|
2.2.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 26/9 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2016/95 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 20ής Ιανουαρίου 2016
για την κατάργηση ορισμένων πράξεων στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 82 παράγραφος 1, το άρθρο 83 παράγραφος 1, το άρθρο 87 παράγραφος 2 και το άρθρο 88 παράγραφος 2,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Η βελτίωση της διαφάνειας του ενωσιακού δικαίου αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της στρατηγικής για τη βελτίωση της νομοθεσίας που υλοποιούν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, ενδείκνυται η κατάργηση των πράξεων εκείνων που δεν εξυπηρετούν πλέον κανένα σκοπό. |
|
(2) |
Ορισμένες πράξεις που θεσπίστηκαν στο τομέα της αστυνομικής και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου καθώς το περιεχόμενό τους έχει ενσωματωθεί σε διαδοχικές πράξεις. |
|
(3) |
Με την κοινή δράση 96/610/ΔΕΥ του Συμβουλίου (2) καταρτίστηκε ευρετήριο αντιτρομοκρατικών ειδικών δεξιοτήτων, ικανοτήτων και γνώσεων μέσω του οποίου αυτές θα καθίσταντο ευρύτερα και άμεσα διαθέσιμες στους οργανισμούς όλων των κρατών μελών. Η εν λόγω κοινή δράση κατέστη άνευ αντικειμένου μετά την έναρξη ισχύος της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου (3) με την οποία ανατίθεται στην Ευρωπόλ η υποστήριξη και ενίσχυση της αμοιβαίας συνεργασίας μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών για την πρόληψη και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και άλλων μορφών σοβαρού εγκλήματος και της απόφασης 2008/615/ΔΕΥ του Συμβουλίου (4), με την οποία θεσπίστηκε ένα νέο πλαίσιο διασυνοριακής συνεργασίας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. |
|
(4) |
Η κοινή δράση 96/699/ΔΕΥ του Συμβουλίου (5) όρισε τη μονάδα ναρκωτικών της Ευρωπόλ ως την αρχή στην οποία πρέπει να διαβιβάζουν τα κράτη μέλη τις πληροφορίες σχετικά με τα χημικά χαρακτηριστικά των ναρκωτικών. Η εν λόγω κοινή δράση κατέστη άνευ αντικειμένου μετά την έναρξη ισχύος της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ. |
|
(5) |
Στόχος της κοινής δράσης 96/747/ΔΕΥ του Συμβουλίου (6) ήταν η ενίσχυση της συνεργασίας των υπηρεσιών επιβολής του νόμου των κρατών μελών με τη δημιουργία ευρετηρίου ειδικών δεξιοτήτων, ικανοτήτων και γνώσεων. Η εν λόγω κοινή δράση κατέστη άνευ αντικειμένου μετά την έναρξη ισχύος της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ, με την οποία ανατίθεται στην Ευρωπόλ η ανάπτυξη ειδικών γνώσεων για τις διαδικασίες έρευνας των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και η παροχή συμβουλών στις εθνικές αρχές για τη διεξαγωγή ερευνών. |
|
(6) |
Στόχος της κοινής δράσης 96/750/ΔΕΥ του Συμβουλίου (7) ήταν η ενίσχυση της συνεργασίας των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών για την καταπολέμηση της τοξικομανίας και η πρόσκληση προς τα κράτη μέλη για προσέγγιση των νομοθεσιών τους ώστε να καταστούν συμβατές μεταξύ τους στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την πρόληψη και καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών στην Ένωση. Η εν λόγω κοινή δράση κατέστη άνευ αντικειμένου μετά την έναρξη ισχύος της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καταρτίστηκε με την πράξη 2000/C-197/01 του Συμβουλίου (8) και της απόφασης-πλαισίου 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου (9). |
|
(7) |
Η κοινή δράση 97/339/ΔΕΥ του Συμβουλίου (10) κατέστησε δυνατή τη συνεργασία και έδωσε εντολή για ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών σε περιπτώσεις εκδηλώσεων μεγάλης κλίμακας που συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό προσώπων από περισσότερα του ενός κράτη μέλη, με σκοπό τη διατήρηση της δημόσιας τάξης, την προστασία των ανθρώπων και της περιουσίας τους και την πρόληψη αξιόποινων πράξεων. Η εν λόγω κοινή δράση κατέστη άνευ αντικειμένου μετά την έναρξη ισχύος των αποφάσεων του Συμβουλίου 2008/615/ΔΕΥ, 2002/348/ΔΕΥ (11) και 2007/412/ΔΕΥ (12) οι οποίες προβλέπουν νέους κανόνες σχετικά με την ανταλλαγή δεδομένων τόσο μη προσωπικού όσο και προσωπικού χαρακτήρα καθώς και άλλες μορφές συνεργασίας για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και της ασφάλειας κατά τη διάρκεια εκδηλώσεων μεγάλης κλίμακας. |
