5.9.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/163


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2019

σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Ηνωμένου Βασιλείου του 2019 και τη διατύπωση γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης του Ηνωμένου Βασιλείου για το 2018-2019

(2019/C 301/28)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 21 Νοεμβρίου 2018 η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια επισκόπηση της ανάπτυξης, με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Στην εν λόγω επισκόπηση ελήφθη δεόντως υπόψη ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως διακηρύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 17 Νοεμβρίου 2017. Οι προτεραιότητες της ετήσιας επισκόπησης της ανάπτυξης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 21 Μαρτίου 2019. Στις 21 Νοεμβρίου 2018, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης, στην οποία το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών για τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση.

(2)

Η έκθεση χώρας του 2019 για το Ηνωμένο Βασίλειο δημοσιεύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2019. Στην έκθεση αξιολογήθηκε η πρόοδος του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά την εφαρμογή των συστάσεων ανά χώρα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 2018, η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν εκδοθεί κατά τα προηγούμενα έτη και η πρόοδος του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(3)

Στις 23 Απριλίου 2019, το Ηνωμένο Βασίλειο υπέβαλε το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για το 2019 και το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2018-2019. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διασύνδεσή τους, τα δύο προγράμματα αξιολογήθηκαν ταυτοχρόνως.

(4)

Στις 29 Μαρτίου 2017 το Ηνωμένο Βασίλειο γνωστοποίησε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όταν το Ηνωμένο Βασίλειο αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα καταστεί τρίτη χώρα. Δεδομένου ότι υπάρχει αβεβαιότητα όσον αφορά την ημερομηνία και τους όρους της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και τις μελλοντικές σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ένωση, η παρούσα σύσταση δεν προβαίνει σε εικασίες σχετικά με τις πιθανές οικονομικές επιπτώσεις των διαφόρων σεναρίων. Στην περίπτωση που το Ηνωμένο Βασίλειο αποχωρήσει από την Ένωση βάσει της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (3) («συμφωνία αποχώρησης»), για την οποία δόθηκε η σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου και η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 25 Νοεμβρίου 2018, το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, θα εξακολουθήσει να ισχύει για το Ηνωμένο Βασίλειο και για όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στη συμφωνία αποχώρησης.

(5)

Οι σχετικές συστάσεις ανά χώρα ελήφθησαν υπόψη στον προγραμματισμό των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) για την περίοδο 2014-2020. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), όπου είναι αναγκαίο για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων. Η Επιτροπή έχει παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο θα κάνει χρήση αυτής της διάταξης σε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που συνδέουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ με τη χρηστή οικονομική διακυβέρνηση.

(6)

Το Ηνωμένο Βασίλειο υπάγεται επί του παρόντος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και υπόκειται στον μεταβατικό κανόνα για το χρέος έως το 2019-2020. Στο πρόγραμμα σύγκλισης για το 2018-2019, η κυβέρνηση αναμένει ότι το ονομαστικό έλλειμμα θα επιδεινωθεί από 1,2 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) το 2018-2019 σε 1,4 % του ΑΕΠ το 2019-2020 πριν υποχωρήσει σε 1,1 % του ΑΕΠ το 2020-2021. Το πρόγραμμα σύγκλισης δεν περιλαμβάνει μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο. Σύμφωνα με το πρόγραμμα σύγκλισης, ο δείκτης του χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί από 85,5 % του ΑΕΠ το 2018-2019 σε 83,8 % του ΑΕΠ το 2019-2020 και σε 82,9 % του ΑΕΠ το 2020-2021. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω δημοσιονομικές προβολές κρίνεται εύλογο. Αν και τα μέτρα που χρειάζονται για τη στήριξη των προβλεπόμενων στόχων για το έλλειμμα γενικά προσδιορίζονται επαρκώς, οι αυξανόμενες πιέσεις που ασκούνται στις δημόσιες δαπάνες (5) σε μια σειρά τομέων συνιστούν κίνδυνο για την επίτευξη της προβλεπόμενης πορείας του ελλείμματος.

