών. Το επιχείρημα διατυπώθηκε εκ νέου από τη Wacker, την Carbachem, την Gamma Chimica, τη FAR Polymer και την Ahlstrom-Munksjö.

(21)

Η Wacker ισχυρίστηκε ότι το PCN έχει υπερβολικά ευρύ φάσμα ιξώδους, βαθμού υδρόλυσης και περιεκτικότητας σε μεθανόλη και δεν λαμβάνει υπόψη το μέγεθος των σωματιδίων και την τιμή pH. Οι εταιρείες Carbochem, Gamma Chimica και FAR Polymer προέβαλαν το επιχείρημα ότι το μοριακό βάρος δεν ελήφθη υπόψη από το PCN, ενώ η Ahlstrom-Munksjö υποστήριξε ότι το φάσμα περιεκτικότητας σε τέφρα είναι υπερβολικά ευρύ.

(22)

Η Επιτροπή διαφώνησε ότι υπάρχει ζήτημα με τη δομή του PCN. Τα PCN περιέχουν τις βασικές και ουσιώδεις ιδιότητες του υπό εξέταση προϊόντος, οι οποίες καθορίζονται σε καθολική βάση από τα βασικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στο PCN (δηλαδή ιξώδες, βαθμός υδρόλυσης, περιεκτικότητα σε τέφρα και μεθανόλη). Οι παράμετροι αυτές είναι σημαντικές για όλες τις ποιότητες PVA και θεωρούνται βιομηχανικά πρότυπα για όλες τις εφαρμογές του υπό εξέταση προϊόντος. Επομένως, αν και θα μπορούσε να ισχύει ότι ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν υπάρχουν στο PCN θα μπορούσαν να είναι σημαντικά για ορισμένες εφαρμογές, αυτά εξαρτώνται από τον χρήστη (και όχι για το προϊόν).

(23)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

1.4.   Δειγματοληψία

(24)

Στην ανακοίνωσή της για την έναρξη της διαδικασίας η Επιτροπή ανέφερε ότι ήταν πιθανό να προβεί σε δειγματοληψία των ενδιαφερόμενων μερών σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού.

1.4.1.   Δειγματοληψία ενωσιακών παραγωγών

(25)

Στην ανακοίνωσή της για την έναρξη της διαδικασίας η Επιτροπή δήλωσε ότι είχε επιλέξει προσωρινά ένα δείγμα ενωσιακών παραγωγών. Η Επιτροπή επέλεξε το δείγμα βάσει του δηλωθέντος όγκου παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος στην Ένωση. Το δείγμα αυτό περιλάμβανε 3 ενωσιακούς παραγωγούς. Οι ενωσιακοί παραγωγοί του δείγματος αντιπροσώπευαν πάνω από το 90 % της εκτιμώμενης συνολικής ενωσιακής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος. Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το προσωρινό δείγμα.

(26)

Ένα ενδιαφερόμενο μέρος διατύπωσε επιφυλάξεις σχετικά με τη συμπερίληψη στο δείγμα ενός παραγωγού, της Wacker Chemie AG, που παράγει το υπό εξέταση προϊόν αποκλειστικά για δέσμια χρήση. Κατά την άποψή του, η συμπερίληψη της Wacker στο δείγμα, χωρίς πωλήσεις στην ελεύθερη αγορά, θα μπορούσε δυνητικά να έχει στρεβλώσει την ανάλυση της ζημίας.

(27)

Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη την κατάσταση μίας από τις εταιρείες του δείγματος. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι ολόκληρος ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των τριών ενωσιακών παραγωγών του αρχικού δείγματος, παράγει το υπό εξέταση προϊόν και για δέσμια κατανάλωση. Επομένως, θεωρήθηκε ότι η συμπερίληψη της Wacker Chemie AG στο δείγμα δεν στρέβλωσε την ανάλυση της ζημίας και επέτρεψε στην Επιτροπή να αναλύσει επίσης διεξοδικά και την κατάσταση της δέσμιας αγοράς PVA στην Ένωση. Ως εκ τούτου, το δείγμα κρίθηκε αντιπροσωπευτικό για τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

(28)

Προκειμένου να έχει στη διάθεσή της ολοκληρωμένη αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, η Επιτροπή εξέτασε το συμφέρον των ενωσιακών παραγωγών Wacker και Solutia και ως χρηστών του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας.

(29)

Σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, ένας από τους τρεις παραγωγούς του δείγματος, η Sekisui Specialty Chemicals Europe S.L., ενημέρωσε την Επιτροπή ότι δεν μπορούσε να συνεργαστεί πλήρως ως παραγωγός του δείγματος. Πιο συγκεκριμένα, στην απάντησή της στο ερωτηματολόγιο συμπεριέλαβε μόνο πληροφορίες σχετικά με μακροδείκτες, οι οποίοι δεν είναι επαρκείς για τους σκοπούς της έρευνας. Επομένως, η Επιτροπή αποφάσισε να αναθεωρήσει το δείγμα των ενωσιακών παραγωγών αφαιρώντας τη Sekisui Specialty Chemicals Europe S.L.

(30)

Το τροποποιημένο δείγμα, απαρτιζόμενο πλέον από δύο ενωσιακούς παραγωγούς, αντιπροσωπεύει πάνω από το 80 % της εκτιμώμενης συνολικής ενωσιακής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος. Το δείγμα είναι αντιπροσωπευτικό του ενωσιακού κλάδου παραγωγής.

1.4.2.   Δειγματοληψία εισαγωγέων

(31)

Η Επιτροπή, για να αποφασίσει αν η δειγματοληψία ήταν αναγκαία και, εάν ναι, να επιλέξει δείγμα, ζήτησε από τους μη συνδεδεμένους εισαγωγείς να παράσχουν τα στοιχεία που προσδιορίζονταν στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας.

(32)

Έξι μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς έδωσαν τις πληροφορίες που ζητήθηκαν και συμφώνησαν να συμπεριληφθούν στο δείγμα. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή συμπεριέλαβε στο δείγμα τρεις μη συνδεδεμένους εισαγωγείς με βάση τον μεγαλύτερο όγκο εισαγωγών στην Ένωση. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, ζητήθηκε η γνώμη όλων των ενδιαφερόμενων γνωστών εισαγωγέων όσον αφορά την επιλογή του δείγματος. Δεν υποβλήθηκαν παρατηρήσεις.

1.4.3.   Δειγματοληψία παραγωγών-εξαγωγέων στη ΛΔΚ

(33)

Η Επιτροπή, για να αποφασίσει αν η δειγματοληψία ήταν αναγκαία και, εάν ναι, να επιλέξει δείγμα, ζήτησε από όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς στη ΛΔΚ να παράσχουν τα στοιχεία που προσδιορίζονταν στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας. Επιπλέον, η Επιτροπή ζήτησε από την αποστολή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στην Ευρωπαϊκή Ένωση να ορίσει και/ή να επικοινωνήσει με τυχόν άλλους παραγωγούς-εξαγωγείς που ενδεχομένως θα ενδιαφέρονταν να συμμετάσχουν στην έρευνα.

(34)

Τέσσερις παραγωγοί-εξαγωγείς στην οικεία χώρα παρείχαν τα στοιχεία που ζητήθηκαν και συμφώνησαν να συμπεριληφθούν στο δείγμα. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή επέλεξε δείγμα τριών παραγωγών-εξαγωγέων βάσει του μεγαλύτερου αντιπροσωπευτικού όγκου εξαγωγών στην Ένωση για τον οποίο θα μπορούσε λογικά να διεξαχθεί έρευνα εντός του διαθέσιμου χρόνου. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, ζητήθηκε η γνώμη όλων των ενδιαφερόμενων μερών και των αρχών της οικείας χώρας σχετικά με την επιλογή του δείγματος. Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις.

1.5.   Ατομική εξέταση

(35)

Αρχικά, και οι τέσσερις όμιλοι παραγωγών-εξαγωγέων που υπέβαλαν το έντυπο δειγματοληψίας ζήτησαν ατομική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού. Κατά την ημέρα έναρξης της διαδικασίας, η Επιτροπή διέθεσε στον ιστότοπό της το ερωτηματολόγιο για τους παραγωγούς-εξαγωγείς. Επιπλέον, κατά την ανακοίνωση του δείγματος, η Επιτροπή ενημέρωσε τον παραγωγό-εξαγωγέα που δεν συμμετείχε στο δείγμα ότι ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει πλήρως στο ερωτηματολόγιο εάν επιθυμούσε να εξεταστεί μεμονωμένα. Ο παραγωγός-εξαγωγέας δεν υπέβαλε απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο. Ελλείψει απάντησης, ο παραγωγός-εξαγωγέας δεν πληρούσε τις απαιτήσεις και, κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατόν να γίνει δεκτό το αίτημα ατομικής εξέτασης.

1.6.   Απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο και επιτόπιες επαληθεύσεις

(36)

Η Επιτροπή απέστειλε στην κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (στο εξής: κινεζική κυβέρνηση) ερωτηματολόγιο σχετικά με την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων στη ΛΔΚ κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού. Τα ερωτηματολόγια για τους ενωσιακούς παραγωγούς, τους εισαγωγείς, τους χρήστες και τους παραγωγούς-εξαγωγείς διατέθηκαν ηλεκτρονικά την ημέρα της έναρξης της διαδικασίας.

(37)

Απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο ελήφθησαν από τους δύο ενωσιακούς παραγωγούς του δείγματος και τους τρεις παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 29 ανωτέρω, ελλιπώς συμπληρωμένο ερωτηματολόγιο ελήφθη επίσης από έναν ακόμη ενωσιακό παραγωγό, ο οποίος αποκλείστηκε από το δείγμα γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Εννέα χρήστες και τρεις μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς υπέβαλαν στην Επιτροπή απάντηση στο ερωτηματολόγιο. Καμία απάντηση δεν ελήφθη από την κινεζική κυβέρνηση.

(38)

Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που έκρινε απαραίτητες για τον προσδιορισμό του ντάμπινγκ, της προκληθείσας ζημίας και του συμφέροντος της Ένωσης. Επιτόπιες επαληθεύσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του βασικού κανονισμού πραγματοποιήθηκαν στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εταιρειών:

Ενωσιακοί παραγωγοί:

Kuraray Europe GmbH, Γερμανία (στο εξής: KEG)·

Wacker Chemie AG, Γερμανία (στο εξής: Wacker)·

Μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς:

Carbochem Srl, Ιταλία (στο εξής: Carbochem)·

Omya Hamburg GmbH, Γερμανία (στο εξής: Omya)·

Wegochem Europe B.V., Κάτω Χώρες (στο εξής: Wegochem)·

Χρήστες:

Cordial B.V., Κάτω Χώρες (στο εξής: Cordial)·

Solutia Europe SPRL/BVBA, Βέλγιο (στο εξής: Solutia)·

Wacker Chemie AG, Γερμανία (στο εξής: Wacker)·

Παραγωγοί-εξαγωγείς και συνδεδεμένες με αυτούς εταιρείες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας:

Shuangxin:

Inner Mongolia Environment-Friendly Material Co., Ltd. (στο εξής: Shuangxin)·

Όμιλος Sinopec:

Central-China Company, Sinopec Chemical Commercial Holding Co., Ltd. (στο εξής: Sinopec Central China)·

Sinopec Chongqing SVW Chemical Co., Ltd. (στο εξής: Sinopec Chongqing)·

Sinopec Great Wall Energy & Chemical (Ningxia) Co., Ltd. (στο εξής: Sinopec Ningxia)·

Sinopec Shanghai Petrochemical Co., Ltd.·

Όμιλος Wan Wei::

Anhui Wan Wei Updated High-Tech Material Industry Co., Ltd. (στο εξής: Wan Wei)·

Inner Mongolia Mengwei Technology Co., Ltd. (στο εξής: Mengwei).

1.7.   Περίοδος έρευνας και εξεταζόμενη περίοδος

(39)

Η έρευνα για την πρακτική ντάμπινγκ και ζημίας κάλυψε την περίοδο από την 1η Ιουλίου 2018 έως τις 30 Ιουνίου 2019 (στο εξής: περίοδος της έρευνας ή ΠΕ). Η εξέταση των συναφών τάσεων για την εκτίμηση της ζημίας κάλυψε την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως το τέλος της περιόδου έρευνας (στο εξής: εξεταζόμενη περίοδος).

1.8.   Διαδικασία για τον καθορισμό της κανονικής αξίας σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού

(40)

Με βάση τα επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που ήταν διαθέσιμα κατά την έναρξη της έρευνας, τα οποία φαίνεται να καταδεικνύουν την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να κινήσει την έρευνα με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού.

(41)

Κατά συνέπεια, προκειμένου να συγκεντρωθούν τα απαραίτητα στοιχεία για την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού, στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας, η Επιτροπή κάλεσε όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς της οικείας χώρας να παράσχουν τις πληροφορίες που ζητούνται στο παράρτημα III της ανακοίνωσης για την έναρξη διαδικασίας όσον αφορά τις εισροές που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή PVA. Τέσσερις παραγωγοί-εξαγωγείς υπέβαλαν τις σχετικές πληροφορίες.

(42)

Η Επιτροπή, προκειμένου να συγκεντρώσει τις πληροφορίες που έκρινε αναγκαίες για την έρευνά της όσον αφορά τις εικαζόμενες σημαντικές στρεβλώσεις κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, απέστειλε επίσης ερωτηματολόγιο στην κινεζική κυβέρνηση. Καμία απάντηση δεν ελήφθη από την κινεζική κυβέρνηση. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ενημέρωσε την κινεζική κυβέρνηση ότι θα χρησιμοποιήσει τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού για τον προσδιορισμό της ύπαρξης σημαντικών στρεβλώσεων στη ΛΔΚ.

(43)

Στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας η Επιτροπή κάλεσε επίσης όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους, να υποβάλουν πληροφορίες και να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη σκοπιμότητα της εφαρμογής του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού εντός 37 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της εν λόγω ανακοίνωσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(44)

Μετά την έναρξη της διαδικασίας, τρεις Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς υπέβαλαν παρατηρήσεις σχετικά με τη μεθοδολογία υπολογισμού των περιθωρίων ντάμπινγκ δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η εικαζόμενη κρατική παρέμβαση οδήγησε καταφανώς στις στρεβλώσεις των τιμών των εισροών. Τα ζητήματα που αφορούν την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων εξετάζονται στο τμήμα 3.1.1 κατωτέρω.

(45)

Στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης ότι, με βάση τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, ενδέχεται να χρειαστεί να επιλέξει κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, για τον καθορισμό της κανονικής αξίας βάσει τιμών ή δεικτών αναφοράς χωρίς στρεβλώσεις.

(46)

Στις 2 Οκτωβρίου 2019 η Επιτροπή δημοσίευσε ένα πρώτο σημείωμα για τον φάκελο (στο εξής: σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019) (3), με το οποίο ζήτησε τις απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών όσον αφορά τις σχετικές πηγές που μπορεί να χρησιμοποιήσει η Επιτροπή για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α) στοιχείο ε) δεύτερο εδάφιο του βασικού κανονισμού. Στο εν λόγω σημείωμα, η Επιτροπή παρέσχε κατάλογο με όλους τους συντελεστές παραγωγής, όπως τα υλικά, την ενέργεια και την εργασία, που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του υπό εξέταση προϊόντος από τους παραγωγούς-εξαγωγείς. Επιπλέον, με βάση τα κριτήρια που διέπουν την επιλογή τιμών ή δεικτών αναφοράς χωρίς στρεβλώσεις, η Επιτροπή εντόπισε τις πιθανές αντιπροσωπευτικές χώρες (δηλ. τη Βραζιλία, τη Μαλαισία, το Μεξικό και την Ταϊλάνδη).

(47)

Η Επιτροπή έδωσε τη δυνατότητα σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις. Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τρεις παραγωγούς-εξαγωγείς, έναν εισαγωγέα και χρήστη και από την καταγγέλλουσα. Η κινεζική κυβέρνηση δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.

(48)

Η Επιτροπή εξέτασε τις παρατηρήσεις που έλαβε σχετικά με το σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019 σε δεύτερο σημείωμα, της 20ής Δεκεμβρίου 2019, σχετικά με τις πηγές για τον καθορισμό της κανονικής αξίας (στο εξής: σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019) (4). Η Επιτροπή παρέσχε επίσης τον αναθεωρημένο κατάλογο των συντελεστών παραγωγής. Η Επιτροπή, βάσει των παρατηρήσεων που έλαβε, προσέθεσε επίσης την Τουρκία στον κατάλογο των πιθανών αντιπροσωπευτικών χωρών και, έπειτα από περαιτέρω έρευνα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στο συγκεκριμένο στάδιο, η Τουρκία θεωρούνταν κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του βασικού κανονισμού. Η Επιτροπή προσδιόρισε επίσης τον κατάλογο των κωδικών που χρησιμοποιεί η Τουρκία και κατέστησε διαθέσιμα τα σχετικά τελωνειακά στατιστικά στοιχεία της Τουρκίας στον ανοικτό φάκελο.

(49)

Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις. Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από έναν παραγωγό-εξαγωγέα, τρεις εμπόρους του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας στην Ένωση και από την καταγγέλλουσα.

(50)

Η Επιτροπή εξέτασε τις παρατηρήσεις που έλαβε μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019 σε τρίτο σημείωμα, της 30ής Μαρτίου 2020, σχετικά με τις πηγές για τον καθορισμό της κανονικής αξίας (στο εξής: σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020) (5). Στο εν λόγω σημείωμα, η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης περαιτέρω ορισμένες από τις πηγές για τον καθορισμό της κανονικής αξίας και κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Μετά το σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις μόνο από τρεις εμπόρους του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας στην Ένωση. Ο παρών κανονισμός εξετάζει τις εν λόγω παρατηρήσεις στις αιτιολογικές σκέψεις 219, 220, 264, 342 και 343.

1.9.   Μη επιβολή προσωρινών μέτρων και επακόλουθη διαδικασία

(51)

Στις 9 Μαρτίου 2020, σύμφωνα με το άρθρο 19α παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή ενημέρωσε τα ενδιαφερόμενα μέρη για την πρόθεσή της να μην επιβάλει προσωρινά μέτρα και να συνεχίσει την έρευνα.

(52)

Δεδομένου ότι δεν επιβλήθηκαν προσωρινά μέτρα, δεν πραγματοποιήθηκε καταγραφή των εισαγωγών.

2.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ

2.1.   Υπό εξέταση προϊόν

(53)

Το υπό εξέταση προϊόν (6) είναι ορισμένες πολυβινυλικές αλκοόλες (PVA), έστω και αν περιέχουν μη υδρολυμένες οξικές ομάδες, υπό μορφή ομοπολυμερών ρητινών με ιξώδες (μετρούμενο σε υδατικό διάλυμα 4 % στους 20 °C) τουλάχιστον 3 mPa·s, όχι όμως περισσότερο από 61 mPa·s, και με βαθμό υδρόλυσης τουλάχιστον 80,0 mol %, όχι όμως περισσότερο από 99,9 mol %, μετρούμενων αμφότερων με τη μέθοδο ISO 15023-2, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΛΔΚ) (στο εξής: υπό εξέταση προϊόν).

(54)

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, κατέστη εμφανές ότι η περιγραφή του προϊόντος, ιδίως όσον αφορά τη μέθοδο μέτρησης του ιξώδους και του βαθμού υδρόλυσης, δεν ήταν επαρκώς ακριβής και μπορούσε να οδηγήσει σε εσφαλμένη ερμηνεία και/ή εσφαλμένη ταξινόμηση από τις εθνικές τελωνειακές αρχές. Επιπλέον, υπήρχε κίνδυνος ορισμένοι οικονομικοί φορείς να είχαν παρερμηνεύσει την ανωτέρω περιγραφή και, βάσει αυτού, να είχαν ενδεχομένως αποφασίσει να μην αναγγελθούν ως ενδιαφερόμενα μέρη. Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή αποσαφήνισε τη διατύπωση της περιγραφής του πεδίου κάλυψης του προϊόντος που περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας δημοσιεύοντας σχετική ανακοίνωση στις 7 Νοεμβρίου 2019 (στο εξής: ανακοίνωση αποσαφήνισης) (7). Η ανακοίνωση αποσαφήνισης έδωσε επίσης στα μέρη τη δυνατότητα να αναγγελθούν εντός ταχθείσας προθεσμίας και να ζητήσουν ερωτηματολόγιο, εάν το επιθυμούσαν. Ένας χρήστης του υπό εξέταση προϊόντος, η Henkel AG & Co., αναγγέλθηκε ως ενδιαφερόμενο μέρος στη διαδικασία. Κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν ζήτησε ερωτηματολόγιο.

(55)

Οι PVA χρησιμοποιούνται ως πρόσθετη ουσία, πρόδρομη ουσία ή παράγοντας κυρίως από τέσσερις κλάδους παραγωγής-χρήστες για: i) την παραγωγή χαρτιού και χαρτονιού· ii) την παραγωγή ρητινών PVB (πολυβινυλοβουτυράλη) που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή μεμβρανών PVB· iii) την παραγωγή βοηθητικών μέσων πολυμερισμού για πλαστικές ύλες· και iv) την παραγωγή γαλακτωμάτων και συγκολλητικών υλών.

2.2.   Ομοειδές προϊόν

(56)

Η έρευνα έδειξε ότι τα ακόλουθα προϊόντα έχουν τα ίδια βασικά φυσικά, χημικά και τεχνικά χαρακτηριστικά, καθώς και τις ίδιες βασικές χρήσεις:

το υπό εξέταση προϊόν,

το προϊόν που παράγεται και πωλείται στην εγχώρια αγορά της οικείας χώρας,

το προϊόν που παράγεται και πωλείται στην Ένωση από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

(57)

Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, ως εκ τούτου, τα εν λόγω προϊόντα είναι ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

2.3.   Κατάτμηση

(58)

Το υπό εξέταση προϊόν παράγεται και πωλείται με τη μορφή πολλών διαφορετικών τύπων προϊόντος που ορίζονται από τον κλάδο παραγωγής ως «ποιότητες». Κάθε ποιότητα περιλαμβάνει συγκεκριμένο συνδυασμό επιπέδων ιξώδους, μεθανόλης και περιεκτικότητας σε τέφρα, καθώς και βαθμού υδρόλυσης, με αποτέλεσμα να υπάρχει ευρύ φάσμα συνδυασμών που παράγονται για την εκπλήρωση των απαιτήσεων των προδιαγραφών των πελατών σε διάφορους κλάδους παραγωγής.

(59)

Η έρευνα αποκάλυψε μεγάλο αριθμό διαφορετικών ποιοτήτων PVA, τόσο για τις κινεζικές εισαγωγές όσο και για την παραγωγή/τις ενωσιακές πωλήσεις. Οι διάφοροι χαρακτηριστικοί συνδυασμοί των εν λόγω ποιοτήτων ταξινομούνταν από την Επιτροπή σε διαφορετικούς αριθμούς ελέγχου προϊόντος (στο εξής: PCN). Κατά την περίοδο έρευνας εισήχθησαν στην Ένωση από τους παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος 34 PCN του υπό εξέταση προϊόντος, ενώ κατά την ίδια περίοδο ο ενωσιακός παραγωγός του δείγματος πώλησε περίπου 39 διαφορετικούς PCN.

(60)

Επιπλέον, από τα στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας προέκυψε ότι ορισμένες από αυτές τις ποιότητες (είτε πωλούνται από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής είτε από τους παραγωγούς-εξαγωγείς) έχουν ευρύ φάσμα εφαρμογών και, εν γένει, χαμηλότερη τιμή. Άλλες πιο εξειδικευμένες ποιότητες που έχουν σχεδιαστεί για εφαρμογές με περιορισμένες προδιαγραφές (όπως φαρμακευτικά προϊόντα ή παραγωγή μεμβρανών PVB) είναι κατά μέσο όρο ακριβότερες. Οι εν λόγω ποιότητες πωλούνται επίσης από ενωσιακούς παραγωγούς και παραγωγούς-εξαγωγείς.

(61)

Ωστόσο, παρά τον μεγάλο αριθμό διαφορετικών ποιοτήτων, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υπάρχουν καθορισμένα τμήματα στην αγορά PVA. Διαφορετικοί χρήστες μπορούν να προμηθεύονται διαφορετικές ποιότητες PVA, ανάλογα με τις απαιτούμενες τεχνικές προδιαγραφές τους. Για ορισμένους χρήστες το σημαντικότερο στοιχείο είναι η περιεκτικότητα σε τέφρα, για άλλους το ιξώδες, ενώ κάποιοι άλλοι έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν κατά το πλείστον οποιαδήποτε από τις προδιαγραφές. Κάθε κλάδος παραγωγής-χρήστης μπορεί να χρησιμοποιεί κατ’ εναλλαγή διαφορετικό σύνολο ποιοτήτων PVA. Αν και ορισμένοι χρήστες (όπως ο κλάδος παραγωγής PVB και η φαρμακευτική βιομηχανία) είναι περισσότερο περιορισμένοι ως προς τον αριθμό των διαφορετικών ποιοτήτων που μπορούν να χρησιμοποιήσουν, το φάσμα των ποιοτήτων τους εξακολουθεί να αλληλεπικαλύπτεται με άλλους τύπους χρηστών, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να προμηθεύονται ευρύτερο φάσμα ποιοτήτων.

(62)

Για τους ανωτέρω λόγους, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλες οι ποιότητες ήταν ανταγωνιστικές μεταξύ τους, τουλάχιστον σε έναν ορισμένο βαθμό, και ως εκ τούτου η διενέργεια ανάλυσης κατά τμήματα δεν ήταν σκόπιμη ούτε κατάλληλη στην παρούσα υπόθεση. Προκειμένου να αναλύσει τις επιπτώσεις στις τιμές μεταξύ των διαφόρων ποιοτήτων, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη δίκαιη σύγκριση, η Επιτροπή προέβη σε προσαρμογές ώστε να αποτυπωθούν οι διαφορές σε ορισμένα από τα χαρακτηριστικά των διαφορετικών ποιοτήτων. Οι προσαρμογές αυτές επεξηγούνται στο τμήμα 4.4.2 κατωτέρω.

(63)

Μετά την κοινοποίηση, διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, συγκεκριμένα η Carbochem, η Gamma Chimica FAR Polymer, η Wacker και η Cordial, ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι η αγορά PVA υποδιαιρείται σε δύο τμήματα: τις PVA υψηλής ποιότητας και τις PVA χαμηλής ποιότητας. Τα ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι τα προϊόντα που αφορούν τα εν λόγω τμήματα δεν είναι άμεσα εναλλάξιμα και ότι οι κινεζικές εισαγωγές έχουν κυρίως παρουσία στο τμήμα PVA χαμηλής ποιότητας. Επιπλέον, ισχυρίστηκαν ότι ορισμένοι χρήστες μπορούν να χρησιμοποιήσουν μόνο κάποιες συγκεκριμένες ποιότητες του υπό εξέταση προϊόντος στη διαδικασία παραγωγής τους.

(64)

Από την ανάλυση που διενήργησε η Επιτροπή επιβεβαιώθηκε ότι οι διάφορες ποιότητες, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 61, είναι εναλλάξιμες, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό. Ακόμη και αν αληθεύει ότι ορισμένοι χρήστες μπορούν να προμηθευτούν περιορισμένο μόνο σύνολο ποιοτήτων για τις εφαρμογές τους, οι ποιότητες αυτές δεν αφορούν αποκλειστικά τον κατάντη κλάδο παραγωγής ενός χρήστη, αλλά αλληλεπικαλύπτονται με τις ποιότητες που διοχετεύονται σε άλλες κατάντη εφαρμογές. Επιπλέον, η έρευνα αποκάλυψε ότι οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς προμηθεύουν ποιότητες και για τις τέσσερις κύριες εφαρμογές των PVA, οι οποίες ανταγωνίζονται πλήρως τις ποιότητες που πωλούνται από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

(65)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

2.4.   Ισχυρισμοί όσον αφορά το πεδίο κάλυψης του προϊόντος

(66)

Ένας χρήστης, η Solutia, παραγωγός μεμβρανών PVB, και ένας μη συνδεδεμένος εισαγωγέας, η Wegochem, ισχυρίστηκαν ότι η ποιότητα «Low-ash NMWD PVA» (8) θα έπρεπε να εξαιρεθεί από το πεδίο κάλυψης του υπό εξέταση προϊόντος. Τα ενδιαφερόμενα μέρη επανέλαβαν τον ισχυρισμό τους μετά την κοινοποίηση.

(67)

Κατά την άποψή τους, η ποιότητα «Low-Ash NMWD PVA» διαφέρει θεμελιωδώς από τη συνήθη ποιότητα PVA διότι έχει διαφορετικά φυσικά, χημικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και απαιτεί παραγωγική διαδικασία υψηλής προστιθέμενης αξίας. Λόγω αυτών των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, η παραγωγή της ποιότητας «Low-Ash NMWD» είναι τεχνικά δύσκολη και πολύπλοκη. Ελάχιστοι μόνο κατασκευαστές είναι εξειδικευμένοι στην κατασκευή αυτής της συγκεκριμένης ποιότητας, η οποία χρησιμοποιείται στην παραγωγή μεμβρανών PVB, και μόνον ένας από αυτούς δραστηριοποιείται στη ΛΔΚ. Ειδικότερα, η κατανομή μοριακού βάρους, η περιεκτικότητα σε σίδηρο, καθώς και η χαμηλή περιεκτικότητα σε τέφρα και μεθανόλη, δεν αποτελούν συνήθη χαρακτηριστικά του υπό εξέταση προϊόντος και καθιστούν την εν λόγω ποιότητα PVA μοναδική και εξαιρετικά δύσκολη στην παραγωγή της, δεδομένου ότι τα χαρακτηριστικά της πρέπει να πληρούν περιορισμένες προδιαγραφές για όλες τις παραμέτρους ταυτόχρονα.

(68)

Βασιζόμενη στα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου, η Επιτροπή διαφώνησε με την εν λόγω ανάλυση. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 58, οι PVA πωλούνται σε πολλές διαφορετικές ποιότητες, ανάλογα με την τελική χρήση. Κάθε ποιότητα παρουσιάζει έναν μοναδικό συνδυασμό ιδιοτήτων (π.χ. ιξώδες, βαθμός υδρόλυσης, περιεκτικότητα σε τέφρα και σε μεθανόλη) τις οποίες ζητά αποκλειστικώς κάθε χρήστης από τον παραγωγό κατά τον χρόνο της εντολής αγοράς. Όσον αφορά τα διαφορετικά χημικά και φυσικά χαρακτηριστικά, σε αντίθεση με τα επιχειρήματα των ενδιαφερόμενων μερών, τα προϊόντα PVA χαμηλής περιεκτικότητας σε τέφρα εμπίπτουν πλήρως στο πεδίο ορισμού του προϊόντος ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά του (π.χ. ιξώδες, βαθμός υδρόλυσης, περιεκτικότητα σε μεθανόλη και σε τέφρα). Επιπλέον, όλοι οι παραγωγοί PVA χαμηλής περιεκτικότητας σε τέφρα παράγουν το προϊόν σε συνήθη γραμμή παραγωγής, χωρίς την εφαρμογή έκτακτων παραγωγικών διαδικασιών.

(69)

Όσον αφορά τη στενή κατανομή μοριακού βάρους («NMWD»), δεν αποτελεί χαρακτηριστικό που προσιδιάζει στον βαθμό υδρόλυσης, το ιξώδες ή την περιεκτικότητα σε τέφρα. Η ποιότητα NMWD δεν μεταβάλλεται από τη μία παρτίδα παραγωγής στην άλλη. Μόλις οριστεί γραμμή παραγωγής για την παραγωγή PVA ποιότητας NMWD, όλες οι PVA που παράγονται από την εν λόγω γραμμή πληρούν τις απαιτήσεις, δεδομένου ότι δεν συνεπάγονται πρόσθετα στάδια στην παραγωγική διαδικασία ούτε έχουν κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που να διαφέρει ριζικά από κάποια άλλη ποιότητα. Επιπλέον, δεν χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την παραγωγή ρητινών PVB, αλλά χρησιμοποιείται επίσης για την παραγωγή συγκολλητικών υλών και υδατοδιαλυτών μονωτικών επιχρισμάτων.

(70)

Τέλος, η έρευνα αποκάλυψε ότι, από πλευράς προσφοράς, διάφοροι παραγωγοί PVA μπορούν να παράγουν PVA ποιότητας «Low ash NMWD». Επιπλέον των PVA ποιότητας «Low ash NMWD» κινεζικής καταγωγής, η προμήθεια συγκρίσιμων PVA χαμηλής περιεκτικότητας σε τέφρα είναι δυνατή και από άλλους παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (στο εξής: ΗΠΑ), καθώς και από ενωσιακούς παραγωγούς.

(71)

Μετά την κοινοποίηση, τα ενδιαφερόμενα μέρη προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη πως πρέπει να πληρούνται ταυτόχρονα όλα τα σχετικά χαρακτηριστικά των PVA ποιότητας «Low-Ash NMWD» και ότι ελάχιστοι παραγωγοί πληρούν τις απαιτήσεις για να προμηθεύουν PVA ποιότητας «Low-Ash NMWD».

(72)

Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό των μερών, η Επιτροπή έλαβε πράγματι υπόψη της ότι όλες οι παράμετροι για τα PVA ποιότητας «Low-Ash NMWD» πρέπει να πληρούνται ταυτόχρονα. Τόσο η μεθανόλη όσο και η περιεκτικότητα σε τέφρα εμπίπτουν πλήρως στον ορισμό του προϊόντος όσον αφορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, καθώς και στην κατηγοριοποίηση της Επιτροπής με βάση τους PCN. Η έρευνα έδειξε επίσης ότι τόσο οι ενωσιακοί παραγωγοί όσο και οι παραγωγοί-εξαγωγείς είναι σε θέση να πληρούν τις απαιτούμενες προδιαγραφές. Όσον αφορά τη μειωμένη κατανομή του μοριακού βάρους σε συνδυασμό με τις άλλες δύο παραμέτρους, όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 69, από τη στιγμή που μια γραμμή παραγωγής πληροί τις προδιαγραφές για την παραγωγή PVA ποιότητας NMWD, όλο το PVA που παράγεται στην εν λόγω γραμμή θα πληροί τις απαιτήσεις για τη διανομή μικρού μοριακού βάρους και, στη συνέχεια, μπορεί να συνδυαστεί με την κατάλληλη περιεκτικότητα σε μεθανόλη και τέφρα ανάλογα με την απαίτηση κάθε πελάτη. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται για χαρακτηριστικό που αφορά αποκλειστικά το PVA που παράγει η Solutia.

(73)

Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, η Solutia εφάρμοζε στρατηγική εφοδιασμού από πολλαπλές πηγές παράγοντας PVA για ιδιοκατανάλωση, ενώ χρησιμοποιούσε εκτενώς πολλαπλές πηγές εφοδιασμού με PVA από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, τους παραγωγούς-εξαγωγείς στη ΛΔΚ και τους παραγωγούς σε τρίτες χώρες. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τουλάχιστον τέσσερις προμηθευτές σε τρεις διαφορετικές ηπείρους είναι σε θέση να παράγουν PVA ποιότητας «Low-Ash NMWD». Επομένως, μολονότι αληθεύει το ότι ο χαρακτηρισμός ενός νέου προμηθευτή PVA θα μπορούσε να αποτελέσει δύσκολη και μακροχρόνια διαδικασία, η έρευνα έδειξε ότι υπάρχουν διάφορες εναλλακτικές πηγές που θα περιόριζαν σημαντικά τον κίνδυνο έλλειψης προσφοράς για τη Solutia, ακόμη και με τα ισχύοντα μέτρα. Επιπλέον, κατά την άποψη της Επιτροπής, το επίπεδο των δασμών αντιντάμπινγκ δεν θα εμπόδιζε τον προμηθευτή της Solutia από τη ΛΔΚ να εξακολουθήσει να εξάγει PVA σε εύλογη τιμή.

(74)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

(75)

Άλλα τρία ενδιαφερόμενα μέρη, και συγκεκριμένα η Cordial, η Carbochem και η Wacker, ισχυρίστηκαν επανειλημμένως, και επανέλαβαν στους ισχυρισμούς τους μετά την κοινοποίηση, ότι το υπό εξέταση προϊόν που εισαγόταν από τη ΛΔΚ διέφερε ουσιωδώς από το ομοειδές προϊόν που παραγόταν από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής. Το βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι οι PVA που εισάγονταν από τη ΛΔΚ παρουσίαζαν σημαντικά ευρύτερο πεδίο ανοχής από πλευράς περιεκτικότητας σε τέφρα, ποσοστού οξικού νατρίου και περιεκτικότητας σε μεθανόλη σε σύγκριση με τις PVA που παράγονταν και πωλούνταν από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής. Σε αντίθεση με την παραγωγή ρητινών PVB και ορισμένων γαλακτωμάτων, στην οποία τα χαρακτηριστικά αυτά είχαν σημαντικό αντίκτυπο, για κάποιες άλλες εφαρμογές, όπως το χαρτί, οι συγκολλητικές ύλες και οι πρόσθετες ουσίες κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, τα ίδια χαρακτηριστικά ήταν άνευ σημασίας. Κατά την άποψή τους, επομένως, το υπό εξέταση προϊόν και το ομοειδές προϊόν διέφεραν ουσιωδώς μεταξύ τους και ήταν κατάλληλα για διαφορετικές εφαρμογές, ενώ η ενωσιακή αγορά ήταν χωρισμένη σε PVA υψηλής και χαμηλής ποιότητας.

(76)

Η έρευνα αποκάλυψε ότι, σχεδόν για όλες τις εφαρμογές, οι πελάτες καθορίζουν τη μέγιστη αποδεκτή οριακή τιμή περιεκτικότητας σε τέφρα και μπορούν εύκολα να αποδεχθούν PVA με πολύ χαμηλότερη περιεκτικότητα σε τέφρα από τις δικές τους ανώτερες οριακές τιμές. Επιπλέον, η διαφορά του κόστους παραγωγής μεταξύ των εικαζόμενων «συνήθων» PVA (δηλ. με περιεκτικότητα σε τέφρα άνω του 0,5 %) και των PVA «χαμηλής περιεκτικότητας σε τέφρα» (περιεκτικότητα σε τέφρα κάτω του 0,5 %) ήταν αμελητέα, διότι η παραγωγική διαδικασία για τις PVA όσον αφορά την περιεκτικότητα σε τέφρα είναι πάντα η ίδια. Ωστόσο, είναι αληθές ότι η περιεκτικότητα σε τέφρα είναι λιγότερο συναφής για εφαρμογές όπως το χαρτί ή οι συγκολλητικές ύλες. Από την έρευνα διαπιστώθηκε επίσης ότι, εξαιρουμένου ενός χρήστη, όλοι οι κλάδοι παραγωγής-χρήστες αγόραζαν PVA τόσο χαμηλής όσο και υψηλής περιεκτικότητας σε τέφρα.

(77)

Όσον αφορά την περιεκτικότητα σε μεθανόλη, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής παράγει PVA με σημαντικά χαμηλότερη περιεκτικότητα σε μεθανόλη από ό,τι οι Κινέζοι παραγωγοί. Ωστόσο, αμφότερα το υπό εξέταση προϊόν και το ομοειδές προϊόν συμπίπτουν απολύτως όσον αφορά τις διάφορες οριακές τιμές μεθανόλης που καθορίστηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας. Επιπλέον, και στην περίπτωση της μεθανόλης, οι διαφορές έγκεινται στα μέγιστα αποδεκτά επίπεδα και όχι σε περιοριστικές προδιαγραφές. Επιπροσθέτως, από την έρευνα προέκυψε ότι η περιεκτικότητα σε μεθανόλη, τόσο στη ΛΔΚ όσο και στην Ένωση, ασκεί αμελητέα επίδραση τόσο στην τιμή πώλησης όσο και στο κόστος κατασκευής των PVA.

(78)

Εξάλλου, όπως διευκρινίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 58 έως 62 ανωτέρω, οι διάφορες ποιότητες των PVA παρουσιάζουν τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά και οι χρήσεις τους είναι σε μεγάλο βαθμό πανομοιότυπες και εναλλάξιμες. Τα επίπεδα της περιεκτικότητας σε τέφρα ή μεθανόλη, αυτά καθαυτά, δεν καθορίζουν τις εφαρμογές ούτε την τιμή του υπό εξέταση προϊόντος, δεδομένου ότι το στοιχείο που καθορίζει τα χαρακτηριστικά της ποιότητας, την πιθανή τελική της χρήση και την τιμή πώλησης είναι ο συνδυασμός με τα άλλα συναφή χαρακτηριστικά, όπως το ιξώδες και ο βαθμός υδρόλυσης.

(79)

Από τα στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά την έρευνα προέκυψε ότι η διαφορά της μέσης τιμής μεταξύ των ποιοτήτων PVA με «χαμηλή περιεκτικότητα σε τέφρα» και των ποιοτήτων PVA με «συνήθη περιεκτικότητα σε τέφρα» είναι περίπου 10 %. Ωστόσο, οι τιμές των PVA μπορεί να διαφοροποιούνται σε ποσοστό της τάξης έως και 40 % μεταξύ των ποιοτήτων PVA με την ίδια περιεκτικότητα σε τέφρα. Επιπλέον, ορισμένες ποιότητες με «συνήθη» περιεκτικότητα σε τέφρα που εικάζεται ότι είναι φθηνότερες ενδέχεται να είναι έως και κατά 27 % ακριβότερες από ό,τι οι ποιότητες με «χαμηλή περιεκτικότητα σε τέφρα». Επομένως, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των ενδιαφερόμενων μερών, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ενωσιακή αγορά χωριζόταν σε PVA υψηλής ποιότητας (που παράγονταν από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής) και σε PVA χαμηλής ποιότητας (που εισάγονταν από τη ΛΔΚ) με βάση την περιεκτικότητα σε τέφρα και σε μεθανόλη, ούτε και ότι αυτός ο εικαζόμενος διαχωρισμός αποτυπώνεται στις τιμές και στο κόστος παραγωγής. Απεναντίας, όπως διευκρινίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 58 έως 62 ανωτέρω, πολλές ποιότητες με εικαζόμενες «συνήθεις» προδιαγραφές ανταγωνίζονται επίσης εικαζόμενες ποιότητες «υψηλού επιπέδου» του ομοειδούς προϊόντος.

(80)

Μετά την κοινοποίηση, η Walker υποστήριξε ότι η εκτίμηση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η περιεκτικότητα σε μεθανόλη ασκεί αμελητέα επίδραση στην τιμή πώλησης και στο κόστος κατασκευής των PVA, είναι εσφαλμένη.

(81)

Η έρευνα έδειξε ότι το PVA με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε μεθανόλη έχει υψηλότερο κόστος παραγωγής από το PVA με τα ίδια χαρακτηριστικά, αλλά με υψηλότερη περιεκτικότητα σε μεθανόλη. Ωστόσο, όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 77, από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας προέκυψε επίσης ότι τα διαφορετικά επίπεδα μεθανόλης ασκούν αμελητέα επίδραση στις τιμές πώλησης τόσο των ενωσιακών παραγωγών όσο και των παραγωγών-εξαγωγέων. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η περιεκτικότητα σε μεθανόλη έχει αμελητέα επίπτωση στην τιμή πώλησης του PVA. Είναι αλήθεια ότι ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής μπορεί να παράγει PVA με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε μεθανόλη. Ωστόσο, πρόκειται για εξειδικευμένο προϊόν που πωλείται σε αμελητέες ποσότητες, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των PVA που πωλείται στην ενωσιακή αγορά έχουν τυποποιημένη περιεκτικότητα σε μεθανόλη.

(82)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

(83)

Ένα άλλο ενδιαφερόμενο μέρος, η Cordial, ισχυρίστηκε ότι οι PVA που παράγονται στην Ένωση δεν είναι κατάλληλες για δική της χρήση, διότι απαιτούνται PVA σε μορφή σκόνης και με βαθμό υδρόλυσης άνω του 89 %.

(84)

Οι PVA παράγονται συνήθως σε στερεή μορφή λευκών κόκκων. Ωστόσο, μπορούν να υποβληθούν σε περαιτέρω επεξεργασία και να μετασχηματιστούν σε σκόνη μέσω διεργασίας λείανσης. Όπως κατέδειξε η έρευνα, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής μπορεί κάλλιστα να διενεργήσει αυτό το επιπλέον στάδιο.

(85)

Όσον αφορά τον βαθμό υδρόλυσης, από τα δεδομένα που συλλέχθηκαν κατά τη διαδικασία προέκυψε ότι ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής παρήγε και πωλούσε PVA με βαθμό υδρόλυσης άνω του 89 % κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

3.   ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

3.1.   Κανονική αξία

(86)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, «η κανονική αξία βασίζεται καταρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής».

(87)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού «σε περίπτωση που διαπιστωθεί […] ότι δεν είναι σκόπιμο να χρησιμοποιούνται οι εγχώριες τιμές και το κόστος στη χώρα εξαγωγής λόγω της ύπαρξης στη χώρα αυτή σημαντικών στρεβλώσεων κατά την έννοια του στοιχείου β), η κανονική αξία κατασκευάζεται αποκλειστικά με βάση το κόστος παραγωγής και πώλησης που αντικατοπτρίζει τις τιμές χωρίς στρεβλώσεις ή βάσει δεικτών αναφοράς» και «περιλαμβάνει ένα μη στρεβλωμένο και εύλογο ποσό για τα διοικητικά έξοδα, τα έξοδα πώλησης και τα γενικά έξοδα και κέρδη». Όπως εξηγείται περαιτέρω παρακάτω, στην παρούσα έρευνα η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, με βάση τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, η εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού ήταν σκόπιμη.

3.1.1.   Ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων

3.1.1.1.   Εισαγωγή

(88)

Το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού ορίζει ότι «σημαντικές στρεβλώσεις είναι οι στρεβλώσεις που προκαλούνται όταν οι κοινοποιηθείσες τιμές ή το κόστος, συμπεριλαμβανομένου του κόστους των πρώτων υλών και της ενέργειας, δεν οφείλονται στις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς επειδή επηρεάζονται από σημαντική κρατική παρέμβαση. Κατά την αξιολόγηση της ύπαρξης σημαντικών στρεβλώσεων, λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ενδεχόμενη επίπτωση ενός ή περισσοτέρων εκ των ακόλουθων στοιχείων:

η υπό εξέταση αγορά εξυπηρετείται σε σημαντικό βαθμό από επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό την ιδιοκτησία, τον έλεγχο ή την πολιτική εποπτεία ή καθοδήγηση των αρχών της χώρας εξαγωγής,

η κρατική παρουσία σε επιχειρήσεις δίνει τη δυνατότητα στο κράτος να παρεμβαίνει στις τιμές ή το κόστος,

οι δημόσιες πολιτικές ή τα μέτρα εισάγουν διακρίσεις υπέρ των εγχώριων προμηθευτών ή επηρεάζουν με άλλον τρόπο τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς,

η έλλειψη, η μεροληπτική εφαρμογή ή η ανεπαρκής επιβολή των νομοθετικών διατάξεων σχετικά με τη χρεοκοπία, το εταιρικό ή το εμπράγματο δίκαιο,

οι μισθολογικές δαπάνες υφίστανται στρεβλώσεις,

η πρόσβαση σε χρηματοδότηση παρέχεται από ιδρύματα που υλοποιούν στόχους δημόσιας πολιτικής ή που δεν ενεργούν ανεξάρτητα από το κράτος».

(89)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, κατά την αξιολόγηση της ύπαρξης σημαντικών στρεβλώσεων κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, ο ενδεικτικός κατάλογος στοιχείων της προηγούμενης διάταξης. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, κατά την αξιολόγηση της ύπαρξης σημαντικών στρεβλώσεων, λαμβάνεται υπόψη ο δυνητικός αντίκτυπος ενός ή περισσότερων από τα στοιχεία αυτά στις τιμές και το κόστος στη χώρα εξαγωγής του υπό εξέταση προϊόντος. Πράγματι, δεδομένου ότι ο εν λόγω κατάλογος δεν είναι σωρευτικός, δεν χρειάζεται να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία για τη διαπίστωση σημαντικών στρεβλώσεων. Επιπλέον, για να αποδειχθεί η ύπαρξη ενός ή περισσότερων στοιχείων του καταλόγου μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι ίδιες πραγματικές περιστάσεις. Εντούτοις, κάθε συμπέρασμα για την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) πρέπει να εξάγεται βάσει όλων των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Η συνολική εκτίμηση της ύπαρξης στρεβλώσεων μπορεί επίσης να λαμβάνει υπόψη το γενικό πλαίσιο και την κατάσταση στη χώρα εξαγωγής, ιδίως όταν τα θεμελιώδη στοιχεία της οικονομικής και διοικητικής διάρθρωσης της χώρας εξαγωγής παρέχουν στην κυβέρνηση ουσιαστικές εξουσίες παρέμβασης στην οικονομία κατά τρόπο ώστε οι τιμές και το κόστος να μην είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης ανάπτυξης των δυνάμεων της αγοράς.

(90)

Το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι «όταν η Επιτροπή διαθέτει τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία για ενδεχόμενη ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων όπως αναφέρεται στο στοιχείο β) σε μία συγκεκριμένη χώρα ή σε ένα συγκεκριμένο τομέα στη χώρα αυτή και εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή πραγματοποιεί, δημοσιοποιεί και επικαιροποιεί τακτικά μια έκθεση στην οποία περιγράφονται οι αναφερόμενες στο στοιχείο β) συνθήκες που επικρατούν στην εν λόγω χώρα ή τον τομέα».

(91)

Με βάση τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή δημοσίευσε έκθεση χώρας για τη ΛΔΚ (στο εξής: έκθεση) (9), στην οποία αποδεικνύεται η ύπαρξη σημαντικής κρατικής παρέμβασης σε πολλά επίπεδα της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων συγκεκριμένων στρεβλώσεων σε πολλούς βασικούς συντελεστές παραγωγής (όπως η γη, η ενέργεια, το κεφάλαιο, οι πρώτες ύλες και η εργασία), καθώς και σε συγκεκριμένους τομείς (όπως ο χάλυβας και οι χημικές ουσίες). Η έκθεση συμπεριλήφθηκε στον φάκελο της έρευνας κατά το στάδιο έναρξης της διαδικασίας. Η καταγγελία περιείχε επίσης ορισμένα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που συμπληρώνουν την έκθεση. Τα ενδιαφερόμενα μέρη κλήθηκαν να αντικρούσουν, να σχολιάσουν ή να συμπληρώσουν τα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονταν στον φάκελο της έρευνας κατά την έναρξη της διαδικασίας.

(92)

Η καταγγελία περιείχε πληροφορίες σχετικά με διάφορες στρεβλώσεις στην αγορά PVA της Κίνας. Πρώτον, οι τιμές των απαιτούμενων πρώτων υλών για την παραγωγή VAM, δηλ. του πετρελαίου, του φυσικού αερίου ή του γαιάνθρακα, είναι στρεβλωμένες, λόγω κρατικής παρέμβασης υπό τη μορφή τομεακών σχεδίων, παρουσίας κρατικών επιχειρήσεων και επιδοτήσεων. Δεύτερον, η καταγγέλλουσα αναφέρεται σε στρεβλώσεις του κόστους άλλων ενδιάμεσων υλικών, κυρίως στον τομέα των χημικών. Η καταγγέλλουσα αναφέρει το πρόβλημα της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας στον τομέα των χημικών, της παρουσίας κρατικών επιχειρήσεων και του πολύ χαμηλού επιπέδου χρησιμοποίησης της παραγωγής μεθανόλης, οξικού οξέος, ανθρακασβεστίου και ακετυλενίου που έχουν αντίκτυπο στις τιμές των εν λόγω υλικών. Τρίτον, η καταγγέλλουσα απαριθμεί τις στρεβλώσεις ως προς το κόστος της ενέργειας λόγω της κρατικής παρέμβασης στο πλαίσιο της κρατικής τιμολογιακής πολιτικής, της παρουσίας κρατικών επιχειρήσεων και των προτιμησιακών τιμών ενέργειας για ορισμένους κλάδους παραγωγής, όπως οι παραγωγοί ανθρακασβεστίου. Επιπλέον, στην καταγγελία αναφέρονται η παροχή κεφαλαίων, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, καθώς και η έλλειψη αποτελεσματικών περιβαλλοντικών ελέγχων ως παράγοντες που έχουν αντίκτυπο στις τιμές στην Κίνα. Τέλος, στην καταγγελία επισημαίνεται ότι οι μεγαλύτεροι παραγωγοί PVA είναι κρατικές επιχειρήσεις και ότι υπάρχουν φιλόδοξα σχέδια για την περαιτέρω επέκταση του κλάδου παραγωγής PVA στην Εσωτερική Μογγολία, τα οποία φαίνεται να καταδεικνύουν την εμπλοκή του κινεζικού κράτους.

(93)

Όπως υποδεικνύεται στην αιτιολογική σκέψη 42, η κινεζική κυβέρνηση δεν υπέβαλε παρατηρήσεις ούτε προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να στηρίζουν ή να αντικρούουν τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου της έρευνας, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης, καθώς και των πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων που παρασχέθηκαν από την καταγγέλλουσα, σχετικά με την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων και/ή σχετικά με τη σκοπιμότητα της εφαρμογής του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού στην προκειμένη περίπτωση. Μόνο μετά την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων υπέβαλε η κινεζική κυβέρνηση παρατηρήσεις σχετικά με την έκθεση και στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων. Η κινεζική κυβέρνηση υποστήριξε καταρχάς ότι η δημοσίευση της έκθεσης έθεσε τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής σε πλεονεκτική θέση στο πλαίσιο υποβολής καταγγελιών. Κατά την άποψη της κινεζικής κυβέρνησης, το γεγονός αυτό επιτρέπει τη λήψη απόφασης χωρίς δίκη, αντιβαίνει στο πνεύμα του κράτους δικαίου και οδηγεί στην τιμωρία ορισμένων επιχειρήσεων για λόγους εθνικών ή τομεακών στρεβλώσεων. Δεύτερον, η κινεζική κυβέρνηση υποστήριξε ότι η Επιτροπή έχει εκδώσει μία μόνο έκθεση, δηλαδή την έκθεση σχετικά με την Κίνα. Τρίτον, σύμφωνα με την κινεζική κυβέρνηση, η Επιτροπή δεν πραγματοποίησε καμία αξιολόγηση σχετικά με το αν η αγορά της ΕΕ ή οι αγορές των κρατών μελών της μπορούν να θέσουν υπό έλεγχο τους παράγοντες των σημαντικών στρεβλώσεων. Ούτε διενεργήθηκε παρόμοια αξιολόγηση προκειμένου να προσδιοριστεί η κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα στο πλαίσιο της έρευνας. Τέταρτον, η κινεζική κυβέρνηση υποστήριξε ότι το περιεχόμενο της έκθεσης παρουσιάζει ανακριβή στοιχεία, είναι μονόπλευρο ή ακόμη και παράλογο και παρεκκλίνει σοβαρά από τα πραγματικά περιστατικά. Το γεγονός ότι η Επιτροπή επικαλέστηκε την έκθεση αντί να πραγματοποιήσει πραγματική έρευνα είναι, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της κινεζικής κυβέρνησης, έκδηλα ασυμβίβαστο με την αρχή της τήρησης της νομιμότητας. Πέμπτον, η κινεζική κυβέρνηση έθεσε το ερώτημα αν η έκθεση, ως έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, πληροί τα κριτήρια του βασικού κανονισμού σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή πρέπει να πραγματοποιεί, να δημοσιοποιεί και να επικαιροποιεί τακτικά μια έκθεση.

(94)

Σε απάντηση στις παρατηρήσεις της κινεζικής κυβέρνησης, η Επιτροπή επισημαίνει καταρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού, όταν η Επιτροπή διαθέτει τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία για ενδεχόμενη ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων σε μία χώρα ή σε έναν τομέα υποχρεούται να εκπονεί έκθεση στην οποία περιγράφονται οι σχετικές συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη του βασικού κανονισμού, η δυνατότητα που έχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη να επικαλούνται την έκθεση και τα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχει συμπληρώνεται από ανάλογη δυνατότητα που έχουν άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να αντικρούουν, να συμπληρώνουν ή να σχολιάζουν την έκθεση και τα αποδεικτικά στοιχεία της. Δεύτερον, όπως έχει δηλώσει δημοσίως η Επιτροπή σε διάφορες περιστάσεις, ο λόγος για τον οποίον δημοσιεύτηκε αρχικά μια έκθεση σχετικά με την Κίνα υπαγορεύτηκε από τη σχετική σημασία της Κίνας στην πρακτική εμπορικής άμυνας της Επιτροπής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή είχε πρόθεση να δημοσιεύσει μόνο αυτή την έκθεση. Η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο δημοσίευσης ανάλογων εκθέσεων και για άλλες χώρες. Τρίτον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, αναλύθηκε η ενδεχόμενη επίπτωση ενός ή περισσοτέρων από τα στοιχεία που απαριθμούνται στην εν λόγω διάταξη στις τιμές και στο κόστος στη χώρα εξαγωγής. Η διάρθρωση του κόστους και οι μηχανισμοί διαμόρφωσης των τιμών σε άλλες αγορές, όπως στην ΕΕ, δεν λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αυτό. Επιπροσθέτως, η διαδικασία επιλογής αντιπροσωπευτικής χώρας περιγράφεται λεπτομερώς κατωτέρω στο τμήμα 3.1.2. Τέταρτον, η Επιτροπή σημειώνει ότι η κινεζική κυβέρνηση δεν προσδιορίζει επακριβώς σε ποια σημεία θεωρεί ότι η έκθεση παρουσιάζει ανακριβή στοιχεία, είναι μονόπλευρη ή παράλογη, συνεπώς η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να απαντήσει σε αυτούς τους γενικούς ισχυρισμούς. Ωστόσο, όσον αφορά την αρχή της τήρησης της νομιμότητας, η Επιτροπή αναφέρεται στις διάφορες περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, στις οποίες τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένης της κινεζικής κυβέρνησης, είχαν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στην έρευνα, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων (βλ. ανωτέρω, αιτιολογικές σκέψεις 3 και 25). Πέμπτον, η Επιτροπή σημειώνει ότι το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού δεν επιτάσσει συγκεκριμένο μορφότυπο για τις εκθέσεις σχετικά με τις σημαντικές στρεβλώσεις ούτε η εν λόγω διάταξη ορίζει δίαυλο δημοσίευσης ή διαστήματα κατά τα οποία πρέπει να επικαιροποιούνται οι εκθέσεις. Η Επιτροπή μπορεί μόνο να επαναλάβει ακόμη μία φορά ότι, παρότι της δόθηκε ευρεία δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με το περιεχόμενο της έκθεσης, η κινεζική κυβέρνηση επέλεξε να μην το πράξει (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 37 και 42 ανωτέρω). Για όλους αυτούς τους λόγους, η Επιτροπή απέρριψε τα επιχειρήματα που προέβαλε η κινεζική κυβέρνηση.

(95)

Περαιτέρω παρατηρήσεις σχετικά με την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων υποβλήθηκαν εκ μέρους και των τριών παραγωγών-εξαγωγέων. Πρώτον, ισχυρίστηκαν ότι τα τμήματα της έκθεσης στα οποία παραπέμπει η καταγγελία δεν αποδείκνυαν ότι υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να εκληφθούν ως στρεβλώσεις των τιμών ώστε να έχει εφαρμογή η μεθοδολογία βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ. Απεναντίας, στην έκθεση διατυπώνονταν απλώς ισχυρισμοί περί ορισμένων εικαζόμενων κρατικών παρεμβάσεων σε κάποιες αγορές της Κίνας, κυρίως στον τομέα της ενέργειας.

(96)

Δεύτερον, ισχυρίστηκαν ότι η ΕΕ δεν θα πρέπει να παρεκκλίνει από την τυπική μεθοδολογία καθορισμού της κανονικής αξίας, ήτοι να χρησιμοποιήσει μόνο τις εγχώριες τιμές και το κόστος της χώρας εξαγωγής, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στη συμφωνία αντιντάμπινγκ (ΣΑ) του ΠΟΕ. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η ΕΕ θα πρέπει να ακολουθήσει την τυπική μεθοδολογία σύμφωνα με το άρθρο 2 της ΣΑ. Επιπλέον, τα ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι η έννοια των σημαντικών στρεβλώσεων δεν υφίσταται καν στη ΣΑ. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν: 1. δεν υφίσταται καμία νομική βάση ούτε στη ΣΑ ούτε στην GATT 1994 για ανάλογη ειδική δράση και 2. η υπόθεση ΕΕ – Βιοντίζελ (Αργεντινή) ορίζει ότι οι ερευνούσες αρχές πρέπει να χρησιμοποιούν το κόστος παραγωγής που βαρύνει πράγματι τους παραγωγούς ή τους εξαγωγείς για τον υπολογισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας. Ως αποτέλεσμα, η κατασκευή της κανονικής αξίας δεν συνάδει με τα άρθρα 2.2 και 2.2.1.1. της ΣΑ.

(97)

Απαντώντας στο πρώτο επιχείρημα, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας (10) αναφέρεται σειρά παρατυπιών στην κινεζική αγορά PVA, «μεταξύ άλλων, στο σημείο 4.2.1 “Δομή του κινεζικού συστήματος προγραμματισμού”, στο σημείο 10.1.1 “Επισκόπηση της αγοράς ενέργειας”, στο σημείο 10.1.2 “Σχέδια” στον τομέα της ενέργειας, στο σημείο 10.2.1.2 “Διαφοροποίηση της τιμής”, στο σημείο 11.2 “Πρόσβαση σε κεφάλαια”, στο σημείο 11.4.4.1 “Πρακτικές ‘evergreening’ και εταιρείες ‘ζόμπι’”, στο σημείο 11.4.4 “Η κυβερνητική αντίδραση στο χρέος σε κίνδυνο”, στο σημείο 16.2.5 “Επιχειρήσεις κρατικής ιδιοκτησίας” στον τομέα των χημικών, στο σημείο 16.3 “Στόχοι ως προς το κανονιστικό πλαίσιο/την ποσοτική ανάπτυξη” και στο σημείο 16.2.6 “Πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα” της έκθεσης χώρας». Επιπλέον, στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας αναφέρονται το 12ο και το 13ο πενταετές πρόγραμμα καθώς και ορισμένες εκθέσεις τις οποίες επικαλείται η καταγγέλλουσα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι ο κατάλογος αποδεικτικών στοιχείων που παρατίθεται στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας ήταν επαρκής ώστε να θεωρηθεί δικαιολογημένη η έναρξη έρευνας βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού.

(98)

Δεύτερον, για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας, στην αιτιολογική σκέψη 171 η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι σκόπιμο να εφαρμοστεί το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού. Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τον ισχυρισμό του ενδιαφερόμενου μέρους ότι η Επιτροπή δεν πρέπει να εφαρμόσει το άρθρο 2 παράγραφος 6α. Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 2 παράγραφος 6α έχει εφαρμογή και πρέπει να εφαρμοστεί στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι η διάταξη αυτή συνάδει με τις υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του ΠΟΕ. Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι, όπως έχει διευκρινιστεί στην υπόθεση DS473 ΕΕ-Βιοντίζελ (Αργεντινή), οι διατάξεις του βασικού κανονισμού που εφαρμόζονται γενικά σε όλα τα μέλη του ΠΟΕ, και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο, επιτρέπουν τη χρήση δεδομένων από τρίτη χώρα, δεόντως προσαρμοσμένων όταν η εν λόγω προσαρμογή είναι αναγκαία και τεκμηριωμένη. Τέλος, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι η διαφορά DS473 ΕΕ-Βιοντίζελ (Αργεντινή) δεν αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού, που είναι η σχετική νομική βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας στην παρούσα έρευνα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό.

(99)

Επιπλέον, ένα ενδιαφερόμενο μέρος, και συγκεκριμένα η Wacker, υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων. Πρώτον, η Wacker παρατήρησε ότι η μεθοδολογία που καθορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ δεν συνάδει με τα άρθρα 2.1 και 2.2.2 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ. Και τούτο διότι η έννοια του «ντάμπινγκ» αφορά την πρακτική τιμολόγησης μεμονωμένων εξαγωγέων/αλλοδαπών παραγωγών, όπως επισημαίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο στην υπόθεση ΗΠΑ-Ανοξείδωτος χάλυβας από το Μεξικό, σκέψη 86. Επιπλέον, το άρθρο 2.2 της ΣΑ δεν επιτρέπει τη δυνατότητα υπολογισμού του κόστους παραγωγής με βάση το κόστος εκτός της χώρας από την οποία κατάγεται το εξαγόμενο προϊόν. Τέλος, [η Wacker] επισήμανε ότι η Επιτροπή σκοπεύει να χρησιμοποιήσει το κόστος τρίτης χώρας για όλους τους κινεζικούς συντελεστές παραγωγής, στοιχείο που δεν συνάδει με το άρθρο 2.2.1.1 της ΣΑ, όπως επιβεβαιώνεται επίσης από το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο στην υπόθεση ΕΕ – Βιοντίζελ (Αργεντινή) και από την ειδική ομάδα στη διαφορά ΕΕ – Βιοντίζελ (Ινδονησία).

