17.1.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 12/14


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2018/67 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 3ης Οκτωβρίου 2017

για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον καθορισμό των προϋποθέσεων προκειμένου να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις από την παύση ή αλλαγή υφιστάμενων δεικτών αναφοράς

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 (1), και ιδίως το άρθρο 51 παράγραφος 6,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν το άρθρο 51 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 κατά τον ίδιο τρόπο, είναι σκόπιμο να καθοριστούν λεπτομερώς οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι αρμόδιες αρχές μπορεί να κρίνουν ότι η παύση ή η αλλαγή ενός υφιστάμενου δείκτη αναφοράς θα μπορούσε να οδηγήσει σε γεγονός ανωτέρας βίας, σε αδυναμία εκτέλεσης ή παράβαση με άλλον τρόπο των όρων χρηματοπιστωτικής σύμβασης ή χρηματοπιστωτικού μέσου, ή των κανόνων που διέπουν οποιοδήποτε επενδυτικό κεφάλαιο αναφέρεται σε υφιστάμενο δείκτη αναφοράς.

(2)

Αυτό ισχύει ιδίως σε περίπτωση «ανωτέρας βίας», όρος που ερμηνεύεται με διαφορετικό τρόπο στα διάφορα κράτη μέλη.

(3)

Μια σημαντικά διαφορετική τιμή του δείκτη αποτελεί σοβαρή αιτία απογοήτευσης ή παράβασης των όρων οποιασδήποτε χρηματοπιστωτικής σύμβασης ή χρηματοπιστωτικού μέσου ή των κανόνων που διέπουν οποιοδήποτε επενδυτικό κεφάλαιο που αναφέρεται σε δείκτη αναφοράς. Οι εν λόγω σημαντικά διαφορετικές τιμές μπορεί να προέλθουν από μια απότομη διακοπή στις χρονοσειρές του δείκτη ή από διαφορετικό βαθμό μεταβλητότητας του δείκτη, που με τη σειρά του μπορεί να οφείλεται σε αλλαγές στη μεθοδολογία για την παροχή του δείκτη αναφοράς ή στα εισερχόμενα δεδομένα επί των οποίων βασίζεται ο υπολογισμός του δείκτη αναφοράς. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν τις πιθανές επιπτώσεις αυτών των αλλαγών κατά περίπτωση, δεδομένου ότι το μέγεθος της διακοπής ή η έκταση των αλλαγών στη μεταβλητότητα του δείκτη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη φύση του δείκτη αναφοράς και των χρηματοπιστωτικών μέσων, χρηματοπιστωτικών συμβάσεων ή επενδυτικών κεφαλαίων αναφοράς.

(4)

Αλλαγές όσον αφορά το είδος των εισροών δεδομένων που χρησιμοποιούνται ή την αξιοπιστία των πηγών δεδομένων, μπορούν να επηρεάσουν την καταλληλότητα ενός δείκτη αναφοράς για ορισμένες μορφές χρήσεων. Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν κατά πόσον οι εν λόγω αλλαγές θα μπορούσαν να αποτελέσουν γεγονός ανωτέρας βίας, ή να παρεμποδίσουν την εκτέλεση ή να οδηγήσουν σε άλλου είδους παράβαση των συμβατικών όρων.

(5)

Γεγονότα ανωτέρας βίας, αδυναμία εκτέλεσης ή άλλες παραβάσεις συμβατικών όρων είναι λιγότερο πιθανές όταν υπάρχει αποδεκτός υποκατάστατος δείκτης αναφοράς ή, τουλάχιστον, μια διαδικασία που αναφέρεται στα σχετικά έγγραφα για την επιλογή ενός τέτοιου υποκατάστατου δείκτη αναφοράς.

(6)

Δείκτες μέτρησης πολύ συγκεκριμένων αγορών ενδέχεται να εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τη φήμη, την κρίση ή την εμπειρογνωμοσύνη του παρόχου του δείκτη. Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν κατά πόσον στις εν λόγω περιστάσεις, η αλλαγή του παρόχου ενός δείκτη θα μπορούσε να οδηγήσει σε γεγονός ανωτέρας βίας, σε αδυναμία εκτέλεσης ή άλλως παραβίαση των συμβατικών όρων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Προϋποθέσεις αξιολόγησης

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 51 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον η παύση ή η αλλαγή ενός δείκτη αναφοράς που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του εν λόγω κανονισμού θα οδηγούσε σε γεγονός ανωτέρας βίας, στην παρεμπόδιση της συμμόρφωσης ή σε παράβαση με άλλον τρόπο των όρων οποιασδήποτε χρηματοπιστωτικής σύμβασης ή χρηματοπιστωτικού μέσου ή των κανόνων που διέπουν οποιοδήποτε επενδυτικό κεφάλαιο αναφέρεται στον εν λόγω δείκτη αναφοράς:

α)

αλλαγή του δείκτη αναφοράς θα απαιτούσε σημαντική αλλαγή στη φύση των εισερχόμενων δεδομένων, τη μεθοδολογία για τον προσδιορισμό των εν λόγω δεδομένων, στην ίδια τη διαδικασία συλλογής στοιχείων ή σε άλλα στοιχεία παροχής του δείκτη αναφοράς, γεγονός που θα οδηγούσε σε σημαντικά διαφορετικές τιμές του δείκτη αναφοράς·

β)

μεταβολή της φύσης των εισερχόμενων δεδομένων ή της μεθοδολογίας που χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό των εν λόγω στοιχείων προκειμένου να καταστεί ο δείκτης αναφοράς σύμφωνος με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 θα υπονόμευε την αντιπροσωπευτικότητα του δείκτη της αγοράς ή της οικονομικής πραγματικότητας για τη μέτρηση της οποίας προορίζεται ο δείκτης αναφοράς, με τελικό αποτέλεσμα τη μεταβολή της φύσης του δείκτη αναφοράς·

γ)

δεν υπάρχει υποκατάστατος δείκτης για τον δείκτη αναφοράς που δεν πληροί τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 ο οποίος:

i)

πληροί τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011·

ii)

μετρά παραμέτρους της ίδιας αγοράς ή της ίδιας οικονομικής πραγματικότητας·

iii)

είτε περιλαμβάνεται στο δημόσιο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 είτε παρέχεται από διαχειριστή που περιλαμβάνεται σε αυτό το μητρώο·

δ)

υφιστάμενες χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, χρηματοπιστωτικά μέσα και επενδυτικά κεφάλαια που αναφέρονται στον δείκτη αναφοράς, και τα συνοδευτικά έγγραφα, δεν προβλέπουν υποκατάστατο δείκτη αναφοράς ή δεν περιέχουν κανόνες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζεται ένας υποκατάστατος δείκτης αναφοράς ή οποιαδήποτε άλλα ενδεδειγμένα μέτρα έκτακτης ανάγκης·

ε)

η μετάβαση του δείκτη αναφοράς από έναν διαχειριστή σε άλλον διαχειριστή θα οδηγούσε σε σημαντική μεταβολή του δείκτη αναφοράς.

2.   Οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται κατά περίπτωση.

Άρθρο 2

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 3 Οκτωβρίου 2017.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)   ΕΕ L 171 της 29.6.2016, σ. 1.