|
25.3.2015 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 79/12 |
ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2015/499 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 24ης Μαρτίου 2015
για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τις διαδικασίες που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη χορήγηση εποπτικής έγκρισης για τη χρησιμοποίηση στοιχείων συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (1), και ιδίως το άρθρο 92 παράγραφος 3,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να καταρτίζουν τις αιτήσεις για τη χορήγηση έγκρισης στοιχείων συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων σε συνετή και ρεαλιστική βάση. |
|
(2) |
Η αίτηση για ένα στοιχείο συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων αποτελεί στρατηγική απόφαση που λαμβάνεται με σκοπό τη διαχείριση του κινδύνου και τον κεφαλαιακό προγραμματισμό. Δεδομένου ότι το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο έχει την τελική ευθύνη για τη συμμόρφωση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 40 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η συμμετοχή του στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την αίτηση θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά. |
|
(3) |
Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να διαβιβάζει στην εποπτική αρχή όλα τα σχετικά δεδομένα που είναι αναγκαία για την αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης από την πλευρά της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το στοιχείο θα πληροί τα κριτήρια των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων και, όταν καθίσταται απαιτητό, τα κριτήρια της ταξινόμησής του ως στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων, ώστε η εποπτική αρχή να μπορεί να λαμβάνει εγκαίρως αποφάσεις με βάση κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία. |
|
(4) |
Οι πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στην αίτηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης θα πρέπει να ορίζονται με σαφήνεια, ώστε να εξασφαλίζεται συνεπής βάση για τη λήψη απόφασης από την εποπτική αρχή. |
|
(5) |
Λόγω της αλληλεξάρτησης που υπάρχει μεταξύ των διαφόρων αιτήσεων έγκρισης με βάση την οδηγία 2009/138/ΕΚ, κατά την υποβολή αίτησης για την έγκριση στοιχείου συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να ενημερώνει την εποπτική αρχή σχετικά με άλλες αιτήσεις που αφορούν στοιχεία του άρθρου 308α παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, τα οποία είναι επί του παρόντος σε εξέλιξη ή προβλέπονται εντός των επόμενων έξι μηνών. Η απαίτηση αυτή είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται ότι οι εποπτικές αξιολογήσεις βασίζονται σε διαφανείς και αμερόληπτες πληροφορίες. |
|
(6) |
Η ικανότητα των εποπτικών αρχών και των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αξιολογούν την κατάσταση ενός ομίλου αντισυμβαλλομένων σαν να επρόκειτο για έναν και μόνο αντισυμβαλλόμενο θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική στην περίπτωση που επιχείρηση αλληλασφάλισης ή αλληλασφαλιστικού τύπου έχει μεγάλο αριθμό ομοιογενών μη εταιρικών μελών στα οποία μπορεί να απευθύνει πρόσκληση καταβολής συμπληρωματικών εισφορών. |
|
(7) |
Η διαδικασία έγκρισης των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων προβλέπει συνεχή επικοινωνία μεταξύ των εποπτικών αρχών και των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ειδικότερα πριν από την υποβολή επίσημης αίτησης προς την εποπτική αρχή, και μετά την έγκριση της αίτησης, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης. Αυτή η συνεχής επικοινωνία είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται ότι οι εποπτικές αξιολογήσεις βασίζονται σε συναφείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες. |
|
(8) |
Όταν η εποπτική αρχή λαμβάνει κοινοποίηση από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ότι έχει σημειωθεί μείωση της απορροφητικότητας ζημίας εγκεκριμένου στοιχείου συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, η εποπτική αρχή θα πρέπει να αναθεωρεί προς τα κάτω το εγκεκριμένο ποσό ή να ανακαλεί την έγκριση της μεθόδου, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέπεια με την εν λόγω μειωμένη απορροφητικότητα ζημίας. |
|
(9) |
Το άρθρο 226 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ επιτρέπει σε όμιλο ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να υποβάλει αίτηση για έγκριση στοιχείου συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων σε σχέση με ενδιάμεση ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή ενδιάμεση εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών. Στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για την ενδιάμεση ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή την ενδιάμεση εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών σαν να επρόκειτο για ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Αυτό θα πρέπει επίσης να ισχύει όταν επικεφαλής του ομίλου είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών σύμφωνα με το άρθρο 235 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. |
|
(10) |
Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων στην Επιτροπή. |
|
(11) |
Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων διεξήγαγε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις όσον αφορά τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, προέβη σε ανάλυση του δυνητικού σχετικού κόστους/οφέλους και ζήτησε τη γνώμη της ομάδας συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2). |
|
(12) |
Για λόγους μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου σχετικά με το καθεστώς εποπτείας κατά την περίοδο σταδιακής εφαρμογής που προβλέπεται στο άρθρο 308α της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το οποίο αρχίζει την 1η Απριλίου 2015, θα πρέπει να διασφαλιστεί η ταχύτερη δυνατή έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Γενικά χαρακτηριστικά της αίτησης
1. Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει στην εποπτική αρχή γραπτή αίτηση για έγκριση κάθε στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.