(100)

Το ερώτημα όσον αφορά τη συμβατότητα του άρθρου 2 παράγραφος 6α με τη νομοθεσία του ΠΟΕ εξετάστηκε ήδη στην αιτιολογική σκέψη 98 ανωτέρω.

(101)

Δεύτερον, η Wacker ισχυρίστηκε ότι, όπως διευκρινίστηκε από το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο στην υπόθεση ΗΠΑ – Ανθρακοχάλυβας (Ινδία), απλώς και μόνο το γεγονός ότι η κυβέρνηση είναι κύριος προμηθευτής ενός αγαθού σε μια χώρα δεν καθιστά τις τιμές στην εν λόγω χώρα χαμηλές/φθηνές/στρεβλωμένες ούτε μη προσανατολιζόμενες προς την αγορά.

(102)

Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι η διαφορά ΗΠΑ – Ανθρακοχάλυβας (Ινδία) αφορούσε αντισταθμιστικά μέτρα και, ως εκ τούτου, διαλαμβάνει τη συμβατότητα των μέτρων με τη συμφωνία για τις επιδοτήσεις και τα αντισταθμιστικά μέτρα (ΕΑΜ). Επομένως, τα πορίσματα στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν είναι συναφή για μια έρευνα αντιντάμπινγκ, η οποία υπόκειται στις διατάξεις της ΣΑ.

(103)

Τρίτον, η προσαρμογή των εξόδων πώλησης, των γενικών και διοικητικών εξόδων (στο εξής: έξοδα ΠΓ&Δ) και του κόστους παραγωγής λόγω της εικαζόμενης στρέβλωσης, μεταξύ άλλων, του κόστους των πρώτων υλών, καθώς και του κόστους εργασίας, δεν συνάδει με το άρθρο 2.2.2 της ΣΑ. Σε κάθε περίπτωση, η Wacker ισχυρίστηκε ότι η εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 6α δεν μπορεί να δικαιολογηθεί επειδή δεν υπάρχουν στρεβλώσεις ούτε του κόστους των εισροών ούτε των εξόδων ΠΓ&Δ.

(104)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι μόλις διαπιστωθεί ότι λόγω της ύπαρξης σημαντικών στρεβλώσεων για τη χώρα εξαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, δεν είναι σκόπιμο να χρησιμοποιηθούν οι εγχώριες τιμές και το κόστος στη χώρα εξαγωγής, η κανονική αξία στη χώρα καταγωγής κατασκευάζεται βάσει τιμών ή δεικτών αναφοράς χωρίς στρεβλώσεις σε κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα για κάθε παραγωγό-εξαγωγέα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α). Η ίδια διάταξη του βασικού κανονισμού επιτρέπει επίσης τη χρήση του εγχώριου κόστους, εάν είναι θετικά διαπιστωμένο ότι δεν έχει υποστεί στρεβλώσεις. Κατά συνέπεια, οι παραγωγοί-εξαγωγείς είχαν τη δυνατότητα να προσκομίσουν στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι τα μεμονωμένα τους έξοδα ΠΓ&Δ και/ή άλλες δαπάνες εισροών τους ήταν πράγματι χωρίς στρεβλώσεις. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται βάσει στοιχείων στα τμήματα 3.1.1.2 έως 3.1.1.9, η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη στρεβλώσεων στον κλάδο παραγωγής PVA και δεν υπήρξαν στοιχεία που να αποδεικνύουν την απουσία στρεβλώσεων στους συντελεστές παραγωγής μεμονωμένων παραγωγών-εξαγωγέων. Συνεπώς, οι εν λόγω ισχυρισμοί απορρίφθηκαν.

(105)

Τέταρτον, η Wacker ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι οι Κινέζοι παραγωγοί PVA είναι σε μεγάλο βαθμό κρατικής ιδιοκτησίας είναι άνευ σημασίας για την παρούσα έρευνα ντάμπινγκ διότι η κινεζική αγορά PVA είναι απολύτως αγορακεντρική.

(106)

Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, το καθεστώς κρατικής ιδιοκτησίας μπορεί να αποτελέσει σημαντικό δείκτη για την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων. Ακόμη και οι παραγωγοί PVA του ιδιωτικού τομέα, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στα τμήματα 3.1.1.3 και 3.1.1.4, δραστηριοποιούνται σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεσπόζει η κρατική παρουσία και καθοδήγηση του κλάδου παραγωγής PVA, καθώς και των κλάδων παραγωγής που συνδέονται με την παραγωγή PVA, όπως οι παραγωγοί πρώτων υλών για την παραγωγή PVA.

(107)

Πέμπτον, η Wacker επισήμανε ότι το κόστος του γαιάνθρακα, του φυσικού αερίου, του αργού πετρελαίου και της ενέργειας είναι χωρίς στρεβλώσεις στην Κίνα και, μάλιστα, η Κίνα είναι εισαγωγέας γαιάνθρακα και φυσικού αερίου, γεγονός που σημαίνει ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας είναι συχνά υψηλότερες από ό,τι σε άλλες χώρες. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις κινεζικές τιμές για τις συγκεκριμένες εισροές.

(108)

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι δεν διαθέτει πειστικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την απουσία στρεβλώσεων για κάποιες τιμές κόστους. Στην αιτιολογική σκέψη 169 σημειώνεται επίσης ότι, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου, όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος προμηθεύονταν όλες τις βασικές εισροές τους από τη ΛΔΚ. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διαπίστωσε την παρουσία σημαντικών στρεβλώσεων στον τομέα των PVA σε επίπεδο χώρας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, και εφόσον δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) τρίτη περίπτωση του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό.

(109)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας ενωσιακός παραγωγός/χρήστης υπέβαλε εκ νέου μια σειρά παρατηρήσεων ουσιαστικά πανομοιότυπων με αυτές που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 99, επιμένοντας ότι το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού δεν συνάδει με τα άρθρα 2.2 και 2.2.2 της ΣΑ και ότι η Επιτροπή, παρότι δηλώνει πως το άρθρο 2 παράγραφος 6α συνάδει με τις υποχρεώσεις της ΕΕ στο πλαίσιο του ΠΟΕ, δεν παρέχει καμία περαιτέρω εξήγηση σχετικά με τους νομικούς λόγους που στηρίζουν τη δήλωσή της. Αντίθετα, η Επιτροπή φέρεται να υποπίπτει σε αντιφάσεις και προσπαθεί να βρει νομική αιτιολόγηση για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού.

(110)

Όσον αφορά το άρθρο 2.2 της ΣΑ, ο ενωσιακός παραγωγός/χρήστης υποστήριξε επίσης στο πλαίσιο αυτό ότι η κατασκευή της κανονικής αξίας επιτρέπεται μόνο σε τρεις συγκεκριμένες περιπτώσεις που καθορίζονται στην εν λόγω διάταξη και ότι αυτός ο κατάλογος περιπτώσεων είναι εξαντλητικός. Συνεπώς, ο ενωσιακός παραγωγός/χρήστης ισχυρίζεται ότι, προτού προβεί στην κατασκευή της κανονικής αξίας, η Επιτροπή έπρεπε να διαπιστώσει αν συντρέχει μία από τις τρεις περιπτώσεις που παρατίθενται στο άρθρο 2.2 της ΣΑΑ αντί να επικεντρωθεί στην απόδειξη της ύπαρξης υποτιθέμενων στρεβλώσεων στην κινεζική οικονομία. Κατά την άποψη του ενωσιακού παραγωγού/χρήστη, το άρθρο 2.2 της ΣΑ δεν επιτρέπει καμία εξαίρεση για λόγους στρέβλωσης του κόστους.

(111)

Ένας χρήστης ανέπτυξε παρόμοια σειρά επιχειρημάτων, παραθέτοντας μάλιστα την ανωτέρω επιχειρηματολογία του ενωσιακού παραγωγού/χρήστη. Αντίστοιχα, ο εν λόγω άλλος χρήστης έκρινε ότι μεθοδολογία που εφάρμοσε η Επιτροπή παραβιάζει το δίκαιο του ΠΟΕ, επειδή η ΣΑ επιτρέπει τη χρήση μόνο του κόστους παραγωγής για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας όταν δεν υπάρχουν πωλήσεις κατά τις συνήθειες εμπορικές πράξεις στην εγχώρια αγορά ή σε περίπτωση που η συγκεκριμένη κατάσταση της αγοράς επηρεάζει τη συγκρισιμότητα των τιμών. Επιπροσθέτως, ο χρήστης υποστηρίζει ότι, εάν θεωρηθεί πως οι σημαντικές στρεβλώσεις που αναφέρει η Επιτροπή αντιστοιχούν σε συγκεκριμένη κατάσταση της αγοράς, οι στρεβλώσεις αυτές θα επηρεάσουν εξίσου τις κινεζικές εγχώριες τιμές και τις τιμές εξαγωγής, γεγονός το οποίο με τη σειρά του δεν θα επιτρέψει στην Επιτροπή να παρεκκλίνει από τη χρήση των τιμών πώλησης στη ΛΔΚ.

(112)

Παρομοίως με τα ανωτέρω επιχειρήματα του ενωσιακού παραγωγού/χρήστη, ένας παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος υποστήριξε στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων ότι η χρήση του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού οδηγεί σε σοβαρές παραβιάσεις του άρθρου 2 της ΣΑ, γεγονός το οποίο, κατά την άποψη του παραγωγού-εξαγωγέα, επιβεβαιώνεται από διάφορες εκθέσεις των ειδικών ομάδων διαιτησίας και του δευτεροβάθμιου οργάνου.

(113)

Πανομοιότυπα επιχειρήματα προβλήθηκαν και σε άλλες παρατηρήσεις των παραγωγών-εξαγωγέων του δείγματος σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, σύμφωνα με τα οποία η Επιτροπή όχι μόνο δεν καθόρισε την κανονική αξία διενεργώντας αυστηρή σύγκριση με τις κινεζικές τιμές ή το κόστος, αλλά στην πραγματικότητα αγνόησε παντελώς το άρθρο 2 της ΣΑ. Προκειμένου να καταδείξουν τις εικαζόμενες ελλείψεις της προσέγγισης της Επιτροπής η οποία, κατά την άποψη των παραγωγών-εξαγωγέων του δείγματος, οδηγεί σε διογκωμένα περιθώρια ντάμπινγκ, οι παραγωγοί παρουσίασαν μια επεξηγηματική εναλλακτική προσέγγιση για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να καθοριστεί η κανονική αξία. Επιπλέον, οι συγκεκριμένοι παραγωγοί-εξαγωγείς αναφέρθηκαν στα πορίσματα της ειδικής ομάδας διαιτησίας στη διαδικασία επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ DS494 Ευρωπαϊκή Ένωση – Μεθοδολογίες προσαρμογής του κόστους (Ρωσία). Οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος υποστήριξαν ότι τα πορίσματα της ειδικής ομάδας διαιτησίας στηρίζουν την άποψή τους σύμφωνα με την οποία το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού δεν συνάδει με τους κανόνες του ΠΟΕ δεδομένου ότι, κατά την άποψη των παραγωγών-εξαγωγέων του δείγματος, το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ενισχυμένη μορφή του άρθρου 2 παράγραφος 5.

(114)

Επιπροσθέτως, η κινεζική κυβέρνηση έκρινε ότι η κατασκευή της κανονικής αξίας σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού δεν συνάδει με το άρθρο 2.2 της ΣΑ το οποίο παρέχει εξαντλητικό κατάλογο των τριών περιπτώσεων που μπορεί να κατασκευαστεί η κανονική τιμή, καμία από τις οποίες δεν καλύπτει τις συνθήκες που προβλέπει το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού. Επιπλέον, η κινεζική κυβέρνηση εξέφρασε την άποψη ότι, κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας, πρέπει να χρησιμοποιείται, σύμφωνα με τους κανόνες του ΠΟΕ, το κόστος παραγωγής στη χώρα καταγωγής συν ένα εύλογο ποσό για τα διοικητικά έξοδα, τα έξοδα πώλησης και τα γενικά έξοδα και τα κέρδη. Ωστόσο, το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ διεύρυνε το πεδίο των πηγών δεδομένων ώστε να περιλαμβάνει το κόστος παραγωγής και πώλησης σε κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα ή τις διεθνείς τιμές, το κόστος ή τους δείκτες αναφοράς.

(115)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένα ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε, χωρίς να αναπτύξει περαιτέρω το επιχείρημά του, ότι η Επιτροπή δεν είχε δικαίωμα να καταφύγει σε κατασκευασμένη κανονική αξία.

(116)

Σε απάντηση στα επιχειρήματα του ενωσιακού παραγωγού/χρήστη, η Επιτροπή επαναλαμβάνει τη θέση της, όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 98, ότι το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού συνάδει πλήρως με τις υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι του ΠΟΕ. Συνεπώς το επιχείρημα του ενωσιακού παραγωγού/χρήστη πρέπει να απορριφθεί. Τα αντίστοιχα επιχειρήματα των παραγωγών-εξαγωγέων του δείγματος, του ενδιαφερόμενου μέρους και της κινεζικής κυβέρνησης που περιγράφονται ανωτέρω στις αιτιολογικές σκέψεις 112 έως 115 απορρίπτονται για τους ίδιους λόγους. Όσον αφορά την εναλλακτική προσέγγιση για την κατασκευή της κανονικής αξίας την οποία πρότειναν ορισμένοι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος, το επιχείρημα αυτό εξετάζεται κατωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 271. Όσον αφορά την επίκληση της διαδικασίας επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ DS494 Ευρωπαϊκή Ένωση – Μεθοδολογίες προσαρμογής του κόστους (Ρωσία), η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι η ειδική ομάδα διαιτησίας δήλωσε ρητώς αναρμοδιότητα ως προς τον κανονισμό 2017/2321 (11) με τον οποίο προστέθηκε το άρθρο 2 παράγραφος 6α στον βασικό κανονισμό.

(117)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ο ίδιος ενωσιακός παραγωγός/χρήστης υποστήριξε περαιτέρω ότι είχε παράσχει σημαντικά στοιχεία από τις ίδιες τις εκθέσεις της Επιτροπής σχετικά με τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου τα οποία αποδεικνύουν ότι το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας και του ΥΦΑ στην Κίνα είναι υψηλότερο σε σχέση με τα κράτη μέλη της ΕΕ και ότι ήταν υψηλότερο στην Κίνα κατά τα έτη 2018 και 2019. Στο πλαίσιο αυτό, ο ενωσιακός παραγωγός/χρήστης ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία, αλλά αντίθετα είχε αντιστρέψει το βάρος της απόδειξης επισημαίνοντας ότι καμία από τις κινεζικές εταιρείες δεν απέδειξε πως το κόστος τους δεν ήταν στρεβλωμένο. Εν προκειμένω, ο ενωσιακός παραγωγός/χρήστης υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν απαλλάσσεται από το βάρος της απόδειξης επειδή επικαλείται ως επί το πλείστον την έκθεση η οποία, σε κάθε περίπτωση, βασίζεται σε ιστορικά στοιχεία προ της περιόδου έρευνας τα οποία δεν καλύπτουν ειδικά τον τομέα των PVA και δεν λαμβάνουν υπόψη το πόρισμα της Επιτροπής ότι οι κινεζικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου και πετρελαίου είναι υψηλότερες από τις αντίστοιχες τιμές στα κράτη μέλη της ΕΕ.

(118)

Σε απάντηση στα επιχειρήματα του ενωσιακού παραγωγού/χρήστη, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού δεν συναρτάται προς τις απόλυτες ή σχετικές τιμές ορισμένων εισροών, όπως η ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο ή το πετρέλαιο. Αντ’ αυτού, το σχετικό κριτήριο για τη διαπίστωση της ύπαρξης σημαντικών στρεβλώσεων είναι αν οι κοινοποιηθείσες τιμές ή το κόστος, συμπεριλαμβανομένου του κόστους των πρώτων υλών και της ενέργειας, δεν οφείλονται στις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς επειδή επηρεάζονται από σημαντική κρατική παρέμβαση. Η Επιτροπή διενήργησε την αξιολόγηση που περιγράφεται στα τμήματα 3.1.1.2 έως 3.1.1.9 κατωτέρω και, με βάση την ανάλυση αυτή, κατέληξε στο συμπέρασμα, στο τμήμα 3.1.1.10, ότι δεν ενδείκνυται η χρήση των εγχώριων τιμών και του εγχώριου κόστους για τον καθορισμό της κανονικής αξίας. Η Επιτροπή υπενθυμίζει επίσης ότι, όταν οι τιμές και το κόστος επηρεάζονται από σημαντικές στρεβλώσεις, το εγχώριο κόστος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πηγή για την κατασκευή της κανονικής αξίας μόνο στον βαθμό που διαπιστώνεται σαφώς, με βάση ακριβή και κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία, ότι αυτό δεν είναι αποτέλεσμα στρεβλώσεων. Ωστόσο, όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 108, δεν υπάρχουν ακριβή και κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία προς τούτο. Συνεπώς, το επιχείρημα του ενωσιακού παραγωγού/χρήστη ότι η Επιτροπή αντέστρεψε το βάρος της απόδειξης πρέπει να απορριφθεί.

(119)

Σε άλλο επιχείρημα που προέβαλε κατά την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ο ενωσιακός παραγωγός/χρήστης ισχυρίστηκε ότι ο τρόπος με τον οποίον η Επιτροπή κατασκεύασε την κανονική αξία είναι παράνομος, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις απαιτήσεις της τελευταίας περιόδου του άρθρου 2.2 της ΣΑ. Αναφερόμενος στη διαφορά ΕΕ-Βιοντίζελ (Αργεντινή), ο ενωσιακός παραγωγός/χρήστης υποστήριξε ότι, όταν βασίζεται σε στοιχεία εκτός χώρας για να καθορίσει το κόστος παραγωγής, η Επιτροπή υποχρεούται να διασφαλίζει ότι τα εν λόγω στοιχεία χρησιμοποιούνται για να καθοριστεί το κόστος παραγωγής στη χώρα καταγωγής. Ωστόσο, η Επιτροπή αντικατέστησε απλώς το κόστος παραγωγής/εισροών των κινεζικών παραγωγών-εξαγωγέων PVA με το τουρκικό κόστος, χωρίς να προβεί στις σχετικές προσαρμογές. Ως αποτέλεσμα, το κόστος των πρώτων υλών διογκώθηκε, καθώς, αφενός, η Επιτροπή πρόσθεσε το κόστος των εγχώριων μεταφορών, των διεθνών εμπορευματικών μεταφορών και της ασφάλισης, καθώς και τους εισαγωγικούς δασμούς από το τουρκικό κόστος αναφοράς και, αφετέρου, η Επιτροπή δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια να προσαρμόσει τις τουρκικές τιμές εισαγωγής ώστε να αντικατοπτρίζουν το κόστος παραγωγής στην Κίνα. Για να αποδείξει το εικαζόμενο διογκωμένο και παράλογο τουρκικό κόστος που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για να κατασκευάσει την κανονική αξία, ο ενωσιακός παραγωγός/χρήστης υποστηρίζει ότι αγοράζει ορισμένες πρώτες ύλες, όπως το οξικό οξύ ή ο γαιάνθρακας, στην αγορά της ΕΕ σε σημαντικά χαμηλότερη τιμή από τις τουρκικές τιμές αναφοράς που χρησιμοποίησε η Επιτροπή.

(120)

Την ίδια επιχειρηματολογία επανέλαβε ένας χρήστης ο οποίος, στην παρατήρησή του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, επισήμανε ότι η μέθοδος υπολογισμού της κανονικής αξίας που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στην υπόθεση ΕΕ-Βιοντίζελ (Αργεντινή) είναι παρόμοια με τη μεθοδολογία που περιγράφεται στο άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού και ότι, συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να απορρίψει την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου στη διαφορά ΕΕ-Βιοντίζελ (Αργεντινή) δηλώνοντας απλώς ότι το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού προστέθηκε αργότερα.

(121)

Απαντώντας στα επιχειρήματα του ενωσιακού παραγωγού/χρήστη, η Επιτροπή υπενθυμίζει καταρχάς, όπως έχει ήδη αναφερθεί στην αιτιολογική σκέψη 98 ανωτέρω, ότι η διαφορά DS473 ΕΕ-Βιοντίζελ (Αργεντινή) δεν αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού, που είναι η σχετική νομική βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας στην παρούσα έρευνα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α), η κανονική αξία στη χώρα καταγωγής θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την τιμή χωρίς στρεβλώσεις των πρώτων υλών στην αντιπροσωπευτική χώρα η οποία είναι, στην προκειμένη περίπτωση, η Τουρκία. Ως εκ τούτου, οι αναφορές του ενωσιακού παραγωγού/χρήστη στις δικές του τιμές αγοράς στην ΕΕ είναι άνευ σημασίας για τους σκοπούς της κατασκευής της κανονικής αξίας. Στο ίδιο πνεύμα, το επιχείρημα του ενωσιακού παραγωγού/χρήστη ότι η Επιτροπή δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια να προσαρμόσει τις τουρκικές τιμές εισαγωγής στο στρεβλωμένο κόστος παραγωγής στην Κίνα παραβλέπει το γεγονός ότι, δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α), η κανονική αξία πρέπει να αντικατοπτρίζει την τιμή χωρίς στρεβλώσεις των πρώτων υλών, με βάση τις πληροφορίες από την αντιπροσωπευτική χώρα. Το επιχείρημα του ενωσιακού παραγωγού/χρήστη ότι τα έξοδα των εγχώριων μεταφορών, των εμπορευματικών μεταφορών και της ασφάλισης και οι εισαγωγικοί δασμοί δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη επίσης πρέπει να απορριφθεί, όπως εξηγείται αναλυτικότερα στην αιτιολογική σκέψη 269.

(122)

Το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τις εγχώριες τιμές απλώς και μόνο επειδή η διάταξη του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού προστέθηκε μετά την απόφαση στη διαφορά ΕΕ-Βιοντίζελ (Αργεντινή) επίσης πρέπει να απορριφθεί. Όπως αναφέρθηκε ήδη στην αιτιολογική σκέψη 98, η διαφορά EU-Βιοντίζελ (Αργεντινή) δεν αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 6α. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εκτιμά ότι η απόφαση στη διαφορά ΕΕ-Βιοντίζελ (Αργεντινή) δεν είναι συναφής στην παρούσα υπόθεση, όχι λόγω της χρονικής στιγμής κατά την οποία προστέθηκε το άρθρο 2 παράγραφος 6α στον βασικό κανονισμό αλλά λόγω του διακριτού νομικού χαρακτήρα του. Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση EU-Βιοντίζελ (Αργεντινή) επιβεβαιώνει ότι υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες η κανονική αξία στη χώρα καταγωγής μπορεί να κατασκευαστεί με βάση πληροφορίες από αντιπροσωπευτική τρίτη χώρα.

(123)

Η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον ήταν σκόπιμο ή όχι να χρησιμοποιηθούν οι εγχώριες τιμές και το εγχώριο κόστος στη ΛΔΚ, λόγω της ύπαρξης σημαντικών στρεβλώσεων κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού. Η Επιτροπή το έπραξε με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία του φακέλου, συμπεριλαμβανομένων των αποδεικτικών στοιχείων που περιέχονται στην έκθεση, η οποία βασίζεται σε δημόσια διαθέσιμες πηγές. Η σχετική ανάλυση κάλυψε την εξέταση των ουσιαστικών κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία της ΛΔΚ εν γένει αλλά και τη συγκεκριμένη κατάσταση της αγοράς στον σχετικό τομέα, συμπεριλαμβανομένου του υπό εξέταση προϊόντος.

3.1.1.2.   Σημαντικές στρεβλώσεις που επηρεάζουν τις εγχώριες τιμές και το κόστος στη ΛΔΚ

(124)

Το κινεζικό οικονομικό σύστημα βασίζεται στην έννοια της «σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς». Η έννοια αυτή κατοχυρώνεται στο κινεζικό σύνταγμα και καθορίζει την οικονομική διακυβέρνηση της ΛΔΚ. Η βασική αρχή είναι η «σοσιαλιστική δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ήτοι η ιδιοκτησία από το σύνολο του λαού και η συλλογική ιδιοκτησία από τους εργαζομένους». Η κρατική οικονομία είναι η «ηγετική δύναμη της εθνικής οικονομίας» και το κράτος έχει την εντολή να «εξασφαλίζει την εδραίωση και την ανάπτυξή της» (12). Συνεπώς, η συνολική διάρθρωση της κινεζικής οικονομίας όχι μόνο επιτρέπει σημαντικές κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία, αλλά επιβάλλει ρητά παρεμβάσεις αυτού του είδους. Η έννοια της υπεροχής της δημόσιας ιδιοκτησίας έναντι της ιδιωτικής διαποτίζει ολόκληρο το νομικό σύστημα και τονίζεται ως γενική αρχή σε όλες τις κεντρικές νομοθετικές πράξεις. Το κινεζικό εμπράγματο δίκαιο αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα: αναφέρεται στο πρωταρχικό στάδιο του σοσιαλισμού και αναθέτει στο κράτος την προάσπιση του βασικού οικονομικού συστήματος, στο οποίο η δημόσια ιδιοκτησία κατέχει κυρίαρχο ρόλο. Άλλες μορφές ιδιοκτησίας είναι αποδεκτές και η νομοθεσία επιτρέπει να αναπτύσσονται παράλληλα με την κρατική ιδιοκτησία (13).

(125)

Επιπλέον, βάσει του κινεζικού δικαίου, η σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς αναπτύσσεται υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (στο εξής: ΚΚΚ). Οι δομές του κινεζικού κράτους και του ΚΚΚ είναι συνυφασμένες σε όλα τα επίπεδα (νομικό, θεσμικό, προσωπικό), διαμορφώνοντας ένα εποικοδόμημα στο οποίο οι ρόλοι του ΚΚΚ και του κράτους είναι αδύνατον να διακριθούν. Ύστερα από την τροποποίηση του κινεζικού συντάγματος τον Μάρτιο του 2018, ο ηγετικός ρόλος του ΚΚΚ τονίστηκε ακόμα περισσότερο στη διατύπωση του άρθρου 1 του συντάγματος. Μετά την ήδη προϋπάρχουσα πρώτη περίοδο της διάταξης: «[τ]ο σοσιαλιστικό σύστημα αποτελεί το βασικό σύστημα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας» προστέθηκε η ακόλουθη νέα δεύτερη περίοδος: «[τ]ο κυρίαρχο γνώρισμα του σοσιαλισμού με κινεζικά χαρακτηριστικά είναι η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας» (14). Το γεγονός αυτό αντανακλά τον αναμφισβήτητο και ολοένα αυξανόμενο έλεγχο του ΚΚΚ στο οικονομικό σύστημα της ΛΔΚ. Η εν λόγω ηγεσία και ο έλεγχος είναι εγγενή στο κινεζικό σύστημα και υπερβαίνουν την κατάσταση που είναι συνηθισμένη σε άλλες χώρες, όπου οι κυβερνήσεις ασκούν γενικό μακροοικονομικό έλεγχο εντός των ορίων του οποίου δρουν οι δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς.

(126)

Το κινεζικό κράτος ασκεί παρεμβατική οικονομική πολιτική για την επίτευξη στόχων οι οποίοι συμπίπτουν με την πολιτική ατζέντα που θέτει το ΚΚΚ αντί να αντικατοπτρίζουν τις κρατούσες οικονομικές συνθήκες σε μια ελεύθερη αγορά (15). Τα παρεμβατικά οικονομικά εργαλεία που χρησιμοποιούν οι κινεζικές αρχές είναι πολλαπλά, μεταξύ των οποίων το σύστημα βιομηχανικού προγραμματισμού, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς και το επίπεδο του ρυθμιστικού περιβάλλοντος.

(127)

Πρώτον, στο επίπεδο του συνολικού διοικητικού ελέγχου, η κατεύθυνση της κινεζικής οικονομίας καθορίζεται από ένα περίπλοκο σύστημα βιομηχανικού σχεδιασμού, το οποίο επηρεάζει όλες τις οικονομικές δραστηριότητες εντός της χώρας. Το σύνολο των εν λόγω σχεδίων καλύπτει ένα ολοκληρωμένο και περίπλοκο σύστημα τομέων και διατομεακών πολιτικών και είναι παρόν σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης. Τα σχέδια που υλοποιούνται σε επαρχιακό επίπεδο είναι λεπτομερή, ενώ τα εθνικά σχέδια θέτουν ευρύτερους στόχους. Τα σχέδια καθορίζουν επίσης τα μέσα στήριξης των σχετικών κλάδων/τομέων, καθώς και τα χρονοδιαγράμματα εντός των οποίων πρέπει να επιτυγχάνονται οι στόχοι. Ορισμένα σχέδια εξακολουθούν να περιλαμβάνουν συγκεκριμένους στόχους αποτελεσμάτων, ενώ αυτό αποτελούσε σύνηθες χαρακτηριστικό προηγούμενων κύκλων σχεδιασμού. Σύμφωνα με τα σχέδια, μεμονωμένοι βιομηχανικοί τομείς και/ή έργα επισημαίνονται ως (θετικές ή αρνητικές) προτεραιότητες σύμφωνα με τις προτεραιότητες της κυβέρνησης και τους αποδίδονται συγκεκριμένοι αναπτυξιακοί στόχοι (βιομηχανική αναβάθμιση, διεθνής επέκταση κ.λπ.). Οι οικονομικοί φορείς, ιδιωτικοί και κρατικοί, πρέπει να προσαρμόζουν αποτελεσματικά τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες σύμφωνα με την πραγματικότητα που επιβάλλει το σύστημα σχεδιασμού. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στον δεσμευτικό χαρακτήρα των σχεδίων αλλά και στο γεγονός ότι οι αρμόδιες κινεζικές αρχές σε όλα τα επίπεδα της κυβέρνησης τηρούν το σύστημα των σχεδίων και χρησιμοποιούν αναλόγως τις αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί, παρακινώντας έτσι τους οικονομικούς φορείς να συμμορφώνονται με τις προτεραιότητες που ορίζονται στα σχέδια (βλ. επίσης τμήμα 3.1.1.5 κατωτέρω) (16).

(128)

Δεύτερον, στο επίπεδο της κατανομής των χρηματοοικονομικών πόρων, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΛΔΚ κυριαρχούν οι εμπορικές τράπεζες κρατικής ιδιοκτησίας. Οι εν λόγω τράπεζες, κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της δανειοδοτικής τους πολιτικής, οφείλουν να ευθυγραμμίζονται με τους στόχους που θέτει η κυβέρνηση στον τομέα της βιομηχανικής πολιτικής αντί να αξιολογούν πρωτίστως τα οικονομικά πλεονεκτήματα ενός συγκεκριμένου έργου (βλ. επίσης τμήμα 3.1.1.8 κατωτέρω) (17). Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες συνιστώσες του κινεζικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως οι χρηματιστηριακές αγορές, οι αγορές ομολόγων, οι αγορές ιδιωτικών κεφαλαίων κ.λπ. Επίσης, αυτά τα τμήματα του χρηματοπιστωτικού τομέα, πλην του τραπεζικού τομέα, συστήνονται, θεσμικά και επιχειρησιακά, με τρόπο που δεν είναι προσανατολισμένος στη μεγιστοποίηση της αποδοτικής λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, αλλά προς την κατεύθυνση της διασφάλισης του ελέγχου και της παρέμβασης του κράτους και του ΚΚΚ (18).

(129)

Τρίτον, στο επίπεδο του ρυθμιστικού περιβάλλοντος, οι παρεμβάσεις του κράτους στην οικονομία λαμβάνουν διάφορες μορφές. Για παράδειγμα, οι κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων χρησιμοποιούνται τακτικά για την επίτευξη στόχων πολιτικής διαφορετικών από την οικονομική αποδοτικότητα, πράγμα που υπονομεύει στον τομέα αυτόν την εφαρμογή αρχών που βασίζονται στην αγορά. Η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένα ότι οι δημόσιες συμβάσεις θα πρέπει να συνάπτονται με τρόπο ώστε να διευκολύνεται η επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί από τις κρατικές πολιτικές. Ωστόσο, η φύση των στόχων αυτών παραμένει απροσδιόριστη, πράγμα που αφήνει ευρύ περιθώριο εκτίμησης στους φορείς λήψης αποφάσεων (19). Ομοίως, στον τομέα των επενδύσεων, η κινεζική κυβέρνηση διατηρεί σημαντικό έλεγχο και επιρροή στον προορισμό και το μέγεθος τόσο των κρατικών όσο και των ιδιωτικών επενδύσεων. Ο έλεγχος των επενδύσεων, καθώς και τα διάφορα κίνητρα, οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις που σχετίζονται με τις επενδύσεις, χρησιμοποιούνται από τις αρχές ως σημαντικό μέσο για την υποστήριξη των στόχων της βιομηχανικής πολιτικής, όπως η διατήρηση του κρατικού ελέγχου σε βασικούς τομείς ή η ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανίας (20).

(130)

Εν ολίγοις, το κινεζικό οικονομικό μοντέλο βασίζεται σε ορισμένα βασικά αξιώματα, τα οποία προβλέπουν και ενθαρρύνουν πολλαπλές κρατικές παρεμβάσεις. Αυτές οι σημαντικές κρατικές παρεμβάσεις αντιβαίνουν στον ελεύθερο ανταγωνισμό των δυνάμεων της αγοράς, με αποτέλεσμα τη στρέβλωση της αποτελεσματικής κατανομής των πόρων σύμφωνα με τις αρχές της αγοράς (21).

3.1.1.3.   Σημαντικές στρεβλώσεις σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) πρώτη περίπτωση του βασικού κανονισμού: η υπό εξέταση αγορά εξυπηρετείται σε σημαντικό βαθμό από επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό την ιδιοκτησία, τον έλεγχο ή την πολιτική εποπτεία ή καθοδήγηση των αρχών της χώρας εξαγωγής

(131)

Στη ΛΔΚ, οι επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό την ιδιοκτησία, τον έλεγχο και/ή την πολιτική εποπτεία ή καθοδήγηση του κράτους αντιπροσωπεύουν σημαντικό τμήμα της οικονομίας.

(132)

Η κινεζική κυβέρνηση και το ΚΚΚ διατηρούν δομές που εξασφαλίζουν τη συνεχή επιρροή τους στις επιχειρήσεις και ιδίως στις κρατικές επιχειρήσεις. Το κράτος (και, από πολλές απόψεις, και το ΚΚΚ) όχι μόνο διαμορφώνει ενεργά και επιβλέπει την εφαρμογή των γενικών οικονομικών πολιτικών από μεμονωμένες κρατικές επιχειρήσεις, αλλά κάνει επίσης χρήση των δικαιωμάτων του να συμμετέχει στη διαδικασία λήψης επιχειρησιακών αποφάσεων από τις κρατικές επιχειρήσεις. Αυτό γίνεται συνήθως μέσω της εναλλαγής στελεχών μεταξύ κρατικών αρχών και κρατικών επιχειρήσεων, μέσω της παρουσίας μελών του κόμματος στα εκτελεστικά όργανα των κρατικών επιχειρήσεων και της ύπαρξης κομματικών πυρήνων στις επιχειρήσεις (βλ. επίσης τμήμα 3.1.1.4), καθώς και μέσω της διαμόρφωσης της εταιρικής δομής του τομέα των κρατικών επιχειρήσεων (22). Σε αντάλλαγμα, οι κρατικές επιχειρήσεις κατέχουν ιδιαίτερη θέση στην κινεζική οικονομία, η οποία συνεπάγεται ορισμένα οικονομικά οφέλη, και ιδίως την προστασία τους από τον ανταγωνισμό και την προτιμησιακή πρόσβασή τους στις σχετικές εισροές, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης (23).

(133)

Συγκεκριμένα, στον τομέα των PVA, εξακολουθεί να υφίσταται σημαντικός βαθμός ιδιοκτησίας από την κινεζική κυβέρνηση. Από τις εταιρείες του δείγματος, η Anhui Wan Wei High Tech Materials, η οποία ανήκει στον όμιλο Wan Wei, είναι κρατική επιχείρηση με ετήσια παραγωγική ικανότητα 350 000 τόνους/έτος, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 28 % της ονομαστικής εγχώριας παραγωγικής ικανότητας PVA και στο 40 % της πραγματικής παραγωγικής ικανότητας (24). Αποτελεί επίσης τον μεγαλύτερο παραγωγό PVA στην Κίνα, μαζί με τη Sinopec και την Inner Mongolia Shuangxin (25). Η Mengwei, άλλη μία εταιρεία που ανήκει στον όμιλο Wan Wei, προωθείται επί του παρόντος ώστε να καταστεί σημαντικός παραγωγός PVA στο πλαίσιο του έργου εκβιομηχάνισης της Εσωτερικής Μογγολίας. Σύμφωνα με τον ιστότοπο της Mengwei: «Η ετήσια παραγωγή του έργου ανέρχεται σε 200 000 τόνους οξικού βινυλίου (VAC) και 100 000 τόνους PVA, με συνολική επένδυση ύψους περίπου 1,5 δισεκατομμυρίων γιουάν, που αποτελεί το μεγαλύτερο εφάπαξ επενδυτικό έργο όσον αφορά την παραγωγική ικανότητα PVA στην Κίνα. […] Η εταιρεία σχεδιάζει να συνεχίσει με την επένδυση άνω των 7 δισεκατομμυρίων γιουάν κατά τη διάρκεια της περιόδου του “13ου πενταετούς προγράμματος” και να αναπτύξει στη συνέχεια μια γραμμή παραγωγής 100 000 τόνων PVA, […] Έως τότε θα έχει κτιστεί μια νέα σύγχρονη βιομηχανική πόλη στην όμορφη γη της Εσωτερικής Μογγολίας (26)

(134)

Ο όμιλος Sinopec αποτελεί μία ακόμη σημαντική κινεζική κρατική επιχείρηση και παραγωγό PVA. Η Chongqing Chuanwei Chemical Co., Ltd., με παραγωγική ικανότητα 160 000 τόνους πολυβινυλικής αλκοόλης ετησίως (27), δημιουργήθηκε ως επίσημο έργο της κυβέρνησης της Κίνας: «Οι κατασκευαστικές εργασίες του έργου ξεκίνησαν στις 17 Απριλίου 2009 και το Υπουργείο Βιομηχανίας και Τεχνολογίας των Πληροφοριών το χαρακτήρισε ως βασικό κατασκευαστικό έργο για την τόνωση της εγχώριας ζήτησης (28)

(135)

Η τρίτη εταιρεία του δείγματος, η Inner Mongolia Shuangxin, παρότι είναι ιδιωτική επιχείρηση, διατηρεί κρατικούς δεσμούς μέσω του κομματικού οργανισμού (βλ. αιτιολογική σκέψη 140).

(136)

Με το υψηλό επίπεδο κρατικής παρέμβασης στον κλάδο παραγωγής PVA και το υψηλό ποσοστό κρατικών επιχειρήσεων στον κλάδο, παρακωλύεται ακόμη και η λειτουργία των ιδιωτικών επιχειρήσεων παραγωγής υπό συνθήκες της αγοράς. Πράγματι, τόσο οι δημόσιες όσο και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις στον κλάδο των PVA υπόκεινται επίσης σε πολιτική εποπτεία και καθοδήγηση, όπως ορίζεται στο τμήμα 3.1.1.5 κατωτέρω.

3.1.1.4.   Σημαντικές στρεβλώσεις σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) δεύτερη περίπτωση του βασικού κανονισμού: η κρατική παρουσία σε επιχειρήσεις δίνει τη δυνατότητα στο κράτος να παρεμβαίνει στις τιμές ή το κόστος

(137)

Εκτός από την άσκηση ελέγχου στην οικονομία μέσω της ιδιοκτησίας των κρατικών επιχειρήσεων και άλλων μέσων, η κινεζική κυβέρνηση είναι σε θέση να παρεμβαίνει στις τιμές και το κόστος μέσω της κρατικής παρουσίας στις επιχειρήσεις. Ενώ το δικαίωμα των αρμόδιων κρατικών αρχών να διορίζουν και να απομακρύνουν βασικά διευθυντικά στελέχη των κρατικών επιχειρήσεων, το οποίο προβλέπεται από την κινεζική νομοθεσία, μπορεί να θεωρηθεί ότι αντικατοπτρίζει τα αντίστοιχα δικαιώματα ιδιοκτησίας (29), οι πυρήνες του ΚΚΚ τόσο στις κρατικές όσο και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις αποτελούν έναν ακόμη σημαντικό δίαυλο μέσω του οποίου το κράτος μπορεί να παρεμβαίνει στις επιχειρηματικές αποφάσεις. Σύμφωνα με το εταιρικό δίκαιο της ΛΔΚ, σε κάθε εταιρεία συστήνεται ένας οργανισμός του ΚΚΚ (με τουλάχιστον τρία μέλη του ΚΚΚ, όπως ορίζεται στον καταστατικό χάρτη του ΚΚΚ (30)) και η εταιρεία παρέχει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τις δραστηριότητες του κομματικού οργανισμού. Στο παρελθόν, η συγκεκριμένη απαίτηση φαίνεται να μην είχε τηρηθεί ή εφαρμοστεί αυστηρά σε όλες τις περιπτώσεις. Ωστόσο, τουλάχιστον από το 2016, το ΚΚΚ ενίσχυσε την απαίτησή του για έλεγχο των επιχειρηματικών αποφάσεων στις κρατικές επιχειρήσεις ως ζήτημα πολιτικής αρχής. Αναφέρεται επίσης ότι το ΚΚΚ ασκεί πιέσεις στις ιδιωτικές εταιρείες προκειμένου να θέτουν ως προτεραιότητα τον «πατριωτισμό» και να ακολουθούν την κομματική πειθαρχία (31). Το 2017 αναφέρθηκε ότι στο 70 % των περίπου 1,86 εκατομμυρίων ιδιωτικών εταιρειών υπήρχαν κομματικοί πυρήνες, οι οποίοι ασκούσαν ολοένα και μεγαλύτερη πίεση ώστε οι οργανώσεις του ΚΚΚ να έχουν τον τελικό λόγο όσον αφορά τις επιχειρηματικές αποφάσεις στις αντίστοιχες εταιρείες τους (32). Οι εν λόγω κανόνες έχουν γενική εφαρμογή σε ολόκληρη την κινεζική οικονομία, σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των PVA και των προμηθευτών των εισροών τους.

(138)

Ειδικά στον κλάδο των PVA, όπως επισημάνθηκε ήδη, πολλοί από τους παραγωγούς PVA ανήκουν στο κράτος. Η Mengwei του ομίλου Wan Wei, η οποία συμπεριλαμβανόταν στο δείγμα, υπόκειται στην κρατική επιτροπή εποπτείας και διαχείρισης κρατικής περιουσίας (SASAC), για παράδειγμα το έργο της όσον αφορά την παραγωγή PVA περιγράφεται με τον ακόλουθο τρόπο: «Η φάση II του ειδικού έργου παραγωγής 100 000 τόνων/έτος ρητινών πολυβινυλικής αλκοόλης της Mengwei και […] είναι τα έργα άντλησης χρηματοδοτικών πόρων που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα της εταιρείας με τίτλο “Σχέδιο για τις μετοχές Α της μη δημόσιας αναπτυξιακής τράπεζας το 2015”. Τα έργα αυτά εγκρίθηκαν από την κρατική επιτροπή εποπτείας και διαχείρισης κρατικής περιουσίας της Λαϊκής Κυβέρνησης της Επαρχίας Anhui (επιστολή [2015] 599): “Έγκριση θεμάτων σχετικών με το μετοχικό κεφάλαιο της μη δημόσιας αναπτυξιακής τράπεζας της Anhui Wan Wei high tech materials Co., Ltd”, όπως εγκρίθηκαν επίσης από την πρώτη έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων του 2015» (33). Επιπλέον, η Wan Wei υπόκειται σε δραστηριότητες κομματικής οικοδόμησης: «Όσον αφορά την οικοδόμηση της κομματικής γραμμής και της καθαρής διακυβέρνησης στο επόμενο στάδιο, ο Wu Shangyi, επικεφαλής της επιτροπής επιθεώρησης πειθαρχίας της ανώνυμης εταιρείας, επισήμανε ότι πρέπει να γίνει επακριβώς αντιληπτή η κατάσταση της οικοδόμησης της κομματικής γραμμής, […] να δοθεί έμφαση στις τρέχουσες κεντρικές εργασίες για τη μεταρρύθμιση και την ανάπτυξη της Anhui, με την οικοδόμηση της γραμμής ως κύριο άξονα, και να δημιουργηθεί επιπλέον ένα καθαρό και σωστό εταιρικό περιβάλλον για την παροχή ισχυρών εγγυήσεων πειθαρχίας για την υψηλής ποιότητας ανάπτυξη της εταιρείας του ομίλου. Ο Tang Xiaohong, αναπληρωτής γραμματέας της Επιτροπής Επιθεώρησης Πειθαρχίας της εταιρείας του ομίλου, δήλωσε τα εξής: […] ενεργός προώθηση της εφαρμογής της κομματικής γραμμής και της καθαρής διακυβέρνησης […]» (34).

(139)

Η Sinopec, ακόμη μία εταιρεία του δείγματος στο πλαίσιο της έρευνας, είναι επίσης κρατική επιχείρηση και υπογραμμίζει την προσήλωσή της στις κομματικές αρχές σε διάφορες περιστάσεις. Σύμφωνα με τον ιστότοπο της Sinopec: «Το 2018 η εταιρεία τέθηκε υπό την καθοδήγηση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας της νέας εποχής του Xi Jinping, με κινεζικά χαρακτηριστικά και το πνεύμα του 19ου Εθνικού Συνεδρίου του Κόμματος, εφάρμοσε πλήρως τις γενικές απαιτήσεις κομματικής οικοδόμησης στη νέα εποχή, εστίασε στενά στη στρατηγική ανάπτυξης για την οικοδόμηση μιας επιχείρησης παγκόσμιου κύρους, και με γνώμονα την πολιτική οικοδόμηση. Δυναμική ενίσχυση της ανάπτυξης ικανοτήτων των κομματικών επιτροπών των εταιρειών άμεσης ιδιοκτησίας για τη διαχείριση της συνολικής κατάστασης, δυναμική εφαρμογή του σχεδίου οργανωτικής βελτίωσης της κομματικής οργάνωσης βάσης, δυναμική προώθηση της ζωτικότητας των επικεφαλής ομάδων και της επιχειρηματικότητας, συντονισμός και ενίσχυση όλων των εργασιών κομματικής οικοδόμησης και συνεχής βελτίωση της ποιότητας της κομματικής οικοδόμησης, με σκοπό την παροχή ισχυρών εγγυήσεων για την ανάπτυξη της Sinopec ως επιχείρησης παγκόσμιου κύρους με διεθνή ανταγωνιστικότητα. Προσήλωση στη μελέτη, την προπαγάνδα και την υλοποίηση της νέας εποχής του σοσιαλισμού του Xi Jinping, με κινεζικά χαρακτηριστικά και το πνεύμα του 19ου Εθνικού Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος ως πρωταρχικό πολιτικό καθήκον, και έγκριση ευρέος φάσματος μεθόδων, όπως η περιήγηση, η ειδική κατάρτιση και η διοργάνωση θεματικών Ημερών του Κόμματος για την προώθηση της μάθησης, του στοχασμού και της πρακτικής. Η ενότητα, η εκπαίδευση και η καθοδήγηση των μελών και των στελεχών του κόμματος εξακολουθούν ενισχύουν τη συνείδηση και την αίσθηση της αποφασιστικής επίτευξης “δύο διασφαλίσεων”, καθώς και την έμπρακτη προσήλωση στο κόμμα με την ανάληψη πρακτικών δράσεων (35)».

(140)

Η Inner Mongolia Shuangxin παραθέτει στον ιστότοπό της τις κομματικές οικοδομικές δραστηριότητες με τον ακόλουθο τρόπο: «Η εταιρεία ίδρυσε κομματικό παράρτημα το 2005. Τον Μάιο του 2012 το τμήμα οργάνωσης της επιτροπής Otog Banner του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας ενέκρινε επίσημα την ίδρυση της κομματικής επιτροπής της Inner Mongolia Shuangxin Resources Holdings Co., Ltd. από την εταιρεία μας και συγκάλεσε το πρώτο συνέδριο των μελών του κόμματος. Οι αντίστοιχες θυγατρικές συγκρότησαν κομματική επιτροπή δευτέρου επιπέδου (με 5 κομματικά παραρτήματα υπό τη δικαιοδοσία τους), 2 γενικά κομματικά παραρτήματα (με 3 κομματικά παραρτήματα υπό τη δικαιοδοσία τους) και 3 κομματικά παραρτήματα (36)».

(141)

Η παρουσία και η παρέμβαση του κράτους στις χρηματοπιστωτικές αγορές (βλ. επίσης τμήμα 3.1.1.8 κατωτέρω), καθώς και στην παροχή πρώτων υλών και εισροών, έχουν περαιτέρω στρεβλωτική επίδραση στην αγορά (37). Συνεπώς, η κρατική παρουσία σε επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών επιχειρήσεων, στον τομέα των PVA και σε άλλους σχετικούς τομείς (όπως ο χρηματοπιστωτικός τομέας και ο τομέας των εισροών που εξετάζονται περαιτέρω στο τμήμα 3.1.1.7 κατωτέρω) παρέχουν στην κινεζική κυβέρνηση τη δυνατότητα να παρεμβαίνει όσον αφορά τις τιμές και το κόστος.

3.1.1.5.   Σημαντικές στρεβλώσεις σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) τρίτη περίπτωση του βασικού κανονισμού: οι δημόσιες πολιτικές ή τα μέτρα εισάγουν διακρίσεις υπέρ των εγχώριων προμηθευτών ή επηρεάζουν με άλλον τρόπο τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς

(142)

Η κατεύθυνση της κινεζικής οικονομίας καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από ένα περίπλοκο σύστημα σχεδιασμού, που καθορίζει τις προτεραιότητες και θέτει τους στόχους στους οποίους θα πρέπει να εστιαστούν η κεντρική και οι τοπικές κυβερνήσεις. Σχετικά σχέδια υφίστανται σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης και καλύπτουν σχεδόν όλους τους οικονομικούς τομείς. Οι στόχοι που καθορίζονται από τα μέσα σχεδιασμού είναι δεσμευτικοί και οι αρχές σε κάθε διοικητικό επίπεδο παρακολουθούν την εφαρμογή των σχεδίων από το αντίστοιχο χαμηλότερο επίπεδο διακυβέρνησης. Συνολικά, το σύστημα σχεδιασμού στη ΛΔΚ έχει ως αποτέλεσμα τη διοχέτευση των πόρων σε τομείς που χαρακτηρίζονται στρατηγικοί ή πολιτικά σημαντικοί από την κυβέρνηση και όχι την κατανομή τους σύμφωνα με τις δυνάμεις της αγοράς (38).

(143)

Η κινεζική κυβέρνηση θεωρεί σημαντικό τον κλάδο των PVA. Αυτό επιβεβαιώνεται σε διάφορα σχέδια, οδηγίες και άλλα έγγραφα που επικεντρώνονται στον τομέα των χημικών και των PVA ειδικότερα, τα οποία εκδίδονται σε εθνικό, περιφερειακό επίπεδο και σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις κατωτέρω.

(144)

Οι PVA αναφέρονται στην απόφαση της εθνικής επιτροπής ανάπτυξης και μεταρρύθμισης (NDRC) σχετικά με τις διατάξεις για την τροποποίηση του «Καταλόγου κατευθυντήριων γραμμών για τη βιομηχανική αναδιάρθρωση» (έκδοση του 2011) (39) (που ίσχυε κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας). Οι PVA περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο σχετικά με τους προωθούμενους τομείς: «19-Ελαφρά βιομηχανία: 14: Νέα υλικά συσκευασίας, όπως επιμεταλλωμένο αργίλιο σε κενό, προϊόντα ψεκασμού οξειδίου του πυριτίου, μεμβράνες PVA τύπου επιχρίσματος, λειτουργικές μεμβράνες πολυεστέρα (PET), μεμβράνες προσανατολισμένου πολυστυρολίου (OPS), προϊόντα εξώθησης ή ενώσεις πολλαπλών επιστρώσεων με βάση το χαρτί ή πλαστικές ύλες.»· επιπλέον, αναφέρεται στο κεφάλαιο σχετικά με τους υπό περιορισμό τομείς: «Κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα: 13: Υιοθέτηση τεχνολογίας και προϊόντων επίστρωσης με πολυβινυλικές αλκοόλες (PVA) σε υγρή μορφή (πολυεστερικά και βαμβακερά προϊόντα, εκτός των προϊόντων από καθαρό βαμβάκι με μεγάλο αριθμό νημάτων και υψηλή πυκνότητα)», καθώς και στο κεφάλαιο σχετικά με τους υπό περιορισμό ή υπό εξάλειψη τομείς/ προϊόντα οικονομικά απαξιωμένα: «Πολυβινυλική αλκοόλη και οι ακετάλες της για εσωτερικούς και εξωτερικούς τοίχους (106, 107 επιχρίσματα κ.λπ.)». Οι περιπτώσεις αυτές καταδεικνύουν ότι η κυβέρνηση της Κίνας καθοδηγεί τον κλάδο παραγωγής PVA και τη χρήση των PVA στους διάφορους τομείς.

(145)

Στο μεταξύ, ο κατάλογος κατευθυντήριων γραμμών επικαιροποιήθηκε και στη νέα έκδοση, η οποία ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2020 (40), φαίνεται ότι οι PVA αποτελούν επίσης προωθούμενο τομέα: «Ελαφρά βιομηχανία 11: Νέα υλικά συσκευασίας, όπως επιμεταλλωμένο αργίλιο σε κενό, προϊόντα ψεκασμού οξειδίου του πυριτίου, μεμβράνες PVA τύπου επιχρίσματος, προϊόντα εξώθησης ή ενώσεις πολλαπλών επιστρώσεων με βάση πλαστικές ύλες». Για τους υπό περιορισμό και υπό εξάλειψη κλάδους παραγωγής, η νέα έκδοση του καταλόγου κατευθυντήριων γραμμών είναι πανομοιότυπη με την έκδοση που περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 144 ανωτέρω.

(146)

Στο πρόγραμμα βιομηχανικού μετασχηματισμού και αναβάθμισης της Inner Mongolia Wuhai και των περιχώρων της για την περίοδο 2016-2020 (41) γίνεται αναφορά στις PVA στο τμήμα IV.2: «ευγενείς χημικές ουσίες: - πλήρης αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων βασικών χημικών βιομηχανιών, όπως χλωρο-αλκάλια, οπτάνθρακας και οργανικό πυρίτιο, - προώθηση οριζόντιων συνδέσεων μεταξύ των κλάδων παραγωγής και κάθετη επέκταση της βιομηχανικής αλυσίδας, - δυναμική ανάπτυξη προϊόντων εις βάθος επεξεργασίας, όπως βουτανοδιόλη-1,4, PVA, - προώθηση προϊόντων όπως φάρμακα, φυτοφάρμακα και συνθετικές βαφές, οργανικές βαφές, χρώματα, λειτουργικά πολυμερή υλικά, - δημιουργία ενός νέου κλάδου παραγωγής-πυλώνα», καθώς και στο τμήμα VII.2: «[ε]νεργός στήριξη επιχειρήσεων για την ανάπτυξη διεθνούς συνεργασίας όσον αφορά την παραγωγική ικανότητα, - ενθάρρυνση της παραγωγής συγκεκριμένων ανταγωνιστικών προϊόντων, όπως τσιμέντο, οπτάνθρακας, πολυβινυλοχλωρίδιο, τεχνολογιών, καθώς και εξοπλισμού, ώστε να αναδειχθούν, - διερεύνηση και ανάπτυξη διεθνών αγορών».

(147)

Κατά την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένα ενδιαφερόμενο μέρος, συγκεκριμένα η Wacker, υποστήριξε ότι οι PVA δεν είναι προωθούμενος κλάδος παραγωγής και τόνισε ότι η ίδια η Επιτροπή αναφέρει στα αντίστοιχα δεύτερα πορίσματά της στις αιτιολογικές σκέψεις 144 και 145 ότι οι PVA περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο των υπό περιορισμό κλάδων παραγωγής. Επί τη βάσει αυτή, η Wacker υποστηρίζει ότι οι κινεζικοί κλάδοι παραγωγής PVA δεν μπορούν να επωφεληθούν από οποιεσδήποτε υποτιθέμενες επιδοτήσεις ή στήριξη, οι οποίες χορηγούνται μόνο σε προωθούμενους κλάδους παραγωγής. Συνεπώς, κατά την άποψη της Wacker, η εκτίμηση της Επιτροπής δεν βασίζεται σε πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία.

(148)

Ωστόσο, τα επιχειρήματα της Wacker πρέπει να απορριφθούν. Η σχετική ανάλυση βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) τρίτη περίπτωση του βασικού κανονισμού δεν περιλαμβάνει εκτίμηση του αν οι εγχώριοι παραγωγοί του ομοειδούς προϊόντος λαμβάνουν κρατική στήριξη. Αντίθετα, η ανάλυση εξετάζει αν οι δημόσιες πολιτικές ή τα μέτρα εισάγουν διακρίσεις υπέρ των εγχώριων προμηθευτών ή επηρεάζουν με άλλον τρόπο τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, η καταχώριση των PVA μεταξύ των υπό περιορισμό κλάδων παραγωγής αποδεικνύει την επικράτηση αυτών των δημόσιων πολιτικών κατά τον ίδιο τρόπο με την καταχώρισή τους μεταξύ των προωθούμενων κλάδων παραγωγής, δεδομένου ότι η ίδια η ύπαρξη αυτών των καταλόγων καταδεικνύει σαφώς την παρέμβαση της κινεζικής κυβέρνησης στις δυνάμεις της αγοράς. Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή επισήμανε τελικά στην αιτιολογική σκέψη 144 ότι η κινεζική κυβέρνηση καθοδηγεί τον κλάδο παραγωγής PVA, καθώς η καθοδήγηση, αντί να περιορίζεται στη στήριξη, ενδέχεται να συνεπάγεται ευρύ φάσμα μέτρων, συμπεριλαμβανομένων περιορισμών.

(149)

Η κινεζική κυβέρνηση καθοδηγεί περαιτέρω την ανάπτυξη του τομέα σύμφωνα με ένα ευρύ φάσμα εργαλείων, για παράδειγμα με την παροχή επιδοτήσεων. Στην ετήσια έκθεση του ομίλου Wan Wei αναφέρονται διάφορες επιδοτήσεις ειδικά για τις PVA: στην ετήσια έκθεση του 2016 αναφέρονται -χρηματοδοτικοί πόροι ύψους 8,6 εκατ. RMB στο πλαίσιο του έργου τεχνικής μεταρρύθμισης όσον αφορά τις PVA (42), στην ετήσια έκθεση του 2017 αναφέρονται τα εξής: «Κατανομή χρηματοδοτικών πόρων στο πλαίσιο του έργου τεχνικής μεταρρύθμισης όσον αφορά τις PVA: 7,666 εκατ. RMB, εκπτώσεις επιτοκίου σε δάνεια ύψους 2,819 εκατ. RMB για την τεχνική ανανέωση υλικών PVA για την παραγωγή μελάσας αποβλήτων (43)», καθώς και «Κατανομή χρηματοδοτικών πόρων ύψους 958 333 RMB στο πλαίσιο του έργου τεχνολογικού μετασχηματισμού όσον αφορά τις PVA» (44). Το 2018 η εταιρεία έλαβε 5,7 εκατ. RMB, υπό τη μορφή κατανομής χρηματοδοτικών πόρων στο πλαίσιο του έργου τεχνικής μεταρρύθμισης όσον αφορά τις PVA, και 2,8 εκατ. RMB, υπό τη μορφή εκπτώσεων επιτοκίου στο πλαίσιο των έργων τεχνολογικού μετασχηματισμού όσον αφορά τις PVA (45). Στην ετήσια έκθεση του 2019 αναφέρεται κατανομή πόρων ύψους 0,958 εκατ. RMB στο πλαίσιο του έργου τεχνολογικής μεταρρύθμισης όσον αφορά τις PVA (46).

(150)

Διαπιστώνονται επίσης διάφορες στρεβλώσεις στις κύριες πρώτες ύλες για την παραγωγή PVA, όπως ο γαιάνθρακας, το φυσικό αέριο, το ανθρακασβέστιο, το οξικό οξύ και ο ασβεστόλιθος. Ο γαιάνθρακας υπόκειται σε διάφορα προγράμματα και άλλα έγγραφα, όπως το 13ο πενταετές πρόγραμμα για τους ορυκτούς πόρους σε εθνικό επίπεδο, καθώς και σε προγράμματα τοπικού επιπέδου, όπως το πρόγραμμα ανάπτυξης της ανθρακοβιομηχανίας στην επαρχία Hebei (47). Η ανθρακοβιομηχανία αποτελεί σημαντικό αποδέκτη επιδοτήσεων στην Κίνα, γεγονός που συνεπάγεται πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και στρεβλώσεις των τιμών (48). Το φυσικό αέριο αποτελεί επίσης αντικείμενο διαφόρων προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένου του 13ου πενταετούς προγράμματος για τους ορυκτούς πόρους σε εθνικό επίπεδο, αλλά και προγραμμάτων τοπικού επιπέδου, όπως το πρόγραμμα ανάπτυξης φυσικού αερίου στην επαρχία Hebei. Η παραγωγή ανθρακασβεστίου υπόκειται σε προτιμησιακό ηλεκτρικό τέλος σε ορισμένες επαρχίες, όπως η Chongqing και η Shaangxi (49). Υπόκειται επίσης στο 13ο πενταετές πρόγραμμα για την πετροχημική και χημική βιομηχανία. Το οξικό οξύ υπόκειται στον κατάλογο κατευθυντήριων γραμμών για τη βιομηχανική αναδιάρθρωση της NDRC, στον οποίο καθορίζονται λεπτομερείς κανόνες για διάφορους κλάδους παραγωγής. Το οξικό οξύ περιλαμβάνεται στον περιοριστικό κατάλογο πετροχημικών ουσιών: «καπρολακτάμη ή αιθυλένιο/οξικό οξύ, με ετήσια παραγωγή μικρότερη από 100 000 τόνους, οξικό οξύ από οξοσύνθεση ή μεθανόλη από φυσικό αέριο, με ετήσια παραγωγή μικρότερη από 300 000 τόνους» (50). Βάσει αυτών και άλλων μέσων, οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή PVA υπόκεινται σε κρατική παρέμβαση.

(151)

Εν ολίγοις, η κινεζική κυβέρνηση έχει θεσπίσει μέτρα για να αναγκάσει τους οικονομικούς φορείς να συμμορφωθούν με τους στόχους της δημόσιας πολιτικής για τη στήριξη των προωθούμενων κλάδων παραγωγής. Τα εν λόγω μέτρα εμποδίζουν την κανονική λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς.

3.1.1.6.   Σημαντικές στρεβλώσεις σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) τέταρτη περίπτωση του βασικού κανονισμού: η έλλειψη, η μεροληπτική εφαρμογή ή η ανεπαρκής επιβολή των νομοθετικών διατάξεων σχετικά με τη χρεοκοπία, το εταιρικό ή το εμπράγματο δίκαιο

(152)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του φακέλου, το κινεζικό σύστημα πτώχευσης φαίνεται ανεπαρκές ως προς την επίτευξη των κύριων στόχων που έχει ορίσει, όπως τον δίκαιο διακανονισμό των απαιτήσεων και των οφειλών και τη διασφάλιση των νόμιμων δικαιωμάτων και συμφερόντων των πιστωτών και των οφειλετών. Αυτό φαίνεται να οφείλεται στο γεγονός ότι, ενώ το πτωχευτικό δίκαιο στη ΛΔΚ βασίζεται επίσημα σε παρόμοιες αρχές όπως τα αντίστοιχα δίκαια σε άλλες χώρες, το κινεζικό σύστημα χαρακτηρίζεται από συστηματικά ανεπαρκή επιβολή. Ο αριθμός των πτωχεύσεων παραμένει αξιοσημείωτα χαμηλός σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της χώρας, κυρίως επειδή η διαδικασία αφερεγγυότητας πάσχει από ορισμένες ελλείψεις οι οποίες στην πράξη λειτουργούν αποτρεπτικά όσον αφορά την υποβολή αίτησης για πτώχευση. Εξάλλου, ο ρόλος του κράτους στις διαδικασίες αφερεγγυότητας παραμένει ισχυρός και ενεργός, ασκώντας συχνά άμεση επιρροή στο αποτέλεσμα της διαδικασίας (51).