|
(8) |
Σκοπός της κοινής δράσης 97/372/ΔΕΥ του Συμβουλίου (13) ήταν η ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των τελωνειακών αρχών και άλλων αρχών επιβολής του νόμου, ιδίως όσον αφορά τα ναρκωτικά. Η εν λόγω κοινή δράση κατέστη άνευ αντικειμένου μετά την έναρξη ισχύος της πράξης 98/C-24/01 του Συμβουλίου (14) για την κατάρτιση της σύμβασης περί αμοιβαίας συνδρομής και συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών η οποία θέσπισε λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή και τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών για την πρόληψη και την ανίχνευση παραβάσεων των εθνικών τελωνειακών διατάξεων, της απόφασης 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου (15) με την οποία ενισχύεται η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών συνεργασίας και ελέγχου των τελωνειακών αρχών με τη δημιουργία ενός συστήματος τελωνειακών πληροφοριών και της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ, με την οποία ανατίθενται στην Ευρωπόλ καθήκοντα στήριξης της τελωνειακής συνεργασίας. |
|
(9) |
Η σύμβαση της 17ης Ιουνίου 1998 σχετικά με τις αποφάσεις έκπτωσης από το δικαίωμα οδήγησης, όπως καταρτίστηκε με την πράξη 98/C-216/01 του Συμβουλίου (16), επικυρώθηκε μόνο από επτά κράτη μέλη και ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ. Επιπλέον, μεταξύ αυτών των επτά κρατών μελών, μόνον η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο προέβησαν σε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 4 της εν λόγω σύμβασης, για την εφαρμογή της σύμβασης μεταξύ τους πριν από την έναρξη εφαρμογής της σε όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, μετά την κοινοποίηση του Ηνωμένου Βασιλείου της 24ης Ιουλίου 2013 σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο πρώτη περίοδος του πρωτοκόλλου αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, τόσο η εν λόγω πράξη του Συμβουλίου όσο και η εν λόγω σύμβαση έχουν παύσει να ισχύουν για το Ηνωμένο Βασίλειο από την 1η Δεκεμβρίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίοδος του εν λόγω πρωτοκόλλου. Δεδομένου ότι οι εν λόγω πράξεις δεν εφαρμόζονται πλέον σε κανένα κράτος μέλος, καθίστανται άνευ αντικειμένου όσον αφορά το κεκτημένο της Ένωσης και θα πρέπει να καταργηθούν. |
|
(10) |
Η κοινή δράση 98/427/ΔΕΥ του Συμβουλίου (17) καθιέρωσε ένα σύστημα ανταλλαγής ορθών πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών για την ικανοποίηση αιτημάτων δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις. Η εν λόγω κοινή δράση κατέστη άνευ αντικειμένου μετά την έναρξη ισχύος της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών. |
|
(11) |
Η απόφαση-πλαίσιο 2008/978/ΔΕΥ του Συμβουλίου (18) σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων (ΕΕΣΑΣ) αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19) σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας (ΕΕΕ), επειδή το πεδίο εφαρμογής του ΕΕΣΑΣ ήταν πολύ περιορισμένο. Δεδομένου ότι η ΕΕΕ θα εφαρμόζεται μεταξύ 26 κρατών μελών και το ΕΕΣΑΣ θα εξακολουθεί να εφαρμόζεται μεταξύ των δύο μόνο κρατών μελών που δεν συμμετέχουν στην ΕΕΕ, το ΕΕΣΑΣ έχει επομένως χάσει τη χρησιμότητά του ως πράξη συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και θα πρέπει να καταργηθεί. |
|
(12) |
Για λόγους ασφάλειας δικαίου και σαφήνειας, οι εν λόγω άνευ αντικειμένου κοινές δράσεις, η εν λόγω σύμβαση, η εν λόγω πράξη του Συμβουλίου και η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο θα πρέπει να καταργηθούν. |
|
(13) |
Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 83 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπει την έκδοση οδηγιών, η επιλογή κανονισμού ως πράξης για την κατάργηση της κοινής δράσης 96/750/ΔΕΥ και της απόφασης-πλαισίου 2008/978/ΔΕΥ αποτελεί κατάλληλη επιλογή, διότι ο παρών κανονισμός δεν θεσπίζει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και κυρώσεων, αλλά απλώς καταργεί πράξεις άνευ αντικειμένου χωρίς να τις αντικαθιστά από άλλες. |
