|
20.7.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 195/31 |
ΑΠΟΦΑΣΗ (ΚΕΠΠΑ) 2016/1182 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 18ης Ιουλίου 2016
όσον αφορά τον κανονισμό του προσωπικού του Ινστιτούτου Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Ασφάλειας
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη την απόφαση 2014/75/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με το Ινστιτούτο Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Ασφάλειας (1) και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο,
Έχοντας υπόψη τη σύσταση του διευθυντή του Ινστιτούτου Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Ασφάλειας,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το Ινστιτούτο Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Ασφάλειας («Ινστιτούτο») είναι οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνδεόμενος με τους Συντονισμένους Οργανισμούς. Ο κανονισμός του προσωπικού του Ινστιτούτου θα πρέπει να προσαρμοστεί στην εξέλιξη του Ινστιτούτου και του γενικού κανονιστικού πλαισίου των υπηρεσιακών κανονισμών που ισχύουν στους Συντονισμένους Οργανισμούς. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η αναθεώρησή του. |
|
(2) |
Επομένως, θα πρέπει να καταργηθεί και να αντικατασταθεί ο κανονισμός του προσωπικού του Ινστιτούτου, όπως εκδόθηκε από το Συμβούλιο στις 21 Δεκεμβρίου 2001 (2) και όπως τροποποιήθηκε από τον διευθυντή με τη συγκατάθεση του συμβουλίου στις 15 Ιουνίου 2005 (3), |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Ο κανονισμός του προσωπικού του Ινστιτούτου Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Ασφάλειας, όπως εκδόθηκε από το Συμβούλιο στις 21 Δεκεμβρίου 2001 και όπως τροποποιήθηκε από τον διευθυντή με τη συγκατάθεση του συμβουλίου στις 15 Ιουνίου 2005, καταργείται και αντικαθίσταται από τον επισυναπτόμενο στην παρούσα απόφαση κανονισμό του προσωπικού.
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την ημερομηνία δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 18 Ιουλίου 2016.
Για το Συμβούλιο
Η Πρόεδρος
F. MOGHERINI
(1) ΕΕ L 41 της 12.2.2014, σ. 13.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
|
Άρθρο 1 |
Πεδίο εφαρμογής |
|
ΤΙΤΛΟΣ I |
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΙΣΧΥΟΥΝ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ |
|
Άρθρο 2 |
|
|
1. |
Αρχή |
|
2. |
Συμπεριφορά |
|
3. |
Οικονομική ευθύνη |
|
4. |
Ασφάλεια |
|
5. |
Βοήθεια και αποζημίωση |
|
6. |
Δικαιώματα ιδιοκτησίας |
|
7. |
Εξωτερικές δραστηριότητες |
|
8. |
Υποψηφιότητα για δημόσιο ή πολιτικό λειτούργημα ή αξίωμα |
|
ΤΙΤΛΟΣ II |
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I |
ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΛΙΕΣ |
|
Άρθρο 3 |
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II |
ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΔΙΟΡΙΣΜΩΝ |
|
Άρθρο 4 |
Πρόσληψη |
|
Άρθρο 5 |
Όριο εργάσιμης ηλικίας |
|
Άρθρο 6 |
Ιατρικές εξετάσεις |
|
Άρθρο 7 |
Διορισμοί |
|
1. |
Συμβάσεις |
|
2. |
Δοκιμαστική περίοδος |
|
3. |
Λύση συμβάσεων |
|
4. |
Αποζημίωση για απώλεια θέσης απασχόλησης |
|
5. |
Μείωση της προθεσμίας προειδοποίησης για τη λύση της σύμβασης |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III |
ΜΙΣΘΟΙ, ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ |
|
Άρθρο 8 |
Γενικές διατάξεις |
|
Άρθρο 9 |
Βασικός μισθός |
|
Άρθρο 10 |
Επίδομα αποδημίας |
|
Άρθρο 11 |
Οικογενειακά και κοινωνικά επιδόματα |
|
1. |
Γενική διάταξη |
|
2. |
Επίδομα στέγης |
|
3. |
Επίδομα τέκνων και άλλων συντηρούμενων προσώπων |
|
4. |
Επίδομα εκπαίδευσης |
|
5. |
Επίδομα ανάπηρων τέκνων και άλλων ανάπηρων συντηρούμενων προσώπων |
|
6. |
Επίδομα κατοικίας |
|
Άρθρο 12 |
Επίδομα αναπλήρωσης |
|
Άρθρο 13 |
Επίδομα εγκατάστασης |
|
1. |
Επιλεξιμότητα |
|
2. |
Βασικό ποσό του επιδόματος |
|
3. |
Συμπλήρωμα για συντηρούμενα πρόσωπα |
|
4. |
Συμπλήρωμα κινητικότητας |
|
5. |
Καταβολή του επιδόματος |
|
Άρθρο 14 |
Κρατήσεις |
|
1. |
Εσωτερικός φόρος |
|
2. |
Συνεισφορές στο συνταξιοδοτικό καθεστώς |
|
3. |
Συνεισφορές στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης |
|
4. |
Συνεισφορές σε καθεστώς συμπληρωματικής ασφάλισης |
|
Άρθρο 15 |
Προκαταβολές και επιστροφές των προκαταβολών επί του μισθού |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV |
ΕΞΟΔΑ ΤΑΞΙΔΙΟΥ |
|
Άρθρο 16 |
Εγκατάσταση και αποχώρηση |
|
Άρθρο 17 |
Έξοδα μετακόμισης |
|
Άρθρο 18 |
Επαγγελματικά ταξίδια |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V |
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ |
|
Άρθρο 19 |
Ωράρια και διάρκεια εργασίας |
|
Άρθρο 20 |
Μερική απασχόληση |
|
Άρθρο 21 |
Αργίες |
|
Άρθρο 22 |
Άδειες |
|
1. |
Ετήσια άδεια |
|
2. |
Άδεια άνευ αποδοχών |
|
3. |
Άδεια ασθένειας, άδεια μητρότητας, άδεια πατρότητας, γονική άδεια και άλλες ειδικές άδειες |
|
Άρθρο 23 |
Άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI |
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΑΓΩΓΗ |
|
Άρθρο 24 |
Γενικές διατάξεις |
|
Άρθρο 25 |
Διαδικασία |
|
Άρθρο 26 |
Επακόλουθα της αξιολόγησης |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII |
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΚΥΡΩΣΗ |
|
Άρθρο 27 |
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII |
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ |
|
Άρθρο 28 |
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX |
ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ |
|
Άρθρο 29 |
|
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ X |
ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ |
|
Άρθρο 30 |
|
|
ΤΙΤΛΟΣ III |
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΕΚΤΑΚΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ |
|
Άρθρο 31 |
Γενικές διατάξεις |
|
Άρθρο 32 |
Συμβάσεις |
|
Άρθρο 33 |
Αμοιβές |
|
Άρθρο 34 |
Ειδικές διατάξεις |
|
1. |
Έξοδα εγκατάστασης και αποχώρησης |
|
2. |
Άδεια |
|
ΤΙΤΛΟΣ IV |
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΕ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΑΣΚΟΥΜΕΝΟΥΣ |
|
Άρθρο 35 |
|
|
ΤΙΤΛΟΣ V |
ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ |
|
Άρθρο 36 |
|
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I |
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΑΠΩΛΕΙΑ ΘΕΣΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II |
ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III |
ΤΕΚΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV |
ΑΝΑΠΗΡΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V |
ΕΠΙΔΟΜΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI |
ΕΞΟΔΑ ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗΣ |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII |
ΕΞΟΔΑ ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΓΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII |
ΑΔΕΙΑ ΛΟΓΩ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ, ΑΔΕΙΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ, ΓΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX |
ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ X |
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Το Ινστιτούτο Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Ασφάλειας είναι οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνδεόμενος με τους Συντονισμένους Οργανισμούς.
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής
1. Ο παρών κανονισμός του προσωπικού εφαρμόζεται στο προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση από το Ινστιτούτο Μελετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Ασφάλειας («Ινστιτούτο»), εάν δεν υπάρχει αντίθετη απόφαση του συμβουλίου όσον αφορά το εκτός βαθμών προσωπικό (διευθυντής).
2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού του προσωπικού, ως «εργαζόμενος» νοούνται τα ακόλουθα φυσικά πρόσωπα:
|
α) |
οι υπάλληλοι που έχουν συνάψει σύμβαση με το Ινστιτούτο και κατέχουν θέσεις οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα θέσεων που επισυνάπτεται ετησίως ως παράρτημα στον προϋπολογισμό του Ινστιτούτου («συμβασιούχοι υπάλληλοι») και |
|
β) |
οι έκτακτοι υπάλληλοι που έχουν συνάψει σύμβαση με το Ινστιτούτο. |
Οι ad hoc αμειβόμενοι εμπειρογνώμονες και ασκούμενοι δεν είναι εργαζόμενοι του Ινστιτούτου και διέπονται από τις ειδικές διατάξεις του τίτλου IV.
3. Στον πίνακα των συμβασιούχων υπαλλήλων που επισυνάπτεται ως παράρτημα στον προϋπολογισμό του Ινστιτούτου ορίζεται ο αριθμός των θέσεων για κάθε κατηγορία και βαθμό.
Οι θέσεις των συμβασιούχων υπαλλήλων είναι θέσεις που αφορούν τα βασικά καθήκοντα του Ινστιτούτου και τα καθήκοντα που χαρακτηρίζονται από μονιμότητα.
4. Κάθε αναφορά, στον παρόντα κανονισμό του προσωπικού, σε πρόσωπο άρρεν νοείται ότι υποδηλώνει εξίσου πρόσωπο θήλυ και αντιστρόφως, εκτός εάν από τα συμφραζόμενα συνάγεται σαφώς άλλως.
5. Λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού του προσωπικού, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, περιγράφονται στους κανόνες εφαρμογής που πρέπει να καθοριστούν από τον διευθυντή. Το συμβούλιο ενημερώνεται δεόντως πριν εκδοθούν οι εν λόγω κανόνες εφαρμογής.
Ο διευθυντής μπορεί να μεταβιβάζει μέρος της αρμοδιότητάς του και υπογραφής του για την καθημερινή διαχείριση του Ινστιτούτου για ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο του παρόντος κανονισμού του προσωπικού.
ΤΙΤΛΟΣ I
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ
Άρθρο 2
1. Αρχή
Οι εργαζόμενοι υπάγονται στο διευθυντή και είναι υπόλογοι στον διευθυντή για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, δεσμεύονται δε να τα ασκούν με τη μέγιστη ακρίβεια και επαγγελματική ευσυνειδησία.
2. Συμπεριφορά
Οι εργαζόμενοι εκτελούν τα καθήκοντά τους και συμπεριφέρονται με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα του Ινστιτούτου. Ασκούν με απόλυτη εντιμότητα, διακριτικότητα και ευσυνειδησία τα καθήκοντα που τους ανατίθενται ως εργαζόμενοι. Δεν ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από οποιαδήποτε κυβέρνηση, αρχή, οργάνωση ή πρόσωπο ξένο προς το Ινστιτούτο.
Οι εργαζόμενοι, σε κάθε περίσταση, επιδεικνύουν συμπεριφορά που συνάδει προς την ιδιότητά τους ως εκπρόσωποι του Ινστιτούτου. Αποφεύγουν κάθε πράξη ή δραστηριότητα που δύναται καθ' οποιονδήποτε τρόπο να θίξει την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός τους ή την καλή φήμη του Ινστιτούτου.
3. Οικονομική ευθύνη
Οι εργαζόμενοι μπορεί να υποχρεωθούν να αποζημιώσουν το Ινστιτούτο, στο ακέραιο ή εν μέρει, για οποιαδήποτε οικονομική ζημία που υφίσταται αυτό λόγω αμέλειας ή εσκεμμένης μη τήρησης, εκ μέρους τους, οποιουδήποτε κανονισμού ή διαδικασίας που έχει εγκριθεί από το συμβούλιο ή τον διευθυντή.
Η επιτροπή προσφυγών έχει αρμοδιότητα για την επίλυση των διαφορών που ενδέχεται να προκύψουν κατά την παρούσα διάταξη.
4. Ασφάλεια
|
α) |
Κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι εργαζόμενοι λαμβάνουν γνώση των κανονισμών ασφάλειας του Ινστιτούτου. |
|
β) |
Για κάθε εργαζόμενο, υπότροφο και ασκούμενο μπορεί να ζητηθεί έλεγχος ασφάλειας προκειμένου να εξουσιοδοτηθεί η πρόσβασή του σε διαβαθμισμένα έγγραφα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η αίτηση για αυτήν την εξουσιοδότηση υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές από τον αξιωματικό ασφάλειας του Ινστιτούτου. Εν αναμονή της έκδοσης της εξουσιοδότησης ασφάλειας, μπορεί να χορηγηθεί από τον διευθυντή προσωρινή άδεια για την επεξεργασία διαβαθμισμένων εγγράφων. |
|
γ) |
Οι υπάλληλοι ενημερώνουν αμέσως τον αξιωματικό ασφάλειας του Ινστιτούτου για κάθε περιστατικό σχετικό με την εικαζόμενη απώλεια ή διαρροή διαβαθμισμένου εγγράφου. |
5. Βοήθεια και αποζημίωση
Το Ινστιτούτο παρέχει βοήθεια στους εργαζομένους οι οποίοι, λόγω της τρέχουσας ιδιότητάς τους ή των τρεχόντων καθηκόντων τους στο Ινστιτούτο και χωρίς να έχουν διαπράξει σφάλμα, γίνονται αντικείμενο απειλών, εξύβρισης, δυσφήμησης ή επίθεσης. Αποζημίωση των υλικών ζημιών που υπέστη ο εργαζόμενος είναι δυνατόν να δοθεί υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
α) |
ο εργαζόμενος δεν είναι, εκ δόλου ή εξ αμελείας, υπαίτιος των εν λόγω ζημιών, |
|
β) |
ο εργαζόμενος δεν πέτυχε ή δεν δύναται να πετύχει επανόρθωση των ζημιών, |
|
γ) |
ο εργαζόμενος εκχωρεί στο Ινστιτούτο τα δικαιώματά του έναντι τρίτων, ιδίως έναντι ασφαλιστικών εταιρειών. |
Κάθε σχετική απόφαση που ενδέχεται να συνεπάγεται δράση του Ινστιτούτου ή να έχει οικονομικές συνέπειες για το Ινστιτούτο λαμβάνεται από τον διευθυντή, ο οποίος διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την εκτίμηση των περιστατικών της κατάστασης, τη μορφή της βοήθειας που πρέπει να παρασχεθεί και, εάν απαιτείται, το ποσό της αποζημίωσης που θα χορηγηθεί. Το συμβούλιο ενημερώνεται δεόντως για κάθε απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει της παρούσας παραγράφου.
6. Δικαιώματα ιδιοκτησίας
Όλα τα δικαιώματα, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων κυριότητας, πνευματικής ιδιοκτησίας και ευρεσιτεχνίας, που αναφέρονται σε οποιαδήποτε εργασία που πραγματοποιήθηκε από τον εργαζόμενο κατά την άσκηση των επίσημων καθηκόντων του περιέρχονται στο Ινστιτούτο.
7. Εξωτερικές δραστηριότητες
|
α) |
Ο εργαζόμενος δεν κατέχει θέση ούτε ασκεί τακτική ή αμειβόμενη απασχόληση εκτός του Ινστιτούτου χωρίς προηγούμενη άδεια του διευθυντή. |
|
β) |
Ο εργαζόμενος δεν δέχεται χωρίς προηγούμενη άδεια του διευθυντή από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή άλλη πηγή εκτός του Ινστιτούτου καμία τιμητική διάκριση, παράσημο, εύνοια, δώρο ή καταβολή οποιουδήποτε είδους, εκτός εάν πρόκειται για αμοιβή για υπηρεσίες τις οποίες παρέσχε είτε πριν από τον διορισμό του είτε κατά τη διάρκεια ειδικής άδειας λόγω στρατιωτικής θητείας ή άλλης εθνικής υπηρεσίας και όσον αφορά την εν λόγω θητεία ή υπηρεσία. |
|
γ) |
Οι εργαζόμενοι απέχουν από οποιαδήποτε δημόσια ενέργεια ή δήλωση ή δημοσίευση εφόσον αυτή η ενέργεια, δήλωση ή δημοσίευση δεν συνάδει με τα καθήκοντα ή τις υποχρεώσεις διεθνούς δημόσιου υπαλλήλου ή ενδέχεται να γεννήσει ηθική ή υλική ευθύνη του Ινστιτούτου. |
|
δ) |
Ο εργαζόμενος δεν κατέχει, απευθείας ή εμμέσως, συμφέροντα σε εμπορική επιχείρηση τα οποία θα μπορούσαν, εκ της φύσεώς τους, να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του εργαζομένου κατά την άσκηση καθηκόντων στο Ινστιτούτο. |
|
ε) |
Τα καθήκοντα των ανώτερων αναλυτών περιλαμβάνουν την επίτευξη σχέσεων με οργανισμούς και πρόσωπα ξένα προς το Ινστιτούτο· επιτρέπεται επομένως στους ανώτερους αναλυτές να δίνουν διαλέξεις, να προβαίνουν σε ανακοινώσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και να δημοσιεύουν, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν λάβει προηγουμένως την έγκριση του διευθυντή. |
|
στ) |
Εάν ο σύζυγος ή η σύζυγος του εργαζομένου ή ο σύντροφος ή η σύντροφος δηλωμένης συμβιώσεως ασκεί επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα, ο εργαζόμενος ενημερώνει το διευθυντή. Σε περίπτωση που η φύση της επαγγελματικής δραστηριότητας αποδεικνύεται ασύμβατη προς εκείνη του εργαζομένου και εφόσον ο εργαζόμενος δεν είναι σε θέση να δεσμευθεί όσον αφορά την παύση της εντός καθορισμένης προθεσμίας, ο διευθυντής, έπειτα από ακρόαση του εργαζομένου και αφού διαβουλευθεί με την επιτροπή προσωπικού, αποφασίζει κατά πόσον ο εργαζόμενος μπορεί να παραμείνει στη θέση του. |
8. Υποψηφιότητα για δημόσιο ή πολιτικό λειτούργημα ή αξίωμα
|
α) |
Ο εργαζόμενος που επιθυμεί για προσωπικούς λόγους να θέσει υποψηφιότητα για δημόσιο ή πολιτικό λειτούργημα ή αξίωμα οφείλει να το δηλώσει στο διευθυντή. |
|
β) |
Κάθε εργαζόμενος που θέτει υποψηφιότητα για δημόσιο ή πολιτικό λειτούργημα ή αξίωμα τίθεται σε άδεια άνευ αποδοχών από την ημερομηνία κατά την οποία δηλώνει ότι θα αρχίσει την προεκλογική του εκστρατεία. |
|
γ) |
Εφόσον εκλεγεί, ο εργαζόμενος ζητεί τη λύση της σύμβασης. Η λύση της σύμβασης δεν γεννά δικαίωμα αποζημίωσης λόγω απώλειας θέσης απασχόλησης. |
|
δ) |
Εάν ο εργαζόμενος δεν αποδεχθεί το λειτούργημα ή αξίωμα, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα επαναφοράς στη θέση που κατείχε, με τον ίδιο βαθμό και αρχαιότητα (ή τις ίδιες αποδοχές για το έκτακτο προσωπικό), όπως κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο εργαζόμενος τέθηκε σε άδεια άνευ αποδοχών. |
|
ε) |
Κατά τη διάρκεια της άδειας άνευ αποδοχών διακόπτεται η συνέχεια της αρχαιότητας και δεν αποκτώνται συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Ωστόσο, εάν συμβασιούχος υπάλληλος αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα δυνάμει άλλου καθεστώτος συντάξεων, ο εν λόγω συμβασιούχος υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συνεχίσει να αποκτά περαιτέρω συνταξιοδοτικά δικαιώματα, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταβάλλει το σύνολο των αντίστοιχων εισφορών, τόσο των δικών του όσο και του εργοδότη. |
ΤΙΤΛΟΣ II
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
Προνόμια και ασυλίες
Άρθρο 3
Τα προνόμια και οι ασυλίες των οποίων απολαύουν οι συμβασιούχοι υπάλληλοι απονέμονται αποκλειστικά προς το συμφέρον του Ινστιτούτου και όχι για την προσωπική τους εξυπηρέτηση. Δεν απαλλάσσουν τους υπαλλήλους ούτε από την εκπλήρωση των ατομικών τους υποχρεώσεων ούτε από την τήρηση των εθνικών νόμων ή των αστυνομικών διατάξεων.