(153)

Επιπλέον, οι ελλείψεις του συστήματος δικαιωμάτων ιδιοκτησίας είναι ιδιαιτέρως εμφανείς σε σχέση με την ιδιοκτησία γης και τα δικαιώματα χρήσης γης στη ΛΔΚ (52). Όλες οι εκτάσεις ανήκουν στο κινεζικό κράτος (αγροτικές εκτάσεις συλλογικής ιδιοκτησίας και αστικές εκτάσεις κρατικής ιδιοκτησίας). Η κατανομή τους εναπόκειται αποκλειστικά στο κράτος. Υπάρχουν νομικές διατάξεις που αποσκοπούν στην κατανομή των δικαιωμάτων χρήσης γης με διαφάνεια και σε τιμές αγοράς, παραδείγματος χάρη με την εισαγωγή διαδικασιών υποβολής προσφορών. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες διατάξεις δεν τηρούνται τακτικά, καθώς ορισμένοι αγοραστές αποκτούν γη δωρεάν ή σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές της αγοράς (53). Επιπλέον, οι αρχές, κατά την κατανομή της γης, συχνά επιδιώκουν συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των οικονομικών σχεδίων (54).

(154)

Όπως και σε άλλους τομείς της κινεζικής οικονομίας, οι παραγωγοί PVA υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες των νομοθετικών διατάξεων σχετικά με τη χρεοκοπία, το εταιρικό ή το εμπράγματο δίκαιο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εν λόγω εταιρείες να υπόκεινται στις εκ των άνω προς τα κάτω στρεβλώσεις που προκύπτουν από τη μεροληπτική εφαρμογή ή την ανεπαρκή επιβολή του πτωχευτικού και του εμπράγματου δικαίου. Η παρούσα έρευνα δεν αποκάλυψε κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τις εν λόγω διαπιστώσεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε προκαταρκτικά στο συμπέρασμα ότι το πτωχευτικό και το εμπράγματο δίκαιο δεν λειτουργούν ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα να προκαλούνται στρεβλώσεις κατά τη διάσωση αφερέγγυων εταιρειών και κατά την παροχή δικαιωμάτων χρήσης γης στη ΛΔΚ. Οι εκτιμήσεις αυτές, με βάση τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, φαίνεται ότι ισχύουν πλήρως και στον τομέα των PVA.

(155)

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε μεροληπτική εφαρμογή ή ανεπαρκής επιβολή του πτωχευτικού και του εμπράγματου δικαίου στον τομέα των PVA, μεταξύ άλλων όσον αφορά το υπό εξέταση προϊόν.

3.1.1.7.   Σημαντικές στρεβλώσεις σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) πέμπτη περίπτωση του βασικού κανονισμού: οι μισθολογικές δαπάνες υφίστανται στρεβλώσεις

(156)

Στη ΛΔΚ δεν μπορεί να αναπτυχθεί πλήρως αγορακεντρικό μισθολογικό σύστημα, καθώς τα δικαιώματα των εργαζομένων και των εργοδοτών για συλλογική οργάνωση παρακωλύονται. Η ΛΔΚ δεν έχει επικυρώσει ορισμένες βασικές συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (στο εξής: ΔΟΕ), ιδίως αυτές που αφορούν το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις (55). Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, λειτουργεί μόνο μία συνδικαλιστική οργάνωση. Ωστόσο, η εν λόγω οργάνωση στερείται ανεξαρτησίας από τις κρατικές αρχές και η συμμετοχή της στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων παραμένει υποτυπώδης (56). Επιπλέον, η κινητικότητα του κινεζικού εργατικού δυναμικού περιορίζεται από το σύστημα καταχώρισης των νοικοκυριών, το οποίο δυσχεραίνει την πρόσβαση σε όλο το φάσμα παροχών κοινωνικής ασφάλισης και λοιπών παροχών για τους κατοίκους μιας συγκεκριμένης διοικητικής περιοχής. Κάτι τέτοιο έχει συνήθως ως αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι που δεν κατέχουν τη βεβαίωση εγγραφής τόπου διαμονής να βρίσκονται σε ευάλωτη θέση απασχόλησης και να λαμβάνουν χαμηλότερο εισόδημα σε σχέση με τους κατόχους της βεβαίωση εγγραφής τόπου διαμονής (57). Τα συγκεκριμένα πορίσματα οδηγούν στη στρέβλωση του μισθολογικού κόστους στη ΛΔΚ.

(157)

Δεν υποβλήθηκαν στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι ο τομέας των PVA δεν υπόκειται στο κινεζικό σύστημα εργατικού δικαίου που περιγράφεται. Συνεπώς, ο τομέας των PVA επηρεάζεται από τις στρεβλώσεις του μισθολογικού κόστους τόσο άμεσα (κατά την κατασκευή του υπό εξέταση προϊόντος ή της κύριας πρώτης ύλης για την παραγωγή του) όσο και έμμεσα (κατά την πρόσβαση σε κεφάλαια ή εισροές από εταιρείες που υπόκεινται στο ίδιο σύστημα εργασίας στη ΛΔΚ).

3.1.1.8.   Σημαντικές στρεβλώσεις σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) έκτη περίπτωση του βασικού κανονισμού: η πρόσβαση σε χρηματοδότηση παρέχεται από ιδρύματα που υλοποιούν στόχους δημόσιας πολιτικής ή που δεν ενεργούν ανεξάρτητα από το κράτος

(158)

Η πρόσβαση των επιχειρηματικών φορέων της ΛΔΚ σε κεφάλαια υπόκειται σε διάφορες στρεβλώσεις.

(159)

Πρώτον, το κινεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα χαρακτηρίζεται από την ισχυρή θέση των τραπεζών κρατικής ιδιοκτησίας (58), οι οποίες, κατά τη χορήγηση πρόσβασης σε χρηματοδότηση, λαμβάνουν υπόψη κριτήρια πέραν της οικονομικής βιωσιμότητας ενός έργου. Όπως και οι μη χρηματοπιστωτικές κρατικές επιχειρήσεις, οι τράπεζες εξακολουθούν να συνδέονται με το κράτος όχι μόνο μέσω της ιδιοκτησίας, αλλά και μέσω προσωπικών σχέσεων (τα ανώτατα στελέχη των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κρατικής ιδιοκτησίας διορίζονται τελικά από το ΚΚΚ) (59) και, όπως και οι μη χρηματοπιστωτικές κρατικές επιχειρήσεις, οι τράπεζες εφαρμόζουν τακτικά δημόσιες πολιτικές που σχεδιάζονται από την κυβέρνηση. Με τον τρόπο αυτόν, οι τράπεζες συμμορφώνονται με τη ρητή νομική υποχρέωση να αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους σύμφωνα με τις ανάγκες της εθνικής οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και υπό την καθοδήγηση των βιομηχανικών πολιτικών του κράτους (60). Το γεγονός αυτό επιδεινώνεται από τους πρόσθετους υφιστάμενους κανόνες, οι οποίοι κατευθύνουν τις χρηματοδοτήσεις σε τομείς που ορίζει η κυβέρνηση ως προωθούμενους ή σημαντικούς για άλλον λόγο (61).

(160)

Παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζεται πως διάφορες νομικές διατάξεις αναφέρονται στην ανάγκη σεβασμού της συνήθους τραπεζικής συμπεριφοράς και των κανόνων προληπτικής εποπτείας, όπως η ανάγκη εξέτασης της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, τα συντριπτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των συμπερασμάτων που διατυπώθηκαν στις έρευνες εμπορικής άμυνας, δείχνουν ότι οι εν λόγω διατάξεις διαδραματίζουν μόνο δευτερεύοντα ρόλο στην εφαρμογή των διαφόρων νομικών πράξεων.

(161)

Επιπλέον, οι αξιολογήσεις των ομολόγων και της πιστοληπτικής ικανότητας είναι συχνά στρεβλωμένες για διάφορους λόγους, μεταξύ άλλων, λόγω του γεγονότος ότι η εκτίμηση επικινδυνότητας επηρεάζεται από τη στρατηγική σημασία της επιχείρησης για την κινεζική κυβέρνηση και την ισχύ τυχόν σιωπηρής εγγύησης της κυβέρνησης. Οι εκτιμήσεις υποδηλώνουν σαφώς ότι οι κινεζικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας αντιστοιχούν συστηματικά σε χαμηλότερες διεθνείς αξιολογήσεις (62).

(162)

Το γεγονός αυτό επιδεινώνεται από τους πρόσθετους υφιστάμενους κανόνες, οι οποίοι κατευθύνουν τις χρηματοδοτήσεις σε τομείς που ορίζει η κυβέρνηση ως προωθούμενους ή σημαντικούς για άλλον λόγο (63). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον μεροληπτικό δανεισμό σε κρατικές επιχειρήσεις, μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες που έχουν καλές διασυνδέσεις και επιχειρήσεις κομβικών βιομηχανικών τομέων, γεγονός που υποδηλώνει ότι η διαθεσιμότητα κεφαλαίων και το κόστος τους δεν είναι ίσα για όλους τους φορείς που δραστηριοποιούνται στην αγορά.

(163)

Δεύτερον, το κόστος δανεισμού διατηρείται τεχνητά σε χαμηλά επίπεδα, για να τονωθεί η αύξηση των επενδύσεων. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει στην υπερβολική χρήση επενδύσεων κεφαλαίου με ακόμη χαμηλότερες αποδόσεις επενδύσεων. Αυτό αποδεικνύεται από την πρόσφατη αύξηση της εταιρικής μόχλευσης στον κρατικό τομέα παρά την αισθητή πτώση της κερδοφορίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι μηχανισμοί που λειτουργούν στο τραπεζικό σύστημα δεν ακολουθούν τις συνήθεις εμπορικές αντιδράσεις.

(164)

Τρίτον, παρά το γεγονός ότι επιτεύχθηκε απελευθέρωση των ονομαστικών επιτοκίων τον Οκτώβριο του 2015, οι ενδείξεις των τιμών εξακολουθούν να μην προκύπτουν από τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς, αλλά να επηρεάζονται από κυβερνητικές στρεβλώσεις. Πράγματι, το ποσοστό του δανεισμού με επιτόκιο ίσο ή χαμηλότερο από το επιτόκιο αναφοράς εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το 45 % του συνόλου του δανεισμού και η προσφυγή σε στοχευμένη πίστωση φαίνεται να έχει ενισχυθεί, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο ποσοστό αυξήθηκε σημαντικά από το 2015, παρά την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών. Τα τεχνητώς χαμηλά επιτόκια οδηγούν σε υποτιμολόγηση και, συνεπώς, σε υπερβολική χρησιμοποίηση κεφαλαίου.

(165)

Η συνολική αύξηση των πιστώσεων στη ΛΔΚ υποδηλώνει επιδείνωση της αποδοτικότητας της κατανομής κεφαλαίων, χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις για πιστωτική στενότητα που θα αναμενόταν σε ένα μη στρεβλωμένο περιβάλλον αγοράς. Κατά συνέπεια, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν ραγδαία κατά τα τελευταία έτη. Αντιμετωπίζοντας μια κατάσταση ολοένα αυξανόμενων επισφαλών χρεών, η κινεζική κυβέρνηση επέλεξε να αποφύγει τις αθετήσεις υποχρεώσεων. Ως εκ τούτου, τα ζητήματα των επισφαλών απαιτήσεων αντιμετωπίστηκαν με τη μετακύληση του χρέους, δημιουργώντας έτσι τις λεγόμενες εταιρείες «ζόμπι», ή με τη μεταβίβαση της κυριότητας του χρέους (π.χ. μέσω συγχωνεύσεων ή κεφαλαιοποίησης χρέους), χωρίς να αντιμετωπιστεί απαραίτητα το συνολικό πρόβλημα του χρέους ή να καταπολεμηθούν οι αιτίες του.

(166)

Ουσιαστικά, παρά τα πρόσφατα βήματα που έχουν γίνει για την ελευθέρωση της αγοράς, το εταιρικό πιστωτικό σύστημα στη ΛΔΚ επηρεάζεται από σημαντικές στρεβλώσεις που οφείλονται στον συνεχή διάχυτο ρόλο του κράτους στις κεφαλαιαγορές.

(167)

Δεν υποβλήθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο τομέας των PVA εξαιρείται από την προαναφερθείσα κρατική παρέμβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ως εκ τούτου, οι συνθήκες της αγοράς πλήττονται σοβαρά σε όλα τα επίπεδα από τη σημαντική κρατική παρέμβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

3.1.1.9.   Η συστημική φύση των περιγραφόμενων στρεβλώσεων

(168)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι στρεβλώσεις που περιγράφονται στην έκθεση ήταν χαρακτηριστικές για την κινεζική οικονομία. Από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι τα γεγονότα και τα χαρακτηριστικά του κινεζικού συστήματος, όπως περιγράφονται ανωτέρω στα τμήματα 3.1.1.1-3.1.1.5, καθώς και στο μέρος Α της έκθεσης, ισχύουν για ολόκληρη τη χώρα και όλους τους τομείς της οικονομίας. Το ίδιο ισχύει και για την περιγραφή των συντελεστών παραγωγής που αναφέρονται ανωτέρω στα τμήματα 3.1.1.6-3.1.1.8 και στο μέρος Β της έκθεσης.

(169)

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι κύριες πρώτες ύλες για την παραγωγή PVA είναι οι εξής: γαιάνθρακας, φυσικό αέριο και οξικό οξύ. Σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου, όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος προμηθεύονταν όλες τις εισροές τους από τη ΛΔΚ. Όταν οι παραγωγοί PVA αγοράζουν/προμηθεύονται τις εν λόγω εισροές, οι τιμές που καταβάλλουν (και οι οποίες καταγράφονται ως το κόστος τους) εκτίθενται σαφώς στις ίδιες συστημικές στρεβλώσεις που περιγράφηκαν προηγουμένως. Για παράδειγμα, οι προμηθευτές εισροών απασχολούν εργατικό δυναμικό που υπόκειται στις στρεβλώσεις. Μπορεί να δανειστούν χρήματα που υπόκεινται στις στρεβλώσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα / της κατανομής κεφαλαίων. Επιπλέον, υπόκεινται στο σύστημα σχεδιασμού που εφαρμόζεται σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης και σε όλους τους τομείς.

(170)

Κατά συνέπεια, οι εγχώριες τιμές πώλησης των PVA όχι μόνο δεν είναι κατάλληλες για χρήση κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, αλλά και το κόστος όλων των εισροών (συμπεριλαμβανομένων των πρώτων υλών, της ενέργειας, της γης, της χρηματοδότησης, της εργασίας κ.λπ.) αλλοιώνεται, επειδή η διαμόρφωση των τιμών τους επηρεάζεται από σημαντική κρατική παρέμβαση, όπως περιγράφεται στα μέρη Α και Β της έκθεσης. Πράγματι, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις που περιγράφονται σε σχέση με την κατανομή κεφαλαίων, γης, εργασίας, ενέργειας και πρώτων υλών εκτείνονται σε ολόκληρη τη ΛΔΚ. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι μια εισροή που παρήχθη στη ΛΔΚ συνδυάζοντας ένα φάσμα συντελεστών παραγωγής εκτίθεται σε σημαντικές στρεβλώσεις. Το ίδιο ισχύει για την εισροή της εισροής και ούτω καθεξής. Κατά την παρούσα έρευνα, δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία ή επιχειρήματα περί του αντιθέτου από την κινεζική κυβέρνηση ή από τους παραγωγούς-εξαγωγείς.

3.1.1.10.   Συμπέρασμα

(171)

Η ανάλυση που παρουσιάζεται στα τμήματα 3.1.1.2. έως 3.1.1.9, η οποία περιλαμβάνει εξέταση όλων των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την παρέμβαση της ΛΔΚ στην οικονομία της γενικότερα, καθώς και στον τομέα των PVA (συμπεριλαμβανομένου του υπό εξέταση προϊόντος), έδειξε ότι οι τιμές ή το κόστος του υπό εξέταση προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του κόστους των πρώτων υλών, της ενέργειας και της εργασίας, δεν αποτελούν αποτέλεσμα των δυνάμεων της ελεύθερης αγοράς, διότι επηρεάζονται από σημαντική κρατική παρέμβαση κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, όπως καταδεικνύεται από τον πραγματικό ή δυνητικό αντίκτυπο ενός ή περισσότερων από τα σχετικά στοιχεία που παρατίθενται εκεί. Σ’ αυτή τη βάση και ελλείψει οποιασδήποτε συνεργασίας από πλευράς της κινεζικής κυβέρνησης, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είναι σκόπιμο να χρησιμοποιηθούν οι εγχώριες τιμές και το κόστος για τον καθορισμό της κανονικής αξίας στη συγκεκριμένη περίπτωση.

(172)

Συνεπώς, η Επιτροπή προχώρησε στην κατασκευή της κανονικής αξίας αποκλειστικά βάσει του κόστους παραγωγής και πώλησης που αντικατοπτρίζει μη στρεβλωμένες τιμές ή δείκτες αναφοράς, ήτοι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, βάσει του αντίστοιχου κόστους παραγωγής και πώλησης σε κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, όπως αναφέρεται στο επόμενο τμήμα.

(173)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, η κινεζική κυβέρνηση υποστήριξε ότι δεν δόθηκε στους παραγωγούς-εξαγωγείς ερωτηματολόγιο για τις στρεβλώσεις της αγοράς. Σύμφωνα με την κινεζική κυβέρνηση, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σύγχυση των παραγωγών-εξαγωγέων σχετικά με το πεδίο κάλυψης του ζητήματος περί στρεβλώσεων της αγοράς, τα βασικά σημεία που έπρεπε να υποβάλουν προς εξέταση και τα αποδεκτά αποδεικτικά στοιχεία. Το γεγονός αυτό επηρέασε δυσμενώς τα νόμιμα δικαιώματα των κινεζικών εταιρειών και τους στέρησε τη δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων τους.

(174)

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τον ισχυρισμό αυτό. Η Επιτροπή σημειώνει καταρχάς ότι στις 30 Ιουλίου 2019 απεστάλη στην κινεζική κυβέρνηση ερωτηματολόγιο σχετικά με τις στρεβλώσεις της αγοράς. Η κινεζική κυβέρνηση δεν απάντησε στο εν λόγω ερωτηματολόγιο. Επιπλέον, τα ερωτηματολόγια αντιντάμπινγκ τα οποία απευθύνονται σε εξαγωγείς περιλαμβάνουν το σημείο στ.4, όπου εξηγείται με ποιον τρόπο θα μπορούσαν οι εξαγωγείς να καταδείξουν ότι δεν επηρεάζονται από σημαντικές στρεβλώσεις. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

3.1.2.   Αντιπροσωπευτική χώρα

3.1.2.1.   Γενικές παρατηρήσεις

(175)

Η επιλογή της αντιπροσωπευτικής χώρας βασίστηκε στα ακόλουθα κριτήρια:

επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης παρόμοιο με αυτό της ΛΔΚ. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή έλαβε υπόψη χώρες με ακαθάριστο εθνικό εισόδημα παρόμοιο με αυτό της ΛΔΚ σύμφωνα με τη βάση δεδομένων της Παγκόσμιας Τράπεζας (64),

παραγωγή του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας στη συγκεκριμένη χώρα (65),

διαθεσιμότητα των σχετικών δημόσιων δεδομένων στη συγκεκριμένη χώρα,

όταν υπάρχουν περισσότερες από μία πιθανές αντιπροσωπευτικές χώρες, προτιμάται, κατά περίπτωση, η χώρα με επαρκές επίπεδο κοινωνικής και περιβαλλοντικής προστασίας.

(176)

Όπως επεξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 46 έως 50, η Επιτροπή δημοσίευσε τρία σημειώματα για τον φάκελο (66) σχετικά με τις πηγές για τον καθορισμό της κανονικής αξίας.

3.1.2.2.   Επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης παρόμοιο με αυτό της ΛΔΚ

(177)

Στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας φαίνεται να παράγεται μόνο στην Ιαπωνία, τη Σιγκαπούρη, την Ταϊβάν και τις ΗΠΑ, καμία από τις οποίες δεν είναι χώρα με παρόμοιο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης με τη ΛΔΚ σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 175.

(178)

Δεδομένου ότι όλες οι χώρες στις οποίες υπάρχει παραγωγή PVA παρουσιάζουν διαφορετικό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης από ό,τι η ΛΔΚ, η Επιτροπή εξέτασε την παραγωγή ενός προϊόντος που υπάγεται στην ίδια γενική κατηγορία και/ή τομέα του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή επισήμανε ότι θα χρησιμοποιούσε την παραγωγή PVB, ενός παρόμοιου με τις PVA προϊόντος, προκειμένου να προσδιορίσει κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού.

(179)

Έτσι, στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, η Επιτροπή προσδιόρισε τις ακόλουθες τέσσερις χώρες όπου υπήρχε παραγωγή PVB: Βραζιλία, Μαλαισία, Μεξικό και Ταϊλάνδη. Οι χώρες αυτές θεωρούνται από την Παγκόσμια Τράπεζα ως χώρες με παρόμοιο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης με τη ΛΔΚ, δηλαδή κατατάσσονται όλες ως χώρες «μέσου-υψηλού εισοδήματος» με βάση το ακαθάριστο εθνικό εισόδημα (ΑΕΕ).

(180)

Τρεις παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος στη ΛΔΚ υπέβαλαν παρατηρήσεις μετά το σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019. Συμφώνησαν με την εκτίμηση ότι και οι τέσσερις χώρες που προσδιορίστηκαν από την Επιτροπή φαίνεται να έχουν παρόμοιο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης. Κατά την άποψή τους, ωστόσο, φαινόταν ότι η Μαλαισία βρισκόταν στην υψηλότερη βαθμίδα της κλίμακας οικονομικής ανάπτυξης και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να είναι λιγότερο αντιπροσωπευτική από ό,τι οι άλλες τρεις χώρες. Επισήμαναν επιπροσθέτως ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες τους, οι PVB δεν παράγονταν στη Βραζιλία, δεδομένου ότι η επιλεγμένη εταιρεία στην εν λόγω χώρα διέκοψε την παραγωγή PVB. Όσον αφορά, επιπλέον, την επάρκεια του επιπέδου κοινωνικής προστασίας, προστασίας των εργαζομένων και προστασίας του περιβάλλοντος, οι εν λόγω εξαγωγείς διατύπωσαν τις επιφυλάξεις τους ως προς τη Βραζιλία. Κατά την άποψή τους, από τις εξεταζόμενες χώρες, το Μεξικό παρουσιάζει το υψηλότερο επίπεδο συμμόρφωσης προς τους εργασιακούς κανόνες της ΔΟΕ. Κατά συνέπεια, θεώρησαν ότι το Μεξικό μπορούσε να συνιστά την πλέον κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα για τον καθορισμό της κανονικής αξίας από τις χώρες που προσδιορίζονταν στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019.

(181)

Ο βασικός κανονισμός δεν περιλαμβάνει καμία περαιτέρω απαίτηση περί επιλογής της χώρας με το πλησιέστερο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης με τη χώρα εξαγωγής. Επομένως, το γεγονός ότι μια χώρα μπορεί να διαθέτει πλησιέστερο ΑΕΕ από κάποια άλλη δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα κατά την επιλογή της κατάλληλης αντιπροσωπευτικής χώρας. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, το σχετικό κριτήριο από πλευράς οικονομικής ανάπτυξης είναι η ταξινόμηση ανώτερου-μεσαίου εισοδήματος από την Παγκόσμια Τράπεζα για τη σχετική περίοδο. Μέσω της συγκεκριμένης βάσης δεδομένων η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της επαρκή αριθμό δυνητικά κατάλληλων χωρών με παρόμοιο επίπεδο ανάπτυξης, προκειμένου να επιλέξει την καταλληλότερη πηγή μη στρεβλωμένου κόστους και τιμών. Καθώς και οι τέσσερις χώρες συμπεριλαμβάνονται στην ίδια κατηγορία της βάσης δεδομένων της Παγκόσμιας Τράπεζας, θεωρείται ότι όλες πληρούν το κριτήριο που ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του βασικού κανονισμού. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(182)

Η Επιτροπή έλαβε υπό σημείωση το γεγονός ότι δεν φαίνεται να υπάρχει παραγωγή PVB στη Βραζιλία. Λεπτομερέστερη ανάλυση της διαθεσιμότητας και της ποιότητας των οικονομικών δεδομένων για τις διάφορες εταιρείες στη Βραζιλία διενεργείται στο τμήμα 3.1.2.3 κατωτέρω.

(183)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με το επίπεδο της κοινωνικής προστασίας, της προστασίας των εργαζομένων και της προστασίας του περιβάλλοντος βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του βασικού κανονισμού, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστούν τα διαφορετικά επίπεδα προστασίας στις εν λόγω τέσσερις χώρες, όπως επεξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 221 κατωτέρω. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(184)

Όπως διευκρινίζεται περαιτέρω στις αιτιολογικές σκέψεις 188 και 208, βάσει των παρατηρήσεων σχετικά με το σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, η Τουρκία προστέθηκε στον κατάλογο των δυνητικών κατάλληλων αντιπροσωπευτικών χωρών. Η Τουρκία θεωρείται από την Παγκόσμια Τράπεζα ως χώρα με παρόμοιο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης με τη ΛΔΚ.

3.1.2.3.   Παραγωγή του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας στην αντιπροσωπευτική χώρα και διαθεσιμότητα των σχετικών δημόσιων δεδομένων στην αντιπροσωπευτική χώρα

α)   Επιλογή του παρόμοιου με τις PVA προϊόντος

(185)

Όπως διευκρινίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 177 και 178 ανωτέρω, στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, η Επιτροπή ενημέρωσε ότι σκοπεύει να θεωρήσει τις PVB ως παρόμοιο με τις PVA προϊόν προκειμένου να προσδιορίσει κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα για την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού. Τα ενδιαφερόμενα μέρη κλήθηκαν να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την επιλογή των PVB ως παρόμοιου με τις PVA προϊόντος.

(186)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με το σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, η καταγγέλλουσα προέβαλε το επιχείρημα ότι θα έπρεπε να γίνει διάκριση μεταξύ των μεμβρανών PVB και των ρητινών PVB και έκρινε ότι οι μεμβράνες PVB δεν μπορούν να θεωρηθούν κατάλληλο παρόμοιο προϊόν για τους ακόλουθους λόγους:

Οι μεμβράνες και οι ρητίνες PVB διαφέρουν μεταξύ τους από πλευράς δυνητικών εφαρμογών και φυσικών χαρακτηριστικών. Σε σύγκριση με τις ρητίνες, οι μεμβράνες PVB έχουν πολύ περιορισμένο αριθμό εφαρμογών.

Λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα του προϊόντος, οι μονάδες παραγωγής μεμβρανών PVB βρίσκονται συνήθως πλησίον των τελικών χρηστών προκειμένου να ελαχιστοποιούνται το κόστος πωλήσεων και οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη μεταφορά. Οι ρητίνες PVB, από την άλλη πλευρά, έχουν σαφώς ευρύτερο χαρτοφυλάκιο εφαρμογών και μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών και μεταφοράς σε διεθνές επίπεδο για πολλούς διαφορετικούς σκοπούς.

Δεδομένου ότι οι μεμβράνες PVB αποτελούν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι ρητίνες PVA και PVB, η διάρθρωση του κόστους των παραγωγών μεμβρανών PVB είναι επίσης διαφορετική.

(187)

Η καταγγέλλουσα προέβαλε το επιχείρημα ότι το οξικό πολυβινύλιο (στο εξής: PVAc) θα πρέπει να θεωρηθεί, αντιθέτως, κατάλληλο παρόμοιο προϊόν με βάση τις ομοιότητες που υπάρχουν στην παραγωγική διαδικασία των PVA και του PVAc. Συγκεκριμένα, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι, όπως και στην περίπτωση των PVA, το PVAc παραγόταν επίσης μέσω του πολυμερισμού του VAM. Η καταγγέλλουσα θεώρησε επίσης ότι το PVAc ως τελικό προϊόν ήταν παρόμοιο με τις PVA προϊόν από πλευράς ευρέος φάσματος χρήσεων και δυνητικών τελικών χρηστών και πελατών.

(188)

Η καταγγέλλουσα προσδιόρισε επίσης έναν παραγωγό στην Τουρκία, η οποία είναι μια χώρα που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης με τη ΛΔΚ. Η εταιρεία που προσδιόρισε η καταγγέλλουσα ήταν η Organik Kimya San. ve Tic. A.Ș. Επομένως, η καταγγέλλουσα πρότεινε να χρησιμοποιηθεί η Τουρκία ως αντιπροσωπευτική χώρα για τους σκοπούς του υπολογισμού της κανονικής αξίας.

(189)

Ο ισχυρισμός της καταγγέλλουσας ότι οι μεμβράνες PVB δεν θα ήταν κατάλληλες ως κατάλληλο παρόμοιο προϊόν δεν υποστηρίχθηκε με κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντιθέτως, από την προβολή των παραγωγών μεμβρανών PVB στις πλατφόρμες δημόσια διαθέσιμων πληροφοριών προκύπτει ότι οι μεμβράνες PVB δεν είναι περιορισμένες ούτε ως προς την εφαρμογή τους ούτε ως προς τον αριθμό δυνητικών χρηστών.

(190)

Η Επιτροπή διενήργησε δική της έρευνα, σε διαβούλευση με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (στο εξής: ECHA). Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη της διαδικασίας κατασκευής, των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται και του κόστους παραγωγής, τόσο οι PVB όσο και το PVAc θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως κατάλληλα παρόμοια προϊόντα για τις PVA. Οι συντελεστές παραγωγής που απαιτούνται για την παραγωγή αμφότερων των PVB και του PVAc είναι σε μεγάλο βαθμό οι ίδιοι και για τις PVA και, από πλευράς κόστους κατασκευής, οι PVA βρίσκονται στο μέσον μεταξύ των PVB και του PVAc.

(191)

Επομένως, ο ισχυρισμός της καταγγέλλουσας ότι, αντί των PVB, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το PVAc ως κατάλληλο παρόμοιο προϊόν για τις PVA, απορρίφθηκε. Ωστόσο, βάσει των λόγων που διευκρινίζονται ανωτέρω, η Επιτροπή έκανε δεκτό το επιχείρημα ότι το PVAc, μαζί με τις PVB, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως δυνητικό κατάλληλο παρόμοιο προϊόν.

(192)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με το σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, η Solutia, η οποία θεωρήθηκε επίσης χρήστης (67) ο οποίος εισάγει το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας, διερωτήθηκε αν η Επιτροπή εξέτασε τις ρητίνες PVB ή τις μεμβράνες PVB ως παρόμοιο με τις PVA προϊόν.

(193)

Όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 189 ανωτέρω, δεν έγινε διάκριση μεταξύ των ρητινών PVB και των μεμβρανών PVB όσον αφορά την καταλληλότητά τους ως παρόμοιου προϊόντος. Η Solutia ενημέρωσε επίσης την Επιτροπή ότι μία από τις συνδεδεμένες εταιρείες της στο Μεξικό, και συγκεκριμένα η Solutia Tlaxcala, S.A. de C.V., παρήγε μεμβράνες PVB, ενώ η άλλη συνδεδεμένη της επιχείρηση στη Μαλαισία, η Flexsys Chemical (M) SDN BHD, παράγει ρητίνες PVB. Η κατάσταση αυτών των δύο εταιρειών εξετάζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 199 και 200 κατωτέρω.

β)   Παραγωγή προϊόντος παρόμοιου με το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας στην αντιπροσωπευτική χώρα και διαθεσιμότητα των σχετικών δημόσιων δεδομένων στην αντιπροσωπευτική χώρα

(194)

Στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, η Επιτροπή ανέφερε ότι, για τις χώρες που προσδιορίζονται ως χώρες παραγωγής PVB, δηλ. Βραζιλία, Μαλαισία, Μεξικό και Ταϊλάνδη, η διαθεσιμότητα δημόσιων δεδομένων έπρεπε να επαληθευτεί περαιτέρω, ιδίως όσον αφορά τα δημόσια οικονομικά δεδομένα από έναν παραγωγό του παρόμοιου προϊόντος.

(195)

Επιπλέον των εταιρειών που προσδιορίζονται στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, βάσει του συμπεράσματος που παρατίθεται στο στοιχείο α) ανωτέρω, η Επιτροπή διεξήγαγε περαιτέρω έρευνα για τις εταιρείες που παράγουν PVAc στις εξεταζόμενες χώρες. Από την έρευνα αυτή εντόπισε μία ακόμη εταιρεία στην Τουρκία και άλλη μία στο Μεξικό, όπως ενημέρωσε σχετικά τα ενδιαφερόμενα μέρη στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019.

(196)

Όπως αναφέρεται στο στοιχείο α) ανωτέρω, η Επιτροπή ανέλυσε επίσης τις πληροφορίες που υπέβαλε η καταγγέλλουσα όσον αφορά μια πρόσθετη τουρκική εταιρεία, καθώς και τις πληροφορίες που υπέβαλε ένας εισαγωγέας όσον αφορά δύο πρόσθετες εταιρείες στο Μεξικό και τη Μαλαισία.

(197)

Όσον αφορά τη Βραζιλία, ένας εισαγωγέας και χρήστης του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας ενημέρωσε την Επιτροπή ότι μία από τις εταιρείες που προσδιοριζόταν στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019 ως παραγωγός PVB στη Βραζιλία, και συγκεκριμένα η εταιρεία Solutia Brasil Ltda. (Eastman Chemical), είχε διακόψει την παραγωγή μεμβρανών PVB και, ως εκ τούτου, δεν ήταν κατάλληλη για τον καθορισμό των γενικών εξόδων κατασκευής, των εξόδων ΠΓ&Δ και των κερδών. Η διαπίστωση αυτή συμπίπτει επίσης με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι εξαγωγείς, όπως επισημαίνεται στο τμήμα 3.1.2.2. ανωτέρω.

(198)

Ελλείψει άλλων πληροφοριών στον φάκελο που είχε η Επιτροπή στη διάθεσή της σχετικά με την παρουσία άλλων εταιρειών παραγωγής PVB και/ή PVAc στη Βραζιλία με δημόσια διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Βραζιλία δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα.

(199)

Όσον αφορά τη Μαλαισία, η διαθεσιμότητα δεδομένων επαληθεύτηκε για την εταιρεία που είχε προσδιοριστεί στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019 —και συγκεκριμένα τη Samchem Nusajaya Sdn Bhd— καθώς και για την εταιρεία που πρότεινε η Solutia —και συγκεκριμένα τη Flexsys Chemical (M) Sdn Bhd— και παράγει επίσης PVB. Τα δημόσια διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα τόσο για τη Samchem Nusajaya Sdn Bhd. όσο και για τη Flexsys Chemical (M) Sdn Bhd χρονολογούνταν από το 2017 και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν κατάλληλα για την περίοδο έρευνας, κατά την οποία υπήρχαν διαθέσιμα πιο πρόσφατα δεδομένα για άλλους παραγωγούς. Επομένως, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Μαλαισία δεν ενδείκνυτο να θεωρηθεί κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα για την παρούσα έρευνα. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύθηκε περαιτέρω από την ανάλυση των εισαγωγών προς τη Μαλαισία, η οποία παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 203.

(200)

Όσον αφορά το Μεξικό, η Επιτροπή ανέλυσε επίσης τη διαθεσιμότητα των οικονομικών δεδομένων για την εταιρεία παραγωγής PVB που πρότεινε η Solutia, συγκεκριμένα τη Solutia Tlaxcala S.A. de C.V., καθώς και για την εταιρεία που εντόπισε η Επιτροπή βάσει της δικής της έρευνας, και συγκεκριμένα για την εταιρεία Wyn De Mexico Productos Quimicos S.A. de C.V.

(201)

Όσον αφορά τις δημοσιονομικές καταστάσεις της Solutia Tlaxcala S.A. de C.V. για το 2018, το ενδιαφερόμενο μέρος υπέβαλε πλήρεις δημοσιονομικές καταστάσεις, όπως πιστοποιείται και από τους ελεγκτές, μόνο σε «περιορισμένη» έκδοση. Το εν λόγω ενδιαφερόμενο μέρος δήλωσε επίσης ότι αυτό το ολοκληρωμένο σύνολο δημοσιονομικών καταστάσεων που υποβλήθηκε στην Επιτροπή δεν ήταν δημόσια διαθέσιμο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα της συγκεκριμένης εταιρείας στο πλαίσιο της διαδικασίας.

(202)

Όσον αφορά τη Wyn De Mexico Productos Quimicos S.A. de C.Vc., τα τελευταία δημόσια διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα αφορούσαν μόνο τους πρώτους έξι μήνες του 2018 και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Μεξικό δεν μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα για την παρούσα έρευνα.

(203)

Όσον αφορά την Ταϊλάνδη, τα διαθέσιμα δεδομένα για τη Sekisui S-Lec Co Ltd χρονολογούνταν από το 2018 και, λόγω της ύπαρξης μερικής αλληλεπικάλυψης με την περίοδο έρευνας, μπορούσε να θεωρηθεί καταρχήν κατάλληλη. Η συγκεκριμένη εταιρεία ήταν επικερδής το 2018. Ωστόσο, στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, η Επιτροπή ανέλυσε επίσης τις εισαγωγές προς την Τουρκία, το Μεξικό, την Ταϊλάνδη και τη Μαλαισία όσον αφορά τους κύριους συντελεστές παραγωγής. Από την ανάλυση των δεδομένων εισαγωγών προέκυψε ότι οι εισαγωγές προς την Ταϊλάνδη και τη Μαλαισία όσον αφορά τους σημαντικούς συντελεστές παραγωγής επηρεάστηκαν από εισαγωγές προερχόμενες από τη ΛΔΚ και, συνεπώς, ούτε η Ταϊλάνδη ούτε η Μαλαισία μπορούσαν να θεωρηθούν κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα. Από την ίδια ανάλυση προέκυψε επίσης ότι η Τουρκία και το Μεξικό μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα, διότι οι εισαγωγές τους όσον αφορά τους κύριους συντελεστές παραγωγής δεν επηρεάζονταν ουσιωδώς από τις εισαγωγές από τη ΛΔΚ ή οποιαδήποτε από τις χώρες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) 2015/755 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (68).

(204)

Επιπλέον των πληροφοριών που υπέβαλε η καταγγέλλουσα σχετικά με την τουρκική εταιρεία Organik Kimya San. Ve Tic. A.S., η Επιτροπή ανέλυσε επίσης την κατάσταση όσον αφορά την Τουρκία με την επαλήθευση της διαθεσιμότητας δεδομένων για τη συγκεκριμένη εταιρεία, η οποία δεν περιλαμβάνεται στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019. Η εν λόγω εταιρεία είναι παραγωγός PVAc, το οποίο θεωρήθηκε κατάλληλο παρόμοιο με τις PVA προϊόν, όπως επεξηγείται στο στοιχείο α) ανωτέρω. Τα τελευταία διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα για την εν λόγω εταιρεία ανάγονταν στο 2018. Η εταιρεία ήταν επικερδής. Ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι τα δημόσια διαθέσιμα δεδομένα της εταιρείας αυτής στη βάση δεδομένων Orbis δεν περιείχαν τα κατάλληλα δεδομένα για το κόστος πωληθέντων εμπορευμάτων και τα έξοδα ΠΓ&Δ. Επομένως, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δεδομένα της συγκεκριμένης εταιρείας δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την έρευνα, εκτός εάν καταστούν διαθέσιμα.

(205)

Η Επιτροπή αναζήτησε επίσης άλλους δυνητικούς παραγωγούς PVB και/ή PVAc στην Τουρκία. Μία ακόμη εταιρεία, η Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S., διαπιστώθηκε ότι παράγει συγκολλητικές ύλες PVAc. Τα τελευταία διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα για την εν λόγω εταιρεία ανάγονταν στο 2018 και η εταιρεία ήταν επικερδής σε επίπεδο κερδών εκμετάλλευσης. Ωστόσο, οι οικονομικές δαπάνες του 2018 ήταν εκτάκτως υψηλές και, ως εκ τούτου, κατέστησαν την εταιρεία ζημιογόνο εκείνο το έτος. Η Επιτροπή προέβη σε σύγκριση των οικονομικών δεδομένων για την εν λόγω εταιρεία με τα προηγούμενα έτη, κατά τα οποία η κατάσταση δεν ήταν έκτακτη, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι οικονομικές δαπάνες για το 2018 θα έπρεπε πράγματι να θεωρηθούν έκτακτες και κατάλληλα προσαρμοσμένες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατόπιν κατάλληλης προσαρμογής των έκτακτων οικονομικών δαπανών, τα δεδομένα της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. μπορούσαν να θεωρηθούν κατάλληλα για την παρούσα έρευνα. Το συμπέρασμα αυτό γνωστοποιήθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020. Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τρεις εμπόρους του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας. Οι παρατηρήσεις αυτές εξετάζονται στη συνέχεια, στις αιτιολογικές σκέψεις 219 και 220.

(206)

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, με σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, η Επιτροπή ενημέρωσε τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την Τουρκία ως κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα, καθώς και την τουρκική εταιρεία Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του βασικού κανονισμού, προκειμένου να αντλήσει στοιχεία σχετικά με τις τιμές ή τους δείκτες αναφοράς χωρίς στρεβλώσεις για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας.

(207)

Τα ενδιαφερόμενα μέρη κλήθηκαν να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την καταλληλότητα τόσο της Τουρκίας ως αντιπροσωπευτικής χώρας όσο και της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S και —σε περίπτωση που τα οικονομικά δεδομένα της καθίσταντο διαθέσιμα— της Organik Kimya San. Ve Tic. A.S ως παραγωγών στην αντιπροσωπευτική χώρα.

(208)

Μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, ένας παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος προέβαλε το επιχείρημα ότι, σε αντίθεση με το Μεξικό, η Τουρκία δεν αναφερόταν στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019 όσον αφορά τις πηγές για τον καθορισμό της κανονικής αξίας.

(209)

Η αρχική επιλογή δυνητικών αντιπροσωπευτικών χωρών και κατάλληλων εταιρειών με δημόσια διαθέσιμα δεδομένα δεν εμποδίζει την Επιτροπή να συμπληρώσει ή να βελτιστοποιήσει ενδεχομένως την εν λόγω επιλογή και την έρευνά της σε μεταγενέστερο στάδιο, μεταξύ άλλων με την παρουσίαση νέων προτάσεων όσον αφορά τη δυνητική αντιπροσωπευτική χώρα και το δυνητικό παρόμοιο προϊόν. Πράγματι, αυτός ακριβώς είναι και ο σκοπός των σημειωμάτων σχετικά με τους συντελεστές παραγωγής, ήτοι να κληθούν τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την προκαταρκτική έρευνα των υπηρεσιών της Επιτροπής και, εάν αιτιολογείται, να παρουσιαστούν εναλλακτικές λύσεις για περαιτέρω εξέταση από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Τα σημειώματα περιέχουν ακόμη και ειδικό παράρτημα για την παροχή καθοδήγησης στα ενδιαφερόμενα μέρη όσον αφορά την υποβολή πληροφοριών σχετικά με πιθανές πρόσθετες αντιπροσωπευτικές χώρες και/ή εταιρείες για τον σκοπό του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού. Σε συνέχεια της παρατήρησης της καταγγέλλουσας σχετικά με την Τουρκία και άλλο ένα δυνητικό παρόμοιο προϊόν —το PVAc—, η Επιτροπή διεξήγαγε πρόσθετη έρευνα σε συνεργασία με τον ECHA, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 204 έως 206 ανωτέρω. Η έρευνα αυτή κατέδειξε ότι τόσο το PVAc όσο και οι PVB μπορούσαν εξίσου να θεωρηθούν παρόμοια με τις PVA προϊόντα. Η πρόσθετη έρευνα επιβεβαίωσε επίσης ότι στην Τουρκία παραγόταν PVAc. Βάσει των προαναφερομένων, η Επιτροπή πρόσθεσε την Τουρκία στον κατάλογο δυνητικών αντιπροσωπευτικών χωρών και χαρακτήρισε το PVAc ως παρόμοιο προϊόν. Επομένως, ο ισχυρισμός ότι η Τουρκία δεν μπορούσε να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική χώρα, επειδή δεν αναφερόταν στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, απορρίφθηκε.

(210)

Ο ίδιος παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι το Μεξικό θα συνιστούσε καταλληλότερη αντιπροσωπευτική χώρα λόγω, μεταξύ άλλων, της διαθεσιμότητας δεδομένων για τον γαιάνθρακα και το φυσικό αέριο. Επιπλέον, ο εν λόγω παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε επίσης ότι, για ορισμένους σημαντικούς συντελεστές εισροών, υπήρχαν σημαντικοί Κινέζοι εξαγωγείς προς την Τουρκία, ενώ από τα μεξικανικά δεδομένα εισαγωγών προκύπτουν σημαντικές αγορές από τις ΗΠΑ. Ο παραγωγός-εξαγωγέας προέβαλε επίσης το επιχείρημα ότι ο όγκος εισαγωγών προς την Τουρκία όσον αφορά άλλους συντελεστές παραγωγής ήταν περιορισμένος σε σύγκριση με τον όγκο εισαγωγών προς το Μεξικό. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο εν λόγω παραγωγός-εξαγωγέας διατύπωσε την άποψη ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν τα δεδομένα από τη Wyn De Mexico Productos Quimicos S.A. de C.V., ακόμη και αν ήταν διαθέσιμα μόνο για τους πρώτους έξι μήνες του 2018.

(211)

Η κατάσταση των κινεζικών εισαγωγών προς την Τουρκία όσον αφορά τους κύριους συντελεστές παραγωγής, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες εισαγωγές προς το Μεξικό, αποτέλεσε αντικείμενο περαιτέρω ανάλυσης στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020. Η ανάλυση αυτή, σύμφωνα με την ανάλυση που περιλαμβάνεται στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019 και αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 203, επιβεβαίωσε ότι το επίπεδο των κινεζικών εισαγωγών στην Τουρκία, όσον αφορά τους κύριους συντελεστές παραγωγής που χρησιμοποιούνται από τους συνεργαζόμενους παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος οι οποίοι δεν επηρεάζονται από τις εισαγωγές από τη ΛΔΚ, ήταν αντιπροσωπευτικό. Επομένως, οι εισαγωγές από τη ΛΔΚ προς την Τουρκία δεν ήταν τέτοιου μεγέθους ώστε να καταστήσουν την Τουρκία ακατάλληλη ως αντιπροσωπευτική χώρα δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(212)

Στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, η Επιτροπή αποσαφήνισε επίσης ότι δεν είχαν καταστεί διαθέσιμα επικαιροποιημένα οικονομικά δεδομένα για καμία από τις μεξικανικές εταιρείες που αναφέρονται στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019. Όσον αφορά τη Wyn De Mexico Productos Quimicos S.A. de C.Vc., τα τελευταία δημόσια διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα κάλυπταν μόνο τους πρώτους έξι μήνες του 2018. Υπενθυμίστηκε ότι τα δεδομένα αυτά δεν αλληλεπικαλύπτονταν με την περίοδο έρευνας και ότι αφορούσαν, επίσης, μόνο μια περίοδο έξι μηνών. Καμία περίοδος έξι μηνών δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική ολόκληρου έτους, μεταξύ άλλων, λόγω δυνητικών εποχιακών διακυμάνσεων στα στοιχεία του λογαριασμού κερδών και ζημιών. Επιπλέον, ένα ολόκληρο οικονομικό έτος διαθέτει ημερομηνία έναρξης και κλεισίματος, με τη διενέργεια λογιστικών ελέγχων, την καταχώριση κατάλληλων πληρωτέων εξόδων και την εκτέλεση απαιτούμενων διορθώσεων. Είναι μάλλον αμφίβολη η ολοκλήρωση όλων αυτών των εργασιών βάσει εξάμηνης περιόδου. Επιπλέον, ακόμη και αν μια εταιρεία παρουσίαζε κέρδη για μια περίοδο έξι μηνών, αυτό δεν σημαίνει ότι θα ήταν επικερδής για ολόκληρο το έτος. Πράγματι, η προτεινόμενη εταιρεία από τον παραγωγό-εξαγωγέα δεν ήταν επικερδής το 2017, ήτοι κατά το τελευταίο πλήρες έτος που ήταν διαθέσιμο. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η Επιτροπή δεν συμφώνησε με την παρατήρηση του συγκεκριμένου παραγωγού-εξαγωγέα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η χρήση αυτών των εξαμηνιαίων δεδομένων θα απέδιδε ακριβέστερη κανονική αξία από ό,τι η χρήση δεδομένων από την Τουρκία. Όσον αφορά την άλλη δυνητική εταιρεία από το Μεξικό που αναφέρεται στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, και συγκεκριμένα τη Solutia Tlaxcala S.A. de C.V., οι δημοσιονομικές καταστάσεις της εν λόγω εταιρείας δεν ήταν δημόσια διαθέσιμες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι τα διαθέσιμα δεδομένα από τις δύο μεξικανικές εταιρείες δεν μπορούσαν να θεωρηθούν κατάλληλα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(213)

Όσον αφορά την τουρκική εταιρεία Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S., στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, η Επιτροπή εξήγησε ότι τα δεδομένα μπορούσαν να θεωρηθούν κατάλληλα για την παρούσα έρευνα όσον αφορά τον καθορισμό των μη στρεβλωμένων εξόδων ΠΓ&Δ και των κερδών. Όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 205, επισημάνθηκε επιπλέον ότι οι οικονομικές δαπάνες του 2018, λόγω των οποίων η εταιρεία κατέγραψε ζημίες κατά το εν λόγω έτος, θα έπρεπε να θεωρηθούν έκτακτες δαπάνες.

(214)

Σύμφωνα με την παρατήρηση της Επιτροπής, ο ίδιος παραγωγός-εξαγωγέας επισήμανε ακόμη ότι η εταιρεία Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S κατέστη ζημιογόνα λόγω οικονομικών στοιχείων. Το εν λόγω ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι οικονομικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη εταιρεία δεν επέτρεπαν την ανάλυση μεταξύ των γενικών εξόδων και των εξόδων ΠΓ&Δ.

(215)

Όσον αφορά τα γενικά έξοδα και τα έξοδα ΠΓ&Δ, είναι σκόπιμο να επισημανθεί ότι η πηγή για τα γενικά έξοδα δεν βασίζεται κατά κανόνα στην εταιρεία που βρίσκεται στην αντιπροσωπευτική χώρα. Επιπλέον, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του ενδιαφερόμενου μέρους, τα έξοδα ΠΓ&Δ της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. είχαν κοινοποιηθεί στην πραγματικότητα στο πλαίσιο των δημόσια διαθέσιμων οικονομικών της πληροφοριών στη βάση δεδομένων Orbis. Είναι επίσης σκόπιμο να επισημανθεί ότι τα δημόσια διαθέσιμα δεδομένα για τη συγκεκριμένη εταιρεία παρουσιάζουν κατά γενικό κανόνα το ίδιο επίπεδο λεπτομέρειας με οποιαδήποτε άλλα δημόσια διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα που χρησιμοποιεί συνήθως η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτών των ερευνών. Επομένως, το επίπεδο λεπτομέρειας που είναι επί του παρόντος διαθέσιμο για την εν λόγω εταιρεία περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και δεν καθιστά την εταιρεία ακατάλληλη για την παρούσα έρευνα. Όσον αφορά τα οικονομικά στοιχεία, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το ασυνήθιστα υψηλό επίπεδο των εν λόγω στοιχείων στον λογαριασμό κερδών και ζημιών του 2018 θα έπρεπε να θεωρηθεί έκτακτο, όπως επεξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 205 ανωτέρω. Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερομένων, η Επιτροπή έκρινε ότι τα δεδομένα της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. μπορούν να θεωρηθούν κατάλληλα κατόπιν κατάλληλων προσαρμογών για τα έκτακτα οικονομικά στοιχεία, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 307. Συνεπώς, οι εν λόγω ισχυρισμοί απορρίφθηκαν.

(216)

Μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, τρεις έμποροι του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας ισχυρίστηκαν ότι η εταιρεία Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. δεν είναι κατάλληλη διότι δεν ειδικεύεται στην παραγωγή PVAc, αλλά ότι το συγκεκριμένο προϊόν αντιστοιχεί σε περιορισμένο μόνο ποσοστό του συνολικού της χαρτοφυλακίου προϊόντων. Τα εν λόγω ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι τα γενικά έξοδα κατασκευής, τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη της συγκεκριμένης εταιρείας δεν κατανέμονται μόνο στην παραγωγή PVAc και ότι οι «συντελεστές παραγωγής, ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και τα γενικά έξοδα κατασκευής, τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη για το PVAc επηρεάζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη συνολική δραστηριότητα παραγωγής και πώλησης» και ότι το κόστος παραγωγής διαφέρει για κάθε κατηγορία προϊόντων. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι το κόστος τόσο των πωλήσεων των προϊόντων εκτός του PVAc όσο και της εξυπηρέτησης μετά την πώληση για τα προϊόντα αυτά είναι πολύ υψηλότερο από ό,τι για τα προϊόντα PVAc. Επιπλέον, τα εν λόγω ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι, ελλείψει αναλυτικής λογιστικής για το κόστος παραγωγής PVAc και τα αντίστοιχα κέρδη, η Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη πηγή δεδομένων.

(217)

Ο ισχυρισμός ότι το κόστος τόσο των πωλήσεων των προϊόντων εκτός του PVAc όσο και της εξυπηρέτησης μετά την πώληση για τα προϊόντα αυτά είναι πολύ υψηλότερο από ό,τι για τα προϊόντα PVAc δεν τεκμηριωνόταν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Επιπλέον, είναι σύνηθες οι εταιρείες που θεωρούνται κατάλληλες στο πλαίσιο του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού να παράγουν περισσότερα από ένα προϊόντα. Είναι επίσης εξίσου σύνηθες το επίπεδο λεπτομέρειας των δημόσια διαθέσιμων οικονομικών δεδομένων κατάλληλων εταιρειών στην αντιπροσωπευτική χώρα να μην επιτρέπει συνήθως τη διενέργεια λεπτομερέστερης ανάλυσης των εξόδων ΠΓ&Δ και των κερδών σε επίπεδο μεμονωμένων προϊόντων. Υπενθυμίζεται ότι όσον αφορά το κόστος παραγωγής, τους συντελεστές παραγωγής και την ηλεκτρική ενέργεια, η επιλογή τυχόν μεμονωμένης εταιρείας είναι άνευ σημασίας για το αποτέλεσμα, διότι τα δεδομένα αυτά ανακτώνται από άλλες πηγές, κυρίως από στατιστικά δεδομένα εισαγωγών ή εγχώρια δεδομένα της αντιπροσωπευτικής χώρας, καθώς και δεδομένα από παραγωγούς-εξαγωγείς. Συνεπώς, οι εν λόγω ισχυρισμοί απορρίφθηκαν.

(218)

Μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι τα οικονομικά δεδομένα της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S για το 2018 επηρεάστηκαν από έκτακτα γεγονότα, κυρίως από τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις λόγω των πολιτικών εξελίξεων στην Τουρκία και την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας της εταιρείας. Επομένως, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι τα οικονομικά δεδομένα του 2018 για τη συγκεκριμένη εταιρεία μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, «εξαιρουμένων, ωστόσο, των κερδών προ φόρων». Ωστόσο, η καταγγέλλουσα δεν τεκμηρίωσε περαιτέρω αυτούς τους πιθανούς λόγους για τις ασυνήθιστα υψηλές δαπάνες το 2018, ούτε αμφισβήτησε την προσέγγιση που πρότεινε η Επιτροπή, η οποία συνίσταται στην κατάλληλη προσαρμογή για τα έκτακτα ποσά των οικονομικών δαπανών κατά το έτος 2018. Κατά συνέπεια, στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, η Επιτροπή ενημέρωσε ότι σκοπεύει να διατηρήσει την προσέγγιση που προτείνεται στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, δηλαδή τη χρήση των δεδομένων της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. προσαρμοσμένων για τις έκτακτες οικονομικές δαπάνες.

(219)

Μετά το σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, η Επιτροπή έλαβε επανειλημμένα παρατηρήσεις από τρεις εμπόρους του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας. Τα εν λόγω ενδιαφερόμενα μέρη επανέλαβαν τον ισχυρισμό τους ότι η Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. είναι ακατάλληλη εταιρεία επειδή το κόστος πωλήσεών της όσον αφορά τα προϊόντα εκτός του PVAc και την υποστήριξη μετά την πώληση είναι πολύ υψηλότερο από ό,τι για τα προϊόντα PVAc. Τα συγκεκριμένα ενδιαφερόμενα μέρη παρέπεμψαν στον ιστότοπο της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. ισχυριζόμενα ότι το χαρτοφυλάκιο προϊόντων της καταδεικνύει ότι η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα διαμορφώνεται από γραμμές παραγωγής εκτός του PVAc και ότι η παραγωγή PVAc αποτελεί μόνο παράλληλη επιχειρηματική δραστηριότητα. Επιπλέον, τα εν λόγω ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι για τους τομείς εκτός του PVAc απαιτούνται περισσότεροι πόροι για έρευνα και ανάπτυξη και για τεχνική βοήθεια, καθώς και οργάνωση των επενδυτικών πωλήσεων και της υποστήριξης μετά την πώληση, και υποστήριξαν ότι τα κέρδη στους εν λόγω τομείς εκτός του PVAc είναι «συνήθως αρκετά υψηλά». Ωστόσο, τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν υπέβαλαν πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση του ισχυρισμού τους. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται όπως επεξηγήθηκε ήδη στην αιτιολογική σκέψη 217 ανωτέρω.

(220)

Μετά το σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη επιβεβαίωσαν επίσης επανειλημμένα τον ισχυρισμό τους ότι τα λογιστικά στοιχεία της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. δεν είναι κατάλληλα διότι η παραγωγή PVAc αντιστοιχεί σε περιορισμένο μόνο ποσοστό του συνολικού της χαρτοφυλακίου προϊόντων και τα γενικά έξοδα κατασκευής, τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη της συγκεκριμένης εταιρείας δεν κατανέμονται μόνο στην παραγωγή PVAc. Τα εν λόγω ενδιαφερόμενα μέρη διατύπωσαν επίσης την άποψη ότι τα οικονομικά δεδομένα της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. είναι ακατάλληλα για τον καθορισμό του κόστους, των εξόδων ΠΓ&Δ και των κερδών, εκτός εάν η εταιρεία διαβιβάσει στην Επιτροπή οικονομικά δεδομένα τα οποία περιορίζονται στη γραμμή παραγωγής PVAc. Όπως διευκρινίζεται ήδη στην αιτιολογική σκέψη 217, η διενέργεια λεπτομερούς ανάλυσης των εξόδων ΠΓ&Δ και των κερδών σε επίπεδο μεμονωμένων προϊόντων συνήθως δεν είναι ούτε εφικτή ούτε απαραίτητη για μια εταιρεία προκειμένου να θεωρηθεί κατάλληλη στο πλαίσιο του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

3.1.2.4.   Επίπεδο κοινωνικής και περιβαλλοντικής προστασίας

(221)

Αφού διαπιστώθηκε ότι η Τουρκία ήταν η μόνη διαθέσιμη κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα με βάση όλα τα ανωτέρω στοιχεία, δεν συνέτρεχε λόγος να διεξαχθεί αξιολόγηση του επιπέδου κοινωνικής και περιβαλλοντικής προστασίας σύμφωνα με την τελευταία περίοδο του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του βασικού κανονισμού.

3.1.2.5.   Συμπέρασμα

(222)

Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, η Τουρκία πληρούσε τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του βασικού κανονισμού, ώστε να θεωρηθεί κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα.

(223)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος αναφέρθηκε στις παρατηρήσεις που υπέβαλε σχετικά με το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, στις οποίες εξέφραζε τη διαφωνία του με την επιλογή της Τουρκίας ως κατάλληλης αντιπροσωπευτικής χώρας.

(224)

Η Επιτροπή σημείωσε ότι οι εν λόγω παρατηρήσεις εξετάστηκαν στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020 (καθώς και στο τμήμα 3.1.2.3 ανωτέρω) και ότι ο παραγωγός-εξαγωγέας δεν υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις σε απάντηση στο συγκεκριμένο σημείωμα. Δεδομένου ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είχαν ήδη απαντηθεί και ο παραγωγός-εξαγωγέας δεν παρουσίασε κανένα νέο επιχείρημα ή αποδεικτικό στοιχείο, απορρίφθηκαν.

(225)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας χρήστης και ένας ενωσιακός παραγωγός/χρήστης διαφώνησε με την επιλογή της Τουρκίας ως αντιπροσωπευτικής χώρας, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι δεν τηρεί τις συμβάσεις και τα πρότυπα εργασίας και δεν συμμορφώνεται με τους κανόνες για το κλίμα και το περιβάλλον. Ο χρήστης διαφώνησε επίσης με τη χρήση δεδομένων της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S., καθώς η παραγωγή PVAc αντιπροσωπεύει περιορισμένο μόνο μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον χρήστη, τα έξοδα της εταιρείας, τα γενικά έξοδα, τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη για το PVAc επηρεάζονται στο σύνολό τους από τη συνολική παραγωγή και τις δραστηριότητες πώλησης. Ο χρήστης υποστήριξε ότι, χρησιμοποιώντας τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη του Τούρκου παραγωγού, η Επιτροπή διόγκωσε την κανονική αξία. Ο χρήστης ζήτησε από την Επιτροπή να «προσαρμόσει την κατασκευασμένη κανονική αξία αναλόγως».

(226)

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς αυτούς. Η Επιτροπή σημείωσε αρχικά ότι ο χρήστης δεν υπέβαλε κανένα από τα επιχειρήματα αυτά σε απάντηση στα σημειώματα της 2ας Οκτωβρίου 2019, της 20ής Δεκεμβρίου 2019 και της 30ής Μαρτίου 2020, όπου η Επιτροπή είχε ζητήσει ρητώς να υποβληθούν παρατηρήσεις, εντός των προθεσμιών. Η Επιτροπή επισήμανε στη συνέχεια ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, πρέπει να δίνεται ενδεχομένως προτεραιότητα στις χώρες με ισοδύναμο επίπεδο κοινωνικής και περιβαλλοντικής προστασίας, όταν οι χώρες που πληρούν τα κριτήρια αυτά είναι περισσότερες. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 221, δεδομένου ότι η Τουρκία κρίθηκε ως η μόνη διαθέσιμη κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ήταν αναγκαίο να διενεργηθεί εκτίμηση του επιπέδου κοινωνικής και περιβαλλοντικής προστασίας. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(227)

Όσον αφορά την επιλογή της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S., η Επιτροπή σημείωσε αρχικά ότι, εκτός από τα έξοδα ΠΓ&Δ, δεν χρησιμοποίησε τα έξοδα της εταιρείας και τα γενικά έξοδα. Όσον αφορά τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη, ο χρήστης δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει για ποιον λόγο αυτά θα διογκωθούν με τη χρήση των συνολικών εταιρικών στοιχείων του Τούρκου παραγωγού. Επιπλέον, ο χρήστης επισήμανε την εξήγηση της Επιτροπής στην αιτιολογική σκέψη 220 ότι η διενέργεια λεπτομερούς ανάλυσης των εξόδων ΠΓ&Δ και των κερδών σε επίπεδο μεμονωμένων προϊόντων συνήθως δεν είναι ούτε εφικτή ούτε απαραίτητη για μια εταιρεία προκειμένου να θεωρηθεί κατάλληλη στο πλαίσιο του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού. Ο χρήστης εξέφρασε την αντίθεσή του στο εν λόγω επιχείρημα ισχυριζόμενος ότι δεν είναι αναγκαίο να προσκομιστούν λεπτομερή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι μια εταιρεία που παράγει PVAc ως υποπροϊόν έχει σημαντικά διαφορετική διάρθρωση κόστους και περιθώριο κέρδους από μια εταιρεία που εστιάζει πρωτίστως στην παραγωγή PVA. Επί του σημείου αυτού η Επιτροπή σημείωσε ότι οι ισχυρισμοί θα πρέπει να υποστηρίζονται εν γένει από έγκυρα αποδεικτικά στοιχεία, όσο αναλυτικοί και να είναι. Επιπλέον, τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη, όπως κοινοποιήθηκαν από τους παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος, συμφωνούσαν με τα στοιχεία που κοινοποίησε ο παραγωγός στην αντιπροσωπευτική χώρα. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

(228)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την τελική κοινοποίηση, ένας ενωσιακός παραγωγός/χρήστης ισχυρίστηκε ότι τα δεδομένα στην Τουρκία δεν ήταν διαθέσιμα στο κοινό, καθώς πρέπει να αγοραστούν από, για παράδειγμα, τη βάση δεδομένων «Άτλαντας Παγκόσμιου Εμπορίου» (Global Trade Atlas, στο εξής: GTA). Η Επιτροπή επισήμανε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού, τα δεδομένα δεν πρέπει να είναι «διαθέσιμα στο κοινό», αλλά «άμεσα διαθέσιμα». Η Επιτροπή σημείωσε ότι «δημοσίως διαθέσιμα» σημαίνει διαθέσιμα στο ευρύ κοινό, ενώ «άμεσα διαθέσιμα» σημαίνει διαθέσιμα σε όλους, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, όπως η καταβολή πληρωμής. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι όλες οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή της κανονικής αξίας διατίθενται στον ανοικτό φάκελο. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και όταν οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες μόνο κατόπιν πληρωμής, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν πρόσβαση σε αυτές. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(229)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, δύο παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος υποστήριξαν ότι τα οικονομικά δεδομένα για τη Solutia Tlaxcala S.A. de C.V. ήταν άμεσα διαθέσιμα κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού και, συνεπώς, η Επιτροπή κακώς απέρριψε το Μεξικό ως δυνητική κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 201, τα οικονομικά δεδομένα για τη Solutia Tlaxcala S.A. de C.V. υποβλήθηκαν στην Επιτροπή από τη Solutia μόνο σε «περιορισμένη» έκδοση επειδή, όπως εξήγησε ο χρήστης, τα δεδομένα δεν ήταν δημοσίως διαθέσιμα. Σύμφωνα με τους παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος, υπάρχει διαφορά μεταξύ «άμεσα διαθέσιμων» κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού και «δημοσίως διαθέσιμων». Οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος προέβαλαν το επιχείρημα ότι «δημοσίως διαθέσιμα» σημαίνει διαθέσιμα στο ευρύ κοινό, ενώ «άμεσα διαθέσιμα» σημαίνει διαθέσιμα σε όλους, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, όπως η καταβολή πληρωμής. Στη συνέχεια, οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος προέβαλαν το επιχείρημα ότι, καθώς τα δεδομένα για τη Solutia Tlaxcala S.A. de C.V. φέρεται να ήταν διαθέσιμα στη βάση δεδομένων Dun&Bradstreet (69) έναντι πληρωμής, τα δεδομένα αυτά ήταν άμεσα διαθέσιμα κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού.

