|
30.3.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 79/2 |
ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2016/451 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 16ης Δεκεμβρίου 2015
για τον καθορισμό γενικών αρχών και κριτηρίων για την επενδυτική στρατηγική και κανόνων για τη διοίκηση του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (1), και ιδίως το άρθρο 75 παράγραφος 4,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 ιδρύεται το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (εφεξής «Ταμείο»), το οποίο ανήκει στο Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (εφεξής «Συμβούλιο Εξυγίανσης»). |
|
(2) |
Οι γενικές αρχές και τα κριτήρια που διέπουν την επενδυτική στρατηγική του Ταμείου θα πρέπει να καθορίζουν τα απαραίτητα και θεμελιώδη στοιχεία της επενδυτικής στρατηγικής που θα υιοθετηθεί από το Συμβούλιο Εξυγίανσης. Οι επενδυτικοί στόχοι θα πρέπει να αποτελούν ένα από τα στοιχεία αυτά. Σύμφωνα με την απαίτηση εφαρμογής μιας ασφαλούς και συνετής επενδυτικής στρατηγικής από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, πρωταρχικός στόχος θα πρέπει να είναι η προστασία της αξίας του Ταμείου και η εκπλήρωση των απαιτήσεων όσον αφορά τη ρευστότητά του. Ωστόσο, λόγω του εγγενούς χαρακτήρα των επενδύσεων, των μεταβαλλόμενων συνθηκών της αγοράς και του περιβάλλοντος των επιτοκίων, ακόμη και τα πλέον ασφαλή και ρευστά στοιχεία ενεργητικού ενδέχεται να οδηγήσουν σε αρνητική απόδοση. Από αυτή την άποψη, τυχόν ζημία στο χαρτοφυλάκιο δεν θα πρέπει να υποδηλώνει παραβίαση των επενδυτικών στόχων. |
|
(3) |
Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, τα ποσά που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου πρέπει να επενδύονται σε χρεόγραφα κρατών μελών ή διακυβερνητικών οργανισμών ή σε στοιχεία ενεργητικού υψηλής ρευστότητας και υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, λαμβανομένου υπόψη του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής (2), που ορίζει τα στοιχεία ενεργητικού υψηλής ρευστότητας και υψηλής πιστωτικής ποιότητας και καθορίζει απαιτήσεις για τη σύνθεσή τους. Επομένως, θα πρέπει να καθοριστούν περιουσιακά στοιχεία που είναι επιλέξιμα για τις επενδύσεις του Ταμείου και κριτήρια για τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου σύμφωνα με τον κατ' εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/61. Η επιλεξιμότητα ενός στοιχείου ενεργητικού για επένδυση δεν θα πρέπει να οδηγεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης αυτομάτως στη λήψη επενδυτικής απόφασης. Αντιθέτως, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να διεξάγει πάντοτε αξιολόγηση των επιλέξιμων στοιχείων ενεργητικού. Θα πρέπει να εξετάζεται η αλληλεπίδραση με ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων, κατά τον προσδιορισμό του συνετού χαρακτήρα μιας μεμονωμένης επένδυσης. Για παράδειγμα, ένα ευμετάβλητο στοιχείο ενεργητικού το οποίο συσχετίζεται αρνητικά με το χαρτοφυλάκιο θα μπορούσε να κριθεί μεμονωμένα ως υπερβολικά ριψοκίνδυνο, αλλά να έχει θετικό αντίκτυπο συνολικά για το χαρτοφυλάκιο όσον αφορά τη διαφοροποίησή του. Για την αξιολόγηση αυτή, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να επιλέγει μεταξύ των διαφόρων επιπέδων (εκδότης, κατηγορία στοιχείου ενεργητικού, ασφάλεια) και των πηγών πληροφοριών που του επιτρέπουν την αξιολόγηση της ρευστότητας, της πιστοληπτικής διαβάθμισης και της συμβατότητας με τους επενδυτικούς στόχους. |
|
(4) |
Θα πρέπει να παρέχονται κριτήρια για τον περαιτέρω προσδιορισμό της τομεακής διαφοροποίησης. Για να εφαρμόζεται η τομεακή διαφοροποίηση, θα πρέπει να δοθεί ένας ορισμός του «τομέα». Για πρακτικούς λόγους, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν υψηλά επίπεδα τομεακής ταξινόμησης. Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου (3) καθορίζονται οι θεσμικοί τομείς που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διαφοροποίηση των επενδύσεων του Ταμείου ανά τύπο οικονομικής δραστηριότητας. Επίσης, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) καθορίζει μια στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων των οποίων το υψηλότερο επίπεδο (τομέας) είναι κατάλληλο για την παροχή κριτηρίων διαφοροποίησης στο Συμβούλιο Εξυγίανσης. Τέλος, δεδομένης της αποστολής του Ταμείου, θα πρέπει να περιορίζονται όχι μόνον τα άμεσα αλλά και τα έμμεσα ανοίγματα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. |
