28.2.2020   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 59/9


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2020/280 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 20ής Φεβρουαρίου 2020

σχετικά με την παράταση της ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2020) 901]

(Το κείμενο στην ελληνική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ τα οποία αντιμετωπίζουν ή απειλούνται από σοβαρές δυσκολίες αναφορικά με τη χρηματοοικονομική τους σταθερότητα (1), και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Μετά τη λήξη της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας στις 20 Αυγούστου 2018, με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1192 της Επιτροπής (2) ενεργοποιήθηκε ενισχυμένη εποπτεία για την Ελλάδα για περίοδο έξι μηνών, από τις 21 Αυγούστου 2018. Στη συνέχεια, η ενισχυμένη εποπτεία παρατάθηκε δύο φορές (3), κάθε φορά για επιπλέον περίοδο έξι μηνών· η τελευταία φορά ήταν στις 21 Αυγούστου 2019.

(2)

Από το 2010, η Ελλάδα έχει λάβει σημαντικό ποσό χρηματοδοτικής συνδρομής, με αποτέλεσμα οι εκκρεμείς υποχρεώσεις της Ελλάδας έναντι των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας να ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 243 700 εκατ. EUR. Η Ελλάδα έχει λάβει χρηματοδοτική στήριξη από τους ευρωπαίους εταίρους της με ευνοϊκούς όρους, ενώ το 2012 εγκρίθηκαν ειδικά μέτρα για την αναδιάταξη χρέους σε πιο βιώσιμη βάση και εκ νέου από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας το 2017. Στις 22 Ιουνίου 2018, επιτεύχθηκε πολιτική συμφωνία στην Ευρωομάδα για την επιβολή πρόσθετων μέτρων ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του χρέους. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την επέκταση των μέσων σταθμισμένων ληκτοτήτων κατά 10 επιπλέον έτη, την αναβολή καταβολής τόκων και χρεολυσίων κατά 10 επιπλέον έτη, καθώς και την εφαρμογή άλλων μέτρων για το χρέος. Δύο πρόσθετα μέτρα (η κατάργηση της προσαύξησης επιτοκίου –«step-up interest rate margin»– που αφορά τη δόση για την επαναγορά χρέους του προγράμματος του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας από το 2018 και η επαναφορά της μεταβίβασης ισοδύναμων ποσών προς τα έσοδα που πραγματοποιήθηκαν από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες της ζώνης του ευρώ από την κατοχή κρατικών ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου με βάση τη συμφωνία για τα καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και το πρόγραμμα για τις αγορές τίτλων) μπορούν να συμφωνούνται σε εξαμηνιαία βάση στην Ευρωομάδα μετά από θετική έκθεση στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας όσον αφορά τη συμμόρφωση της Ελλάδας προς τις μεταπρογραμματικές της δεσμεύσεις πολιτικής. Εν προκειμένω, η αποδέσμευση της πρώτης και της δεύτερης δόσης των μέτρων για το χρέος που εξαρτώνται από την εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών πραγματοποιήθηκε κατόπιν συμφωνίας της Ευρωομάδας τον Απρίλιο και τον Δεκέμβριο του 2019 αντίστοιχα.

(3)

Η Ελλάδα έχει αναλάβει δέσμευση, στο πλαίσιο της Ευρωομάδας, να συνεχίσει και να ολοκληρώσει όλες τις βασικές μεταρρυθμίσεις που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος στήριξης της σταθερότητας του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας («το πρόγραμμα»), καθώς και να διασφαλίσει τους στόχους των σημαντικών μεταρρυθμίσεων που έχουν εγκριθεί στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος και των προγενέστερων αυτού προγραμμάτων. Η Ελλάδα έχει επίσης δεσμευτεί να εφαρμόσει ειδικές δράσεις στους τομείς των δημοσίων οικονομικών και των δημοσιονομικών-διαρθρωτικών πολιτικών, της κοινωνικής μέριμνας, της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, των αγορών εργασίας και προϊόντων, της ιδιωτικοποίησης και της δημόσιας διοίκησης. Οι εν λόγω ειδικές δράσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται σε παράρτημα της δήλωσης της Ευρωομάδας της 22ας Ιουνίου 2018, θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών της Ελλάδας, καθώς και των πηγών ή των δυνητικών πηγών οικονομικών δυσκολιών.