(230)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή σημείωσε αρχικά ότι οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος δεν υπέβαλαν κανένα από τα επιχειρήματα αυτά σε απάντηση στα σημειώματα της 20ής Δεκεμβρίου 2019 και της 30ής Μαρτίου 2020, παρότι είχε ζητηθεί ρητώς, με την επιφύλαξη της τήρησης των προθεσμιών. Η Επιτροπή εξήγησε στη συνέχεια ότι δεν θεώρησε τα οικονομικά δεδομένα της Solutia Tlaxcala S.A. de C.V. μη άμεσα διαθέσιμα, επειδή η Solutia ζήτησε την εμπιστευτική τους μεταχείριση, και επιβεβαίωσε ότι τα εν λόγω δεδομένα δεν ήταν δημοσίως διαθέσιμα. Η Επιτροπή έκρινε τα δεδομένα ως μη άμεσα διαθέσιμα επειδή δεν ήταν σε θέση να τα εντοπίσει στις υπηρεσίες στις οποίες έχει πρόσβαση για τον σκοπό αυτόν. Επιπλέον, κανένα άλλο ενδιαφερόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των παραγωγών-εξαγωγέων του δείγματος, δεν υπέβαλε τα δεδομένα αυτά σε μη εμπιστευτική μορφή, παρότι τους ζητήθηκε ρητώς να το πράξουν στα σημειώματα της 2ας Οκτωβρίου 2019, της 20ής Δεκεμβρίου 2019 και της 30ής Μαρτίου 2020. Τέλος, η Επιτροπή σημείωσε ότι, ακόμη και στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, οι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν φέρεται να υπέβαλαν άμεσα διαθέσιμα δεδομένα της Solutia Tlaxcala S.A. de C.V.. Παρέπεμψαν απλώς σε μια βάση δεδομένων έναντι πληρωμής η οποία εικάζεται ότι περιέχει τα δεδομένα αυτά και, στη συνέχεια, χαρακτήρισαν ως «εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία το ότι τα οικονομικά δεδομένα της Solutia Tlaxcala S.A. de C.V. μπορούν να είναι άμεσα διαθέσιμα από άλλες πηγές». Η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει δεδομένα στα οποία δεν έχει πρόσβαση ή τα οποία δεν υποβλήθηκαν από κανένα ενδιαφερόμενο μέρος σε μη εμπιστευτική μορφή. Επιπροσθέτως, δεδομένου ότι δεν μπόρεσε να διασταυρώσει αν τα εικαζόμενα άμεσα διαθέσιμα δεδομένα περιέχουν τα απαραίτητα αριθμητικά στοιχεία ή αν αυτά τα αριθμητικά στοιχεία αντιστοιχούν στα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα δεδομένα που υπέβαλε εμπιστευτικά η Solutia, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα αυτά για τους σκοπούς του άρθρου 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού. Απλά εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία της διαθεσιμότητας των δεδομένων της Solutia, όπως το έθεσαν οι παραγωγοί-εξαγωγείς, δεν είναι επαρκή για τον σκοπό αυτόν. Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε ότι όλες οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή της κανονικής αξίας, όταν δεν είναι ευρέως διαθέσιμες, πρέπει να τίθενται στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων μερών στον ανοικτό φάκελο. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή μεριμνά ώστε, ακόμη και όταν καταφεύγει σε δεδομένα έναντι πληρωμής, να επιτρέπεται συμβατικά η κοινοποίηση των σχετικών πληροφοριών που χρησιμοποιούνται στην έρευνα στα ενδιαφερόμενα μέρη. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

(231)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, οι ίδιοι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος υποστήριξαν ότι το Μεξικό ήταν η πλέον κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, δεδομένου ότι: i) έχει επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης παρόμοιο με αυτό της ΛΔΚ· ii) έχει εδραιωμένη παραγωγή PVB· iii) τα σχετικά δεδομένα είναι άμεσα διαθέσιμα με βάση τις δημοσιονομικές καταστάσεις της Solutia Tlaxcala S.A. de C.V.· και iv) το Μεξικό διαθέτει υψηλότερο επίπεδο κοινωνικής και περιβαλλοντικής προστασίας απ’ ό,τι η Τουρκία.

(232)

Η Επιτροπή διαφώνησε με την εκτίμηση αυτή. Η Επιτροπή σημείωσε ότι τα πρώτα δύο επιχειρήματα ισχύουν επίσης για την Τουρκία. Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 230, το τρίτο επιχείρημα είναι εσφαλμένο, συνεπώς, και το τέταρτο επιχείρημα είναι άνευ σημασίας. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(233)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, οι ίδιοι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος υποστήριξαν ότι, εάν η Επιτροπή επιμένει στη χρήση των εξόδων ΠΓ&Δ και των κερδών του παραγωγού στην αντιπροσωπευτική χώρα, θα πρέπει τουλάχιστον να εξετάσει το ενδεχόμενο χρήσης του Μεξικού για τους δείκτες αναφοράς χωρίς στρεβλώσεις.

(234)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή σημείωσε ότι, όπως εξηγείται στα τμήματα 3.1.2.2 και 3.1.2.3 ανωτέρω, αντίθετα με τον ανωτέρω ισχυρισμό, η Επιτροπή εξέτασε το ενδεχόμενο χρήσης του Μεξικού ως κατάλληλης αντιπροσωπευτικής χώρας και το απέρριψε, διότι δεν εντόπισε άμεσα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα για εταιρείες που παράγουν PVAc ή PVB στη συγκεκριμένη χώρα. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι ούτε σε απάντηση στα σημειώματα της 2ας Οκτωβρίου 2019 ή της 30ής Μαρτίου 2020 ούτε στις παρατηρήσεις σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων δεν προέβαλαν οι παραγωγοί-εξαγωγείς έγκυρο επιχείρημα που να εξηγεί για ποιον λόγο δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί η Τουρκία ως πηγή για τους δείκτες αναφοράς χωρίς στρεβλώσεις. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(235)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, οι ίδιοι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος αμφισβήτησαν τη χρήση των δεδομένων του Τούρκου παραγωγού, Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S, ως πηγής για τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη με την αιτιολογία ότι οι κοινοποιηθείσες οικονομικές δαπάνες ήταν εκτάκτως υψηλές και έπρεπε να προσαρμοστούν, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 205 ανωτέρω. Οι παραγωγοί-εξαγωγείς προέβαλαν το επιχείρημα ότι, εάν έπρεπε να προσαρμοστούν τα δεδομένα για τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη, δεν μπορούν να θεωρηθούν χωρίς στρεβλώσεις και, συνεπώς, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Επιπλέον, οι παραγωγοί-εξαγωγείς αμφισβήτησαν την άμεση διαθεσιμότητα των δεδομένων του Τούρκου παραγωγού, καθώς τα εν λόγω δεδομένα έπρεπε να προσαρμοστούν για να είναι δυνατή η χρησιμοποίησή τους. Οι παραγωγοί-εξαγωγείς αμφισβήτησαν επίσης την αξιοπιστία των άμεσα διαθέσιμων οικονομικών στοιχείων της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S που βρίσκονται στη βάση δεδομένων Οrbis και προσκόμισαν εναλλακτικά οικονομικά δεδομένα για την εν λόγω εταιρεία τα οποία άντλησαν από άλλη πηγή —την «EMIS»— και τα οποία έδειχναν διαφορετικούς λογαριασμούς κερδών και ζημιών για το έτος 2018 σε σχέση με αυτούς που χρησιμοποιήθηκαν στον υπολογισμό ντάμπινγκ. Οι παραγωγοί-εξαγωγείς προέβαλαν το επιχείρημα ότι, επί τη βάσει αυτή, η Τουρκία θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως δυνητική αντιπροσωπευτική χώρα ή θα έπρεπε να είχαν εξεταστεί ως κατάλληλες τόσο η Τουρκία όσο και το Μεξικό, δεδομένου ότι ο μεξικανός παραγωγός φέρεται να είχε άμεσα διαθέσιμα δεδομένα. Τέλος, οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος υπενθύμισαν ότι η Επιτροπή απέρριψε το αίτημά τους για περαιτέρω ανάλυση των εξόδων ΠΓ&Δ του παραγωγού στην αντιπροσωπευτική χώρα. Εν προκειμένω, οι παραγωγοί-εξαγωγείς ανέφεραν ότι θα ήταν χρήσιμο να ζητηθεί από τον παραγωγό της αντιπροσωπευτικής χώρας να συμπληρώσει αναλυτικό πίνακα κερδών και ζημιών, ο οποίος θα μπορούσε στη συνέχεια να επαληθευτεί από την Επιτροπή.

(236)

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς αυτούς. Εκ των προτέρων, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν έθιξαν κανένα από τα ζητήματα αυτά μετά τη δημοσίευση του σημειώματος της 30ής Μαρτίου 2020, το οποίο περιέγραφε και είχε ζητήσει ρητά, βάσει προθεσμίας, παρατηρήσεις σχετικά με την προσέγγιση και τα αριθμητικά στοιχεία που τώρα αποτελούν αντικείμενο κριτικής. Όσον αφορά τη στρέβλωση των δεδομένων της τουρκικής εταιρείας, όπως εξηγείται στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, καθώς και στην αιτιολογική σκέψη 205, η Επιτροπή θεώρησε αντίθετα ότι στα έξοδα ΠΓ&Δ περιλαμβάνονταν έκτακτες δαπάνες, οι οποίες δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη για την κατασκευή της κανονικής αξίας. Για τον λόγο αυτόν η Επιτροπή προσάρμοσε τα δεδομένα αφαιρώντας τις δαπάνες αυτές. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς των παραγωγών-εξαγωγέων, η προσαρμογή δεν επηρεάζει τον άμεσα διαθέσιμο χαρακτήρα των δεδομένων. Πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά με βάση τα άμεσα διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία και εξηγήθηκε αναλυτικά στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, καθώς και στην αιτιολογική σκέψη 205. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

(237)

Όσον αφορά τα αντιφατικά στοιχεία της τουρκικής εταιρείας από άλλες πηγές, η Επιτροπή επισήμανε αρχικά ότι τα στοιχεία αυτά δεν διαβιβάστηκαν στο πλαίσιο του σημειώματος της 30ής Μαρτίου 2020 εντός της δοθείσας προθεσμίας. Οι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν διευκρίνισαν σε ποια βάση καταρτίστηκε η έκθεση που υπέβαλαν, δηλαδή αν βασίζεται σε γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές και στους εποπτικούς λογαριασμούς ή, για παράδειγμα, σε συγκεκριμένο υπόδειγμα υποβολής στοιχείων και σε διαφορετικές ειδικές λογιστικές συμβάσεις της EMIS. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα οικονομικά δεδομένα που αντλήθηκαν από καθιερωμένη και ευρέως χρησιμοποιούμενη βάση δεδομένων, την Orbis, παραμένουν κατάλληλη και αξιόπιστη πηγή για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας. Επιπλέον, τα δεδομένα για τα συνδυασμένα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη που αντλήθηκαν από τη βάση δεδομένων Orbis (21,6 %) για τον παραγωγό στην αντιπροσωπευτική χώρα είναι οριακά μόνο χαμηλότερα από τα δεδομένα που αναφέρονται στην EMIS (22,4 %). Ως εκ τούτου, η χρήση των δεδομένων από την EMIS θα αυξήσει στην πραγματικότητα (οριακά) το περιθώριο ντάμπινγκ για όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς.

(238)

Όσον αφορά το αίτημα για περαιτέρω ανάλυση των εξόδων ΠΓ&Δ του παραγωγού στην αντιπροσωπευτική χώρα, η Επιτροπή υπενθύμισε την απάντησή της ότι τα εν λόγω λεπτομερή στοιχεία δεν ήταν άμεσα διαθέσιμα. Όσον αφορά το πρόσθετο ερωτηματολόγιο για τα λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τα κέρδη και τις ζημίες που πρέπει να αποσταλεί στον παραγωγό στην αντιπροσωπευτική χώρα και επαληθευτεί από την Επιτροπή, ο βασικός κανονισμός προβλέπει ότι η Επιτροπή πρέπει να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που είναι άμεσα διαθέσιμες και δεν προβλέπει κανένα αίτημα προς τους παραγωγούς της αντιπροσωπευτικής χώρας. Ακόμη και αν ήταν δυνατόν να ζητηθούν και να επαληθευτούν αυτές οι πληροφορίες από τους εν λόγω παραγωγούς, τα συλλεχθέντα δεδομένα θα ήταν εμπιστευτικές επιχειρηματικές πληροφορίες και, ως εκ τούτου, δεν θα ήταν άμεσα διαθέσιμα στα ενδιαφερόμενα μέρη. Συνεπώς, τα εν λόγω στοιχεία θεωρούνται ως μη άμεσα διαθέσιμα κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού.

(239)

Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

3.1.3.   Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό του μη στρεβλωμένου κόστους

(240)

Στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, η Επιτροπή παρέθεσε τους συντελεστές παραγωγής, όπως τα υλικά, η ενέργεια και η εργασία, που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας από τους παραγωγούς-εξαγωγείς και κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις και να προτείνουν δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις μη στρεβλωμένες τιμές για καθέναν από τους συντελεστές παραγωγής που αναφέρονται στο εν λόγω σημείωμα.

(241)

Στη συνέχεια, στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, η Επιτροπή δήλωσε ότι, προκειμένου να κατασκευάσει την κανονική αξία σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, θα χρησιμοποιούσε τη GTA για τον καθορισμό του μη στρεβλωμένου κόστους των περισσότερων συντελεστών παραγωγής, και ειδικότερα των πρώτων υλών. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή δήλωσε ότι σκόπευε να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία του Τουρκικού Στατιστικού Ινστιτούτου για τον καθορισμό του μη στρεβλωμένου κόστους εργασίας (70) και ενέργειας (71). Επιπλέον, η Επιτροπή ενημέρωσε επίσης ότι, όσον αφορά το κόστος ύδατος για βιομηχανική χρήση, σκόπευε να χρησιμοποιήσει τις τιμές που δημοσίευσε το Γραφείο Επενδύσεων της προεδρίας της Δημοκρατίας της Τουρκίας (72) βάσει πηγών από τη Διοίκηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης της Κωνσταντινούπολης, τη Διοίκηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης του Εσκίσεχιρ και τη Διοίκηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης της Αττάλειας.

(242)

Στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, η Επιτροπή ενημέρωσε επίσης τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού συντελεστών παραγωγής των παραγωγών-εξαγωγέων του δείγματος που υπέβαλαν πλήρεις πληροφορίες και της αμελητέας βαρύτητας που είχαν ορισμένες από τις πρώτες ύλες επί του συνολικού κόστους παραγωγής, αυτά τα αμελητέα στοιχεία ομαδοποιήθηκαν υπό την κατηγορία «αναλώσιμα υλικά». Επιπλέον, η Επιτροπή ενημέρωσε ότι θα υπολογίσει το ποσοστό των αναλώσιμων υλικών επί του συνολικού κόστους των πρώτων υλών και θα εφαρμόζει το ποσοστό αυτό στο εκ νέου υπολογισθέν κόστος των πρώτων υλών κατά τη χρήση των καθορισμένων μη στρεβλωμένων δεικτών αναφοράς στην κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα.

(243)

Μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις σχετικά με τους συντελεστές παραγωγής από έναν παραγωγό-εξαγωγέα του δείγματος, την καταγγέλλουσα και τρεις εμπόρους του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας.

(244)

Ο παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με την GTA, δεν υπήρχαν εισαγωγές γαιάνθρακα (73) και φυσικού αερίου στην Τουρκία. Το ενδιαφερόμενο μέρος εξέφρασε επιφυλάξεις σχετικά με το κατά πόσον θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι τουρκικές τιμές υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεδομένου ότι η απουσία εισαγωγών αυτών των δύο εισροών «ενδέχεται να υποδεικνύει» ότι υπάρχουν ορισμένοι φραγμοί στην τουρκική αγορά και παρεμποδίζουν τις εισαγωγές και «είναι συνεπώς πιθανό να συνεπάγονται διόγκωση/στρεβλώσεις των τιμών στην τουρκική εγχώρια αγορά».

(245)

Πράγματι, δεν υπάρχουν αναφερόμενες εισαγωγές στην Τουρκία ούτε γαιάνθρακα υπό τον κωδικό ταξινόμησης ΕΣ 2701 19 ούτε φυσικού αερίου. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί που διατύπωσε ο παραγωγός-εξαγωγέας όσον αφορά τους εμπορικούς φραγμούς και τις στρεβλώσεις των τιμών δεν τεκμηριώνονταν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Επίσης, η Επιτροπή εξέτασε την ύπαρξη των εξαγωγικών περιορισμών και, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή, δεν υπάρχουν σχετικοί φραγμοί ή στρεβλώσεις των τιμών στην τουρκική αγορά. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(246)

Ωστόσο, μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων σχετικά με το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, η Επιτροπή εξέτασε περαιτέρω τα είδη γαιάνθρακα που χρησιμοποιούν οι παραγωγοί-εξαγωγείς στην Κίνα και ζήτησε επίσης να ελεγχθούν οι εκθέσεις για τα εν λόγω είδη γαιάνθρακα. Από την εξέταση των ελέγχων αυτών αποκαλύφθηκε ότι τα είδη γαιάνθρακα τα οποία είχε προταθεί αρχικά να ταξινομηθούν από ορισμένους παραγωγούς-εξαγωγείς υπό τον κωδικό ΕΣ 2701 19 μπορούσαν να ταξινομηθούν υπό τον κωδικό ΕΣ 2701 12. Η GTA περιλαμβάνει δεδομένα εισαγωγών σχετικά με την Τουρκία για τον συγκεκριμένο κωδικό ΕΣ, και συγκεκριμένα 37 113 666 τόνους κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας — καμία από τις ποσότητες αυτές δεν αφορούσε εισαγωγές από τη ΛΔΚ. Ως εκ τούτου, στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, η Επιτροπή ενημέρωσε τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία για τον κωδικό ΕΣ 2701 12, όπως δημοσιεύτηκαν από την GTA, ως δείκτη αναφοράς για όλα τα είδη γαιανθράκων. Μετά το σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις όσον αφορά τη χρήση των στοιχείων για τον κωδικό ΕΣ 2701 12, όπως δημοσιεύτηκαν από την GTA, ως δείκτη αναφοράς για όλα τα είδη γαιανθράκων.

(247)

Στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων για τους εικαζόμενους εμπορικούς φραγμούς ή τις εικαζόμενες στρεβλώσεις των τιμών όσον αφορά το φυσικό αέριο στην Τουρκία, η τιμή του φυσικού αερίου για βιομηχανικούς χρήστες στην Τουρκία, όπως δημοσιεύτηκε από το Τουρκικό Στατιστικό Ινστιτούτο, αποτελεί κατάλληλο δείκτη αναφοράς για την παρούσα έρευνα. Μετά το σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, κανένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν υπέβαλε περαιτέρω παρατηρήσεις σχετικά με το σημείο αυτό και την προτεινόμενη προσέγγιση.

(248)

Στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, η Επιτροπή δήλωσε την πρόθεσή της να χρησιμοποιήσει τα στατιστικά στοιχεία που δημοσίευσε το Τουρκικό Στατιστικό Ινστιτούτο ως δείκτη αναφοράς για το κόστος εργασίας στον κατασκευαστικό τομέα για το έτος 2016, για την οικονομική δραστηριότητα C.23 (Παραγωγή άλλων μη μεταλλικών ορυκτών προϊόντων) σύμφωνα με την ταξινόμηση NACE αναθ. 2. Απαντώντας στο εν λόγω σημείωμα, η καταγγέλλουσα πρότεινε την κατηγορία οικονομικών δραστηριοτήτων C.20 (Παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων) ως καταλληλότερη για την αποτύπωση του κόστους εργασίας όσον αφορά τις PVA (χημικό προϊόν) σε σύγκριση με την επεξεργασία μη μεταλλικών ορυκτών προϊόντων.

(249)

Η Επιτροπή εξέτασε τον ισχυρισμό αυτόν και διερεύνησε την καταλληλότερη οικονομική κατηγορία για ευρύτερες οικονομικές δραστηριότητες, λαμβανομένων υπόψη του υψηλού επιπέδου κάθετης ολοκλήρωσης των Κινέζων παραγωγών και της πολυμορφίας της σχετικής εργασίας. Διαπιστώθηκε ότι η κατηγορία οικονομικών δραστηριοτήτων C.20 (Παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων) θα ήταν καταλληλότερη. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή χρησιμοποίησε την κατηγορία οικονομικών δραστηριοτήτων C.20 ως δείκτη αναφοράς για το κόστος εργασίας.

(250)

Μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, τρεις έμποροι του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας δήλωσαν ότι δεν κατανοούν τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή κοινοποίησε «τόσο μακροσκελή κατάλογο» πρώτων υλών μεταξύ των συντελεστών παραγωγής και ισχυρίστηκαν ότι ορισμένοι από τους απαριθμούμενους συντελεστές παραγωγής δεν χρησιμοποιούνται στην παραγωγή PVA.

(251)

Φαίνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός απορρέει από παρανόηση όσον αφορά την προέλευση των δεδομένων των συντελεστών παραγωγής που κοινοποιήθηκαν στα σημειώματα της 2ας Οκτωβρίου και της 20ής Δεκεμβρίου 2019. Όπως διευκρινίστηκε στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, η πρωταρχική πηγή των συντελεστών παραγωγής ήταν οι πληροφορίες που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη, κυρίως οι συνεργαζόμενοι παραγωγοί-εξαγωγείς. Υπενθυμίστηκε επίσης ότι οι συνεργαζόμενοι παραγωγοί-εξαγωγείς παρουσιάζουν διαφορετικά επίπεδα ολοκλήρωσης και χρησιμοποιούν διαφορετικές παραγωγικές διαδικασίες, γεγονός που εξηγεί και τον σχετικά μακροσκελή κατάλογο εισροών, για τις οποίες είναι αναγκαίο να καθοριστεί το αντίστοιχο μη στρεβλωμένο κόστος στην αντιπροσωπευτική χώρα. Ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αντικρούστηκε από τα στοιχεία που υπέβαλαν οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς, επαληθεύτηκε από την Επιτροπή και, συνεπώς, απορρίφθηκε.

(252)

Τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη ζήτησαν επίσης από την Επιτροπή να θέσουν στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων μερών τη συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία που σκοπεύει να υιοθετήσει όσον αφορά την εκτίμηση της κανονικής αξίας για τις PVA. Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι ο υπολογισμός της κατασκευασμένης κανονικής αξίας δεν βασίζεται σε καμία συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία αυτή καθαυτή, αλλά, αντιθέτως, στην τιμή των συντελεστών παραγωγής και στην πραγματική κατανάλωσή τους από κάθε παραγωγό-εξαγωγέα βάσει της δικής του παραγωγικής διαδικασίας. Υπενθυμίζεται περαιτέρω ότι, στο πλαίσιο των απαντήσεών τους στο ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ, οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς επεξήγησαν την παραγωγική τους διαδικασία και περιέγραψαν συνοπτικά τους συντελεστές παραγωγής τους. Οι μη εμπιστευτικές εκδόσεις των εν λόγω απαντήσεων βρίσκονται ήδη στη διάθεση όλων των ενδιαφερόμενων μερών για έλεγχο από τον Σεπτέμβριο του 2019. Επομένως, το αίτημα αυτό είναι άνευ σημασίας.

(253)

Μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη (τρεις έμποροι του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας) διατύπωσαν επίσης ισχυρισμούς σχετικά με τους συντελεστές παραγωγής, τον υπολογισμό της κανονικής αξίας και τη σύγκριση. Οι ισχυρισμοί αυτοί εξετάζονται στη συνέχεια, στις αιτιολογικές σκέψεις 264, 342 έως 346 και 359. Μετά το σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, τα εν λόγω μέρη επανέλαβαν πολλές φορές τα επιχειρήματά τους, χωρίς ωστόσο να υποβάλουν περαιτέρω πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία προς επίρρωση των ισχυρισμών τους.

3.1.4.   Μη στρεβλωμένο κόστος και δείκτες αναφοράς

3.1.4.1.   Συντελεστές παραγωγής

(254)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 46, στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019 η Επιτροπή επιδίωξε να καταρτίσει αρχικό κατάλογο των συντελεστών παραγωγής και των πηγών σχετικά με τις PVA που προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για όλους τους συντελεστές παραγωγής, όπως υλικά, ενέργεια και εργασία που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή PVA από τους παραγωγούς-εξαγωγείς.

(255)

Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 48, στο σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019 η Επιτροπή παρείχε αναθεωρημένο κατάλογο των συντελεστών παραγωγής και καθόρισε τους τουρκικούς κωδικούς εμπορευμάτων οι οποίοι αντιστοιχούν στους σχετικούς συντελεστές παραγωγής στην Τουρκία, την αντιπροσωπευτική χώρα.

(256)

Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις σχετικά με τον κατάλογο των συντελεστών παραγωγής που περιλαμβανόταν στο σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019. Όπως επεξηγήθηκε στην αιτιολογική σκέψη 243, ένας παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος, η καταγγέλλουσα και τρεις έμποροι του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας υπέβαλαν παρατηρήσεις μετά το σημείωμα ης 20ής Δεκεμβρίου 2019. Όπως επεξηγήθηκε στις αιτιολογικές σκέψεις 246 έως 249, η Επιτροπή στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2019 εξέτασε τις εν λόγω παρατηρήσεις και αναθεώρησε τους κωδικούς για τον γαιάνθρακα και την εργασία.

(257)

Η Επιτροπή δεν έλαβε περαιτέρω παρατηρήσεις σχετικά με τον κατάλογο των συντελεστών παραγωγής που περιλαμβανόταν στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020.

(258)

Λαμβανομένων υπόψη όλων των πληροφοριών που υποβλήθηκαν από τα ενδιαφερόμενα μέρη και που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια των επιτόπιων επαληθεύσεων, προσδιορίστηκαν οι ακόλουθοι συντελεστές παραγωγής και οι κωδικοί ΕΣ, κατά περίπτωση:

Συντελεστής παραγωγής

Κωδικός στη δασμολογική κατάταξη της Τουρκίας

Μη στρεβλωμένη τιμή

Πρώτες ύλες

Πολυβινυλική αλκοόλη

3905 30 00 0000

16,44 CNY/kg

Οξικό οξύ

2915 21 00 001

4,85 CNY/kg ή

4 853,54  CNY/τόνο

Αζωδιισοβουτυρονιτρίλιο (AZO) / Αζωδισισοβουτυρονιτρίλιο (AZN)

2927 00 00 00

27,71 CNY/kg

Ανθρακασβέστιο

2849 10 00 0000

5,30 CNY/kg

Άνθρακας (ενεργός)

3802 10 00 0000

14,73 CNY/kg

Άνθρακας (καταλυτικός ενεργοποιημένος με οξικό ψευδάργυρο)

2915 29 00 9019

20,44 CNY/kg

Καυστική σόδα / υδροξείδιο του νατρίου (υγρό)

2815 12 00 0000

2,46 CNY/kg

Γαιάνθρακας

2701 12

0,75 CNY/kg ή 749,38 CNY/τόνο

Ημιοπτάνθρακας

2704 00

2,05 CNY/kg

Πάστα ηλεκτροδίων

3801 30 00 0000

4,81 CNY/kg

Ασβεστόλιθος

2521 00 00 0000

4,08 CNY/kg

Μεθυλική αλκοόλη (μεθανόλη)

2905 11 00 101

2,59 CNY/kg

Συνθετικές σακούλες από χαρτί-πλαστικό

3923 29 90 0019

41,65 CNY/kg

Υφασμένοι σάκοι από πολυπροπυλένιο

6305 33 90 0000

32,22 CNY/kg

Θειικό οξύ (καθαρό)

2807 00 00 0011

1,23 CNY/kg ή 1 230,74 CNY/τόνο

Οξικό βινύλιο

2915 32 00 0000

7,36 CNY/kg

Οξικός ψευδάργυρος

2915 29 00 9019

20,44 CNY/kg

Εργασία

Κόστος εργασίας στον μεταποιητικό τομέα

NACE 20

47,16 CNY/ώρα

Ενέργεια

Ηλεκτρική ενέργεια

Τουρκικό Στατιστικό Ινστιτούτο

CNY/kWh (ανά ζώνη κατανάλωσης 1 000 MWh)

0,45 (20 ~ 70 MWh)

0,44 (70 ~ 150 MWh)

0,44 (> 150 MWh)

Φυσικό αέριο

Τουρκικό Στατιστικό Ινστιτούτο

1,63 CNY/m3 ή

1 632,39 CNY/m3 × 1 000

(1)   Πρώτες ύλες και υποπροϊόντα/απόβλητα

(259)

Κατά τις επιτόπιες επαληθεύσεις, η Επιτροπή επαλήθευσε τις χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες και τα υποπροϊόντα/απόβλητα που παράγονται κατά την κατασκευή του υπό εξέταση προϊόντος.

(260)

Για όλες τις πρώτες ύλες, με εξαίρεση το οξυγόνο και την ακεταλδεΰδη, ελλείψει πληροφοριών σχετικά με την αγορά της αντιπροσωπευτικής χώρας, η Επιτροπή βασίστηκε στις τιμές εισαγωγής. Η τιμή εισαγωγής στην αντιπροσωπευτική χώρα καθορίστηκε ως σταθμισμένος μέσος όρος των τιμών ανά μονάδα των εισαγωγών από όλες τις τρίτες χώρες εκτός της ΛΔΚ και χωρών που δεν είναι μέλη του ΠΟΥ και απαριθμούνται στο παράρτημα 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/755 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (74). Η Επιτροπή αποφάσισε να εξαιρέσει τις εισαγωγές από τη ΛΔΚ στην αντιπροσωπευτική χώρα, καθώς κατέληξε στο συμπέρασμα στις αιτιολογικές σκέψεις 171 έως 172 ότι δεν είναι σκόπιμο να χρησιμοποιούνται οι εγχώριες τιμές και το κόστος στη ΛΔΚ, λόγω της ύπαρξης σημαντικών στρεβλώσεων σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο β) του βασικού κανονισμού. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι οι ίδιες στρεβλώσεις δεν επηρεάζουν εξίσου τα προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγή, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι ίδιες στρεβλώσεις επηρέαζαν τις τιμές εξαγωγής. Μετά την εξαίρεση της ΛΔΚ, οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες παρέμειναν αντιπροσωπευτικές και κυμάνθηκαν από 34 % (75) έως 100 % του συνολικού όγκου των εισαγωγών στην Τουρκία για τους συντελεστές παραγωγής που παρατίθενται στον πίνακα 1 ανωτέρω.

(261)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη ανωτέρω, δεν υπήρχαν δημόσιες διαθέσιμες τιμές αναφοράς για το οξυγόνο (μεταφορά μέσω αγωγών οξυγόνου 99,6 % 2,5 bar) και ακεταλδεΰδης (βιομηχανική ακεταλδεΰδη). Παρότι, σύμφωνα με την GTA, η Τουρκία εισάγει οξυγόνο υπό τον κωδικό ΕΣ 2804 40, πρόκειται για εισαγωγές οξυγόνου σε κυλίνδρους. Η τιμή των εισαγωγών αυτών καθορίζεται πιθανώς με βάση το κόστος της μεταφοράς και της αποθήκευσης, συνιστώσες οι οποίες δεν είναι συναφείς όταν το οξυγόνο δεσμεύεται κοντά στις εγκαταστάσεις παραγωγής και μεταφέρεται σε αυτές μέσω αγωγού. Στην περίπτωση αυτή, το κόστος καθορίζεται πρωτίστως με βάση το κόστος των μηχανημάτων και της εγκατάστασης. Για τον λόγο αυτόν, κρίθηκε ότι δεν ήταν σκόπιμο να χρησιμοποιηθεί ο δείκτης αναφοράς της GTA. Δεδομένου ότι η αγορά οξυγόνου το οποίο παραδίδεται μέσω αγωγού χαρακτηρίζεται από την εγγύτητα μεταξύ του παραγωγού/πωλητή και του πελάτη, το οξυγόνο δεν αποτελεί αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών στην αγορά μετρητοίς. Κατά συνέπεια, δεν δημοσιεύονται ενδεικτικές τιμές στους εθνικούς ή διεθνείς χώρους συναλλαγών και, κατ’ επέκταση δεν υπάρχουν δημόσιες διαθέσιμες τιμές αναφοράς. Για τους λόγους αυτούς, κρίθηκε σκόπιμο να περιληφθεί το κόστος του οξυγόνου στην κατηγορία κόστους των αναλώσιμων υλικών. Αντίθετα με το οξυγόνο, στη βάση δεδομένων της GTA δεν υπήρχαν καταγεγραμμένες εισαγωγές ακεταλδεΰδης (κωδικός ΕΣ 2912 12) στην Τουρκία και, ελλείψει οποιωνδήποτε άλλων δημοσίως διαθέσιμων τιμών αναφοράς ή ενδεικτικών τιμών της ακεταλδεΰδης στην Τουρκία, θεωρήθηκε επίσης σκόπιμο να περιληφθεί το κόστος της ακεταλδεΰδης στο κόστος των αναλώσιμων υλικών.

(262)

Μια σειρά συντελεστών παραγωγής ήταν κυρίως καταλυτικά υλικά, για τα οποία το πραγματικό κόστος που βάρυνε τους συνεργαζόμενους παραγωγούς-εξαγωγείς αντιπροσώπευε αμελητέο ποσοστό του συνολικού κόστους των πρώτων υλών κατά την περίοδο έρευνας. Δεδομένου ότι η τιμή που χρησιμοποιήθηκε για αυτούς τους συντελεστές δεν είχε σημαντικό αντίκτυπο στους υπολογισμούς του περιθωρίου ντάμπινγκ ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη πηγή, η Επιτροπή αποφάσισε να συμπεριλάβει αυτό το κόστος στα αναλώσιμα υλικά όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 301 και 302.

(263)

Προκειμένου να καθοριστεί η μη στρεβλωμένη τιμή των πρώτων υλών που παραδίδονται στην πύλη του εργοστασίου του παραγωγού-εξαγωγέα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) πρώτη περίπτωση του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εφάρμοσε τον εισαγωγικό δασμό της αντιπροσωπευτικής χώρας και πρόσθεσε τα έξοδα εγχώριας μεταφοράς στην τιμή εισαγωγής. Το κόστος των εγχώριων μεταφορών για όλες τις πρώτες ύλες, καθώς και το κόστος ασφάλισης, εκτιμήθηκαν με βάση τα επαληθευμένα στοιχεία που παρασχέθηκαν από τους συνεργασθέντες παραγωγούς-εξαγωγείς και δεν περιλαμβάνονται στους δείκτες αναφοράς που αναφέρονται στον πίνακα 1.

(264)

Μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, τρεις έμποροι του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας ισχυρίστηκαν ότι το κόστος του VAM που βαρύνει τους Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς δεν είναι αποτέλεσμα στρεβλώσεων και είναι ευθυγραμμισμένο με το κόστος στη διεθνή ανοικτή αγορά. Τα ενδιαφερόμενα μέρη πρόσθεσαν στον φάκελο στοιχεία προκειμένου να αποδείξουν ότι η τιμή του VAM στην Κίνα ήταν υψηλότερη κατά την περίοδο έρευνας σε σχέση με την τιμή του VAM στην Ευρώπη και τη Ρωσία. Τα ενδιαφερόμενα μέρη ζήτησαν από την Επιτροπή να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας. Μετά το σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, τα ίδια μέρη υποστήριξαν επίσης επανειλημμένως τον εν λόγω ισχυρισμό χωρίς να προσκομίσουν περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία. Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) τρίτη περίπτωση του βασικού κανονισμού, το εγχώριο κόστος μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο στον βαθμό που διαπιστώνεται σαφώς ότι δεν είναι αποτέλεσμα στρεβλώσεων. Ο ισχυρισμός των εν λόγω μερών βασίζεται σε γενικά συγκεντρωτικά στοιχεία που αφορούν τις τιμές του VAM στη ΛΔΚ έναντι της Ένωσης ή της Ρωσίας. Ωστόσο, από την έρευνα δεν έχει διαπιστωθεί ότι οι τιμές του VAM στη ΛΔΚ δεν ήταν αποτέλεσμα στρεβλώσεων. Δεύτερον, λόγω της διαδικασίας παραγωγής του, το VAM δεν αποτελεί καν σημαντικό συντελεστή παραγωγής για κανέναν από τους συνεργαζόμενους παραγωγούς-εξαγωγείς. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται.

(265)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, τρεις εισαγωγείς επανέλαβαν τον ισχυρισμό τους, ο οποίος συνοψίζεται και εξετάζεται στην αιτιολογική σκέψη 264, ότι οι τιμές του VAM στη ΛΔΚ δεν είναι στρεβλωμένες. Επαναλαμβάνοντας αυτό το επιχείρημα, ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή αγνόησε τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλαν για να υποστηρίξουν ότι οι τιμές του VAM δεν είναι στρεβλωμένες, καθώς δεν προέρχονταν από τους παραγωγούς-εξαγωγείς. Υπέδειξαν την εικαζόμενη αντίφαση, ότι δηλαδή η Επιτροπή, αφενός, δεν θεώρησε το VAM ως κύριο συντελεστή παραγωγής, ενώ, αφετέρου, στην ανάλυση της ζημίας στην αιτιολογική σκέψη 462, η Επιτροπή αναφέρεται στο VAM ως κύρια πρώτη ύλη.

(266)

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς αυτούς. Η Επιτροπή επανέλαβε καταρχάς το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει στην αιτιολογική σκέψη 264 ότι απλώς και μόνο το γεγονός ότι οι τιμές του VAM στην Κίνα είναι παρόμοιες και ενίοτε υψηλότερες από τις διεθνείς τιμές του VAM δεν αποτελεί απόδειξη της έλλειψης στρεβλώσεων. Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 264, αντίθετα με τον ισχυρισμό των τριών εισαγωγέων, η Επιτροπή δεν αγνόησε τον εν λόγω ισχυρισμό και τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν προς επίρρωσή του. Η Επιτροπή θεώρησε απλώς ότι απλώς και μόνο το επίπεδο τιμών δεν αποτελεί απόδειξη της έλλειψης στρεβλώσεων. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(267)

Όσον αφορά το γεγονός ότι το VAM αποτελεί κύριο συντελεστή παραγωγής, η Επιτροπή πράγματι το θεωρεί σημαντική πρώτη ύλη για την παραγωγή PVA εν γένει, αλλά ήσσονος σημασίας συντελεστή παραγωγής υπό το πρίσμα των συνεργαζόμενων παραγωγών εξαγωγέων. Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, οι τρεις εισαγωγείς επισήμαναν ότι οι παραγωγοί-εξαγωγείς είναι καθετοποιημένοι και, συνεπώς, παράγουν το δικό τους VAM. Δεν το αγοράζουν σε σημαντικές ποσότητες και, επομένως, δεν θεωρείται σημαντικός συντελεστής παραγωγής για αυτούς τους παραγωγούς-εξαγωγείς. Στην αιτιολογική σκέψη 462, η Επιτροπή αναφέρεται στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής ο οποίος δεν παράγει το VAM εσωτερικά, αλλά το αγοράζει. Ως εκ τούτου, στην τελευταία περίπτωση, οι διακυμάνσεις των τιμών του VAM στην αγορά επηρεάζουν το κόστος παραγωγής PVA. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(268)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, τρεις παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος, ένας ενωσιακός παραγωγός/χρήστης και τρεις εισαγωγείς υποστήριξαν ότι, κατά τον καθορισμό των δεικτών αναφοράς για τους συντελεστές παραγωγής, η Επιτροπή δεν έπρεπε να έχει προσθέσει τους εισαγωγικούς δασμούς και το κόστος των εγχώριων μεταφορών. Οι τρεις εισαγωγείς αναφέρθηκαν ειδικότερα στο VAM και στον γαιάνθρακα. Επιπλέον, οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος και ο ενωσιακός παραγωγός/χρήστης υποστήριξαν ότι η τιμή εισαγωγής που ελήφθη από τις στατιστικές εισαγωγών έπρεπε να είχε μειωθεί από την CIF στο επίπεδο EXW (εργοστασίου), συνεπώς το κόστος στη χώρα καταγωγής (συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων εξόδων συσκευασίας για ορισμένους συντελεστές παραγωγής), καθώς και το κόστος των εμπορευματικών μεταφορών και της ασφάλισης έπρεπε να έχουν αφαιρεθεί. Ο εν λόγω ισχυρισμός βασίστηκε στο γεγονός ότι και οι τρεις παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος προμηθεύονταν τις πρώτες τους ύλες τοπικά.

(269)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή σημείωσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, η κανονική αξία θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την τιμή χωρίς στρεβλώσεις των πρώτων υλών στην αντιπροσωπευτική χώρα η οποία είναι, στην προκειμένη περίπτωση, η Τουρκία. Θα πρέπει, συνεπώς, να αντικατοπτρίζει την τιμή που θα κατέβαλλε ένας παραγωγός PVA στην Τουρκία για πρώτη ύλη που παραδόθηκε στο εργοστάσιο. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 263, η μεθοδολογία που εφαρμόστηκε από την Επιτροπή αντικατοπτρίζει την εν λόγω προσέγγιση. Εάν είχαν πραγματοποιηθεί οι προσαρμογές που πρότειναν τα ενδιαφερόμενα μέρη, η τελική τιμή δεν θα αντικατόπτριζε την τιμή χωρίς στρεβλώσεις στην τουρκική αγορά, αλλά τη μέση τιμή EXW (κατά την πώληση προς εξαγωγή) στις χώρες που πωλούν στην Τουρκία. Αυτό θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού και, συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

(270)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, δύο παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος, αφού αμφισβήτησαν τη συμβατότητα του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού με τους κανόνες του ΠΟΕ, πρότειναν να απλουστεύσει η Επιτροπή την προσέγγισή της απλώς με τη σύγκριση του δείκτη αναφοράς για τις PVA, το υπό εξέταση προϊόν, με την τιμή εξαγωγής κάθε παραγωγού-εξαγωγέα.

(271)

Η Επιτροπή διαφώνησε με την προσέγγιση αυτή. Η Επιτροπή σημείωσε αρχικά ότι η συμβατότητα της μεθόδου που θεσπίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού με τους κανόνες του ΠΟΕ εξετάστηκε στην αιτιολογική σκέψη 98. Στη συνέχεια, η Επιτροπή επισήμανε ότι η μεθοδολογία που πρότειναν οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος θα παραβίαζε το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού, το οποίο επιτάσσει την κατασκευή της κανονικής αξίας αποκλειστικά με βάση το κόστος παραγωγής και πώλησης που αντικατοπτρίζει τους δείκτες αναφοράς χωρίς στρεβλώσεις για κάθε εξαγωγέα και παραγωγό χωριστά. Στην ουσία η εν λόγω διάταξη υποχρεώνει την Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη μέθοδο παραγωγής και την κατανάλωση εισροών από κάθε παραγωγό-εξαγωγέα μεμονωμένα αντί να εφαρμόζει αξία χονδρικής πώλησης αναφοράς για όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη παραγωγική διαδικασία τους. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

(272)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, οι ίδιοι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος υποστήριξαν ότι ο δείκτης αναφοράς για τον γαιάνθρακα είναι αδικαιολόγητα υψηλότερος από το επίπεδο των τιμών στην αγορά σε σύγκριση με τις τιμές που αναφέρονται από την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ. Δεδομένου ότι η Κίνα είναι πλούσια σε γαιάνθρακα, οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο χρήσης των τιμών των ΗΠΑ.

(273)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή σημείωσε αρχικά ότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 246, ο δείκτης αναφοράς για τον γαιάνθρακα εξετάστηκε εκτενώς στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020. Όπως αναφέρεται επίσης στην ίδια αιτιολογική σκέψη, δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις επί του σημείου αυτού εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Το μοναδικό επιχείρημα του παραγωγού-εξαγωγέα του δείγματος ήταν ότι οι τιμές που χρησιμοποιήθηκαν πραγματικά είναι σημαντικά υψηλότερες από τις τιμές που αναφέρονται στις ΗΠΑ. Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν είναι ασύνηθες οι τιμές για την ενέργεια και τις πηγές ενέργειας να είναι σχετικά χαμηλές στις ΗΠΑ. Ελλείψει οποιουδήποτε άλλου επιχειρήματος σχετικά με την αξιοπιστία του χρησιμοποιούμενου δείκτη αναφοράς, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε.

(2)   Εσωτερικά παραγόμενες εισροές που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας

(274)

Οι παραγωγοί-εξαγωγείς παρήγαν εσωτερικά ορισμένους συντελεστές παραγωγής όπως αυτοπαραγόμενος ατμός, ηλεκτρική ενέργεια, ψυκτική ικανότητα, απεσταγμένο νερό και ομοειδή προϊόντα. Παρά την απαίτηση του ερωτηματολογίου αντιντάμπινγκ, ορισμένοι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν κατένειμαν τους όγκους κατανάλωσης των εισροών για τους συγκεκριμένους αυτοπαραγόμενους συντελεστές παραγωγής στο προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας. Αντιθέτως, οι εν λόγω παραγωγοί-εξαγωγείς είχαν κατανείμει μόνο τις τιμές και τους όγκους κατανάλωσης των αυτοπαραγόμενων συντελεστών παραγωγής στο προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας. Η Επιτροπή επιδίωξε να καθορίσει τη μη στρεβλωμένη τιμή για τους αυτοπαραγόμενους συντελεστές παραγωγής. Χρησιμοποιώντας τις μη στρεβλωμένες τιμές των πρώτων υλών και της εργασίας, οι οποίες καθορίστηκαν όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 259 έως 263 και 276, η Επιτροπή υπολόγισε εκ νέου τις μη στρεβλωμένες τιμές των αυτοπαραγόμενων συντελεστών παραγωγής. Στη συνέχεια αυτές οι μη στρεβλωμένες τιμές εφαρμόστηκαν στον υπολογισμό της κανονικής αξίας όπως εξηγείται στο τμήμα 3.1.4.4.

(275)

Οι πρώτες ύλες και οι αυτοπαραγόμενοι συντελεστές παραγωγής που είχαν αμελητέα μόνο βαρύτητα στο συνολικό κόστος παραγωγής του παραγωγού-εξαγωγέα, καθώς και σε επίπεδο PCN, ομαδοποιήθηκαν στην κατηγορία των αναλώσιμων υλικών. Η Επιτροπή υπολόγισε το ποσοστό των αναλώσιμων υλικών επί του συνολικού κόστους των πρώτων υλών και εφάρμοσε το ποσοστό αυτό στο εκ νέου υπολογισθέν κόστος των πρώτων υλών κατά τη χρήση των καθορισμένων μη στρεβλωμένων τιμών.

(3)   Εργασία

(276)

Το Τουρκικό Στατιστικό Ινστιτούτο δημοσιεύει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τους μισθούς σε διάφορους οικονομικούς τομείς στην Τουρκία. Η Επιτροπή χρησιμοποίησε τους μισθούς που αναφέρθηκαν στον τουρκικό τομέα μεταποίησης για το 2016, για την οικονομική δραστηριότητα C.20 (Παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων) (76) σύμφωνα με την ταξινόμηση NACE αναθ. 2 (77). Η μέση μηνιαία αξία του 2016 προσαρμόστηκε δεόντως για να ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός με βάση τον δείκτη τιμών των εγχώριων παραγωγών (78), όπως δημοσιεύτηκε από το Τουρκικό Στατιστικό Ινστιτούτο.

(277)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, τρεις παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή έπρεπε να έχει χρησιμοποιήσει τους μισθούς για την οικονομική δραστηριότητα C.22 [Κατασκευή προϊόντων από ελαστικό (καουτσούκ) και πλαστικές ύλες] σύμφωνα με την ταξινόμηση NACE αναθ. 2., αντί της C.20. Οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η PVA είναι ένας τύπος πολυμερούς ή πλαστικού, ένα πολυμερές του βινυλίου που ενώνεται με αποκλειστικούς δεσμούς άνθρακα-άνθρακα. Ο δεσμός είναι ο ίδιος με τον δεσμό τυπικών πλαστικών, όπως το πολυαιθυλένιο, το πολυπροπυλένιο και το πολυστυρόλιο, και υδατοδιαλυτών πολυμερών, όπως το πολυακρυλαμίδιο και το πολυακρυλικό οξύ.

(278)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Eurostat σχετικά με την ταξινόμηση NACE αναθ. 2 (79), η οικονομική δραστηριότητα C.20, την οποία χρησιμοποίησε η Επιτροπή, καλύπτει, μεταξύ άλλων, την κατασκευή ρητινών, πλαστικών υλών και μη βουλκανισμένων θερμοπλαστικών ελαστομερών, τη μείξη και ανάμειξη ρητινών επί παραγγελία, καθώς και την κατασκευή μη εξατομικευμένων συνθετικών ρητινών (C.20.16). Η κλάση αυτή περιλαμβάνει την κατασκευή πλαστικών υλών σε πρωτογενείς μορφές: πολυμερή, συμπεριλαμβανομένων των πολυμερών αιθυλενίου, προπυλενίου, στυρενίου, χλωραιθυνελίου, οξικού βινυλίου και ακρυλικών ενώσεων· πολυαμίδια· φαινολικές και εποξειδικές ρητίνες και πολυουρεθάνες· αλκυδικές και πολυεστερικές ρητίνες και πολυαιθέρες· σιλικόνες· ιοντοανταλλάκτες με βάση πολυμερή. Στις ίδιες κατευθυντήριες γραμμές η οικονομική δραστηριότητα C.22 [Κατασκευή προϊόντων από ελαστικό (καουτσούκ) και πλαστικές ύλες], την οποία πρότειναν οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος, περιγράφεται ως «επεξεργασία νέων ή εξαντλημένων (δηλαδή ανακυκλωμένων) πλαστικών ρητινών σε ενδιάμεσα ή τελικά προϊόντα, με τη χρήση διεργασιών όπως καλούπωμα με συμπίεση· μορφοποίηση με εκβολή· χύτευση με έγχυση· χύτευση σε φυσητή μηχανή· και χύτευση». Η οικονομική δραστηριότητα C.22 υποδιαιρείται σε: κατασκευή πλαστικών πλακών, φύλλων, σωλήνων και ειδών καθορισμένης μορφής· κατασκευή πλαστικών ειδών συσκευασίας· κατασκευή πλαστικών οικοδομικών υλικών· και κατασκευή άλλων πλαστικών προϊόντων (όπως επιτραπέζια σκεύη, κατάλληλα σχολικά εφόδια κ.λπ.). Είναι, ως εκ τούτου, σαφές ότι οι μισθοί για την οικονομική δραστηριότητα C.20 είναι καταλληλότεροι ως δείκτες αναφοράς της εργασίας για την παραγωγή PVA σε σχέση με τους μισθούς για την οικονομική δραστηριότητα C.22. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(4)   Ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο

(279)

Για τον καθορισμό τιμής αναφοράς για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο που δημοσιεύονται στα τακτικά δελτία Τύπου του Τουρκικού Στατιστικού Ινστιτούτου (80). Από αυτά τα στατιστικά στοιχεία, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα δεδομένα για τις τιμές της βιομηχανικής ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου στην αντίστοιχη ζώνη κατανάλωσης σε Kuruș/kWh που καλύπτει την περίοδο έρευνας.

(280)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος και ένας ενωσιακός παραγωγός/χρήστης υποστήριξαν ότι οι τουρκικές τιμές του φυσικού αερίου δεν είναι κατάλληλες ως δείκτης αναφοράς και ότι αντί αυτών θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι τιμές στις ακτές του Κόλπου των ΗΠΑ. Ο παραγωγός-εξαγωγέας προέβαλε το επιχείρημα ότι οι τουρκικές τιμές του φυσικού αερίου είναι διπλάσιες από τις τιμές του φυσικού αερίου στην Ένωση και υπερδιπλάσιες από τις τιμές στις ακτές του Κόλπου των ΗΠΑ. Ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι οι τιμές του φυσικού αερίου στην Τουρκία αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας και ήταν κατά 75 % υψηλότερες σε σχέση με τα τέλη του 2017, παρότι οι παγκόσμιες τιμές του φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου παρέμειναν ουσιαστικά σταθερές. Ο παραγωγός-εξαγωγέας απέδωσε αυτή την αύξηση σε έναν συνδυασμό παραγόντων, συγκεκριμένα: i) στην εξάρτηση από τις εισαγωγές· ii) στις γεωπολιτικές εντάσεις με τη Ρωσία οι οποίες επηρεάζουν τον εφοδιασμό της Τουρκίας με φυσικό αέριο· iii) στην επιβολή κυρώσεων στις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα· iv) στις πολιτικές εντάσεις με τις ΗΠΑ· και v) στην υποτίμηση της τουρκικής λίρας. Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις εικαζόμενες τεχνητά υψηλές τιμές του φυσικού αερίου, ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως δείκτης αναφοράς είτε οι τιμές στις ακτές του Κόλπου των ΗΠΑ είτε οι μέσες τιμές του φυσικού αερίου στην Τουρκία κατά την περίοδο από το 2015 έως το 2017.

(281)

Ο ενωσιακός παραγωγός/χρήστης προέβαλε επίσης το επιχείρημα ότι η αγορά φυσικού αερίου στην Τουρκία είναι συγκριτικά μικρή και δεν είναι ελευθερωμένη. Επιπλέον, οι τιμές του φυσικού αερίου στην Τουρκία αφορούν τη χρήση του φυσικού αερίου για θέρμανση και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αλλά όχι με χρήση μεγάλης κλίμακας για την παραγωγή χημικών ουσιών. Ο χρήστης υποστήριξε ότι ως δείκτης αναφοράς θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι τιμές στις ακτές του Κόλπου των ΗΠΑ.

(282)

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς αυτούς. Η Επιτροπή επισήμανε καταρχάς ότι η δήλωση πως οι τιμές του φυσικού αερίου στην Τουρκία είναι διπλάσιες σε σχέση με τις τιμές στην Ένωση κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας είναι εσφαλμένη. Σύμφωνα με τα στοιχεία Gas prices for non-household consumers - bi-annual data (from 2007 onwards) (81) [Τιμές του φυσικού αερίου για μη οικιακούς καταναλωτές - εξαμηνιαία δεδομένα (από το 2007 και μετά)] που δημοσίευσε η Eurostat, κατά την περίοδο έρευνας, στα 0,028 EUR/kWh (0,3 EUR/m3) η μέση τιμή του φυσικού αερίου για τους μη οικιακούς καταναλωτές στην Ένωση ήταν κατά 43 % υψηλότερη από τη μέση τιμή του φυσικού αερίου στην Τουρκία (0,020 EUR/kWh ή 0,21 EUR/m3). Οι τουρκικές τιμές του φυσικού αερίου για μη οικιακούς καταναλωτές ήταν, συνεπώς, σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές στην Ένωση κατά την περίοδο έρευνας.

(283)

Η Επιτροπή σημείωσε στη συνέχεια ότι η εικόνα της εξέλιξης των τιμών του φυσικού αερίου στην Τουρκία, όπως την περιγράφει ο παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος, είναι σημαντικά επηρεασμένη, επειδή δεν λαμβάνει υπόψη τη σημαντική υποτίμηση της τουρκικής λίρας κατά την περίοδο αυτή. Ο παραγωγός-εξαγωγέας επισήμανε την υποτίμηση ως παράγοντα επηρεασμού, ωστόσο δεν την αντισταθμίζει με την εφαρμογή συντελεστή μετατροπής USD ή EUR με σκοπό τη σύγκριση της εξέλιξης των τιμών με την εξέλιξη των τιμών στις ακτές του Κόλπου των ΗΠΑ ή των τιμών στην Ένωση με βάση ένα νόμισμα που ήταν σχετικά σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου. Θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί το ρεμίνμπι-γιουάν (CNY), ιδίως επειδή αυτό είναι το νόμισμα στο οποίο μετατρέπονται οι τιμές των συντελεστών παραγωγής για την κατασκευή της κανονικής αξίας.

(284)

Όταν εκφράζονται σε EUR, με βάση τα δεδομένα της Eurostat (82), οι τιμές του φυσικού αερίου στην Τουρκία κατά την περίοδο έρευνας ήταν 12 % (όχι 75 %) υψηλότερες σε σχέση με το 2017 (83). Σύμφωνα με τη Eurostat, κατά την ίδια περίοδο, οι τιμές για τους μη οικιακούς καταναλωτές στην Ένωση αυξήθηκαν κατά περίπου 11 % (84). Επιπλέον, κατά την περίοδο από το 2017 έως το πρώτο εξάμηνο του 2019 (συνεπώς, την περίοδο που καλύπτει το σύνολο της περιόδου έρευνας) σημειώθηκαν οι χαμηλότερες τιμές φυσικού αερίου στην Τουρκία μεταξύ του 2015 και του 2019, εκφρασμένες σε σταθερό νόμισμα. Μάλιστα, αν η Επιτροπή ικανοποιούσε το αίτημα του παραγωγού-εξαγωγέα και χρησιμοποιούσε τις μέσες τιμές του φυσικού αερίου στην Τουρκία μεταξύ του 2015 και του 2017 ως δείκτη αναφοράς, θα ήταν εις βάρος του παραγωγού-εξαγωγέα του δείγματος. Αυτή η μέση τιμή θα ανερχόταν σε περίπου 1,70 CNY/m3 και θα ήταν, συνεπώς, περίπου 4 % υψηλότερη από την τιμή που χρησιμοποίησε πραγματικά η Επιτροπή στον υπολογισμό της.

(285)

Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερομένων, παρότι οι τιμές του φυσικού αερίου, όταν εκφράζονται σε τουρκικές λίρες, επηρεάζονται από τη σημαντική υποτίμηση του εν λόγω νομίσματος, ο επηρεασμός αυτός εξαλείφεται με τη μεθοδολογία του εκ νέου υπολογισμού αυτών των τιμών σε RMB πριν από τη χρήση τους στην κατασκευή της κανονικής αξίας. Όταν εκφράζονται σε USD, EUR ή CNY, δεν υπάρχει τίποτα ασυνήθιστο όσον αφορά τις τιμές αυτές και την εξέλιξή τους μεταξύ του 2015 και του 2019. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να χρησιμοποιηθεί δείκτης αναφοράς εκτός χώρας ή μέσες τιμές κατά την περίοδο από το 2015 έως το 2017.

(286)

Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η αγορά φυσικού αερίου στην Τουρκία είναι συγκριτικά μικρή και μη ελευθερωμένη και ότι οι τιμές του φυσικού αερίου στην Τουρκία αφορούν τη χρήση του φυσικού αερίου για θέρμανση και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αλλά όχι χρήση μεγάλης κλίμακας για παραγωγή χημικών, η Επιτροπή σημειώνει ότι δεν παρασχέθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει αυτούς τους ισχυρισμούς. Επιπλέον, η ύπαρξη χωριστής τιμής φυσικού αερίου για τους μη οικιακούς καταναλωτές δείχνει το αντίθετο.

(287)

Για τους λόγους που περιγράφονται ανωτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

(288)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ο ίδιος παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος εκφράζει παρόμοιες ανησυχίες όσον αφορά τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας με αυτές που εκφράστηκαν σε σχέση με το φυσικό αέριο και συνοψίζονται στην αιτιολογική σκέψη 280. Σύμφωνα με τον παραγωγό-εξαγωγέα, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στην Τουρκία επίσης αυξήθηκαν δραματικά (αναλογικά προς την αύξηση των τιμών που παρατηρήθηκε για το φυσικό αέριο) κατά την περίοδο έρευνας. Ο παραγωγός-εξαγωγέας πρότεινε να χρησιμοποιηθεί ο μέσος όρος των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας κατά την περίοδο από το 2015 έως το 2017 αντί των δεδομένων για την περίοδο έρευνας.

(289)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή σημείωσε καταρχάς ότι ο παραγωγός-εξαγωγέας δεν προσκόμισε κανένα αριθμητικό στοιχείο προς επίρρωσή του. Η Επιτροπή μπορεί μόνο να υποθέσει ότι ο ισχυρισμός βασίζεται στην εξέλιξη των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας σε τουρκικές λίρες, όπως στην περίπτωση του φυσικού αερίου που περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 285. Όπως και στην περίπτωση του φυσικού αερίου, η μεθοδολογία που χρησιμοποίησε η Επιτροπή σύμφωνα με την οποία οι δείκτες αναφοράς επανυπολογίζονται σε CNY αντισταθμίζει την επίπτωση της διακύμανσης της τουρκικής λίρας.

(290)

Η Επιτροπή εξέτασε τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας για μη οικιακούς καταναλωτές που κοινοποιήθηκαν από τη Eurostat (85) σε EUR. Παρότι οι τιμές στην Τουρκία κατά την περίοδο έρευνας ήταν υψηλότερες κατά περίπου 12,7 % σε σχέση με το 2017, η μέση τιμή στην Ένωση επίσης αυξήθηκε κατά 10,7 % κατά την ίδια περίοδο. Επιπλέον, η μέση τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στην Τουρκία κατά την περίοδο έρευνας, εκφρασμένη σε EUR, ήταν περίπου 1 % χαμηλότερη από τη μέση τιμή κατά την περίοδο από το 2015 έως το 2017, την οποία προτείνει για χρήση ο παραγωγός-εξαγωγέας. Ως εκ τούτου, όταν αίρεται η επίπτωση της υποτίμησης της τουρκικής λίρας, είναι σαφές ότι, αντίθετα με τους ισχυρισμούς του παραγωγού-εξαγωγέα του δείγματος, δεν υπήρξε δραματική αύξηση των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας στην Τουρκία κατά την περίοδο έρευνας.

