|
21.3.2018 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 78/16 |
ΣΫΣΤΑΣΗ (ΕΕ) 2018/464 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 19ης Μαρτίου 2018
για τον έλεγχο των μετάλλων και του ιωδίου στα φύκια, τα αλόφυτα και τα προϊόντα με βάση τα φύκια
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 292,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 της Επιτροπής (1) ορίζει μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για το αρσενικό, το κάδμιο και τον μόλυβδο σε διάφορα τρόφιμα. Ωστόσο, επί του παρόντος δεν έχουν οριστεί μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τις ουσίες αυτές στα φύκια και στα αλόφυτα, πέραν των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό για τα συμπληρώματα διατροφής που αποτελούνται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από φύκια ή από προϊόντα που προέρχονται από φύκια. |
|
(2) |
Για τον υδράργυρο, επί του παρόντος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) το ανώτατο όριο καταλοίπων (ΑΟΚ) για τα φύκη και τους προκαρυωτικούς οργανισμούς έχει οριστεί στην προκαθορισμένη τιμή των 0,01 mg/kg. |
|
(3) |
Το 2006 η Επιστημονική Επιτροπή Τροφίμων καθόρισε ως ανώτατο όριο για την πρόσληψη ιωδίου τα 600 μg ημερησίως για ενήλικες και τα 200 μg ημερησίως για παιδιά 1-3 ετών (3). Ανέφερε ότι η κατανάλωση πλούσιων σε ιώδιο προϊόντων φυκών, ιδίως αποξηραμένων προϊόντων, μπορεί να συνεπάγεται υπερβολική πρόσληψη ιωδίου σε επικίνδυνο βαθμό, αν τα προϊόντα αυτά περιέχουν περισσότερο από 20 mg ιωδίου/kg ξηράς ουσίας και ο εκτιθέμενος πληθυσμός ζει σε περιοχή ενδημικής έλλειψης ιωδίου. |
|
(4) |
Τα διαθέσιμα στοιχεία εμφάνισης δείχνουν ότι τα φύκια περιέχουν σημαντικές συγκεντρώσεις αρσενικού, καδμίου, ιωδίου, μολύβδου και υδραργύρου. Δεδομένου ότι και τα αλόφυτα αναπτύσσονται σε θαλάσσιο περιβάλλον, ευλόγως μπορεί να θεωρηθεί ότι θα έχουν παρόμοιο επίπεδο πρόσληψης των εν λόγω ουσιών και, συνεπώς, παρόμοιο επίπεδο επιμόλυνσης. |
|
(5) |
Τα φύκια και τα αλόφυτα καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτικών προτύπων ορισμένων καταναλωτών στην ΕΕ. Επομένως, είναι αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσο η συμβολή του αρσενικού, του καδμίου, του υδραργύρου, του μολύβδου και του ιωδίου από φύκια και αλόφυτα στη συνολική έκθεση των καταναλωτών σ' αυτές τις ουσίες απαιτεί να καθοριστούν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για το αρσενικό, το κάδμιο και τον μόλυβδο στα συγκεκριμένα προϊόντα ή να τροποποιηθούν τα ΑΟΚ για τον υδράργυρο όσον αφορά τα φύκη και τους προκαρυωτικούς οργανισμούς ή να ληφθούν μέτρα όσον αφορά την έκθεση στο ιώδιο από τα προϊόντα αυτά. |
|
(6) |
Για τα πρόσθετα τροφίμων που βασίζονται σε φύκια ορίζονται προδιαγραφές στα παραρτήματα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 231/2012 της Επιτροπής (4). Για ορισμένα από αυτά τα πρόσθετα η EFSA έχει συστήσει να αναθεωρηθούν τα όρια των προσμείξεων τοξικών στοιχείων, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η χρήση των εν λόγω προσθέτων δεν θα αποτελεί σημαντική πηγή έκθεσης στα εν λόγω τοξικά στοιχεία, ιδίως για τα βρέφη και τα παιδιά μικρής ηλικίας (5). Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αξιολογηθεί η έκθεση στο αρσενικό, στο κάδμιο, στο ιώδιο, στον μόλυβδο και στον υδράργυρο από πρόσθετα τροφίμων με βάση φύκια και φύκη. |
|
(7) |
Για το αρσενικό, τον μόλυβδο, το κάδμιο και τον υδράργυρο, τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα στις ζωοτροφές ορίζονται σύμφωνα με την οδηγία 2002/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6). Δεδομένου ότι ορισμένα είδη φυκιών χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές, θα πρέπει επίσης να διερευνηθεί η περιεκτικότητα των ειδών αυτών σε μέταλλα, τόσο για λόγους υγείας των ζώων όσο και σε σχέση με τη μεταφορά των εν λόγω μετάλλων σε τρόφιμα ζωικής προέλευσης. |
|
(8) |
Για την εκτίμηση της διατροφικής έκθεσης θα πρέπει να συλλεχθούν στοιχεία εμφάνισης για το αρσενικό, το κάδμιο, το ιώδιο, τον μόλυβδο και τον υδράργυρο σε διάφορα είδη φυκιών, στα αλόφυτα και στα προϊόντα με βάση τα φύκια. |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΣΤΑΣΗ:
|
1. |