(7)

Στις 13 Ιουλίου 2018, το Συμβούλιο συνέστησε στο Ηνωμένο Βασίλειο να διασφαλίσει ότι ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα υπερβεί το 1,6 % την περίοδο 2019-2020, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2019, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους την περίοδο 2019-2020.

(8)

Το 2020-2021, λόγω του δείκτη χρέους της γενικής κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου άνω του 60 % του ΑΕΠ και του προβλεπόμενου κενού παραγωγής της τάξης του 0,3 %, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα πρέπει να υπερβεί το 1,9 %, σύμφωνα με τη διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ που προκύπτει από τον πίνακα απαιτήσεων βάσει του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Σε περίπτωση μη αλλαγής των πολιτικών, υπάρχει κίνδυνος σημαντικής απόκλισης από την απαίτηση αυτή την περίοδο 2020-2021. Το Ηνωμένο Βασίλειο προβλέπεται ότι θα συμμορφωθεί με τον μεταβατικό κανόνα για το χρέος το 2019-2020, λόγω της επιτρεπόμενης ετήσιας απόκλισης του 0,25 %, καθώς και με τον κανόνα για το χρέος το 2020-2021. Γενικά, το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να είναι έτοιμο να λάβει περαιτέρω μέτρα από το 2019-2020 ώστε να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(9)

Εδώ και καιρό, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η οικονομία της ομάδας G7 με τις χαμηλότερες κεφαλαιακές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ. Οι επενδύσεις σημείωσαν επίσης μεγάλη πτώση κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης και η ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων μετά την κρίση παρουσιάζει στασιμότητα. Η ένταση των επενδύσεων του Ηνωμένου Βασιλείου στον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης κινείται γύρω στο 1,7 % του ΑΕΠ την τελευταία δεκαετία, κάτω από τον μέσο όρο της Ένωσης. Μέσω της βιομηχανικής στρατηγικής του, το Ηνωμένο Βασίλειο έθεσε στόχο για το σύνολο της οικονομίας της τάξης του 2,4 % του ΑΕΠ έως το 2027 και 3 % του ΑΕΠ πιο μακροπρόθεσμα. Οι επενδύσεις στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης συγκεντρώνονται σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων και περιφερειών. Αυτές οι εκτεταμένες ελλείψεις τόσο στο φυσικό όσο και στο ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελούν την κυριότερη αιτία της σχετικά χαμηλής και στάσιμης παραγωγικότητας της εργασίας του Ηνωμένου Βασιλείου.

(10)

Το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να παρουσιάζει έλλειψη στέγης. Η ανάκαμψη του τομέα κατασκευής κατοικιών μετά την κρίση έχει χάσει τη δυναμική της. Εμφανίζονται προβλήματα σε επίπεδο παραγωγικής ικανότητας, ενώ ο όγκος των κατασκευαζόμενων κατοικιών παραμένει κάτω από τον απαιτούμενο για να καλυφθεί η εκτιμώμενη ζήτηση. Οι τιμές των κατοικιών και τα ενοίκια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ιδίως σε περιοχές υψηλής ζήτησης, με ενδείξεις υπερτίμησης. Ο αριθμός των νέων ενηλίκων με ιδιόκτητες κατοικίες είναι σημαντικά χαμηλότερος. Η κυβέρνηση εφαρμόζει μια σειρά μέτρων για την τόνωση της προσφοράς στέγης. Ταυτόχρονα, η ποσότητα και η τοποθεσία των εκτάσεων που είναι διαθέσιμες για νέες κατοικίες παραμένουν περιορισμένες λόγω των αυστηρών ρυθμίσεων της αγοράς γης, ιδίως γύρω από μεγάλες πόλεις και μεγαλουπόλεις.

(11)

Απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση των δικτύων υποδομών, με παράλληλη μείωση του κόστους των έργων και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Υπάρχουν αυξανόμενες πιέσεις όσον αφορά τη δυναμικότητα στα οδικά, σιδηροδρομικά και αεροπορικά δίκτυα. Το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να εξασφαλίσει σημαντικά μεγαλύτερες ικανότητες εφοδιασμού και παραγωγής νέας και πιο πράσινης ενέργειας. Η ανάπτυξη υποδομών του Ηνωμένου Βασιλείου χαρακτηρίζεται από υψηλό κόστος και βραδύτητα. Μετά από δεκαετίες υστέρησης των δημοσίων επενδύσεων, η κυβέρνηση αρχίζει να αντιμετωπίζει το έλλειμμα υποδομών μέσω της εθνικής στρατηγικής υποδομών, αλλά θα είναι δύσκολο να εξασφαλίσει το ποσό της εξωτερικής χρηματοδότησης που απαιτείται στις προβλέψεις της κυβέρνησης με οικονομικά αποδοτικό τρόπο.