(4)

Στις 27 Φεβρουαρίου 2019, η Επιτροπή δημοσίευσε την έκθεσή της για την Ελλάδα για το 2019 (4). Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ενώ η Ελλάδα έχει αποκαταστήσει με επιτυχία τη δημοσιονομική της ισορροπία και έχει μειώσει σημαντικά το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αντιμετωπίζει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες (5) που της κληροδότησε η κρίση. Αυτές αφορούν το υψηλό δημόσιο χρέος, την αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση, το υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών, καθώς και το ακόμη υψηλό ποσοστό ανεργίας. Τα πορίσματα αυτά επιβεβαιώθηκαν περαιτέρω από την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, η οποία εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 17 Δεκεμβρίου 2019 με βάση τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), στην οποία η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση το 2020. Ειδικότερα, από την έκθεση προκύπτει ότι το δημόσιο χρέος βρισκόταν στο 181,2 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος στο τέλος του 2018, ποσοστό που είναι το υψηλότερο στην Ένωση. Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση του -143,3 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος το 2018 παραμένει πολύ υψηλή, αν και αυτό περιλαμβάνει μεγάλο εξωτερικό δημόσιο χρέος με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους. Επιπλέον, παρόλο που το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε σημαντικά, τούτο εξακολουθεί να μην είναι αρκετό για να στηριχθεί η μείωση της πολύ μεγάλης καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης με ικανοποιητικό ρυθμό ώστε να μειωθεί σε επίπεδα που θεωρούνται συνετά. Ενώ η ανεργία συνέχισε να μειώνεται από το μέγιστο επίπεδο του 27,8 %, το 2013, εξακολουθεί να παραμένει υψηλή, ανερχόμενη σε 16,6 % τον Οκτώβριο του 2019. Η μακροχρόνια ανεργία (12,1 % το τρίτο τρίμηνο του 2019) και η ανεργία των νέων (35,6 % τον Οκτώβριο του 2019) παραμένουν πολύ υψηλές, αν και έχουν επίσης μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με τα μέγιστα επίπεδα κατά τη διάρκεια της κρίσης (η μακροχρόνια ανεργία είχε φτάσει στο 19,9 % το δεύτερο τρίμηνο του 2014 και η ανεργία των νέων στο 60,2 % τον Φεβρουάριο του 2013).

(5)

Υπό το πρίσμα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης της Επιτροπής, το 2019, και βάσει αξιολόγησης της Επιτροπής, το Συμβούλιο εξέτασε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019 και το πρόγραμμα σταθερότητας του 2019. Συνέστησε (7) στην Ελλάδα να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 για να επιτύχει βιώσιμη οικονομική ανάκαμψη και να αντιμετωπίσει τις υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες, συνεχίζοντας και ολοκληρώνοντας τις μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με τις μεταπρογραμματικές δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο της Ευρωομάδας στις 22 Ιουνίου 2018. Το Συμβούλιο συνέστησε επίσης στην Ελλάδα να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική σε συγκεκριμένους τομείς προτεραιότητας, ώστε να δημιουργήσει ισχυρή βάση για την ανάπτυξη, μειώνοντας ταυτόχρονα τις περιφερειακές ανισότητες και εξασφαλίζοντας την άρση των κοινωνικών αποκλεισμών.

(6)

Η Επιτροπή δημοσίευσε την τέταρτη της αξιολόγηση στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα (8) στις 20 Νοεμβρίου 2019. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να επιτύχει τις ειδικές μεταρρυθμιστικές της δεσμεύσεις για τα μέσα του 2019, αλλά ότι η λήψη περαιτέρω μέτρων θα είναι καίριας σημασίας για την ολοκλήρωση και, όπου απαιτείται, για την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων. Στην αξιολόγηση ελήφθησαν υπόψη οι προσπάθειες της νέας κυβέρνησης, κατά τους προηγούμενους μήνες, να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις, στο πλαίσιο της προώθησης ενός προγράμματος ευρύτερων μεταρρυθμίσεων, καθώς και η προθυμία της να τις προετοιμάσει σε στενή συνεργασία με τα θεσμικά όργανα.