2. Η αίτηση υποβάλλεται σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα της η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σε γλώσσα που έχει συμφωνηθεί με την εποπτική αρχή
3. Η αίτηση περιλαμβάνει συνοδευτική επιστολή και αποδεικτικά στοιχεία.
Άρθρο 2
Συνοδευτική επιστολή
Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει συνοδευτική επιστολή. Η εν λόγω συνοδευτική επιστολή επιβεβαιώνει όλα τα ακόλουθα:
|
α) |
οι νομικοί ή συμβατικοί όροι που διέπουν το στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων ή οποιαδήποτε συνδεδεμένη ρύθμιση καθορίζονται με σαφήνεια και ακρίβεια· |
|
β) |
το ποσό που αποδίδεται στο στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων στην αίτηση συμμορφώνεται με το άρθρο 90 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
γ) |
στην αίτηση αντικατοπτρίζεται πλήρως η οικονομική ουσία του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο το στοιχείο παρέχει βασικά ίδια κεφάλαια, όταν καθίσταται απαιτητό· |
|
δ) |
λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές μελλοντικές εξελίξεις, καθώς και τις περιστάσεις κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θεωρεί ότι το στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων συμμορφώνεται με τα κριτήρια ταξινόμησης των ιδίων κεφαλαίων· |
|
ε) |
δεν παραλείπονται δεδομένα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφαση της εποπτικής αρχής σχετικά με την έγκριση στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, το ποσό για το οποίο χορηγείται έγκριση ενός στοιχείου ή το χρονικό διάστημα για το οποίο ισχύει η έγκριση μεθόδου υπολογισμού. |
Στη συνοδευτική επιστολή περιλαμβάνεται επίσης κατάλογος των λοιπών αιτήσεων που υποβλήθηκαν από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ή που προβλέπεται επί του παρόντος να υποβληθούν εντός των επόμενων έξι μηνών, για την έγκριση στοιχείων που απαριθμούνται στο άρθρο 308α παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μαζί με τις αντίστοιχες ημερομηνίες υποβολής των αιτήσεων.
Άρθρο 3
Αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ποσό ή τη μέθοδο
Στην αίτηση που υποβάλλεται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ζητείται έγκριση συγκεκριμένου νομισματικού ποσού για στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων ή έγκριση μεθόδου για τον προσδιορισμό του ποσού ενός στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.
Σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ζητεί την έγκριση συγκεκριμένου νομισματικού ποσού, η αίτηση περιλαμβάνει επεξήγηση σχετικά με τον υπολογισμό του ποσού, με βάση συνετές και ρεαλιστικές παραδοχές, σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
Σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ζητεί την έγκριση μεθόδου υπολογισμού, παρέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:
|
α) |
επεξήγηση της μεθόδου και του τρόπου με τον οποίο αντικατοπτρίζεται η απορροφητικότητα ζημίας του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων· |
|
β) |
περιγραφή των παραδοχών στις οποίες βασίζεται η μέθοδος, από την οποία να προκύπτει ότι οι εν λόγω παραδοχές είναι συνετές και ρεαλιστικές· |
|
γ) |
το αναμενόμενο αρχικό ποσό του στοιχείου που υπολογίστηκε σύμφωνα με τη μέθοδο, καθώς και αιτιολόγηση του ποσού αυτού· |
|
δ) |
επεξήγηση των διαδικασιών επικύρωσης τις οποίες θα εφαρμόσει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα αποτελέσματα της μεθόδου θα συνεχίσουν να αντικατοπτρίζουν την ικανότητα απορρόφησης ζημιών του στοιχείου σε συνεχή βάση. |
Άρθρο 4
Αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα κριτήρια έγκρισης
Στα αποδεικτικά στοιχεία περιλαμβάνονται επαρκείς πληροφορίες που δίνουν στην εποπτική αρχή τη δυνατότητα να αξιολογήσει κατά πόσον η αίτηση συμμορφώνεται με τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 90 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και στα άρθρα 62 έως 65 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35 της Επιτροπής (3). Περιλαμβάνονται τουλάχιστον οι πληροφορίες που αναλύονται στο δεύτερο και το έβδομο εδάφιο του παρόντος άρθρου.
Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη φύση του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων και την ικανότητα απορρόφησης ζημιών του στοιχείου των βασικών ιδίων κεφαλαίων στο οποίο μετατρέπεται το στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων όταν καθίσταται απαιτητό, συμπεριλαμβανομένων των εξής πληροφοριών:
|
α) |
οι νομικοί ή συμβατικοί όροι του στοιχείου, σε συνδυασμό με τους όρους τυχόν συνδεδεμένης ρύθμισης, καθώς και αποδεικτικά στοιχεία ότι ο αντισυμβαλλόμενος έχει συνάψει ή θα συνάψει τη σύμβαση και τυχόν συνδεδεμένη ρύθμιση· |
|
β) |
αποδεικτικά στοιχεία ότι η σύμβαση και τυχόν συνδεδεμένες ρυθμίσεις είναι νομικά δεσμευτικές και εκτελεστές σε όλες τις χώρες δικαιοδοσίας, με βάση νομική γνωμοδότηση· |
|
γ) |
το χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου η σύμβαση είναι σε ισχύ και, σε περίπτωση που διαφέρει, το χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιήσει το στοιχείο· |
|
δ) |
επιβεβαίωση ότι το στοιχείο συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, μόλις καταστεί απαιτητό και καταβληθεί, θα παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων που ταξινομείται στην κατηγορία 1, σύμφωνα με το άρθρο 71 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35, ή όλα τα χαρακτηριστικά στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων που ταξινομείται στην κατηγορία 2, σύμφωνα με το άρθρο 73 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35· |
|
ε) |
επιβεβαίωση ότι οι συμβατικοί όροι του στοιχείου δεν περιλαμβάνουν καμία διάταξη η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικίνητρο, αποτρέποντας την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να χρησιμοποιήσει το στοιχείο για την απορρόφηση ζημιών, ή να περιορίσει την ικανότητα του στοιχείου να καθίσταται απαιτητό κατόπιν αιτήματος· |
|
στ) |
επιβεβαίωση ότι το στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων ή τα οφέλη του θα είναι διαθέσιμα μόνο για την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και δεν θα είναι μεταβιβάσιμα ή εκχωρητέα σε άλλο μέρος ούτε θα μπορούν να επιβαρυνθούν με οποιονδήποτε άλλον τρόπο· |
|
ζ) |
τυχόν παράγοντες που περιορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιήσει το στοιχείο, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των συνθηκών κρίσης που αφορούν ειδικά την ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση ή των συνθηκών κρίσης στην ευρύτερη αγορά· |
|
η) |
εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει, ή μπορεί να έχει στο μέλλον, τυχόν υποχρέωση ή προσδοκία ή συμφωνία να καταβάλει κεφάλαια ή να παράσχει οποιοδήποτε άλλο όφελος στον αντισυμβαλλόμενο ή σε τρίτο μέρος σε σχέση με το στοιχείο, εκτός από την περίπτωση αποπληρωμής στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα πληρούσε τα χαρακτηριστικά του άρθρου 71 παράγραφος 1 στοιχείο η) και του άρθρου 73 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35· |
|
θ) |
αντίγραφο του μεσοπρόθεσμου σχεδίου διαχείρισης κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο το στοιχείο θα συμβάλει στην υφιστάμενη κεφαλαιακή διάρθρωση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και του τρόπου με τον οποίο το στοιχείο θα μπορούσε να δώσει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στις υφιστάμενες ή μελλοντικές κεφαλαιακές απαιτήσεις. |
Εκτός από την περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 63 παράγραφος 6 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35 και που η κατάσταση ομίλου αντισυμβαλλομένων μπορεί να αξιολογηθεί σαν να επρόκειτο για έναν και μόνο αντισυμβαλλόμενο, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παρέχει πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση κάθε αντισυμβαλλομένου, συμπεριλαμβανομένων των εξής πληροφοριών:
|
α) |
τα ονόματα και περιγραφή κάθε αντισυμβαλλομένου, συμπεριλαμβανομένης της φύσης τυχόν σχέσης μεταξύ της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και του αντισυμβαλλομένου· |
|
β) |
εκτίμηση του κινδύνου αθέτησης των αντισυμβαλλομένων στην οποία θα βασίζεται η αξιολόγηση της εποπτικής αρχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 63 παράγραφος 2 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35· |
|
γ) |
εκτίμηση της κατάστασης ρευστότητας των αντισυμβαλλομένων στην οποία θα βασίζεται η αξιολόγηση της εποπτικής αρχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 63 παράγραφος 3 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35· |
|
δ) |
εκτίμηση της προθυμίας των αντισυμβαλλομένων να πληρώσουν στην οποία θα βασίζεται η αξιολόγηση της εποπτικής αρχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 63 παράγραφος 4 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35· |
|
ε) |
περιγραφή του φάσματος των περιπτώσεων στις οποίες η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιήσει το στοιχείο, συμπεριλαμβανομένων των τρεχουσών προσδοκιών σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο το στοιχείο μπορεί να καταστεί απαιτητό πριν από ή κατά τη στιγμή της μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις· |
|
στ) |
πληροφορίες για άλλους παράγοντες που αφορούν την κατάσταση των αντισυμβαλλομένων στις οποίες θα βασίζεται η αξιολόγηση της εποπτικής αρχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 63 παράγραφος 5 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35. |
Σε περίπτωση που οι αντισυμβαλλόμενοι αντιμετωπίζονται ως όμιλος αντισυμβαλλομένων σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 6 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35, οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως στ) του τρίτου εδαφίου παρέχονται όσον αφορά τον όμιλο αντισυμβαλλομένων.
Σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος είναι μέλος του ίδιου ομίλου ή υποομίλου με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δυνάμει του άρθρου 213 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και έχει αναλάβει υποχρεώσεις στο πλαίσιο στοιχείων συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων έναντι διαφορετικών οντοτήτων εντός του ομίλου, οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία β) έως στ) του τρίτου εδαφίου περιλαμβάνουν στοιχεία που αποδεικνύουν την ικανότητα του αντισυμβαλλομένου να καλύπτει ταυτόχρονα πολλαπλές απαιτήσεις συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, έχοντας υπόψη τις συνθήκες και τις οντότητες του ομίλου.
Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ανακτησιμότητα των κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων πληροφοριών:
|
α) |
λεπτομερή περιγραφή των ρυθμίσεων που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ανακτησιμότητα του στοιχείου, συμπεριλαμβανομένης της διαθεσιμότητας εξασφαλίσεων· |
|
β) |
λεπτομερή στοιχεία σχετικά με το αν η εθνική νομοθεσία, σε οποιαδήποτε χώρα δικαιοδοσίας, δεν επιτρέπει την καταβολή ή την πρόσκληση καταβολής, μεταξύ άλλων σε περίπτωση διαδικασίας εξυγίανσης, διαχείρισης ή αφερεγγυότητας που κινείται σε σχέση με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση· |
|
γ) |
λεπτομερή περιγραφή των ρυθμίσεων ή των συνθηκών που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την καταβολή ή την πρόσκληση καταβολής σε περίπτωση επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης, συμπεριλαμβανομένης της μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις. |
Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παρέχει πληροφορίες σχετικά με προηγούμενες προσκλήσεις καταβολής, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων πληροφοριών:
|
α) |
πληροφορίες σχετικά με την εμπειρία που αποκτήθηκε από προηγούμενες προσκλήσεις καταβολής ή την είσπραξη άλλων χρηματικών ποσών που οφείλονται από τους ίδιους ή παρόμοιους αντισυμβαλλομένους υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες· |
|
β) |
όλα τα συναφή διαθέσιμα δεδομένα της αγοράς που αφορούν προηγούμενες προσκλήσεις καταβολής ή την είσπραξη άλλων χρηματικών ποσών που οφείλονται από τους ίδιους ή παρόμοιους αντισυμβαλλομένους υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες· |
|
γ) |
εκτίμηση ως προς τη συνάφεια και την αξιοπιστία των πληροφοριών που αναλύονται στα στοιχεία α) και β) όσον αφορά την αναμενόμενη έκβαση των μελλοντικών προσκλήσεων που θα πραγματοποιηθούν από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. |
Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παρέχει περιγραφή των διαδικασιών που εφαρμόζονται για τον εντοπισμό τυχόν μελλοντικών αλλαγών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/35, οι οποίες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της απορροφητικότητας ζημίας του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων. Η περιγραφή περιλαμβάνει τα εξής:
|
α) |
τον τρόπο με τον οποίο η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να εντοπίζει τις αλλαγές σχετικά με:
|
|
β) |
τον τρόπο με τον οποίο η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να ενημερώνει την εποπτική αρχή σχετικά με τις αλλαγές που εντοπίζει, συμπεριλαμβανομένων των μηχανισμών που εφαρμόζει για να διαπιστώνει πότε η αλλαγή θα πρέπει να παραπέμπεται στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της επιχείρησης και στην εποπτική αρχή. |
Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση περιλαμβάνει στην αίτηση τεκμηριωμένα στοιχεία για την εσωτερική της διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Άρθρο 5
Αξιολόγηση της αίτησης
Η εποπτική αρχή επιβεβαιώνει την παραλαβή της αίτησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
Η εποπτική αρχή θεωρεί ότι η αίτηση είναι πλήρης, εφόσον καλύπτει όλα τα ζητήματα που προβλέπονται στα άρθρα 2, 3 και 4.