|
(5) |
Θα πρέπει να καθοριστούν κριτήρια για τον περαιτέρω προσδιορισμό της γεωγραφικής διαφοροποίησης. Για να εξασφαλιστεί επαρκής γεωγραφική διαφοροποίηση, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να χρησιμοποιεί κριτήρια που είναι άμεσα διαθέσιμα, δηλαδή τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 77 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014, οι οποίες συνεπάγονται τον υπολογισμό των μεριδίων των εισφορών των ιδρυμάτων που εδρεύουν σε κάθε συμμετέχον κράτος μέλος. Δεδομένου ότι τα μερίδια αυτά βασίζονται στο μέγεθος των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων που πραγματοποιούν εισφορές και είναι προσαρμοσμένα στο προφίλ κινδύνου τους, θα συσχετίζονται θετικά με το μέγεθος και το βάθος των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών αγορών. Δεδομένου ότι, βάσει άλλων εκτιμήσεων, ενδέχεται να δικαιολογούνται πρόσθετες επενδύσεις σε ένα δεδομένο συμμετέχον κράτος μέλος, θα πρέπει να καθοριστεί ένα απόθεμα ασφαλείας, ώστε να καθίσταται δυνατό ένα περαιτέρω περιθώριο εκτιμήσεων από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, εξασφαλίζοντας παράλληλα ελάχιστη διαφοροποίηση μεταξύ ενός επαρκούς αριθμού συμμετεχόντων κρατών μελών. Επίσης, δεδομένου ότι τα μερίδια αυτά μπορεί να μην υπολογίζονται για επενδύσεις σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες, θα πρέπει να υπόκεινται σε όρια που θα καθοριστούν από το Συμβούλιο Εξυγίανσης κατ' αναλογία των ορίων για τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, βάσει των ομοιοτήτων μεταξύ των χωρών. |
|
(6) |
Θα πρέπει να καθοριστούν κριτήρια για τον περαιτέρω προσδιορισμό της αναλογικής διαφοροποίησης. Είναι συνετό να περιορίζει το Συμβούλιο Εξυγίανσης την έκθεση σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη έκδοση ή εκδότη και να χρησιμοποιεί διαφορετικές ημερομηνίες λήξης για την επίτευξη των επενδυτικών του στόχων. Όσον αφορά επιμέρους εκδόσεις, τα εμπορικά χρεόγραφα εκδίδονται με διεθνή κωδικό αναγνώρισης τίτλων (ISIN) που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη επένδυση του επενδυτή (όσον αφορά την ημερομηνία λήξης, το ποσό και άλλα χαρακτηριστικά), ούτως ώστε ο επενδυτής να κατέχει το 100 % του τίτλου, ακόμη και εάν δεν κατέχει το 100 % ολόκληρου του προγράμματος έκδοσης εμπορικών χρεογράφων. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των ορίων ανοίγματος σε μια συγκεκριμένη έκδοση. Επίσης, δεδομένου ότι οι αμετάκλητες αναλήψεις πληρωμών μπορεί να αποτελούν σημαντικό μερίδιο του συνολικού ύψους των εισφορών στο Ταμείο, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει επίσης να εξετάζει την εξασφάλιση που ενεχυριάζεται για την κάλυψη των αμετάκλητων αναλήψεων πληρωμών, κατά την παρακολούθηση του συνολικού κινδύνου συγκέντρωσης. |
|
(7) |
Δεδομένης της ανάγκης ανάπτυξης μιας συνετής και ασφαλούς επενδυτικής στρατηγικής, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να περιορίζει τη χρήση παραγώγων. Για την ελαχιστοποίηση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να χρησιμοποιεί μόνον παράγωγα που εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5). Οι συναλλαγές με ορισμένες κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν επίσης να συνάδουν με τον στόχο της ελαχιστοποίησης του κινδύνου αντισυμβαλλομένου, εφόσον άλλοι κίνδυνοι, όπως ο πιστωτικός κίνδυνος, ελέγχονται καταλλήλως. Δεδομένου ότι τα παράγωγα εκδίδονται συνήθως από πιστωτικά ιδρύματα και άλλες οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61, η γενική απαγόρευση επένδυσης σε περιουσιακά στοιχεία που εκδίδονται από αυτές τις οντότητες, η οποία προβλέπεται στη συγκεκριμένη διάταξη, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στη χρήση παραγώγων. |
|
(8) |
Το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να προσπαθεί να αντισταθμίζει τον συναλλαγματικό κίνδυνο σε έναν συνδυασμό νομισμάτων των κρατών μελών που συμμετέχουν στο Ταμείο, βάσει της οικονομικής επάρκειας του Ταμείου και των αναμενόμενων εκταμιεύσεων, όπως αυτές καθορίζονται από τρέχουσες πληροφορίες, παραδοχές και σενάρια ακραίων καταστάσεων. Ο βαθμός της αντιστάθμισης και, κατά συνέπεια, του υπολειπόμενου ανοίγματος στον συναλλαγματικό κίνδυνο, θα πρέπει να διακριβώνεται, ώστε να περιορίζεται ο συναλλαγματικός κίνδυνος για το Ταμείο στον βαθμό που είναι κατάλληλος και συμβατός με τους επενδυτικούς στόχους του. |
|
(9) |
Όσον αφορά τη διαχείριση κινδύνου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να χρησιμοποιεί βέλτιστες πρακτικές και να καθορίζει εσωτερικούς ρόλους και λειτουργίες για την εφαρμογή τους. Η κατάλληλη μέτρηση του κινδύνου θα πρέπει να αποτελεί απαραίτητο στοιχείο αυτής της συνεχούς διαδικασίας. |
|
(10) |
Παρά το γεγονός ότι το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει δικαίωμα να αποφασίζει για την πραγματοποίηση επενδύσεων και, επομένως, να αναθέτει σε εξωτερικούς φορείς ένα μέρος του συνόλου των επενδυτικών του καθηκόντων, θα πρέπει να αποφεύγεται οποιαδήποτε περίπτωση σύγκρουσης με τη συνετή και ασφαλή συμπεριφορά που θα πρέπει να διατηρεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης και με τους συνολικούς επενδυτικούς στόχους του, έχοντας υπόψη το δημόσιο συμφέρον που συνεπάγεται η ικανότητα του Ταμείου να εκπληρώνει τα καθήκοντά του ανά πάσα στιγμή. Συνεπώς, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να αναθέτει επενδυτικά καθήκοντα μόνον σε παρόχους υπηρεσιών που δεν είναι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Η ανωτέρω υποχρέωση δεν θα πρέπει να αποκλείει την ανάθεση, από παρόχους υπηρεσιών και το Συμβούλιο Εξυγίανσης, των αναγκαίων υπηρεσιών σε άλλα τρίτα μέρη για σκοπούς εκτέλεσης. Επίσης, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να διατηρεί την ευθύνη και την εποπτεία ανά πάσα στιγμή, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε απόφασης για εξωτερική ανάθεση. Όταν γίνεται αναφορά στις βέλτιστες επιχειρηματικές πρακτικές σχετικά με την εξωτερική ανάθεση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, στο μέτρο του δυνατού, υφιστάμενες βέλτιστες πρακτικές, όπως οι κατευθυντήριες οδηγίες για την εξωτερική ανάθεση, της 14ης Δεκεμβρίου 2006, της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας. |
|
(11) |
Έως ότου εκδώσει την πρώτη επενδυτική στρατηγική του, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να εφαρμόζει το άρθρο 75 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 μέσω καταθέσεων σε κεντρικές τράπεζες. Αντιστοίχως, θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιεί εκτιμήσεις για τον προσδιορισμό των ποσοστιαίων ορίων γεωγραφικής συγκέντρωσης που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, έως ότου καταστούν διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία για τον υπολογισμό τους. |
|
(12) |
Δεδομένου του μοναδικού χαρακτήρα του Ταμείου, οι γενικές αρχές και τα κριτήρια που διέπουν την επενδυτική στρατηγική του και οι κανόνες για τη διοίκησή του, που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, ενδέχεται να πρέπει να επανεξεταστούν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά την έναρξη ισχύος τους, μόλις αρχίσει η εφαρμογή τους από το Συμβούλιο Εξυγίανσης. Για τον σκοπό αυτό, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να παράσχει στην Επιτροπή επαρκείς πληροφορίες για την πρακτική εφαρμογή των νέων κανόνων ένα έτος μετά την ίδρυση του Ταμείου, σύμφωνα με το άρθρο 99 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014. |
|
(13) |
Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2016, όταν το Ταμείο τεθεί σε λειτουργία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής
1. Ο παρών κανονισμός καθορίζει κανόνες σχετικά με την επένδυση από το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (εφεξής «Συμβούλιο Εξυγίανσης») των ποσών που βρίσκονται στην κατοχή του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης (εφεξής «Ταμείο») και τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 75 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
2. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε εξασφαλίσεις με περιουσιακά στοιχεία χαμηλού κινδύνου που δεν βαρύνονται από τυχόν δικαιώματα τρίτων μερών, στην απόλυτη διάθεση του Συμβουλίου Εξυγίανσης και προοριζόμενα για αποκλειστική χρήση από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1) «θεσμικοί τομείς»: οι θεσμικοί τομείς που ορίζονται στο σημείο 1.28 του παραρτήματος Α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2223/96·
2) «τομείς οικονομικής δραστηριότητας»: οι τομείς που ορίζονται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1893/2006·
3) «οργανισμοί δημοσίου δικαίου»: οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 9 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6)·
4) «κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ»: οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 45) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).
Άρθρο 3
Επενδυτικοί στόχοι
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εφαρμόζει μια συνετή και ασφαλή επενδυτική στρατηγική με στόχο την προστασία της αξίας των ποσών που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου και την εκπλήρωση των απαιτήσεων ρευστότητας του Ταμείου. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τόσο την οικονομική επάρκεια του Ταμείου όσο και τις αναμενόμενες εκταμιεύσεις, σύμφωνα με την αποστολή του Ταμείου που ορίζεται στο άρθρο 76 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014. Λαμβάνει υπόψη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και επαρκείς παραδοχές και σενάρια ακραίων καταστάσεων.
2. Η επενδυτική στρατηγική περιλαμβάνει καθορισμό της διάθεσης για ανάληψη κινδύνων, με ποσοτικό προσδιορισμό της μέγιστης ανεκτής δυνητικής ζημίας σε έναν καθορισμένο χρονικό ορίζοντα με καθορισμένη πιθανότητα.
3. Τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού ποσά επενδύονται συνολικά ως μια ενιαία ομάδα πόρων, ανεξαρτήτως της διαίρεσης του Ταμείου σε εθνικά τμήματα, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 77 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
Άρθρο 4
Επιλέξιμα περιουσιακά στοιχεία για επενδύσεις
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης καθορίζει την επιλεξιμότητα των περιουσιακών στοιχείων βάσει των γενικών απαιτήσεων για ρευστά περιουσιακά στοιχεία πιστωτικών ιδρυμάτων που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 2, 4, 5 και 6 και στο άρθρο 7 παράγραφος 7 στοιχεία α) και β) του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης επενδύει τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παράγραφος 1 ποσά αποκλειστικά σε περιουσιακά στοιχεία που πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1, στο άρθρο 11 παράγραφος 1, στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) και στο άρθρο 15 παράγραφος 1 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61.
3. Δεν εφαρμόζονται για το Συμβούλιο Εξυγίανσης οι απαιτήσεις όσον αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο δ) δεύτερη περίοδος, στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ) σημείο iii), στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο iii), στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σημείο v) και στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο ε) σημείο ii) του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61.
4. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης αξιολογεί καταλλήλως ένα επιλέξιμο περιουσιακό στοιχείο πριν να επενδύσει σε αυτό, αξιολογώντας, μεταξύ άλλων, τη ρευστότητα και την πιστοληπτική διαβάθμισή του, καθώς και τη συμβατότητά του με τους επενδυτικούς στόχους που ορίζονται στο άρθρο 3. Θα πρέπει να εξετάζεται η αλληλεπίδραση με ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων, κατά τον προσδιορισμό του συνετού χαρακτήρα μιας μεμονωμένης επένδυσης.
5. Εάν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο καταστεί μη επιλέξιμο, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μειώνει σταδιακά το άνοιγμα του Ταμείου σε αυτό. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μειώνει το εν λόγω άνοιγμα εντός ενός χρονικού πλαισίου και κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιείται οποιαδήποτε επίπτωση στις τιμές της αγοράς.
Άρθρο 5
Σύνθεση του χαρτοφυλακίου
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις όσον αφορά τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου του Ταμείου:
|
α) |
ελάχιστο ποσοστό 60 % του χαρτοφυλακίου αποτελείται από στοιχεία ενεργητικού που πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61· |
|
β) |
ελάχιστο ποσοστό 30 % του χαρτοφυλακίου αποτελείται από στοιχεία ενεργητικού που πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) και ζ) του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61· |
|
γ) |
μέγιστο ποσοστό 15 % του χαρτοφυλακίου αποτελείται από στοιχεία ενεργητικού που πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61. |
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα στοιχεία ενεργητικού που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 15 παράγραφος 1 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 αντιμετωπίζονται ισοδύναμα με τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού της σχετικής επιχείρησης.
Άρθρο 6
Τομεακή διαφοροποίηση
1. Οι επενδύσεις των ποσών που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου πρέπει να είναι επαρκώς διαφοροποιημένες μεταξύ των διαφόρων τομέων.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης περιορίζει τα ανοίγματα σε μεμονωμένους θεσμικούς τομείς και σε μεμονωμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας.
3. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη του ότι οι συσχετισμοί μεταξύ τομέων οικονομικής δραστηριότητας ενδέχεται να μειώνουν την πραγματική διαφοροποίηση που επιτυγχάνεται μέσω της εφαρμογής της παραγράφου 2.
4. Επιπροσθέτως των απαιτήσεων του άρθρου 4 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο Εξυγίανσης περιορίζει επίσης τα έμμεσα ανοίγματα στους εκδότες που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61.
Άρθρο 7
Γεωγραφική διαφοροποίηση
1. Οι επενδύσεις των ποσών που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου πρέπει να είναι γεωγραφικά διαφοροποιημένες, λαμβάνοντας υπόψη τη δομή και τη σύνθεση των όποιων δαπανών του Ταμείου που εκτιμώνται στο μέρος II του προϋπολογισμού του Ταμείου, σύμφωνα με το άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
2. Τα ανοίγματα σε επιλέξιμα περιουσιακά στοιχεία που προσδιορίζονται στο άρθρο 4 από εκδότες που εδρεύουν σε ένα δεδομένο συμμετέχον κράτος μέλος, ως μερίδιο των συνολικών ανοιγμάτων του Ταμείου, δεν υπερβαίνουν κατά 1,2 φορές το μερίδιο των εισφορών εκ των προτέρων που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 από ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο αντίστοιχο κράτος μέλος.
3. Τα ανοίγματα σε επιλέξιμα περιουσιακά στοιχεία που προσδιορίζονται στο άρθρο 4 από εκδότες που εδρεύουν σε ένα δεδομένο μη συμμετέχον κράτος μέλος ή σε μια δεδομένη τρίτη χώρα, εκφραζόμενα ως μερίδιο των συνολικών ανοιγμάτων του Ταμείου, πρέπει να είναι επαρκώς διαφοροποιημένα γεωγραφικά, λαμβομένων υπόψη κριτηρίων όπως το μέγεθος της οικονομίας, το βάθος και η ρευστότητα της χρηματοπιστωτικής αγοράς και οι πρόσθετες επενδυτικές ευκαιρίες, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη διαφοροποίηση του κινδύνου.