(12)

Αν και η ανεργία είναι χαμηλή, οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν κάτω από το υψηλότερο επίπεδό τους πριν από την κρίση. Οι εργαζόμενοι χαμηλής ειδίκευσης, που αντιπροσωπεύουν μεγάλο μερίδιο του ενεργού πληθυσμού, έχουν περιορισμένες προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης, πράγμα που επιβαρύνει την παραγωγικότητα και συντελεί σε υψηλά επίπεδα φτώχειας των εργαζομένων. Υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης της αποτελεσματικότητας των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης σε βασικές και τεχνικές δεξιότητες. Η κυβέρνηση προβαίνει σε μεταρρυθμίσεις τόσο για την εκπαίδευση σε αίθουσες διδασκαλίας όσο και στον χώρο εργασίας, αλλά οι συνολικές εγγραφές για το νέο σύστημα δύο αξόνων είναι πολύ λιγότερες από τις αναμενόμενες.

(13)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου του 2019, η Επιτροπή προέβη σε ολοκληρωμένη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής του Ηνωμένου Βασιλείου και τη δημοσίευσε στην έκθεση του 2019 για τη χώρα. Επίσης, αξιολόγησε το πρόγραμμα σύγκλισης για την περίοδο 2018-2019 και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του 2019, καθώς και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που είχαν απευθυνθεί προς το Ηνωμένο Βασίλειο κατά τα προηγούμενα έτη. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όχι μόνον τη συνάφειά τους για την άσκηση βιώσιμης δημοσιονομικής και κοινωνικοοικονομικής πολιτικής στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και τη συμμόρφωσή τους με τους ενωσιακούς κανόνες και κατευθύνσεις, δεδομένης της ανάγκης ενδυνάμωσης της συνολικής οικονομικής διακυβέρνησης της Ένωσης, μέσω της συνεκτίμησης στοιχείων σε ενωσιακό επίπεδο κατά τη διαμόρφωση μελλοντικών εθνικών αποφάσεων.

(14)

Υπό το πρίσμα της αξιολόγησης αυτής, το Συμβούλιο εξέτασε το πρόγραμμα σύγκλισης για το 2018-2019 και η γνώμη του (6) αποτυπώνεται ιδίως στη σύσταση 1 κατωτέρω,

ΣΥΝΙΣΤΑ στο Ηνωμένο Βασίλειο να λάβει μέτρα το 2019 και το 2020 προκειμένου:

1.   

Να διασφαλίσει ότι, κατά την περίοδο 2020-2021, ο ονομαστικός ρυθμός αύξησης των καθαρών πρωτογενών δημόσιων δαπανών δεν θα υπερβεί το 1,9 %, ποσοστό που αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,6 % του ΑΕΠ.

2.   

Να εστιάσει τη σχετική με τις επενδύσεις οικονομική πολιτική στην έρευνα και την καινοτομία, στη στέγαση, στην κατάρτιση και στη βελτίωση των δεξιοτήτων, στις βιώσιμες μεταφορές και στη μετάβαση σε χαμηλές εκπομπές άνθρακα και στην ενεργειακή μετάβαση, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές ιδιαιτερότητες.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LINTILÄ


(1)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(3)  ΕΕ C 66 Ι της 19.2.2019, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Οι καθαρές πρωτογενείς δημόσιες δαπάνες αποτελούνται από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για τόκους, των δαπανών για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και των αλλαγών μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας. Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε διάστημα τετραετίας. Συνυπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας ή οι αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου. Έκτακτα μέτρα από πλευράς τόσο εσόδων όσο και δαπανών συμψηφίζονται.

(6)  Δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου.