6.4.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 89/20


ΣΥΣΤΑΣΗ (Ευρατόμ) 2016/538 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 4ης Απριλίου 2016

σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 103 της Συνθήκης Ευρατόμ

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2016) 1168]

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 103 σε συνδυασμό με το άρθρο 106α που παραπέμπει στο άρθρο 292 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ένα από τα καθήκοντα της Κοινότητας, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο η) της Συνθήκης, είναι να συνάπτει με άλλες χώρες και διεθνείς οργανισμούς σχέσεις ικανές να προωθούν την πρόοδο κατά την ειρηνική χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας. Για την επίτευξη του εν λόγω στόχου, σύμφωνα με το κεφάλαιο 10 του τίτλου II της Συνθήκης, η Κοινότητα έχει αρμοδιότητες στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων.

(2)

Κατά το άρθρο 101 της Συνθήκης, η Κοινότητα «δύναται, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της, να αναλαμβάνει δεσμεύσεις διά της συνάψεως συμφωνιών ή συμβάσεων με τρίτο κράτος, διεθνή οργανισμό ή υπήκοο τρίτου κράτους». Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, έχουν συναφθεί συμφωνίες Ευρατόμ με τις κύριες προμηθεύτριες χώρες της Κοινότητας.

(3)

Εξάλλου, το άρθρο 102 εξουσιοδοτεί την Κοινότητα να συνάπτει συμφωνίες στις οποίες συμβαλλόμενοι είναι, εκτός από την Κοινότητα, και τα κράτη μέλη. Οι εν λόγω συμφωνίες είναι δυνατόν να εφαρμόζονται, όσον αφορά την Κοινότητα, μόνο μέσω στενής συνεργασίας των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας και των κρατών μελών, τόσο κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης και σύναψης συμφωνίας όσο και κατά την εκπλήρωση των αναληφθεισών υποχρεώσεων.

(4)

Σύμφωνα με τη Συνθήκη, τα κράτη μέλη διατηρούν, υπό τους όρους που προβλέπονται στη Συνθήκη, την ικανότητα να συνάπτουν συνθήκες ως παράγοντες στη διεθνή σκηνή και, ως εκ τούτου, έχουν το δικαίωμα να συνάπτουν ανά πάσα στιγμή με τρίτες χώρες διμερείς συμφωνίες που αφορούν θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης Ευρατόμ.

(5)

Το άρθρο 103 της Συνθήκης είναι καίριας σημασίας για τη συμφιλίωση της ανάγκης διασφάλισης της ενότητας και του πρωτείου του δικαίου της Ευρατόμ με την ελευθερία δράσης των κρατών μελών κατά την άσκηση των εξωτερικών σχέσεών τους στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, τα κράτη μέλη πρέπει να γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα σχέδια τους συμφωνιών ή συμβάσεων με τρίτο κράτος, διεθνή οργανισμό ή υπήκοο τρίτου κράτους, κατά το μέτρο που οι συμφωνίες ή συμβάσεις αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης. Αν σχέδιο συμφωνίας ή συμβάσεως περιέχει ρήτρες οι οποίες εμποδίζουν την εφαρμογή της Συνθήκης, η Επιτροπή απευθύνει τις παρατηρήσεις της στο ενδιαφερόμενο κράτος εντός προθεσμίας ενός μηνός από της λήψεως της προς αυτήν γνωστοποιήσεως. κράτος μέλος δύναται να συνάψει τη σχεδιαζόμενη συμφωνία ή σύμβαση μόνον αφού επιτύχει την άρση των αντιρρήσεων της Επιτροπής ή συμμορφωθεί προς την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο αποφαίνεται κατεπειγόντως αν οι ρήτρες αυτές είναι σύμφωνες προς τις διατάξεις της Συνθήκης.

(6)

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην απόφασή του 1/78 της 14ης Νοεμβρίου 1978, απεφάνθη ότι σκοπός του άρθρου 103 ήταν να διασφαλίσει ότι οι διατάξεις της Συνθήκης δεν θα υπονομεύονται σε συμφωνίες ή συμβάσεις που έχουν συνάψει κράτη μέλη με τρίτα μέρη (1).