Το άνοιγμα αυτό δεν υπερβαίνει, σε καμία περίπτωση, το ανώτατο όριο που ορίζεται στην παράγραφο 2.
Άρθρο 8
Διαφοροποίηση ανά εκδότη και έκδοση
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης καθορίζει ένα ανώτατο όριο ύψους έως 30 % οποιασδήποτε μεμονωμένης έκδοσης στην οποία μπορούν να επενδυθούν τα ποσά που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου. Υπέρβαση αυτού του ανώτατου ορίου επιτρέπεται μόνον όταν, δεδομένου του χαρακτήρα της επένδυσης, η αγορά οποιουδήποτε ποσού ενός τίτλου αυτής της δεδομένης επένδυσης έχει ως αποτέλεσμα την κυριότητα του 100 % του αντίστοιχου διεθνούς αριθμού αναγνώρισης τίτλων (ISIN).
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης καθορίζει ένα ανώτατο όριο ύψους έως 30 % των συνολικών εκδόσεων οποιουδήποτε εκδότη στις οποίες μπορεί να επενδυθούν τα ποσά που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου.
Άρθρο 9
Πρόσθετα κριτήρια για τη διαφοροποίηση
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, το Συμβούλιο Εξυγίανσης προσπαθεί να διαφοροποιεί τις επενδύσεις όσον αφορά την ημερομηνία λήξης.
2. Όταν αποφασίζει αναφορικά με τη διαφοροποίηση, το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και, κατά περίπτωση, τη ρευστότητα και τα άλλα χαρακτηριστικά των εξασφαλίσεων που αναφέρονται στο άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
Άρθρο 10
Παράγωγα
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης χρησιμοποιεί παράγωγα μόνον για σκοπούς διαχείρισης κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης του κινδύνου αγοράς και του κινδύνου ρευστότητας. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τον προσδιορισμό των επιλέξιμων χρήσεων παραγώγων.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης χρησιμοποιεί μόνον παράγωγα που εκκαθαρίζονται από:
|
α) |
κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 14 ή του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή που έχει αναγνωριστεί δυνάμει του άρθρου 25 του εν λόγω κανονισμού· ή |
|
β) |
κεντρική τράπεζα, εφόσον τα ανοίγματα έναντι αυτής της κεντρικής τράπεζας ή της κεντρικής της κυβέρνησης έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης (ΕΟΠΑ), η οποία είναι τουλάχιστον βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1, σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. |
3. Η απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 δεν εφαρμόζεται στη χρήση παραγώγων από το Συμβούλιο Εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Άρθρο 11
Νόμισμα
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης αντισταθμίζει τον συναλλαγματικό κίνδυνο σε ευρώ ή στα νομίσματα των συμμετεχόντων κρατών μελών που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ, ώστε να εξασφαλίζεται περιορισμένος υπολειπόμενος συναλλαγματικός κίνδυνος για το Ταμείο.
2. Κατά περίπτωση, για τη διαχείριση του συναλλαγματικού κινδύνου μεταξύ των διαφόρων νομισμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1.
Άρθρο 12
Πρόσθετες γενικές αρχές
1. Για όλες τις επενδυτικές αποφάσεις, το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τις πιθανές συνέπειες στην πιστοληπτική ικανότητα του Ταμείου, ούτως ώστε να διασφαλίζονται τα δικαιώματα του Ταμείου όσον αφορά τόσο τα εναλλακτικά χρηματοδοτικά μέσα, που καθορίζονται στο άρθρο 73 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014, όσο και η πρόσβαση σε ρυθμίσεις χρηματοδότησης για την άμεση διαθεσιμότητα πρόσθετων χρηματοδοτικών μέσων, σύμφωνα με το άρθρο 74 του εν λόγω κανονισμού.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, το Συμβούλιο Εξυγίανσης διενεργεί όλες τις συναλλαγές σχετικά με τις επενδύσεις του Ταμείου κατά τρόπο ώστε να περιορίζονται τυχόν επιπτώσεις στις τιμές της αγοράς, ακόμα και σε περιπτώσεις άσκησης πιέσεων στην αγορά.