Σε περίπτωση συμβάντος στο οποίο εμπλέκονται τα προνόμια και οι ασυλίες αυτές, ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος αναφέρει αμέσως σχετικά στον διευθυντή. Σε περίπτωση παράβασης της τοπικής νομοθεσίας, ο διευθυντής μπορεί να αποφασίσει, εάν το κρίνει αναγκαίο, την άρση των προνομίων ή ασυλιών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Πρόσληψη και διάρκεια διορισμών
Άρθρο 4
Πρόσληψη
1. Ο διευθυντής καταρτίζει τις προσφορές εργασίας, εξαιρουμένης της δικής του. Το Ινστιτούτο είναι υπεύθυνο για τη δημοσίευση προσφορών εργασίας.
2. Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι διορίζονται από τον διευθυντή βάσει προσόντων και με δίκαιο και διαφανή διαγωνισμό.
3. Ως συμβασιούχοι υπάλληλοι προσλαμβάνονται μόνον υπήκοοι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4. Οι υποψήφιοι πρέπει να αποδεικνύουν ότι κατέχουν σε βάθος μία από τις γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι διαθέτουν ικανοποιητική γνώση μιας άλλης γλώσσας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
5. Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό κατατάσσονται σύμφωνα με τις κατηγορίες και τους βαθμούς των Συντονισμένων Οργανισμών.
6. Οι προσλαμβανόμενοι συμβασιούχοι υπάλληλοι κατατάσσονται στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού της θέσης τους. Εντούτοις, ο διευθυντής δύναται να χορηγήσει ανώτερο κλιμάκιο εάν το δικαιολογούν οι περιστάσεις.
7. Ο διευθυντής θεσπίζει κανόνες για την εκτέλεση του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 5
Όριο εργάσιμης ηλικίας
Το όριο εργάσιμης ηλικίας συμπίπτει με το τέλος του μήνα κατά τον οποίο ο υπάλληλος συμπληρώνει το εξηκοστό πέμπτο έτος ηλικίας. Ο διευθυντής δύναται, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, να επιτρέψει παρεκκλίσεις από τον κανόνα αυτό για δώδεκα επιπλέον μήνες κατ' ανώτατο όριο.
Άρθρο 6
Ιατρικές εξετάσεις
1. Κάθε συμβασιούχος υπάλληλος, πριν προσληφθεί, υποβάλλεται σε ιατρική εξέταση από ιατρικό κέντρο εγκεκριμένο από το Ινστιτούτο, το οποίο βεβαιώνει ότι αυτός είναι σωματικά ικανός να ασκεί τα καθήκοντά του.
2. Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι υποχρεούνται να πραγματοποιούν ετήσια εξέταση ιατρικού ελέγχου.
3. Το εγκεκριμένο από το Ινστιτούτο ιατρικό κέντρο εκτελεί προς τούτο χρέη εμπειρογνώμονα και ενημερώνει τον διευθυντή για τα ζητήματα που αφορούν την ικανότητα του συμβασιούχου υπαλλήλου να συνεχίσει την εργασία του.
4. Σε περίπτωση αρνητικής ιατρικής γνωμοδότησης μετά την ιατρική εξέταση που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 3, ο υποψήφιος ή ο συμβασιούχος υπάλληλος μπορεί, εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε η γνωμοδότηση αυτή από το Ινστιτούτο, να ζητήσει την υποβολή της υποθέσεώς του προς γνωμοδότηση σε ιατρική επιτροπή η οποία συγκροτείται από τρεις ιατρούς: έναν που επιλέγεται από τον διευθυντή, έναν από τον συμβασιούχο υπάλληλο και έναν από τους δύο άλλους ιατρούς.
Η ιατρική επιτροπή ακούει τον ιατρό που προέβη στην αρχική αρνητική γνωμοδότηση. Εάν η ιατρική επιτροπή επιβεβαιώσει το αρνητικό συμπέρασμα της ιατρικής εξέτασης που αναφέρεται:
|
α) |
στην παράγραφο 1, ο υποψήφιος καταβάλλει το 50 % των αμοιβών και του τρέχοντος κόστους, |
|
β) |
στην παράγραφο 3, το Ινστιτούτο επιχειρεί καταρχάς να μεταθέσει τον εργαζόμενο σε άλλη θέση κατάλληλη για την κατάστασή του. Εφόσον αυτό δεν είναι δυνατό, το Ινστιτούτο λύει τη σύμβασή του με εξάμηνη προειδοποίηση και συγκαλείται η επιτροπή αναπηρίας για να προσδιορίσει τα δικαιώματά του σε σύνταξη αναπηρίας σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού συντάξεων. |
Άρθρο 7
Διορισμοί
1. Συμβάσεις
Οι συμβάσεις είναι τριετούς διάρκειας. Ο διευθυντής δύναται να παρατείνει τη σύμβαση για παρόμοιες ή μικρότερες καθορισμένες περιόδους. Ο συμβασιούχος υπάλληλος ενημερώνεται τουλάχιστον έξι μήνες πριν από τη λήξη του συμβολαίου του για την πιθανή παράτασή του για νέα ορισμένη διάρκεια.
Για τους ανώτερους αναλυτές, ο συνολικός αριθμός των συμβάσεων που προσφέρονται δεν υπερβαίνει συνολικά τα πέντε έτη. Για το λοιπό προσωπικό, αυτή η συνολική περίοδος είναι εννέα έτη. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο διευθυντής δύναται, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, να παρατείνει τη σύμβαση πέραν των εννέα ετών, για χρονικό διάστημα μικρότερο των δώδεκα μηνών.
Όταν ο συμβασιούχος υπάλληλος θα έχει ήδη συγκεντρώσει δέκα έτη συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στα συνταξιοδοτικά καθεστώτα των Συντονισμένων Οργανισμών την 1η Αυγούστου 2016, ουδείς περιορισμός εφαρμόζεται όσον αφορά τη συνολική διάρκεια των συμβάσεων.
Όταν ο συμβασιούχος υπάλληλος έχει τρέχουσα σύμβαση την 1η Αυγούστου 2016 και θα έχει ήδη υπερβεί τα εννέα έτη συνεχούς θητείας στο Ινστιτούτο με την ολοκλήρωση της εν λόγω σύμβασης, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σύμβαση αορίστου χρόνου με τη συμπλήρωση δέκα ετών συνεχούς θητείας.
2. Δοκιμαστική περίοδος
|
α) |
Κάθε αρχική σύμβαση προβλέπει δοκιμαστική περίοδο εννέα μηνών από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων. |
|
β) |
Εάν, στη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου του, συμβασιούχος υπάλληλος κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του, λόγω ασθένειας ή ατυχήματος, για διάστημα τουλάχιστον ενός μηνός, ο διευθυντής μπορεί να παρατείνει τη δοκιμαστική περίοδο για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα. |
|
γ) |
Ένα μήνα πριν από τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου, συντάσσεται έκθεση σχετικά με τις ικανότητες που διαθέτει ο συμβασιούχος υπάλληλος για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, καθώς και σχετικά με την απόδοσή του και τη συμπεριφορά του στην υπηρεσία. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στον συμβασιούχο υπάλληλο. |
|
δ) |
Ο συμβασιούχος υπάλληλος που δεν επιδεικνύει επαρκή προσόντα για να διατηρηθεί στη θέση του απολύεται. |
|
ε) |
Σε περίπτωση έκδηλης ανικανότητας του συμβασιούχου υπαλλήλου, είναι δυνατόν να συντάσσεται έκθεση σε οποιαδήποτε στιγμή της δοκιμαστικής περιόδου. Η έκθεση διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο. |
|
στ) |
Βάσει της εκθέσεως, ο διευθυντής μπορεί να αποφασίσει να απολύσει τον συμβασιούχο υπάλληλο πριν από τη λήξη της δοκιμαστικής περιόδου, με προειδοποίηση ενός μηνός. Η διάρκεια της υπηρεσίας δεν μπορεί, ωστόσο, να ξεπεράσει τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου. |
|
ζ) |
Ο συμβασιούχος υπάλληλος που απολύεται στη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου κατόπιν αρνητικής εκθέσεως δεν δικαιούται αποζημίωσης για απώλεια θέσης απασχόλησης. |
|
η) |
Η δοκιμαστική περίοδος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διάρκειας της αρχικής σύμβασης. Γεννά δικαιώματα αρχαιότητας και σύνταξης. |
3. Λύση συμβάσεων
|
α) |
Το Ινστιτούτο μπορεί να λύει ή να μην παρατείνει τις συμβάσεις στις ακόλουθες περιπτώσεις:
Στις περιπτώσεις των σημείων i έως vi, οι συμβάσεις λύονται ή δεν παρατείνονται με εξάμηνη προειδοποίηση, ενώ στην περίπτωση του σημείου vii με προειδοποίηση ενός μηνός. |
|
β) |
Ο συμβασιούχος υπάλληλος μπορεί να καταγγέλλει τη σύμβασή του με προειδοποίηση τριών μηνών για οποιονδήποτε προσωπικό λόγο τον οποίο δεν υποχρεούται να αποκαλύψει. |
4. Αποζημίωση για απώλεια θέσης απασχόλησης
Η λύση ή η μη επέκταση της σύμβασης με πρωτοβουλία του Ινστιτούτου, εφόσον δεν οφείλεται σε πειθαρχικούς λόγους, συνεπάγεται αποζημίωση υπό τους όρους που προβλέπονται στο παράρτημα I.
5. Μείωση της προθεσμίας προειδοποίησης για τη λύση της σύμβασης
Εάν αυτό απαιτούν οι ανάγκες της υπηρεσίας, είναι δυνατό να μειωθεί η προθεσμία της προειδοποίησης που προβλέπεται στην παράγραφο 3 στοιχείο α). Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος δικαιούται της καταβολής συμπληρωματικού ποσού που αντιστοιχεί στον μισθό και τα επιδόματα και αποζημιώσεις που θα είχε λάβει εάν η ημερομηνία πραγματικής λήξεως της σύμβασής του συνέπιπτε με τη λήξη της εξάμηνης προθεσμίας προειδοποίησης.
Οι παρούσες διατάξεις δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση λύσης της σύμβασης για πειθαρχικούς λόγους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Μισθοί επιδόματα και αποζημιώσεις
Άρθρο 8
Γενικές διατάξεις
1. Οι αποδοχές που καταβάλλονται στον συμβασιούχο υπάλληλο του Ινστιτούτου περιλαμβάνουν τον βασικό μισθό, το επίδομα αποδημίας και τα οικογενειακά και κοινωνικά επιδόματα.
Επί των αποδοχών αυτών γίνονται οι συνεισφορές και κρατήσεις όσον αφορά τον εσωτερικό φόρο, το συνταξιοδοτικό καθεστώς και το καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης.
Τα οφειλόμενα ποσά καταβάλλονται στους τρέχοντες τραπεζικούς λογαριασμούς των συμβασιούχων υπαλλήλων το αργότερο κατά τη διάρκεια της τελευταίας εργάσιμης εβδομάδας κάθε μήνα.
Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι υποχρεούνται να ενημερώνουν αμελλητί το Ινστιτούτο για οποιαδήποτε μεταβολή της προσωπικής τους κατάστασης που ενδέχεται να έχει οικονομικές συνέπειες. Οι εν λόγω μεταβολές λαμβάνονται υπόψη για την αμοιβή του μήνα που έπεται της γνωστοποιήσεως εκ μέρους τους στη διοίκηση του Ινστιτούτου με αναδρομική ισχύ.
2. Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι οφείλουν να επιστρέψουν στο Ινστιτούτο κάθε αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό.
Το δικαίωμα του Ινστιτούτου να ανακτήσει οποιαδήποτε αχρεωστήτως καταβληθείσα πληρωμή παύει να ισχύει δύο έτη μετά την ημερομηνία κατά την οποία το Ινστιτούτο έχει αντιληφθεί ότι η πληρωμή ήταν αδικαιολόγητη. Εάν υπάρχουν εκκρεμείς απαιτήσεις για αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά έναντι του συμβασιούχου υπαλλήλου, η ανάκτηση πραγματοποιείται από τις μηνιαίες ή άλλες πληρωμές που οφείλονται στον ενδιαφερόμενο, λαμβάνοντας υπόψη την κοινωνική και οικονομική του κατάσταση. Απαιτήσεις έναντι του Ινστιτούτου για την καταβολή μισθού, αποζημιώσεων, επιδομάτων, παροχών ή άλλων ποσών που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού του προσωπικού παύουν να ισχύουν δύο έτη μετά την ημερομηνία κατά την οποία η καταβολή θα οφειλόταν ή την ημερομηνία κατά την οποία ο εργαζόμενος έλαβε γνώση ή όφειλε να γνωρίζει ότι η πληρωμή αυτή οφειλόταν, εφόσον δεν συμπίπτουν.
Άρθρο 9
Βασικός μισθός
Ο καθαρός βασικός μισθός αντιστοιχεί στο ποσό το οποίο αναγράφεται ως προς τον βαθμό και το κλιμάκιο κάθε συμβασιούχου υπαλλήλου στον πίνακα που εγκρίνεται κατ' έτος από το συμβούλιο, με βάση την πρόταση που υποβάλλει η Συντονισμένη Επιτροπή Αποδοχών.
Ο ακαθάριστος βασικός μισθός αντιστοιχεί στον καθαρό βασικό μισθό στον οποίο προστίθεται το ποσό του εσωτερικού φόρου που οφείλει ο συμβασιούχος υπάλληλος.
Άρθρο 10
Επίδομα αποδημίας
1. Κανόνες που εφαρμόζονται στους συμβασιούχους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού του προσωπικού
Το επίδομα αποδημίας καταβάλλεται στους συμβασιούχους υπαλλήλους οι οποίοι, κατά την αρχική τους πρόσληψη, δεν είχαν την ιθαγένεια του κράτους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος μόνιμης απασχόλησής τους και δεν είχαν τη συνήθη διαμονή τους στο έδαφος του εν λόγω κράτους επί τρία ή περισσότερα έτη αμέσως πριν από την πρόσληψή τους από το Ινστιτούτο.
Το επίδομα αυτό παύει να καταβάλλεται σε περίπτωση τοποθέτησης του συμβασιούχου υπαλλήλου στο κράτος του οποίου έχει την ιθαγένεια.
Το ποσό του επιδόματος προσδιορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα II σημείο 1 στοιχείο α).
Στην περίπτωση που ο υπάλληλος προσλαμβάνεται από το Ινστιτούτο αμέσως μετά τη λήξη της απασχόλησής του σε άλλο διεθνή οργανισμό ή σε διοικητική υπηρεσία στο κράτος στο οποίο ασκεί τα καθήκοντά του, τα έτη υπηρεσίας στον προηγούμενο εργοδότη του λαμβάνονται υπόψη για τη θεμελίωση του δικαιώματος επιδόματος αποδημίας και για τον υπολογισμό του ποσού του.
2. Κανόνες που εφαρμόζονται στους συμβασιούχους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού του προσωπικού
|
α) |
Το επίδομα αποδημίας καταβάλλεται στους συμβασιούχους υπαλλήλους οι οποίοι, κατά τον χρόνο του διορισμού τους από το Ινστιτούτο:
Ως «περιοχή τοπικής μετακίνησης» ορίζεται περιοχή σε ακτίνα 100 km από τον τόπο εργασίας. |
|
β) |
Σε περίπτωση συμβασιούχου υπαλλήλου ο οποίος δικαιούταν του επιδόματος αποδημίας και αναλάμβανε τα καθήκοντά του σε θέση εργασίας στην οποία δεν πληρούσε τα τέσσερα κριτήρια που αναφέρονται στο στοιχείο α), τότε παύει να δικαιούται του επιδόματος αποδημίας. |
|
γ) |
Σε περίπτωση συμβασιούχου υπαλλήλου ο οποίος δεν δικαιούταν του επιδόματος αποδημίας και αναλάμβανε τα καθήκοντά του σε θέση εργασίας στην οποία πληροί τα τέσσερα αυτά κριτήρια, τότε αρχίζει να δικαιούται το επίδομα αποδημίας. |
|
δ) |
Στην περίπτωση συμβασιούχου υπαλλήλου που έχει εργαστεί σε Συντονισμένο Οργανισμό ή σε οργανισμό που συνδέεται με τους Συντονισμένους Οργανισμούς και ο οποίος δικαιούται επιδόματος αποδημίας και αναλαμβάνει καθήκοντα με το Ινστιτούτο στην ίδια χώρα ή σε περίπτωση που συμβασιούχος υπάλληλος άλλου διεθνούς οργανισμού ή μέλος της διοίκησης ή των ενόπλων δυνάμεων της χώρας καταγωγής αναλαμβάνει καθήκοντα στο Ινστιτούτο χωρίς να αλλάξει χώρα, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 στοιχείο α) σημεία iii) και iv). |
|
ε) |
Επαλήθευση της επιλεξιμότητας
|
|
στ) |
Συναφή επιδόματα Η μείωση σε μηδενικό βαθμό του επιδόματος αποδημίας δεν μπορεί να αποκλείσει τον συμβασιούχο υπάλληλο από το δικαίωμα παροχής του επιδόματος εκπαίδευσης ή της άδειας διαμονής στη χώρα καταγωγής. |
|
ζ) |
Ο συντελεστής του επιδόματος υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα II σημείο 1 στοιχείο β). |
Άρθρο 11
Οικογενειακά και κοινωνικά επιδόματα
1. Γενική διάταξη
Όταν η Συντονισμένη Επιτροπή Αποδοχών εκδίδει σύσταση σχετικά με τα οικογενειακά και κοινωνικά επιδόματα, το συμβούλιο καλείται να γνωμοδοτήσει σχετικά με τη δυνατότητα να τα εγκρίνει με τροποποίηση του παρόντος κανονισμού του προσωπικού.
Τα επιδόματα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και ανάλογα επιδόματα τα οποία δικαιούνται έγγαμο ζεύγος ή άγαμος συμβασιούχος υπάλληλος από άλλη πηγή δεν έχουν σωρευτικό χαρακτήρα.
Κάθε συμβασιούχος υπάλληλος, ο σύζυγός ή η σύζυγός του, οι συντηρούμενοι από αυτόν ή ο σύντροφος ή η σύντροφός του δηλωμένης συμβιώσεως που λαμβάνει ή δικαιούται επίδομα ανάλογο με τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο από άλλες εθνικές ή διεθνείς πηγές υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά τη διοίκηση του Ινστιτούτου, ώστε να μειωθούν αντιστοίχως τα επιδόματα που του χορηγεί το Ινστιτούτο.
Η υπηρεσία διοίκησης του Ινστιτούτου δικαιούται να απαιτήσει κάθε επίσημο έγγραφο που θεωρεί αναγκαίο για τη θεμελίωση δικαιώματος σε οποιοδήποτε επίδομα.
2. Επίδομα στέγης
|
α) |
Το επίδομα στέγης χορηγείται και καταβάλλεται μηνιαίως σε κάθε συμβασιούχο υπάλληλο ο οποίος:
|
|
β) |
Το επίδομα στέγης ισούται προς το 6 % του καθαρού βασικού μισθού. |
|
γ) |
Στην περίπτωση:
το επίδομα ισούται προς τη διαφορά μεταξύ, αφενός, του καθαρού βασικού μισθού του βαθμού Β3, κλιμάκιο 1, συν το ποσό του επιδόματος που θα έπρεπε να λάβει θεωρητικά ο συμβασιούχος υπάλληλος και, αφετέρου, του ποσού του επαγγελματικού εισοδήματος του συζύγου ή της συζύγου ή του συντρόφου ή της συντρόφου του δηλωμένης συμβιώσεως Εάν το δεύτερο αυτό ποσό είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το πρώτο, ο υπάλληλος δεν λαμβάνει επίδομα. |
|
δ) |
Το επίδομα στέγης δεν καταβάλλεται σε συμβασιούχο υπάλληλο του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος ή ο σύντροφος ή η σύντροφος δηλωμένης συμβιώσεως είναι συμβασιούχος υπάλληλος του Ινστιτούτου ή μέλος Συντονισμένου Οργανισμού ή οργανισμού συνδεόμενου με τους Συντονισμένους Οργανισμούς και έχει βασικό μισθό ανώτερο του δικού του. |
3. Επίδομα τέκνων και άλλων συντηρούμενων προσώπων:
|
α) |
Χορηγείται και καταβάλλεται επίδομα μηνιαίως σε κάθε συμβασιούχο υπάλληλο που συντηρεί, κυρίως και συνεχώς, τέκνο ή άλλα συντηρούμενα πρόσωπα όπως ορίζεται στο παράρτημα III. |
|
β) |
Το εν λόγω επίδομα είναι ορισμένου ποσού για κάθε συντηρούμενο πρόσωπο και καθορίζεται στον πίνακα που εγκρίνεται κατ' έτος από το συμβούλιο, με βάση την πρόταση που υποβάλλει η Συντονισμένη Επιτροπή Αποδοχών. |
|
γ) |
Στην περίπτωση συζύγων ή συντρόφων δηλωμένης συμβιώσεως που εργάζονται και οι δύο στο Ινστιτούτο ή σε Συντονισμένο Οργανισμό, το επίδομα καταβάλλεται σε εκείνον που λαμβάνει το επίδομα στέγης ή αντίστοιχη αποζημίωση. |
Οι ορισμοί που σχετίζονται με το επίδομα τέκνων και άλλων συντηρούμενων προσώπων και οι προϋποθέσεις χορήγησής του παρατίθενται στο παράρτημα III.
4. Επίδομα εκπαίδευσης
|
α) |
Χορηγείται επίδομα εκπαίδευσης σε κάθε συμβασιούχο υπάλληλο που δικαιούται επίδομα στέγης και του οποίου το συντηρούμενο τέκνο, όπως ορίζεται στο παράρτημα III, είναι τουλάχιστον πέντε ετών και φοιτά σε τακτικό ίδρυμα πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με πλήρες ωράριο. Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση δεν περιλαμβάνει τα νηπιαγωγεία και τα προς αυτά εξομοιούμενα ιδρύματα. |
|
β) |
Το επίδομα εκπαίδευσης ισούται με το διπλάσιο του ποσού του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου. Το επίδομα καταβάλλεται για κάθε συντηρούμενο τέκνο εφάπαξ κατά την έναρξη του σχολικού έτους, κατόπιν προσκόμισης των δικαιολογητικών. |
|
γ) |
Για τους συμβασιούχους υπαλλήλους:
το επίδομα εκπαίδευσης δεν υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου που πρέπει να καταβάλλεται μηνιαίως κατά την υποβολή των δικαιολογητικών. Το δικαίωμα στο επίδομα εκπαίδευσης αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο το τέκνο αρχίζει να φοιτά σε ένα από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που αναφέρονται στο σημείο i) ή ii) και λήγει στο τέλος του μήνα κατά τον οποίο το τέκνο τελειώνει τις σπουδές του ή στο τέλος του μήνα κατά τον οποίο το τέκνο φτάνει στην ηλικία των 26 ετών, ό,τι συμβεί πρώτο. |
5. Επίδομα ανάπηρων τέκνων και άλλων ανάπηρων συντηρούμενων προσώπων
|
α) |
Το επίδομα ανάπηρων τέκνων και άλλων ανάπηρων συντηρούμενων προσώπων χορηγείται και καταβάλλεται μηνιαίως σε κάθε συμβασιούχο υπάλληλο που είναι, κυρίως και συνεχώς, υπεύθυνος για τη φροντίδα τέτοιου ανάπηρου τέκνου ή άλλου ανάπηρου συντηρούμενου προσώπου. Το τέκνο ή συντηρούμενο πρόσωπο πρέπει να πληροί τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παράρτημα III. |
|
β) |
Οι λεπτομέρειες χορήγησης και καταβολής του επιδόματος παρατίθενται στο παράρτημα IV. |
6. Επίδομα κατοικίας
|
α) |
Το επίδομα κατοικίας καταβάλλεται μηνιαίως στους συμβασιούχους υπαλλήλους των βαθμών Β, C και A1 που ενοικιάζουν ή υπενοικιάζουν κατοικία για το ενοίκιο της οποίας — μη περιλαμβανομένων των εξόδων που κατά τα ισχύοντα στο κράτος διαμονής επιβαρύνουν τον ενοικιαστή — διαθέτουν μέρος των αποδοχών τους υπερβαίνον ένα καθορισμένο όριο της αμοιβής τους. |
|
β) |
Ο τρόπος υπολογισμού του επιδόματος παρατίθεται στο παράρτημα V. |
|
γ) |
Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που λαμβάνουν επίδομα κατοικίας ενημερώνουν αμέσως το Ινστιτούτο για κάθε αλλαγή κατάστασης που ενδέχεται να συνεπάγεται μεταβολή του δικαιώματος στο επίδομα αυτό ή του ποσού του επιδόματος. |
Άρθρο 12
Επίδομα αναπλήρωσης
Ο συμβασιούχος υπάλληλος δύνανται να κληθεί να καταλάβει προσωρινά θέση που αντιστοιχεί σε βαθμό ανώτερο του δικού του. Στην αρχή του δεύτερου μήνα αυτής της προσωρινής τοποθέτησης, ο συμβασιούχος υπάλληλος εισπράττει εξισωτικό επίδομα ίσο με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών του δικού του βαθμού και κλιμακίου και των αποδοχών τις οποίες θα λάμβανε στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού που αντιστοιχεί στην προσωρινή του τοποθέτηση.
Η διάρκεια της προσωρινής τοποθέτησης δεν υπερβαίνει το ένα έτος, εκτός εάν η τοποθέτηση έχει ως αντικείμενο να εξασφαλίσει, άμεσα ή έμμεσα, την αντικατάσταση συμβασιούχου υπαλλήλου που έχει αποσπαστεί σε άλλη θέση ή είναι σε αναρρωτική άδεια που έχει επιμηκυνθεί.
Άρθρο 13
Επίδομα εγκατάστασης
1. Επιλεξιμότητα
|
α) |
Συμβασιούχοι υπάλληλοι των οποίων η τουλάχιστον κατά ένα έτος τρέχουσα και συνήθης κατοικία τους τη στιγμή του διορισμού τους ή η μετάθεσή τους για τουλάχιστον ένα έτος σε άλλο τόπο εργασίας απέχει περισσότερο από 100 km από την καθορισμένη θέση απασχόλησής τους και οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν και να επιβεβαιώσουν, υποβάλλοντας τα κατάλληλα έγγραφα, ότι έχουν πράγματι μετακομίσει για να αναλάβουν καθήκοντα, είναι επιλέξιμοι για το επίδομα εγκατάστασης. |
|
β) |
Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο στοιχείο α) αλλά προσλαμβάνονται για διάστημα μικρότερο του έτους και των οποίων ο διορισμός ή οι συνεχόμενοι διορισμοί εκτείνονται πέραν του ενός έτους είναι επίσης επιλέξιμοι για το επίδομα εγκατάστασης. |
2. Βασικό ποσό του επιδόματος
3. Συμπλήρωμα για συντηρούμενα πρόσωπα
Ο σύζυγος ή η σύζυγος του συμβασιούχου υπαλλήλου ή, ελλείψει συζύγου, το πρώτο συντηρούμενο πρόσωπο δίνει στον συμβασιούχο υπάλληλο το δικαίωμα σε συμπλήρωμα για συντηρούμενα πρόσωπα ίσο με αύξηση του βασικού ποσού κατά 20 %. Άλλοι εξαρτώμενοι γεννούν δικαίωμα σε αύξηση της τάξεως του 10 %. Το συμπλήρωμα για συντηρούμενα πρόσωπα δεν μπορεί να υπερβαίνει το 100 % του βασικού ποσού.
4. Συμπλήρωμα κινητικότητας
Χορηγείται συμπλήρωμα κινητικότητας σε συμβασιούχους υπαλλήλους οι οποίοι ορίζουν την τρέχουσα και συνήθη κατοικία τους σε άλλο τόπο εργασίας σε απόσταση άνω των 100 km λόγω της μετάθεσής τους για τουλάχιστον ένα έτος. Το συμπλήρωμα αυτό ισούται με το 75 % του βασικού ποσού.
5. Καταβολή του επιδόματος
|
α) |
Το επίδομα καταβάλλεται όταν ο επιλέξιμος συμβασιούχος υπάλληλος αναλαμβάνει καθήκοντα ή μετατίθεται σε διαφορετικό τόπο εργασίας. |
|
β) |
Το συμπλήρωμα για συντηρούμενα πρόσωπα που αναφέρεται στην παράγραφο 3 υπολογίζεται και καταβάλλεται με την αιτιολόγηση ότι κάθε άτομο που σχετίζεται με αυτήν την αύξηση έχει ορίσει την τρέχουσα και συνήθη διαμονή του με τον συμβασιούχο υπάλληλο στον τόπο εργασίας. |
|
γ) |
Ο συμβασιούχος υπάλληλος που παραιτείται κατά το έτος που ακολουθεί την πρόσληψή του ή τη μετάθεσή του σε άλλο τόπο εργασίας επιστρέφει το επίδομα σε αναλογική βάση για τον χρόνο που υπολείπεται για τους δώδεκα μήνες. |
|
δ) |
Ο συμβασιούχος υπάλληλος δεν απαιτείται να επιστρέψει το επίδομα, αν το Ινστιτούτο παύσει τη σύμβασή του εντός του έτους μετά την πρόσληψή του ή τη μετάθεσή του. Ωστόσο, η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται εάν το Ινστιτούτο καταγγείλει τον διορισμό ως αποτέλεσμα πειθαρχικής κυρώσεως, οπότε ο συμβασιούχος υπάλληλος επιστρέφει το σύνολο του επιδόματος. |
|
ε) |
Ο συμβασιούχος υπάλληλος δεν απαιτείται να επιστρέψει το επίδομα στο Ινστιτούτο, εάν ο συμβασιούχος υπάλληλος επαναδιορίζεται στη συνέχεια από το Ινστιτούτο μετά τη λήξη της προηγούμενης θητείας του σε αυτό. |
Άρθρο 14
Κρατήσεις
1. Εσωτερικός φόρος
Ο εσωτερικός φόρος είναι ίσος προς το 40 % του βασικού μισθού που αντιστοιχεί στον βαθμό και το κλιμάκιο του υπαλλήλου. Το εν λόγω ποσό εμφανίζεται ως μηνιαία παρακράτηση στα φύλλα μισθοδοσίας.
2. Συνεισφορές στο συνταξιοδοτικό καθεστώς
Από τις αποδοχές των συμβασιούχων υπαλλήλων κρατείται μηνιαίως και περιέρχεται στο αποθεματικό ταμείο συντάξεων του Ινστιτούτου ποσό εγκρινόμενο από τους Συντονισμένους Οργανισμούς για το συνταξιοδοτικό καθεστώς των συμβασιούχων υπαλλήλων, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό του καθαρού βασικού μισθού.
3. Συνεισφορές στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης
|
α) |
Από τις αποδοχές των συμβασιούχων υπαλλήλων κρατείται μηνιαίως ποσό για τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης, ίσο προς το 5,5 % του καθαρού βασικού μισθού. Το εν λόγω ποσό προστίθεται στην εισφορά του εργοδότη και καταβάλλεται στον τοπικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης υπεύθυνο για τη συλλογή αυτών των συνεισφορών (URSSAF). |
|
β) |
Κατά παρέκκλιση του στοιχείου α), οι συμβασιούχοι υπάλληλοι μπορούν να επιλέξουν την υπαγωγή τους στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Ινστιτούτου κατά τη στιγμή της πρόσληψής τους ή όταν το παρόν στοιχείο καθίσταται εφαρμοστέο σύμφωνα το τελευταίο εδάφιο του παρόντος στοιχείου. Το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Ινστιτούτου καλύπτει ιατρική περίθαλψη, ανικανότητα/αναπηρία και ασφάλιση ζωής. Όταν συμβασιούχος υπάλληλος επιλέγει αυτήν την υπαγωγή, κρατείται μηνιαίως ποσό για τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης από τις αποδοχές του. Η εν λόγω μηνιαία κράτηση ανέρχεται στο ένα τρίτο των συνεισφορών που πρέπει να καταβάλλονται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Ινστιτούτου. Τα υπόλοιπα δύο τρίτα βαρύνουν το Ινστιτούτο. Το ποσοστό της μηνιαίας κράτησης από τις αποδοχές των συμβασιούχων υπαλλήλων καθορίζεται στην αρχή του έτους για τους επόμενους δώδεκα μήνες, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του Ινστιτούτου και της ασφαλιστικής εταιρείας που έχει αναλάβει το καθεστώς. Το ποσό που κρατείται από τις αποδοχές των συμβασιούχων υπαλλήλων προστίθεται στο ποσό του εργοδοτικού μεριδίου. Το παρόν στοιχείο εφαρμόζεται από και υπό την προϋπόθεση της έναρξης ισχύος της διμερούς συμφωνίας μεταξύ του Ινστιτούτου και των αρμόδιων εθνικών αρχών που επιτρέπει την εφαρμογή του. |
4. Συνεισφορές σε καθεστώς συμπληρωματικής ασφάλισης
Κρατείται μηνιαίως ποσό για συμπληρωματική ασφάλιση από τις αποδοχές των συμβασιούχων υπαλλήλων οι οποίοι δεν έχουν επιλέξει την υπαγωγή στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Ινστιτούτου. Το ποσοστό καθορίζεται στην αρχή του έτους για τους επόμενους δώδεκα μήνες, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του Ινστιτούτου και της ασφαλιστικής εταιρείας που έχει αναλάβει το καθεστώς. Το ποσό της κράτησης προστίθεται στο ποσό του εργοδοτικού μεριδίου και καταβάλλεται στο τέλος του έτους στην εταιρεία που παρέχει αυτήν την ασφάλιση.