(7)

Οι αρχές προσπαθούν να καλύψουν την καθυστέρηση όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά τα σχέδια θα πρέπει να σταθεροποιηθούν μελλοντικά. Η κατάσταση ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών έχει βελτιωθεί ακόμα περισσότερο και υπάρχουν ενδείξεις ότι η πρόσβαση των τραπεζών στην αγορά αποκαθίσταται σταδιακά, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί υπολειπόμενοι κίνδυνοι και προκλήσεις. Η κεφαλαιακή τους θέση παραμένει επαρκής, πολλές τράπεζες όμως έρχονται αντιμέτωπες με βραχυπρόθεσμες πιέσεις, π.χ. λόγω της σταδιακής κατάργησης μεταβατικών ρυθμίσεων προληπτικής εποπτείας. Οι τράπεζες εξακολουθούν να έχουν να αντιμετωπίσουν μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων: Αν και το απόθεμα αυτό μειώνεται σταδιακά από το ανώτατο όριο των 107,2 δισεκατ. EUR που είχε φθάσει τον Μάρτιο του 2016, στα τέλη του Σεπτεμβρίου 2019 το απόθεμα παρέμενε πολύ υψηλό, ανερχόμενο σε 71,2 δισεκατ. EUR, ήτοι στο 42,1 % των συνολικών ανοιγμάτων σε ακαθάριστα δάνεια πελατών εντός ισολογισμού. Το καθεστώς προστασίας περιουσιακών στοιχείων «Ηρακλής», το οποίο εγκρίθηκε πρόσφατα, έχει ως στόχο, όταν εφαρμοστεί, να συμβάλει στη σημαντική επιτάχυνση των υφιστάμενων στρατηγικών μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα. Άλλες προκλήσεις είναι η εύθραυστη κερδοφορία στο σημερινό περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και το ισχυρό δίπολο «τραπεζών-κρατών», που εκφράζεται, μεταξύ άλλων μέσω του υψηλού ποσοστού που αντιπροσωπεύουν οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις στο κεφάλαιο των τραπεζών. Η βελτίωση της κατάστασης ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών και η αύξηση της εμπιστοσύνης των καταθετών είχαν ως αποτέλεσμα την πλήρη άρση των κεφαλαιακών ελέγχων από την 1η Σεπτεμβρίου 2019.

(8)

Παρά την πρόοδο που σημειώθηκε κατά τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά το επιχειρηματικό της περιβάλλον και το σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Ενώ η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο σε τομείς όπως η μείωση του χρόνου καταχώρισης μιας επιχείρησης και η ενίσχυση της προστασίας των μειοψηφικών επενδυτών, εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά σε σχέση με τα όρια της βέλτιστης επίδοσης σε διάφορους τομείς των διαρθρωτικών συνιστωσών των κύριων δεικτών συγκριτικών επιδόσεων (π.χ. χρόνος για την έκδοση δικαστικής απόφασης, εκτέλεση συμβάσεων, κτηματολόγιο, αφερεγγυότητα κ.λπ.).

(9)

Μετά τον αποκλεισμό της από τη λήψη δανείων στη χρηματοπιστωτική αγορά το 2010, η Ελλάδα άρχισε να ανακτά πρόσβαση στην αγορά από τον Ιούλιο του 2017 μέσω εκδόσεων κρατικών ομολόγων. Η απόδοση των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου άρχισε να μειώνεται με αργούς ρυθμούς μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος του ΕΜΣ το 2018, σημείωσε δε περαιτέρω, σημαντική, μείωση κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2019, φθάνοντας στο χαμηλό επίπεδο ρεκόρ του 1,4 % στη 10ετή διάρκεια τον Δεκέμβριο του 2019, έναντι 4,3 % πριν από έναν χρόνο. Ωστόσο, οι όροι δανειοληψίας της Ελλάδας παραμένουν εύθραυστοι σε ένα πλαίσιο εξωτερικών οικονομικών κινδύνων και εγχώριων ευπαθειών. Η Ελλάδα έχει επίσης δεχθεί αναβαθμίσεις εκ μέρους οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, αλλά η διαβάθμισή της παραμένει κάτω από την κατηγορία «investment grade» (κατάλληλη για επενδύσεις).

(10)

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εξακολουθούν να πληρούνται οι όροι που δικαιολογούν τη θέση σε ενισχυμένη εποπτεία, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 472/2013. Ειδικότερα, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κινδύνους όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, οι οποίοι, αν υλοποιηθούν, θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ. Εάν επέλθουν τυχόν δευτερογενείς συνέπειες, θα μπορούσαν να είναι έμμεσες, επηρεάζοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών, και, ως εκ τούτου, το κόστος αναχρηματοδότησης για τράπεζες και εκδότες του δημοσίου σε άλλα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ.