3. Δεδομένου ότι μια άμεση επένδυση ή εκποίηση των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 μπορεί να προκαλέσει επιπτώσεις στην αγορά, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να ανεχθεί κάποια προσωρινή απόκλιση από τις γενικές αρχές και τα κριτήρια που ισχύουν για την επενδυτική στρατηγική του Ταμείου.
Άρθρο 13
Επανεξέταση της στρατηγικής
Το Συμβούλιο Εξυγίανσης επανεξετάζει την επενδυτική στρατηγική κάθε χρόνο.
Άρθρο 14
Διοίκηση
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης υιοθετεί ένα πλαίσιο διακυβέρνησης, το οποίο περιλαμβάνει κατανομή καθηκόντων και ευθυνών και απαραίτητες αναθέσεις, ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της επενδυτικής στρατηγικής.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εγκρίνει πρότυπα εσωτερικού ελέγχου για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης μεταξύ της εφαρμογής της επενδυτικής στρατηγικής, της επενδυτικής στρατηγικής και των κανόνων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.
3. Η εκτελεστική σύνοδος του Συμβουλίου Εξυγίανσης ενημερώνει την ολομέλεια σχετικά με τα αποτελέσματα της εφαρμογής της επενδυτικής στρατηγικής.
4. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εκδίδει τους εσωτερικούς κανόνες και τις διαδικασίες που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
5. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης ενδέχεται να συστήσει μια επιτροπή ολομέλειας, η αποστολή της οποίας θα είναι να συνδράμει το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 15
Διαχείριση κινδύνου
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης συμμορφώνεται με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και διαχείρισης κινδύνου.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης προσδιορίζει ποσοτικά όλους τους κινδύνους, με τη χρήση κατάλληλων μέτρων για τη διαχείριση και τον έλεγχο των αντίστοιχων κατηγοριών κινδύνου.
3. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εφαρμόζει πολλαπλά μέτρα κινδύνου για κάθε κατηγορία κινδύνου, καλύπτει τόσο τις τρέχουσες όσο και τις μελλοντικές πτυχές του κινδύνου και χρησιμοποιεί ποσοτικές και ποιοτικές πληροφορίες, προκειμένου να αποφεύγεται η υπερβολική στήριξη σε ένα μεμονωμένο μέτρο κινδύνου.
4. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης συμπληρώνει την τακτική μέτρηση του κινδύνου με ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και ανάλυση σεναρίων, ώστε να εντοπίζονται οι τομείς υψηλού κινδύνου και να αξιολογούνται οι συνδυασμένες επιπτώσεις των χρηματοπιστωτικών κραδασμών.
Άρθρο 16
Εξωτερική ανάθεση
1. Η εκτελεστική σύνοδος του Συμβουλίου Εξυγίανσης μπορεί να αποφασίζει την πλήρη ή μερική εξωτερική ανάθεση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων που έχουν ανατεθεί στο Συμβούλιο Εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 75 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να αναθέτει τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μόνον σε έναν ή περισσότερους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ, διεθνή όργανα που έχουν ιδρυθεί βάσει του δημόσιου διεθνούς δικαίου ή θεσμικά όργανα που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, εφόσον διαθέτουν καθιερωμένη πρακτική διαχείρισης παρόμοιων επενδύσεων και με την επιφύλαξη της ικανότητας του παρόχου υπηρεσιών να συμβάλλεται με τρίτους για την παροχή υπηρεσιών.
3. Η εντολή από το Συμβούλιο Εξυγίανσης στον πάροχο υπηρεσιών για την πραγματοποίηση επενδύσεων ορίζει σαφώς τουλάχιστον τη διάρκεια, την ημερομηνία λήξης, τις απαιτήσεις επιλέξιμου συνόλου αναφοράς και συγκριτικής αξιολόγησης, καθώς και ένα πλαίσιο τακτικής υποβολής αναφορών από τον πάροχο υπηρεσιών προς το Συμβούλιο Εξυγίανσης.
4. Οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ του Συμβουλίου Εξυγίανσης και ενός παρόχου υπηρεσιών για τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 δραστηριότητες περιλαμβάνει ρήτρες που διέπουν τα δικαιώματα ακύρωσης από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, τις αλυσίδες εξωτερικής ανάθεσης και τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του παρόχου υπηρεσιών.