Άρθρο 15
Προκαταβολές και επιστροφές των προκαταβολών επί του μισθού
1. Εάν δεν υπάρχει αντίθετη απόφαση του διευθυντή και εντός των ορίων των ταμειακών δυνατοτήτων, ο προϊστάμενος Διοίκησης και Προσωπικού του Ινστιτούτου δύναται να επιτρέψει τη χορήγηση άτοκης προκαταβολής μισθού στους συμβασιούχους υπαλλήλους που αντιμετωπίζουν απρόβλεπτες προσωπικές οικονομικές δυσχέρειες.
2. Το ποσό αυτής της προκαταβολής δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό καθαρού βασικού μισθού τριών μηνών.
3. Η επιστροφή αυτών των προκαταβολών γίνεται με μηνιαία παρακράτηση επί των αποδοχών των υπαλλήλων· η αποπληρωμή των προκαταβολών πρέπει να ολοκληρώνεται εντός προθεσμίας δώδεκα μηνών, η οποία αρχίζει από το τέλος του μήνα που χορηγήθηκε η προκαταβολή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Έξοδα ταξιδίου
Άρθρο 16
Εγκατάσταση και αποχώρηση
1. Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι δικαιούνται επιστροφής των εξόδων ταξιδιού για τους ίδιους και τα μέλη της οικογένειάς τους που πράγματι συγκατοικούν με αυτούς, από τον τόπο της προηγούμενης απασχόλησής τους στον τόπο του Ινστιτούτου.
2. Το ίδιο δικαίωμα θεμελιώνεται επίσης όταν οι συμβασιούχοι υπάλληλοι αποχωρούν οριστικά από τη θέση τους στο Ινστιτούτο και επιστρέφουν στη χώρα όπου κατοικούσαν πριν από τον διορισμό τους στο Ινστιτούτο ή εάν ο συμβασιούχος υπάλληλος μετακινείται σε άλλη χώρα εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
3. Οι επιστροφές γίνονται βάσει του παραρτήματος VI μέρος I.
Άρθρο 17
Έξοδα μετακόμισης
1. Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι δικαιούνται επιστροφής των εξόδων μετακόμισης από τον τόπο της προηγούμενης απασχόλησής τους στον τόπο του Ινστιτούτου.
Το ίδιο δικαίωμα θεμελιώνεται επίσης όταν οι συμβασιούχοι υπάλληλοι αποχωρούν οριστικά από τη θέση τους στο Ινστιτούτο και επιστρέφουν στη χώρα όπου κατοικούσαν πριν από τον διορισμό τους στο Ινστιτούτο ή εάν ο συμβασιούχος υπάλληλος μετακινείται σε άλλη χώρα εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
2. Η επιστροφή των εξόδων καλύπτει τη μετακόμιση της προσωπικής οικοσκευής του συμβασιούχου υπαλλήλου, εκτός αυτοκινήτων, σκαφών ή άλλου τύπου μεταφορικού οχήματος.
Η επιστροφή των εξόδων γίνεται απευθείας στον ενδιαφερόμενο συμβασιούχο υπάλληλο, μετά την προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου του τιμολογίου από τον συμβασιούχο υπάλληλο. Το Ινστιτούτο δύναται να καταβάλει το ποσό απευθείας, μετά την προσκόμιση του τιμολογίου από την επιχείρηση μετακόμισης.
Οι προϋποθέσεις και οι λεπτομέρειες αυτών των επιστροφών παρατίθενται στο παράρτημα VI.
Άρθρο 18
Επαγγελματικά ταξίδια
Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που είναι διορισμένοι στο Ινστιτούτο δικαιούνται επιστροφής των εξόδων για τα επαγγελματικά ταξίδια που πραγματοποιούν κατ' εντολή του διευθυντή.
Οι επιστροφές αφορούν τα έξοδα ταξιδιού αυτά καθαυτά, καθώς και τα έξοδα παραμονής και τα συναφή έξοδα στον τόπο όπου αποστέλλονται οι συμβασιούχοι υπάλληλοι. Οι προϋποθέσεις, οι κλίμακες και οι λεπτομέρειες αυτών των επιστροφών παρατίθενται στο παράρτημα VII.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
Εσωτερική οργάνωση
Άρθρο 19
Ωράρια και διάρκεια εργασίας
1. Η κανονική διάρκεια εργασίας για τους συμβασιούχους υπαλλήλους είναι σαράντα ώρες εβδομαδιαίως, κατανεμημένες σύμφωνα με γενικό ωράριο το οποίο καταρτίζει ο διευθυντής.
2. Ο διευθυντής δύναται να επιτρέψει ευέλικτα ωράρια για το σύνολο του προσωπικού ή σύμφωνα με την προσωπική κατάσταση των συμβασιούχων υπαλλήλων ή τις ειδικές απαιτήσεις της εργασίας τους.
3. Εάν αυτό απαιτείται λόγω εξαιρετικών, κατά την κρίση του διευθυντή, περιστάσεων, είναι δυνατό να ζητηθεί από ορισμένους συμβασιούχους υπαλλήλους να εργασθούν τα σαββατοκύριακα ή τις αργές. Στην περίπτωση αυτή, θεμελιώνεται δικαίωμα αντιστάθμισης σε αντίστοιχο ελεύθερο χρόνο κατά τη διάρκεια εργάσιμης ημέρας.
Άρθρο 20
Μερική απασχόληση
1. Ο συμβασιούχος υπάλληλος μπορεί να ζητήσει την άδεια να εργάζεται με μερική απασχόληση. Ο χρόνος εργασίας πρέπει να είναι τουλάχιστον 50 % των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας. Για το σύνολο του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ο συμβασιούχος υπάλληλος εργάζεται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, οι αποδοχές του, καθώς και τα δικαιώματα άδειας, μειώνονται κατ' αναλογία. Αυτή η αναλογική μείωση δεν ισχύει για το επίδομα στέγης, το επίδομα τέκνων και άλλων συντηρούμενων προσώπων, το επίδομα ανάπηρων τέκνων και το επίδομα εκπαίδευσης.
2. Τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και οι εισφορές μειώνονται επίσης κατ' αναλογία. Ωστόσο, ο συμβασιούχος υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συνεχίσει να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταβάλλει το σύνολο των αντίστοιχων εισφορών, περιλαμβανομένων και εκείνων του εργοδότη.
3. Ο διευθυντής μπορεί να παρέχει την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εφόσον αυτό συνάδει προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Το Ινστιτούτο απαντά στο αίτημα του συμβασιούχου υπάλληλου εντός μηνός.
4. Ο διευθυντής θεσπίζει κανόνες για την εκτέλεση του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 21
Αργίες
Ο κατάλογος των αργιών καταρτίζεται από το διευθυντή λαμβανομένου υπόψη του επίσημου καταλόγου αργιών που δημοσιεύεται στον τόπο απασχόλησης και την Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι αργίες αυτές δεν υπολογίζονται στο δελτίο καταγραφής των αδειών των συμβασιούχων υπαλλήλων.
Εάν μία ή περισσότερες αργίες συμπίπτουν με Σάββατο ή Κυριακή, ο διευθυντής δύναται να ορίσει αντ' αυτών ίσο αριθμό ημερών αργιών.
Άρθρο 22
Άδειες
1. Ετήσια άδεια
2. Άδεια άνευ αποδοχών
|
α) |
Κατ' αίτηση συμβασιούχου υπαλλήλου, ο διευθυντής μπορεί να παράσχει άδεια άνευ αποδοχών για δεόντως αιτιολογημένες και εξαιρετικές προσωπικές περιστάσεις, εφόσον αυτό συνάδει προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Το αίτημα αυτό δεν μπορεί να υποβληθεί πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας του συμβασιούχου υπαλλήλου. |
|
β) |
Η συνολική διάρκεια της άδειας αυτής δεν υπερβαίνει το ένα έτος. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα της άδειας άνευ αποδοχών, ο συμβασιούχος υπάλληλος δεν δύναται να ασκεί καμία άλλη αμειβόμενη δραστηριότητα. |
|
γ) |
Κατά τη διάρκεια της άδειας άνευ αποδοχών, ο συμβασιούχος υπάλληλος δεν δικαιούται προαγωγή ή άνοδο σε υψηλότερο κλιμάκιο και η συμμετοχή του στο καθεστώς κοινωνικών παροχών που προβλέπεται στα άρθρα 8 και 14 και η κάλυψη κινδύνων δυνάμει του καθεστώτος αυτού αναστέλλονται. |
Ωστόσο, ο συμβασιούχος υπάλληλος δύναται, το αργότερο εντός μηνός από την έναρξη της άδειας άνευ αποδοχών, να ζητήσει να συνεχισθεί η κάλυψή του, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταβάλλει το σύνολο των αντίστοιχων εισφορών, περιλαμβανομένων και εκείνων του εργοδότη.
Ο συμβασιούχος υπάλληλος που αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα δυνάμει άλλου καθεστώτος συντάξεων μπορεί να ζητήσει να συνεχίσει να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταβάλλει το σύνολο των αντίστοιχων εισφορών, περιλαμβανομένων και εκείνων του εργοδότη.
3. Άδεια ασθένειας, άδεια μητρότητας, άδεια πατρότητας, γονική άδεια και άλλες ειδικές άδειες
Πέραν της ετήσιας άδειας, χορηγούνται ειδικές άδειες, όπως άδεια ασθένειας, μητρότητας ή πατρότητας ή γονική άδεια ή άδεια λόγω έκτακτων περιστάσεων.
Οι σχετικές διατάξεις και λεπτομέρειες παρατίθενται στο παράρτημα VIII.
Άρθρο 23
Άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής
1. Συμβασιούχοι υπάλληλοι που δικαιούνται επιδόματος αποδημίας είναι επιλέξιμοι για άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής για κάθε δύο έτη υπηρεσίας.
|
α) |
Η άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής αντιστοιχεί σε οκτώ εργάσιμες ημέρες. |
|
β) |
Η άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής μπορεί να ληφθεί έξι μήνες πριν από τη λήξη της διετίας στην υπηρεσία η οποία θεμελιώνει το δικαίωμά της. Εάν δεν ληφθεί κατά τη διάρκεια των έξι μηνών μετά τη λήξη αυτής της διετίας, ακυρώνεται όσον αφορά την εν λόγω διετία. Η ημερομηνία κατά την οποία λήφθηκε η άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής, για κάθε ορισμένη διετία, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της ημερομηνίας της επόμενης άδειας διαμονής στη χώρα καταγωγής. |
|
γ) |
Όταν και οι δύο σύζυγοι ή σύντροφοι δηλωμένης συμβιώσεως εργάζονται στο Ινστιτούτο και ο καθένας δικαιούται άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής, χορηγείται σύμφωνα με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
2. Ο συμβασιούχος υπάλληλος που λαμβάνει άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής δικαιούται, σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στο άρθρο 18, επιστροφή των εξόδων ταξιδιού μετ' επιστροφής για αυτόν τον ίδιο, τα τέκνα του και, εφόσον λαμβάνει επίδομα στέγης, για τον σύζυγο ή τη σύζυγό του ή τον σύντροφο ή τη σύντροφό του δηλωμένης συμβιώσεως.
3. Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που δεν κάνουν χρήση της άδειας διαμονής στη χώρα καταγωγής τους δεν δικαιούνται καμία αντιστάθμιση.
4. Η άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής χορηγείται μόνο υπό τις εξής προϋποθέσεις:
|
α) |
ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δεσμευτεί γραπτώς ότι δεν θα υποβάλει παραίτηση από το Ινστιτούτο εντός των έξι μηνών μετά την ημερομηνία κατά την οποία λήγει το δικαίωμά του σε άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κατά την οποία έλαβε όντως την άδεια αυτή, |
|
β) |
ο άμεσος προϊστάμενος πρέπει να βεβαιώσει ότι πιθανότατα δεν θα χρειασθεί τις υπηρεσίες του συμβασιούχου υπαλλήλου κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β). |
Ο διευθυντής δύναται να αποφασίσει παρέκκλιση από την παρούσα παράγραφο εάν κρίνει ότι η αυστηρή τήρηση της παρούσας παραγράφου θα αδικούσε τον συμβασιούχο υπάλληλο ή θα τον υπέβαλλε σε ιδιαίτερες δυσκολίες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
Αξιολόγηση και προαγωγή
Άρθρο 24
Γενικές διατάξεις
1. Εκτός του διευθυντή, όλοι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι του Ινστιτούτου αξιολογούνται ετησίως όσον αφορά τη δραστηριότητά τους, το αργότερο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου.
Η αξιολόγηση εκτιμά τη σχετική ποιότητα των συμβασιούχων υπαλλήλων και βάσει αυτής εκφράζεται έπαινος ή, αντιθέτως, υποδεικνύονται στον συμβασιούχο υπάλληλο οι ανεπάρκειες ή τα κενά του, προκειμένου να βελτιωθεί η παρεχόμενη από αυτόν υπηρεσία.
2. Τα κριτήρια αξιολόγησης προσαρμόζονται στα διάφορα καθήκοντα και αρμοδιότητες των βαθμών A, B και C.
Κάθε έτος αποδίδεται στα μέλη του προσωπικού σειρά στόχων και κριτηρίων, βάσει των οποίων αξιολογούνται οι επιδόσεις τους.
Όλες οι παρατηρήσεις συγκεφαλαιώνονται σε έκθεση ετήσιας αξιολόγησης, η οποία καταχωρίζεται στον ατομικό φάκελο του συμβασιούχου υπαλλήλου.
3. Σε περίπτωση που η έκθεση επισημαίνει ελλιπή εκπλήρωση των καθηκόντων, ο διευθυντής μπορεί να ζητήσει να του υποβληθεί επιπλέον ενδιάμεση έκθεση έπειτα από 6 μήνες.
Άρθρο 25
Διαδικασία
1. Ο διευθυντής ορίζει τους συμβασιούχους υπαλλήλους που επιφορτίζονται να υποβάλλουν εκθέσεις αξιολόγησης του προσωπικού το οποίο υπάγεται, εντελώς ή εν μέρει, σε αυτούς.
2. Κάθε συμβασιούχος υπάλληλος έχει προσωπική συνέντευξη με τον συμβασιούχο υπάλληλο που είναι επιφορτισμένος με την υποβολή της έκθεσης αξιολόγησής. Η αξιολόγηση αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από δευτερεύουσα αξιολόγηση υψηλότερου επιπέδου. Ο συμβασιούχος υπάλληλος ενημερώνεται για την ετήσια αξιολόγησή του και υπογράφει το έντυπο της έκθεσης.
3. Η ετήσια αξιολόγηση είναι διοικητική πράξη προοριζόμενη για εσωτερική χρήση. Δεν υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον οποιουδήποτε εξωτερικού οργάνου.
4. Όταν υποβληθούν όλες οι εκθέσεις, ο διευθυντής και ο Προϊστάμενος Διοίκησης και Προσωπικού συνέρχονται, προκειμένου να αποφασίσουν για τις πιθανές προαγωγές.
Άρθρο 26
Επακόλουθα της αξιολόγησης
1. Μια καλή βαθμολόγηση δικαιολογεί τον προβιβασμό σε ανώτερο κλιμάκιο. Η προαγωγή αυτή αρχίζει να ισχύει την ημερομηνία της επετείου υπογραφής της σύμβασης του συμβασιούχου υπαλλήλου ή της δεύτερης αντίστοιχης επετείου για συμβασιούχους υπαλλήλους με συμβάσεις αορίστου χρόνου.
2. Μια εξαιρετικά καλή βαθμολόγηση μπορεί να δικαιολογήσει έκτακτο προβιβασμό σε ανώτερο κλιμάκιο ή και σε ανώτερο βαθμό, εάν η προαγωγή αυτή είναι δυνατή βάσει του προϋπολογισμού. Η προαγωγή αυτή αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί την αξιολόγηση ή του δεύτερου αντίστοιχου έτους για συμβασιούχους υπαλλήλους με συμβάσεις αορίστου χρόνου.
3. Η ανεπαρκής βαθμολόγηση μπορεί να δικαιολογήσει τη στασιμότητα του συμβασιούχου υπαλλήλου στο κλιμάκιό του για ένα ακόμη έτος.
4. Δύο συνεχείς ανεπαρκείς βαθμολογήσεις μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη παράταση ή τη λύση της σύμβασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
Πειθαρχική κυρώση
Άρθρο 27
1. Κάθε συμβασιούχος ή πρώην συμβασιούχος υπάλληλος ο οποίος, εσκεμμένα ή εξ αμελείας, παραβαίνει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό του προσωπικού είναι δυνατόν να υποστεί πειθαρχικές κυρώσεις.
2. Όταν ο διευθυντής λαμβάνει γνώση στοιχείων που αφορούν παράβαση υποχρεώσεων κατά την έννοια της παραγράφου 1, ο διευθυντής μπορεί να κινεί διαδικασία διοικητικής έρευνας με σκοπό να εξακριβωθεί η ύπαρξη της παράβασης αυτής.