|
(14) |
Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η κατάργηση ορισμένων άνευ αντικειμένου πράξεων της Ένωσης στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού. |
|
(15) |
Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 για τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στη έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. |
|
(16) |
Σύμφωνα με το άρθρο 3 και το άρθρο 4α παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η Ιρλανδία γνωστοποίησε ότι επιθυμεί να συμμετάσχει στην έκδοση και την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. |
|
(17) |
Κατόπιν της γνωστοποίησης εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου στις 24 Ιουλίου 2013 σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο πρώτη περίοδος του πρωτοκόλλου αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, οι κοινές δράσεις 96/610/ΔΕΥ, 96/699/ΔΕΥ, 96/747/ΔΕΥ, 96/750/ΔΕΥ, 97/339/ΔΕΥ, 97/372/ΔΕΥ και 98/427/ΔΕΥ, και η πράξη 98/C-216/01 του Συμβουλίου έχουν παύσει να ισχύουν για το Ηνωμένο Βασίλειο από 1ης Δεκεμβρίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίοδος του εν λόγω πρωτοκόλλου. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει, κατά συνέπεια, στην έκδοση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τις εν λόγω νομικές πράξεις και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο τρίτη περίοδος του εν λόγω πρωτοκόλλου, η απόφαση-πλαίσιο 2008/978/ΔΕΥ συνέχισε να ισχύει στο Ηνωμένο Βασίλειο όπως αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2014/41/ΕΕ. Επομένως, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4α παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά το χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο γνωστοποίησε ότι επιθυμεί να συμμετάσχει στην έκδοση και την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Κατάργηση άνευ αντικειμένου πράξεων
Καταργούνται οι ακόλουθες πράξεις:
|
— |
κοινή δράση 96/610/ΔΕΥ (ευρετήριο αντιτρομοκρατικών δεξιοτήτων)· |
|
— |
κοινή δράση 96/699/ΔΕΥ (ανάλυση των χημικών χαρακτηριστικών των ναρκωτικών)· |
|
— |
κοινή δράση 96/747/ΔΕΥ (ευρετήριο ειδικών προσόντων στον τομέα της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος)· |
|
— |
κοινή δράση 96/750/ΔΕΥ (καταπολέμηση της τοξικομανίας και της εμπορίας ναρκωτικών)· |
|
— |
κοινή δράση 97/339/ΔΕΥ (συνεργασία στον τομέα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας)· |
|
— |
κοινή δράση 97/372/ΔΕΥ (συνεργασία τελωνειακών αρχών)· |
|
— |
πράξη 98/C-216/01 του Συμβουλίου και σύμβαση της 17ης Ιουνίου 1998 (έκπτωση από το δικαίωμα οδήγησης)· |
|
— |
κοινή δράση 98/427/ΔΕΥ (ορθή πρακτική κατά την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων)· και |
|
— |
απόφαση-πλαίσιο 2008/978/ΔΕΥ (ευρωπαϊκό ένταλμα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων). |
Άρθρο 2
Μεταβατικές διατάξεις
Κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων που εκτελείται βάσει της απόφασης-πλαισίου 2008/978/ΔΕΥ εξακολουθεί να διέπεται από την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο μέχρι την ολοκλήρωση της σχετικής ποινικής διαδικασίας με οριστική απόφαση.
Άρθρο 3
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.
Στρασβούργο, 20 Ιανουαρίου 2016.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
M. SCHULZ
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
A.G. KOENDERS
(1) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2015 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2015.
(2) Κοινή δράση 96/610/ΔΕΥ, της 15 Οκτωβρίου 1996, που θεσπίστηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου K. 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και αφορά την κατάρτιση και τήρηση ευρετηρίου αντιτρομοκρατικών ειδικών δεξιοτήτων, ικανοτήτων και γνώσεων, προς διευκόλυνση της αντιτρομοκρατικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 273 της 25.10.1996, σ. 1).