(11)

Συνεπώς, μεσοπρόθεσμα, η Ελλάδα χρειάζεται να συνεχίσει τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση των πηγών ή των δυνητικών πηγών δυσκολιών και την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τη στήριξη μιας ισχυρής και βιώσιμης οικονομικής ανάκαμψης, προκειμένου να ελαφρυνθούν οι κληροδοτημένες συνέπειες διαφόρων παραγόντων. Εδώ περιλαμβάνονται: η σοβαρή και παρατεταμένη ύφεση κατά τη διάρκεια της κρίσης· το βάρος που συνιστά το ύψος του χρέους της Ελλάδας· τα τρωτά σημεία του χρηματοπιστωτικού τομέα· οι συνεχιζόμενες σχετικά ισχυρές διασυνδέσεις μεταξύ του χρηματοπιστωτικού τομέα και των ελληνικών δημοσίων οικονομικών, μεταξύ άλλων μέσω της κρατικής ιδιοκτησίας· ο κίνδυνος μετάδοσης σοβαρών εντάσεων σε οποιονδήποτε από τους τομείς αυτούς σε άλλα κράτη μέλη, καθώς και η έκθεση των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ στα ελληνικά κρατικά ομόλογα.

(12)

Για να αντιμετωπιστούν οι υπολειπόμενοι κίνδυνοι και να παρακολουθείται η εκπλήρωση των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί, κρίνεται αναγκαίο και σκόπιμο να παραταθεί η ενισχυμένη εποπτεία για την Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 472/2013.

(13)

Με επιστολή που εστάλη στις 22 Ιανουαρίου 2020, δόθηκε στην Ελλάδα η δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της σχετικά με την αξιολόγηση της Επιτροπής. Στην απάντησή της στις 27 Ιανουαρίου 2020, η Ελλάδα συμφώνησε σε γενικές γραμμές με την αξιολόγηση της Επιτροπής σχετικά με τις οικονομικές προκλήσεις που η ίδια αντιμετωπίζει· η εν λόγω αξιολόγηση αποτελεί τη βάση για την παράταση της ενισχυμένης εποπτείας.

(14)

Η Ελλάδα θα συνεχίσει να λαμβάνει τεχνική στήριξη στο πλαίσιο του Προγράμματος Στήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων [όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/825 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9)] για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, μεταξύ άλλων για τη συνέχιση και την ολοκλήρωση βασικών μεταρρυθμίσεων σύμφωνα με τις δεσμεύσεις πολιτικής που παρακολουθούνται στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας.

(15)

Η Επιτροπή προτίθεται να συνεργαστεί στενά με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας για την εφαρμογή της ενισχυμένης εποπτείας, στο πλαίσιο του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η περίοδος ενισχυμένης εποπτείας της Ελλάδας βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 472/2013 η οποία ενεργοποιήθηκε με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1192 παρατείνεται για περαιτέρω περίοδο έξι μηνών, αρχής γενομένης από την 21η Φεβρουαρίου 2020.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ελληνική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 20 Φεβρουαρίου 2020.

Για την Επιτροπή

Paolo GENTILONI

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 140 της 27.5.2013, σ. 1.

(2)  Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1192 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2018, σχετικά με την ενεργοποίηση της ενισχυμένης εποπτείας για την Ελλάδα (ΕΕ L 211 της 22.8.2018, σ. 1).

(3)  Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2019/338 της Επιτροπής, (ΕΕ L 60 της 28.2.2019, σ. 17) και εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2019/1287 της Επιτροπής (ΕΕ L 202 της 31.7.2019, σ. 110).

(4)  SWD(2019) 1007 final.

(5)  COM(2019) 150 final.

(6)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(7)  Σύσταση του Συμβουλίου της 9ης Ιουλίου 2019 σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ελλάδας του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας της Ελλάδας του 2019

(8)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Έκθεση ενισχυμένης εποπτείας — Ελλάδα, Νοέμβριος 2019, Institutional Paper 116, Νοέμβριος 2019.

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/825 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2017, για τη θέσπιση του προγράμματος στήριξης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την περίοδο 2017 έως 2020 και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 (ΕΕ L 129 της 19.5.2017, σ. 1).