3. Οι κανόνες για τις διοικητικές έρευνες και η πειθαρχική διαδικασία και μέτρα καθορίζονται στο παράρτημα IX.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
Πρόσφυγες και επιτροπή προσφύγων
Άρθρο 28
1. Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό του προσωπικού δύναται να υποβάλει στον διευθυντή αίτηση με την οποία να τον καλεί να λάβει απόφαση περί του εν λόγω προσώπου για θέμα που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό του προσωπικού. Ο διευθυντής κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο την αιτιολογημένη απόφασή του εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία του υποβλήθηκε η αίτηση. Εάν στο τέλος της προθεσμίας αυτής δεν έχει δοθεί απάντηση στην αίτηση, τούτο θεωρείται ότι συνιστά απόφαση που την απορρίπτει σιωπηρά, κατά της οποίας μπορεί να υποβληθεί ένσταση κατά τα αναφερόμενα στις ακόλουθες παραγράφους.
2. Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό του προσωπικού μπορεί να υποβάλει στο διευθυντή ένσταση κατά μέτρου που θίγει τα συμφέροντα του εν λόγω προσώπου, επειδή ο διευθυντής είτε έχει λάβει σχετική απόφαση είτε έχει παραλείψει να λάβει μέτρο που επιβάλλεται από τον παρόντα κανονισμό του προσωπικού. Η ένσταση πρέπει να υποβάλλεται εντός προθεσμίας τριών μηνών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει:
|
— |
από την ημερομηνία δημοσίευσης της πράξης, εάν πρόκειται για μέτρο γενικού χαρακτήρα, |
|
— |
από την ημερομηνία κοινοποίησης της αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, όχι όμως αργότερα από την ημερομηνία κατά την οποία αυτός έλαβε γνώση της αποφάσεως, εάν πρόκειται για μέτρο ατομικού χαρακτήρα· εντούτοις, σε περίπτωση που η πράξη ατομικού χαρακτήρα θίγει επίσης τα συμφέροντα τρίτου, η εν λόγω προθεσμία για τον τρίτο αυτόν αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία αυτός ο τρίτος έλαβε γνώση της πράξεως, όμως σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από την ημερομηνία της δημοσίευσης, |
|
— |
από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας απαντήσεως, εφόσον η ένσταση αφορά σιωπηρή απορριπτική απόφαση όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1. |
3. Ο διευθυντής κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο την αιτιολογημένη απόφασή του εντός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία του υποβλήθηκε η ένσταση. Εάν στο τέλος της προθεσμίας αυτής δεν έχει δοθεί απάντηση στην ένσταση, τούτο θεωρείται ότι συνιστά απόφαση που την απορρίπτει σιωπηρά, κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή σύμφωνα με την παράγραφο 5.
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει την παρέμβαση διαμεσολαβητή. Η παρέμβαση αυτή δεν είναι υποχρεωτική.
4. Διαμεσολάβηση
Ο διαμεσολαβητής είναι ειδικευμένος και ανεξάρτητος νομικός που διορίζεται από τον διευθυντή για τριετή ανανεώσιμη περίοδο.
Ο διαμεσολαβητής ζητεί να του διαβιβαστεί κάθε στοιχείο που θεωρεί απαραίτητο για την εξέταση της υπόθεσης, τόσο από τον διευθυντή όσο και από τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.
Ο διαμεσολαβητής διατυπώνει το πόρισμά του εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του υποβλήθηκε η υπόθεση.
Το πόρισμα του διαμεσολαβητή δεν είναι δεσμευτικό για τον διευθυντή ούτε για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.
Τα έξοδα της διαμεσολάβησης βαρύνουν το Ινστιτούτο, εάν ο διευθυντής απορρίψει το πόρισμα του διαμεσολαβητή. Εάν ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δεν δεχθεί τους όρους του πορίσματος, επιβαρύνεται ο ίδιος με το 50 % των εξόδων.
5. Ιεραρχική προσφυγή
Αφού εξαντληθεί η πρώτη δυνατότητα προσφυγής (χαριστική), ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος είναι ελεύθερος να απευθύνει ιεραρχική προσφυγή στην επιτροπή προσφυγών του Ινστιτούτου.
Η σύνθεση, η λειτουργία και οι διαδικασίες αυτού του οργάνου παρατίθενται στο παράρτημα X.
6. Αποφάσεις της επιτροπής προσφυγών
|
α) |
Οι αποφάσεις της επιτροπής προσφυγών είναι δεσμευτικές για αμφότερα τα μέρη. Δεν επιδέχονται άλλης προσφυγής. |
|
β) |
Η επιτροπή προσφυγών δύναται να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή να την επιβεβαιώσει. |
|
γ) |
Η επιτροπή προσφυγών δύναται επίσης να διατάξει το Ινστιτούτο να αποζημιώσει τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο για τυχόν υλικές ζημίες τις οποίες υπέστη από την ημέρα που άρχισε να παράγει αποτελέσματα η ακυρωθείσα απόφαση. |
|
δ) |
Η επιτροπή προσφυγών δύναται να αποφασίσει, επιπλέον, ότι το Ινστιτούτο θα επιστρέψει, εντός ορίου που καθορίζει η ίδια, τα αιτιολογημένα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων, καθώς και τα έξοδα μεταφοράς και διαμονής στα οποία υποβλήθηκαν οι μάρτυρες που κατέθεσαν. Τα έξοδα αυτά υπολογίζονται βάσει του άρθρου 18 και του παραρτήματος VII του παρόντος κανονισμού του προσωπικού. |
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX
Συνταξιοδοτικά καθεστώτα
Άρθρο 29
Οι κανόνες και προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται στον κανονισμό περί συντάξεων του Ινστιτούτου, σύμφωνα με τον κανονισμό περί συντάξεων των Συντονισμένων Οργανισμών, εφαρμόζονται στους συμβασιούχους υπαλλήλους. Το νέο συνταξιοδοτικό καθεστώς (ΝΣΚ) του Ινστιτούτου εφαρμόζεται στους συμβασιούχους υπαλλήλους που ανέλαβαν καθήκοντα μετά τις 30 Ιουνίου 2005.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ X
Απόσπαση συμβασιούχων υπαλλήλων του Ινστιτούτου
Άρθρο 30
Ο αποσπασμένος συμβασιούχος υπάλληλος είναι συμβασιούχος υπάλληλος ο οποίος, με απόφαση του διευθυντή, υπηρετεί προσωρινά σε θέση εκτός του Ινστιτούτου και τούτο προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
Η απόσπαση προς το συμφέρον της υπηρεσίας διέπεται από τους ακόλουθους κανόνες:
|
α) |
η απόφαση σχετικά με την απόσπαση λαμβάνεται από τον διευθυντή έπειτα από ακρόαση του ενδιαφερόμενου συμβασιούχου υπαλλήλου, |
|
β) |
η διάρκεια της απόσπασης καθορίζεται από τον διευθυντή· η αρχική απόσπαση διαρκεί έξι μήνες κατά ανώτατο όριο και μπορεί να ανανεωθεί για επιπλέον έξι μήνες κατά ανώτατο όριο, |
|
γ) |
ο αποσπασμένος συμβασιούχος υπάλληλος δικαιούται να λαμβάνει εξισωτική αμοιβή εφόσον οι συνολικές αποδοχές της θέσης στην οποία έχει αποσπασθεί είναι χαμηλότερες από εκείνες που αντιστοιχούν στον βαθμό και το κλιμάκιό του στο Ινστιτούτο· ο συμβασιούχος υπάλληλος δικαιούται εξάλλου επιστροφή τυχόν πρόσθετων εξόδων που συνεπάγεται η απόσπασή του, εφόσον είναι δεόντως αιτιολογημένα, |
|
δ) |
σε περίπτωση που στη συμφωνία απόσπασης προβλέπεται ότι το Ινστιτούτο συνεχίζει να καταβάλλει τις αποδοχές του συμβασιούχου υπαλλήλου καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασης, εάν αυτός δικαιούται το επίδομα αποδημίας και λαμβάνει επίσης ημερήσια αποζημίωση από άλλη πηγή λόγω της απόσπασής του, η καταβολή του επιδόματος αποδημίας παύει, |
|
ε) |
ο αποσπασμένος συμβασιούχος υπάλληλος εξακολουθεί να καταβάλλει συνταξιοδοτικές εισφορές με βάση τον μισθό εν ενεργεία υπαλλήλου που αντιστοιχεί στον βαθμό και το κλιμάκιό του στο Ινστιτούτο, |
|
στ) |
ο αποσπασμένος συμβασιούχος υπάλληλος διατηρεί τη θέση του, τα δικαιώματα προβιβασμού του σε ανώτερο κλιμάκιο και την επιλεξιμότητά του για προαγωγή, |
|
ζ) |
εφόσον η σύμβασή του δεν έχει λήξει ακόμη κατά τη λήξη της απόσπασής του, ο συμβασιούχος υπάλληλος επανέρχεται αμέσως στη θέση που κατείχε προηγουμένως. |
ΤΙΤΛΟΣ III
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΕΚΤΑΚΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
Άρθρο 31
Γενικές διατάξεις
1. Το έκτακτο προσωπικό αποτελείται από επικουρικούς υπαλλήλους που προσλαμβάνονται κατά κανόνα για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Οι υπάλληλοι αυτοί δεν έχουν την ιδιότητα διεθνούς υπαλλήλου.
2. Το έκτακτο προσωπικό αποτελείται από εργαζομένους που κατέχουν προσωρινά θέσεις προβλεπόμενες στον πίνακα θέσεων του προϋπολογισμού του Ινστιτούτου.
3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος τίτλου, ο διευθυντής εκδίδει εκτελεστικούς κανόνες που καθορίζουν τους όρους απασχόλησης του έκτακτου προσωπικού και ιδίως:
|
α) |
τους όρους πρόσληψης και λύσεως της σύμβασής τους, |
|
β) |
τις άδειές τους και |
|
γ) |
τις αποδοχές τους. |
4. Το έκτακτο προσωπικό υπόκειται στις διατάξεις του τίτλου I και στις ακόλουθες διατάξεις του τίτλου II:
|
— |
Κεφάλαιο II: άρθρο 5 (Όριο εργάσιμης ηλικίας) και άρθρο 6 (Ιατρικές εξετάσεις) |
|
— |
Κεφάλαιο III: άρθρο 8 παράγραφος 2, άρθρο 14 παράγραφος 3 στοιχείο α) (Συνεισφορές στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης) και άρθρο 15 (Προκαταβολές και επιστροφές των προκαταβολών επί του μισθού) |
|
— |
Κεφάλαιο IV: άρθρο 18 (Επαγγελματικά ταξίδια) |
|
— |
Κεφάλαιο V: άρθρο 19 (Ωράρια και διάρκεια εργασίας), άρθρο 20 (Μερική απασχόληση) και άρθρο 21 (Αργίες) |
|
— |
Κεφάλαιο VII: άρθρο 27 (Πειθαρχική κύρωση) |
|
— |
Κεφάλαιο VIII: άρθρο 28 (Προσφυγές και επιτροπή προσφυγών) και |
|
— |
Οποιεσδήποτε σχετικές επικουρικές ρυθμίσεις. |
Άρθρο 32
Συμβάσεις
Το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για συνολικό χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες. Το Ινστιτούτο και το έκτακτο προσωπικό δύνανται να καταγγείλουν τις συμβάσεις αυτές με προειδοποίηση τουλάχιστον ενός μηνός.
Άρθρο 33
Αμοιβές
1. Η αμοιβή των έκτακτων υπαλλήλων καθορίζεται με σύμβαση. Συνίσταται σε έναν καθαρό μηνιαίο μισθό, αποκλειομένου κάθε πρόσθετου επιδόματος ή αποζημιώσεως, ασχέτως της οικογενειακής ή κοινωνικής κατάστασης του ενδιαφερομένου.
2. Από το καθορισμένο αυτό ποσό παρακρατούνται οι κοινωνικές εισφορές που βαρύνουν τον εργαζόμενο είτε δυνάμει ιδιωτικής πρωτασφάλισης είτε δυνάμει της συμπληρωματικής ασφάλισης, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος υπάγεται ήδη σε καθεστώς υγειονομικής ασφάλισης.
3. Οι έκτακτοι υπάλληλοι δεν υπάγονται στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των υπαλλήλων και δεν γίνονται προς τούτο κρατήσεις από τον μισθό τους.
Άρθρο 34
Ειδικές διατάξεις
1. Έξοδα εγκατάστασης και αποχώρησης
Οι έκτακτοι υπάλληλοι δεν δύνανται να απαιτήσουν επιστροφή των εξόδων εγκατάστασης ή αποχώρησης των οικογενειών τους.
2. Άδεια
Οι έκτακτοι υπάλληλοι δικαιούνται άδεια ίση προς 2,5 ημέρες για κάθε ολοκληρωμένο μήνα υπηρεσίας.
ΤΙΤΛΟΣ IV
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΕ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΑΣΚΟΥΜΕΝΟΥΣ
Άρθρο 35
1. Οι εμπειρογνώμονες και οι ασκούμενοι έχουν την ιδιότητα εξωτερικού προσωπικού. Υπόκεινται στις διατάξεις του τίτλου I του παρόντος κανονισμού του προσωπικού, του οποίου λαμβάνουν γνώση αμέσως μόλις αναλάβουν καθήκοντα.
2. Η συνολική αμοιβή εμπειρογνωμόνων και ασκουμένων καθορίζεται κατά την έναρξη των δραστηριοτήτων τους στο Ινστιτούτο. Καταβάλλεται σε διαδοχικές δόσεις, τις οποίες καθορίζει ο διευθυντής, αναλόγως της προόδου του έργου για το οποίο τα πρόσωπα αυτά προσλήφθηκαν ή έγιναν δεκτά.
3. Οι διορισμένοι εμπειρογνώμονες δικαιούνται επιστροφή των εξόδων ταξιδιού μόνο για τους ίδιους και τούτο για την άφιξη και την αναχώρησή τους από το Ινστιτούτο.
ΤΙΤΛΟΣ V
ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ
Άρθρο 36
1. Η επιτροπή προσωπικού εκπροσωπεί όλους τους εργαζομένους του Ινστιτούτου, όπως ορίζονται στο άρθρο 1.
2. Τα καθήκοντα της επιτροπής προσωπικού είναι:
|
α) |
η προάσπιση των επαγγελματικών συμφερόντων όλων των εργαζομένων του Ινστιτούτου, |
|
β) |
η υποβολή προτάσεων με στόχο την καλύτερη διαβίωση όλων των εργαζομένων, |
|
γ) |
η διατύπωση προτάσεων για την προαγωγή των κοινωνικών, πολιτιστικών και αθλητικών δραστηριοτήτων του προσωπικού, |
|
δ) |
η εκπροσώπηση του συνόλου των εργαζομένων στις ενώσεις προσωπικού άλλων διεθνών οργανισμών. |
3. Οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται από τον διευθυντή έπειτα από διαβούλευση με τους εργαζομένους.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΑΠΩΛΕΙΑ ΘΕΣΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ
Παραπομπή:
Άρθρο 7 του κανονισμού του προσωπικού.
Δικαίωμα αποζημίωσης για την απώλεια θέσης απασχόλησης.
|
α) |
Αποζημίωση για απώλεια θέσης απασχόλησης είναι δυνατόν να καταβληθεί σε συμβασιούχο υπάλληλο του οποίου η σύμβαση λύεται σε μία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο α) σημεία i) έως vi). Η αποζημίωση αυτή διακρίνεται από το επίδομα αποχώρησης, το οποίο αντιπροσωπεύει εκκαθάριση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. |
|
β) |
Η αποζημίωση για την απώλεια θέσης απασχόλησης δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε από τις επόμενες περιστάσεις:
|
Το ποσό της αποζημίωσης για απώλεια θέσης απασχόλησης είναι ίσο προς το 100 % των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του συμβασιούχου υπαλλήλου για κάθε έτος υπηρεσίας στο Ινστιτούτο με ανώτατο όριο τους 20 μήνες.