(7)

Η αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 103 αφορά επίσης τη συμβατότητα σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως με τις διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ και το παράγωγο δίκαιο που θεσπίστηκε βάσει αυτής. Δεν αφορά τη συμβατότητα του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως με τις διατάξεις της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(8)

Έχει αποκτηθεί σημαντική πείρα σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του άρθρου 103. Σύμφωνα με την εν λόγω πείρα, ορισμένες πτυχές του κοινοτικού κεκτημένου Ευρατόμ έχουν άμεση συνάφεια με το πλαίσιο των εξωτερικών σχέσεων των κρατών μελών. Η Επιτροπή, σε παρατηρήσεις της στα κράτη μέλη μετά από αξιολογήσεις δυνάμει του άρθρου 103, έχει επανειλημμένα επιστήσει την προσοχή σε συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας Ευρατόμ. Επομένως είναι απαραίτητη η καθοδήγηση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 103. Σκοπός της παρούσας σύστασης είναι να υπενθυμίσει τις βασικές διατάξεις που έχουν σημασία εν προκειμένω και να παράσχει μεγαλύτερη σαφήνεια και ασφάλεια δικαίου στα κράτη μέλη όταν διαπραγματεύονται σχέδια συμφωνιών ή συμβάσεων.

(9)

Η προθεσμία του ενός μήνα που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 103 αρχίζει να μετράει από την ημερομηνία λήψης της γνωστοποίησης από την Επιτροπή. Η λήψη θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί μόνον από τη στιγμή που η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της τον πλήρη φάκελο γνωστοποίησης.

(10)

Η απόφαση αριθ. 994/2012/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να ζητούν τη συνδρομή της Επιτροπής κατά τη διαπραγμάτευση διεθνών συμφωνιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω απόφασης. Η ίδια δυνατότητα θα πρέπει να παρέχεται στα κράτη μέλη κατά τη διαπραγμάτευση συμφωνιών ή συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης Ευρατόμ.

(11)

Η πυρηνική έρευνα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης Ευρατόμ, όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο 1 του τίτλου II για την «Ανάπτυξη της έρευνας». Ως εκ τούτου η παρούσα σύσταση της Επιτροπής καλύπτει επίσης τις διεθνείς συμφωνίες για την έρευνα, ανεξαρτήτως της ονομασίας τους, στον τομέα της πυρηνικής σχάσης και σύντηξης.

(12)

Τα βασικά πρότυπα που θεσπίζονται από την Κοινότητα δυνάμει του κεφαλαίου 3 του τίτλου II της Συνθήκης, και συγκεκριμένα οι οδηγίες του Συμβουλίου 2009/71/Ευρατόμ (3), 2011/70/Ευρατόμ (4) και 2013/59/Ευρατόμ (5), στοχεύουν στη διασφάλιση της προστασίας της υγείας των εργαζομένων και του πληθυσμού από τους κινδύνους της ιοντίζουσας ακτινοβολίας, ανεξαρτήτως της πηγής της. Εντάσσονται στο βασικό νομικό σύστημα που εγκαθίδρυσε η Συνθήκη και, ως εκ τούτου, έχουν καίρια σημασία στο πλαίσιο των αξιολογήσεων δυνάμει του άρθρου 103.

(13)

Σύμφωνα με το κεφάλαιο 6 του τίτλου II της Συνθήκης συστάθηκε ο Οργανισμός Εφοδιασμού της Ευρατόμ, στον οποίο παρέχεται το αποκλειστικό δικαίωμα να συνάπτει συμβάσεις προμήθειας μεταλλευμάτων, αρχικών υλικών ή ειδικών σχασίμων υλικών που προέρχονται από κράτη εντός ή εκτός της Κοινότητας. Σε περίπτωση που σχέδιο συμφωνίας ή συμβάσεως που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας σύστασης περιλαμβάνει επίσης διατάξεις σχετικά με θέματα εφοδιασμού, κατά την αξιολόγηση του σχεδίου από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 103 πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον θίγεται το αποκλειστικό δικαίωμα του Οργανισμού να συνάπτει συμβάσεις προμηθειών. Από την άλλη πλευρά, τυχόν συνυπογραφή των συμβάσεων προμηθειών από τον Οργανισμό Εφοδιασμού δεν αποτελεί αρνητικό παράγοντα κατά την αξιολόγηση από την Επιτροπή της συμβατότητας των σχεδίων συμφωνιών ή συμβάσεων με τις διατάξεις της Συνθήκης και το παράγωγό της δίκαιο.