Τα κράτη μέλη, σε συνεργασία με τους υπευθύνους των επιχειρήσεων τροφίμων και ζωοτροφών, κατά τη διάρκεια των ετών 2018, 2019 και 2020 να ελέγχουν την παρουσία αρσενικού, καδμίου, ιωδίου, μολύβδου και υδραργύρου στα φύκια, τα αλόφυτα και τα προϊόντα με βάση τα φύκια. Ο έλεγχος θα πρέπει να περιλαμβάνει εδώδιμα αλόφυτα, μεταξύ άλλων τα Salicorna europaea και Tetragonia tetragonoides, καθώς και ευρεία ποικιλία ειδών φυκιών, αντιπροσωπευτικών των καταναλωτικών συνηθειών και των χρήσεων ως ζωοτροφών, μεταξύ άλλων τα είδη Ecklonia bicyclis, Fucus vesiculosus, Palmaria palmata, Hizikia fusiforme, Chondrus crispus, Laminaria digitata, Laminaria japonica, Saccharina japonica, Porphyra και Pyropia spp., Ascophyllum nodosum, Ulva sp., Himanthalia elongata, Fucus serratus, Codium sp., Sacharina latissima, Undaria pinnatifida και Alaria esculenta, ώστε να καταστεί δυνατή η επακριβής εκτίμηση της έκθεσης. Θα πρέπει επίσης να συλλέγονται στοιχεία εμφάνισης όσον αφορά τα πρόσθετα τροφίμων με βάση τα φύκια, συμπεριλαμβανομένων των E400, E401, E403, E404, E405, E406, E407, E407α και E160α(iv). |
|
2. |
Για τον έλεγχο των τροφίμων θα πρέπει να τηρούνται οι διαδικασίες δειγματοληψίας που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 333/2007 της Επιτροπής (7), ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα δείγματα είναι αντιπροσωπευτικά της παρτίδας στην οποία πραγματοποιείται η δειγματοληψία. |
|
3. |
Για τον έλεγχο των ζωοτροφών θα πρέπει να ακολουθούνται οι διατάξεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 152/2009 της Επιτροπής (8). |
|
4. |
Οι αναλύσεις θα πρέπει να διενεργούνται σύμφωνα με το παράρτημα III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) με χρήση μεθόδου ανάλυσης που έχει αποδειχθεί ότι έχει αξιόπιστα αποτελέσματα. |
|
5. |
Η ανάλυση του υδραργύρου θα πρέπει να εκτελείται κατά προτίμηση με προσδιορισμό της περιεκτικότητας σε μεθυλυδράργυρο και σε ολικό υδράργυρο και η ανάλυση του αρσενικού θα πρέπει να εκτελείται με προσδιορισμό της περιεκτικότητας σε ανόργανο και ολικό αρσενικό και, αν είναι δυνατό, σε άλλες σημαντικές μορφές αρσενικού. |
|
6. |
Θα πρέπει να αναφέρονται τα είδη ή οι αριθμοί προσθέτων καθώς και αν τα προϊόντα που αναλύθηκαν ήταν νωπά, αποξηραμένα ή μεταποιημένα. Όπου είναι δυνατόν, θα πρέπει επίσης να αναφέρονται η καταγωγή των προϊόντων (αυτοφυή ή καλλιεργούμενα), η ημερομηνία και ο τόπος συγκομιδής, το μέρος των φυκιών το οποίο αναλύθηκε, και πιθανές πληροφορίες για την επισήμανση των τελικών προϊόντων. |
|
7. |
Τα στοιχεία που προκύπτουν από τον έλεγχο θα πρέπει να διαβιβάζονται τακτικά στην EFSA, με τις πληροφορίες και στον μορφότυπο ηλεκτρονικής υποβολής που καθορίζονται από την EFSA, προκειμένου να συγκεντρώνονται σε ενιαία βάση δεδομένων. |
Βρυξέλλες, 19 Μαρτίου 2018.
Για την Επιτροπή
Vytenis ANDRIUKAITIS
Μέλος της Επιτροπής
(1) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για καθορισμό μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για ορισμένες ουσίες οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα (ΕΕ L 364 της 20.12.2006, σ. 5).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23 Φεβρουαρίου 2005, για τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα η πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προέλευσης και για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 70 της 16.3.2005, σ. 1).
(3) Ανώτατα ανεκτά επίπεδα πρόσληψης βιταμινών και ανόργανων συστατικών – Επιστημονική Επιτροπή Τροφίμων – Επιστημονική ομάδα για τα διαιτητικά προϊόντα, τη διατροφή και τις αλλεργίες. Φεβρουάριος 2006 http://www.efsa.europa.eu/sites/default/files/efsa_rep/blobserver_assets/ndatolerableuil.pdf
(4) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 231/2012 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 2012, σχετικά με τη θέσπιση προδιαγραφών για τα πρόσθετα τροφίμων που αναφέρονται στα παραρτήματα II και ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1333/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 83 της 22.3.2012, σ. 1).
(5) Επαναξιολόγηση του άγαρ (E406) ως προσθέτου τροφίμων. EFSA Journal 2016· 14(12): 4645.
(6) Οδηγία 2002/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 2002, σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες στις ζωοτροφές (ΕΕ L 140 της 30.5.2002, σ. 10).
(7) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 333/2007 της Επιτροπής, της 28ης Μαρτίου 2007, για τον καθορισμό μεθόδων δειγματοληψίας και ανάλυσης για τον έλεγχο των επιπέδων ιχνοστοιχείων και ουσιών που επιμολύνουν τα τρόφιμα κατά την επεξεργασία τους (ΕΕ L 88 της 29.3.2007, σ. 29).
(8) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 152/2009 της Επιτροπής, της 27ης Ιανουαρίου 2009, για τον καθορισμό μεθόδων δειγματοληψίας και ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο των ζωοτροφών (ΕΕ L 54 της 26.2.2009, σ. 1).
(9) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τη διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων (ΕΕ L 165 της 30.4.2004, σ. 1).