Το ποσό της αποζημίωσης για απώλεια θέσης απασχόλησης δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε αριθμό μηνών μεγαλύτερο της περιόδου που θα έπρεπε να συμπληρώσει ο συμβασιούχος υπάλληλος για να φθάσει το όριο ηλικίας που προβλέπεται στο άρθρο 5 του κανονισμού του προσωπικού.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ
|
1. |
Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που αναφέρονται στο άρθρο 10 του κανονισμού του προσωπικού λαμβάνουν μηνιαίως επίδομα αποδημίας. Το ποσό του επιδόματος αυτού υπολογίζεται ως εξής:
α) Συμβασιούχοι υπάλληλοι που προσλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού του προσωπικού
β) Συμβασιούχοι υπάλληλοι που προσλήφθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού του προσωπικού i) Το ποσοστό της αποζημίωσης κατά τα πέντε πρώτα έτη της υπηρεσίας ανέρχεται σε 10 % του βασικού μισθού. Η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το πρώτο κλιμάκιο του βαθμού πρόσληψης ή προαγωγής ανεξαρτήτως τυχόν αύξησης του βασικού μισθού του συμβασιούχου υπαλλήλου λόγω της ανέλιξής του στο σύστημα μισθολογικής κλίμακας και προσαρμόζεται με βάση τις ίδιες αναλογίες και την ίδια ημέρα με τον βασικό μισθό. ii) Από το έκτο έως το δέκατο έτος, το ποσοστό της αποζημίωσης μειώνεται κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες ανά έτος, για να φθάσει το μηδέν το δέκατο έτος. Κατά την περίοδο αυτήν, η αποζημίωση προσαρμόζεται με βάση τις ίδιες αναλογίες και την ίδια ημέρα με τον βασικό μισθό. iii) Σε περίπτωση υπαλλήλου συντονισμένου οργανισμού ή οργανισμού συνδεόμενου με τους Συντονισμένους Οργανισμούς που αναλαμβάνει καθήκοντα στο Ινστιτούτο ή σε περίπτωση υπαλλήλου άλλου διεθνούς οργανισμού ή μέλους της διοίκησης ή των ενόπλων δυνάμεων της χώρας προέλευσης που αναλαμβάνει καθήκοντα στο Ινστιτούτο χωρίς να αλλάξει χώρα, λαμβάνεται υπόψη η προηγούμενη υπηρεσία στη χώρα υποδοχής για την εφαρμογή των σημείων i) και ii) iv) Σε περίπτωση συμβασιούχου υπαλλήλου που μεταφέρεται είτε στο Ινστιτούτο είτε σε συντονισμένο οργανισμό ή οργανισμό συνδεόμενο με τους Συντονισμένους Οργανισμούς, σε νέα χώρα εργασίας όπου ο υπάλληλος πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας, το ποσοστό της αποζημίωσης και η χρονική περίοδος επανέρχονται στα αρχικά τους επίπεδα και στη συνέχεια μειώνονται, όπως περιγράφεται στα σημεία i) και ii). v) Ζευγάρια Όταν οι σύζυγοι ή οι σύντροφοι δηλωμένης συμβιώσεως είναι μη μόνιμοι κάτοικοι και εργάζονται αμφότεροι στην ίδια χώρα για τον ίδιο συντονισμένο οργανισμό ή οργανισμό συνδεόμενο με τους Συντονισμένους Οργανισμούς ή για δύο διαφορετικούς συντονισμένους οργανισμούς ή οργανισμούς συνδεόμενους με τους Συντονισμένους Οργανισμούς, δικαιούται έκαστος επίδομα αποδημίας ίσο με ποσοστό 10 % ή με ποσοστά της κλίμακας μείωσης που αντιστοιχούν στον αριθμό ετών υπηρεσίας κάθε συζύγου. |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
ΤΕΚΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
1. Συντηρούμενα τέκνα
|
α) |
Κάθε νόμιμο τέκνο ή νομικά αναγνωρισμένο φυσικό τέκνο ή θετό τέκνο του συμβασιούχου υπαλλήλου ή του συζύγου ή της συζύγου του ή του συντρόφου ή της συντρόφου του δηλωμένης συμβιώσεως θεωρείται συντηρούμενο εφόσον αυτός συντηρεί, κυρίως και συνεχώς, και υποστηρίζει την ανατροφή του παιδιού. Το τέκνο συμβασιούχου υπαλλήλου υπό την κηδεμονία διαζευγμένου ή νομίμως χωρισμένου συζύγου θεωρείται συντηρούμενο από τον συμβασιούχο υπάλληλο, εφόσον αυτός καλείται να πληρώνει, και πράγματι το πράττει, για τη συντήρηση αυτού του παιδιού λόγω διαζυγίου ή απόφασης χωρισμού, ή αυθεντικής πράξης που αφορά την εν λόγω απόφαση, σύμφωνα με το σχετικό εθνικό δίκαιο. |
|
β) |
Ανάπηρο τέκνο του συμβασιούχου υπαλλήλου ή του συζύγου ή της συζύγου του ή του συντρόφου ή της συντρόφου του δηλωμένης συμβιώσεως, ανεξάρτητα από την ηλικία του παιδιού, θεωρείται συντηρούμενο εφόσον ο συμβασιούχος υπάλληλος συντηρεί, κυρίως και συνεχώς, και υποστηρίζει την καλή διαβίωση του εν λόγω παιδιού. |
|
γ) |
Δεν θεωρείται συντηρούμενο από τον συμβασιούχο υπάλληλο το τέκνο:
|
2. Άλλα συντηρούμενα πρόσωπα
Ένα πρόσωπο, εκτός των συντηρούμενων τέκνων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορεί να θεωρείται συντηρούμενο από συμβασιούχο υπάλληλο όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
— |
το πρόσωπο είναι ανιώνή συγγενής εξ αίματος κατ' ευθεία γραμμή ή συγγενής εξ αγχιστείας, |
|
— |
το πρόσωπο αυτό συγκατοικεί μόνιμα με τον συμβασιούχο υπάλληλο ή τον σύζυγο ή τη σύζυγό του ή τον σύντροφο ή τη σύντροφό του δηλωμένης συμβιώσεως ή εισέρχεται τακτικά σε ειδικό ίδρυμα για λόγους υγείας και |
|
— |
το πρόσωπο αυτό δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για τη συντήρησή του. |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV
ΑΝΑΠΗΡΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
|
1. |
Θεωρείται ανάπηρο κάθε συντηρούμενο πρόσωπο που πάσχει από αναπηρία συνεπαγόμενη βαρείας μορφής και μόνιμη ανικανότητα, ιατρικώς πιστοποιημένη, η οποία απαιτεί είτε ειδική περίθαλψη ή παρακολούθηση, είτε ειδική εκπαίδευση ή κατάρτιση. |
|
2. |
Η απόφαση για τη χορήγηση του επιδόματος αυτού λαμβάνεται από τον διευθυντή, ο οποίος ζητεί τη γνώμη ad hoc επιτροπής την οποία συγκροτεί για τον σκοπό αυτόν και στην οποία συμμετέχει τουλάχιστον ένας ιατρός.
Στην απόφαση του διευθυντή ορίζεται η διάρκεια χορήγησης του επιδόματος και υπόκειται σε επανεξέταση. |
|
3. |
Κριτήριο αξιολόγησης των δικαιωμάτων που θεμελιώνονται δυνάμει των διατάξεων του κανονισμού του προσωπικού συνιστά η βαρείας μορφής και χρόνια βλάβη των σωματικών ή διανοητικών δραστηριοτήτων.
Έτσι, μπορούν να θεωρηθούν ανάπηρα τα συντηρούμενα πρόσωπα που παρουσιάζουν, για παράδειγμα:
Ο κατάλογος του δεύτερου εδαφίου είναι μόνο ενδεικτικός και δεν θεωρείται περιοριστικός. Δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση αξιολόγησης του βαθμού αναπηρίας ή ανικανότητας. |
|
4. |
Το επίδομα ισούται προς το ποσό του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου και προστίθεται σε αυτό. |
|
5. |
Για τους συμβασιούχους υπαλλήλους που μπορούν να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ότι το ανάπηρο συντηρούμενο τέκνο τους έχει ανάγκη από επιτακτικές ad hoc εκπαιδευτικές ρυθμίσεις, το επίδομα μπορεί να ανέλθει κατά ανώτατο όριο στο διπλάσιο ποσό του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου που καταβάλλεται μηνιαίως.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το δικαίωμα στο συγκεκριμένο αυξημένο επίδομα αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο αρχίζουν οι επιτακτικές ad hoc εκπαιδευτικές ρυθμίσεις και λήγει στο τέλος του μήνα κατά τον οποίο ολοκληρώνονται ή στο τέλος του μήνα κατά τον οποίο το παιδί φτάνει στην ηλικία των 26 ετών, ό,τι συμβεί πρώτο. |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V
ΕΠΙΔΟΜΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ
|
1. |
Το ποσό του επιδόματος κατοικίας είναι ίσο προς ποσοστό της διαφοράς μεταξύ του ποσού που ο υπάλληλος καταβάλλει πραγματικά ως ενοίκιο, αφαιρουμένων όλων των εξόδων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 5 στοιχείο α) του κανονισμού του προσωπικού, και ενός κατ' αποκοπήν ποσού που υπολογίζεται ως εξής:
|
|
2. |
Το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι:
|
|
3. |
Το ποσό του επιδόματος κατοικίας μπορεί να ανέρχεται κατ' ανώτατο όριο:
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI
ΕΞΟΔΑ ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗΣ
|
1. |
Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι των οποίων ο τόπος διαμονής βρίσκεται σε απόσταση άνω των 100 χιλιομέτρων από τον τόπο εργασίας τους δικαιούνται, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 του κανονισμού του προσωπικού, επιστροφή των εξόδων ταξιδιού στα οποία πράγματι υποβάλλονται:
|
|
2. |
Η επιστροφή των εξόδων ταξιδιού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν γίνεται, καθ' ολοκληρίαν ή εν μέρει, δεκτή στις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
|
3. |
Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που πληρούν τις προϋποθέσεις των δύο ανωτέρω παραγράφων, και οι οποίοι λαμβάνουν επίδομα στέγης, δικαιούνται επιπλέον:
|
|
4. |
Οι σύζυγοι, οι σύντροφοι δηλωμένης συμβιώσεως και τα συντηρούμενα τέκνα ή συντηρούμενα πρόσωπα όπως ορίζονται στα παραρτήματα III και ΙV εξομοιώνονται προς υπάλληλο του ίδιου βαθμού με τον ενδιαφερόμενο. |
|
1. |
Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι των οποίων ο τόπος διαμονής βρίσκεται σε απόσταση άνω των 100 χιλιομέτρων από τον τόπο εργασίας τους δικαιούνται επιστροφή των εξόδων μετακόμισης της προσωπικής τους οικοσκευής στα οποία πράγματι υποβάλλονται, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
|
2. |
Η επιστροφή καλύπτει τα έξοδα μεταφοράς της προσωπικής οικοσκευής, περιλαμβανομένου του κόστους συσκευασίας και του κόστους ασφάλισης κατά συνήθων κινδύνων, όπως διάρρηξη, κλοπή ή πυρκαγιά.
Προκειμένου να επωφεληθούν από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, οι συμβασιούχοι υπάλληλοι πρέπει να υποβάλλουν προς προηγούμενη έγκριση στον προϊστάμενο Διοίκησης δύο τουλάχιστον προσφορές. Οι προσφορές πρέπει να αναφέρονται στο ίδιο βάρος ή όγκο, που μεταφέρεται στην ίδια απόσταση. Ο προϊστάμενος Διοίκησης και Προσωπικού μπορεί, εφόσον κρίνει υπερβολικές τις προσφορές, να ζητήσει προσφορές από διαφορετικές εταιρείες μετακόμισης. Η επιστροφή γίνεται με βάση τη χαμηλότερη προσφορά. |
|
3. |
Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι δεν μπορούν να διεκδικήσουν την επιστροφή εξόδων που προβλέπει το παρόν τμήμα εάν τα έξοδα αυτά καλύπτονται από κάποια κυβέρνηση ή άλλη αρχή. |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII
ΕΞΟΔΑ ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΓΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που ταξιδεύουν για υπηρεσιακούς λόγους του Ινστιτούτου, με εντολή επαγγελματικού ταξιδιού, δικαιούνται επιστροφή των εξόδων ταξιδιού στο ακέραιο και παροχή ημερήσιας αποζημίωσης, η οποία αντιπροσωπεύει τα έξοδα παραμονής εκτός του τόπου εργασίας τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 18 του κανονισμού του προσωπικού.
1. Οι μετακινήσεις των συμβασιούχων υπαλλήλων κατά την αποστολή γίνονται με τα οικονομικότερα μεταφορικά μέσα, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων παρέκκλισης που προβλέπει το παρόν τμήμα.
2. Κοινά μεταφορικά μέσα θεωρούνται το αεροπλάνο και ο σιδηρόδρομος. Εντούτοις, ο διευθυντής δύναται να επιτρέψει σε συμβασιούχο υπάλληλο που εκτελεί επίσημη αποστολή να χρησιμοποιήσει προσωπικό ή υπηρεσιακό όχημα.
Εκτός ειδικής άδειας του διευθυντή, όλα τα αεροπορικά ταξίδια γίνονται στην «οικονομική» ή αντίστοιχη με αυτήν θέση.
Οι υπάλληλοι του βαθμού Α ταξιδεύουν στην πρώτη θέση στα σιδηροδρομικά ταξίδια και οι υπάλληλοι των βαθμών B και C ταξιδεύουν στη δεύτερη θέση στα σιδηροδρομικά ταξίδια.
3. Μπορεί να επιτραπεί στους συμβασιούχους υπαλλήλους, προς το συμφέρον του Ινστιτούτου, να χρησιμοποιήσουν ιδιωτικό αυτοκίνητο. Στις περιπτώσεις αυτές, δικαιούνται χιλιομετρική αποζημίωση που υπολογίζεται βάσει της συντομότερης συνήθους διαδρομής. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται βάσει του συντελεστή που εφαρμόζεται στη χώρα στην οποία βρίσκεται ο τόπος εργασίας του συμβασιούχου υπαλλήλου, ανεξαρτήτως της χώρας ή των χωρών όπου πραγματοποιείται η αποστολή..
Το συνολικό ποσό της αποζημίωσης για οδικό ταξίδι δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που θα έπρεπε το Ινστιτούτο να καταβάλει σε άλλη περίπτωση
Ο διευθυντής δύναται να αποφασίσει να επεκτείνει την εφαρμογή του παρόντος τμήματος στο έκτακτο προσωπικό.
1. Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που ταξιδεύουν για υπηρεσιακούς λόγους του Ινστιτούτου δικαιούνται ημερήσια αποζημίωση ίση με τα ποσοστά που εγκρίνονται ετησίως από το διοικητικό συμβούλιο με βάση την πρόταση που υποβάλλει η Συντονισμένη Επιτροπή Αποδοχών.
2. Η ημερήσια αποζημίωση υπολογίζεται ως εξής:
|
α) |
Όταν η αποστολή περιλαμβάνει διαμονή σε ξενοδοχείο, ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος λαμβάνει εν όλω την ημερήσια αποζημίωση μετά την προσκόμιση της αντίστοιχης απόδειξης. |
|
β) |
Όταν η αποστολή δεν περιλαμβάνει διαμονή σε ξενοδοχείο, δεν οφείλεται ημερήσια αποζημίωση για διάρκεια μικρότερη των τεσσάρων ωρών και, όταν η αποστολή διαρκεί μεταξύ τεσσάρων και οκτώ ωρών, ο συμβασιούχος υπάλληλος λαμβάνει το 25 % της ημερήσιας αποζημίωσης. Όταν η αποστολή διαρκεί μεταξύ οκτώ και είκοσι τεσσάρων ωρών, ο συμβασιούχος υπάλληλος λαμβάνει το 50 % της ημερήσιας αποζημίωσης. Τμηματικές περίοδοι άνω και πέραν κάθε ολοκληρωμένης περιόδου 24 ωρών τυγχάνουν ίδιου χειρισμού. |
|
γ) |
Τα επίσημα ταξίδια σε τόπους εργασίας ή μεταξύ αυτών δεν παρέχουν δικαίωμα για την καταβολή ημερήσιας αποζημίωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, τα έξοδα μεταφοράς όπως τα έξοδα στάθμευσης και τα εισιτήρια δημόσιων μεταφορών καταβάλλονται μετά την προσκόμιση αποδεικτικών πληρωμής. |
|
δ) |
Για τον υπολογισμό της ημερήσιας αποζημίωσης, προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο χρόνος μετάβασης στον σταθμό ή το αεροδρόμιο, η πραγματική διάρκεια του ταξιδιού προσαυξάνεται. |
3. Μειωμένες ημερήσιες αποζημιώσεις
Η ημερήσια αποζημίωση μειώνεται:
|
α) |
όταν το ταξίδι περιλαμβάνει γεύματα ή διανυκτέρευση: κατά 15 % για κάθε κύριο γεύμα και κατά 50 % για διανυκτέρευση που περιλαμβάνεται στην τιμή των ναύλων, |
|
β) |
για τη διάρκεια της διαδρομής, κατά τρία δέκατα για τους υπαλλήλους που ταξιδεύουν τη νύκτα με πλοίο, σε κλινοθέσιο (κουκέτα) ή καμπίνα, σιδηροδρομικώς ή αεροπορικώς, |
|
γ) |
κατά τρία τέταρτα εάν τα έξοδα παραμονής επιτόπου αναλαμβάνονται από εξωτερικό οργανισμό. |
4. Συμπληρώματα ημερήσιας αποζημίωσης
Η ημερήσια αποζημίωση θεωρείται ότι καλύπτει όλα τα έξοδα στα οποία ενδέχεται να υποβληθεί ο συμβασιούχος υπάλληλος σε αποστολή, με την επιφύλαξη των κατωτέρω αναφερομένων εξόδων, για τα οποία μπορεί να δοθεί συμπληρωματική επιστροφή:
|
α) |
ποσά που καταβλήθηκαν για θεωρήσεις και άλλα παρόμοια έξοδα λόγω της αποστολής, |
|
β) |
αντίτιμο της μεταφοράς υπέρβαρων αποσκευών, κατόπιν ρητής άδειας του διευθυντή, |
|
γ) |
δεόντως αιτιολογημένα έξοδα επικοινωνίας για υπηρεσιακούς λόγους, όπως έξοδα σχετικά με το διαδίκτυο και ταχυδρομικά και τηλεφωνικά έξοδα, |
|
δ) |
έξοδα παραστάσεως στα οποία υποβλήθηκαν οι υπάλληλοι, |
|
ε) |
έξοδα για μετακίνηση με ταξί, εφόσον ο διευθυντής το έχει επιτρέψει εκ των προτέρων, και κατόπιν υποβολής αποδείξεων. |
Ο διευθυντής θεσπίζει κανόνες για την εκτέλεση των παρουσών διατάξεων.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII
ΑΔΕΙΑ ΛΟΓΩ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ, ΑΔΕΙΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ, ΓΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ
1. Απουσίες και άδειες λόγω ασθενείας
α) Ο συμβασιούχος υπάλληλος που απουσιάζει επί τρεις συνεχείς ημέρες λόγω ασθενείας ή ατυχήματος, οφείλει να προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό εντός τριών ημερών από τη στιγμή που σταμάτησε να εργάζεται.
β) Οι απουσίες λόγω ασθενείας ή ατυχήματος που διαρκούν τρεις ημέρες ή λιγότερο, για τις οποίες δεν προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό, ενδέχεται, εάν υπερβούν τις εννέα εργάσιμες ημέρες κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους, να επιφέρουν αντίστοιχη μείωση της διάρκειας της ετήσιας άδειας του ενδιαφερόμενου συμβασιούχου υπαλλήλου ή, εάν ο συμβασιούχος υπάλληλος έχει εξαντλήσει τα δικαιώματα ετήσιας άδειας, αντίστοιχη κράτηση από τις αποδοχές του.