(14)

Ένας από τους βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ενεργειακή ασφάλεια είναι η διαφοροποίηση των εξωτερικών πηγών εφοδιασμού και της συναφούς υποδομής. Όσον αφορά την αγορά ουρανίου και πυρηνικών καυσίμων, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη καλούνται να συνεργάζονται για τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού με πυρηνικά καύσιμα, όταν χρειάζεται. Κατά την αξιολόγηση νέων επενδύσεων σε έργα του πυρηνικού τομέα και νέων σχεδίων συμφωνιών ή συμβάσεων με τρίτες χώρες η Επιτροπή δεσμεύεται να λαμβάνει συστηματικά υπόψη τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού με καύσιμα. Ο ρόλος του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ, από την άλλη πλευρά, είναι να διασφαλίσει ότι κάθε νέα επένδυση δεν θα εμποδίζει τη δυνατότητα διαφοροποίησης του εφοδιασμού με καύσιμο. Η παρούσα σύσταση συμβάλλει στην επίτευξη των εν λόγω στόχων.

(15)

Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 104 της Συνθήκης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να γνωστοποιούν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, κάθε πληροφορία σχετική με συμφωνίες ή συμβάσεις που συνάπτονται από πρόσωπα ή επιχειρήσεις με τρίτα κράτη, διεθνείς οργανισμούς ή υπηκόους τρίτου κράτους και η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΣΤΑΣΗ:

1.

Ως «σχέδιο συμφωνίας ή συμβάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 103 της Συνθήκης πρέπει να νοείται κάθε συμφωνία, ανεξαρτήτως της ονομασίας της, η οποία αφορά θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και η οποία αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης από κράτος μέλος (6). Σχέδια συμφωνιών ή συμβάσεων οι οποίες τροποποιούν υφιστάμενες συμφωνίες ή συμβάσεις μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών και τρίτου κράτους, διεθνούς οργανισμού ή υπηκόου τρίτου κράτους και οι οποίες αφορούν θέματα εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 103. Ωστόσο, σχέδια συμφωνιών ή συμβάσεων για την προμήθεια ή την κατεργασία, τη μεταποίηση ή τη μορφοποίηση των μεταλλευμάτων, των αρχικών υλικών ή των ειδικών σχασίμων υλικών οι οποίες πρόκειται να συναφθούν μεταξύ επιχειρήσεων και πρέπει να κοινοποιούνται στον Οργανισμό Εφοδιασμού της Ευρατόμ ή να υποβάλλονται σε αυτόν για τη σύναψη της συμφωνίας κατά τις διατάξεις του κεφαλαίου 6 του τίτλου II της Συνθήκης δεν χρειάζεται να κοινοποιούνται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103.

ΜΕΡΟΣ I

Στάδιο πριν την κοινοποίηση

2.

Αν κράτος μέλος προτίθεται να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τρίτη χώρα, διεθνή οργανισμό ή υπήκοο τρίτης χώρας στο πλαίσιο σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως, το εν λόγω κράτος μέλος δύναται να ενημερώσει εγγράφως την Επιτροπή για την πρόθεσή του. Σε περίπτωση που το κράτος μέλος ενημερώσει την Επιτροπή για τις εν λόγω διαπραγματεύσεις, το κράτος μέλος αυτό ενθαρρύνεται να ενημερώνει τακτικά την Επιτροπή για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων. Το κράτος μέλος μπορεί επίσης να ζητήσει από την Επιτροπή να του παράσχει συμβουλές σχετικά με το πώς να αποφευχθεί ασυμβατότητα του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως και της Συνθήκης.

Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης, εφόσον το κρίνουν αναγκαίο, να ζητήσουν τη συμμετοχή της Επιτροπής στις διαπραγματεύσεις, ως παρατηρητή.

3.

Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να υποβάλουν γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 103, μετά από την επίτευξη ad referendum συμφωνίας από τα μέρη σχετικά με όλα τα βασικά στοιχεία του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως, αλλά πριν από την έγκριση του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως.

4.

Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να κοινοποιούν εκ των προτέρων στην Επιτροπή, με ηλεκτρονικά μέσα, αντίγραφο της γνωστοποίησης, συμπεριλαμβανομένων όλων των συνοδευτικών εγγράφων (7). Ωστόσο, μετά την ηλεκτρονική διαβίβαση πρέπει να κοινοποιείται ο πλήρης φάκελος σε έντυπη μορφή.

ΜΕΡΟΣ II

Περιεχόμενο της κοινοποίησης

5.

Η κοινοποίηση θα πρέπει να περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, όλα τα ακόλουθα:

α)

το κείμενο του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως·

β)

τα παραρτήματα ή προσαρτήματα του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως·

γ)

την τρέχουσα έκδοση κάθε άλλης συμφωνίας ή συμβάσεως που αναφέρεται στο γνωστοποιούμενο σχέδιο συμφωνίας ή συμβάσεως.

ΜΕΡΟΣ III

Συμβατότητα του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως με τη συνθήκη

6.

Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να συμπεριλάβουν στα σχέδια συμφωνιών ή συμβάσεων ρητή αναφορά στην προσχώρησή τους στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω προσχώρηση. Προτείνεται να υπενθυμίζουν ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ των διατάξεων του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως και των διατάξεων της Ευρατόμ, πρέπει να υπερισχύσουν οι τελευταίες. Κατά τη διαπραγμάτευση των σχεδίων συμφωνιών ή συμβάσεών τους, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις αρμοδιότητες της Κοινότητας, καθώς και τις αρχές και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη όσον αφορά την κοινή αγορά πυρηνικής ενέργειας και τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις αποφάσεις των θεσμικών οργάνων που έχουν εκδοθεί δυνάμει της Συνθήκης.

7.

Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα σχέδια συμφωνιών ή συμβάσεων δεν περιέχουν ρήτρες που έρχονται σε σύγκρουση με τους βασικούς κανόνες που καθορίζονται βάσει του κεφαλαίου 3 του τίτλου II της Συνθήκης. Στους εν λόγω κανόνες περιλαμβάνονται ειδικότερα τα εξής:

i)

η αρχή της τελικής ευθύνης του κράτους μέλους όσον αφορά τη διαχείριση των αναλωμένων καυσίμων και των ραδιενεργών αποβλήτων που παράγονται εντός της επικράτειάς του·

ii)

η αρχή της τελικής ευθύνης του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας από την οποία αποστέλλονται ραδιενεργά απόβλητα ή αναλωμένα καύσιμα για επεξεργασία ή επανεπεξεργασία, με σκοπό την ασφαλή και υπεύθυνη διάθεση αυτών των υλικών·

iii)

η απαίτηση να πραγματοποιείται η διάθεση των ραδιενεργών αποβλήτων στα κράτη μέλη όπου παράγονται, εκτός εάν πληρούνται οι όροι οι οποίοι καθορίζονται στο παράγωγο δίκαιο που έχει θεσπιστεί σύμφωνα με τη Συνθήκη.

8.

Κατά τη διαπραγμάτευση σχεδίων συμφωνιών ή συμβάσεων, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις απαιτήσεις της κοινής πολιτικής εφοδιασμού βάσει του κεφαλαίου 6 του τίτλου II της Συνθήκης, και ιδίως την ανάγκη διασφάλισης του τακτικού και δίκαιου εφοδιασμού σε μεταλλεύματα, αρχικά υλικά ή ειδικά σχάσιμα υλικά σε όλους τους χρήστες στην Κοινότητα, με την επιφύλαξη του δικαιώματος του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ να συνάπτει συμβάσεις προμηθειών. Τα κράτη μέλη οφείλουν ιδίως να αποφεύγουν τη συμπερίληψη ρητρών που έχουν ως συνέπεια χρήστης στο έδαφός τους να καταστεί υπερβολικά εξαρτημένος από μία πηγή εφοδιασμού ή έναν μεμονωμένο πάροχο υπηρεσιών του κύκλου του πυρηνικού καυσίμου ή του εξοπλισμού ή της τεχνολογίας. Ομοίως, τα κράτη μέλη οφείλουν να μην περιλαμβάνουν ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα να αποκλείονται από την αγορά άλλοι προμηθευτές ή πάροχοι υπηρεσιών ή να καθιστούν υπερβολικά δυσχερή την εμφάνιση εναλλακτικών προμηθευτών ή παρόχων.

9.

Συνιστάται στα κράτη μέλη να υπενθυμίζουν στα σχέδια συμφωνιών ή συμβάσεων ότι οποιοδήποτε πυρηνικό υλικό ανταλλάσσεται κατ' εφαρμογή των εν λόγω σχεδίων συμφωνιών ή συμβάσεων υπόκειται στις απαιτήσεις διασφαλίσεων που απορρέουν από το κεφάλαιο 7 του τίτλου II της Συνθήκης καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στο έδαφος της Κοινότητας. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται επίσης να περιλάβουν αναφορά στην ισχύουσα συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας, του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας και του κράτους μέλους σχετικά με την εφαρμογή διασφαλίσεων, καθώς και τα τυχόν πρόσθετα πρωτόκολλά της.

10.

Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να περιλαμβάνουν στις συμφωνίες ή συμβάσεις διατάξεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση στο αντισυμβαλλόμενο μέρος ή μέρη του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως της κυριότητας επί των ειδικών σχασίμων υλικών τα οποία αποτελούν ιδιοκτησία της Κοινότητας σύμφωνα με το κεφάλαιο 8 του τίτλου II της Συνθήκης.

11.

Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα σχέδια συμφωνιών ή συμβάσεών τους δεν περιλαμβάνουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες για να μεταφερθεί εντός της Κοινότητας για οποιοδήποτε σκοπό οποιοδήποτε από τα εμπορεύματα ή τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα IV της Συνθήκης, απαιτείται προηγούμενη συγκατάθεση του αντισυμβαλλόμενου μέρους ή μερών του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως ή εμποδίζεται η συμμόρφωση με τους κανόνες της κοινής πυρηνικής αγοράς.

12.

Κατά τη διαπραγμάτευση του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, κατά περίπτωση, συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ της Κοινότητας και αντισυμβαλλόμενου μέρους ή μερών του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να αναφέρουν ρητώς στη σχετική συμφωνία Ευρατόμ το κείμενο του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως που θα γνωστοποιείται στην Επιτροπή.

ΜΕΡΟΣ IV

Αξιολόγηση της κοινοποίησης από την Επιτροπή

13.

Αφού ολοκληρώσει την αξιολόγησή της, η Επιτροπή υποβάλλει τις παρατηρήσεις της στο οικείο κράτος μέλος. Οι εν λόγω παρατηρήσεις πρέπει να υποδεικνύουν ποιες διατάξεις του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως δυσχεραίνουν την εφαρμογή της Συνθήκης, κατά την έννοια του άρθρου 103, και, κατά περίπτωση, πρέπει να παραπέμπουν σε ειδικά κεφάλαια της Συνθήκης, όπως προβλέπεται στο μέρος III της παρούσας σύστασης.

ΜΕΡΟΣ V

Συνέχεια στην αξιολόγηση της Επιτροπής

14.

Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται, μετά τη σύναψη του σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως που γνωστοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 103, να κοινοποιούν στην Επιτροπή το τελικό κείμενο της εν λόγω συμφωνίας ή συμβάσεως, καθώς και κάθε μεταγενέστερη δήλωση ή συμφωνία, υπό οποιαδήποτε μορφή, από ένα ή και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη που αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της.

15.

Το γεγονός ότι η Επιτροπή, μετά τη γνωστοποίηση σχεδίου συμφωνίας ή συμβάσεως σύμφωνα με το άρθρο 103, δεν βρήκε στοιχεία που να εμποδίζουν την εφαρμογή της Συνθήκης δεν αποκλείει η εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας ή συμβάσεως να αποτελεί παράβαση της νομοθεσίας Ευρατόμ.

16.

Συνιστάται στα κράτη μέλη να παρέχουν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος της τελευταίας, πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή ή την ερμηνεία κάθε συμφωνίας ή συμβάσεως που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και ισχύει μεταξύ των ίδιων και τρίτων χωρών, διεθνών οργανισμών ή υπηκόων τρίτων χωρών.

Η παρούσα σύσταση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 4 Απριλίου 2016.

Για την Επιτροπή

Miguel ARIAS CAÑETE

Μέλος της Επιτροπής


(1)  Συλλογή Νομολογίας του Δικαστηρίου 1978, σ. 2151.

(2)  Απόφαση αριθ. 994/2012/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση μηχανισμού ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά τις διακυβερνητικές συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών στον τομέα της ενέργειας (ΕΕ L 299 της 27.10.2012, σ. 13).

(3)  Οδηγία 2009/71/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού πλαισίου για την πυρηνική ασφάλεια πυρηνικών εγκαταστάσεων (ΕΕ L 172 της 2.7.2009, σ. 18).

(4)  Οδηγία 2011/70/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2011, η οποία θεσπίζει κοινοτικό πλαίσιο για την υπεύθυνη και ασφαλή διαχείριση αναλωμένων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων (ΕΕ L 199 της 2.8.2011, σ. 48).

(5)  Οδηγία 2013/59/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 2013, για τον καθορισμό βασικών προτύπων ασφαλείας για την προστασία από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες και την κατάργηση των οδηγιών 89/618/Ευρατόμ, 90/641/Ευρατόμ, 96/29/Ευρατόμ, 97/43/Ευρατόμ και 2003/122/Ευρατόμ (ΕΕ L 13 της 17.1.2014, σ. 1).

(6)   «Συμφωνία» κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/70/Ευρατόμ θα πρέπει, ωστόσο, να είναι συμφωνία που αφορά ειδικά τη χρήση εγκατάστασης διάθεσης, όπως ορίζεται στο εν λόγω άρθρο.

(7)  Να αποσταλεί στη διεύθυνση ENER-LUX-EURATOM-ARTICLE-103@ec.europea.eu