Η εποπτική αρχή επιβεβαιώνει την πληρότητα της αίτησης εγκαίρως και τουλάχιστον εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της.
Η εποπτική αρχή διασφαλίζει ότι το χρονικό διάστημα εντός του οποίου αποφασίζει επί της αίτησης είναι εύλογο και δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης, εκτός εάν υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις που κοινοποιούνται εγγράφως και εγκαίρως στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
Σε εξαιρετικές περιστάσεις, η εποπτική αρχή αποφασίζει επί της αίτησης το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους αίτησης.
Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή έχει κρίνει ότι η αίτηση είναι πλήρης, το γεγονός αυτό δεν την εμποδίζει να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διενέργεια της αξιολόγησής της. Στο αίτημα διευκρινίζονται οι απαιτούμενες συμπληρωματικές πληροφορίες και οι λόγοι για τους οποίους υποβάλλεται το αίτημα. Οι ημέρες που μεσολαβούν από την ημερομηνία κατά την οποία η εποπτική αρχή ζητεί αυτές τις πληροφορίες έως την ημερομηνία κατά την οποία η εποπτική αρχή λαμβάνει τις πληροφορίες δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες που αναφέρονται στο τέταρτο και πέμπτο εδάφιο.
Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει τις εποπτικές αρχές για τυχόν αλλαγές στα στοιχεία της αίτησής της.
Σε περίπτωση που ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ενημερώσει την εποπτική αρχή για αλλαγή στην αίτησή της, αυτή αντιμετωπίζεται ως νέα αίτηση, εκτός εάν:
|
α) |
η αλλαγή οφείλεται σε αίτημα της εποπτικής αρχής για συμπληρωματικές πληροφορίες· ή |
|
β) |
η εποπτική αρχή κρίνει ότι η αλλαγή δεν επηρεάζει σημαντικά την αξιολόγηση της αίτησης. |
Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αποσύρει την αίτησή της με γραπτή κοινοποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο πριν από την έκδοση απόφασης της εποπτικής αρχής. Εάν, στη συνέχεια, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υποβάλει εκ νέου την αίτηση ή υποβάλει επικαιροποιημένη αίτηση, η εποπτική αρχή τη θεωρεί νέα αίτηση.
Άρθρο 6
Απόφαση επί της αίτησης
Όταν η εποπτική αρχή λάβει απόφαση επί της αίτησης, ενημερώνει γραπτώς, αμελλητί, την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή εγκρίνει χαμηλότερο ποσό από εκείνο που ζήτησε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή απορρίψει την αίτηση έγκρισης, αναφέρει τους λόγους στους οποίους βασίζεται η απόφαση.
Σε περίπτωση που η εποπτική έγκριση χορηγήθηκε υπό την προϋπόθεση σύναψης της σύμβασης, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση συνάπτει τη σύμβαση, αμελλητί, σύμφωνα με τους όρους στους οποίους βασίστηκε η έγκριση, και διαβιβάζει αντίγραφο της υπογεγραμμένης σύμβασης στην εποπτική αρχή.
Η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θεωρεί ότι το στοιχείο συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων ή η μέθοδος δεν είναι παραδεκτά έως ότου συναφθεί η σύμβαση.
Άρθρο 7
Αναθεώρηση του εγκεκριμένου ποσού ή ανάκληση της έγκρισης της μεθόδου
1. Σε περίπτωση που στοιχείο συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες χορηγήθηκε η έγκριση ποσού ή μεθόδου υπολογισμού, η εποπτική αρχή αποφασίζει να λάβει ένα από τα ακόλουθα μέτρα:
|
α) |
να μειώσει ή να μηδενίσει το ποσό του στοιχείου συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων· |
|
β) |
να ανακαλέσει την έγκριση της μεθόδου υπολογισμού. |
2. Η εποπτική αρχή ενημερώνει αμέσως την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αναφέροντας τους λόγους, σε περίπτωση που έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 1.
Άρθρο 8
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 24 Μαρτίου 2015.
Για την Επιτροπή
Ο Πρόεδρος
Jean-Claude JUNCKER
(1) ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1.
(2) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48).
(3) Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/35, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 12 της 17.1.2015, σ. 1).