γ) Ο συμβασιούχος υπάλληλος που απουσιάζει λόγω ασθενείας ή ατυχήματος δικαιούται αναρρωτική άδεια και το σύνολο του μισθού και των επιδομάτων του, για χρονικό διάστημα το πολύ δεκατριών συναπτών εβδομάδων, προσκομίζοντας ιατρικό πιστοποιητικό.
δ) Μπορεί να ζητηθεί από τον συμβασιούχο υπάλληλο να υποστεί ιατρική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 του κανονισμού του προσωπικού σε περίπτωση συνεχούς απουσίας διαρκείας άνω των δεκατριών συναπτών εβδομάδων λόγω ασθενείας ή ατυχήματος ή σε περίπτωση συχνών απουσιών μικρής διάρκειας λόγω ασθενείας.
ε) Ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια άδειας ασθενείας συμβασιούχου υπαλλήλου, το Ινστιτούτο μπορεί να ζητήσει ιατρικό έλεγχο από ανεξάρτητο ιατρικό κέντρο.
2. Μεταδοτικές ασθένειες, εμβολιασμός και ατυχήματα
α) Κάθε συμβασιούχος υπάλληλος που προσβάλλεται από μεταδοτική ασθένεια απουσιάζει από τον χώρο εργασίας του και ενημερώνει πάραυτα τον προϊστάμενο Διοίκησης και Προσωπικού. Ο συμβασιούχος υπάλληλος στου οποίου την οικογένεια ή το στενό περιβάλλον έχει εκδηλωθεί μεταδοτική ασθένεια, ειδοποιεί αμέσως σχετικά τον προϊστάμενο Διοίκησης και Προσωπικού και να υποβληθεί στις υγειονομικές προφυλάξεις που αυτός θα ορίσει. Κάθε συμβασιούχος υπάλληλος που έρχεται σε επαφή με πρόσωπο προσβεβλημένο από μεταδοτική ασθένεια και πρέπει ως εκ τούτου να απουσιάσει από την εργασία του δικαιούται το σύνολο των αποδοχών του· η απουσία αυτή δεν μειώνει ούτε τα δικαιώματα αναρρωτικής αδείας για τον ίδιο ούτε την ετήσια άδειά του.
β) Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι πρέπει να υποβάλλονται στα προληπτικά εμβόλια που κρίνονται αναγκαία.
γ) Κάθε ατύχημα του οποίου ενδεχομένως υπήρξε θύμα ο συμβασιούχος υπάλληλος, είτε στον χώρο εργασίας του είτε εκτός αυτού, όσο αμελητέο και αν φαίνεται εκείνη τη στιγμή, αναφέρεται από τον συμβασιούχο υπάλληλο το συντομότερο δυνατό στον προϊστάμενο Διοίκησης και Προσωπικού, μαζί με τα ονόματα και τις διευθύνσεις τυχόν μαρτύρων.
3. Ειδικές άδειες, άδεια γάμου, άδεια μητρότητας και πατρότητας και γονική άδεια
α) Ο διευθυντής του Ινστιτούτου δύναται, για προσωπικούς, έκτακτους ή επείγοντες λόγους, να χορηγήσει ειδικές άδειες με το σύνολο ή μέρος των αποδοχών, ή άδειες άνευ αποδοχών, οι οποίες δεν υπερβαίνουν τις δέκα εργάσιμες ημέρες κατ' έτος.
β) Σε περίπτωση γάμου του συμβασιούχου υπαλλήλου χορηγείται ειδική άδεια πέντε εργάσιμων ημερών με πλήρεις αποδοχές.
γ) Στους συμβασιούχους υπαλλήλους χορηγείται ειδική άδεια πέντε εργάσιμων ημερών με πλήρεις αποδοχές σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή ανιόντος ή κατιόντος σε ευθεία γραμμή.
δ) Στους συμβασιούχους υπαλλήλους χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές, η οποία δεν καταλογίζεται ως αναρρωτική ούτε ως ετήσια άδεια, μετά την προσκόμιση του κατάλληλου ιατρικού πιστοποιητικού. Η άδεια μητρότητας διαρκεί δεκαέξι εβδομάδες.
Η άδεια αυτή αρχίζει το νωρίτερο έξι εβδομάδες πριν από την πιθανή ημερομηνία τοκετού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό και λήγει το νωρίτερο 10 εβδομάδες και το αργότερο 16 εβδομάδες μετά την ημερομηνία του τοκετού.
Σε περίπτωση πολλαπλού ή πρόωρου τοκετού ή σε περίπτωση γέννησης παιδιού με αναπηρία, η άδεια διαρκεί 20 εβδομάδες. Για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης, πρόωρος τοκετός είναι ο τοκετός που λαμβάνει χώρα πριν από το τέλος της 34ης εβδομάδας κύησης.
ε) Στις γυναίκες συμβασιούχους υπαλλήλους χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές, η οποία δεν καταλογίζεται ως αναρρωτική ούτε ως ετήσια άδεια, κατά τη νόμιμη υιοθεσία παιδιού κάτω των 18 ετών.
Η άδεια μητρότητας διαρκεί δεκαέξι εβδομάδες και αρχίζει από την ημερομηνία άφιξης του παιδιού στη νέα του κατοικία.
Σε περίπτωση πολλαπλών υιοθεσιών ή υιοθεσίας παιδιού με αναπηρία, η άδεια μητρότητας διαρκεί 20 εβδομάδες.
στ) Άδεια πατρότητας
Στους άνδρες συμβασιούχους υπαλλήλους χορηγείται άδεια 10 εργάσιμων ημερών με πλήρεις αποδοχές κατά τη γέννηση ή την υιοθεσία παιδιού που αναγνωρίζεται ως συντηρούμενο κατά το άρθρο 11 σημείο 2 του κανονισμού του προσωπικού και, στην περίπτωση υιοθεσίας, είναι ηλικίας κάτω των 18 ετών. Η άδεια αυτή αυξάνεται σε 12 εργάσιμες ημέρες σε περίπτωση πολλαπλού τοκετού ή γέννησης παιδιού με αναπηρία.
Η άδεια αρχίζει από την ημερομηνία γέννησης ή άφιξης του παιδιού στη νέα του κατοικία, αλλά μπορεί να ανασταλεί σε περίπτωση νοσοκομειακής περίθαλψης του παιδιού.
ζ) Γονική άδεια ή άδεια για οικογενειακούς λόγους
Ο συμβασιούχος υπάλληλος δικαιούται, για κάθε παιδί, γονική άδεια ανώτατης διάρκειας δύο μηνών, χωρίς καταβολή του βασικού μισθού του, την οποία πρέπει να λαμβάνει εντός δώδεκα μηνών από τη γέννηση ή την υιοθεσία του παιδιού. Η ελάχιστη διάρκεια της άδειας που λαμβάνεται κάθε φορά δεν είναι μικρότερη από ένα μήνα.
Κατά τη διάρκεια της γονικής άδειάς του, ο συμβασιούχος υπάλληλος εξακολουθεί να συμμετέχει στο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης. Εξακολουθεί επίσης να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα και διατηρεί το δικαίωμα του επιδόματος τέκνων και άλλων συντηρούμενων προσώπων και του επιδόματος εκπαίδευσης. Ο συμβασιούχος υπάλληλος διατηρεί τη θέση του, το δικαίωμα προβιβασμού σε ανώτερο κλιμάκιο και τη δυνατότητα βαθμολογικής εξέλιξής του.
Κατά τη διάρκεια της γονικής άδειάς του, ο συμβασιούχος υπάλληλος δικαιούται μηνιαίο επίδομα 800 ευρώ, αλλά δεν δύναται να ασκεί άλλη αμειβόμενη δραστηριότητα.
Το Ινστιτούτο καταβάλλει ολόκληρη την εισφορά στο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης.
η) Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι που καλούνται στις ένοπλες δυνάμεις για ορισμένη περίοδο στρατιωτικής εκπαίδευσης, δικαιούνται ειδική άδεια μετ' αποδοχών ανώτατης διάρκειας δύο εβδομάδων κατ' έτος ή τεσσάρων εβδομάδων κάθε δύο έτη.
Οι περίοδοι εκπαίδευσης που υπερβαίνουν αυτά τα όρια υπολογίζονται ως ετήσια άδεια του συμβασιούχου υπαλλήλου.
Εάν συμβασιούχος υπάλληλος λάβει χρηματική αμοιβή από την εθνική αρχή για την οποία εκτελεί την υπηρεσία, το ποσό αυτής της αμοιβής αφαιρείται από τον μισθό του συμβασιούχου υπαλλήλου.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX
ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ
Άρθρο 1
1. Όταν εσωτερική έρευνα αποκαλύπτει το ενδεχόμενο συμβασιούχος ή πρώην συμβασιούχος υπάλληλος να μην έχει συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τον κανονισμό του προσωπικού, το εν λόγω πρόσωπο ενημερώνεται ταχέως, εφόσον αυτό δεν βλάπτει την έρευνα. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούν να συντάσσονται πορίσματα αναφερόμενα ονομαστικά σε συμβασιούχο υπάλληλο κατά την περάτωση της έρευνας, χωρίς να έχει δοθεί η δυνατότητα στον εν λόγω συμβασιούχο υπάλληλο να διατυπώσει παρατηρήσεις για τα γεγονότα που τον αφορούν. Τα πορίσματα περιέχουν μνεία των εν λόγω παρατηρήσεων.
2. Στις περιπτώσεις που απαιτούν την απόλυτη τήρηση του απορρήτου για τους σκοπούς της έρευνας και συνεπάγονται προσφυγή σε ανακριτικές διαδικασίες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικής δικαστικής αρχής, η εκτέλεση της υποχρέωσης να καλείται ο συμβασιούχος υπάλληλος να διατυπώσει παρατηρήσεις μπορεί να αναβληθεί, σε συμφωνία με τον διευθυντή. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν μπορεί να κινείται η πειθαρχική διαδικασία πριν να δοθεί στον συμβασιούχο υπάλληλο η δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις.
3. Εάν, κατόπιν εσωτερικής έρευνας, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατηγορία κατά συμβασιούχου υπαλλήλου εις βάρος του οποίου προβλήθηκαν ισχυρισμοί, η έρευνα που τον αφορά περατώνεται χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση με απόφαση του διευθυντή, ο οποίος ενημερώνει τον συμβασιούχο υπάλληλο γραπτώς. Ο συμβασιούχος υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συμπεριληφθεί η απόφαση αυτή στον ατομικό του φάκελο.
4. Ο διευθυντής ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο κατά το πέρας της έρευνας και του γνωστοποιεί τα πορίσματα της αναφοράς που συντάχθηκε για την έρευνα.
Άρθρο 2
1. Με βάση την αναφορά που συντάχθηκε για την έρευνα, αφού κοινοποιηθούν στον ενδιαφερόμενο συμβασιούχο υπάλληλο όλα τα στοιχεία του φακέλου και έπειτα από ακρόαση του ενδιαφερόμενου συμβασιούχου υπαλλήλου, ο διευθυντής μπορεί:
|
α) |
να αποφασίζει ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί κατηγορία κατά του συμβασιούχου υπαλλήλου, οπότε ο τελευταίος ενημερώνεται σχετικά γραπτώς, |
|
β) |
να αποφασίζει ότι, ακόμη και αν υπάρχει ή φαίνεται να υπάρχει παράβαση συμμόρφωσης από τον συμβασιούχο υπάλληλο προς τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τον κανονισμό του προσωπικού, δεν πρέπει να επιβληθούν πειθαρχικά μέτρα και, ενδεχομένως, να απευθύνει στον συμβασιούχο υπάλληλο προφορική προειδοποίηση ή |
|
γ) |
σε περίπτωση παράβασης συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις, κατά την έννοια του άρθρου 27 του κανονισμού του προσωπικού:
|
Άρθρο 3
Εάν ο συμβασιούχος υπάλληλος δεν μπορεί να παραστεί για αντικειμενικούς λόγους δυνάμει των διατάξεων του παρόντος παραρτήματος, μπορεί να ζητήσει να διατυπώσει παρατηρήσεις γραπτώς ή να εκπροσωπηθεί από πρόσωπο της επιλογής του.
Άρθρο 4
1. Συνιστάται πειθαρχικό συμβούλιο, συγκροτούμενο από μέλη που επιλέγονται μεταξύ των υπαλλήλων του Ινστιτούτου ή οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2. Το πειθαρχικό συμβούλιο απαρτίζεται από έναν πρόεδρο και δύο τακτικά μέλη, που μπορούν να αντικατασταθούν από αναπληρωτές.
Άρθρο 5
1. Ο διευθυντής και η επιτροπή προσωπικού που αναφέρονται στο άρθρο 36 του κανονισμού του προσωπικού διορίζουν ταυτόχρονα από ένα μέλος και ένα αναπληρωματικό μέλος. Εάν για οποιονδήποτε λόγο η επιτροπή προσωπικού δεν έχει διορίσει μέλος και αναπληρωματικό μέλος, ο διευθυντής μπορεί να διορίσει προσωρινά μέλη προς αντικατάστασή τους έως ότου διορισθούν τα μέλη αυτά.
2. Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου είναι ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ινστιτούτου. Ο αναπληρωτής του προέδρου διορίζεται από τον διευθυντή.
3. Ο πρόεδρος, τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη διορίζονται για περίοδο τριών ετών. Εντούτοις, το Ινστιτούτο μπορεί να προβλέπει, για τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη, μικρότερη διάρκεια θητείας, τουλάχιστον όμως ενός έτους.
4. Εντός πέντε ημερών από τη συγκρότηση του πειθαρχικού συμβουλίου ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει την εξαίρεση ενός από τα μέλη του. Ο διευθυντής δικαιούται επίσης να ζητήσει την εξαίρεση ενός από τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου. Εντός της ίδιας προθεσμίας τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου μπορούν να προβάλλουν νόμιμους λόγους αυτοεξαίρεσής τους και απέχουν υποχρεωτικά από το πειθαρχικό συμβούλιο εάν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.
Άρθρο 6
1. Ο πρόεδρος και τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου απολαύουν απόλυτης ανεξαρτησίας κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.
2. Οι διασκέψεις και οι εργασίες του πειθαρχικού συμβουλίου είναι απόρρητες.
Άρθρο 7
1. Ο διευθυντής μπορεί να επιβάλει ένα από τα ακόλουθα πειθαρχικά μέτρα:
|
α) |
έγγραφη προειδοποίηση, |
|
β) |
επίπληξη, |
|
γ) |
αναστολή της προαγωγής σε ανώτερο κλιμάκιο για διάστημα μεταξύ ενός και είκοσι τριών μηνών, |
|
δ) |
τοποθέτηση σε κατώτερο κλιμάκιο, |
|
ε) |
ανάκληση, που συνεπάγεται λύση της σύμβασης, συνοδευόμενη ενδεχομένως από πλήρη ή μερική παρακράτηση της αποζημίωσης για απώλεια θέσης απασχόλησης. |
2. Στην περίπτωση συμβασιούχου υπαλλήλου που λαμβάνει σύνταξη αρχαιότητας ή επίδομα αναπηρίας, ο διευθυντής μπορεί να αποφασίζει, για ορισμένο χρονικό διάστημα, παρακράτηση από το ποσό της σύνταξης ή από το επίδομα αναπηρίας. Οι συνέπειες του μέτρου αυτού δεν θίγουν τους έλκοντες δικαιώματα από τον συμβασιούχο υπάλληλο. Το εισόδημα του συμβασιούχου υπαλλήλου δεν μπορεί εντούτοις να είναι κατώτερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης που αντιστοιχεί στον βασικό μισθό συμβασιούχου υπαλλήλου του βαθμού C1, κλιμάκιο 1, προσαυξημένο ενδεχομένως με τα καταβλητέα οικογενειακά επιδόματα.
3. Για το ίδιο παράπτωμα μπορεί να επιβάλλεται ένα μόνο πειθαρχικό μέτρο.
Άρθρο 8
Η αυστηρότητα του επιβαλλόμενου πειθαρχικού μέτρου είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα του παραπτώματος. Για τον καθορισμό της βαρύτητας του παραπτώματος και τη λήψη απόφασης για το πειθαρχικό μέτρο που πρέπει να επιβληθεί, λαμβάνονται υπόψη ιδίως τα εξής:
|
α) |
η φύση του παραπτώματος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχει διαπραχθεί, |
|
β) |
ο βαθμός στον οποίο το παράπτωμα επηρέασε αρνητικά την ακεραιότητα, τη φήμη ή τα συμφέροντα του Ινστιτούτου, |
|
γ) |
ο βαθμός πρόθεσης ή αμέλειας στο παράπτωμα, |
|
δ) |
τα κίνητρα που οδήγησαν τον συμβασιούχο υπάλληλο να διαπράξει το παράπτωμα, |
|
ε) |
ο βαθμός και η αρχαιότητα του συμβασιούχου υπαλλήλου, |
|
στ) |
ο βαθμός προσωπικής ευθύνης του συμβασιούχου υπαλλήλου, |
|
ζ) |
το επίπεδο των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του συμβασιούχου υπαλλήλου, |
|
η) |
το στοιχείο της υποτροπής στην πράξη ή την επιλήψιμη συμπεριφορά, |
|
θ) |
η συμπεριφορά του συμβασιούχου υπαλλήλου σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. |
Άρθρο 9
Ο διευθυντής μπορεί να εκδίδει την έγγραφη προειδοποίηση ή την επίπληξη χωρίς να συμβουλευθεί το πειθαρχικό συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτήν ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος καλείται σε ακρόαση πριν ο διευθυντής λάβει μια τέτοια απόφαση.
Άρθρο 10
1. Ο διευθυντής υποβάλει αναφορά στο πειθαρχικό συμβούλιο, στην οποία σημειώνονται με σαφήνεια τα προσαπτόμενα και, εφόσον συντρέχει λόγος, οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχουν συντελεστεί, περιλαμβανομένων όλων των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων.
2. Η αναφορά διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο συμβασιούχο υπάλληλο και στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου, ο οποίος τη γνωστοποιεί στα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου.