5. Η εκτελεστική σύνοδος του Συμβουλίου Εξυγίανσης ενημερώνει την ολομέλεια σχετικά με τις επερχόμενες αποφάσεις εξωτερικής ανάθεσης.
6. Εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης προβεί σε πλήρη ή μερική εξωτερική ανάθεση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παραμένει πλήρως υπεύθυνο για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών του δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και του παρόντος κανονισμού.
7. Σε περίπτωση που το Συμβούλιο Εξυγίανσης αποφασίσει να αναθέσει εξωτερικά οποιαδήποτε δραστηριότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ανατρέχει στις βέλτιστες επιχειρηματικές πρακτικές όσον αφορά την εξωτερική ανάθεση στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
8. Εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης προβεί σε πλήρη ή μερική εξωτερική ανάθεση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οφείλει να εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή ότι:
|
α) |
η εξωτερική ανάθεση δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της ευθύνης του Συμβουλίου Εξυγίανσης· |
|
β) |
η εξωτερική ανάθεση δεν αποκλείει την υποχρέωση λογοδοσίας του Συμβουλίου Εξυγίανσης, δυνάμει του άρθρου 45 και του άρθρου 46 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014, ή την ανεξαρτησία του, δυνάμει του άρθρου 47 του κανονισμού αυτού· |
|
γ) |
η εξωτερική ανάθεση δεν έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης τα αναγκαία συστήματα και μέσα ελέγχου προκειμένου να διαχειρίζεται τους κινδύνους που αντιμετωπίζει· |
|
δ) |
ο πάροχος υπηρεσιών εφαρμόζει ισοδύναμες ρυθμίσεις αδιάλειπτης λειτουργίας με αυτές που εφαρμόζει το Συμβούλιο Εξυγίανσης· |
|
ε) |
το Συμβούλιο Εξυγίανσης διατηρεί την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη και τους αναγκαίους πόρους προκειμένου να αξιολογεί την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την οργανωτική και κεφαλαιακή επάρκεια του παρόχου υπηρεσιών, καθώς και την ικανότητα να εποπτεύει αποτελεσματικά τα ανατεθέντα καθήκοντα και να διαχειρίζεται τους κινδύνους που συνδέονται με την εξωτερική ανάθεση, όπως και να εποπτεύει τα εν λόγω καθήκοντα και να διαχειρίζεται αυτούς τους κινδύνους σε διαρκή βάση· |
|
στ) |
το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει άμεση πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τις ανατεθείσες δραστηριότητες· |
|
ζ) |
ο πάροχος υπηρεσιών προστατεύει οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με το Συμβούλιο Εξυγίανσης. |
Άρθρο 17
Μεταβατικές διατάξεις
1. Πριν από την έκδοση της πρώτης επενδυτικής στρατηγικής του, το Συμβούλιο Εξυγίανσης δύναται να καταθέτει όλα τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 σε κεντρικές τράπεζες ενός ή περισσότερων κρατών μελών.
2. Πριν πραγματοποιήσει για πρώτη φορά τους υπολογισμούς που απαιτούνται για τον καθορισμό των μεριδίων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να χρησιμοποιήσει εκτιμήσεις για την εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφοι 2 και 3.
Άρθρο 18
Έκθεση
Το Συμβούλιο Εξυγίανσης υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016.
Άρθρο 19
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2016.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 16 Δεκεμβρίου 2015.
Για την Επιτροπή
Ο Πρόεδρος
Jean-Claude JUNCKER
(1) ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1.
(2) Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2015/61 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα (ΕΕ L 11 της 17.1.2015, σ. 1).
(3) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1996, περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας (ΕΕ L 310 της 30.11.1996, σ. 1).
(4) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση της στατιστικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων NACE — αναθεώρηση 2 και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3037/90 του Συμβουλίου, καθώς και ορισμένων κανονισμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικών με ειδικούς στατιστικούς τομείς (ΕΕ L 393 της 30.12.2006, σ. 1).
(5) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).
(6) Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114).
(7) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).