(291)

Για τους λόγους που περιγράφονται ανωτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

(292)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, τρεις εισαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι το κόστος του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας στην Τουρκία διογκώθηκε με πολιτική απόφαση. Για να υποστηρίξουν το επιχείρημα αυτό, αναφέρθηκαν στα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλαν σε υπόμνημα της 16ης Ιουνίου 2020. Στο εν λόγω υπόμνημα, βασιζόμενοι σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε υπεύθυνος συμμόρφωσης μιας τουρκικής εταιρείας χημικών, υποστήριξαν ότι η τουρκική αγορά φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι ελευθερωμένη και ότι οι τιμές καθορίζονται από δημόσια αρχή. Το συμπέρασμα αυτό φέρεται να υποστηρίχθηκε από ανάλυση της τουρκικής αγοράς φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, ωστόσο οι εισαγωγείς δεν αναφέρθηκαν σε συγκεκριμένο μέρος της ανάλυσης αυτής. Ισχυρίστηκαν ότι, βάσει αυτού του επιχειρήματος, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την Τουρκία ως κατάλληλη αντιπροσωπευτική χώρα ή να μειώσει το εικαζόμενο υψηλότερο κόστος του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας τουλάχιστον κατά 300 %.

(293)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Ακόμη και αν η Επιτροπή θεωρούσε το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου υπευθύνου συμμόρφωσης μιας εταιρείας χημικών ως έγκυρη απόδειξη πληθωρισμού των ενεργειακών τιμών στην Τουρκία, η Επιτροπή επισήμανε ότι το μήνυμα ξεκινά λέγοντας ότι «η αγορά ενέργειας στην Τουρκία είναι πολύ φιλελεύθερη από πολλές πλευρές». Η δήλωση αυτή ήδη έρχεται σε αντίθεση με τον χαρακτηρισμό του μηνύματος στο υπόμνημα. Όσον αφορά το γεγονός ότι οι τουρκικές τιμές φυσικού αερίου είναι υψηλότερες από τις τιμές στις παγκόσμιες αγορές, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 282, οι τουρκικές τιμές φυσικού αερίου για μη οικιακούς καταναλωτές είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις αντίστοιχες τιμές στην Ένωση. Τέλος, η προς τα κάτω προσαρμογή κατά 300 % των τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας φαίνεται να βασίζεται σε ισχυρισμό που διατύπωσε στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ο υπεύθυνος συμμόρφωσης μιας τουρκικής εταιρείας χημικών σύμφωνα με τον οποίο «οι τιμές πετρελαίου και ντίζελ φορολογούνται με συντελεστή 300 %». Είτε αληθεύει είτε όχι, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι συναφής για τις τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν

(294)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας και ένας ενωσιακός παραγωγός/χρήστης επισήμαναν ότι οι δείκτες αναφοράς για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο·περιλαμβάνουν ΦΠΑ. Υποστήριξαν ότι η χρήση των εγχώριων τιμών πώλησης και του κόστους χωρίς ΦΠΑ αποτελεί συνήθη πρακτική κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας.

(295)

Η Επιτροπή έλαβε υπόψη την παρατήρηση αυτή και προσάρμοσε τον δείκτη αναφοράς για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο αφαιρώντας τον ΦΠΑ (18 %). Η κανονική αξία και τα περιθώρια ντάμπινγκ επανυπολογίστηκαν αναλόγως για όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς. Τα νέα πορίσματα κοινοποιήθηκαν εκ νέου στο πλαίσιο της κοινοποίησης των συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων.

(296)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, τρεις παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι, κατά την εφαρμογή του δείκτη αναφοράς για την ηλεκτρική ενέργεια, η Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τη σχετική ζώνη τιμών που εφαρμόζεται στο επίπεδο κατανάλωσης της ηλεκτρικής ενέργειας από τον εν λόγω παραγωγό-εξαγωγέα, αντί του μέσου όρου όλων των ζωνών.

(297)

Η Επιτροπή έλαβε υπόψη την παρατήρηση αυτή και προσάρμοσε τον δείκτη αναφοράς για την ηλεκτρική ενέργεια με την εφαρμογή ζωνών τιμών για καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας μεγάλου και μεσαίου μεγέθους, κατά περίπτωση. Η εκτίμηση αυτή βασίστηκε στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας από τους παραγωγούς-εξαγωγείς και όχι στην κατανάλωσή τους, καθώς ορισμένοι από αυτούς παράγουν μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνουν. Η κανονική αξία και τα περιθώρια ντάμπινγκ επανυπολογίστηκαν αναλόγως για όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς. Τα νέα πορίσματα κοινοποιήθηκαν εκ νέου στο πλαίσιο της κοινοποίησης των συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων.

(298)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κοινοποίηση συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι το μέγεθος της μείωσης του περιθωρίου ντάμπινγκ μετά την προσαρμογή που εξετάζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 295 και 297 ανωτέρω δεν συνάδει με όσα γνωρίζει σχετικά με το ποσοστό του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας στο κόστος παραγωγής της Sinopec. Η καταγγέλλουσα προέβαλε το επιχείρημα ότι, ενώ πράγματι μία εταιρεία παραγωγής της Sinopec θα μπορούσε να χρησιμοποιεί σημαντικές ποσότητες φυσικού αερίου, δεν συμβαίνει το ίδιο για την άλλη εταιρεία.

(299)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων, ένας χρήστης αμφισβήτησε επίσης τους υπολογισμούς μετά την προσαρμογή που εξετάζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 295 και 297. Ο εν λόγω χρήστης εξέφρασε την άποψη ότι, δεδομένου του υψηλού ποσοστού ενέργειας στο κόστος παραγωγής PVA, ανέμενε ότι ο αντίκτυπος της προσαρμογής θα ήταν υψηλότερος. Ζήτησε από την Επιτροπή να επαληθεύσει τους υπολογισμούς της.

(300)

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς αυτούς. Η Επιτροπή σημείωσε ότι, παρότι οι ισχυρισμοί αυτοί βασίζονταν σε απλές υποθέσεις, ο υπολογισμός της κανονικής αξίας της Sinopec από την Επιτροπή, μετά την προσαρμογή, βασίστηκε σε ακριβή ποσοστά κατανάλωσης τα οποία υπέβαλε ο παραγωγός-εξαγωγέας και επαλήθευσε η Επιτροπή. Όσον αφορά τη Sinopec Ningxia, η εταιρεία που εικάζεται ότι δεν χρησιμοποίησε σημαντικές ποσότητες φυσικού αερίου στην παραγωγή PVA, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 329, λόγω της χρήσης των διαθέσιμων στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού, για κάθε PCN που αναφέρεται από τη Sinopec Ningxia, η Επιτροπή χρησιμοποίησε την υψηλότερη κατασκευασμένη κανονική αξία των υπόλοιπων συνεργαζόμενων παραγωγών-εξαγωγέων. Παρότι αυτές οι κανονικές αξίες πράγματι δεν επηρεάστηκαν σημαντικά από την αφαίρεση του ΦΠΑ από τις τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, ο συνολικός αντίκτυπος των μεμονωμένων εταιρειών στο περιθώριο ντάμπινγκ του ομίλου ποικίλλει ανάλογα με το ποσοστό των πωλήσεων αυτών των εταιρειών στο σύνολο των εξαγωγικών πωλήσεων του ομίλου στην Ένωση. Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε ότι η προσαρμογή, παρότι συνδέεται με το φυσικό αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια, είχε πράγματι δευτερογενείς επιπτώσεις, για παράδειγμα, στα γενικά έξοδα που υπολογίστηκαν ως ποσοστό του κόστους κατασκευής χωρίς στρεβλώσεις. Εάν το κόστος αυτό μειωθεί, λόγω της αφαίρεσης του ΦΠΑ από τις τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, θα μειωθούν και τα γενικά έξοδα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(5)   Αναλώσιμα υλικά/αμελητέες ποσότητες

(301)

Λόγω του μεγάλου αριθμού των συντελεστών παραγωγής των συνεργασθέντων παραγωγών-εξαγωγέων του δείγματος, ορισμένες από τις πρώτες ύλες που είχαν αμελητέα μόνο βαρύτητα στο συνολικό κόστος παραγωγής του παραγωγού-εξαγωγέα, καθώς και σε επίπεδο τύπου προϊόντος, ομαδοποιήθηκαν στην κατηγορία των αναλώσιμων υλικών.

(302)

Η Επιτροπή υπολόγισε το ποσοστό των αναλώσιμων υλικών επί του συνολικού κόστους των πρώτων υλών και εφάρμοσε το ποσοστό αυτό στο εκ νέου υπολογισθέν κόστος των πρώτων υλών κατά τη χρήση των καθορισμένων μη στρεβλωμένων τιμών.

(303)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος επισήμανε ότι σημαντικός αριθμός συντελεστών παραγωγής, οι οποίοι θεωρούνταν από την Επιτροπή ως αμελητέοι, αντιμετωπίστηκαν ως αναλώσιμα υλικά και, συνεπώς, δεν καθορίστηκαν επιμέρους δείκτες αναφοράς για τους συγκεκριμένους συντελεστές παραγωγής. Παρότι ο παραγωγός-εξαγωγέας δεν αμφισβήτησε καταρχήν την προσέγγιση αυτή, αμφισβήτησε την εκτέλεσή της. Πρώτον, ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι οι παραγωγοί έπρεπε να κοινοποιήσουν δυσανάλογα λεπτομερείς πληροφορίες οι οποίες εν τέλει δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας. Δεύτερον, ο παραγωγός-εξαγωγέας επισήμανε ότι η Επιτροπή καθόρισε τις τιμές των αναλώσιμων υλικών εφαρμόζοντας το ποσοστό αυτών των αναλώσιμων υλικών στο συνολικό άμεσο κόστος των οικείων πρώτων υλών στις μη στρεβλωμένες τιμές για το κόστος αυτό με βάση δείκτες αναφοράς. Ο παραγωγός-εξαγωγέας προέβαλε το επιχείρημα ότι με αυτόν τον τρόπο η Επιτροπή αντιμετώπισε ουσιαστικά τα αναλώσιμα υλικά ως στρεβλωμένα παρότι δεν είχε διαπιστωθεί καμία στρέβλωση. Ο παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να υποθέσει ότι τα αναλώσιμα είχαν στρεβλωθεί στο ίδιο ποσοστό με τις άμεσες πρώτες ύλες. Ο παραγωγός-εξαγωγέας εξέφρασε παρόμοιες επιφυλάξεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αντιμετώπισε τα γενικά έξοδα. Λαμβανομένων υπόψη των ζητημάτων αυτών, ο παραγωγός-εξαγωγέας ζήτησε από την Επιτροπή να θέσει ανώτατο όριο στα αναλώσιμα υλικά και στα γενικά έξοδα με βάση τις τιμές που κοινοποιήθηκαν από τον παραγωγό-εξαγωγέα τόσο για τα αναλώσιμα υλικά όσο και για τα γενικά έξοδα.

(304)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή σημείωσε ότι, προκειμένου να προσδιορίσει και να επαληθεύσει εάν η τιμή ενός συντελεστή παραγωγής είναι αμελητέα, είναι απαραίτητη η αναλυτική κατανομή των τύπων προϊόντων ανά συντελεστή παραγωγής. Ως εκ τούτου, το αιτούμενο επίπεδο πληροφοριών ήταν κατάλληλο ώστε να προσδιοριστεί και να επαληθευτεί το σύνολο των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού αναλώσιμων υλικών στο άμεσο κόστος των πρώτων υλών που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της κανονικής αξίας. Όσον αφορά το επιχείρημα ότι τα αναλώσιμα υλικά δεν ήταν στρεβλωμένα και ότι έπρεπε να επιβληθεί ανώτατο όριο στις τιμές τους με βάση τα επίπεδα που αναφέρθηκαν από τον παραγωγό-εξαγωγέα, η Επιτροπή σημείωσε ότι διαπιστώθηκαν σημαντικές στρεβλώσεις στο τμήμα 3.1.1 ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού, μπορεί να χρησιμοποιηθεί το εγχώριο κόστος, αλλά μόνο στον βαθμό που διαπιστώνεται σαφώς, με βάση ακριβή και κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία, ότι αυτό δεν είναι αποτέλεσμα στρεβλώσεων. Κανένα τέτοιο αποδεικτικό στοιχείο όσον αφορά τα αναλώσιμα υλικά, καθώς και τα γενικά έξοδα, δεν υποβλήθηκε από τους παραγωγούς-εξαγωγείς ούτε εντοπίστηκε από την Επιτροπή. Όσον αφορά την υπόθεση ότι τα αναλώσιμα είχαν στρεβλωθεί στο ίδιο ποσοστό με τις άμεσες πρώτες ύλες, η Επιτροπή υπενθύμισε καταρχάς ότι ο παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος δεν αμφισβήτησε την αρχή της μεταχείρισης δευτερευόντων συντελεστών παραγωγής ως αναλώσιμων. Ενώ η Επιτροπή εφάρμοσε σε αυτά τον μέσο συντελεστή στρέβλωσης των άλλων άμεσων πρώτων υλών, ο παραγωγός-εξαγωγέας δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία ότι η υπόθεση αυτή ήταν εσφαλμένη. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

(6)   Γενικά έξοδα κατασκευής, έξοδα πώλησης και γενικά και διοικητικά έξοδα (ΠΓ&Δ) και κέρδη

(305)

Τα γενικά έξοδα κατασκευής για τους συνεργασθέντες παραγωγούς-εξαγωγείς εκφράστηκαν ως ποσοστό του κόστους κατασκευής το οποίο πράγματι επωμίστηκαν οι παραγωγοί-εξαγωγείς. Το συγκεκριμένο ποσοστό εφαρμόστηκε στο μη στρεβλωμένο κόστος κατασκευής.

(306)

Όσον αφορά τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα οικονομικά στοιχεία του τμήματος χημικών της τουρκικής εταιρείας Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. για το 2018 όπως ανακοινώθηκε στο σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020 και αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 218.

(307)

Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 205, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι οικονομικές δαπάνες της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. το 2018 ήταν εκτάκτως υψηλές και θα έπρεπε να προσαρμοστούν καταλλήλως. Ως εκ τούτου, κατά τον υπολογισμό των εξόδων ΠΓ&Δ, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις οικονομικές δαπάνες του 2018 και τις αντικατέστησε με τις μέσες οικονομικές δαπάνες της εταιρείας το 2017, το 2016 και το 2015. Αυτή η προσαρμογή οδήγησε σε υψηλότερο ποσοστό εξόδων ΠΓ&Δ, αλλά σε χαμηλότερο ποσοστό κέρδους. Ως εκ τούτου, η επίπτωση των έκτακτων οικονομικών δαπανών του 2018 ήταν απλώς μια αλλαγή μεταξύ εξόδων ΠΓ&Δ και κερδών χωρίς κανέναν αντίκτυπο στο σύνολο των εξόδων ΠΓ&Δ και των κερδών. Συνεπώς, συνολικά, δεν επηρέασε το επίπεδο των εξόδων ΠΓ&Δ και του κέρδους συνδυαστικά.

(308)

Όπως επεξηγείται περαιτέρω στην αιτιολογική σκέψη 303, στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος υποστήριξε ότι τα γενικά έξοδα, καθώς και τα αναλώσιμα υλικά, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως στρεβλωμένα και ότι πρέπει να επιβληθεί ανώτατο όριο στις τιμές τους με βάση τις τιμές που αναφέρθηκαν από τον παραγωγό-εξαγωγέα. Ο ισχυρισμός αυτός εξετάστηκε και απορρίφθηκε στην αιτιολογική σκέψη 304.

(309)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος υποστήριξε ότι η οικεία έμμεση εργασία συμπεριλήφθηκε, για τους σκοπούς της κατασκευής της κανονικής αξίας, στα γενικά έξοδα αντί να αντιμετωπιστεί λογιστικά ως συντελεστής παραγωγής, ιδίως επειδή η Επιτροπή έχει προσδιορίσει ακριβή δείκτη αναφοράς για την εργασία. Ο παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος ισχυρίστηκε ότι η χρήση του δείκτη αναφοράς της εργασίας για την έμμεση εργασία θα είχε ως αποτέλεσμα ακριβέστερο μη στρεβλωμένο κόστος σε σχέση με τη συμπερίληψή της στα γενικά έξοδα.

(310)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή σημείωσε ότι ο ίδιος ο παραγωγός-εξαγωγέας είχε συμπεριλάβει την έμμεση εργασία στα γενικά έξοδα στο κόστος παραγωγής και παράλληλα είχε παράσχει την έμμεση εργασία ως επιμέρους συντελεστή παραγωγής. Προκειμένου να αποφευχθεί ο διπλός υπολογισμός, η Επιτροπή αφαίρεσε την άμεση εργασία από τους συντελεστές παραγωγής και τη διατήρησε ως μέρος των γενικών εξόδων. Λαμβανομένων υπόψη της φύσης της έμμεσης εργασίας ως γενικού εξόδου και της σημαντικής διαφοράς στους μισθούς και τα προσόντα του προσωπικού που συμμετέχει στην κατασκευή του προϊόντος, και προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν διπλός υπολογισμός και να εξασφαλιστεί η συνέπεια, η Επιτροπή δεν βρήκε τον λόγο να μεταβάλει την αρχική προσέγγιση του παραγωγού-εξαγωγέα και διατήρησε την έμμεση εργασία ως γενικό έξοδο. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(311)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, δύο παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος υποστήριξαν ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε χρησιμοποιήσει τα δεδομένα για τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη από περισσότερους του ενός παραγωγούς. Οι παραγωγοί-εξαγωγείς βάσισαν αυτό το επιχείρημα στα πορίσματα του δευτεροβάθμιου οργάνου στην υπόθεση ΕΕ – Κλινοσκεπάσματα (DS141).

(312)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή σημείωσε ότι το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού δεν απαγορεύει τη χρήση δεδομένων για τα έξοδα ΠΓ&Δ από έναν παραγωγό. Η συμβατότητα της εν λόγω διάταξης με τους κανόνες του ΠΟΕ καλύφθηκε στην αιτιολογική σκέψη 98. Επιπλέον, όπως εξηγείται στο τμήμα 3.1.2.3, η Επιτροπή εντόπισε μόνο μία εταιρεία στην αντιπροσωπευτική χώρα με άμεσα διαθέσιμα δεδομένα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(313)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, τρεις παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος αμφισβήτησαν το γεγονός ότι η Επιτροπή αφαίρεσε ορισμένα έξοδα μεταφοράς από την τιμή εξαγωγής, παρότι αυτά τα έξοδα (μαζί με τα έξοδα διεκπεραίωσης κ.λπ. και τα έξοδα χρηματοδότησης όπως οι τραπεζικές χρεώσεις) δεν αφαιρέθηκαν από τα έξοδα ΠΓ&Δ του παραγωγού στην αντιπροσωπευτική χώρα.

(314)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή σημείωσε ότι κανένα στοιχείο δεν υποδεικνύει ότι τα έξοδα αυτά περιλήφθηκαν στα έξοδα ΠΓ&Δ τα οποία αναφέρθηκαν για τον παραγωγό στην αντιπροσωπευτική χώρα. Επιπλέον, οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει το αντίθετο. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(315)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος συμφώνησε ότι οι οικονομικές δαπάνες του παραγωγού στην αντιπροσωπευτική χώρα ήταν εκτάκτως υψηλές και, συνεπώς, τα έξοδα ΠΓ&Δ για την εν λόγω εταιρεία έπρεπε να προσαρμοστούν αναλόγως. Ωστόσο, ο παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος διαφώνησε με την προσαρμογή των κερδών της εν λόγω εταιρείας στον λογαριασμό των ίδιων έκτακτων δαπανών. Ο παραγωγός-εξαγωγέας προέβαλε το επιχείρημα ότι η προσαρμογή των κερδών ακυρώνει την προσαρμογή στα έξοδα ΠΓ&Δ, καθώς τα συνδυασμένα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη παρέμειναν τα ίδια.

(316)

Η Επιτροπή διαφώνησε με την εκτίμηση αυτή, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι τόσο τα έξοδα ΠΓ&Δ όσο και τα κέρδη είχαν επηρεαστεί λόγω των έκτακτων οικονομικών δαπανών. Δεν θα είχε νόημα να διορθωθούν τα μεν αλλά να μη διορθωθούν τα δε. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η προσαρμογή των κερδών δεν ακυρώνει αλλά συμπληρώνει την προσαρμογή των εξόδων ΠΓ&Δ. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

3.1.4.2.   Εφαρμογή του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού στις Wan Wei, Menwei και Shuangxin

(317)

Στο πλαίσιο της εξέτασης των απαντήσεων των Wan Wei, Mengwei και Shuangxin στα ερωτηματολόγια αντιντάμπινγκ, η Επιτροπή επισήμανε ότι στα τμήματα των απαντήσεων που αφορούσαν το κόστος παραγωγής και, κατ’ επέκταση, τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, οι συντελεστές παραγωγής για τις εσωτερικά παραγόμενες εισροές (αυτοπαραγόμενος ατμός, ηλεκτρική ενέργεια και ομοειδή προϊόντα) δεν είχαν κατανεμηθεί καταλλήλως στο προϊόν που αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας, παρά τις οδηγίες που είχε παράσχει η Επιτροπή στο ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ. Στην αλληλογραφία που ακολούθησε, συμπεριλαμβανομένων των επιστολών σχετικά με την ανεπάρκεια των στοιχείων και των επιστολών για την αναγγελία επαλήθευσης, η Επιτροπή επανέλαβε το αίτημά της προς τις εταιρείες Wan Wei, Mengwei και Shuangxin να συμπληρώσουν τις απαντήσεις τους σύμφωνα με τις οδηγίες που παρέχονται στο ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ.

(318)

Στις επακόλουθες απαντήσεις τους, οι προαναφερθείσες εταιρείες προέβαλαν το επιχείρημα ότι, κατά την άποψή τους, δεν ήταν δυνατό να συμπληρώσουν το ερωτηματολόγιο όπως είχε ζητήσει η Επιτροπή. Οι εν λόγω εταιρείες προέβαλαν κυρίως το επιχείρημα ότι δεν υπήρχε αντικειμενική ούτε ακριβή βάση για τον διαχωρισμό της κατανάλωσης κάθε αυτοπαραγόμενου υλικού/ενέργειας και ότι δεν ήταν εφικτό να υποβληθούν στοιχεία για την κατανάλωση και τις αγορές υλικών για κάθε αυτοπαραγόμενο υλικό/ενέργεια χωριστά. Οι επακόλουθες αναθεωρημένες εκδόσεις των απαντήσεων παρέμειναν ελλιπείς επ’ αυτού.

(319)

Η Επιτροπή διαφώνησε με την άποψη αυτή. Εξήγησε ότι, δεδομένου ότι οι εν λόγω εταιρείες είχαν ήδη υποβάλει στοιχεία σχετικά με τις εισροές για την παραγωγή των αυτοπαραγόμενων συντελεστών παραγωγής, οι εισροές αυτές θα μπορούσαν επίσης να κατανεμηθούν στο προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας.

(320)

Η Επιτροπή γνωστοποίησε στις εταιρείες Wan Wei (86), Mengwei (87) και Shuangxin (88) ότι, λόγω των συγκεκριμένων ελλιπών πληροφοριών που παρείχαν οι εν λόγω παραγωγοί-εξαγωγείς όπως περιγράφεται, η Επιτροπή αποφάσισε να βασίσει τα συμπεράσματά της στα διαθέσιμα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού όσον αφορά τις εσωτερικά παραγόμενες εισροές που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας.

(321)

Στις απαντήσεις τους στις εν λόγω επιστολές βάσει του άρθρου 18, οι παραγωγοί-εξαγωγείς επανέλαβαν τις εξηγήσεις τους σχετικά με τον λόγο για τον οποίο θεωρούσαν ότι δεν ήταν σε θέση να παρέχουν τα αιτούμενα στοιχεία.

(322)

Η Επιτροπή καθόρισε τις μη στρεβλωμένες τιμές για τις εσωτερικά παραγόμενες εισροές και εφάρμοσε τις τιμές αυτές στον υπολογισμό της κανονικής αξίας όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 274 και 275.

(323)

Κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επαλήθευσης που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις της Mengwei τον Νοέμβριο του 2019, η εταιρεία προέβη σε αρκετές αναθεωρήσεις της απάντησής της στο ερωτηματολόγιο, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος που αφορά το κόστος παραγωγής.

(324)

Στο τέλος της τελευταίας ημέρας της επιτόπιας επαλήθευσης, η εταιρεία υπέβαλε μία ακόμη έκδοση της απάντησης, ακυρώνοντας με τον τρόπο αυτόν μέρος των εργασιών που είχαν πραγματοποιηθεί νωρίτερα κατά τη διάρκεια της επαλήθευσης και των σχετικών προπαρασκευαστικών εργασιών. Το τροποποιημένο μέρος αφορούσε το κόστος παραγωγής που είχε επιπτώσεις στον υπολογισμό της κανονικής αξίας. Σε αυτή τη νέα έκδοση, μεταξύ άλλων, ο αριθμός των ωρών εργασίας μειώθηκε σημαντικά σε σχέση με τις προηγούμενες εκδόσεις. Η Επιτροπή ενημέρωσε επομένως την εταιρεία ότι ήταν αδύνατο να επαληθεύσει αυτές τις τροποποιημένες πληροφορίες που υποβλήθηκαν την τελευταία στιγμή της επιτόπιας επαλήθευσης.

(325)

Μετά τις επιτόπιες επαληθεύσεις, η Επιτροπή ενημέρωσε την Mengwei (89) ότι τα τελευταία στοιχεία που είχαν υποβληθεί, τα οποία παραλήφθηκαν στο τέλος της επιτόπιας επαλήθευσης, δεν μπορούσαν να επαληθευτούν και ότι η Επιτροπή θα βασίσει τα συμπεράσματά της όσον αφορά αυτά τα τελευταία υποβληθέντα στοιχεία στα διαθέσιμα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. Η Mengwei δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σε συνέχεια της συγκεκριμένης επιστολής βάσει του άρθρου 18.

(326)

Η Επιτροπή αποφάσισε να μη λάβει υπόψη μέρος των πληροφοριών που υποβλήθηκαν την τελευταία στιγμή της επιτόπιας επαλήθευσης και δεν μπορούσαν να επαληθευτούν και, υπό τις συνθήκες αυτές, κατέφυγε και βασίστηκε για τα συμπεράσματά της στις πληροφορίες που είχαν υποβληθεί πριν από αυτή την τελευταία έκδοση και τις οποίες η Επιτροπή θα μπορούσε να επαληθεύσει.

3.1.4.3.   Εφαρμογή του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού στη Sinopec Ningxia

(327)

Κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επαλήθευσης στις εγκαταστάσεις της Sinopec Ningxia, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 9 έως τις 12 Δεκεμβρίου 2019 στο Yinchuan (Ningxia), η Επιτροπή εντόπισε ορισμένες ουσιαστικές και σοβαρές ελλείψεις στην υποβολή στοιχείων σχετικά με το κόστος παραγωγής. Οι ελλείψεις αυτές εμπόδιζαν σημαντικά την κανονική διαδικασία της έρευνας για το συγκεκριμένο τμήμα της απάντησης στο ερωτηματολόγιο. Ειδικότερα, η Sinopec Ningxia προέβη σε εσφαλμένη κατανομή της αξίας και της κατανάλωσης των συντελεστών παραγωγής για τα ανάντη στάδια της παραγωγής PVA (δηλαδή VAM, ακετυλένιο, ατμός κλπ.), με αποτέλεσμα τη σημαντική υπερτίμηση/υποτίμηση του μεγαλύτερου μέρους των συντελεστών παραγωγής που χρησιμοποιούνται έμμεσα για την παραγωγή PVA. Κατά συνέπεια, το κόστος παραγωγής ανά PCN δεν ήταν αξιόπιστο.

(328)

Η Επιτροπή εξέφρασε την άποψη ότι αυτές οι ουσιαστικές και σοβαρές ελλείψεις όσον αφορά το κόστος παραγωγής ανά τύπο προϊόντος στο ερωτηματολόγιο εμπόδιζαν σημαντικά την κανονική διεξαγωγή της έρευνας για το συγκεκριμένο τμήμα του ερωτηματολογίου. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Sinopec Ningxia για την πρόθεσή της να εφαρμόσει τα διαθέσιμα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού όσον αφορά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού.

(329)

Στο πλαίσιο αυτό, η κανονική αξία για τη Sinopec Ningxia κατασκευάστηκε με τη χρήση των πληροφοριών που παρείχαν οι άλλοι συνεργαζόμενοι παραγωγοί-εξαγωγείς (συγκεκριμένα του κόστους παραγωγής και κατανάλωσης των συντελεστών παραγωγής, ανά τύπο προϊόντος). Ειδικότερα, για κάθε PCN που κοινοποίησε η Sinopec Ningxia, η Επιτροπή χρησιμοποίησε την υψηλότερη κατασκευασμένη κανονική αξία των άλλων συνεργαζόμενων παραγωγών-εξαγωγέων.

(330)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος και ένας ενωσιακός παραγωγός/χρήστης υποστήριξαν ότι, με τη χρήση της υψηλότερης κατασκευασμένης κανονικής αξίας των άλλων συνεργαζόμενων παραγωγών-εξαγωγέων ως κανονικής αξίας για τη Sinopec Ningxia, η Επιτροπή χρησιμοποίησε το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού με τιμωρητικό τρόπο. Επιπλέον, ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι, με τη χρήση δεδομένων άλλων παραγωγών-εξαγωγέων, τα οποία επίσης υπόκειντο στην εφαρμογή του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή δεν χρησιμοποίησε τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία αλλά —κατά κάποιον τρόπο— εφάρμοσε το άρθρο 18 δύο φορές στη Sinopec Ningxia. Ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε επίσης ότι η Επιτροπή έπρεπε αντίθετα να είχε χρησιμοποιήσει τα δεδομένα της Sinopec Chongqing, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία δεν υπόκειτο στο άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον παραγωγό-εξαγωγέα, το γεγονός ότι η παραγωγική διαδικασία της Sinopec Chongqing είναι διαφορετική από την παραγωγική διαδικασία της Sinopec Ningxia δεν αποκλείει τα δεδομένα της Sinopec Chongqing, καθώς η παραγωγική διαδικασία δεν έχει αντίκτυπο στις τιμές των PVA.

(331)

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς αυτούς. Η Επιτροπή σημείωσε καταρχάς ότι, όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 317 έως 322, η εφαρμογή του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού στον όμιλο Wan Wei και στην Shuangxin περιορίστηκε στους αυτοπαραγόμενους συντελεστές παραγωγής. Όπως εξηγείται περαιτέρω στην αιτιολογική σκέψη 274 και στα φύλλα υπολογισμού που κοινοποιήθηκαν στους παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος, προκειμένου να καθοριστούν οι τιμές των αυτοπαραγόμενων συντελεστών παραγωγής που ήταν σημαντικοί από πλευράς ποσοστού του κόστους, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα ποσοστά κατανάλωσης που παρασχέθηκαν από τους εν λόγω παραγωγούς-εξαγωγείς και επαληθεύτηκαν από την Επιτροπή. Τα ποσοστά αυτά εφαρμόστηκαν στις μη στρεβλωμένες τιμές όπως και για κάθε άλλο συντελεστή παραγωγής. Όπως επεξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 275, οι αυτοπαραγόμενοι συντελεστές παραγωγής που είχαν αμελητέα μόνο βαρύτητα στο συνολικό κόστος παραγωγής του παραγωγού-εξαγωγέα, ομαδοποιήθηκαν στην κατηγορία των αναλώσιμων υλικών, όπως άλλοι ήσσονος σημασίας συντελεστές παραγωγής. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της πολύ περιορισμένης εφαρμογής του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού στον όμιλο Wan Wei και στην Shuangxin, η Επιτροπή χρησιμοποίησε αποκλειστικά επαληθευμένα δεδομένα που παρασχέθηκαν από τις εν λόγω εταιρείες, σε συνδυασμό με τους δείκτες αναφοράς, όπως και για κάθε άλλο συντελεστή παραγωγής. Η Επιτροπή εκτίμησε, συνεπώς, ότι οι κανονικές αξίες που καθορίστηκαν για τον όμιλο Wan Wei και την Shuangxin θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία χωρίς να τίθεται σε μειονεκτική θέση η Sinopec Ningxia.

(332)

Όσον αφορά την καταλληλότητα των δεδομένων της Sinopec Chongqing ως καλύτερων διαθέσιμων στοιχείων, τόσο η Επιτροπή όσο και ο παραγωγός-εξαγωγέας επισήμαναν ότι η παραγωγική διαδικασία που χρησιμοποιεί η Sinopec Chongqing διαφέρει από αυτή που χρησιμοποιεί η Sinopec Ningxia. Όσον αφορά τις βασικές πρώτες ύλες, η παραγωγική διαδικασία της Sinopec Ningxia μοιάζει περισσότερο με αυτή που χρησιμοποιούν ο όμιλος Wan Wei και η Shuangxin. Παρότι αυτό ενδέχεται να μην έχει επίπτωση στις τιμές των PVA, έχει σημαντική επίπτωση στην κατασκευή της κανονικής αξίας, η οποία βασίζεται στους συντελεστές παραγωγής (συμπεριλαμβανομένων των πρώτων υλών), στο ποσοστό χρήσης τους και στους δείκτες αναφοράς. Και ο ίδιος ο όμιλος Sinopec αναγνώρισε μάλιστα την επίπτωση της παραγωγικής διαδικασίας στο επίπεδο της κατασκευασμένης κανονικής αξίας και, κατ’ επέκταση, στα περιθώρια ντάμπινγκ. Στο υπόμνημα που υπέβαλε στις 16 Ιουνίου 2020, η Sinopec υποστήριξε ότι «σε διάφορες έρευνες αντιντάμπινγκ στις ΗΠΑ, το γεγονός ότι η παραγωγική διαδικασία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προϊόντων της διαφέρουν σημαντικά από τα αντίστοιχα άλλων Κινέζων παραγωγών έχει οδηγήσει σε μηδενικό ή πολύ χαμηλό περιθώριο ντάμπινγκ για τη Sinopec Chongqing». Δεδομένου ότι η παραγωγική διαδικασία της Sinopec Chongqing διαφέρει επίσης σημαντικά από αυτή που χρησιμοποιείται στη Sinopec Ningxia, τα δεδομένα της πρώτης εταιρείας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία για τον καθορισμό της κανονικής αξίας της δεύτερης εταιρείας.

(333)

Τέλος, όσον αφορά τη χρήση της υψηλότερης κανονικής αξίας ανά τύπο προϊόντος, η Επιτροπή δεν θεωρεί την προσέγγιση αυτή τιμωρητική. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει και, κατ’ επέκταση, να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα που υπέβαλε η Sinopec Ningxia για την κατασκευή της κανονικής της αξίας, δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η κανονική αξία της Sinopec Ningxia ανά τύπο προϊόντος θα είναι χαμηλότερη από την υψηλότερη κανονική αξία ανά τύπο προϊόντος των άλλων συνεργαζόμενων παραγωγών που χρησιμοποιούν παρόμοιες πρώτες ύλες.

(334)

Για τους λόγους που περιγράφονται ανωτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

3.1.4.4.   Υπολογισμός της κανονικής αξίας

(335)

Η Επιτροπή, για να καθορίσει την κατασκευασμένη κανονική αξία, ακολούθησε τα εξής βήματα.

(336)

Αρχικά, η Επιτροπή προσδιόρισε το μη στρεβλωμένο κόστος κατασκευής PVA. Εφάρμοσε το μη στρεβλωμένο μοναδιαίο κόστος στην πραγματική κατανάλωση των μεμονωμένων συντελεστών παραγωγής του συνεργαζόμενου παραγωγού-εξαγωγέα.

(337)

Δεύτερον, η Επιτροπή αύξησε το μη στρεβλωμένο κόστος κατασκευής προσθέτοντας τα γενικά έξοδα κατασκευής που προσδιορίστηκαν όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 305, προκειμένου να υπολογίσει το μη στρεβλωμένο κόστος παραγωγής.

(338)

Τέλος, για το κόστος παραγωγής που προσδιορίστηκε όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 337, η Επιτροπή εφάρμοσε τα έξοδα ΠΓ&Δ και το κέρδος της Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S, όπως επεξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 205 και 218.

(339)

Τα έξοδα ΠΓ&Δ, εκφρασμένα ως ποσοστό του κόστους των πωληθέντων εμπορευμάτων και εφαρμοσμένα στο μη στρεβλωμένο κόστος παραγωγής, ανήλθαν στο 17,6 %.

(340)

Το κέρδος, εκφρασμένο ως ποσοστό του κόστους των πωληθέντων εμπορευμάτων και εφαρμοσμένο στο μη στρεβλωμένο κόστος παραγωγής, ανήλθε στο 4,0 %.

(341)

Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή κατασκεύασε την κανονική αξία ανά τύπο προϊόντος σε επίπεδο εκ του εργοστασίου σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α στοιχείο α) του βασικού κανονισμού.

(342)

Μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, τρεις έμποροι του προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας ισχυρίστηκαν ότι για τον καθορισμό της κανονικής αξίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ποσοτικές εκπτώσεις για τους συντελεστές παραγωγής, την ηλεκτρική ενέργεια, το νερό και το φυσικό αέριο. Τα εν λόγω ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι στους γενικούς δείκτες δεν λαμβάνονταν υπόψη αυτές οι εκπτώσεις που προβλέπονται για τις αγορές μεγάλων ποσοτήτων. Τα εν λόγω μέρη ζήτησαν να προσαρμοστεί η κανονική αξία με βάση αυτές τις ισχυριζόμενες εκπτώσεις στους συντελεστές παραγωγής, την ηλεκτρική ενέργεια, το νερό και το φυσικό αέριο. Τα ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν επίσης ότι η συντριπτική πλειονότητα των παραγωγών PVA είναι μεγάλες εταιρείες που επωφελούνται από τη μείωση των τιμών κατά την αγορά πρώτων υλών και ενέργειας. Μετά το σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020, τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη επανέλαβαν τον ισχυρισμό τους χωρίς να προσκομίσουν περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία προς επίρρωσή του. Σε μεταγενέστερο στάδιο, τα ίδια μέρη ισχυρίστηκαν επίσης ότι η τουρκική αγορά φυσικού αερίου και ενέργειας δεν είναι ελευθερωμένη και ότι οι τιμές καθορίζονται από τις δημόσιες αρχές.

(343)

Υπενθυμίζεται ότι οι πηγές που χρησιμοποιούνται για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 279 περιέχουν στοιχεία για τους βιομηχανικούς χρήστες. Υπενθυμίζεται επίσης ότι οι ποσοτικές εκπτώσεις τις οποίες αφορούσε ο ισχυρισμός των ενδιαφερομένων μερών ή το μέγεθός τους αποτελούσαν γενικής φύσεως ισχυρισμούς και δεν ήταν ούτε ποσοτικοποιημένες ούτε με κανέναν τρόπο τεκμηριωμένες. Τέλος, οι πληροφορίες που υπέβαλαν τα συγκεκριμένα μέρη δεν επιβεβαίωναν τον ισχυρισμό τους, ότι δηλαδή η αγορά φυσικού αερίου και ενέργειας δεν είναι ελευθερωμένη και ότι οι τιμές καθορίζονται από τις δημόσιες αρχές. Αντίθετα, οι εκθέσεις που υπέβαλαν τα εν λόγω μέρη περιγράφουν τα χαρακτηριστικά της ελευθερωμένης τουρκικής αγοράς ενέργειας και τον ρόλο των αρμόδιων ρυθμιστικών οργάνων που εστιάζουν απλώς στη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας της αγοράς. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

(344)

Μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι οι Κινέζοι εξαγωγείς που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας έρευνας δεν είχαν «σημαντικό κόστος πώλησης» ούτε οικονομικό κόστος για τα προϊόντα PVA και ότι, κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη ούτε το κόστος πώλησης ούτε το οικονομικό κόστος των παραγωγών-εξαγωγέων. Σε μεταγενέστερο στάδιο τα ίδια μέρη επανέλαβαν επίσης παρόμοιους ισχυρισμούς σχετικά με το χαμηλότερο κόστος πώλησης.

(345)

Ο ισχυρισμός στον οποίο προέβησαν στο πλαίσιο του υπολογισμού της κανονικής αξίας ήταν παρόμοιος με τον ισχυρισμό των ίδιων ενδιαφερομένων μερών στο πλαίσιο της επιλογής της εταιρείας Ilkalem Ticaret Ve Sanayi A.S. ως κατάλληλης εταιρείας στην αντιπροσωπευτική χώρα, ο οποίος εξηγείται και εξετάζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 216 και 217 ανωτέρω. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι ο ισχυρισμός πως οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν επωμίζονταν κανένα σημαντικό κόστος πώλησης ή οικονομικό κόστος σε σχέση με τα οικεία προϊόντα PVA δεν τεκμηριώθηκε με κανέναν σχετικό τρόπο ούτε επιβεβαιώθηκε από την έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(346)

Μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, τα ίδια τρία ενδιαφερόμενα μέρη εξέφρασαν επίσης την άποψή τους σχετικά με κατάλληλες μεθόδους λογιστικής καταγραφής της απόσβεσης της επένδυσης στο πλαίσιο του υπολογισμού της κανονικής αξίας. Σε μεταγενέστερο στάδιο, τα ίδια μέρη πρόσθεσαν επίσης ότι για τις PVA κινεζικής καταγωγής δεν απαιτούνταν κανένα κόστος έρευνας και ανάπτυξης («Ε&Α).

(347)

Η γενική μεθοδολογία υπολογισμού των γενικών εξόδων κατασκευής, των εξόδων ΠΓ&Δ και των κερδών, στα οποία περιλαμβάνεται επίσης το κόστος απόσβεσης και το κόστος Ε&Α, εξηγήθηκε στην αιτιολογική σκέψη 305 ανωτέρω. Επιπλέον, η λεπτομερής μεθοδολογία για κάθε συνεργαζόμενο παραγωγό-εξαγωγέα κοινοποιήθηκε στις εν λόγω εταιρείες στα οικεία αντίστοιχα, ειδικά έγγραφα κοινοποίησης. Σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική, δίνεται σε καθέναν από αυτούς τους παραγωγούς-εξαγωγείς η δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων σχετικά με τους αντίστοιχους οικείους υπολογισμούς και την οικεία μεθοδολογία. Ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός των εμπόρων του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας θεωρήθηκε εσφαλμένος και επομένως απορρίφθηκε.

(348)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, η κινεζική κυβέρνηση υποστήριξε ότι η Επιτροπή ενέκρινε τα δεδομένα των Τούρκων κατασκευαστών PVB για το κόστος, συμπεριλαμβανομένων των τιμών των εισαγόμενων πρώτων υλών PVB, για την κατασκευή της κανονικής αξίας για τις κινεζικές εταιρείες, χωρίς να προβεί σε κατάλληλη προσαρμογή. Σύμφωνα με την κινεζική κυβέρνηση, η κατασκευασμένη κανονική αξία αποκλίνει σημαντικά από την πραγματική κατάσταση της παραγωγής των παραγωγών-εξαγωγέων του δείγματος, με αποτέλεσμα να καθίστανται άνευ αντικειμένου οι απαιτήσεις συγκρισιμότητας των τιμών που προβλέπουν οι κανόνες του ΠΟΕ.

(349)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή σημείωσε ότι δεν χρησιμοποίησε τα δεδομένα των Τούρκων κατασκευαστών PVB για το κόστος, συμπεριλαμβανομένων των τιμών των εισαγόμενων πρώτων υλών τους, για την κατασκευή της κανονικής αξίας. Στην πραγματικότητα, χρησιμοποίησε το ποσοστό των εξόδων ΠΓ&Δ και των κερδών του παραγωγού στην αντιπροσωπευτική χώρα. Ωστόσο, η διάρθρωση του κόστους (συμπεριλαμβανομένων των ποσοστών χρήσης των πρώτων υλών) βασίστηκε στα δεδομένα που παρασχέθηκαν από τους παραγωγούς-εξαγωγείς και επαληθεύτηκαν από την Επιτροπή, στα οποία εφαρμόστηκαν δείκτες αναφοράς χωρίς στρεβλώσεις. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

3.2.   Τιμή εξαγωγής

(350)

Οι παραγωγοί-εξαγωγείς που συμμετείχαν στο δείγμα πραγματοποιούσαν εξαγωγές στην Ένωση είτε απευθείας σε ανεξάρτητους πελάτες είτε μέσω συνδεδεμένων εταιρειών που ενεργούν ως εισαγωγείς.

(351)

Στις περιπτώσεις που οι παραγωγοί-εξαγωγείς εξήγαν το υπό εξέταση προϊόν απευθείας σε ανεξάρτητους πελάτες στην Ένωση, η τιμή εξαγωγής ήταν η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή για το υπό εξέταση προϊόν όταν πωλήθηκε για εξαγωγή στην Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού.

(352)

Στις περιπτώσεις που οι παραγωγοί-εξαγωγείς εξήγαν το υπό εξέταση προϊόν στην Ένωση μέσω συνδεδεμένων εταιρειών οι οποίες ενεργούσαν ως εισαγωγείς, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε με βάση την τιμή στην οποία το εισαγόμενο προϊόν μεταπωλήθηκε για πρώτη φορά σε ανεξάρτητους πελάτες στην Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού. Στις προκειμένη περίπτωση, πραγματοποιήθηκαν προσαρμογές στην τιμή για όλα τα έξοδα που ανέκυψαν μεταξύ εισαγωγής και μεταπώλησης, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων ΠΓ&Δ τα οποία πράγματι επωμίστηκε ο συνδεδεμένος εισαγωγέας και του κέρδους (6,89 %), στοιχεία τα οποία ελήφθησαν από τους συνεργαζόμενους μη συνδεδεμένους εισαγωγείς.

(353)

Ένας από τους παραγωγούς-εξαγωγείς πώλησε ορισμένες ποσότητες PVA σε μη συνδεδεμένους εγχώριους εμπόρους, γνωρίζοντας ότι αυτές οι πωλήσεις προορίζονταν για την ενωσιακή αγορά. Οι πωλήσεις αυτές ελήφθησαν επίσης υπόψη κατά τον καθορισμό της τιμής εξαγωγής.

(354)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι, κατά τον υπολογισμό του πιστωτικού κόστους, η Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμοποιεί τα επιτόκια δανεισμού σε USD αντί σε RMB, καθώς οι εξαγωγικές συναλλαγές τιμολογήθηκαν σε USD.

(355)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, παρότι οι εξαγωγικές συναλλαγές τιμολογήθηκαν σε USD, οι πληρωμές μετατράπηκαν και κατατέθηκαν σε RMB. Επιπλέον, ο παραγωγός-εξαγωγέας δεν απέδειξε ότι τα δάνεια είναι εκφρασμένα σε USD και, συνεπώς, το ορθό επιτόκιο που εφαρμόζεται στο πιστωτικό κόστος είναι το επιτόκιο για το RMB. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

3.3.   Σύγκριση

(356)

Η Επιτροπή συνέκρινε την κανονική αξία με την τιμή εξαγωγής του συνεργαζόμενου παραγωγού-εξαγωγέα βάσει τιμών εκ του εργοστασίου.

(357)

Όπου δικαιολογούνταν από την ανάγκη εξασφάλισης δίκαιης σύγκρισης, η Επιτροπή προσάρμοσε την τιμή εξαγωγής, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που επηρεάζουν τις τιμές και τη συγκρισιμότητα των τιμών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. Πραγματοποιήθηκαν προσαρμογές, με βάση τα πραγματικά στοιχεία της συνεργαζόμενης εταιρείας, για το κόστος διεκπεραίωσης και μεταφοράς, το πιστωτικό κόστος, τις τραπεζικές χρεώσεις, τις προμήθειες και τους έμμεσους φόρους.

(358)

Για δύο ομάδες εταιρειών του δείγματος, πραγματοποιήθηκε επίσης προσαρμογή για τις πωλήσεις μέσω συνδεδεμένων εταιρειών βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο θ). Και οι δύο ομάδες πουλούσαν PVA στην Ένωση μέσω του συνδεδεμένου τους εμπόρου / εμπόρου-παραγωγού. Διαπιστώθηκε ότι οι εργασίες του συνδεδεμένου εμπόρου / εμπόρου-παραγωγού ήταν παρόμοιες με εκείνες ενός αντιπροσώπου. Οι εν λόγω συνδεδεμένες εταιρείες αναζητούσαν πελάτες και έρχονταν σε επαφή μαζί τους. Ως εκ τούτου, είχαν την ευθύνη της διαδικασίας πώλησης. Η προσαρμογή συνίστατο στα έξοδα ΠΓ&Δ των αντίστοιχων συνδεδεμένων εταιρειών και σε κέρδος (6,89 %), το οποίο αποκτήθηκε από τους συνεργαζόμενους μη συνδεδεμένους εισαγωγείς.

(359)

Μετά το σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019, τρεις έμποροι του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας ισχυρίστηκαν ότι «η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει υπόψη τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 2παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού κατά τη σύγκριση μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας, όπως φυσικά χαρακτηριστικά, εκπτώσεις επί της τιμής, επιστροφές και ποσότητες, στάδιο εμπορίας, πίστωση, έξοδα μετά την πώληση, προμήθειες και άλλοι παράγοντες» (κυρίως για το κόστος πιστοποίησης ενός προϊόντος υψηλότερου επιπέδου). Σε μεταγενέστερο στάδιο τα ίδια μέρη επανέλαβαν επίσης παρόμοιους ισχυρισμούς σχετικά με το πιστωτικό κόστος και την τεχνική βοήθεια μετά την πώληση.

(360)

Όπως επεξηγήθηκε στην αιτιολογική σκέψη 357, όπου δικαιολογούνταν από την ανάγκη εξασφάλισης δίκαιης σύγκρισης, η Επιτροπή προσάρμοσε την τιμή εξαγωγής, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που επηρεάζουν τις τιμές και τη συγκρισιμότητα των τιμών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν ως περιττοί.

(361)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, ένας χρήστης υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να συγκρίνει την κανονική αξία με βάση τις τιμές GTA και τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα κέρδη του παραγωγού στις αντιπροσωπευτικές χώρες με την τιμή εξαγωγής με βάση τις τιμές των πρώτων υλών, τα έξοδα ΠΓ&Δ και τα περιθώρια κέρδους που προέκυψαν για τους Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς στη ΛΔΚ. Σύμφωνα με τον χρήστη, τόσο η τιμή εξαγωγής όσο και η κανονική αξία πρέπει να βασίζονται στην ίδια πρώτη ύλη και στα ίδια έξοδα ΠΓ&Δ.

(362)

Η Επιτροπή διαφώνησε με αυτόν τον χαρακτηρισμό του υπολογισμού ντάμπινγκ. Όπως εξηγείται στο τμήμα 3.1.4.4, η Επιτροπή καθόρισε την κανονική αξία σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6α του βασικού κανονισμού. Όπως εξηγείται στο τμήμα 3.2, αντίθετα με τον ισχυρισμό του χρήστη, η Επιτροπή βάσισε την τιμή εξαγωγής στις πραγματικές τιμές που χρεώνουν οι συνεργαζόμενοι παραγωγοί-εξαγωγείς και όχι στα έξοδα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(363)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, δύο παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος υποστήριξαν ότι η Επιτροπή κακώς προσάρμοσε την τιμή εξαγωγής των πωλήσεων μέσω των συνδεδεμένων εμπόρων βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού για τις προμήθειες. Προέβαλαν επίσης το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να συνηγορεί υπέρ της ανάγκης ανάλογης προσαρμογής. Και οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι οι εταιρείες παραγωγής και οι εταιρείες πώλησης στους αντίστοιχους ομίλους τους αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα.

(364)

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς αυτούς. Για τους λόγους που γνωστοποιήθηκαν και στους δύο ομίλους παραγωγών-εξαγωγέων στο έγγραφο κοινοποίησης συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων, η Επιτροπή έκρινε ότι κανένας από τους ομίλους δεν αποτελεί ενιαία οικονομική οντότητα. Οι λεπτομέρειες των επιχειρημάτων που επεξηγήθηκαν στα έγγραφα αυτά αφορούν επιχειρηματικές εμπιστευτικές πληροφορίες και δεν μπορούν να συνοψιστούν αναλυτικά εδώ. Στην εκτίμησή της, η Επιτροπή εξέτασε ιδίως: (i) αν όντως υπάρχει διαχωρισμός ρόλων μεταξύ των εν λόγω εταιρειών, συγκεκριμένα αν υπάρχει μία εταιρεία που πωλεί μόνο και μία εταιρεία που παράγει μόνο· και (ii) αν η βασική λειτουργία αυτών των εταιρειών πώλησης είναι η πώληση ή η διευκόλυνση της πώλησης του εταιρικού προϊόντος. Η Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη τον τόπο εγκατάστασης των εταιρειών και εξέτασε λεπτομερώς τα οικεία έξοδα πώλησης, καθώς και τα γενικά και διοικητικά έξοδα. Με βάση την ανωτέρω εκτίμηση, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

(365)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την κοινοποίηση συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων, ο όμιλος Sinopec διαφώνησε με το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι ήταν δικαιολογημένη η προσαρμογή βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού. Ο παραγωγός-εξαγωγέας προέβαλε καταρχάς το επιχείρημα ότι οι άμεσες πωλήσεις της Sinopec Chongqing στις ΗΠΑ είναι περιορισμένες και «ασυνήθιστες». Ο όμιλος Sinopec επισήμανε επίσης ότι η Sinopec Ningxia δεν πραγματοποιεί άμεσες εξαγωγικές πωλήσεις. Ο όμιλος Sinopec προέβαλε το επιχείρημα ότι, μόνο όταν αυτές οι άμεσες εξαγωγικές πωλήσεις είναι (πολύ) σημαντικές, ενδέχεται να είναι δικαιολογημένη η προσαρμογή. Ο όμιλος Sinopec υποστήριξε στη συνέχεια ότι το γεγονός πως οι εταιρείες παραγωγής έχουν σημαντικές άμεσες εγχώριες πωλήσεις είναι άνευ σημασίας για να καθοριστεί αν υπάρχει ενιαία οικονομική οντότητα. Επιπλέον, ο όμιλος Sinopec προέβαλε το επιχείρημα ότι τα έξοδα πώλησης της Sinopec Chongqing και της Sinopec Ningxia αφορούν μόνο τις εγχώριες πωλήσεις και τις εξαγωγικές πωλήσεις στις ΗΠΑ και ότι, συνεπώς, στην περίπτωση της Sinopec Chongqing, δεν είναι συναφή. Ο όμιλος Sinopec επισήμανε στη συνέχεια ότι το γεγονός πως η Sinopec Central China αγοράζει PVA από μη συνδεδεμένους παραγωγούς δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποτελεί ενιαία οικονομική οντότητα με τις εταιρείες παραγωγής. Επιπλέον, ο όμιλος Sinopec εξέφρασε την άποψη ότι αυτές οι αγορές ήταν πολύ περιορισμένες και υποστήριξε ότι, μόνο όταν οι αγορές από μη συνδεδεμένα μέρη είναι σημαντικές, μπορεί να πραγματοποιηθεί προσαρμογή. Τέλος, η Sinopec προέβαλε το επιχείρημα ότι η απόσταση μεταξύ των εταιρειών παραγωγής και του εμπόρου δεν είναι ουσιώδης.

(366)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κοινοποίηση συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων, ο όμιλος Sinopec δεν αμφισβήτησε τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βάσισε η Επιτροπή την εκτίμησή της και δεν υπέβαλε συμπληρωματικά στοιχεία. Όσον αφορά το γεγονός ότι και οι τρεις εταιρείες, η Sinopec Central China η Sinopec Chongqing και η Sinopec Ningxia, ελέγχονται από τον όμιλο Sinopec, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι η ύπαρξη κοινού ελέγχου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη ενιαίας οικονομικής οντότητας και έκρινε απαραίτητο να αναλυθεί αν το σύνολο των σχετικών πραγματικών περιστατικών που αφορούν τον συνδεδεμένο έμπορο αποδεικνύουν την ύπαρξη ενιαίας οικονομικής οντότητας. Σκοπός είναι να διαπιστωθεί αν οι εργασίες που πραγματοποιεί ο συνδεδεμένος έμπορος είναι ή δεν είναι παρεμφερείς με τις εργασίες εσωτερικού τμήματος πωλήσεων. Η εν λόγω ανάλυση πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν σε κάθε περίπτωση και, συνεπώς, οποιαδήποτε σύγκριση με άλλες έρευνες στο πλαίσιο των οποίων αποφασίστηκε ή δεν αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί προσαρμογή βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού δεν είναι πάντοτε κατάλληλη.

(367)

Βάσει των αδιαμφισβήτητων πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και αφού έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα που προέβαλε ο όμιλος Sinopec στην απάντησή του στην κοινοποίηση συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση.

(368)

Πρώτον, η Sinopec Chongqing πραγματοποίησε σημαντικές άμεσες πωλήσεις σε τρίτες χώρες. Παρότι το ποσοστό των συνολικών εξαγωγικών πωλήσεών της μπορεί να ήταν χαμηλότερο σε σχέση με το ποσοστό που διαπιστώθηκε σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, η Επιτροπή επέμεινε στην άποψή της ότι ήταν σημαντικό. Ο όμιλος Sinopec ισχυρίστηκε πως οι εξαγωγικές πωλήσεις της Sinopec Chongqing σε τρίτες χώρες ήταν «ασυνήθιστες», καθώς πραγματοποιούνταν προς τις ΗΠΑ και υπόκεινταν σε μηδενικό δασμολογικό συντελεστή δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας αντιντάμπινγκ των ΗΠΑ. Παρότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει την ακρίβεια αυτού του ισχυρισμού, επισήμανε ότι αυτό δεν αναιρούσε το γεγονός πως η Sinopec Chongqing πραγματοποιεί πραγματικές εξαγωγικές πωλήσεις σε αγορές τρίτων χωρών, οι οποίες αναγνωρίζονται από τις αρχές της οικείας χώρας εισαγωγής. Επιπροσθέτως, η ίδια η Sinopec αναγνώρισε ότι αυτές οι πωλήσεις ευθύνονταν για μέρος των εξόδων πώλησης της Sinopec Chongqing.

(369)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό ότι η ύπαρξη άμεσων πωλήσεων από τον παραγωγό στην εγχώρια αγορά δεν είναι συναφής. Όπως διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο (90), υπάρχει ενιαία οικονομική οντότητα όταν ένας παραγωγός αναθέτει καθήκοντα τα οποία κανονικά υπάγονται στις αρμοδιότητες εσωτερικού τμήματος πωλήσεων σε εταιρεία διανομής. Οι εγχώριες πωλήσεις, καθώς και οι εξαγωγικές πωλήσεις που εξετάζονται στην αιτιολογική σκέψη 368, αποτελούν κανονικά αρμοδιότητα του εσωτερικού τμήματος πωλήσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι η Sinopec δεν αμφισβήτησε τα έξοδα πώλησης όσον αφορά τις εγχώριες πωλήσεις (και μέρος των εξαγωγικών πωλήσεων) και έκρινε ότι «είναι απολύτως φυσιολογικό να επιβαρύνονται αυτές οι εταιρείες με έξοδα πώλησης».

(370)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι η Sinopec δεν αμφισβήτησε ούτε το γεγονός ότι η Sinopec Central China δεν πωλεί αποκλειστικά ούτε μάλιστα εξάγει PVA που παράγονται από τον όμιλο, αλλά εμπορεύεται επίσης PVA που παράγονται από άλλες μη συνδεδεμένες εταιρείες. Το γεγονός ότι δεν εξήγαγε αυτές τις PVA τρίτου μέρους, αλλά τις πωλούσε στην εγχώρια αγορά δεν αναιρεί το συμπέρασμα ότι, στο πλαίσιο αυτό, συμπεριφερόταν περισσότερο σαν έμπορος παρά σαν εσωτερικό τμήμα πωλήσεων.

(371)

Τέλος, όσον αφορά τις αγορές της Sinopec Central China από μη συνδεδεμένους παραγωγούς PVA, η Επιτροπή διαφώνησε με το επιχείρημα ότι, μόνο όταν οι αγορές από μη συνδεδεμένα μέρη είναι σημαντικές, μπορεί να πραγματοποιηθεί προσαρμογή. Απλώς και μόνο επειδή αυτό συνέβη στην υπόθεση Musim Mas (91) δεν σημαίνει ότι το ποσοστό των αγορών που διαπιστώθηκαν στην περίπτωση αυτή αποτελεί το ανώτατο όριο κάτω από το οποίο οι εταιρείες αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα και πάνω από το οποίο δεν μπορεί να υπάρχει ενιαία οικονομική οντότητα. Πράγματι, κανένα από τα στοιχεία που εξετάζονται ανωτέρω δεν έχει, καθαυτό, αποφασιστική σημασία. Θα πρέπει να εξετάζονται ως σύνολο στο πλαίσιο κάθε μεμονωμένης περίπτωσης.

(372)

Εν κατακλείδι, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι σκοπός της ανάλυσης που πραγματοποιείται βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού είναι να καθοριστεί το καθεστώς της συνδεδεμένης εμπορικής εταιρείας υπό το φως του συνόλου των σχετικών πραγματικών περιστατικών. Δεν απαιτείται να διαπιστωθεί ότι υπάρχουν όλα τα πραγματικά περιστατικά για όλες τις εταιρείες του ομίλου για να μπορέσει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι μια δεδομένη εταιρεία εντός του ομίλου πρέπει να θεωρηθεί ως αντιπρόσωπος που εργάζεται σε βάση προμήθειας. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα ότι η Sinopec Central China θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως αντιπρόσωπος σε σχέση με μία εταιρεία του ομίλου, αλλά ως εσωτερικό τμήμα πωλήσεων της άλλης εταιρείας του ίδιου ομίλου δεν είναι πειστικό.

(373)

Πράγματι, εξετάζοντας όλη την εικόνα του ομίλου Sinopec και τις δραστηριότητες της Sinopec Central China του ομίλου, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι η τελευταία δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί εσωτερικό τμήμα πωλήσεων, αλλά έμπορος κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού.

(374)

Για τους λόγους που περιγράφονται ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(375)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κοινοποίηση συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων, ο όμιλος Wan Wei διαφώνησε με το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι είναι δικαιολογημένη η προσαρμογή βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού για τις πωλήσεις της Mengwei μέσω της Wan Wei. Ο όμιλος Wan Wei διαμαρτυρήθηκε για το ότι του δόθηκε προθεσμία 5 μόνο ημερών για να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με την κοινοποίηση συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων, αντί της προβλεπόμενης ελάχιστης προθεσμίας 10 ημερών, με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των οικείων δικαιωμάτων υπεράσπισης. Στη συνέχεια ο όμιλος Wan Wei δήλωσε ότι η Επιτροπή φέρεται να επισήμανε κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επαλήθευσης ότι η Mengwei είναι απλώς ένα εργοστάσιο ή βάση παραγωγής του ομίλου Wan Wei. Στη συνέχεια, ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι ο όμιλος Wan Wei ελέγχει την Mengwei και, ως εκ τούτου, αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα. Σύμφωνα με τον παραγωγό-εξαγωγέα, η Επιτροπή αναγνώρισε εμμέσως το γεγονός αυτό χορηγώντας ενιαίο περιθώριο ντάμπινγκ στον όμιλο Wan Wei.

(376)

Στη συνέχεια ο παραγωγός-εξαγωγέας προέβαλε το επιχείρημα ότι οι εξαγωγικές πωλήσεις της Mengwei σε τρίτες χώρες δεν ήταν σημαντικές σε σύγκριση με το σύνολο των πωλήσεών της. Ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι, μόνο όταν αυτές οι άμεσες εξαγωγικές πωλήσεις είναι (πολύ) σημαντικές, μπορεί να πραγματοποιηθεί προσαρμογή βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού. Ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε επίσης ότι οι άμεσες εγχώριες πωλήσεις της Mengwei δεν είναι συναφείς προκειμένου να εκτιμηθεί αν ο όμιλος Wan Wei λειτουργεί ως τμήμα πωλήσεων της Mengwei. Ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι, σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη άμεσων πωλήσεων από την εταιρεία παραγωγής δεν αναιρεί το πόρισμα περί ενιαίας οικονομικής οντότητας. Ο παραγωγός-εξαγωγέας επιβεβαίωσε ότι ο όμιλος Wan Wei αγοράζει PVA από μη συνδεδεμένους παραγωγούς, αλλά υποστήριξε ότι αυτές οι αγορές αποτελούσαν μικρή ποσότητα σε σύγκριση με τις αγορές από τη Mengwei. Ο παραγωγός-εξαγωγέας προέβαλε το επιχείρημα ότι το γεγονός πως ο έμπορος αγοράζει επίσης προϊόντα από άλλες εταιρείες δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποτελεί ενιαία οικονομική οντότητα με μια εταιρεία παραγωγής. Τέλος, ο παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι η απόσταση μεταξύ Wan Wei και Mengwei είναι επουσιώδης.