Άρθρο 11
1. Από την παραλαβή της αναφοράς αυτής ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος δικαιούται να λάβει πλήρη γνώση του ατομικού του φακέλου καθώς και να λαμβάνει αντίγραφα όλων των εγγράφων της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών.
2. Ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος διαθέτει προθεσμία 15 ημερών τουλάχιστον από την ημερομηνία παραλαβής της αναφοράς με την οποία κινείται η πειθαρχική διαδικασία, ώστε να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
3. Ο συμβασιούχος υπάλληλος δύναται να ζητεί τη συνδρομή προσώπου της επιλογής του.
Άρθρο 12
Εάν, παρουσία του προέδρου του πειθαρχικού συμβουλίου, ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος αναγνωρίσει ότι υπάρχει παράπτωμα εκ μέρους του και αποδεχθεί άνευ επιφυλάξεων την αναφορά που αναφέρεται στο άρθρο 10 του παρόντος παραρτήματος, ο διευθυντής μπορεί να αποσύρει την υπόθεση από το πειθαρχικό συμβούλιο, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ της φύσεως του παραπτώματος και του προβλεπόμενου πειθαρχικού μέτρου. Όταν η υπόθεση αποσύρεται από το πειθαρχικό συμβούλιο, ο πρόεδρος διατυπώνει γνώμη σχετικά με το προβλεπόμενο πειθαρχικό μέτρο. Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, ο διευθυντής μπορεί να επιβάλει, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 9 του παρόντος παραρτήματος, ένα από τα πειθαρχικά μέτρα που προβλέπονται στα στοιχεία α) έως και δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του παρόντος παραρτήματος.
Ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος ενημερώνεται, πριν αναγνωρίσει το παράπτωμά του, για τις πιθανές συνέπειες της αναγνώρισης αυτής.
Άρθρο 13
Πριν από την πρώτη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου ο πρόεδρος αναθέτει σε ένα από τα μέλη του να εκπονήσει αναφορά για το σύνολο της υπόθεσης και ενημερώνει σχετικά τα λοιπά μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου.
Άρθρο 14
1. Ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος καλείται σε ακρόαση από το πειθαρχικό συμβούλιο. Κατά την ακρόαση μπορεί να αναπτύξει έγγραφες ή προφορικές παρατηρήσεις, αυτοπροσώπως ή μέσω αντιπροσώπου. Ο συμβασιούχος υπάλληλος μπορεί να καλεί μάρτυρες.
2. Το Ινστιτούτο εκπροσωπείται ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου από συμβασιούχο υπάλληλο ειδικά εξουσιοδοτημένο από τον διευθυντή.
Άρθρο 15
Το πειθαρχικό συμβούλιο, αφού εξετάσει τα έγγραφα που προσκομίζονται ενώπιόν του και λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες, γραπτές ή προφορικές, δηλώσεις, εκδίδει, κατά πλειοψηφία, αιτιολογημένη γνώμη ως προς την πραγματική τέλεση των προσαπτόμενων πράξεων και ως προς τα πειθαρχικά μέτρα που κρίνει ότι πρέπει να επισύρουν οι πράξεις αυτές για τον υπάλληλο. Την εν λόγω γνώμη υπογράφουν όλα τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου. Το πειθαρχικό συμβούλιο διαβιβάζει τη γνώμη στον διευθυντή και στον ενδιαφερόμενο συμβασιούχο υπάλληλο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία λήψης της αναφοράς του διευθυντή, εφόσον η προθεσμία αυτή αρκεί σε σχέση με την πολυπλοκότητα του φακέλου.
Άρθρο 16
1. Έπειτα από ακρόαση του συμβασιούχου υπαλλήλου, ο διευθυντής λαμβάνει απόφαση κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 8 και 9 του παρόντος παραρτήματος, εντός δύο μηνών από τη λήψη της γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου. Η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται.
2. Εάν ο διευθυντής αποφασίσει να περατώσει την υπόθεση χωρίς να επιβάλλει πειθαρχικά μέτρα, ενημερώνει αμελλητί τον ενδιαφερόμενο συμβασιούχο υπάλληλο γραπτώς. Ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συμπεριληφθεί η απόφαση αυτή στον ατομικό του φάκελο.
Άρθρο 17
1. Τα έξοδα που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας από τον ενδιαφερόμενο συμβασιούχο υπάλληλο, ιδίως οι αμοιβές που καταβάλλονται σε πρόσωπο που έχει επιλέξει για να τον βοηθήσει ή για την υπεράσπισή του, βαρύνουν τον συμβασιούχο υπάλληλο στην περίπτωση που η πειθαρχική διαδικασία καταλήξει στην επιβολή ενός από τα πειθαρχικά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 7 του παρόντος παραρτήματος.
2. Εντούτοις, ο διευθυντής μπορεί να αποφασίζει άλλως σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες η επιβάρυνση αυτή θα ήταν ανεπιεικής για τον ενδιαφερόμενο συμβασιούχο υπάλληλο.
Άρθρο 18
1. Σε περίπτωση βαρέος παραπτώματος που αποδίδεται στον συμβασιούχο υπάλληλο από τον διευθυντή, είτε πρόκειται για παράβαση των επαγγελματικών υποχρεώσεών του είτε για παράβαση δικαίου, ο διευθυντής μπορεί αμέσως να προβαίνει στην αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου για ορισμένο ή αόριστο διάστημα.
2. Ο διευθυντής λαμβάνει την απόφαση αυτή έπειτα από ακρόαση του ενδιαφερόμενου συμβασιούχου υπαλλήλου, πλην εξαιρετικών περιστάσεων.
Άρθρο 19
1. Η απόφαση με την οποία απαγγέλλεται η αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του συμβασιούχου υπαλλήλου καθορίζει εάν, κατά την περίοδο της αναστολής, ο συμβασιούχος υπάλληλος διατηρεί στο ακέραιο τις αποδοχές του ή εάν στις αποδοχές του επιβάλλεται παρακράτηση. Το ποσό που καταβάλλεται στον συμβασιούχο υπάλληλο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης που αντιστοιχεί στον βασικό μισθό συμβασιούχου υπαλλήλου του βαθμού C1, κλιμάκιο 1, προσαυξημένο ενδεχομένως με τα καταβλητέα οικογενειακά επιδόματα.
2. Η κατάσταση του συμβασιούχου υπαλλήλου του οποίου έχει ανασταλεί η άσκηση των καθηκόντων πρέπει να ρυθμίζεται οριστικά εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η αναστολή των καθηκόντων του παράγει αποτελέσματα. Εάν δεν ληφθεί απόφαση εντός έξι μηνών, ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος δικαιούται να λάβει εκ νέου στο ακέραιο τις αποδοχές του, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3.
3. Η παρακράτηση μπορεί να διατηρείται και πέραν των έξι μηνών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, εάν ο ενδιαφερόμενος συμβασιούχος υπάλληλος διώκεται ποινικά για τις ίδιες πράξεις και βρίσκεται κρατούμενος για λόγους σχετικούς με τις διώξεις αυτές. Στις περιπτώσεις αυτές, ο συμβασιούχος υπάλληλος λαμβάνει εκ νέου στο ακέραιο τις αποδοχές του μόνον αφού το αρμόδιο δικαστήριο απαγγείλει την άρση της κράτησής του συμβασιούχου υπαλλήλου.
4. Τα παρακρατηθέντα βάσει της παραγράφου 1 ποσά καταβάλλονται στον συμβασιούχο υπάλληλο εάν η οριστική απόφαση δεν του επιβάλλει πειθαρχικό μέτρο αυστηρότερο από έγγραφη προειδοποίηση, επίπληξη ή αναστολή του προβιβασμού σε ανώτερο κλιμάκιο, ή εάν δεν του επιβάλλει κανένα πειθαρχικό μέτρο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η πληρωμή γίνεται εντόκως με επιτόκιο 3,5 % ετησίως.
Άρθρο 20
Εάν ο συμβασιούχος υπάλληλος διώκεται ποινικώς για τις ίδιες πράξεις, οριστική απόφαση ή πειθαρχικό μέτρο λαμβάνεται μόνο αφού το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υποθέσεως εκδώσει αμετάκλητη απόφαση.
Άρθρο 21
Ο συμβασιούχος υπάλληλος στον οποίο έχει επιβληθεί πειθαρχικό μέτρο εκτός της παύσεως μπορεί, μετά την πάροδο τριών ετών, εάν πρόκειται για έγγραφη προειδοποίηση ή για επίπληξη, και μετά την πάροδο έξι ετών, εάν πρόκειται για άλλα πειθαρχικά μέτρα, να υποβάλει αίτηση με σκοπό να απαλειφθεί κάθε μνεία του εν λόγω μέτρου από τον ατομικό του φάκελο. Ο διευθυντής αποφασίζει εάν πρέπει να γίνει δεκτή η εν λόγω αίτηση.
Άρθρο 22
Σε περίπτωση νέων πραγματικών στοιχείων στηριζόμενων από σχετικές αποδείξεις, μπορεί να κινείται και πάλι η πειθαρχική διαδικασία από τον διευθυντή, με δική του πρωτοβουλία ή με αίτηση του ενδιαφερόμενου συμβασιούχου υπαλλήλου.
Άρθρο 23
Εάν δεν στοιχειοθετηθεί κατηγορία κατά του συμβασιούχου υπαλλήλου μετά την έκδοση γνώμης από το πειθαρχικό συμβούλιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 του παρόντος παραρτήματος, ο συμβασιούχος υπάλληλος έχει δικαίωμα, με αίτησή του, στην ανόρθωση της ζημίας που υπέστη μέσω κατάλληλης δημοσιοποίησης της απόφασης του διευθυντή.
Άρθρο 24
Ο διευθυντής θεσπίζει κανόνες για την εκτέλεση των παρουσών διατάξεων.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ X
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
1. Δικαιοδοσία
Η επιτροπή προσφυγών είναι αρμόδια για την επίλυση διαφορών που προκύπτουν λόγω παραβίασης του κανονισμού του προσωπικού ή των συμβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 7 του κανονισμού του προσωπικού. Προς τούτο, λαμβάνει γνώση των προσφυγών κατά αποφάσεων του διευθυντή, τις οποίες υποβάλλουν εν ενεργεία ή πρώην συμβασιούχοι υπάλληλοι, ή οι έλκοντες εξ αυτών δικαιώματα ή εκπρόσωποί τους.
2. Σύνθεση και καθεστώς
|
α) |
Η επιτροπή προσφυγών απαρτίζεται από έναν πρόεδρο και δύο μέλη. Τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν να αντικατασταθούν από αναπληρωτές. Όλοι πρέπει να διαθέτουν νομική κατάρτιση. |
|
β) |
Ο πρόεδρος, ο αναπληρωτής του, τα μέλη και οι αναπληρωτές τους ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο του Ινστιτούτου, για τρία έτη με δυνατότητα ανανέωσης, και δεν ανήκουν στο προσωπικό του Ινστιτούτου. Σε περίπτωση που κάποιο από τα πρόσωπα αυτά δεν είναι πλέον διαθέσιμο, το διοικητικό συμβούλιο ορίζει άλλο πρόσωπο για το υπόλοιπο της θητείας του. |
|
γ) |
Η επιτροπή προσφυγών συνεδριάζει εγκύρως όταν είναι παρόντες ο πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τα δύο μέλη ή οι αναπληρωτές τους. |
|
δ) |
Τα μέλη της επιτροπής προσφυγών ασκούν τα καθήκοντά τους με πλήρη ανεξαρτησία. |
|
ε) |
Οι αμοιβές του προέδρου, των μελών και των αναπληρωτών τους καθορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο. |
|
στ) |
Η επιτροπή προσφυγών θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό, ο οποίος ευθυγραμμίζεται με τις διατάξεις του παρόντος παραρτήματος. |
3. Γραμματεία της επιτροπής προσφυγών
|
α) |
Ο διευθυντής ορίζει ένα μέλος του προσωπικού του Ινστιτούτου ως γραμματέα της επιτροπής προσφυγών. |
|
β) |
Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο γραμματέας εκτελεί χρέη γραμματείας και υπάγεται μόνο στην επιτροπή προσφυγών. |
4. Προσφυγές
|
α) |
Οι προσφυγές που υποβάλλονται στην επιτροπή προσφυγών είναι παραδεκτές μόνο εάν ο προσφεύγων έκανε ήδη χρήση της αίτησης θεραπείας (χαριστικής προσφυγής) και δεν έλαβε ικανοποίηση από τον διευθυντή. |
|
β) |
Ο προσφεύγων διαθέτει προθεσμία είκοσι ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του γνωστοποιήθηκε η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 3 του κανονισμού του προσωπικού ή από την ημερομηνία της απόρριψης των συμπερασμάτων του διαμεσολαβητή που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 4 του κανονισμού του προσωπικού από οποιοδήποτε μέρος, προκειμένου να υποβάλει γραπτή αίτηση ζητώντας την ανάκληση ή την τροποποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης από την επιτροπή προσφυγών. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στον προϊστάμενο Διοίκησης και Προσωπικού του Ινστιτούτου, ο οποίος βεβαιώνει στον υπάλληλο την παραλαβή της και θέτει σε κίνηση τη διαδικασία σύγκλησης της επιτροπής προσφυγών. |
|
γ) |
Οι προσφυγές πρέπει να κατατίθενται στη γραμματεία της επιτροπής προσφυγών εντός δύο μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης. Εντούτοις, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδίως όσον αφορά συντάξεις, η επιτροπή προσφυγών δύναται να δεχθεί αιτήσεις που κατατίθενται εντός ενός έτους από την ημερομηνία γνωστοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης. |
|
δ) |
Οι προσφυγές πρέπει να είναι γραπτές. Πρέπει να περιλαμβάνουν όλα τα μέσα που επικαλείται ο ενδιαφερόμενος και να συνοδεύονται από δικαιολογητικά. |
|
ε) |
Η προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα. |
5. Εξέταση των προσφυγών
|
α) |
Οι προσφυγές γνωστοποιούνται αμέσως στον διευθυντή, ο οποίος διατυπώνει τις σχετικές παρατηρήσεις του γραπτώς. Αντίγραφο αυτών των παρατηρήσεων διαβιβάζεται στον γραμματέα της επιτροπής προσφυγών εντός ενός μηνός από την κατάθεση της προσφυγής, καθώς και στον προσφεύγοντα ο οποίος διαθέτει προθεσμία είκοσι ημερών για να υποβάλει γραπτή απάντηση, της οποίας αντίγραφο διαβιβάζεται αμέσως στον διευθυντή από τον γραμματέα της επιτροπής προσφυγών. |
|
β) |
Οι προσφυγές καθώς και τα σχετικά υπομνήματα και δικαιολογητικά που προσκομίζονται, οι παρατηρήσεις του διευθυντή και, εάν υπάρχει, η απάντηση του προσφεύγοντος, διαβιβάζονται στα μέλη της επιτροπής προσφυγών με τη φροντίδα του γραμματέα της, εντός τριών μηνών από την κατάθεση της προσφυγής και τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες πριν από την ημερομηνία εξέτασης. |
6. Σύγκληση της επιτροπής προσφυγών
Η επιτροπή προσφυγών συγκαλείται από τον πρόεδρό της. Εξετάζει καταρχήν τις προσφυγές που της υποβάλλονται εντός τεσσάρων μηνών από την κατάθεσή τους.
7. Συνεδριάσεις της επιτροπής προσφυγών
|
α) |
Οι συνεδριάσεις της επιτροπής προσφυγών δεν είναι δημόσιες (εκτός εάν η ίδια η επιτροπή αποφασίσει άλλως). Οι εργασίες της είναι μυστικές. |
|
β) |
Ο διευθυντής ή ο εκπρόσωπός του και ο προσφεύγων παρίστανται στις συζητήσεις. Δύνανται να αναπτύξουν προφορικά τα επιχειρήματά τους, προς επίρρωση των μέσων που αναφέρουν στα υπομνήματά τους. |
|
γ) |
Η επιτροπή προσφυγών δύναται να απαιτήσει τη διαβίβαση κάθε εγγράφου που κρίνει χρήσιμο για την εξέταση των προσφυγών που της έχουν υποβληθεί. Κάθε διαβιβαζόμενο έγγραφο γνωστοποιείται επίσης και στον διευθυντή και στον προσφεύγοντα. |
|
δ) |
Η επιτροπή προσφυγών καλεί σε ακρόαση τους διαδίκους καθώς και όλους τους μάρτυρες των οποίων την κατάθεση κρίνει χρήσιμη για τις συζητήσεις. Κάθε μέλος του προσωπικού που καλείται να καταθέσει παρουσιάζεται στην επιτροπή προσφυγών και δεν δύναται να αρνηθεί να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες. |
|
ε) |
Κάθε πρόσωπο που παρέστη σε συνεδρίαση της επιτροπής προσφυγών οφείλει να τηρήσει απόλυτη μυστικότητα όσον αφορά τα γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψή του κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, καθώς και όσον αφορά τις γνώμες που εκφράστηκαν εκεί. |
8. Αποφάσεις της επιτροπής προσφυγών
|
α) |
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η επιτροπή προσφυγών μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, μέχρις ότου εκδοθεί τελική απόφαση σύμφωνα με τα στοιχεία β) και γ). |
|
β) |
Οι αποφάσεις της επιτροπής προσφυγών λαμβάνονται με πλειοψηφία. Είναι γραπτές και αιτιολογημένες. Είναι τελεσίδικες και εκτελεστές και για τα δύο μέρη εντός μιας ολόκληρης ημέρας από τη γνωστοποίησή τους. |
|
γ) |
Είναι εντούτοις δυνατόν να υποβληθεί αίτηση για διόρθωση της απόφασης που έχει εκδώσει η επιτροπή προσφυγών λόγω τεχνικού σφάλματος. Οι αιτήσεις για διόρθωση πρέπει να υποβάλλονται το αργότερο εντός έξι μηνών από τη διαπίστωση του λάθους. |