(3) Απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) (ΕΕ L 121 της 15.5.2009, σ. 37).
(4) Απόφαση 2008/615/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2008, σχετικά με την αναβάθμιση της διασυνοριακής συνεργασίας, ιδίως όσον αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του διασυνοριακού εγκλήματος (ΕΕ L 210 της 6.8.2008, σ. 1).
(5) Κοινή δράση 96/699/ΔΕΥ, της 29ης Νοεμβρίου 1996, που θέσπισε το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την ανάλυση των χημικών χαρακτηριστικών των ναρκωτικών προκειμένου να βελτιωθεί η συνεργασία των κρατών μελών στην καταπολέμηση του λαθρεμπορίου ναρκωτικών (ΕΕ L 322 της 12.12.1996, σ. 5).
(6) Κοινή δράση 96/747/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 29ης Νοεμβρίου 1996, που θεσπίζεται από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου K. 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και αφορά τη δημιουργία και τήρηση ευρετηρίου ειδικών προσόντων, ικανοτήτων και γνώσεων, στον τομέα της καταπολέμησης του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος προς διευκόλυνση της συνεργασίας των υπηρεσιών επιβολής του νόμου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 342 της 31.12.1996, σ. 2).
(7) Κοινή δράση 96/750/ΔΕΥ, της 17ης Δεκεμβρίου 1996, η οποία θεσπίστηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την προσέγγιση των νομοθεσιών και των πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της τοξικομανίας και για την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών (ΕΕ L 342 της 31.12.1996, σ. 6).
(8) Πράξη 2000/C-197/01 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, για την κατάρτιση, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της σύμβασης για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ C 197 της 12.7.2000, σ. 1).
(9) Απόφαση-πλαίσιο 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών (ΕΕ L 335 της 11.11.2004, σ. 8).
(10) Κοινή δράση 97/339/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 1997, που θεσπίστηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τη συνεργασία στον τομέα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας (ΕΕ L 147 της 5.6.1997, σ. 1).
(11) Απόφαση 2002/348/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 2002, σχετικά με την ασφάλεια κατά τη διεξαγωγή ποδοσφαιρικών αγώνων με διεθνή διάσταση (ΕΕ L 121 της 8.5.2002, σ. 1).
(12) Απόφαση 2007/412/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2007, για την τροποποίηση της απόφασης 2002/348/ΔΕΥ σχετικά με την ασφάλεια κατά τη διεξαγωγή ποδοσφαιρικών αγώνων με διεθνή διάσταση (ΕΕ L 155 της 15.6.2007, σ. 76).
(13) Κοινή δράση 97/372/ΔΕΥ, της 9ης Ιουνίου 1997, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου K.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και αφορά σαφέστερα κριτήρια επιλογής στόχων, μεθόδων επιλογής κ.λπ. και καλύτερη συλλογή πληροφοριών από τις τελωνειακές και αστυνομικές υπηρεσίες (ΕΕ L 159 της 17.6.1997, σ. 1).
(14) Πράξη 98/C-24/01 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1997, για την κατάρτιση βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, της σύμβασης περί αμοιβαίας συνδρομής και συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών (ΕΕ C 24 της 23.1.1998, σ. 1).
(15) Απόφαση 2009/917/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για τη χρήση της πληροφορικής για τελωνειακούς σκοπούς (ΕΕ L 323 της 10.12.2009, σ. 20).
(16) Πράξη 98/C-216/01 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1998, για την κατάρτιση της σύμβασης σχετικά με τις αποφάσεις έκπτωσης από το δικαίωμα οδήγησης (ΕΕ C 216 της 10.7.1998, σ. 1).
(17) Κοινή δράση 98/427/ΔΕΥ, της 29ης Ιουνίου 1998, που θεσπίστηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου K.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την ορθή πρακτική κατά την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων (ΕΕ L 191 της 7.7.1998, σ. 1).
(18) Απόφαση-πλαίσιο 2008/978/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων προς λήψη αντικειμένων, εγγράφων και δεδομένων για χρήση σε ποινικές διαδικασίες (ΕΕ L 350 της 30.12.2008, σ. 72).
(19) Οδηγία 2014/41/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις (ΕΕ L 130 της 1.5.2014, σ. 1).