(377)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Όσον αφορά το διαδικαστικό μέρος του ισχυρισμού, η Επιτροπή σημείωσε ότι το άρθρο 20 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού προβλέπει ρητώς μικρότερη των 10 ημερών προθεσμία για την υποβολή παρατηρήσεων σχετικά με την κοινοποίηση συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων [τελική αποκάλυψη συμπληρωματικών στοιχείων]. Πράγματι, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν αφορούσαν μία μόνο πτυχή των πορισμάτων στην έρευνα, η Επιτροπή εκτίμησε ότι η προθεσμία 5 ημερών ήταν επαρκής. Επιπλέον, εάν ο παραγωγός-εξαγωγέας του δείγματος πίστευε ότι αυτή η προθεσμία ήταν ανεπαρκής, θα μπορούσε να είχε ζητήσει παράταση. Παράταση ζητήθηκε από άλλο ενδιαφερόμενο μέρος και του χορηγήθηκε από την Επιτροπή.

(378)

Όσον αφορά το ουσιαστικό μέρος του ισχυρισμού, η Επιτροπή επισήμανε ότι, στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κοινοποίηση συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων, ο όμιλος Wan Wei δεν αμφισβήτησε τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βάσισε η Επιτροπή την εκτίμησή της και δεν υπέβαλε συμπληρωματικά στοιχεία. Όσον αφορά το γεγονός ότι η Mengwei ελέγχεται από τον όμιλο Wan Wei, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι ο έλεγχος της εμπορικής εταιρείας επί του παραγωγού (ή αντιστρόφως) αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη ενιαίας οικονομικής οντότητας και έκρινε απαραίτητο να αναλυθεί αν το σύνολο των σχετικών πραγματικών περιστατικών που αφορούν τον συνδεδεμένο έμπορο αποδεικνύει την ύπαρξη ενιαίας οικονομικής οντότητας. Σκοπός είναι να διαπιστωθεί αν οι εργασίες που πραγματοποιεί ο συνδεδεμένος έμπορος είναι ή δεν είναι παρεμφερείς με τις εργασίες εσωτερικού τμήματος πωλήσεων. Η εν λόγω ανάλυση πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν σε κάθε περίπτωση και, συνεπώς, οποιαδήποτε σύγκριση με άλλες έρευνες στο πλαίσιο των οποίων αποφασίστηκε ή δεν αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί προσαρμογή βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού είναι άνευ σημασίας.

(379)

Βάσει των αδιαμφισβήτητων πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και αφού έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα που προέβαλε ο όμιλος Wan Wei στην απάντησή του στην κοινοποίηση συμπληρωματικών τελικών πορισμάτων, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση.

(380)

Πρώτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο όμιλος Wan Wei και η Mengwei αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα, δεδομένου ότι θεωρούνται όμιλος, και ως εκ τούτου λαμβάνουν ενιαίο περιθώριο ντάμπινγκ, η Επιτροπή επισήμανε ότι αυτό δεν σημαίνει πως αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα. Πρόκειται για δύο διαφορετικές έννοιες. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι σε κανένα σημείο της έρευνας δεν συμφώνησε πως η Mengwei αποτελεί απλώς ένα εργοστάσιο ή βάση παραγωγής του ομίλου Wan Wei. Πράγματι, η πρόθεση εφαρμογής του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού στις πωλήσεις της Mengwei μέσω του ομίλου Wan Wei επιβεβαιώνει ότι η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν.

(381)

Δεύτερον, η Επιτροπή συμφώνησε ότι το ποσοστό των άμεσων πωλήσεων σε τρίτες χώρες στο σύνολο των πωλήσεων (εξαγωγικών και εγχώριων) της Mengwei ήταν σχετικά χαμηλό. Ο λόγος είναι ότι η Mengwei πραγματοποιούσε σημαντικές άμεσες πωλήσεις στην εγχώρια αγορά. Ως εκ τούτου, αν οι άμεσες εξαγωγικές πωλήσεις της Mengwei συγκρίνονταν με το σύνολο των εξαγωγικών της πωλήσεων (δηλαδή χωρίς τις εγχώριες πωλήσεις), το ποσοστό τους θα ήταν σημαντικά υψηλότερο.

(382)

Τρίτον, η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό ότι η ύπαρξη άμεσων πωλήσεων από τον παραγωγό στην εγχώρια αγορά δεν είναι συναφής. Όπως διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο (92), υπάρχει ενιαία οικονομική οντότητα όταν ένας παραγωγός αναθέτει καθήκοντα τα οποία κανονικά υπάγονται στις αρμοδιότητες εσωτερικού τμήματος πωλήσεων σε εταιρεία διανομής. Οι άμεσες εγχώριες πωλήσεις (καθώς και οι εξαγωγικές πωλήσεις που εξετάζονται ανωτέρω) αποτελούν κανονικά αρμοδιότητα του εσωτερικού τμήματος πωλήσεων. Επί του σημείου αυτού η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι ο όμιλος Wan Wei δεν αμφισβήτησε το επιχείρημα της Επιτροπής που βασίστηκε στο κόστος πώλησης της Mengwei. Το κόστος αυτό αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι η Mengwei έχει δικό της τμήμα πωλήσεων και δεν αποτελεί απλώς ένα εργοστάσιο ή βάση παραγωγής του ομίλου Wan Wei, όπως ισχυρίστηκε ο παραγωγός-εξαγωγέας. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, όπως εξηγείται ανωτέρω, η Mengwei είχε σημαντικές άμεσες εξαγωγικές πωλήσεις, στοιχείο το οποίο αρκεί για να αποδειχθεί ότι έχει πραγματικό τμήμα πωλήσεων για τις εξαγωγικές πωλήσεις.

(383)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο όμιλος Wan Wei δεν αμφισβήτησε ότι ο όμιλος Wan Wei δεν πωλεί αποκλειστικά ούτε μάλιστα εξάγει PVA που παράγονται από τον όμιλο, αλλά εμπορεύεται επίσης PVA που παράγονται από άλλες μη συνδεδεμένες εταιρείες. Αυτό υποστηρίζει επίσης ότι το συμπέρασμα ότι ο όμιλος Wan Wei ενεργούσε περισσότερο ως έμπορος παρά ως τμήμα εσωτερικών πωλήσεων της Menwei.

(384)

Όσον αφορά τις αγορές του ομίλου Wan Wei από μη συνδεδεμένους παραγωγούς PVA, η Επιτροπή διαφώνησε με το επιχείρημα ότι, μόνο όταν οι αγορές από μη συνδεδεμένα μέρη είναι σημαντικές, μπορεί να πραγματοποιηθεί προσαρμογή. Απλώς και μόνο επειδή αυτό συνέβη στην υπόθεση Musim Mas (93) δεν σημαίνει ότι το ποσοστό των αγορών που διαπιστώθηκαν στην περίπτωση αυτή αποτελεί το ανώτατο όριο κάτω από το οποίο οι εταιρείες αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα και πάνω από το οποίο δεν μπορεί να υπάρχει ενιαία οικονομική οντότητα. Πράγματι, κανένα από τα στοιχεία που εξετάζονται ανωτέρω δεν έχει, καθαυτό, αποφασιστική σημασία. Θα πρέπει να εξετάζονται ως σύνολο στο πλαίσιο κάθε μεμονωμένης περίπτωσης.

(385)

Πράγματι, εξετάζοντας τη συνολική εικόνα του ομίλου Wan Wei και τις δραστηριότητες του Wan Wei σε σχέση με τις PVA της Mengwei, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι ο πρώτος δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί εσωτερικό τμήμα πωλήσεων, αλλά έμπορος κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ) σημείο i) του βασικού κανονισμού.

(386)

Για τους λόγους που περιγράφονται ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(387)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, τρεις παραγωγοί-εξαγωγείς και ένας ενωσιακός παραγωγός/χρήστης του δείγματος ισχυρίστηκαν ότι δεν έπρεπε να πραγματοποιηθεί προσαρμογή για τον μη επιστρεπτέο ΦΠΑ. Ειδικότερα, τα εν λόγω ενδιαφερόμενα μέρη υποστήριξαν ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε για ποιον λόγο είναι αναγκαία η συγκεκριμένη προσαρμογή, ιδίως υπό το φως του γεγονότος ότι η κανονική αξία κατασκευάζεται (εν μέρει) με τη χρήση δεδομένων από τρίτη χώρα. Τα εν λόγω ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Επιτροπή δεν έχει εξηγήσει για ποιον λόγο, χωρίς προσαρμογή του ΦΠΑ, θα υπήρχε διαφορά μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κατασκευασμένης κανονικής αξίας η οποία θα επηρέαζε τη συγκρισιμότητα των τιμών. Κατά την άποψή τους, δεδομένου ότι η κανονική αξία βασίζεται στην κατασκευή, δεν πραγματοποιείται επιστροφή του ΦΠΑ εισροών και, κατ’ επέκταση, δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί προσαρμογή για τις διαφορές κατά την επιστροφή ΦΠΑ.

(388)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή πραγματοποίησε προσαρμογή βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού για τη διαφορά των έμμεσων φόρων μεταξύ των εξαγωγικών πωλήσεων από τη ΛΔΚ στην Ένωση και της κανονικής αξίας όταν εξαιρούνται οι έμμεσοι φόροι όπως ο ΦΠΑ. Η Επιτροπή δεν χρειάζεται να αποδείξει πως η κατασκευασμένη κανονική αξία επιβαρύνεται πραγματικά με ΦΠΑ ο οποίος μπορεί να επιστραφεί εξ ολοκλήρου κατά τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά, δεδομένου ότι είναι άνευ σημασίας. Η κανονική αξία που κατασκευάστηκε, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 335 έως 347 και 295, δεν περιλάμβανε τον ΦΠΑ, καθώς οι μη στρεβλωμένες τιμές στην αντιπροσωπευτική χώρα χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας στη χώρα εξαγωγής αφού αφαιρεθεί ο ΦΠΑ. Η πραγματική κατάσταση όσον αφορά τη μεταχείριση από πλευράς ΦΠΑ των πωλήσεων στην εγχώρια αγορά και κατά την εξαγωγή αφορά εξ ολοκλήρου τη ΛΔΚ. Από την έρευνα προέκυψε ότι κατά την περίοδο έρευνας στη ΛΔΚ ο παραγωγός-εξαγωγέας υπόκειται σε ΦΠΑ 13 % ή 16 % (13 % εφαρμόζεται από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 2019 και 16 % εφαρμόζεται από τον Ιούλιο του 2018 έως τον Μάρτιο του 2019) κατά την εξαγωγή, ενώ 5 %, 9 % ή 10 % επιστρέφεται (5 % εφαρμόζεται από τον Ιούλιο έως τον Αύγουστο 2018, 9 % εφαρμόζεται από τον Σεπτέμβριο έως τον Οκτώβριο του 2018 και 10 % εφαρμόζεται από τον Νοέμβριο του 2018 έως τον Ιούνιο του 2019). Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, για τη διαφορά στην έμμεση φορολογία, στην προκειμένη περίπτωση, για τον ΦΠΑ που επιστρέφεται εν μέρει όσον αφορά τις εξαγωγικές πωλήσεις, η Επιτροπή προσάρμοσε δεόντως την κανονική αξία. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(389)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση τελικών πορισμάτων, τρεις εισαγωγείς επανέλαβαν τις παρατηρήσεις τους ότι η Επιτροπή θα πρέπει να προσαρμόσει την τιμή εξαγωγής ώστε να ληφθεί υπόψη ότι i) οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν διορίζουν ποτέ εμπορικούς αντιπροσώπους ή ενδιάμεσους, αλλά διαπραγματεύονται άμεσα με τους ενωσιακούς εισαγωγείς· ii) οι παραγωγοί-εξαγωγείς PVA χαμηλής ποιότητας δεν επιβαρύνθηκαν με έξοδα Ε&Α· iii) οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν επιτρέπουν σε καμία περίπτωση καθυστερήσεις πληρωμής, ούτε αναλαμβάνουν τις οικονομικές δαπάνες· iv) οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν χορηγούν σε καμία περίπτωση τεχνική βοήθεια μετά την πώληση.

(390)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή επισήμανε ότι βάσισε την τιμή εξαγωγής στις τιμές που είχαν πραγματικά πληρωθεί, πραγματοποιώντας τις προσαρμογές όλων των στοιχείων που είχαν ζητήσει νομίμως οι παραγωγοί-εξαγωγείς του δείγματος. Τα στοιχεία που παρέθεσαν οι έμποροι δεν προστέθηκαν στην κατασκευασμένη κανονική αξία, συνεπώς δεν ετίθετο ζήτημα συγκρισιμότητας. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

3.4.   Περιθώριο ντάμπινγκ

(391)

Για τους συνεργαζόμενους παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος, η Επιτροπή συνέκρινε τη μέση σταθμισμένη κανονική αξία κάθε τύπου του ομοειδούς προϊόντος με τη μέση σταθμισμένη τιμή εξαγωγής του αντίστοιχου τύπου του υπό εξέταση προϊόντος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 11 και 12 του βασικού κανονισμού.

(392)

Βάσει αυτής της σύγκρισης, τα οριστικά μέσα σταθμισμένα περιθώρια ντάμπινγκ, εκφρασμένα ως ποσοστό της τιμής CIF στα σύνορα της Ένωσης, πριν από την καταβολή του δασμού, έχουν ως εξής:

Εταιρεία

Οριστικό περιθώριο ντάμπινγκ

Όμιλος Shuangxin

115,6  %

Όμιλος Sinopec

17,3  %

Όμιλος Wan Wei

193,2  %

(393)

Για τους συνεργαζόμενους παραγωγούς-εξαγωγείς εκτός δείγματος, η Επιτροπή υπολόγισε το μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού. Επομένως, το συγκεκριμένο περιθώριο καθορίστηκε βάσει των περιθωρίων των παραγωγών-εξαγωγέων του δείγματος.

(394)

Σε αυτή τη βάση, το οριστικό περιθώριο ντάμπινγκ των συνεργαζόμενων παραγωγών-εξαγωγέων εκτός δείγματος είναι 80,4 %.

(395)

Για όλους τους άλλους παραγωγούς-εξαγωγείς της οικείας χώρας, η Επιτροπή καθόρισε το περιθώριο ντάμπινγκ με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Προς τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή προσδιόρισε το επίπεδο συνεργασίας των παραγωγών-εξαγωγέων. Το επίπεδο συνεργασίας είναι ο όγκος των εξαγωγών των συνεργασθέντων παραγωγών-εξαγωγέων στην Ένωση, εκφρασμένος ως ποσοστό του συνολικού όγκου εξαγωγών —όπως αναφέρεται στα στατιστικά στοιχεία της Eurostat για τις εισαγωγές— από την οικεία χώρα προς την Ένωση.

(396)

Στην προκειμένη περίπτωση, το επίπεδο συνεργασίας είναι υψηλό, επειδή οι εισαγωγές των συνεργαζόμενων παραγωγών-εξαγωγέων αποτελούσαν πρακτικά το σύνολο των εξαγωγών προς την Ένωση κατά την περίοδο έρευνας. Με βάση αυτά τα στοιχεία, η Επιτροπή αποφάσισε να ορίσει το περιθώριο ντάμπινγκ για όλες τις άλλες εταιρείες στο επίπεδο της συνεργαζόμενης εταιρείας του δείγματος με το υψηλότερο περιθώριο ντάμπινγκ.

(397)

Τα οριστικά περιθώρια ντάμπινγκ, εκφρασμένα ως ποσοστό της τιμής CIF στα σύνορα της Ένωσης, πριν από την καταβολή δασμού, έχουν ως εξής:

Εταιρεία

Οριστικό περιθώριο ντάμπινγκ

Όμιλος Shuangxin

115,6  %

Όμιλος Sinopec

17,3  %

Όμιλος Wan Wei

193,2  %

Άλλες συνεργαζόμενες εταιρείες

80,4  %

Όλες οι άλλες εταιρείες

193,2  %

4.   ΖΗΜΙΑ

4.1.   Ορισμός του ενωσιακού κλάδου παραγωγής και της ενωσιακής παραγωγής

(398)

Το ομοειδές προϊόν κατασκευαζόταν από τέσσερις παραγωγούς στην Ένωση κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας: Kuraray Europe GmbH, Sekisui Specialty Chemicals Europe S.L., Solutia Europe SPRL, Wacker Chemie AG. Οι παραγωγοί αυτοί αποτελούν τον «ενωσιακό κλάδο παραγωγής» (ενωσιακή βιομηχανία) κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού.

(399)

Η συνολική ενωσιακή παραγωγή κατά την περίοδο της έρευνας ανήλθε σε περίπου [114 000 – 120 000] τόνους. Η Επιτροπή κατέληξε στον αριθμό αυτό με βάση όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, όπως οι πληροφορίες που προσκόμισε η καταγγέλλουσα και οι πληροφορίες από όλους τους γνωστούς ενωσιακούς παραγωγούς. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 30, στο δείγμα συμπεριλήφθηκαν δύο ενωσιακοί παραγωγοί, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν πάνω από το 80 % της συνολικής ενωσιακής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος.

4.2.   Καθορισμός της σχετικής αγοράς της Ένωσης

(400)

Για να διαπιστωθεί κατά πόσον ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής υπέστη ζημία και για να καθοριστούν η κατανάλωση και οι διάφοροι οικονομικοί δείκτες που συνδέονται με την κατάσταση του ενωσιακού κλάδου παραγωγής, η Επιτροπή εξέτασε αν και σε ποιον βαθμό έπρεπε να ληφθεί υπόψη στην ανάλυση η μεταγενέστερη χρήση της παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

(401)

Η PVA χρησιμοποιείται ως ενδιάμεσο υλικό για την παραγωγή χαρτιού και χαρτονιού· την παραγωγή ρητινών PVB για την παραγωγή μεμβρανών PVB· ως βοηθητικό μέσο πολυμερισμού για πλαστικά· και την παραγωγή γαλακτωμάτων και συγκολλητικών υλών. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι σημαντικό μέρος της παραγωγής των ενωσιακών παραγωγών προοριζόταν για δέσμια χρήση. Ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής είναι ως επί το πλείστον καθετοποιημένος και συχνά οι PVA απλώς μεταφέρονται εντός της ίδιας εταιρείας ή των ομίλων εταιρειών για περαιτέρω κατάντη επεξεργασία.

(402)

Η διάκριση μεταξύ δέσμιας και ελεύθερης αγοράς έχει σημασία για την ανάλυση της ζημίας, διότι τα προϊόντα που προορίζονται για δέσμια χρήση δεν εκτίθενται σε άμεσο ανταγωνισμό από τις εισαγωγές. Αντιθέτως, η παραγωγή που προορίζεται για την ελεύθερη αγορά βρίσκεται σε άμεσο ανταγωνισμό με τις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος.

(403)

Η Επιτροπή συγκέντρωσε στοιχεία για το σύνολο της δραστηριότητας PVA και αποφάσισε αν η παραγωγή προοριζόταν για δέσμια χρήση ή για την ελεύθερη αγορά προκειμένου να σχηματίσει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα του ενωσιακού κλάδου παραγωγής.

(404)

Η Επιτροπή εξέτασε ορισμένους οικονομικούς δείκτες που αφορούν τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, με βάση τα στοιχεία για την ελεύθερη αγορά. Οι εν λόγω δείκτες είναι: όγκος πωλήσεων και τιμές πώλησης στην ενωσιακή αγορά· μερίδιο αγοράς· ανάπτυξη· όγκος εξαγωγών και τιμές· κερδοφορία· απόδοση των επενδύσεων· και ταμειακές ροές. Στις περιπτώσεις που ήταν εφικτό και δικαιολογημένο, τα πορίσματα της εξέτασης συγκρίθηκαν στη συνέχεια με τα στοιχεία για τη δέσμια αγορά, ώστε να σχηματιστεί πλήρης εικόνα της κατάστασης του ενωσιακού κλάδου παραγωγής.

(405)

Εντούτοις, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ουσιαστική εξέταση άλλων οικονομικών δεικτών, μόνο με αναφορά στο σύνολο της δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της δέσμιας χρήσης του ενωσιακού κλάδου παραγωγής. Αυτοί είναι: παραγωγή· παραγωγική ικανότητα, χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας· απασχόληση και παραγωγικότητα. Οι εν λόγω δείκτες εξαρτώνται από το σύνολο της δραστηριότητας, ανεξάρτητα από το αν η παραγωγή κρατείται για δέσμια χρήση ή πωλείται στην ελεύθερη αγορά.

(406)

Μετά την κοινοποίηση, οι Cordial, Wacker και Wegochem ισχυρίστηκαν ότι το έγγραφο κοινοποίησης γενικών πορισμάτων δεν περιλάμβανε σχετικές πληροφορίες, όπως την παραγωγή, την παραγωγική ικανότητα, τη χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας, τον όγκο των πωλήσεων και το μερίδιο αγοράς της καταγγέλλουσας.

(407)

Σε απάντηση στο αίτημα των εταιρειών, η Επιτροπή αξιολόγησε εκ νέου τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν σε πεδία τιμών και/ή υπό μορφή δεικτών για την παραγωγή, την παραγωγική ικανότητα και την απασχόληση. Δεδομένου ότι οι εν λόγω πληροφορίες ομαδοποιούν τα στοιχεία τεσσάρων εταιρειών, γνωστοποιήθηκαν σε πραγματικούς αριθμούς στην εταιρεία και τέθηκαν στη διάθεση των ενδιαφερόμενων μερών στον ανοικτό φάκελο.

(408)

Όσον αφορά τα εμπιστευτικά στοιχεία της καταγγέλλουσας, η Επιτροπή πρέπει να απορρίψει το αίτημα των εταιρειών. Ο βασικός κανονισμός απαιτεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει τη ζημία που προκαλείται στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής και όχι σε συγκεκριμένους παραγωγούς. Στην περίπτωση αυτή, τα δεδομένα που ζητήθηκαν αφορούν μακροοικονομικούς δείκτες και περιλάμβαναν όλους τους γνωστούς παραγωγούς της Ένωσης. Δεν υπάρχει λόγος να διαχωριστούν τα δεδομένα ενός μόνον παραγωγού, ιδίως όταν τα δεδομένα αυτά είναι εμπιστευτικά σύμφωνα με το άρθρο 19 του βασικού κανονισμού.

(409)

Μετά την κοινοποίηση, η Wacker και το κινεζικό εμπορικό επιμελητήριο εισαγωγέων και εξαγωγέων μετάλλων, ορυκτών και χημικών προϊόντων (CCCMC) αμφισβήτησαν την προσέγγιση της Επιτροπής στην ανάλυση της δέσμιας και της ελεύθερης αγοράς. Η Wacker ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να προβεί σε σαφή εκτίμηση των μακροοικονομικών και των μικροοικονομικών δεικτών μόνο για την καταγγέλλουσα, προκειμένου να αποφευχθεί μια στρεβλωμένη ανάλυση ζημίας.

(410)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό της Wacker. Ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής αποτελείται από τέσσερις παραγωγούς εκ των οποίων οι δύο δραστηριοποιούνται στην ελεύθερη αγορά. Ως εκ τούτου, όπως εξηγείται ανωτέρω στις αιτιολογικές σκέψεις 402 έως 405, παρότι για ορισμένους οικονομικούς δείκτες κρίθηκε σκόπιμο να παρατεθούν μόνο τα δεδομένα για την ελεύθερη αγορά, άλλοι οικονομικοί δείκτες θα μπορούσαν να εξεταστούν ουσιωδώς μόνο με αναφορά στο σύνολο της δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της δέσμιας χρήσης του ενωσιακού κλάδου παραγωγής.

(411)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

4.3.   Ενωσιακή κατανάλωση

(412)

Η Επιτροπή προσδιόρισε την ενωσιακή κατανάλωση με βάση α) τη δέσμια κατανάλωση βάσει της δέσμιας χρήσης της ενωσιακής παραγωγής, β) τις πωλήσεις στην ενωσιακή αγορά όλων των γνωστών ενωσιακών παραγωγών και γ) τις εισαγωγές στην Ένωση από όλες τις τρίτες χώρες σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, λαμβανομένων επίσης υπόψη των στοιχείων που υπέβαλαν οι συνεργαζόμενοι παραγωγοί-εξαγωγείς στην οικεία χώρα. Με βάση τα ανωτέρω, η ενωσιακή κατανάλωση εξελίχθηκε ως εξής:

Πίνακας 1

Ενωσιακή κατανάλωση (σε τόνους)

 

2016

2017

2018

Περίοδος έρευνας

Συνολική ενωσιακή κατανάλωση

214 000 – 219 000

210 000 – 215 000

225 000 – 230 000

218 000 – 223 000

Δείκτης

100

98

106

102

Δέσμια αγορά

50 000 – 55 000

52 500 – 57 500

57 500 – 62 500

55 000 – 60 000

Δείκτης

100

105

116

109

Ελεύθερη αγορά

162 000 – 167 000

155 000 – 160 000

165 000 – 170 000

162 000 – 167 000

Δείκτης

100

96

103

100

Πηγή:

Eurostat, στοιχεία καταγγελίας, επαληθευμένες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(413)

Η δέσμια κατανάλωση της ιδιοπαραγόμενης PVA αυξήθηκε κατά 9 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Ωστόσο, η κατανάλωση στην ελεύθερη αγορά, καθώς και η συνολική κατανάλωση, παρέμειναν σταθερές κατά την ίδια περίοδο.

(414)

Η συνολική κατανάλωση αυξήθηκε από περίπου [214 000 – 219 000] τόνους το 2016 σε περίπου [218 000 – 223 000] τόνους κατά την περίοδο έρευνας, ενώ η κατανάλωση στην ελεύθερη αγορά παρέμεινε σταθερή στους περίπου [162 000 – 167 000] τόνους κατά την ίδια περίοδο.

(415)

Το CCCMC υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν είχε αναλύσει δεόντως τη δέσμια αγορά και τη δέσμια κατανάλωση. Ειδικότερα, το CCCMC διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν είχε ενημερώσει επαρκώς τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με το ποσοστό της δέσμιας κατανάλωσης και παραγωγής στο σύνολο της κατανάλωσης και της παραγωγής ούτε σχετικά με το ποσοστό της παραγωγής που διοχετευόταν στην ελεύθερη αγορά. Το μέρος επανέλαβε τον ισχυρισμό του μετά τη δεύτερη συμπληρωματική κοινοποίηση.

(416)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτό και διευκρίνισε ότι η κατανάλωση στη δέσμια αγορά που γνωστοποιήθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη αντιστοιχούσε στη δεσμευμένη παραγωγή. Η συνολική παραγωγή αναφέρεται στον πίνακα 4. Η εξέλιξη της παραγωγής της ελεύθερης αγοράς μπορεί εύκολα να υπολογιστεί με τη χρήση των στοιχείων για τη δέσμια παραγωγή στον πίνακα 1. Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη ήταν ενήμερα για όλες τις αναγκαίες παραμέτρους που αφορούν τη δέσμια και την ελεύθερη αγορά. Επιπλέον, η δέσμια χρήση του ενωσιακού κλάδου παραγωγής αναλύθηκε εκτενώς κατωτέρω στο τμήμα 5.2.4 «Δέσμια χρήση» και κοινοποιήθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ωστόσο, για λόγους ευκολίας, η Επιτροπή πρόσθεσε ένα ακόμη στοιχείο, «όγκος παραγωγής στην ελεύθερη αγορά», στον αναθεωρημένο πίνακα 4.

4.4.   Εισαγωγές από την οικεία χώρα

4.4.1.   Όγκος και μερίδιο αγοράς των εισαγωγών από την οικεία χώρα

(417)

Η Επιτροπή προσδιόρισε τον όγκο των εισαγωγών σύμφωνα με τα στοιχεία της βάσης δεδομένων της Eurostat. Το μερίδιο αγοράς των εισαγωγών καθορίστηκε μέσω της σύγκρισης των όγκων εισαγωγών με την κατανάλωση της Ένωσης στην ελεύθερη αγορά, όπως παρουσιάζεται στον πίνακα 1 ανωτέρω.

(418)

Οι εισαγωγές στην Ένωση από την οικεία χώρα εξελίχθηκαν ως εξής:

Πίνακας 2

Όγκος των εισαγωγών (σε τόνους) και μερίδιο αγοράς

 

2016

2017

2018

Περίοδος έρευνας

Όγκος εισαγωγών από τη ΛΔΚ σε τόνους

35 285

44 216

54 326

53 930

Δείκτης

100

125

154

153

Μερίδιο αγοράς

20 % – 25 %

25 % – 30 %

30 % – 35 %

30 % – 35 %

Δείκτης

100

131

149

153

Πηγή:

Eurostat

(419)

Οι εισαγωγές από την οικεία χώρα αυξήθηκαν κατά 53 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο, από περίπου 35 000 τόνους το 2016 σε σχεδόν 54 000 τόνους κατά την περίοδο έρευνας. Το μερίδιο αγοράς των κινεζικών εισαγωγών αυξήθηκε επομένως από 20 % – 25 % το 2016 σε 30 % – 35 % κατά την περίοδο έρευνας στην ελεύθερη αγορά.

4.4.2.   Τιμές των εισαγωγών από την οικεία χώρα και υποτιμολόγηση

(420)

Η Επιτροπή καθόρισε τάσεις όσον αφορά τις τιμές των εισαγωγών με βάση τα στοιχεία της Eurostat.

(421)

Η μέση τιμή των εισαγωγών από την υπό εξέταση χώρα στην Ένωση εξελίχθηκε ως εξής:

Πίνακας 3

Τιμές εισαγωγής (EUR/kg)

 

2016

2017

2018

Περίοδος έρευνας

ΛΔΚ

1,49

1,39

1,34

1,49

Δείκτης

100

94

90

100

Πηγή:

Eurostat

(422)

Οι τιμές εισαγωγής από την οικεία χώρα παρέμειναν σχετικά σταθερές κατά την εξεταζόμενη περίοδο, περίπου στα 1,49 EUR/Kg. Κατά την περίοδο έρευνας, με βάση τις μέσες ενωσιακές τιμές που αναφέρονται στον πίνακα 7, υπήρξε διαφορά της τάξης του [10 % – 40 %] μεταξύ των τιμών των επίμαχων εισαγωγών και των ενωσιακών τιμών.

(423)

Η υποτιμολόγηση των εισαγωγών διαπιστώθηκε με βάση τα στοιχεία των συνεργαζόμενων παραγωγών-εξαγωγέων στην οικεία χώρα και τα στοιχεία σχετικά με τις εγχώριες πωλήσεις που παρείχε ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής για την περίοδο έρευνας. Η Επιτροπή προσδιόρισε την υποτιμολόγηση κατά την περίοδο έρευνας συγκρίνοντας:

τις μέσες σταθμισμένες τιμές πώλησης ανά τύπο προϊόντος των ενωσιακών παραγωγών οι οποίες χρεώθηκαν σε μη συνδεδεμένους πελάτες στην αγορά της Ένωσης, προσαρμοσμένες σε επίπεδο τιμών εκ του εργοστασίου· και

τις αντίστοιχες σταθμισμένες μέσες τιμές ανά τύπο προϊόντος των εισαγωγών από τους συνεργασθέντες Κινέζους παραγωγούς στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη στην αγορά της Ένωσης, που καθορίστηκαν στη βάση κόστους, ασφάλισης και ναύλου (CIF), με τις κατάλληλες προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι δασμοί και τα έξοδα μετά την εισαγωγή.

(424)

Η σύγκριση των τιμών πραγματοποιήθηκε ανά τύπο προϊόντος για συναλλαγές στο ίδιο επίπεδο εμπορίου, αφού αφαιρέθηκαν οι μειώσεις και οι εκπτώσεις. Στις περιπτώσεις που κρίθηκε αναγκαίο, η τιμή εισαγωγής του υπό εξέταση προϊόντος που εισήχθη από τη ΛΔΚ προσαρμόστηκε δεόντως έναντι του συγκρίσιμου τύπου προϊόντος που πωλήθηκε από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

(425)

Όσον αφορά τις διαφορές σε ορισμένα χαρακτηριστικά μεταξύ του υπό εξέταση προϊόντος και του ομοειδούς προϊόντος, όπως αναφέρεται ανωτέρω στις αιτιολογικές σκέψεις 73 έως 77, οι τύποι προϊόντος που εισάγονται από τη ΛΔΚ ανταγωνίζονται τους τύπους προϊόντος που παράγονται και πωλούνται από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής. Ωστόσο, δεδομένου ότι η περιεκτικότητα σε τέφρα των PVA που παράγονται και πωλούνται από τους συνεργαζόμενους παραγωγούς-εξαγωγείς ήταν συνολικά υψηλότερη από την περιεκτικότητα σε τέφρα των PVA που παράγονται και πωλούνται από την τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, η Επιτροπή έκρινε ότι ήταν δικαιολογημένη η προσαρμογή προκειμένου να διασφαλιστεί η δίκαιη σύγκριση μεταξύ των κινεζικών και των ενωσιακών τύπων προϊόντος βάσει των PCN. Η Επιτροπή προσδιόρισε την προσαρμογή με βάση τη διαφορά που διαπιστώθηκε για τις εισαγωγές PVA με υψηλή και χαμηλή περιεκτικότητα σε τέφρα από τρίτες χώρες βάσει των πληροφοριών που παρείχαν οι χρήστες. Η διαφορά τιμής προσδιορίστηκε στο 10 %.

(426)

Επί τη βάσει αυτή, προστέθηκε προσαρμογή της τάξης του 10 % στην τιμή CIF των PVA με υψηλή περιεκτικότητα σε τέφρα που πωλείται από τους συνεργαζόμενους παραγωγούς-εξαγωγείς.

(427)

Μετά την κοινοποίηση, η Ahlstrom-Munksjö αμφισβήτησε την προσαρμογή του 10 %, διότι η Επιτροπή δεν αποκάλυψε την πηγή των δεδομένων και, ως εκ τούτου, τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν είχαν τη δυνατότητα να αξιολογήσουν την αξιοπιστία των εν λόγω δεδομένων.

(428)

Εν προκειμένω, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 425, η προσαρμογή υπολογίστηκε με βάση τη διαφορά στις τιμές για τις εισαγωγές PVA με υψηλή και χαμηλή περιεκτικότητα σε τέφρα από τρίτες χώρες για συγκρίσιμους PCN που συλλέγονται και επαληθεύονται κατά τη διάρκεια της έρευνας από χρήστες (πραγματικές συναλλαγές).

(429)

Επιπλέον, δεδομένου ότι η περιεκτικότητα σε μεθανόλη και η συσκευασία έχουν αμελητέα επίδραση στις τιμές, όπως επεξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 81, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για τους σκοπούς της υποτιμολόγησης ήταν σκόπιμο να μην ληφθούν υπόψη αυτά τα χαρακτηριστικά.

(430)

Το αποτέλεσμα της σύγκρισης εκφράστηκε ως ποσοστό του κύκλου εργασιών των ενωσιακών παραγωγών κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας. Προέκυψε μέσο σταθμισμένο περιθώριο υποτιμολόγησης από 28,8 % έως 36,7 % για τις εισαγωγές από την οικεία χώρα στην αγορά της Ένωσης.

(431)

Μετά την κοινοποίηση, διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, συγκεκριμένα η Wacker, η Ahlstrom-Munksjö, ο όμιλος Sinopec, η Wan Wei, η Mengwei και η Shuangxin, αμφισβήτησαν τους υπολογισμούς της Επιτροπής.

(432)

Η Wacker και οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι ποσοστό 18 % των εξαγωγών από τη ΛΔΚ δεν πωλήθηκε από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, δεδομένου ότι για την ποσότητα αυτή δεν βρέθηκαν συγκρίσιμοι PCN. Τα μέρη παρέπεμψαν στην απόφαση στην υπόθεση T-500/17 Hubei Xinyegang κατά Επιτροπής προς στήριξη του ισχυρισμού τους ότι η ανάλυση της ζημίας από την Επιτροπή βασίστηκε μόνο σε περιορισμένο όγκο των πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου και όχι στο σύνολο του ομοειδούς προϊόντος.

(433)

Πρώτον, η Επιτροπή επισήμανε ότι η απόφαση αυτή αποτελεί αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυθεντική. Δεύτερον, ο βασικός κανονισμός δεν απαιτεί από την Επιτροπή να πραγματοποιεί την ανάλυση της τιμής για κάθε τύπο προϊόντος χωριστά. Αντιθέτως, η νομική απαίτηση είναι ο καθορισμός στο επίπεδο του ομοειδούς προϊόντος. Ενώ οι PCN χρησιμοποιούνται ως αφετηρία για την αξιολόγηση αυτή, δεν σημαίνει ότι οι διαφορετικοί PCN δεν βρίσκονται σε ανταγωνισμό. Επομένως, το γεγονός ότι ορισμένοι PCN του ενωσιακού κλάδου παραγωγής δεν συγκρίθηκαν με τις εισαγωγές δεν σημαίνει ότι δεν υφίστανται πίεση στις τιμές από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Πράγματι, ο καθορισμός της υποτιμολόγησης και της πώλησης σε χαμηλότερες τιμές μέσω υπολογισμού πρώτα των περιθωρίων σε επίπεδο PCN είναι απλώς ένα ενδιάμεσο και προπαρασκευαστικό βήμα της απαιτούμενης σύγκρισης τιμών. Το στάδιο αυτό δεν είναι υποχρεωτικό από νομική άποψη, αλλά αποτελεί συνήθη πρακτική της Επιτροπής. Τρίτον, στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται δειγματοληψία, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι δεν υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ των εισαγωγών των παραγωγών-εξαγωγέων του δείγματος και των πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής του δείγματος. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι δεν υπάρχουν εισαγωγές ορισμένων τύπων, αλλά ότι αυτοί οι τύποι δεν εξήχθησαν στην Ένωση από τους παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος κατά την περίοδο της έρευνας. Τέλος, όπως εξηγείται ανωτέρω στις αιτιολογικές σκέψεις 58 έως 62, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλες οι ποιότητες PVA ανταγωνίζονται μεταξύ τους, τουλάχιστον σε ορισμένο βαθμό. Επομένως, το 18 % των εξαγωγών των παραγωγών-εξαγωγέων του δείγματος που δεν πωλήθηκαν από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής δεν αποτελεί χωριστή κατηγορία του υπό εξέταση προϊόντος, αλλά ανταγωνίζεται πλήρως με τις υπόλοιπες ποιότητες για τις οποίες διαπιστώθηκε αντιστοίχιση. Επιπλέον, οι PCN που δεν πωλήθηκαν από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής ήταν τύποι προϊόντος κατάλληλοι για εφαρμογή στους τομείς των συγκολλητικών υλών, των προϊόντων πολυμερισμού και του χαρτιού και, ως εκ τούτου, ισοδύναμοι και σε άμεσο ανταγωνισμό με άλλους τύπους προϊόντων που παράγονται και πωλούνται από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής για χρήση στις ίδιες εφαρμογές, ακόμη και αν δεν χρησιμοποιούνται για τον ποσοτικό προσδιορισμό της υποτιμολόγησης.

(434)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(435)

Τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη ζήτησαν κοινοποίηση συμπληρωματικών πορισμάτων όσον αφορά τους λεπτομερείς υπολογισμούς των περιθωρίων υποτιμολόγησης και πώλησης σε χαμηλότερες τιμές ανά PCN. Ειδικότερα, ζήτησαν: i) τους PCN που πωλήθηκαν από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής· ii) τον μέσο όρο των ποσοτήτων και των τιμών πώλησης ανά PCN· και iii) τα λεπτομερή περιθώρια υποτιμολόγησης και πώλησης σε χαμηλότερες τιμές ανά PCN. Τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη, παραπέμποντας στην απόφαση του δικαστηρίου στην υπόθεση Jindal (υπόθεση T-301/16, Jindal Saw Ltd and Jindal Saw Italia SpA κατά Επιτροπής), ισχυρίστηκαν ότι η σύγκριση μεταξύ των τιμών εξαγωγής και των τιμών πώλησης του ενωσιακού κλάδου παραγωγής δεν είχε πραγματοποιηθεί στο ίδιο επίπεδο εμπορίου, δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητα των εισαγωγών από τη ΛΔΚ πωλήθηκε μέσω μη συνδεδεμένων εμπόρων και εισαγωγέων, ενώ ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής πωλούσε απευθείας στους τελικούς πελάτες, και ότι η Επιτροπή θα έπρεπε, επομένως, να προβεί σε προσαρμογή του επιπέδου εμπορίου.

(436)

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποκαλύψει τα αιτούμενα δεδομένα ανά τύπο προϊόντος. Με την αποκάλυψη τέτοιου βαθμού λεπτομέρειας θα ήταν δυνατό να συναχθούν, είτε άμεσα είτε με την προσθήκη πληροφοριών από την αγορά, τα εμπιστευτικά στοιχεία πωλήσεων ή παραγωγής μεμονωμένων ενωσιακών παραγωγών.

(437)

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς σχετικά με προσαρμογή για το επίπεδο εμπορίου, η Επιτροπή ανέλυσε την τιμή στην αγορά της Ένωσης για τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε τελικούς χρήστες σε σύγκριση με τις πωλήσεις σε διανομείς και δεν διαπίστωσε σταθερές διαφορές στις τιμές για τα διάφορα επίπεδα εμπορίου. Επιπλέον, κανένα άλλο στοιχείο του φακέλου δεν κατέδειξε την ανάγκη εφαρμογής οποιασδήποτε προσαρμογής του επιπέδου εμπορίου. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο το συμπέρασμα ότι στην παρούσα περίπτωση δεν ήταν δικαιολογημένη η προσαρμογή για τα διάφορα επίπεδα εμπορίου.

(438)

Η Wacker υποστήριξε επίσης ότι η Επιτροπή εκτίμησε τις επιπτώσεις των τιμών των υπό εξέταση εισαγωγών στο ενωσιακό κλάδο παραγωγής για το σύνολο της εξεταζόμενης περιόδου (πέραν του υπολογισμού της υποτιμολόγησης για την περίοδο έρευνας), με βάση τις μέσες τιμές εισαγωγής χωρίς προσαρμογή για τους δασμούς, τα έξοδα μετά την εισαγωγή και την περιεκτικότητα σε τέφρα.

(439)

Ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να απορριφθεί. Σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Επιτροπής, τα περιθώρια υποτιμολόγησης υπολογίστηκαν μόνο για την περίοδο έρευνας. Ωστόσο, ελήφθησαν υπόψη οι επιπτώσεις των τιμών ολόκληρης της εξεταζόμενης περιόδου από πλευράς εξέλιξης της τάσης των τιμών εισαγωγής. Προκειμένου να αξιολογηθεί η τάση αυτή σε συγκρίσιμη βάση σε βάθος χρόνου, δεν ήταν απαραίτητο να πραγματοποιηθούν προσαρμογές. Επιπλέον, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη τα μέσα έξοδα μετά την εισαγωγή και οι δασμοί για ολόκληρη την εξεταζόμενη περίοδο, οι κινεζικές τιμές εξακολουθούσαν να είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές του ενωσιακού κλάδου παραγωγής, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σημαντική υποτιμολόγηση που διαπιστώθηκε για την περίοδο έρευνας.

4.5.   Οικονομική κατάσταση του ενωσιακού κλάδου παραγωγής

4.5.1.   Γενικές παρατηρήσεις

(440)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, η εξέταση των επιπτώσεων των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής περιλαμβάνει αξιολόγηση όλων των οικονομικών δεικτών που έχουν σημασία για την κατάσταση του ενωσιακού κλάδου παραγωγής κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

(441)

Για τον προσδιορισμό της ζημίας, η Επιτροπή προέβη σε διάκριση μεταξύ των μακροοικονομικών και μικροοικονομικών δεικτών ζημίας. Η Επιτροπή αξιολόγησε τους μακροοικονομικούς δείκτες βάσει των στοιχείων που παρείχε η καταγγέλλουσα και τα διασταύρωσε με τα στοιχεία που παρείχαν οι άλλοι ενωσιακοί παραγωγοί, χρήστες και εισαγωγείς και με τα διαθέσιμα επίσημα στατιστικά στοιχεία (Eurostat). Τα μακροοικονομικά στοιχεία αφορούσαν όλους τους ενωσιακούς παραγωγούς.

(442)

Η Επιτροπή αξιολόγησε τους μικροοικονομικούς δείκτες με βάση τα στοιχεία που περιέχονταν στις απαντήσεις των ενωσιακών παραγωγών του δείγματος στο ερωτηματολόγιο. Όσον αφορά τον δεύτερο ενωσιακό παραγωγό του δείγματος, τη Wacker, πρέπει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία που παρείχε δεν κάλυπταν τους μικροοικονομικούς δείκτες, καθώς η παραγωγή της εταιρείας προοριζόταν για δική της δέσμια χρήση και, συνεπώς, η εταιρεία δεν πωλούσε το ομοειδές προϊόν στην ελεύθερη αγορά. Ως εκ τούτου, τα μικροοικονομικά στοιχεία αφορούσαν αποκλειστικά τις πωλήσεις του ενωσιακού παραγωγού του δείγματος στην ελεύθερη αγορά, δηλαδή της Kuraray Europe GmbH. Διαπιστώθηκε ότι και τα δύο σύνολα στοιχείων ήταν αντιπροσωπευτικά της οικονομικής κατάστασης του ενωσιακού κλάδου παραγωγής.

(443)

Οι μακροοικονομικοί δείκτες είναι οι εξής: παραγωγή, παραγωγική ικανότητα, χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας, όγκος πωλήσεων, μερίδιο αγοράς, ανάπτυξη, απασχόληση, παραγωγικότητα και μέγεθος του περιθωρίου ντάμπινγκ.

(444)

Οι μικροοικονομικοί δείκτες είναι οι εξής: μέσες τιμές ανά μονάδα, μοναδιαίο κόστος, κόστος εργασίας, αποθέματα, κερδοφορία, ταμειακές ροές, επενδύσεις, απόδοση των επενδύσεων και ικανότητα άντλησης κεφαλαίων.

4.5.2.   Μακροοικονομικοί δείκτες

4.5.2.1.   Παραγωγή, παραγωγική ικανότητα και χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας

(445)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η συνολική παραγωγή, η παραγωγική ικανότητα και η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας της Ένωσης εξελίχθηκαν ως εξής:

Πίνακας 4

Παραγωγή, παραγωγική ικανότητα και χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας

 

2016

2017

2018

Περίοδος έρευνας

Όγκος παραγωγής (τόνοι)

129 310

120 807

123 492

114 235

Δείκτης

100

93

95

88

Παραγωγική ικανότητα (τόνοι)

145 684

145 684

145 684

145 684

Δείκτης

100

100

100

100

Χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας

89 %

83 %

85 %

78 %

Δείκτης

100

93

95

88

Όγκος παραγωγής στην ελεύθερη αγορά (τόνοι)

75 000 – 80 000

62 500 – 67 500

600 000  – 65 000

55 000 – 60 000

Δείκτης

100

86

82

75

Πηγή:

Καταγγελία, επαληθευμένες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(446)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ο όγκος παραγωγής του ενωσιακού κλάδου μειώθηκε κατά 12 %. Η εν λόγω μείωση της παραγωγής επηρέασε σχεδόν ολοκληρωτικά τους δύο μοναδικούς ενωσιακούς παραγωγούς οι οποίοι πωλούν στην ελεύθερη αγορά, καθώς ο όγκος παραγωγής των ενωσιακών παραγωγών που παράγουν αποκλειστικά για δέσμια κατανάλωση παρέμεινε σχετικά σταθερός.

(447)

Η αναφερόμενη παραγωγική ικανότητα παρέμεινε η ίδια κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Ωστόσο, η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό λόγω της σημαντικής μείωσης της κλίμακας παραγωγής στην οποία προέβησαν οι ενωσιακοί παραγωγοί που πωλούν στην ελεύθερη αγορά, προκειμένου να μειώσουν το κόστος παραγωγής και τις ζημίες. Πράγματι, και οι δύο παραγωγοί έπρεπε να διακόψουν τις γραμμές παραγωγής τους κατά την περίοδο 2017-2018 λόγω της πίεσης που ασκούσαν οι εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ.

(448)

Συνεπώς, η μείωση του ποσοστού χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας πρέπει να αποδοθεί αποκλειστικά στη μείωση της παραγωγής στην οποία προέβησαν οι δύο ενωσιακοί παραγωγοί που πωλούν στην ελεύθερη αγορά.

(449)

Μετά τη δεύτερη συμπληρωματική κοινοποίηση, η Solutia υποστήριξε ότι η μείωση της χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας που πραγματοποιήθηκε από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής δεν ακολούθησε την τάση των εισαγωγών από τη ΛΔΚ, καθώς αυξήθηκε από το 2017 έως το 2018, όταν οι εισαγωγές αυξήθηκαν, και μειώθηκε κατά την ΠΕ, όταν επίσης μειώθηκαν οι εισαγωγές από τη ΛΔΚ.

(450)

Αυτό το επιχείρημα έπρεπε να απορριφθεί. Πρώτον, από το 2017 έως το 2018, το ποσοστό χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας του ενωσιακού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η κατανάλωση στην ελεύθερη αγορά αυξήθηκε κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες. Επιπλέον, κατά την ίδια περίοδο οι εισαγωγές από τη ΛΔΚ αυξήθηκαν κατά 23 % κατ’ όγκο και σημείωσαν επιπλέον αύξηση 14 % του μεριδίου αγοράς. Ως εκ τούτου, ακόμη και με αυξανόμενη ζήτηση, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής δεν μπόρεσε να αυξήσει σημαντικά την παραγωγή του, καθώς οι τιμές του ήταν διαρκώς χαμηλότερες από τις αυξανόμενες εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Δεύτερον, κατά την ΠΕ, ενώ ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής μείωσε τη χρησιμοποίηση της παραγωγικής του ικανότητας κατά 7 μονάδες και η κατανάλωση της Ένωσης στην ελεύθερη αγορά μειώθηκε κατά 3 μονάδες, οι εισαγωγές από τη ΛΔΚ παρέμειναν σταθερές (μειώθηκαν κατά 395 τόνους) και κέρδισαν 3 επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες μεριδίου αγοράς.

4.5.2.2.   Όγκος πωλήσεων και μερίδιο αγοράς

(451)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ο όγκος πωλήσεων και το μερίδιο αγοράς του ενωσιακού κλάδου παραγωγής εξελίχθηκαν ως εξής:

Πίνακας 5

Όγκος πωλήσεων και μερίδιο αγοράς

 

2016

2017

2018

Περίοδος έρευνας

Συνολικός όγκος πωλήσεων στην ελεύθερη αγορά της Ένωσης (τόνοι)

60 000 – 65 000

55 000 – 60 000

45 000 – 50 000

40 000 – 45 000

Δείκτης

100

95

82

73

Μερίδιο αγοράς

35 % – 40 %

35 % – 40 %

25 % – 30 %

25 % – 30 %

Δείκτης

100

99

79

73

Πηγή:

Καταγγελία, επαληθευμένες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(452)

Παρά τη σχετικά σταθερή κατανάλωση, ο όγκος πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής στην ελεύθερη αγορά μειώθηκε κατά 27 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

(453)

Κατά συνέπεια, η μείωση αυτή μεταφράστηκε σε μείωση του μεριδίου αγοράς του ενωσιακού κλάδου παραγωγής στην ελεύθερη αγορά από [35 % – 40 %] το 2016 σε [25 % – 30 %] κατά την περίοδο έρευνας, δηλαδή μείωση κατά 27 %.

4.5.2.3.   Ανάπτυξη

(454)

Η ενωσιακή κατανάλωση (ελεύθερη αγορά) παρέμεινε σταθερή κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ενώ ο όγκος πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής στην ελεύθερη ενωσιακή αγορά μειώθηκε κατά 27 %. Ως εκ τούτου, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής έχασε μερίδιο της αγοράς, σε αντίθεση με το μερίδιο αγοράς των εισαγωγών από την οικεία χώρα, το οποίο αυξήθηκε σημαντικά κατά την ίδια περίοδο.

4.5.2.4.   Απασχόληση και παραγωγικότητα

(455)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η απασχόληση και η παραγωγικότητα εξελίχθηκαν ως εξής:

Πίνακας 6

Απασχόληση και παραγωγικότητα

 

2016

2017

2018

Περίοδος έρευνας

Αριθμός εργαζομένων (ΙΠΑ)

370

313

324

327

Δείκτης

100

85

88

88

Παραγωγικότητα (μονάδα/εργαζόμενο)

350

386

382

349

Δείκτης

100

110

109

100

Πηγή:

Καταγγελία, επαληθευμένες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(456)

Το επίπεδο της απασχόλησης στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής μειώθηκε κατά την εξεταζόμενη περίοδο, λόγω της μείωσης της παραγωγής στην οποία προέβησαν οι ενωσιακοί παραγωγοί που πωλούν στην ελεύθερη αγορά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του εργατικού δυναμικού κατά 12 %, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τυχόν έμμεση απασχόληση.

(457)

Καθώς μειώθηκε επίσης και ο όγκος παραγωγής, η παραγωγικότητα του ενωσιακού κλάδου παραγωγής παρέμεινε σχετικά σταθερή κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Αυτό καταδεικνύει ότι ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής είχε τη διάθεση να προσαρμοστεί στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς προκειμένου να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά του.

4.5.2.5.   Μέγεθος του περιθωρίου ντάμπινγκ και ανάκαμψη από τις επιπτώσεις προηγούμενων πρακτικών ντάμπινγκ

(458)

Όλα τα περιθώρια ντάμπινγκ υπερέβησαν κατά πολύ το ελάχιστο επίπεδο. Ο αντίκτυπος του μεγέθους των πραγματικών περιθωρίων ντάμπινγκ στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής ήταν σημαντικός, δεδομένου του όγκου και των τιμών των εισαγωγών από την οικεία χώρα.

(459)

Η παρούσα έρευνα είναι η δεύτερη έρευνα αντιντάμπινγκ για το υπό εξέταση προϊόν. Η προηγούμενη έρευνα περατώθηκε το 2008 χωρίς να επιβληθούν μέτρα και δεν υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα για την εκτίμηση των επιπτώσεων πιθανών προηγούμενων πρακτικών ντάμπινγκ.

4.5.3.   Μικροοικονομικοί δείκτες

4.5.3.1.   Τιμές και παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές

(460)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, οι μέσες σταθμισμένες μοναδιαίες τιμές πώλησης για τους ενωσιακούς παραγωγούς του δείγματος σε μη συνδεδεμένους πελάτες στην Ένωση εξελίχθηκαν ως εξής:

Πίνακας 7

Τιμές πώλησης στην Ένωση

 

2016

2017

2018

Περίοδος έρευνας

Μέση μοναδιαία τιμή πώλησης στην ελεύθερη αγορά (EUR/ KG)

1,50 – 2,50

1,50 – 2,50

1,75 – 2,75

1,75 – 2,75

Δείκτης

100

100

111

114

Μοναδιαίο κόστος παραγωγής (EUR/KG)

1,50 – 2,50

1,50 – 2,50

2,00 – 3,00

2,00 – 3,00

Δείκτης

100

104

119

124

Πηγή:

Επαληθευμένες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(461)

Στον ανωτέρω πίνακα παρουσιάζεται η εξέλιξη της μοναδιαίας τιμής πώλησης του ενωσιακού κλάδου παραγωγής στην ελεύθερη ενωσιακή αγορά σε σύγκριση με το αντίστοιχο μοναδιαίο κόστος παραγωγής. Οι τιμές πώλησης ήταν κατά μέσο όρο χαμηλότερες από το μοναδιαίο κόστος παραγωγής από την έναρξη της εξεταζόμενης περιόδου και μετά.

(462)

Το μοναδιαίο κόστος παραγωγής του ενωσιακού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε κατά 24 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Η αύξηση του κόστους οφειλόταν κυρίως στο υψηλότερο κόστος της βασικής πρώτης ύλης, του VAM. Κατά την ίδια περίοδο οι τιμές πώλησης αυξήθηκαν κατά 14 %, ωστόσο η αύξηση αυτή δεν ήταν επαρκής για να αντισταθμίσει την αύξηση των τιμών της πρώτης ύλης λόγω της σημαντικής πίεσης που ασκούσαν οι κινεζικές εισαγωγές στις τιμές.

4.5.3.2.   Κόστος εργασίας

(463)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, το μέσο κόστος εργασίας των ενωσιακών παραγωγών του δείγματος εξελίχθηκε ως εξής:

Πίνακας 8

Μέσο κόστος εργασίας ανά εργαζόμενο

 

2016

2017

2018

Περίοδος έρευνας

Μέσο κόστος εργασίας ανά εργαζόμενο (δείκτης)

100

109

104

109

Πηγή:

Επαληθευμένες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(464)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο το μέσο κόστος εργασίας ανά εργαζόμενο αυξήθηκε κατά σχεδόν 9 %. Αυτή η αυξητική τάση διαπιστώθηκε και στους δύο ενωσιακούς παραγωγούς του δείγματος.

4.5.3.3.   Αποθέματα

(465)

Τα επίπεδα των αποθεμάτων των ενωσιακών παραγωγών του δείγματος εξελίχθηκαν κατά την εξεταζόμενη περίοδο ως εξής:

Πίνακας 9

Αποθέματα

 

2016

2017

2018

Περίοδος έρευνας

Τελικά αποθέματα (τόνοι)

15 000 – 25 000

5 000 – 15 000

5 000 – 15 000

5 000 – 15 000

Δείκτης

100

64

59

60

Πηγή:

Επαληθευμένες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(466)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, το επίπεδο των τελικών αποθεμάτων μειώθηκε σημαντικά, κατά 40 %. Η μείωση οφείλεται σε συγκεκριμένη απόφαση του ενωσιακού παραγωγού του δείγματος που πωλεί στην ελεύθερη αγορά. Δεδομένου ότι η εταιρεία υπέστη ζημίες όσον αφορά τις πωλήσεις λόγω της πίεσης των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, έκρινε ότι δεν ήταν δικαιολογημένη από οικονομική άποψη η δημιουργία αποθεμάτων αφού η ζήτηση για το προϊόν της είχε μειωθεί.

4.5.3.4.   Κερδοφορία, ταμειακές ροές, επενδύσεις, απόδοση των επενδύσεων και ικανότητα άντλησης κεφαλαίων

(467)

Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η κερδοφορία, οι ταμειακές ροές, οι επενδύσεις και η απόδοση των επενδύσεων των ενωσιακών παραγωγών του δείγματος εξελίχθηκαν ως εξής:

Πίνακας 10

Κερδοφορία, ταμειακές ροές, επενδύσεις και απόδοση των επενδύσεων

 

2016

2017

2018

Περίοδος έρευνας

Κερδοφορία των πωλήσεων στην Ένωση σε μη συνδεδεμένους πελάτες (% του κύκλου εργασιών πωλήσεων)

– 0,5 % – 5,0 %

– 5 % – 10 %

– 0,5 % – 5,0 %

– 10 % – 15 %

Δείκτης

100

– 279

– 199

– 548

Ταμειακές ροές (KEUR)

500 – 5 500

15 000 – 20 000

5 000 – 10 000

– 500 – 5 500

Δείκτης

100

922

535

– 80

Επενδύσεις (KEUR)

20 000 – 30 000

10 000 – 20 000

5 000 – 15 000

5 000 – 15 000

Δείκτης

100

49

26

28

Απόδοση επενδύσεων

– 0,5 % – 5,0 %

– 2,5 % – 7,5 %

– 0,5 % – 5,0 %

– 7,5 % – 12,5 %

Δείκτης

100

– 209

– 132

– 368

Πηγή:

Επαληθευμένες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(468)

Η Επιτροπή προσδιόρισε την κερδοφορία του ενωσιακών παραγωγών του δείγματος που δραστηριοποιούνται στην ανοικτή αγορά εκφράζοντας το καθαρό προ φόρου κέρδος των πωλήσεων του ομοειδούς προϊόντος σε μη συνδεδεμένους πελάτες στην ελεύθερη ενωσιακή αγορά ως ποσοστό του κύκλου εργασιών των εν λόγω πωλήσεων.

(469)

Η κερδοφορία εξελίχθηκε αρνητικά κατά την εξεταζόμενη περίοδο: σημειώθηκαν ζημίες κατά τη διάρκεια και των τεσσάρων ετών, από [– 0,5 % – 5 %] το 2016 έως [– 10 % – 15 %] κατά την περίοδο έρευνας. Η τάση αυτή επηρεάστηκε κυρίως από την πίεση που ασκούσαν οι κινεζικές εισαγωγές στις τιμές, γεγονός το οποίο δεν επέτρεψε στον ενωσιακό παραγωγό του δείγματος να αυξήσει τις τιμές ως αντίδραση στην αύξηση του κόστους.

(470)

Οι καθαρές ταμειακές ροές είναι η ικανότητα των ενωσιακών παραγωγών να αυτοχρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητές τους. Η τάση όσον αφορά τις καθαρές ταμειακές ροές ποίκιλλε κατά την εξεταζόμενη περίοδο, κυρίως λόγω μη ταμειακών στοιχείων όπως η απόσβεση, και επιδεινώθηκε κατά την περίοδο έρευνας.

(471)

Η απόδοση των επενδύσεων είναι το ποσοστό κέρδους επί της καθαρής λογιστικής αξίας των επενδύσεων. Παρέμεινε συνολικά αρνητική κατά την εξεταζόμενη περίοδο ακολουθώντας πτωτική τάση παρόμοια με την τάση της κερδοφορίας. Κατά την ίδια περίοδο, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής μείωσε το επίπεδο των επενδύσεών του κατά 72 %. Η ικανότητα του ενωσιακού κλάδου παραγωγής για άντληση κεφαλαίων επηρεάστηκε σοβαρά από τις ζημίες που προέκυψαν κατά την εξεταζόμενη περίοδο, όπως γίνεται αντιληπτό και από τη μείωση των επενδύσεων.

4.5.4.   Συμπέρασμα σχετικά με τη ζημία

(472)

Όλοι οι βασικοί δείκτες ζημίας παρουσιάζουν αρνητικές τάσεις κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Ο όγκος παραγωγής του ενωσιακού κλάδου παραγωγής μειώθηκε κατά περίπου 12 % και ο οικείος όγκος πωλήσεων στην ελεύθερη αγορά μειώθηκε κατά 27 %. Λαμβανομένης υπόψη της σχετικά σταθερής κατανάλωσης, η μείωση αυτή μεταφράστηκε σε μείωση του μεριδίου αγοράς στην ελεύθερη αγορά από [35 % – 40 %] το 2016 σε [25 % – 30 %] κατά την περίοδο έρευνας, δηλαδή μείωση κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες.

(473)

Παρότι η τιμή πώλησης αυξήθηκε κατά 14 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η αύξηση αυτή δεν ήταν επαρκής για να αντισταθμίσει την αύξηση του μοναδιαίου κόστους παραγωγής, παρά την προσπάθεια του ενωσιακού κλάδου παραγωγής να βελτιώσει την αποδοτικότητα αυξάνοντας την παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο. Σε απάντηση στην πίεση των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής μείωσε τον όγκο παραγωγής, μείωση που με τη σειρά της αύξησε το κόστος ανά μονάδα. Αυτή η αύξηση σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών πρώτων υλών, την οποία ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής δεν ήταν σε θέση να μετακυλίσει, προκάλεσε τη συμπίεση και τη μείωση των τιμών του ενωσιακού κλάδου παραγωγής και, κατ’ επέκταση, τη μείωση της κερδοφορίας.

(474)

Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω τάσεων, η κερδοφορία του ενωσιακού κλάδου παραγωγής μειώθηκε από [–0,5 % – 5 %] το 2016 σε [–10 % – 15 %] κατά την περίοδο έρευνας.

(475)

Όσον αφορά τη δέσμια αγορά, η Επιτροπή ανέλυσε και εξέτασε τα στοιχεία της κατά περίπτωση, όπως εξηγείται ανωτέρω στο τμήμα 4.2.

(476)

Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση η δέσμια κατανάλωση αντιπροσώπευε περίπου ένα τέταρτο της συνολικής ενωσιακής κατανάλωσης και συνίστατο, σχεδόν αποκλειστικά, σε δέσμιες μεταβιβάσεις εντός της ίδιας εταιρείας ή του ίδιου ομίλου εταιρειών. Αυτές οι εσωτερικές μεταβιβάσεις δεν είναι αντιπροσωπευτικές των πραγματικών συναλλαγών της αγοράς λόγω της φύσης των εντός ομίλου συναλλαγών. Επιπλέον, οι εν λόγω μεταβιβάσεις δεν εισέρχονται στην ελεύθερη αγορά επειδή το προϊόν χρησιμοποιείται εξ ολοκλήρου από τους καθετοποιημένους παραγωγούς για περαιτέρω επεξεργασία. Ως αποτέλεσμα, η δέσμια αγορά δεν εκτίθεται σε άμεσο ανταγωνισμό από τις εισαγωγές από την οικεία χώρα.

(477)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επιδόσεις του ενωσιακού κλάδου παραγωγής θα μπορούσαν να εξεταστούν ουσιαστικά με αναφορά κυρίως στη δραστηριότητα στην ελεύθερη αγορά, όπως αναλύεται ανωτέρω στις αιτιολογικές σκέψεις 404 και 405.

(478)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής υπέστη σημαντική ζημία κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού.

(479)

Μετά την κοινοποίηση, η Wacker ισχυρίστηκε ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας του ενωσιακού κλάδου παραγωγής έπρεπε να αποδοθεί στον δεύτερο ενωσιακό παραγωγό που πωλεί στην ελεύθερη αγορά (δηλαδή τη Sekisui). Σύμφωνα με τη Wacker, η μείωση ήταν μια επιχειρηματική απόφαση κατά την περίοδο πριν από την έρευνα, και δεν προκλήθηκε από τις εισαγωγές από τη ΛΔΚ. Η Wacker ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία σκοπίμως αποφάσισε να αποσυρθεί από την ενωσιακή αγορά και, ως εκ τούτου, δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία της ζημίας οι αρνητικοί δείκτες, όπως η παραγωγή, οι πωλήσεις και η απασχόληση.

(480)

Η Επιτροπή διαφώνησε με αυτή την ερμηνεία. Πρώτον, από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας προκύπτει ότι η μείωση της παραγωγής και των πωλήσεων προκλήθηκε από την πίεση που ασκήθηκε από τις τιμές των εισαγωγών από τη ΛΔΚ. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το συμπέρασμα αυτό δεν θα ήταν ορθό. Δεύτερον, όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 447, κανένας από τους δύο ενωσιακούς παραγωγούς που πωλούσαν στην ελεύθερη αγορά δεν μείωσε αμετάκλητα την παραγωγική του ικανότητα. Οι παραγωγοί διέκοψαν τη λειτουργία ορισμένων γραμμών παραγωγής και με τον τρόπο αυτόν μείωσαν απλώς την ποσότητα παραγωγής τους. Η εν λόγω μείωση της χρήσης της παραγωγικής ικανότητας σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου και, συνεπώς, ελήφθη υπόψη στο πλαίσιο της εκτίμησης των τάσεων κατά την ίδια περίοδο. Επιπλέον, το επιχείρημα ότι ο ενωσιακό κλάδος παραγωγής δεν μπορούσε να πωλήσει ό,τι δεν παρήγε είναι εσφαλμένο. Δεν είναι οικονομικά βιώσιμη η παραγωγή ενός προϊόντος η πώληση του οποίου σε δίκαιη τιμή στην αγορά δεν θα είναι δυνατή.

(481)

Η Wacker προέβαλε επίσης το επιχείρημα ότι η μείωση της παραγωγής και των πωλήσεων της Sekisui ωφέλησε την καταγγέλλουσα, η οποία αύξησε τις πωλήσεις της κατά 6 % μεταξύ του 2016 και του 2017. Ωστόσο, η Επιτροπή σημείωσε ότι κατά την ίδια περίοδο ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής μείωσε τις συνολικές πωλήσεις του κατά 5 %, ενώ οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς αύξησαν τις πωλήσεις τους στην ενωσιακή αγορά κατά 25 % και κέρδισαν μερίδιο της αγοράς 7 ποσοστιαίων μονάδων. Επομένως, το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

(482)

Επιπλέον, η Wacker ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις εξαγωγικές πωλήσεις του ενωσιακού κλάδου παραγωγής στην εκτίμησή της, καθώς, κατά τη γνώμη της, οι στατιστικές για τις εξαγωγές δείχνουν ότι οι εξαγωγικές πωλήσεις PVA από τους ενωσιακούς παραγωγούς αντιπροσώπευαν μεγάλο μέρος των πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής στην ελεύθερη αγορά. Το επιχείρημα επαναλήφθηκε από το CCCMC μετά τη δεύτερη συμπληρωματική κοινοποίηση.

(483)

Αυτό το επιχείρημα έπρεπε να απορριφθεί. Από τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας προέκυψε ότι οι εξαγωγικές πωλήσεις του ενωσιακού παραγωγού του δείγματος που πωλεί στην ελεύθερη αγορά παρέμειναν σχετικά σταθερές κατά την εξεταζόμενη περίοδο και κυρίως ότι αντιπροσώπευαν συνολικά αμελητέα ποσότητα σε σύγκριση με τις συνολικές πωλήσεις του ενωσιακού παραγωγού στην ελεύθερη ενωσιακή αγορά.

(484)

Ομοίως, η Wacker και ένα άλλο ενδιαφερόμενο μέρος, η Wegochem, ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν ανέλυσε τις εισαγωγές και τις μεταπωλήσεις του ενωσιακού κλάδου παραγωγής. Τα ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι, κατά τη γνώμη τους, ο ίδιος ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής ήταν υπεύθυνος για μεγάλο ποσοστό του όγκου εισαγωγών από τρίτες χώρες.

(485)

Πρώτον, η Επιτροπή επισήμανε ότι υπήρχαν διάφοροι παραγωγοί σε τρίτες χώρες εκτός της καταγγέλλουσας και της Sekisui. Δεύτερον, η έρευνα αποκάλυψε ότι οι μεταπωλήσεις του καταγγέλλοντος ήταν περιορισμένες και αντιπροσώπευαν το [0,5 % – 2 %] των συνολικών πωλήσεων του ενωσιακού παραγωγού στην ελεύθερη ενωσιακή αγορά κατά την υπό εξέταση περίοδο. Επιπλέον, οι εν λόγω μεταπωλήσεις μειώθηκαν κατά 50 % κατά την υπό εξέταση περίοδο. Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

(486)

Τα ίδια δύο ενδιαφερόμενα μέρη προέβαλαν επίσης το επιχείρημα ότι ορισμένα από τα δεδομένα που υποβλήθηκαν στο έγγραφο κοινοποίησης γενικών πορισμάτων, συγκεκριμένα τα δεδομένα που αφορούσαν τις ταμειακές ροές και τα αποθέματα, δεν ήταν σύμφωνα με τη δημόσια έκδοση της απάντησης της καταγγέλλουσας στο ερωτηματολόγιο.

(487)

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ορισμένα δεδομένα τροποποιήθηκαν και διορθώθηκαν από την Επιτροπή μετά την επαλήθευση σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της. Αυτό εξηγεί τις διαφορές που επισήμαναν τα εν λόγω μέρη.

5.   ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ

(488)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε αν οι εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ από την οικεία χώρα προκάλεσαν σημαντική ζημία στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε επίσης κατά πόσον άλλοι γνωστοί παράγοντες θα μπορούσαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα να έχουν προκαλέσει ζημία στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής. Η Επιτροπή μερίμνησε ώστε τυχόν ζημία που προκλήθηκε από άλλους παράγοντες πέραν των εισαγωγών από την οικεία χώρα που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ να μην αποδοθεί στις εν λόγω εισαγωγές. Οι παράγοντες αυτοί είναι: εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες, εξέλιξη του κόστους των πρώτων υλών, αυτοπροκληθείσα ζημία και εσφαλμένη αποτύπωση δεδομένων από έναν ενωσιακό παραγωγό.

5.1.   Επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ

(489)

Τόσο ο όγκος εισαγωγών από την οικεία χώρα όσο και το μερίδιο αγοράς τους αυξήθηκαν κατά 53 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Η αύξηση αυτή υπερέβη σημαντικά την εξέλιξη της κατανάλωσης στην ελεύθερη αγορά κατά την ίδια περίοδο, η οποία μειώθηκε κατά [0,5 % – 2 %]. Παράλληλα, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής σημείωσε απώλειες της τάξης του 27 % σε επίπεδο όγκου πωλήσεων και μεριδίου αγοράς. Επιπλέον, οι τιμές εισαγωγής από την οικεία χώρα, παρότι παρέμειναν σχετικά σταθερές κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ήταν χαμηλότερες από τις τιμές του ενωσιακού κλάδου παραγωγής κατά 28,8 % έως 36,7 % και κατά μέσο όρο κατά 30,0 %. Συνεπώς, η κερδοφορία του ενωσιακού κλάδου παραγωγής μειωνόταν συνεχώς και έφθασε σε απώλειες [–10,0 % – 15 %] κατά την περίοδο έρευνας.

(490)

Η ανάλυση των δεικτών ζημίας στις αιτιολογικές σκέψεις 398 έως 478 δείχνει ότι η οικονομική κατάσταση του ενωσιακού κλάδου παραγωγής επιδεινώθηκε κατά την εξεταζόμενη περίοδο και το γεγονός αυτό συνέπεσε με τη σημαντική αύξηση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από την οικεία χώρα, σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές του ενωσιακού κλάδου παραγωγής κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας, γεγονός που προκάλεσε σημαντική συμπίεση των τιμών καθώς ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής δεν ήταν σε θέση να αυξήσει τις τιμές αναλογικά με την αύξηση του κόστους παραγωγής.

(491)

Επιπλέον, από τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας διαπιστώθηκε ότι ο διαφορετικός τύπος προϊόντος που πωλούν οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς ανταγωνίζεται πλήρως τους τύπους προϊόντος που πωλεί ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής, όπως εξηγείται ανωτέρω στο τμήμα 2.3.

(492)

Μετά την κοινοποίηση, η Ahlstrom-Munksjö, η Cordial και η Wacker υποστήριξαν ότι η αύξηση των εισαγωγών από τη ΛΔΚ και η επιδείνωση της κατάστασης του ενωσιακού κλάδου παραγωγής δεν συνέπεσαν χρονικά. Κατά τη γνώμη τους, το γεγονός ότι η κερδοφορία της καταγγέλλουσας μειώθηκε σημαντικά μεταξύ του 2016 και του 2017, ενώ ο όγκος των πωλήσεών της αυξήθηκε ελαφρά, δεν μπορούσε να αποδοθεί στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Επισήμαναν επίσης ότι, κατά την περίοδο της έρευνας, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής απώλεσε το 11 % του όγκου των πωλήσεών του, ενώ οι κινεζικές τιμές αυξήθηκαν.

(493)

Πρώτον, όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 13, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής προσπάθησε αρχικά να ακολουθήσει τις κινεζικές τιμές ντάμπινγκ ώστε να μην χάσει μερίδιο αγοράς, γεγονός που εξηγεί τις τάσεις που επισήμανε η εταιρεία το 2016 και το 2017. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, οι τιμές του ενωσιακού κλάδου παραγωγής δεν αυξήθηκαν, αν και το κόστος παραγωγής συνέχισε να αυξάνεται. Δεύτερον, κατά την ίδια περίοδο ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής έχασε όγκο πωλήσεων 5 ποσοστιαίων μονάδων, ενώ οι εισαγωγές από τη ΛΔΚ αυξήθηκαν κατά 25 ποσοστιαίες μονάδες και η οικεία τιμή πώλησης μειώθηκε κατά 6 %. Επιπλέον, ακόμη και αν αληθεύει ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας η τιμή εισαγωγής από τη ΛΔΚ αυξήθηκε, παρέμεινε κατά μέσο όρο 29 % χαμηλότερη από τις τιμές του ενωσιακού κλάδου παραγωγής, ενώ ο όγκος παρέμεινε σταθερός. Τέλος, το κόστος παραγωγής του ενωσιακού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε κατά 5 μονάδες, ενώ οι τιμές του αυξήθηκαν μόνο κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες. Συνεπώς, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό αυτό, οι αρνητικές τάσεις που παρατηρήθηκαν για τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής συμπίπτουν με την αύξηση του όγκου και του μεριδίου αγοράς των εισαγωγών από τη ΛΔΚ κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

(494)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(495)

Η Wacker προέβαλε επίσης το επιχείρημα ότι η κερδοφορία της καταγγέλλουσας ακολούθησε διαφορετική τάση από την τάση που καταγράφηκε στην ετήσια της έκθεση για το 2017.

(496)

Η ετήσια έκθεση αναφέρεται στην παγκόσμια δραστηριότητα του καταγγέλλοντος, μόνο μέρος της οποίας αποτελούν οι PVA. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα όσον αφορά ένα ενιαίο επιχειρηματικό τμήμα από τα συγκεντρωτικά αριθμητικά στοιχεία. Η Επιτροπή συγκέντρωσε, επαλήθευσε και κατέληξε στα συμπεράσματά της βάσει συγκεκριμένων δεδομένων. Επομένως, το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

5.2.   Επιπτώσεις άλλων παραγόντων

5.2.1.   Εισαγωγές από τρίτες χώρες

(497)

Ο όγκος των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες εξελίχθηκε κατά την εξεταζόμενη περίοδο ως εξής:

Πίνακας 11

Εισαγωγές από τρίτες χώρες

Χώρα

 

2016

2017

2018

Περίοδος έρευνας

Ταϊβάν

Όγκος (τόνοι)

20 965

19 796

23 602

22 674

 

Δείκτης

100

94

113

108

 

Μερίδιο αγοράς

12 % – 15 %

12 % – 15 %

13 % – 16 %

13 % – 16 %

 

Δείκτης

100

98

109

108

 

Μέση τιμή (EUR/KG)

1,57

1,56

1,56

1,71

 

Δείκτης

100

99

99

109

ΗΠΑ

Όγκος (τόνοι)

23 700

15 643

23 379

23 427

 

Δείκτης

100

66

99

99

 

Μερίδιο αγοράς

12 % – 15 %

9 % – 12 %

12 % – 15 %

12 % – 15 %

 

Δείκτης

100

69

96

99

 

Μέση τιμή (EUR/KG)

1,75

2,03

1,84

1,90

 

Δείκτης

100

116

105

108

Ιαπωνία

Όγκος (τόνοι)

14 980

15 410

14 655

14 522

 

Δείκτης

100

103

98

97

 

Μερίδιο αγοράς

8 % – 11 %

9 % – 12 %

7 % – 10 %

8 % – 11 %

 

Δείκτης

100

107

94

97

 

Μέση τιμή (EUR/KG)

2,33

2,50

2,65

2,82

 

Δείκτης

100

107

114

121

Άλλες τρίτες χώρες

Όγκος (τόνοι)

7 419

3 885

2 813

4 033

 

Δείκτης

100

52

38

54

 

Μερίδιο αγοράς

3 % – 5 %

2 % – 4 %

1 % – 3 %

2 % – 4 %

 

Δείκτης

100

55

37

55

 

Μέση τιμή (EUR/KG)

2,29

1,98

2,14

2,23

 

Δείκτης

100

86

93

97

Σύνολο όλων των τρίτων χωρών, εκτός της οικείας χώρας

Όγκος (τόνοι)

67 064

54 734

64 448

64 656

 

Δείκτης

100

82

96

96

 

Μερίδιο αγοράς

38 % – 43 %

30 % – 35 %

36 % – 41 %

37 % – 42 %

 

Δείκτης

100

85

93

96

 

Μέση τιμή (EUR/KG)

1,88

1,98

1,93

2,06

 

Δείκτης

100

106

103

109

Πηγή:

Eurostat, στοιχεία καταγγελίας, επαληθευμένες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(498)

Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες προερχόμενες κυρίως από την Ταϊβάν, τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Ορισμένοι από τους Ιάπωνες και τους Αμερικανούς εξαγωγείς είναι συνδεδεμένοι με τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, ενώ ο Ταϊβανέζος εξαγωγέας είναι συνδεδεμένος με έναν από τους Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς.

(499)

Αντίθετα με τα επιχειρήματα που προέβαλαν ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη και τα οποία επανέλαβαν μετά την κοινοποίηση η Wacker και η Solutia, οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες, ακόμη κι αν είναι σημαντικές από πλευράς μεριδίου αγοράς, μειώθηκαν κατά 4 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο και η απώλεια μεριδίου αγοράς του ενωσιακού κλάδου παραγωγής ωφέλησε αποκλειστικά τους Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς. Οι τιμές εισαγωγής από αυτές τις τρίτες χώρες, αν και ήταν κατά μέσο όρο 11 % χαμηλότερες από τις τιμές του ενωσιακού κλάδου παραγωγής, αυξήθηκαν κατά 9 % κατά την ίδια περίοδο. Ειδικότερα, οι τιμές εισαγωγής από τον μεγαλύτερο εξαγωγέα εκτός της ΛΔΚ, δηλαδή την Ταϊβάν, αυξήθηκαν κατά 9 %, οι τιμές εισαγωγής από τις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 8 %, ενώ οι τιμές εισαγωγής από την Ιαπωνία σημείωσαν άνοδο κατά 21 %.

(500)

Ως εκ τούτου, οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες δεν ήταν η αιτία της ζημίας που περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 440 έως 478 ανωτέρω.

(501)

Μετά την κοινοποίηση, η Wacker, ο δεύτερος ενωσιακός παραγωγός που συμμετείχε στο δείγμα υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν εκτίμησε σωστά τις εισαγωγές από την Ιαπωνία και την Ταϊβάν. Σύμφωνα με την εταιρεία, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις εισαγόμενες ποσότητες στο πλαίσιο του καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή από τις δύο χώρες και ότι, κατά την άποψή της, ορισμένα μέρη των εισαγωγών από την Ιαπωνία ήταν στην πραγματικότητα συμπολυμερές PVA, δηλαδή εκτός του πεδίου του υπό εξέταση προϊόντος.

(502)

Το επιχείρημα σχετικά με την τελειοποίηση προς επανεξαγωγή έπρεπε να απορριφθεί. Το καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή αφορά προϊόντα που εισάγονται προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης σε μία ή περισσότερες εργασίες επεξεργασίας και, συνεπώς, δεν διατίθενται στο εμπόριο στην ελεύθερη αγορά της Ένωσης.

(503)

Όσον αφορά τις εισαγωγές συμπολυμερούς PVA από την Ιαπωνία, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι, στην πραγματικότητα, ο κωδικός TARIC 3905300010 καλύπτει αποκλειστικά τις εισαγωγές ορισμένων συμπολυμερών για χρήση ως προστατευτική επικάλυψη δισκίων πυριτίου κατά την κατασκευή ημιαγωγών (94).

(504)

Μετά από περαιτέρω ελέγχους, οι ποσότητες που εισήχθησαν στο πλαίσιο του κωδικού TARIC 3905300010 στην ΕΕ αφαιρέθηκαν από τις εισαγωγές όχι μόνο από την Ιαπωνία αλλά από όλες τις πηγές, συμπεριλαμβανομένης της ΛΔΚ. Ο όγκος εισαγωγών, η κατανάλωση και τα μερίδιο αγοράς αναθεωρήθηκαν αναλόγως.

(505)

Η Wacker προέβαλε επίσης το επιχείρημα ότι η Επιτροπή επικεντρώθηκε μόνο στις μέσες τιμές εισαγωγής από τις ΗΠΑ. Κατά την άποψη της Wacker, ορισμένες εισαγωγές συγκεντρώνονται σε λίγα κράτη μέλη σε τιμές πολύ χαμηλότερες από τις μέσες τιμές εισαγωγής που έλαβε υπόψη η Επιτροπή, κάτι που συνεπώς θα μπορούσε να έχει επίπτωση στις πωλήσεις της καταγγέλλουσας.

(506)

Το επιχείρημα έπρεπε να απορριφθεί, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός και τα δεδομένα της Wacker δεν αντικρούουν την εκτίμηση που διενήργησε η Επιτροπή. Παρόμοια πολυμορφία στα πρότυπα διάρθρωσης των τιμών θα μπορούσε να παρατηρηθεί επίσης για τις πωλήσεις του ενωσιακού κλάδου παραγωγής, καθώς οι τιμές πώλησης αντικατοπτρίζουν επίσης τους τύπους προϊόντων που ζητεί ο κλάδος των χρηστών που δραστηριοποιείται σε κάθε κράτος μέλος. Αντίθετα με το επιχείρημα της Wacker, το γεγονός ότι οι διάφορες ποιότητες PVA είναι ως επί το πλείστον εναλλάξιμες δεν σημαίνει ότι όλες οι ποιότητες PVA θα πρέπει να έχουν την ίδια τιμή. Επιπλέον, ακόμη και αν αληθεύει πως κατά την περίοδο έρευνας η τιμή εισαγωγής από τις ΗΠΑ στο Βέλγιο ήταν 4 % χαμηλότερη από τη μέση τιμή εισαγωγής, οι εισαγωγές στη Γερμανία κατά την ίδια περίοδο ήταν 13 % ακριβότερες από τη μέση τιμή.

(507)

Η Ahlstrom-Munksjö υποστήριξε επίσης, μετά την κοινοποίηση, ότι η καταγγέλλουσα πώλησε από τα εργοστάσιά της στις ΗΠΑ PVA σε χαμηλότερες τιμές από τις ποιότητες που παράγονται στην ΕΕ.

(508)

Ωστόσο, οι παρεχόμενες πληροφορίες αφορούσαν διαφορετικές ποιότητες PVA και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η σύγκριση. Επιπλέον, η ποιότητα που εισάγεται από τις ΗΠΑ είναι συμπολυμερές και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στο πεδίο του υπό εξέταση προϊόντος. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, από τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν, είναι προφανές ότι η σημαντική αύξηση της τιμής στην οποία προέβη η καταγγέλλουσα στην ΕΕ σημειώθηκε ακριβώς τον μήνα που σταμάτησε μία από τις γραμμές παραγωγής της. Επιβεβαιώνοντας έτσι ότι η εταιρεία έπρεπε να αυξήσει τις τιμές συνολικά για να αντισταθμίσει την απώλεια παραγωγής και το αυξημένο πάγιο κόστος.

(509)

Επομένως, το επιχείρημα απορρίφθηκε.

5.2.2.   Αύξηση του κόστους των πρώτων υλών

(510)

Ένας χρήστης προέβαλε το επιχείρημα ότι η αύξηση του κόστους της βασικής πρώτης ύλης (VAM) προκάλεσε τη ζημία. Ισχυρίστηκε ότι η καταγγέλλουσα, δεδομένου ότι δεν είναι καθετοποιημένη ανάντη, πρέπει να αγοράζει VAM στην αγορά και είναι, επομένως, λιγότερο οικονομικά αποδοτική από τους Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς ή τους άλλους ενωσιακούς παραγωγούς που παράγουν VAM για ιδιοκατανάλωση.

(511)

Σε αντίθεση με το εν λόγω επιχείρημα, οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας επιβεβαίωσαν ότι η καταγγέλλουσα αγοράζει VAM σε κόστος ευθυγραμμισμένο με τις επικρατούσες τιμές όπως παρατηρήθηκαν από άλλες πηγές. Στο πλαίσιο αυτό, η αύξηση των τιμών VAM επηρέασε επίσης τους άλλους παραγωγούς παγκοσμίως όπως αποδείχθηκε από την εξέλιξη των τιμών των παραγωγών-εξαγωγέων από την Κίνα και τις τρίτες χώρες.

(512)

Επιπροσθέτως, όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 462, λόγω της σημαντικής πίεσης στις τιμές που ασκούσαν οι κινεζικές εισαγωγές, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής δεν ήταν σε θέση να αυξήσει τις τιμές του σύμφωνα με την αύξηση του κόστους των πρώτων υλών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις σημαντικές απώλειες όσον αφορά τον όγκο των πωλήσεων, προκάλεσε τη συμπίεση των τιμών του ενωσιακού κλάδου παραγωγής και, κατ’ επέκταση, τη μείωση της κερδοφορίας.

(513)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(514)

Μετά την κοινοποίηση, η Wacker υποστήριξε ότι οι τιμές του VAM μειώθηκαν κατά το πρώτο τρίμηνο του 2019 και, συνεπώς, η καταγγέλλουσα θα έπρεπε να είχε μειώσει το κόστος παραγωγής του αναλόγως κατά την περίοδο έρευνας. Επιπροσθέτως, το CCCMC υποστήριξε επίσης ότι η Επιτροπή δεν ανέλυσε την εξέλιξη των τιμών του VAM κατά την τετραετή περίοδο της ΕΠΕ.

(515)

Τα επιχειρήματα αυτά έπρεπε να απορριφθούν. Η Wacker προέβαλε το επιχείρημα ότι η τιμή του VAM μειώθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2019, αλλά δεν ανέφερε ότι η ίδια τιμή αυξήθηκε εκ νέου κατά το δεύτερο τρίμηνο κατά 3 % και ήταν 12 % υψηλότερη κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2019. Ως εκ τούτου, η διακύμανση ανά τρίμηνο είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι οι εταιρείες λαμβάνουν υπόψη την προβλεπόμενη εξέλιξη των τιμών κατά τη λογιστική καταγραφή του κόστους παραγωγής (και της τιμής πώλησης) για το επόμενο έτος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του CCCMC, από τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας προέκυψε ότι η μέση τιμή αγοράς του VAM στην Ένωση αυξήθηκε κατά 20 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

5.2.3.   Αυτοπροκληθείσα ζημία

(516)

Δύο άλλοι χρήστες προέβαλαν το επιχείρημα ότι η ζημία που υπέστη ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής ήταν αυτοπροκληθείσα, δεδομένου ότι ένας από τους ενωσιακούς παραγωγούς του δείγματος αύξησε δυσανάλογα τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και τα διοικητικά έξοδα (ΠΓ&Δ) κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

(517)

Από την έρευνα αποκαλύφθηκε ότι η αύξηση των εξόδων ΠΓ&Δ στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στον τομέα των PVA οφειλόταν κυρίως στη μείωση των πωλήσεων. Δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητα των εξόδων ΠΓ&Δ είναι πάγια έξοδα, η μείωση των πωλήσεων και η επακόλουθη πτώση της ποσότητας παραγωγής επέφεραν την αύξηση του ποσοστού των εξόδων αυτών στο μοναδιαίο κόστος παραγωγής. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 473, η μείωση των πωλήσεων ήταν απόρροια της πίεσης των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ στην ενωσιακή αγορά. Ως εκ τούτου, η αύξηση των εξόδων ΠΓ&Δ ήταν αλληλένδετη με τις εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ και δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτοπροκληθείσα ζημία.

(518)

Μετά την κοινοποίηση, η Ahlstrom-Munksjö, η Wacker και η Wegochem επανέλαβαν τον ισχυρισμό τους ότι η καταγγέλλουσα δεν μείωσε σημαντικά την παραγωγή κατά την υπό εξέταση περίοδο και, συνεπώς, δεν έπρεπε να έχουν αυξηθεί τα πάγια έξοδα.

(519)

Όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 447, και οι δύο ενωσιακοί παραγωγοί που πωλούν στην ελεύθερη αγορά υποχρεώθηκαν να διακόψουν τη λειτουργία μιας γραμμής παραγωγής κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου ως άμεση συνέπεια των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Ως εκ τούτου, το μειωμένο ποσοστό χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας επηρέασε τα πάγια έξοδα και των δύο παραγωγών.

(520)

Η Ahlstrom-Munksjö και η Wacker ισχυρίστηκαν επίσης ότι η προγραμματισμένη διακοπή στην παραγωγή του εργοστασίου της καταγγέλλουσας διάρκειας έξι εβδομάδων για σκοπούς συντήρησης συνέβαλε στη διόγκωση του οικείου κόστους παραγωγής. Επιπλέον, η Wacker προέβαλε το επιχείρημα ότι το κόστος παραγωγής της καταγγέλλουσας ήταν δυσανάλογα υψηλό.

(521)

Όσον αφορά τη διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου, η έρευνα αποκάλυψε ότι δεν επηρέασε σημαντικά το κόστος παραγωγής της καταγγέλλουσας, καθώς επρόκειτο για συνήθη πρακτική που είχε προγραμματιστεί εγκαίρως. Επιπλέον, το κόστος παραγωγής της καταγγέλλουσας αυξήθηκε κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες το 2017 (έτος διακοπής της λειτουργίας), αλλά αυξήθηκε κατά 15 ποσοστιαίες μονάδες το 2018, όταν οι εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ αυξήθηκαν περαιτέρω, αποκτώντας μερίδιο αγοράς μεταξύ [30 %– 35 %].

(522)

Όσον αφορά την εν λόγω δαπάνη, επειδή η Wacker παράγει PVA μόνο για δέσμια κατανάλωση, δεν πραγματοποίησε πωλήσεις και διοικητικές δαπάνες (και, κατά συνέπεια, είχε χαμηλότερο κόστος συνολικά). Επιπλέον, από τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας προέκυψε ότι το κόστος παραγωγής της καταγγέλλουσας συνάδει με το μέσο κόστος παραγωγής του κλάδου παραγωγής PVA.

(523)

Επομένως, τα επιχειρήματα αυτά απορρίπτονται.

(524)

Μετά την κοινοποίηση, η Wegochem υποστήριξε ότι, κατά την άποψή της, η χαμηλή κερδοφορία της καταγγέλλουσας οφειλόταν στο υπερβολικό κόστος απόσβεσης.

(525)

Η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι οι δαπάνες απόσβεσης της καταγγέλλουσας ελέγχθηκαν και αναθεωρήθηκαν ώστε να περιλαμβάνουν μόνο το κόστος που αφορά αποκλειστικά το υπό εξέταση προϊόν. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(526)

Ένας άλλος χρήστης προέβαλε το επιχείρημα, το οποίο επανέλαβε και μετά την κοινοποίηση, ότι η απώλεια μεριδίου της αγοράς που υπέστη ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής οφειλόταν επιχειρηματικές αποφάσεις που ελήφθησαν από τους παραγωγούς, δεδομένου ότι η απότομη αύξηση των τιμών που σημειώθηκε μεταξύ του 2017 και της περιόδου έρευνας υποχρέωσε ορισμένους χρήστες του υπό εξέταση προϊόντος να στραφούν στους φθηνότερους Κινέζους προμηθευτές προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικοί.

(527)

Ακόμη κι αν η αύξηση των τιμών συνέπεσε χρονικά με τη μείωση των πωλήσεων, αυτό αποτελεί άμεση συνέπεια των εισαγωγών από την οικεία χώρα που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Οι PVA έχουν πολλές εφαρμογές και παράγονται σε διάφορες ποιότητες. Όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 60, ορισμένες από αυτές τις ποιότητες έχουν ευρύ φάσμα εφαρμογών και, εν γένει, χαμηλότερη τιμή, ενώ άλλες πιο εξειδικευμένες ποιότητες που έχουν σχεδιαστεί για εφαρμογές με περιορισμένες προδιαγραφές (όπως φαρμακευτικά προϊόντα ή παραγωγή μεμβρανών PVB) είναι κατά μέσο όρο ακριβότερες.

(528)

Ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής έχει την ικανότητα να εφοδιάζει όλα τα διαφορετικά τμήματα του κατάντη κλάδου παραγωγής. Ωστόσο, οι εισαγωγές PVA από την Κίνα, σε τιμές χαμηλότερες από τις ενωσιακές τιμές κατά 29,9 % κατά μέσο όρο, ανάγκασαν τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής να μειώσει το επίπεδο παραγωγής του και να εστιάσει τις πωλήσεις του σε ποιότητες με κάπως υψηλότερες κατά μέσο όρο τιμές πώλησης. Ωστόσο, από την έρευνα προέκυψε ότι, και στις ποιότητες αυτές, η πίεση στις τιμές αυξάνεται και, συνεπώς, η κατάσταση του ενωσιακού κλάδου παραγωγής επιδεινώνεται έτι περαιτέρω.

(529)

Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό απορρίπτεται.

(530)

Ένας από τους μη συνδεδεμένους εισαγωγείς του δείγματος ισχυρίστηκε ότι η ίδια η καταγγέλλουσα εφάρμοζε πρακτικές ντάμπινγκ στην ενωσιακή αγορά και, ως εκ τούτου, η ζημία ήταν αυτοπροκληθείσα, και παρείχε στοιχεία που αποδείκνυαν την πώληση PVA σε πολύ χαμηλή τιμή στην ενωσιακή αγορά που παρήγε η συνδεδεμένη εταιρεία της καταγγέλλουσας με έδρα στη Σιγκαπούρη. Το επιχείρημα επαναλήφθηκε μετά την κοινοποίηση.

(531)

Από την έρευνα αποκαλύφθηκε ότι η πώληση από τη Σιγκαπούρη η οποία εικάζεται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ ήταν στην πραγματικότητα πώληση μιας παρτίδας PVA εκτός προδιαγραφών. Αυτός ο συγκεκριμένος τύπος PVA είναι συνήθως αποτέλεσμα σφαλμάτων στη διαδικασία παραγωγής, συνεπώς επωλείτο σε πολύ χαμηλή τιμή στην αγορά, καθώς δεν ανταποκρινόταν στις γενικές προδιαγραφές του προϊόντος.

(532)

Συνεπώς, το επιχείρημα απορρίφθηκε.

(533)

Ένας άλλος χρήστης ισχυρίστηκε ότι η μείωση του όγκου πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής δεν οφειλόταν στις εισαγωγές PVA που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ από την οικεία χώρα, αλλά είχε προκληθεί από την άρνηση της καταγγέλλουσας να προμηθεύσει τα προϊόντα της σε ορισμένους χρήστες και, ως εκ τούτου, η σημαντική ζημία ήταν αυτοπροκληθείσα από αυτές τις αντιανταγωνιστικές πρακτικές.

(534)

Όπως εξηγείται ανωτέρω στο τμήμα 2.2, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής είναι ικανός και πρόθυμος να προμηθεύσει όλες τις διάφορες ποιότητες PVA. Ο χρήστης δεν παρείχε συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν την άρνηση εφοδιασμού. Αντιθέτως, όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 13, από τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας κατέστη σαφές ότι ο κλάδος παραγωγής ήταν ικανός και πρόθυμος να προμηθεύσει οποιονδήποτε χρήστη του υπό εξέταση προϊόντος.

(535)

Ο χρήστης επανέλαβε το επιχείρημα μετά την κοινοποίηση, αλλά δεν υπέβαλε κανένα πειστικό στοιχείο που να αποδεικνύει την εικαζόμενη άρνηση εφοδιασμού, καθώς τα έγγραφα που προσκόμισε αναφέρονταν μόνο σε μια διαφωνία μεταξύ των δύο μερών σχετικά με τις τιμές.

(536)

Επομένως, το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

5.2.4.   Δέσμια χρήση

(537)

Ένας χρήστης προέβαλε το επιχείρημα ότι τα μακροοικονομικά στοιχεία που παρείχε ο ενωσιακός παραγωγός που είχε αφαιρεθεί από το δείγμα θα μπορούσαν να είναι παραπλανητικά, δεδομένου ότι η αναφερόμενη μείωση των πωλήσεων PVA θα μπορούσε να ήταν σκόπιμη επιχειρηματική απόφαση προκειμένου να αυξηθεί η δέσμια κατανάλωση PVA και να αυξηθούν, κατ’ επέκταση, οι πωλήσεις στα κατάντη τμήματα.

(538)

Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 441, η Επιτροπή αξιολόγησε τους μικροοικονομικούς και τους μακροοικονομικούς δείκτες βάσει των στοιχείων που περιέχονταν στις επαληθευμένες απαντήσεις του ερωτηματολογίου και στην καταγγελία και τα διασταύρωσε με τα στοιχεία που παρείχαν οι ενωσιακοί παραγωγοί, χρήστες και εισαγωγείς και με τα διαθέσιμα επίσημα στατιστικά στοιχεία (Eurostat).

(539)

Δεδομένου του υψηλού επιπέδου συνεργασίας, η Επιτροπή μπόρεσε να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα της δέσμιας και της ελεύθερης αγοράς PVA, καθώς και εξαιρετικά λεπτομερή εικόνα των διαφόρων κατάντη τμημάτων και της οικείας κατανάλωσης PVA.

(540)

Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά τη μείωση των πωλήσεων PVA του προαναφερθέντος ενωσιακού παραγωγού, από τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας προέκυψε παράλληλη μείωση της παραγωγής PVA του ίδιου μεγέθους κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η μείωση των πωλήσεων δεν είχε προκληθεί από την αύξηση της δέσμιας κατανάλωσης.

(541)

Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό απορρίπτεται.

(542)

Δύο χρήστες προέβαλαν το επιχείρημα ότι η απόφαση της καταγγέλλουσας να επικεντρωθεί στη δέσμια κατανάλωση για την παραγωγή μεμβρανών PVB ήταν η αιτία της ζημίας που υπέστη ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής.

(543)

Ωστόσο, από την έρευνα αποκαλύφθηκε ότι η δέσμια κατανάλωση της καταγγέλλουσας αυξήθηκε κατά την εξεταζόμενη περίοδο με σημαντικά βραδύτερο ρυθμό σε σχέση με τη μείωση της ποσότητας πωλήσεων. Επιπλέον, η δέσμια κατανάλωση PVA της καταγγέλλουσας παρέμεινε σταθερή τα τελευταία δύο χρόνια και, ως εκ τούτου, δεν εξηγεί την επιδείνωση της κατάστασης τα τελευταία έτη και, ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας. Παράλληλα, ο κλάδος παραγωγής εξακολουθεί να έχει τουλάχιστον 30 000 τόνους πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας που δεν μπορεί να απορροφηθεί από τις γραμμές παραγωγής μεμβρανών PVB.

(544)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίπτεται.

(545)

Οι Ahlstrom-Munksjö, Solutia, Wacker και Wegochem επανέλαβαν, μετά την κοινοποίηση, ότι η δέσμια κατανάλωση της καταγγέλλουσας αυξήθηκε σημαντικά κατά την υπό εξέταση περίοδο (δηλαδή κατά 25 %). Επομένως, ήταν λανθασμένη η δήλωση της Επιτροπής ότι η δέσμια κατανάλωση της καταγγέλλουσας αυξήθηκε κατά την εξεταζόμενη περίοδο με σημαντικά βραδύτερο ρυθμό σε σχέση με τη μείωση της ποσότητας πωλήσεων.

(546)

Η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι η δήλωσή της ήταν ορθή και διευκρινίζει ότι, ακόμη και αν η δέσμια κατανάλωση της καταγγέλλουσας αυξήθηκε κατά την εξεταζόμενη περίοδο σε ποσοστό επί τοις εκατό, η μείωση των πωλήσεων σε απόλυτες ποσότητες υπερέβη σημαντικά την αύξηση των τόνων των PVA που χρησιμοποιήθηκαν για τη δέσμια κατανάλωση από την καταγγέλλουσα.

(547)

Επομένως, το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

5.3.   Συμπέρασμα σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια

(548)

Υπήρχε σαφής χρονική σύμπτωση μεταξύ της σημαντικής αύξησης των εισαγωγών από την οικεία χώρα και της επιδείνωσης της κατάστασης του ενωσιακού κλάδου παραγωγής.

(549)

Η Επιτροπή διερεύνησε και άλλους παράγοντες ζημίας και δεν διαπίστωσε την ύπαρξη άλλων παραγόντων οι οποίοι να συνέβαλαν στη σημαντική ζημία την οποία υπέστη ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής.

(550)

Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σημαντική ζημία που υπέστη ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής προκλήθηκε από τις εισαγωγές που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ από την οικεία χώρα και ότι οποιοιδήποτε άλλοι παράγοντες, που εξετάστηκαν μεμονωμένα ή συλλογικά, δεν συνέβαλαν στη σημαντική ζημία που υπέστη ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής.

6.   ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

(551)

Σύμφωνα με το άρθρο 21 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον θα μπορούσε να καταλήξει σαφώς στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν προς το συμφέρον της Ένωσης να λάβει μέτρα στην προκειμένη περίπτωση, παρά τον καθορισμό του ζημιογόνου ντάμπινγκ. Ο προσδιορισμός του συμφέροντος της Ένωσης βασίστηκε στην εκτίμηση όλων των επιμέρους εμπλεκόμενων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής, των εισαγωγέων και των χρηστών.

6.1.   Το συμφέρον του ενωσιακού κλάδου παραγωγής

(552)

Από την έρευνα προέκυψε ότι ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής υφίσταται σημαντική ζημία εξαιτίας των επιπτώσεων των εισαγωγών από την οικεία χώρα που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και πωλούνται σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές της Ένωσης προκαλώντας σημαντική απώλεια μεριδίου αγοράς και οδηγώντας σε ζημία κατά την εξεταζόμενη περίοδο, όπως περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 440 έως 550 ανωτέρω.

(553)

Ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής θα ευνοηθεί από τη λήψη μέτρων, τα οποία πιθανώς θα αποτρέψουν την περαιτέρω αύξηση των εισαγωγών από τη ΛΔΚ σε πολύ χαμηλές τιμές. Αν δεν ληφθούν μέτρα, οι Κινέζοι παραγωγοί θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν πρακτική ντάμπινγκ επί των PVA στην ενωσιακή αγορά εμποδίζοντας τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής από την πώληση PVA με επαρκές κέρδος και προκαλώντας, κατ’ επέκταση, περαιτέρω σημαντική ζημία στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

6.2.   Συμφέρον των μη συνδεδεμένων εισαγωγέων

(554)

Έξι μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς ήταν πρόθυμοι να συνεργαστούν. Τρεις συμμετείχαν στο δείγμα και παρείχαν απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο. Και οι τρεις εισαγωγείς ήταν αντίθετοι με την επιβολή μέτρων, ισχυριζόμενοι ότι θα ζημιώσει την επιχείρησή τους και ότι θα είναι εις βάρος των συμφερόντων των χρηστών PVA στην Ένωση.

(555)

Για τους μη συνδεδεμένους εισαγωγείς του δείγματος, η βαρύτητα που αντιπροσωπεύει το υπό εξέταση προϊόν σε σύγκριση με τον συνολικό κύκλο εργασιών των εν λόγω εισαγωγέων ποικίλλει από 10 % έως 40 %. Οι θέσεις εργασίας που αποδόθηκαν στο υπό εξέταση προϊόν υπολογίστηκαν σε περίπου 20 εργαζομένους.

(556)

Και οι τρεις εισαγωγείς ήταν κερδοφόροι και το περιθώριο κέρδους φαινόταν να είναι επαρκές για να απορροφήσει τουλάχιστον μέρος των δασμών. Επιπλέον, η Επιτροπή σημείωσε ότι οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες εξακολουθούν να κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στην Ένωση. Ως εκ τούτου, η επιβολή μέτρων δεν θα έχει σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στους εισαγωγείς από πλευράς τιμών, αλλά ορισμένοι εξ αυτών θα χρειαστεί να αλλάξουν πηγές, γεγονός που θα συνεπάγεται πρόσθετο κόστος για τους εισαγωγείς αυτούς.

(557)

Ένας εισαγωγέας ισχυρίστηκε ότι η επιβολή μέτρων θα ζημιώσει τους εισαγωγείς, καθώς οι ενωσιακοί τελικοί χρήστες θα σταματήσουν να αγοράζουν PVA καταγωγής ΛΔΚ και θα αρχίσουν να προμηθεύονται εναλλακτικά προϊόντα που δεν έχουν ως βάση τις PVA ή μείγματα PVA και άλλα προϊόντα που παράγονται εκτός της Ένωσης.

(558)

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι ο αντίκτυπος των PVA στο κόστος των χρηστών ποικίλλει από τμήμα σε τμήμα, όπως εξηγείται κατωτέρω στο τμήμα 6.3.

(559)

Επιπλέον, από την έρευνα προέκυψε ότι η δυνατότητα αντικατάστασης των PVA με εναλλακτικά προϊόντα, ακόμη και αν υπάρχει θεωρητικά, θα είναι αρκετά περίπλοκη και η αύξηση του κόστους των PVA δεν θα αποτελεί πιθανώς τον καθοριστικό παράγοντα. Ορισμένα από τα εναλλακτικά προϊόντα είναι ήδη σημαντικά ακριβότερα από τις PVA και μη φιλικά προς το περιβάλλον, καθώς δεν είναι βιοαποικοδομήσιμα όπως οι PVA.

(560)

Όσον αφορά τα μείγματα προϊόντων, από την έρευνα προέκυψε ότι το κόστος μεταφοράς διαδραματίζει σημαντικότερο ρόλο από το κόστος των πρώτων υλών. Τα εν λόγω μείγματα συνήθως αποτελούνται από PVA και άλλα πρόσθετα διαλυτά σε νερό. Ως εκ τούτου είναι ακριβότερα λόγω της περιεκτικότητάς τους σε νερό (και του βάρους τους). Ο εφοδιασμός αυτών των μειγμάτων με βάση τις PVA από παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι εκτός της Ένωσης δεν είναι επομένως πιθανό να αυξηθεί σημαντικά λόγω των δασμών αντιντάμπινγκ στο υπό εξέταση προϊόν.

(561)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(562)

Δύο εισαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι η ενωσιακή παραγωγή PVA δεν ήταν επαρκής για να καλύψει τη ζήτηση και, ως εκ τούτου, η αγορά της ΕΕ για τις PVA εξαρτιόταν σημαντικά από τις εισαγωγές, όπως καταδεικνύεται επίσης από την αδασμολόγητη ποσόστωση για τις εισαγωγές 15 000 τόνων/έτος PVA που καθόρισε το 2014 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (95).

(563)

Στο πλαίσιο αυτό, οι μεγαλύτεροι προμηθευτές της αγοράς της ΕΕ εξακολουθούσαν να είναι παραγωγοί PVA εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες (συγκεκριμένα Ταϊβάν, ΗΠΑ και Ιαπωνία), οι οποίοι αντιπροσώπευαν ήδη [37 % – 42 %] της ενωσιακής κατανάλωσης στην ελεύθερη αγορά. Επιπλέον, από την έρευνα προέκυψε ότι πολλοί χρήστες προμηθεύονταν PVA από διαφορετικούς προμηθευτές εγκατεστημένους στη ΛΔΚ, από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής και από παραγωγούς εγκατεστημένους σε τρίτες χώρες παράλληλα. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής εξακολουθεί να διαθέτει περίπου 30 000 τόνους πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας που μπορεί να εφοδιάσει την ενωσιακή αγορά.

(564)

Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η ζήτηση PVA είναι ισχυρή, η επιβολή μέτρων δεν θα συμβάλει στον κίνδυνο ελλείψεων στην προσφορά, λαμβανομένων υπόψη του επιπέδου των προτεινόμενων δασμών και των διαθέσιμων εναλλακτικών πηγών. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(565)

Ένας εισαγωγέας ισχυρίστηκε ότι η επιβολή μέτρων θα ζημιώσει τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) στην Ένωση, ιδίως στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης της νόσου COVID-19. Προέβαλε το επιχείρημα ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ στις PVA καταγωγής από την οικεία χώρα θα δημιουργήσουν επιπρόσθετη διαταραχή σε έναν τομέα που έχει ήδη πληγεί σοβαρά από την προαναφερθείσα κρίση.

(566)

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε ότι ο αντίκτυπος των προτεινόμενων μέτρων αντιντάμπινγκ στο κόστος των χρηστών ποίκιλλε από τμήμα σε τμήμα και ότι είχε αξιολογηθεί ενδελεχώς όπως εξηγείται κατωτέρω στο τμήμα 6.3.

(567)

Επιπλέον, δεδομένου του υψηλού επιπέδου συνεργασίας, η Επιτροπή μπόρεσε να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα της δέσμιας και της ελεύθερης αγοράς PVA, καθώς και εξαιρετικά λεπτομερή εικόνα των διαφόρων κατάντη τμημάτων.

(568)

Τέλος, η Επιτροπή ανέλυσε επίσης την οικονομική κατάσταση τόσο του ενωσιακού κλάδου παραγωγής όσο και των χρηστών υπό το πρίσμα της σημασίας της σταθερότητας του εφοδιασμού, δεδομένου ότι, χωρίς τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, η Ένωση θα έχανε περίπου [50 % – 60 %] της οικείας ικανότητας εφοδιασμού (96) με ένα κρίσιμης σημασίας υλικό όπως οι PVA.

(569)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

6.3.   Συμφέρον των χρηστών

(570)

Όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 55, οι PVA χρησιμοποιούνται ως πρόσθετη ουσία, πρόδρομη ουσία ή παράγοντας κυρίως από τέσσερις ενωσιακούς κλάδους παραγωγής για: i) την παραγωγή ρητινών PVB για την παραγωγή μεμβρανών PVB· ii) την παραγωγή εφαρμογών πολυμερισμού και γαλακτωμάτων· iii) την παραγωγή χαρτιού και χαρτονιού· και iv) την παραγωγή συγκολλητικών υλών.

(571)

Οι παραγωγοί PVB ήταν οι μεγαλύτεροι χρήστες PVA, οι οποίοι αντιπροσώπευαν περίπου 40 % της κατανάλωσης PVA στην Ένωση. Τα προϊόντα πολυμερισμού αντιστοιχούσαν σε περίπου 20 %, ενώ η παραγωγή χημικών για τη βιομηχανία χαρτιού και συγκολλητικών υλών αντιπροσώπευε αντίστοιχα 16 % και 14 % της συνολικής κατανάλωσης PVA.

(572)

Κατά την έναρξη της διαδικασίας υπήρξε επικοινωνία με 49 γνωστούς χρήστες στην Ένωση, από τους οποίους ζητήθηκε να συνεργαστούν. Ένας παραγωγός PVB: Solutia· τρεις παραγωγοί χαρτιού και χαρτονιού: Ahlstrom-Munksjö, Papierfabrik August Koehler and Paul & Co· τρεις παραγωγοί στο τμήμα προϊόντων πολυμερισμού και γαλακτωμάτων: Wacker, FAR Polymers και Celanese· και ένας παραγωγός συγκολλητικών υλών: Cordial, αναγγέλθηκαν. Όλοι εξέφρασαν την αντίθεσή τους στα δυνητικά μέτρα επί των εισαγωγών PVA καταγωγής από την οικεία χώρα, εκτός από τη Celanese, η οποία τήρησε ουδέτερη στάση.

6.3.1.   Παραγωγοί μεμβρανών PVB

(573)

Όσον αφορά την κύρια εφαρμογή των PVA (τις μεμβράνες PVB), πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια η καταγγέλλουσα βρίσκεται σε άμεσο ανταγωνισμό με τους χρήστες του υπό εξέταση προϊόντος στον τομέα των PVB, καθώς μέρος της οικείας παραγωγής PVA χρησιμοποιείται με δέσμιο τρόπο για την παραγωγή μεμβρανών PVB.

(574)

Η ρητίνη PVB παράγεται με ακετυλίωση των PVA (αντίδραση των PVA με βουτυραλδεΰδη) και στη συνέχεια αναμειγνύεται με πλαστικοποιητικό και υφίσταται διέλαση για να παραγάγει μεμβράνη PVB. Οι PVA αντιπροσωπεύουν έως 27 % του κόστους κατασκευής των PVB. Η μεμβράνη PVB χρησιμοποιείται κυρίως ως στρώμα μεταξύ δύο φύλλων γυαλιού στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας (ανεμοθώρακες) ή στον κατασκευαστικό τομέα (γυαλί ασφαλείας).

(575)

Η Solutia αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό μεμβρανών PVB στην Ένωση. Από κοινού με την καταγγέλλουσα και τον άλλο ενωσιακό παραγωγό που πωλεί στην ελεύθερη αγορά, αντιπροσώπευαν σχεδόν το σύνολο της παραγωγής μεμβρανών PVB στην Ένωση. Ο χρήστης παρήγε επίσης PVA για δική του εσωτερική κατανάλωση. Η εταιρεία αντιπροσώπευε σχεδόν το 1/5 της συνολικής ενωσιακής κατανάλωσης PVA (δέσμια και ελεύθερη αγορά).

(576)

Ο χρήστης ισχυρίστηκε ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ στις PVA θα έχουν ευρείες αρνητικές επιπτώσεις στον τομέα μεμβρανών PVB. Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα ήταν παράλληλα σημαντικός παραγωγός μεμβρανών PVB, καθώς και παραγωγός και προμηθευτής PVA, τυχόν μέτρο αντιντάμπινγκ δεν θα επηρεάσει μόνο το κόστος παραγωγής του προϊόντος κατάντη, αλλά και τον ανταγωνισμό με παραγωγούς PVB όπως ο χρήστης. Ο ισχυρισμός αυτός επαναλήφθηκε μετά την κοινοποίηση από τη Solutia και τη Wegochem. Επιπλέον, ο χρήστης ισχυρίστηκε ότι το νέο εργοστάσιο παραγωγής υδατοδιαλυτών μεμβρανών PVB που η καταγγέλλουσα σχεδιάζει να ανοίξει στην Πολωνία θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τη δέσμια κατανάλωση PVA της καταγγέλλουσας και θα εντείνει την έλλειψη ενωσιακής παραγωγικής ικανότητας από πλευράς προμήθειας PVA. Τα επιχειρήματα αυτά επαναλήφθηκαν από τη Solutia μετά τη δεύτερη συμπληρωματική κοινοποίηση.

(577)

Πρώτον, παρότι οι περισσότεροι ενωσιακοί παραγωγοί PVA και μεμβρανών PVB ήταν καθετοποιημένοι, πρέπει να σημειωθεί ότι καθένας αποφάσισε να εστιάσει την παραγωγική του ικανότητα στο ανάντη ή κατάντη τμήμα στο πλαίσιο της δικής του επιχειρηματικής πολιτικής. Εν προκειμένω, ο ίδιος ο χρήστης ήταν παραγωγός PVA και μεμβρανών PVB ακριβώς όπως και οι δύο άλλοι ενωσιακοί παραγωγοί. Επιπλέον, η παραγωγή υδατοδιαλυτών μεμβρανών βασίζεται κυρίως στα συμπολυμερή PVA, τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο κάλυψης του υπό εξέταση προϊόντος και προέρχονται από εγκαταστάσεις παραγωγής σε τρίτες χώρες, και δεν μπορεί συνεπώς να επηρεάσει την ικανότητα εφοδιασμού της καταγγέλλουσας με συνήθη (ομοπολυμερή) PVA.

(578)

Δεύτερον, από την έρευνα προέκυψε ότι ο χρήστης εφάρμοζε στρατηγική εφοδιασμού από πολλαπλές πηγές παράγοντας PVA για ιδιοκατανάλωση και χρησιμοποιώντας εκτενώς εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού με PVA από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, τους παραγωγούς-εξαγωγείς στη ΛΔΚ και τους παραγωγούς σε τρίτες χώρες. Επιπλέον, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 563, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής έχει ακόμη 30 000 τόνους πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας για τον εφοδιασμό της ενωσιακής αγοράς και το επίπεδο των δασμών αντιντάμπινγκ δεν θα εμποδίσει τη Solutia να συνεχίσει να προμηθεύεται PVA από τη ΛΔΚ, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 588.

(579)

Τέλος, από την έρευνα προέκυψε ότι ο αντίκτυπος των προτεινόμενων δασμών αντιντάμπινγκ στο κόστος παραγωγής και στην κερδοφορία του χρήστη, λαμβανομένων υπόψη του μεριδίου εισαγωγών από την οικεία χώρα στη συνολική οικεία κατανάλωση PVA και του μεριδίου των PVA στο κόστος παραγωγής τους, θα είναι περιορισμένος ακόμη και εάν εφαρμοστούν τα μέτρα.

(580)

Όσον αφορά τον εικαζόμενο κίνδυνο αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν παρασχέθηκαν αποδεικτικά στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτή τη δήλωση και, επιπλέον, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής προμηθεύει σταθερά μεγάλες ποσότητες PVA στον κλάδο παραγωγής PVB. Επιπροσθέτως, η έρευνα αποκάλυψε επίσης ότι ο κλάδος παραγωγής PVB προμηθεύεται PVA μέσω συμβάσεων προμηθειών που τον προστατεύουν από τη διακύμανση των τιμών και την έλλειψη εφοδιασμού. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι τα μέσα εμπορικής άμυνας δίνουν τη δυνατότητα στην Επιτροπή να επανεξετάσει τα προτεινόμενα μέτρα προς όφελος των χρηστών σε περίπτωση πειστικών αποδεικτικών στοιχείων για αντιανταγωνιστικές πρακτικές.

(581)

Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, οι εν λόγω ισχυρισμοί απορρίφθηκαν.

(582)

Η Solutia ζήτησε επίσης απαλλαγή από τους προτεινόμενους δασμούς αντιντάμπινγκ με βάση το καθεστώς ειδικού προορισμού για την παραγωγή μεμβρανών PVΒ. Η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι τα προτεινόμενα μέτρα θα είχαν πολύ σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις για την κερδοφορία της παραγωγής μεμβρανών PVB, ότι λίγοι μόνο προμηθευτές θα μπορούσαν να πληρούν τις προδιαγραφές και ότι το προϊόν δεν είναι εναλλάξιμο.

(583)

Η Επιτροπή αξιολόγησε το αίτημα της εταιρείας με βάση όλες τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας και τις παρατηρήσεις που έλαβε μετά την κοινοποίηση.

(584)

Σε αντίθεση με το επιχείρημα της Solutia, από την έρευνα διαπιστώθηκε, όπως εξηγείται ανωτέρω, ότι ο αντίκτυπος των προτεινόμενων δασμών αντιντάμπινγκ στο κόστος παραγωγής και κερδοφορίας του χρήστη θα ήταν περιορισμένος.

(585)

Επιπλέον, η Solutia εφάρμοζε στρατηγική εφοδιασμού από πολλαπλές πηγές παράγοντας PVA για ιδιοκατανάλωση, ενώ χρησιμοποιούσε εκτενώς πολλαπλές πηγές εφοδιασμού με PVA από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, τους παραγωγούς-εξαγωγείς στη ΛΔΚ και τους παραγωγούς σε τρίτες χώρες. Ακόμη και αν είναι αλήθεια ότι ο χαρακτηρισμός μιας νέας πηγής PVA είναι μια δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία, υπάρχουν τρεις άλλοι παραγωγοί παγκοσμίως οι οποίοι μπορούν να προμηθεύουν PVA ποιότητας «Low-Ash NMWD PVA». Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το επίπεδο των δασμών αντιντάμπινγκ δεν θα εμπόδιζε κανέναν προμηθευτή από τη ΛΔΚ να εξακολουθήσει να εξάγει PVA σε εύλογη τιμή. Τέλος, οι μεμβράνες PVB αποτελούν την κύρια κατάντη εφαρμογή των PVA, και η Solutia είναι ένας από τους πρωτοπόρους της αγοράς σε αυτό το τμήμα. Ως εκ τούτου, η χορήγηση της εν λόγω εξαίρεσης στο πλαίσιο του ελέγχου τελικής χρήσης θα ενείχε τον κίνδυνο να υπονομευθεί σοβαρά το αποτέλεσμα των μέτρων. Συνεπώς, το αίτημα απορρίφθηκε.

(586)

Μετά τη δεύτερη συμπληρωματική κοινοποίηση, η Solutia ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε τα δεδομένα και τη συλλογιστική που χρησιμοποιήθηκαν για τον χαρακτηρισμό του αντικτύπου στην κερδοφορία της ως «αμελητέου». Επιπλέον, η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να έχει πρόσβαση σε όλους τους προμηθευτές PVA σε λογικές τιμές για να διατηρήσει την ασφάλεια του εφοδιασμού και μια εύλογη κερδοφορία και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή παρέλειψε να αιτιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο το επίπεδο των δασμών αντιντάμπινγκ δεν θα εμπόδιζε τον προμηθευτή της Solutia από τη ΛΔΚ να συνεχίσει τις εξαγωγές του.

(587)

Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ο αντίκτυπος στην κερδοφορία της Solutia υπολογίστηκε ως εξής: πρώτον, η Επιτροπή καθόρισε το μερίδιο του κόστους των PVA από τη ΛΔΚ στο συνολικό κόστος παραγωγής της εταιρείας, όπως επαληθεύτηκε επιτόπου. Στη συνέχεια, η Επιτροπή αύξησε το κόστος των PVA της εταιρείας από τον προτεινόμενο δασμό, ο οποίος εφαρμόστηκε στην ποσότητα των PVA που προμηθεύτηκε από τη ΛΔΚ. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο αντίκτυπος των δασμών στη Solutia ήταν πράγματι σημαντικός σε απόλυτους αριθμούς, αλλά περιοριζόταν ανάλογα με τη συνολική διάρθρωση του κόστους της εταιρείας. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ορισμένες υποθέσεις της εταιρείας σχετικά με τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών των PVA, καθώς τα πραγματικά περιστατικά έδειχναν ότι οι υποθέσεις αυτές δεν ήταν κατάλληλες και η Solutia δεν παρείχε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει το αντίθετο. Για λόγους εμπιστευτικότητας, περαιτέρω λεπτομέρειες και τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν στον υπολογισμό της Επιτροπής δόθηκαν σε ξεχωριστό έγγραφο μόνο στην εταιρεία.

(588)

Ως εκ τούτου, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεδομένου του περιορισμένου αντικτύπου στην κερδοφορία της Solutia, οι δασμοί αντιντάμπινγκ δεν θα εμπόδιζαν την εταιρεία να συνεχίσει να προμηθεύεται PVA από τη ΛΔΚ και, ως εκ τούτου, η εταιρεία θα διατηρήσει την πρόσβαση σε όλους τους δικούς της προμηθευτές PVA. Επιπλέον, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της εταιρείας ότι τα μέτρα θα επηρεάσουν και την ανταγωνιστική θέση της έναντι άλλων παραγωγών PVB, ο περιορισμένος αντίκτυπος στη διάρθρωση του κόστους και της κερδοφορίας της Solutia δείχνει επίσης ότι θα υπάρξει περιορισμένος αντίκτυπος στην ανταγωνιστικότητά της.

(589)

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(590)

Η Solutia ισχυρίστηκε επίσης ότι το γεγονός ότι οι μεμβράνες PVB αποτελούν την κύρια κατάντη εφαρμογή των PVA, και η Solutia είναι μία από τις ηγετικές επιχειρήσεις του εν λόγω τμήματος, είναι απλές υποθέσεις οι οποίες δεν στηρίζονται από πραγματικά περιστατικά.

(591)

Σε αντίθεση με αυτό το επιχείρημα, οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας έδειξαν ότι η παραγωγή μεμβρανών PVB αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το [30 % – 40 %] της συνολικής κατανάλωσης PVA στην Ένωση και, ως εκ τούτου, είναι, μακράν, η μεγαλύτερη από τις διάφορες κατάντη εφαρμογές των PVA. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι, με βάση τα στοιχεία που παρείχε η ίδια η εταιρεία στην απάντησή της στο ερωτηματολόγιο, από τους τέσσερις παραγωγούς μεμβρανών PVB που δραστηριοποιούνται στην ενωσιακή αγορά, η Solutia κατείχε σημαντικό μερίδιο αγοράς και, ως εκ τούτου, μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ως ένας από τους ηγέτες της αγοράς.

6.3.2.   Παραγωγοί εφαρμογών πολυμερισμού και γαλακτωμάτων

(592)

Οι PVA χρησιμοποιούνται επίσης σε εφαρμογές πολυμερισμού καθώς διευκολύνουν τον ακριβή έλεγχο του σχηματισμού κόκκων και της προκύπτουσας δομής των γαλακτωμάτων και των βαφών για τη ρύθμιση του ιξώδους του τελικού προϊόντος.

(593)

Δύο χρήστες, η FAR Polymer και η Celanese, και ο δεύτερος ενωσιακός παραγωγός PVA του δείγματος ο οποίος παρήγε PVA μόνο για τη δική του δέσμια κατανάλωση, η Wacker, αναγγέλθηκαν και συνεργάστηκαν στη διαδικασία. Η FAR Polymer και η Wacker εκδήλωσαν την αντίθεσή τους στα δυνητικά μέτρα υποστηρίζοντας ότι η επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ δεν θα είναι προς το συμφέρον της Ένωσης.

(594)

Επιπλέον, η Wacker προέβαλε το επιχείρημα ότι η ενωσιακή παραγωγή PVA δεν ήταν επαρκής ώστε να καλύψει τη ζήτηση αυτού του προϊόντος και, συνεπώς, η ενωσιακή αγορά PVA είχε υψηλή εξάρτηση από τις εισαγωγές. Κατά την άποψή της, οι εισαγωγές από την οικεία χώρα έχουν καλύψει το κενό στην αγορά το οποίο δεν μπορούν να καλύψουν άλλες χώρες.

(595)

Επιπροσθέτως, η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι, εάν επιβληθούν οι δασμοί αντιντάμπινγκ, οι Κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν θα έχουν πρόσβαση στην αγορά. Ως εκ τούτου, οι δύο ενωσιακοί παραγωγοί που πωλούν στην ελεύθερη αγορά (οι οποίοι είναι συνδεδεμένοι με τους παραγωγούς-εξαγωγείς στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και την Ταϊβάν) θα κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην ενωσιακή αγορά και θα είναι σε θέση να επιβάλλουν υψηλότερες τιμές εις βάρος των ενωσιακών χρηστών.

(596)

Και οι δύο χρήστες επανέλαβαν τα επιχειρήματά τους μετά την κοινοποίηση.

(597)

Όσον αφορά το πρώτο σημείο, από την έρευνα προέκυψε ότι ο αντίκτυπος στην κερδοφορία του χρήστη θα είναι αμελητέος, ακόμη και αν επιβληθούν δασμοί αντιντάμπινγκ, δεδομένου ότι το ποσοστό των PVA στο κόστος παραγωγής των χρηστών που δραστηριοποιούνται στο συγκεκριμένο τμήμα αντιστοιχεί σε [3 % – 7 %] του συνολικού κόστους.

(598)

Όσον αφορά τη σταθερότητα του εφοδιασμού, όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 563, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής διαθέτει τουλάχιστον 30 000 τόνους πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας. Επιπλέον, οι μεγαλύτεροι προμηθευτές της αγοράς της ΕΕ εξακολουθούσαν να είναι παραγωγοί PVA εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες (συγκεκριμένα Ταϊβάν, ΗΠΑ και Ιαπωνία), οι οποίοι αντιπροσώπευαν ήδη [37 % – 42 %] της ενωσιακής κατανάλωσης. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενωσιακός παραγωγός του δείγματος εφάρμοζε στρατηγική εφοδιασμού από πολλαπλές πηγές και, επομένως, δεν προμηθευόταν την οικεία κατανάλωση σε PVA αποκλειστικά από τους παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι στη ΛΔΚ.

(599)

Όσον αφορά το τελευταίο σημείο, πρέπει να σημειωθεί ότι:

(600)

Πρώτον, όπως περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 497 και 498, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας στην ενωσιακή αγορά (μετά τη ΛΔΚ) ήταν η Ταϊβάν, με μερίδιο αγοράς της τάξης του [13 % – 16 %], της οποίας οι παραγωγοί δεν είναι συνδεδεμένοι με τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

(601)

Δεύτερον, σημαντικές ποσότητες εισάγονταν επίσης από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία με μερίδιο αγοράς [12 % – 15 %] και [8 % – 11 %] αντίστοιχα, όπου τουλάχιστον τρεις παραγωγοί δεν είναι συνδεδεμένοι με τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής. Επιπλέον, οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες, ακόμη κι αν μειώθηκαν κατά την εξεταζόμενη περίοδο, εξακολουθούσαν να κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στην ενωσιακή ελεύθερη αγορά (περίπου [37 % – 42 %]) και οι τιμές τους ήταν κατά μέσο όρο 11 % χαμηλότερες από τις τιμές του ενωσιακού κλάδου παραγωγής.

(602)

Τρίτον, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 598, η Wacker ήδη προμηθευόταν την οικεία κατανάλωση σε PVA από διάφορες πηγές.

(603)

Τέλος, σημειώνεται ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ αποσκοπούν στην αποκατάσταση του θεμιτού ανταγωνισμού και ίσων όρων ανταγωνισμού στην ενωσιακή αγορά, αλλά δεν έχουν σκοπό να αποτρέψουν τις εισαγωγές από την οικεία χώρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ δεν θα εμποδίσουν τους χρήστες PVA να συνεχίσουν να προμηθεύονται σε δίκαιη τιμή από τη ΛΔΚ, όπως υποστηρίζεται από τις διαπιστώσεις που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 597, συγκεκριμένα ότι οι δασμοί θα έχουν ελάχιστο αντίκτυπο στο κόστος και στην κερδοφορία των χρηστών στο τμήμα προϊόντων πολυμερισμού και γαλακτωμάτων.

(604)

Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, οι εν λόγω ισχυρισμοί απορρίφθηκαν.

(605)

Η Wacker ζήτησε να της χορηγηθεί απαλλαγή από τους προτεινόμενους δασμούς αντιντάμπινγκ στο πλαίσιο του καθεστώτος ειδικού προορισμού βάσει του άρθρου 254 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Στην αίτησή της, η Wacker υποστήριξε ότι χρειαζόταν την εναλλακτική επιλογή ενός επιπλέον ειδικευμένου προμηθευτή, προκειμένου να αποφύγει να αντιμετωπίσει μια κατάσταση άρνησης προμήθειας από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής. Επιπλέον, η επιβολή δασμών, σύμφωνα με τη γνώμη της Wacker, θα επηρεάσει αρνητικά τις τιμές της αγοράς PVA.

(606)

Η Επιτροπή αξιολόγησε το αίτημα της εταιρείας με βάση όλες τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας και τις παρατηρήσεις που έλαβε μετά την κοινοποίηση.

(607)

Πρώτον, όπως εξηγείται ανωτέρω, η Wacker ήδη προμηθευόταν σημαντικό μέρος των αγορών της από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής και δεν παρείχε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την άρνηση εφοδιασμού από τους ενωσιακούς παραγωγούς. Επιπλέον, η έρευνα αποκάλυψε ότι, μετά την έναρξη της πανδημίας της Covid-19, η καταγγέλλουσα προμήθευσε επιπλέον όγκο PVA σε σύντομο χρονικό διάστημα σε διαφορετικούς χρήστες στην Ένωση. Δεύτερον, όσον αφορά τον εικαζόμενο κίνδυνο για αντιανταγωνιστική συμπεριφορά από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία που να στηρίζουν αυτή τη δήλωση. Επιπλέον, κατά την άποψη της Επιτροπής, οι πιθανές εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού από τρίτες χώρες περιόριζαν σημαντικά αυτόν τον κίνδυνο. Τέλος, τα προϊόντα πολυμερισμού και τα γαλακτώματα αποτελούν μια από τις κύριες κατάντη εφαρμογές των PVA, και η Wacker είναι ένας από τους πρωτοπόρους της αγοράς σε αυτό το τμήμα. Ως εκ τούτου, η χορήγηση της εν λόγω εξαίρεσης στο πλαίσιο του ελέγχου τελικής χρήσης θα ενείχε τον κίνδυνο να υπονομευθεί σοβαρά το αποτέλεσμα των μέτρων. Συνεπώς, το αίτημα απορρίφθηκε.

6.3.3.   Παραγωγοί χαρτιού και χαρτονιού

(608)

Οι PVA χρησιμοποιούνται για τη βελτίωση της αντοχής, της απορροφητικότητας και της εμφάνισης των προϊόντων χαρτιού και χαρτονιού, σε επιχρισμένο χαρτί και σε μονωτικά επιχρίσματα για χαρτί αποκόλλησης. Το τμήμα του χαρτιού αντιπροσώπευε περίπου 16 % της ενωσιακής κατανάλωσης PVA.

(609)

Τρεις χρήστες στον εν λόγω τομέα, η Ahlstrom-Munksjö, η August Koehler και η Paul & Co., και δύο ενώσεις χρηστών, η CEPI και η Assocarta, αναγγέλθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και μετά την κοινοποίηση, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στα δυνητικά μέτρα και αμφισβητώντας το συμφέρον των ενωσιακών χρηστών του υπό εξέταση προϊόντος στο τμήμα αυτό.

(610)

Οι χρήστες προέβαλαν το επιχείρημα, και επανέλαβαν τους ίδιους ισχυρισμούς μετά την κοινοποίηση, ότι η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ σε έναν σημαντικό συντελεστή παραγωγής όπως οι PVA θα υπονόμευε τις προσπάθειες της ενωσιακής βιομηχανίας χαρτιού για έλεγχο του κόστους και, κατ’ επέκταση, την ανταγωνιστικότητά της. Ισχυρίστηκαν ότι, δεδομένου του επιπέδου ανταγωνισμού στην αγορά χαρτιού ιδίως από εταιρείες από την περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού, οι ενωσιακοί παραγωγοί χαρτιού θα βρεθούν σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τους παραγωγούς τρίτων χωρών, οι οποίοι θα έχουν πρόσβαση σε φθηνότερες PVA σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αγορά. Οι ισχυρισμοί αυτοί επαναλήφθηκαν μετά τη δεύτερη συμπληρωματική κοινοποίηση.

(611)

Αντίθετα με τα επιχειρήματα των χρηστών, από την έρευνα προέκυψε ότι ο αντίκτυπος των PVA στο κόστος παραγωγής για τη βιομηχανία χαρτιού ήταν αμελητέος [1 % – 2 %]. Ως εκ τούτου, η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ θα έχει ελάχιστο αντίκτυπο στο κόστους τους και δεν θα επηρεάσει σημαντικά την κερδοφορία τους.

(612)

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

6.3.4.   Παραγωγοί συγκολλητικών υλών

(613)

Οι PVA χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία συγκολλητικών υλών ως κύριο συστατικό για την παραγωγή κολλών. Το τμήμα αυτό αντιπροσώπευε σχεδόν 14 % της συνολικής ενωσιακής κατανάλωσης PVA.

(614)

Ένας παραγωγός στο τμήμα των συγκολλητικών υλών αναγγέλθηκε εκφράζοντας την αντίθεσή του στο μέτρο. Η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ στις PVA θα πλήξουν σοβαρά την κερδοφορία της, δεδομένου ότι η εταιρεία δεν θα είναι σε θέση να μετακυλίσει την εν λόγω αύξηση τιμών στους πελάτες της. Το εν λόγω επιχείρημα επαναλήφθηκε από την Cordial και τη Wegochem μετά την κοινοποίηση.

(615)

Όσον αφορά τον τομέα των συγκολλητικών υλών, οι PVA αντιστοιχούσαν στο [40 % – 50 %] (97) του κόστους του τελικού προϊόντος. Υπό τις συνθήκες αυτές, κατέστη εμφανές ότι η εταιρεία δεν θα είναι σε θέση να απορροφήσει τον αντίκτυπο των προτεινόμενων δασμών αντιντάμπινγκ.

(616)

Μετά την κοινοποίηση, η Kuraray και η Sekisui υποστήριξαν ότι η Cordial δεν μπορούσε να θεωρηθεί, κατά την άποψή τους, αντιπροσωπευτικός παράγοντας για το συγκεκριμένο τμήμα των εφαρμογών σε συγκολλητικές ύλες. Κατά τη γνώμη τους, τα προϊόντα της Cordial αποτελούνται από μείγματα υψηλής περιεκτικότητας σε PVA που αντιπροσωπεύουν μικρό μόνο μέρος του τμήματος της εφαρμογής συγκολλητικών υλών.

(617)

Οι δύο ενωσιακοί παραγωγοί ισχυρίστηκαν ότι οι PVA αντιπροσώπευαν περίπου το 2 % έως 5 % του κόστους παραγωγής της σημαντικότερης εφαρμογής συγκολλητικών υλών, που είναι η χρήση συγκολλητικών υλών σε συσκευασίες, και μόνο σε ορισμένους ειδικούς τομείς ο αντίκτυπος των PVA θα μπορούσε να φθάσει το 10 % – 20 %. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αντίκτυπος κόστους κατά 80 % των PVA στη δραστηριότητα της Cordial είναι αντιπροσωπευτικός του τμήματος των συγκολλητικών υλών.

(618)

Μετά την κοινοποίηση, η Cordial ζήτησε επίσης να της χορηγηθεί απαλλαγή από τους προτεινόμενους δασμούς αντιντάμπινγκ στο πλαίσιο του καθεστώτος ειδικού προορισμού όπως ορίζεται στο άρθρο 254 του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα. Η αίτηση αυτή βασίστηκε στην ιδιαιτερότητα των προϊόντων της, τον περιορισμένο αριθμό των ποιοτήτων PVA που εισάγει και που παράγονται ειδικά σε συνεργασία με τον μοναδικό προμηθευτή της, την αδυναμία απορρόφησης των προτεινόμενων δασμών λόγω της διάρθρωσης του κόστους και των επιπέδων κερδοφορίας της, καθώς και την απουσία άλλων βιώσιμων εναλλακτικών λύσεων που θα επέτρεπαν στην εταιρεία να παραμείνει στην αγορά.

(619)

Η Επιτροπή αξιολόγησε εκ νέου την κατάσταση των παραγωγών συγκολλητικών υλών και το αίτημα της εταιρείας υπό το φως των παρατηρήσεων που ελήφθησαν από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδίως την Cordial, τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, τους πελάτες της Cordial και άλλους χρήστες συγκολλητικών υλών.

(620)

Με βάση όλες τις πληροφορίες που τέθηκαν στη διάθεση της Επιτροπής μετά την κοινοποίηση από διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, η Επιτροπή συμφώνησε με τον ισχυρισμό του ενωσιακού κλάδου παραγωγής ότι η κατάσταση της Cordial δεν μπορούσε να επεκταθεί σε ολόκληρο τον τομέα των συγκολλητικών υλών, όπου οι PVA αποτελούν κατά μέσο όρο μόνο 2 % έως 5 % του κόστους παραγωγής της σημαντικής εφαρμογής των συγκολλητικών υλών (συγκολλητικές ύλες για συσκευασίες).

(621)

Δεδομένου του μικρού βάρους που συνήθως αντιπροσωπεύουν οι PVA στο κόστος των συγκολλητικών προϊόντων, η έρευνα αποκάλυψε ότι η αλλαγή προμηθευτή, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η ανάγκη για διαδικασία πιστοποίησης, ήταν εφικτή για τους χρήστες του τμήματος των συγκολλητικών υλών, καθώς ο αντίκτυπος των μέτρων στο συνολικό τους κόστος δεν θα ήταν σημαντικός.

(622)

Αντιθέτως, όσον αφορά την ιδιαίτερη περίπτωση της Cordial, δεν μπορεί να συναχθεί το ίδιο συμπέρασμα. Η έρευνα έδειξε ότι ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής του αφορούσε συγκολλητικές ύλες από ξηρό μείγμα που παράγονται και πωλούνται σε μορφή σκόνης, ένα εξειδικευμένο προϊόν σε σύγκριση με τις συνήθως παραγόμενες υγρές συγκολλητικές ύλες που παράγονται με βάση τις PVA ή τις PVAc. Οι πελάτες της έχουν διαμορφώσει τη διαδικασία παραγωγής τους προκειμένου να επωφελούνται από τις εξατομικευμένες συγκολλητικές ύλες που παράγει η Cordial και να επιτύχουν συνεπή εξοικονόμηση του κόστους μεταφοράς, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 626. Η μετάβαση σε υγρές συγκολλητικές ύλες θα σήμαινε την αναδιάρθρωση της πλήρους παραγωγικής διαδικασίας τους.

(623)

Λόγω αυτού του καινοτόμου προϊόντος, η διάρθρωση του κόστους της Cordial είναι διαφορετική από τον μέσο όρο στον κλάδο παραγωγής συγκολλητικών υλών. Οι PVA αντιπροσώπευαν τουλάχιστον το [40–50 %] του κόστους στην περίπτωση Cordial. Οι διαφορές οφείλονται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι το ποσοστό των PVA που χρησιμοποιείται ανά τόνο συγκολλητικών υλών από ξηρό μείγμα είναι υψηλότερο από ό,τι σε υγρές συγκολλητικές ύλες. Δεδομένης της ιδιαιτερότητας του προϊόντος που παρασκευάζει η Cordial, θα ήταν πρακτικά αδύνατο για την εταιρεία να αλλάξει σε προϊόντα που δεν βασίζονται σε PVA, καθώς στην περίπτωση αυτή θα απαιτούνταν να μεταβάλει εξ ολοκλήρου τη σύνθεση της κόλλας της.

(624)

Όσον αφορά τις εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, η μετάβαση στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής ή σε άλλες πηγές μετά την επιβολή των μέτρων δεν θα αποτελούσε επιλογή για την εταιρεία. Πράγματι, η εταιρεία έχει ήδη προσπαθήσει να δημιουργήσει νέες εταιρικές σχέσεις, αλλά, λόγω του μικρού μεγέθους της, δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσει μακροπρόθεσμη σχέση με εναλλακτικούς προμηθευτές (θα απαιτείτο μακροπρόθεσμη σχέση προκειμένου οι προμηθευτές να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις των προϊόντων της Cordial). Η εταιρεία υπέβαλε αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία έχει πράγματι επιχειρήσει στο παρελθόν να αγοράσει PVA από έναν παραγωγό PVA από την Ταϊβάν, αλλά δεν μπόρεσε να συνάψει κάποια συμφωνία, καθώς ο εν λόγω παραγωγός πωλεί αποκλειστικά μέσω εμπόρου στην ΕΕ και δεν ήταν πρόθυμος να προσαρμόσει τα προϊόντα του στις απαιτήσεις της Cordial. Όλα αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με την ανάγκη για μια διαδικασία πιστοποίησης, καθιστούν μη βιώσιμη τη μετάβαση της εταιρείας σε άλλους προμηθευτές.

(625)

Τέλος, η εταιρεία λειτουργεί σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αγορά με πολύ μικρά περιθώρια κέρδους. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η εταιρεία δεν θα είναι σε θέση να απορροφήσει τον αντίκτυπο των προτεινόμενων δασμών αντιντάμπινγκ και, κατά πάσα πιθανότητα, θα χρεωκοπούσε.

(626)

Μετά την κοινοποίηση, αρκετοί κατάντη χρήστες των προϊόντων της Cordial από τη βιομηχανία χάρτου και χαρτονιού εξέφρασαν επίσης την αντίθεσή τους στα μέτρα. Ισχυρίστηκαν ότι το μερίδιο των συγκολλητικών υλών της Cordial στο κόστος παραγωγής τους ήταν σημαντικό (περίπου [10 % – 25 %]). Ως εκ τούτου, τυχόν αρνητικός αντίκτυπος των μέτρων στον προμηθευτή συγκολλητικών υλών από ξηρό μείγμα θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά και τους ιδίους. Επιπλέον, θα πρέπει να αναδιαρθρώσουν τον εξοπλισμό παραγωγής τους ώστε να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν ένα εντελώς διαφορετικό προϊόν. Τέλος, η μετάβαση από τα ξηρές σε υγρές συγκολλητικές ύλες θα σήμαινε επίσης σημαντική αύξηση του κόστους μεταφοράς (1 τόνος ξηράς συγκολλητικής ύλης ισοδυναμεί με 5 έως 8 τόνους υγρής συγκολλητικής ύλης).

(627)

Η Επιτροπή εξέτασε επίσης το αποτέλεσμα ενδεχόμενης απαλλαγής από τους δασμούς στο πλαίσιο καθεστώτος ειδικού προορισμού για την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Σχετικά με το θέμα αυτό, η Επιτροπή επισήμανε ότι το τμήμα της αγοράς συγκολλητικών υλών αντιπροσώπευε το 17 % της ενωσιακής κατανάλωσης και ότι ο μόνος παραγωγός συγκολλητικών υλών από ξηρό μείγμα που παρουσιάστηκε αντιπροσώπευε μόνο το 4 % του εν λόγω τμήματος. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση της εν λόγω απαλλαγής δεν θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στην αποτελεσματικότητα των μέτρων.

(628)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε να θέσει κατ’ εξαίρεση τις εισαγωγές PVA που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή συγκολλητικών υλών από ξηρό μείγμα, που παράγονται και πωλούνται σε μορφή σκόνης για τη βιομηχανία χαρτονιού, στο πλαίσιο του καθεστώτος ειδικού προορισμού που αναφέρεται στο άρθρο 254 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (98). Το εν λόγω καθεστώς ειδικού προορισμού θα περιορίζεται αυστηρά στις συγκολλητικές ύλες από ξηρό μείγμα και δεν θα καλύπτει σε καμία περίπτωση άλλα προϊόντα (π.χ. υγρές συγκολλητικές ύλες) που παράγονται από παραγωγούς συγκολλητικών υλών.

(629)

Μετά τη δεύτερη συμπληρωματική κοινοποίηση, η Cordial ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να κάνουν χρήση της απαλλαγής στο πλαίσιο του καθεστώτος ειδικού προορισμού σε ένα σύστημα εκ των προτέρων έγκρισης από την Επιτροπή, ώστε να εξασφαλιστεί ότι πραγματικά παράγουν συγκολλητικές ύλες από ξηρό μείγμα.

(630)

Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η απαλλαγή στο πλαίσιο του καθεστώτος ειδικού προορισμού, όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 628, δεν αφορά συγκεκριμένη εταιρεία, αλλά εφαρμόζεται σε όλους τους παραγωγούς συγκολλητικών υλών από ξηρό μείγμα χωρίς διακρίσεις. Επιπλέον, ο έλεγχος και η εφαρμογή της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 254 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 πρέπει να διενεργούνται από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών. Η εν λόγω διαδικασία θεσπίζει απαιτήσεις και ελέγχους που διασφαλίζουν ότι οι απαλλαγές περιορίζονται στον ειδικό προορισμό όπως καθορίζεται. Επομένως, δεν είναι ούτε σκόπιμο ούτε αναγκαίο να προβεί η Επιτροπή σε πρόσθετες ενέργειες.

(631)

Συνεπώς, το αίτημα απορρίφθηκε.

(632)

Μετά τη δεύτερη συμπληρωματική κοινοποίηση, η καταγγέλλουσα αμφισβήτησε τη νομική βάση και την αποτελεσματικότητα της εξαίρεσης από το καθεστώς ειδικού προορισμού που εφαρμόστηκε στην Cordial. Κατά την άποψή της, η εταιρεία δεν παρήγαγε αποκλειστικά συγκολλητικές ύλες από ξηρό μείγμα, καθώς επίσης παρήγαγε υγρές συγκολλητικές ύλες και εμπορευόταν PVA εισαγόμενες από τη ΛΔΚ χωρίς να εφαρμόζει διαδικασία μεταποίησης.

(633)

Τα επιχειρήματα αυτά έπρεπε να απορριφθούν. Η Επιτροπή αξιολόγησε τον αντίκτυπο των μέτρων σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, συνολικά, η εφαρμογή μέτρων στην παρούσα υπόθεση δεν έρχεται σε αντίθεση με το συμφέρον της Ένωσης. Ωστόσο, όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 622 έως 625, η έρευνα αποκάλυψε ότι, σε αντίθεση με άλλους χρήστες PVA, μια πολύ περιορισμένη ομάδα χρηστών που παράγουν συγκολλητικές ύλες από ξηρό μείγμα δεν θα ήταν σε θέση να απορροφήσει τα μέτρα. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή αποφάσισε να προσφύγει στη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 254 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013, η οποία συνάδει απολύτως με τη διακριτική της ευχέρεια. Επιπλέον, το καθεστώς ειδικού προορισμού θα περιορίζεται αυστηρά στην παραγωγή συγκολλητικών υλών από ξηρό μείγμα και δεν θα καλύπτει οποιοδήποτε άλλο προϊόν, είτε παράγονται είτε διατίθενται στο εμπόριο από παραγωγούς συγκολλητικών υλών. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε αγορά κινεζικών PVA για οποιαδήποτε άλλη παραγωγή ή εμπορική δραστηριότητα της Cordial (ή οποιουδήποτε άλλου παραγωγού συγκολλητικών υλών από ξηρό μείγμα) δεν θα καλύπτεται σε καμία περίπτωση από την απαλλαγή από τον δασμό. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η απαλλαγή από το καθεστώς του ειδικού προορισμού αποτελεί επαχθή διαδικασία για τους χρήστες που επιθυμούν να επωφεληθούν από αυτό και ότι θα υπόκεινται σε αυστηρούς τελωνειακούς ελέγχους, γεγονός που διασφαλίζει τη συμμόρφωση.

(634)

Δύο εισαγωγείς, η Gamma Chimica και η Carbochem, και ένας χρήστης, η Far Polymers, ισχυρίστηκαν, μετά τη δεύτερη συμπληρωματική κοινοποίηση, ότι οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων η Επιτροπή χορήγησε απαλλαγή από το καθεστώς ειδικού προορισμού στους παραγωγούς συγκολλητικών υλών από ξηρό μείγμα εφαρμόζονταν και στους ιδίους. Ως εκ τούτου, οι εταιρείες ζήτησαν από την Επιτροπή να επεκτείνει και στις ίδιες το καθεστώς ειδικού προορισμού. Κατά την άποψή τους, παρόμοια με της Cordial, όλοι πωλούν PVA και μείγματα PVA υπό μορφή σκόνης ή σε υγρή μορφή και οι πελάτες τους έχουν διαμορφώσει τη διαδικασία παραγωγής τους προκειμένου να χρησιμοποιήσουν το μείγμα PVA που τους προμηθεύουν.

(635)

Η Επιτροπή διαφώνησε με την άποψη ότι οι εν λόγω εταιρείες βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με τους παραγωγούς συγκολλητικών υλών από ξηρό μείγμα.

(636)

Οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας έδειξαν ότι το μεγαλύτερο μέρος των PVA που εισήγαγαν η Gamma Chimica και η Carbochem απλώς ανασυσκευάζονταν και πωλούνταν στους τελικούς χρήστες. Μια μικρή ποσότητα αναμειγνυόταν με πρόσθετα ή διαλυόταν σε νερό σύμφωνα με τις απαιτήσεις των πελατών. Ωστόσο, καμία από αυτές τις διαδικασίες δεν αποτελεί πραγματική μεταποίηση του υπό εξέταση προϊόντος. Ως εκ τούτου, ακόμη και για τις εν λόγω πωλήσεις, οι εταιρείες εξακολουθούσαν να θεωρούνται εισαγωγείς οι οποίοι εμπορεύονται αγαθά που παράγουν άλλες εταιρείες. Το καθεστώς ειδικού προορισμού ισχύει μόνο για τους τελικούς χρήστες και όχι για τους διαμεσολαβητές. Επομένως, η απαλλαγή από το καθεστώς ειδικού προορισμού δεν θα αποτελούσε καν διαθέσιμη επιλογή για τους δύο αυτούς εισαγωγείς. Επιπλέον, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των εταιρειών, η έρευνα αποκάλυψε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα να διασφαλιστούν εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, διότι, όπως επιβεβαίωσαν οι εταιρείες κατά τη διάρκεια της έρευνας, οι αγορές τους σε PVA δεν εξαρτιούνταν από τεχνικούς περιορισμούς. Τέλος, όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 555 και 556, το μερίδιο των PVA στον κύκλο εργασιών των εισαγωγέων κυμαινόταν από 10 % έως 40 % και τα επίπεδα κερδοφορίας τους ήταν επαρκή για την απορρόφηση τουλάχιστον μέρους των δασμών.

(637)

Η Far Polymers δραστηριοποιείται στον τομέα των γαλακτωμάτων και των προϊόντων πολυμερισμού. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 597, το μερίδιο των PVA στο κόστος παραγωγής των χρηστών που δραστηριοποιούνται στο τμήμα αυτό αντιπροσωπεύει το [3 % – 7 %] του συνολικού κόστους. Η Far Polymers ισχυρίστηκε ότι το μερίδιο των PVA ανά τόνο τελικού προϊόντος ήταν [10 % – 15 %]. Ωστόσο, τα ποσοστά που ανέφερε η Far Polymers προς στήριξη του αιτήματός της αναφέρονταν στην ποσότητα των προϊόντων που χρησιμοποιούνταν και όχι στο μερίδιό τους στο κόστος παραγωγής. Επομένως, τα συμπεράσματα του τμήματος 6.3.2 για τον τομέα των γαλακτωμάτων και των προϊόντων πολυμερισμού εξακολουθούν να ισχύουν για τη Far Polymers.

(638)

Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι καμία από τις εν λόγω εταιρείες δεν βρισκόταν σε παρόμοια κατάσταση με εκείνη των παραγωγών συγκολλητικών υλών από ξηρό μείγμα. Συνεπώς, οι εν λόγω ισχυρισμοί απορρίφθηκαν.

6.4.   Πρόσθετες παρατηρήσεις μετά την κοινοποίηση

(639)

Μετά την κοινοποίηση, διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, η Ahlstrom-Munksjö, η Carbochem, η Cordial, η Solutia, η Wacker και η Wegochem, επανέλαβαν το επιχείρημα ότι η ενωσιακή αγορά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές και ότι ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής δεν έχει επαρκή παραγωγική ικανότητα. Υποστήριξαν ότι τόσο η KEG όσο και η Sekisui επένδυσαν σε δύο κατάντη εργοστάσια, στις Κάτω Χώρες και στην Πολωνία, γεγονός που θα αυξήσει τη δέσμια κατανάλωσή τους και, συνεπώς, θα μειώσει την οικεία ικανότητα εφοδιασμού της ελεύθερης αγοράς. Υποστήριξαν επίσης ότι οι τρίτες χώρες δεν αποτελούν βιώσιμη εναλλακτική πηγή, καθώς δεν διαθέτουν επαρκή πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Η Solutia επανέλαβε τον επιχείρημα αυτό μετά τη δεύτερη συμπληρωματική κοινοποίηση.

(640)

Αντίθετα με τα επιχειρήματα αυτά, η έρευνα επιβεβαίωσε ότι ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής έχει επαρκή ικανότητα εφοδιασμού της ελεύθερης ενωσιακής αγοράς, δεδομένου ότι εξακολουθεί να έχει 30 000 τόνους διαθέσιμης πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας. Επιπλέον, όπως εξηγείται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 447, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής δεν μείωσε αμετάκλητα την παραγωγική του ικανότητα, καθώς διέκοψε απλώς τη λειτουργία δύο γραμμών παραγωγής οι οποίες μπορούν να ενεργοποιηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα.

(641)

Όσον αφορά το εργοστάσιο στις Κάτω Χώρες, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με την έναρξη λειτουργίας του. Επιπλέον, από τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας προέκυψε ότι θα προμηθεύεται τουλάχιστον μέρος των ποιοτήτων PVA από χώρες εκτός της Ένωσης. Όσον αφορά το εργοστάσιο στην Πολωνία, από τις πληροφορίες που παρελήφθησαν μετά την κοινοποίηση επιβεβαιώθηκε ότι θα χρησιμοποιήσει ως επί το πλείστον συμπολυμερή, τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο κάλυψης του υπό εξέταση προϊόντος, και ότι θα προέλθουν από εργοστάσια της KEG εκτός της Ένωσης.

(642)

Το επιχείρημα σχετικά με την έλλειψη ικανότητας προμήθειας των τρίτων χωρών έπρεπε να απορριφθεί, καθώς και οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας επιβεβαίωσαν ότι ο Ταϊβανέζος παραγωγός εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.

(643)

Επιπλέον, ένας κατάντη χρήστης στους τομείς PVB και προϊόντων πολυμερισμού, η Saint Gobain, αναγγέλθηκε εκφράζοντας την αντίθεσή του στα προτεινόμενα μέτρα. Η Saint Gobain προμηθεύεται μεμβράνη PVB για την οικεία παραγωγή υαλοπινάκων αυτοκινήτων και υαλοπινάκων για οικοδομές και αγοράζει επαναδιασπειρόμενα πολυμερή με βάση PVA (RDP) και πολυμερή σε υδατική διασπορά (LDP) για την οικεία παραγωγή γύψου και κονιάματος. Το RDP και το LDP είναι προϊόντα των χρηστών PVA που δραστηριοποιούνται στον τομέα γαλακτωμάτων και πολυμερισμού.

(644)

Η Saint Gobain ισχυρίστηκε ότι η έγκριση των προτεινόμενων δασμών αντιντάμπινγκ στις PVA από τη ΛΔΚ θα έχει σημαντική επίπτωση στις δραστηριότητές της. Δεδομένου ότι είναι χρήστης προϊόντων βάσης PVA, οι δασμοί θα επηρεάσουν δυσμενώς τις τιμές αγοράς της και, κατ’ επέκταση, το κόστος παραγωγής της και, κατά την άποψη της εταιρείας, είναι απίθανο να μπορέσει να μετακυλιστεί στους πελάτες οποιοδήποτε από τα αυξημένα έξοδα.

(645)

Η Επιτροπή διαφώνησε με το επιχείρημα αυτό. Όπως εξηγείται ανωτέρω στις αιτιολογικές σκέψεις 579 και 597, η επίπτωση των δασμών στο κόστος και στην κερδοφορία των χρηστών στους τομείς PVB και προϊόντων πολυμερισμού θα είναι ήσσονος σημασίας, συνεπώς η επίπτωσή της σε έναν περαιτέρω κατάντη τομέα θα είναι αμελητέα. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

6.5.   Συμπέρασμα σχετικά με το συμφέρον της Ένωσης

(646)

Η επιβολή μέτρων είναι σαφώς προς το συμφέρουν του ενωσιακού κλάδου παραγωγής PVA ο οποίος πωλεί στην ελεύθερη αγορά. Αν δεν ληφθούν μέτρα, οι Κινέζοι παραγωγοί θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν πρακτική ντάμπινγκ επί των PVA στην ενωσιακή αγορά εμποδίζοντας τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής να ανακτήσει την κερδοφορία του.

(647)

Το επιχείρημα, το οποίο προέβαλαν ορισμένοι χρήστες, ότι η Ένωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές για τη σταθερότητα του εφοδιασμού της, θα πρέπει να εξεταστεί λαμβανομένου υπόψη ότι, χωρίς τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, η Ένωση θα έχανε περίπου [50 % – 60 %] της οικείας ικανότητας εφοδιασμού (99) με PVA.

(648)

Όσον αφορά τους χρήστες στα τμήματα PVB και πολυμερισμού, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι προμηθεύονταν περιορισμένο μόνο μέρος της οικείας κατανάλωσης PVB από την Κίνα και ότι ο αντίκτυπος τυχόν μέτρων στην κερδοφορία τους θα είναι ήσσονος σημασίας. Η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας χαρτιού και συγκολλητικών υλών επίσης δεν θα επηρεαστεί σε γενικές γραμμές, καθώς οι PVA αντιπροσώπευαν ελάχιστο μέρος του κόστους παραγωγής τους. Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν επιτακτικοί λόγοι που να δείχνουν ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον της Ένωσης να επιβάλει οριστικά μέτρα στις εισαγωγές PVA καταγωγής της οικείας χώρας.

7.   ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

(649)

Με βάση τα συμπεράσματα που έχουν συναχθεί από την Επιτροπή όσον αφορά το ντάμπινγκ, τη ζημία, την αιτιώδη συνάφεια και το συμφέρον της Ένωσης, θα πρέπει να επιβληθούν οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ, ώστε να αποτραπεί η πρόκληση μεγαλύτερης ζημίας στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής από τις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

7.1.   Επίπεδο εξάλειψης της ζημίας (περιθώριο ζημίας)

(650)

Για να καθοριστεί το επίπεδο των μέτρων, η Επιτροπή καθόρισε καταρχάς το ύψος του δασμού που είναι αναγκαίο για την εξάλειψη της ζημίας που υπέστη ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής.

(651)

Η ζημία θα εξαλειφθεί εάν ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής είναι σε θέση να καλύψει το κόστος παραγωγής του και να αποκομίσει κέρδος προ φόρων επί των πωλήσεων του ομοειδούς προϊόντος στην ενωσιακή αγορά, το οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί εύλογα υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού από έναν κλάδο παραγωγής αυτού του τύπου, δηλαδή ελλείψει εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

(652)

Το βασικό περιθώριο κέρδους του ενωσιακού κλάδου παραγωγής πριν από την αύξηση των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ (2015) προστέθηκε στο επίπεδο επενδύσεων, Ε&Α και καινοτομίας («IRI») υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού, εκφρασμένο ως ποσοστό επί του κύκλου εργασιών. Δεδομένου ότι το εν λόγω ποσοστό ήταν μικρότερο του 6 %, ο στόχος κερδοφορίας καθορίστηκε στο 6 %, το οποίο αντιστοιχεί στον ελάχιστο στόχο περιθωρίου κέρδους που πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2γ.

(653)

Δεδομένου ότι δεν υποβλήθηκαν ισχυρισμοί σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2δ σχετικά με τρέχουσες ή μελλοντικές δαπάνες που προκύπτουν από τις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες και τα σχετικά πρωτόκολλα ή από συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), δεν προστέθηκαν περαιτέρω δαπάνες στις μη ζημιογόνες τιμές που καθορίστηκαν με τον τρόπο αυτό.

(654)

Στη συνέχεια, η Επιτροπή καθόρισε το επίπεδο εξάλειψης της ζημίας συγκρίνοντας τη μέση σταθμισμένη τιμή εισαγωγών του συνεργαζόμενου παραγωγού-εξαγωγέα του δείγματος από την οικεία χώρα, όπως καθορίστηκε για τους υπολογισμούς της υποτιμολόγησης, με τη μέση σταθμισμένη μη ζημιογόνο τιμή του ομοειδούς προϊόντος το οποίο πωλούνταν από τους ενωσιακούς παραγωγούς του δείγματος στην ενωσιακή ελεύθερη αγορά κατά την περίοδο της έρευνας. Τυχόν διαφορές που προέκυψαν από αυτή τη σύγκριση εκφράστηκαν ως ποσοστό της μέσης σταθμισμένης αξίας CIF των εισαγωγών. Το μέσο περιθώριο πώλησης σε χαμηλότερες τιμές που προκύπτει ανήλθε στο 57,9 %.

(655)

Μετά την τελική κοινοποίηση, η Wacker υποστήριξε ότι η μη ζημιογόνα τιμή του ενωσιακού κλάδου παραγωγής που καθόρισε η Επιτροπή ανά PCN θα πρέπει να διορθωθεί προκειμένου να αποκλειστεί το κόστος των ποιοτήτων PVA που δεν πωλούνται από τις κινεζικές εταιρείες, και αμφισβήτησε τον στόχο κερδοφορίας 6 % που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στον υπολογισμό της. Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό της Wacker, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι χρησιμοποίησε το κόστος παραγωγής μόνο των PCN του ενωσιακού κλάδου για τους οποίους εντόπισε συγκρίσιμους εξαγόμενους PCN.

(656)

Όσον αφορά το επίπεδο του στόχου κερδοφορίας, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 652 ανωτέρω, το επίπεδο αυτό καθορίστηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 2γ του βασικού κανονισμού. Επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν.

(657)

Το επίπεδο εξάλειψης της ζημίας για τις «άλλες συνεργαζόμενες εταιρείες» και για «όλες τις άλλες εταιρείες» καθορίστηκε με τον ίδιο τρόπο με το περιθώριο ντάμπινγκ γι’ αυτές τις εταιρείες (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 393 και 396).

7.2.   Οριστικά μέτρα

(658)

Θα πρέπει να επιβληθούν οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές του ορισμένων πολυβινυλικών αλκοολών καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, σύμφωνα με τον κανόνα του χαμηλότερου δασμού στο άρθρο 7 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. Η Επιτροπή συνέκρινε τα περιθώρια ζημίας και τα περιθώρια ντάμπινγκ. Το ποσό των δασμών θα πρέπει να καθοριστεί στο επίπεδο των χαμηλότερων περιθωρίων ντάμπινγκ και ζημίας.

(659)

Βάσει των προαναφερομένων, οι οριστικοί δασμολογικοί συντελεστές αντιντάμπινγκ, εκφρασμένοι σε τιμή CIF στα σύνορα της Ένωσης, πριν από την καταβολή τελωνειακού δασμού, θα πρέπει να έχουν ως εξής:

Εταιρεία

Περιθώριο ντάμπινγκ

Περιθώριο ζημίας

Οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ

Όμιλος Shuangxin

115,6  %

72,9  %

72,9  %

Όμιλος Sinopec

17,3  %

57,6  %

17,3  %

Όμιλος Wan Wei

193,2  %

55,7  %

55,7  %

Άλλες συνεργαζόμενες εταιρείες

80,4  %

57,9  %

57,9  %

Όλες οι άλλες εταιρείες

193,2  %

72,9  %

72,9  %

(660)

Οι ατομικοί δασμολογικοί συντελεστές αντιντάμπινγκ για κάθε εταιρεία οι οποίοι προσδιορίζονται στον παρόντα κανονισμό καθορίστηκαν βάσει των πορισμάτων της παρούσας έρευνας. Επομένως, αντικατοπτρίζουν την κατάσταση που διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας σε σχέση με τις εν λόγω εταιρείες. Οι εν λόγω δασμολογικοί συντελεστές εφαρμόζονται αποκλειστικά στις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής ΛΔΚ και παραγωγής από τις αναφερθείσες νομικές οντότητες. Οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος που παράγεται από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία η οποία δεν αναφέρεται ρητά στο διατακτικό του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που συνδέονται με τις εταιρείες που αναφέρονται ρητά, θα πρέπει να υπόκεινται στον δασμολογικό συντελεστή που ισχύει για «όλες τις άλλες εταιρείες». Δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε κανέναν από τους ατομικούς δασμολογικούς συντελεστές αντιντάμπινγκ.

(661)

Μια εταιρεία μπορεί να ζητήσει την εφαρμογή αυτών των ατομικών δασμολογικών συντελεστών αντιντάμπινγκ σε περίπτωση μετέπειτα αλλαγής της επωνυμίας της. Το αίτημα πρέπει να απευθύνεται στην Επιτροπή (100). Το αίτημα πρέπει να περιέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες με τις οποίες μπορεί να καταδειχθεί ότι η αλλαγή δεν θίγει το δικαίωμα της εταιρείας να επωφελείται από τον δασμολογικό συντελεστή που εφαρμόζεται σε αυτήν.

(662)

Για να εξασφαλιστεί η ορθή επιβολή των δασμών αντιντάμπινγκ, ο δασμός αντιντάμπινγκ για όλες τις άλλες εταιρείες θα πρέπει να ισχύει όχι μόνο για τους παραγωγούς-εξαγωγείς που δεν συνεργάστηκαν στην παρούσα έρευνα, αλλά και για τους παραγωγούς που δεν πραγματοποίησαν εξαγωγές στην Ένωση κατά την περίοδο της έρευνας.

(663)

Δυνάμει του άρθρου 109 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (101), για τα ποσά που πρέπει να επιστραφούν σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να ισχύει το επιτόκιο που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά τις κύριες πράξεις της επαναχρηματοδότησης, όπως αυτό δημοσιεύεται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την πρώτη ημερολογιακή ημέρα κάθε μήνα.

7.3.   Ειδική ρήτρα παρακολούθησης

(664)

Για να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι καταστρατήγησης λόγω της μεγάλης διαφοράς των δασμολογικών συντελεστών, απαιτούνται ειδικά μέτρα για να διασφαλιστεί η εφαρμογή των ατομικών δασμών αντιντάμπινγκ. Οι εταιρείες με ατομικούς δασμούς αντιντάμπινγκ πρέπει να προσκομίζουν έγκυρο εμπορικό τιμολόγιο στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών. Το τιμολόγιο πρέπει να συμφωνεί με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού. Οι εισαγωγές που δεν συνοδεύονται από τέτοιο τιμολόγιο θα πρέπει να υπόκεινται στον δασμό αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται για «όλες τις άλλες εταιρείες».

(665)

Μολονότι η προσκόμιση του εν λόγω τιμολογίου είναι απαραίτητη ώστε οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών να εφαρμόσουν τους ατομικούς συντελεστές αντισταθμιστικού δασμού στις εισαγωγές, το εν λόγω τιμολόγιο δεν αποτελεί το μόνο στοιχείο που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι τελωνειακές αρχές. Πράγματι, οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών, ακόμη και αν λάβουν τιμολόγιο που πληροί όλες τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να διενεργούν τους δικούς τους συνήθεις ελέγχους και θα πρέπει, όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, να απαιτούν πρόσθετα έγγραφα (έγγραφα αποστολής κ.λπ.) για την επαλήθευση της ακρίβειας των στοιχείων που περιέχονται στη δήλωση και να διασφαλίζουν ότι η συνακόλουθη εφαρμογή του χαμηλότερου δασμολογικού συντελεστή είναι δικαιολογημένη, σύμφωνα με το τελωνειακό δίκαιο.

(666)

Αν οι εξαγωγές μίας από τις εταιρείες που επωφελούνται από χαμηλότερους ατομικούς δασμολογικούς συντελεστές αυξηθούν σημαντικά σε όγκο μετά την επιβολή των εν λόγω μέτρων, αυτή καθαυτήν η αύξηση του όγκου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά μεταβολή των τρόπων διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών λόγω της επιβολής μέτρων κατά την έννοια του άρθρου 13 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. Σε παρόμοιες περιστάσεις, και με την επιφύλαξη της τήρησης των όρων, είναι δυνατό να κινηθεί έρευνα κατά της καταστρατήγησης. Η εν λόγω έρευνα θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να εξετάσει την ανάγκη κατάργησης του ατομικού δασμολογικού συντελεστή (ή συντελεστών) και τη συνακόλουθη επιβολή δασμού σε επίπεδο χώρας.

8.   ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

(667)

Στις 3 Ιουλίου 2020 τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώθηκαν για τα ουσιώδη περιστατικά και για τις εκτιμήσεις βάσει των οποίων επρόκειτο να προταθεί η επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές PVA καταγωγής ΛΔΚ.

(668)

Επίσης, δόθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη προθεσμία εντός της οποίας μπορούσαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους κατόπιν της εν λόγω αποκάλυψης στοιχείων. Τα 17 μέρη υπέβαλαν παρατηρήσεις σχετικά με την κοινοποίηση. Κατόπιν αιτήματος, πραγματοποιήθηκαν ακροάσεις με τις Kuraray, Sekisui, Wacker, Cordial, Solutia, Ahlstrom-Munksjö, Sinopec και Wegochem.

(669)

Μετά τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν ως απάντηση στην κοινοποίηση, τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώθηκαν στις 24 Ιουλίου και στις 6 Αυγούστου 2020 σχετικά με πρόσθετα γεγονότα και εκτιμήσεις που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην τελική κοινοποίηση της 3ης Ιουλίου 2020. Ελήφθησαν πρόσθετα σχόλια από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, τους κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς και πολλούς χρήστες.

(670)

Κατόπιν αιτήματος, πραγματοποιήθηκαν ακροάσεις με τις Kuraray, Sekisui, Wacker, Cordial, Solutia, Ahlstrom-Munksjö, Sinopec και Wegochem.

(671)

Οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν από τα ενδιαφερόμενα μέρη εξετάστηκαν δεόντως και, όπου κρίθηκε σκόπιμο, τα πορίσματα τροποποιήθηκαν ανάλογα.

(672)

Η επιτροπή που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 δεν διατύπωσε γνώμη και η απλή πλειοψηφία των μελών της αντιτίθεται στο σχέδιο εκτελεστικού κανονισμού της Επιτροπής. Στη συνέχεια, η Επιτροπή υπέβαλε εκ νέου το σχέδιο εκτελεστικού κανονισμού της Επιτροπής στην επιτροπή προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (102).

(673)

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, η επιτροπή προσφυγών δεν διατύπωσε γνώμη.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές πολυβινυλικών αλκοολών, έστω και αν περιέχουν μη υδρολυμένες οξικές ομάδες, υπό μορφή ομοπολυμερών ρητινών με ιξώδες (μετρούμενο σε υδατικό διάλυμα 4 % στους 20 °C) τουλάχιστον 3 mPa·s, όχι όμως περισσότερο από 61 mPa·s, και με βαθμό υδρόλυσης τουλάχιστον 80,0 mol %, όχι όμως περισσότερο από 99,9 mol %, μετρούμενων αμφότερων με τη μέθοδο ISO 15023-2, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, που υπάγονται επί του παρόντος στον κωδικό ΣΟ ex 3905 30 00 (κωδικός TARIC 3905300091).

2.   Οι συντελεστές του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται επί της καθαρής, «ελεύθερης στα σύνορα της Ένωσης» τιμής, πριν από την καταβολή δασμού, για το προϊόν που περιγράφεται στην παράγραφο 1 και παράγεται από τις εταιρείες που αναφέρονται κατωτέρω, καθορίζεται ως εξής:

Εταιρεία

Οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ (%)

Πρόσθετος κωδικός TARIC

Όμιλος Shuangxin

72,9  %

C552

Όμιλος Sinopec

17,3  %

C553

Όμιλος Wan Wei

55,7  %

C554

Άλλες συνεργαζόμενες εταιρείες που αναφέρονται στο παράρτημα I

57,9  %

Βλ. παράρτημα I

Όλες οι άλλες εταιρείες

72,9  %

C999

3.   Η εφαρμογή των ατομικών δασμολογικών συντελεστών που καθορίζονται για τις εταιρείες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 εξαρτάται από την προσκόμιση έγκυρου εμπορικού τιμολογίου στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών στο οποίο αναγράφεται δήλωση που φέρει ημερομηνία και υπογραφή υπαλλήλου της οντότητας που εκδίδει το τιμολόγιο, με αναφορά του ονόματος και της θέσης του/της, με την ακόλουθη διατύπωση: «Ο/Η υπογεγραμμένος/-η πιστοποιώ ότι (ο όγκος) του (υπό εξέταση προϊόντος) που πωλήθηκε προς εξαγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και καλύπτεται από το παρόν τιμολόγιο κατασκευάστηκε από την εταιρεία (επωνυμία και διεύθυνση της εταιρείας) (πρόσθετος κωδικός TARIC) στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Δηλώνω ότι τα στοιχεία που αναγράφονται στο παρόν τιμολόγιο είναι πλήρη και ακριβή». Εάν δεν προσκομιστεί τέτοιο τιμολόγιο, εφαρμόζεται ο δασμός που ισχύει για όλες τις άλλες εταιρείες.

4.   Τα προϊόντα που περιγράφονται στην παράγραφο 1 εξαιρούνται από τον οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ εάν εισάγονται για την παραγωγή συγκολλητικών υλών από ξηρό μείγμα, παράγονται και πωλούνται σε μορφή σκόνης για τη βιομηχανία χαρτονιού. Τα προϊόντα αυτά υπάγονται σε καθεστώς ειδικού προορισμού που αναφέρεται στο άρθρο 254 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013, προκειμένου να αποδειχθεί ότι εισάγονται αποκλειστικά για την προαναφερόμενη χρήση.

5.   Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους τελωνειακούς δασμούς.

Άρθρο 2

Εάν ένας νέος παραγωγός-εξαγωγέας από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας παράσχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία στην Επιτροπή, το παράρτημα μπορεί να τροποποιηθεί με την προσθήκη του νέου αυτού παραγωγού-εξαγωγέα στον κατάλογο των συνεργασθεισών εταιρειών που δεν συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα και, συνεπώς, υπόκεινται στον κατάλληλο μέσο σταθμισμένο δασμό αντιντάμπινγκ, δηλαδή 57,9 %. Ο νέος παραγωγός-εξαγωγέας παρέχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι:

α)

δεν εξήγαγε τα εμπορεύματα που περιγράφονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, κατά την περίοδο έρευνας (1η Ιουλίου 2018–30η Ιουνίου 2019)·

β)

δεν συνδέεται με εξαγωγέα ή παραγωγό που υπόκειται στα μέτρα τα οποία επιβάλλονται με τον παρόντα κανονισμό· και

γ)

είτε πράγματι εξήγαγε τα εμπορεύματα που περιγράφονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας είτε ανέλαβε αμετάκλητη συμβατική υποχρέωση για την εξαγωγή σημαντικής ποσότητας στην Ένωση μετά το πέρας της περιόδου έρευνας.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 25 Σεπτεμβρίου 2020.

Για την Επιτροπή

Η Πρόεδρος

Ursula VON DER LEYEN


(1)   ΕΕ L 176 της 30.6.2016, σ. 21.

(2)   ΕΕ C 256/03 της 30.7.2019, σ. 4.

(3)  αριθ. t19.005031.

(4)  αριθ. t19.006513

(5)  Αριθ. t20.002714.

(6)  Όπως διευκρινίζεται στην ανακοίνωση αποσαφήνισης.

(7)  Ανακοίνωση για την αποσαφήνιση της ανακοίνωσης για την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων πολυβινυλικών αλκοολών καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ C 378 της 7.11.2019, σ. 9).

(8)   «Low-ash narrow molecular weight distribution PVA» (πολυβινυλαλκοόλη χαμηλής τέφρας με στενή κατανομή μοριακού βάρους).

(9)  Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής «Commission Staff Working Document on Significant Distortions in the Economy of the PRC for the purposes of the trade defence investigations», SWD(2017) 483 final/2 της 20ής Δεκεμβρίου 2017 (στο εξής: έκθεση).

(10)  Βλ. ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων πολυβινυλικών αλκοολών καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ C 256 της 30.7.2019, σ. 4, σημείο 3).

(11)  Κανονισμός (EE) 2017/2321 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1036 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1037 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 338 της 19.12.2017, σ. 1).

(12)  Έκθεση – κεφάλαιο 2, σ. 6-7.

(13)  Έκθεση – κεφάλαιο 2, σ. 10.

(14)  Διατίθεται στη διεύθυνση http://www.fdi.gov.cn/1800000121_39_4866_0_7.html (προσπελάστηκε τελευταία στις 15 Ιουλίου 2019).

(15)  Έκθεση – κεφάλαιο 2, σ. 20-21.

(16)  Έκθεση – κεφάλαιο 3, σ. 41, 73-74.

(17)  Έκθεση – κεφάλαιο 6, σ. 120-121.

(18)  Έκθεση – κεφάλαιο 6, σ. 122-135.

(19)  Έκθεση – κεφάλαιο 7, σ. 167-168.

(20)  Έκθεση – κεφάλαιο 8, σ. 169-170, 200-201.

(21)  Έκθεση – κεφάλαιο 2, σ. 15-16, έκθεση – κεφάλαιο 4, σ. 50, σ. 84, έκθεση – κεφάλαιο 5, σ. 108-109.

(22)  Έκθεση – κεφάλαιο 3, σ. 22-24 και κεφάλαιο 5, σ. 97-108.

(23)  Έκθεση – κεφάλαιο 5, σ. 104-9.

(24)  Βλ. http://pdf.dfcfw.com/pdf/H3_AP201809031187055296_1.pdf.

(25)   «Στην Κίνα υπάρχουν σήμερα 12 βασικοί παραγωγοί PVA, μεταξύ των οποίων οι μεγαλύτεροι είναι η Wanwei High tech, η Sichuanchuanwei (SINOPEC), η Shuangxin και η Ningxia Land, με συνολική παραγωγή 770 000 τόνους/έτος.» Βλ. http://www.ccxr.com.cn/pdf/201891717121180715.pdf.

(26)  http://www.wwgf.com.cn/Article/lists/cateid/10.html.

(27)  https://www.sohu.com/a/336366992_617351.

(28)  Βλ. https://www.yicai.com/news/942233.html

(29)  Έκθεση – κεφάλαιο 5, σ. 100-1.

(30)  Έκθεση – κεφάλαιο 2, σ. 26.

(31)  Έκθεση – κεφάλαιο 2, σ. 31-2.

(32)  Διατίθενται στη διεύθυνση https://www.reuters.com/article/us-china-congress-companies-idUSKCN1B40JU (τελευταία προβολή στις 15 Ιουλίου 2019).

(33)  Βλ. http://file.finance.sina.com.cn/211.154.219.97:9494/MRGG/CNSESH_STOCK/2018/2018-4/2018-04-03/4189060.PDF, σ. 138.

(34)  Βλ. http://www.wwgf.com.cn/Home/Article/show/id/3038.html.

(35)  Βλ. http://www.sinopecgroup.com/group/gsjs/ddjs.

(36)  http://www.shuangxinpva.com/dangqunjianshe/.

(37)  Έκθεση – κεφάλαια 14.1 έως 14.3.

(38)  Έκθεση – κεφάλαιο 4. σ. 41-42, 83.

(39)  Βλ. www.gov.cn/gongbao/content/2013/content_2404709.htm.

(40)  Βλ. http://www.gov.cn/xinwen/2019-11/06/5449193/files/26c9d25f713f4ed5b8dc51ae40ef37af.pdf.

(41)  Βλ. http://fgw.nmg.gov.cn/fggz/fzgh/202001/t20200110_153847.html.

(42)  Βλ. http://file.finance.sina.com.cn/211.154.219.97:9494/MRGG/CNSESH_STOCK/2017/2017-4/2017-04-12/3210569.PDF, σ. 127.

(43)  Βλ. http://file.finance.sina.com.cn/211.154.219.97:9494/MRGG/CNSESH_STOCK/2018/2018-4/2018-04-03/4189060.PDF, σ. 152.

(44)  O.π., σ. 167.

(45)  Βλ. ετήσια έκθεση 2018, σ. 156-157, http://q.stock.sohu.com/newpdf/201934709238.pdf.

(46)  Βλ. ετήσια έκθεση 2019, σ. 154, http://www.sse.com.cn/disclosure/listedinfo/announcement/c/2020-04-10/600063_20200410_ 2.pdf.

(47)  Βλ. έκθεση, σ. 46.

(48)  Βλ. έκθεση, σ. 232-233.

(49)  Βλ. έκθεση, σ. 224 και 231.

(50)  Βλ. έκθεση, σ. 177.

(51)  Έκθεση – κεφάλαιο 6, σ. 138-149.

(52)  Έκθεση – κεφάλαιο 9, σ. 216.

(53)  Έκθεση – κεφάλαιο 9, σ. 213-215.

(54)  Έκθεση – κεφάλαιο 9, σ. 209-211.

(55)  Έκθεση – κεφάλαιο 13, σ. 332-337.

(56)  Έκθεση – κεφάλαιο 13, σ. 336.

(57)  Έκθεση – κεφάλαιο 13, σ. 337-341.

(58)  Έκθεση – κεφάλαιο 6, σ. 114-117.

(59)  Έκθεση – κεφάλαιο 6, σ. 119.

(60)  Έκθεση – κεφάλαιο 6, σ. 120.

(61)  Έκθεση – κεφάλαιο 6, σ. 121-122, 126-128, 133-135.

(62)  Βλέπε έγγραφο εργασίας του ΔΝΤ «Resolving China’s Corporate Debt Problem», των Wojciech Maliszewski, Serkan Arslanalp, John Caparusso, José Garrido, Si Guo, Joong Shik Kang, W. Raphaël Lam, T. Daniel Law, Wei Liao, Nadia Rendak, Philippe Wingender, Jiangyan, Οκτώβριος 2016, WP/16/203.

(63)  Έκθεση – κεφάλαιο 6, σ. 121-122, 126-128, 133-135.

(64)  Ανοικτά δεδομένα της Παγκόσμιας Τράπεζας – Ανώτερο-μεσαίο εισόδημα, διατίθενται στη διεύθυνση https://data.worldbank.org/income-level/upper-middle-income (προσπελάστηκε τελευταία στις 15 Ιουλίου 2019).

(65)  Αν δεν υπάρχει παραγωγή του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας σε οποιαδήποτε χώρα με παρόμοιο επίπεδο ανάπτυξης, μπορεί να ληφθεί υπόψη η παραγωγή προϊόντος της ίδιας γενικής κατηγορίας και/ή τομέα με το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας.

(66)  Σημείωμα της 2ας Οκτωβρίου 2019, σημείωμα της 20ής Δεκεμβρίου 2019 και σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2020.

(67)  Η Solutia παράγει PVA στην Ένωση και αγοράζει επίσης PVA από ενωσιακούς παραγωγούς, από Κινέζους παραγωγούς και άλλους παραγωγούς τρίτων χωρών.

(68)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/755 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, περί κοινού καθεστώτος εισαγωγών από ορισμένες τρίτες χώρες (ΕΕ L 123 της 19.5.2015, σ. 33).

(69)  https://www.dnb.com

(70)  http://www.turkstat.gov.tr => Press releases (Δελτία Τύπου) => επιλέξτε Labour Cost Statistics (Στατιστικά στοιχεία κόστους εργασίας).

(71)  http://www.turkstat.gov.tr => Press releases (Δελτία Τύπου) => επιλέξτε Electricity and Natural Gas prices (Τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου).

(72)  https://www.invest.gov.tr/en/investmentguide/pages/cost-of-doing-business.aspx

(73)  Ο υπό εξέταση γαιάνθρακας ταξινομείται, σύμφωνα με τον παραγωγό-εξαγωγέα στη ΛΔΚ, υπό τον κωδικό ΕΣ 270 119.

(74)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/755 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, περί κοινού καθεστώτος εισαγωγών από ορισμένες τρίτες χώρες (ΕΕ L 123 της 19.5.2015, σ. 33). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού, οι εγχώριες τιμές των εν λόγω χωρών δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας και, σε κάθε περίπτωση, τα σχετικά δεδομένα εισαγωγών ήταν αμελητέα.

(75)  Οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες σε ποσοστό 34 % αφορούσαν το αζωδιισοβουτυρονιτρίλιο (AZO) / αζωδισισοβουτυρονιτρίλιο (AZN), τα οποία αποτελούσαν συντελεστές παραγωγής με μικρό μόνο αντίκτυπο στο κόστος κατασκευής.

(76)  http://www.turkstat.gov.tr/PreIstatistikTablo.do?istab_id=2090 (προσπελάστηκε τελευταία στις 30 Απριλίου 2020).

(77)  Πρόκειται για στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που χρησιμοποιεί η Eurostat, https://ec.europa.eu/eurostat/web/nace-rev2 (προσπελάστηκε τελευταία στις 30 Απριλίου 2020).

(78)  http://www.turkstat.gov.tr/PreIstatistikTablo.do?istab_id=2104 (προσπελάστηκε τελευταία στις 30 Απριλίου 2020).

(79)  NACE αναθ. 2 - Στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων. https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-manuals-and-guidelines/-/KS-RA-07-015 (προσπελάστηκε τελευταία στις 22 Ιουλίου 2020).

(80)  http://www.turkstat.gov.tr/PreTablo.do?(262)alt_id=1029 (προσπελάστηκε τελευταία στις 22 Ιουνίου 2020).

(81)  https://ec.europa.eu/eurostat/data/database (προσπελάστηκε τελευταία στις 21 Ιουλίου 2020).

(82)  Ο.π.

(83)  Αύξηση από 0,017 EUR/kWh (ή 0,18 EUR/M3) σε 0,020 EUR/kWh (ή 0,21 EUR/M3) (προσπελάστηκε τελευταία στις 21 Ιουλίου 2020).

(84)  Αύξηση από 0,025 EUR/kWh (ή 0,27 EUR/M3) σε 0,028 EUR/kWh (ή 0,30 EUR/M3) (προσπελάστηκε τελευταία στις 21 Ιουλίου 2020).

(85)  Electricity prices for non-household consumers - bi-annual data (from 2007 onwards); https://ec.europa.eu/eurostat/data/database (προσπελάστηκε τελευταία στις 22 Ιουλίου 2020).

(86)  Προοριζόμενη μόνο για την εταιρεία έκδοση της έκθεσης αποστολής που εστάλη στις 5 Μαρτίου 2020, και επιστολή βάσει του άρθρου 18, η οποία εστάλη στις 26 Φεβρουαρίου 2020 (t20.001693).

(87)  Προοριζόμενη μόνο για την εταιρεία έκδοση της έκθεσης αποστολής που εστάλη στις 5 Μαρτίου 2020, και επιστολή βάσει του άρθρου 18, η οποία εστάλη στις 26 Φεβρουαρίου 2020 (t20.001693).

(88)  Προοριζόμενη μόνο για την εταιρεία έκδοση της έκθεσης αποστολής που εστάλη στις 5 Μαρτίου 2020, και επιστολή βάσει του άρθρου 18, η οποία εστάλη στις 26 Φεβρουαρίου 2020 (t20.001692).

(89)  Προοριζόμενη μόνο για την εταιρεία έκδοση της έκθεσης αποστολής που εστάλη στις 5 Μαρτίου 2020, και επιστολή βάσει του άρθρου 18, η οποία εστάλη στις Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2020 (t20.002421).

(90)  Βλ. για παράδειγμα απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Ιουνίου 2015 στην υπόθεση T-26/12 Musim Mas, ECLI:EU:T:2015:437, σκέψη 43.

(91)  Ο.π.

(92)  Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Ιουνίου 2015 στην υπόθεση T-26/12 Musim Mas, ECLI:EU:T:2015:437, σκέψη 43.

(93)  Ο.π.

(94)  Παχύρρευστο παρασκεύασμα, με βασικά συστατικά πολυ(βινυλική αλκοόλη) (CAS RN 9002-89-5).

(95)  Κανονισμοί 1340/2014, 713/2014, 2015/2448, 2016/2389, 2018/2070 του Συμβουλίου.

(96)  Συνολική κατανάλωση στην ελεύθερη και στη δέσμια αγορά.

(97)  Το ποσό αυτό αναθεωρήθηκε μετά την κοινοποίηση.

(98)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1).

(99)  Συνολική κατανάλωση στην ελεύθερη και στη δέσμια αγορά.

(100)  European Commission, Directorate-General for Trade, Directorate H, Rue de la Loi 170, 1040 Brussels, Βέλγιο.

(101)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1).

(102)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κινέζοι συνεργαζόμενοι παραγωγοί-εξαγωγείς που δεν συμπεριλαμβάνονται στο δείγμα

Επωνυμία

Πρόσθετος κωδικός TARIC

Chang Chun Chemical (Jiangsu) Co., Ltd.

C555