7.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 168/29


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (EE, Ευρατόμ) αριθ. 608/2014 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 26ης Μαΐου 2014

σχετικά με τη θέσπιση εκτελεστικών μέτρων για το σύστημα των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 311,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 106α,

Έχοντας υπόψη την απόφαση του Συμβουλίου 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ της 26ης Μαΐου 2014 για το σύστημα των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1), και ιδίως το άρθρο 9,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η διαφάνεια του συστήματος ιδίων πόρων της Ένωσης θα πρέπει να διασφαλίζεται με την υποβολή επαρκών πληροφοριακών στοιχείων προς την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής και, ενδεχομένως, να της διαβιβάζουν τα αναγκαία έγγραφα και τις πληροφορίες που της επιτρέπουν να ασκήσει τις αρμοδιότητες που της έχουν ανατεθεί όσον αφορά τους ιδίους πόρους της Ένωσης.

(2)

Οι ρυθμίσεις με τις οποίες τα κράτη μέλη που είναι υπεύθυνα για την είσπραξη των ιδίων πόρων υποβάλλουν εκθέσεις στην Επιτροπή θα πρέπει να επιτρέπουν στην Επιτροπή να παρακολουθεί τις ενέργειες των κρατών μελών προς είσπραξη των ιδίων πόρων, ιδίως σε περιπτώσεις απάτης ή παρατυπίας.

(3)

Για να εξασφαλιστεί ισοσκελισμένος προϋπολογισμός, το ενδεχόμενο πλεόνασμα των εσόδων της Ένωσης επί των συνολικών πραγματικών δαπανών κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους θα πρέπει να μεταφέρεται στο επόμενο οικονομικό έτος. Συνεπώς, θα πρέπει να προσδιορίζεται το προς μεταφορά υπόλοιπο.

(4)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διεξάγουν ελέγχους και έρευνες σχετικά με τη βεβαίωση και την απόδοση των ιδίων πόρων της Ένωσης. Για να διευκολυνθεί η εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων σχετικά με τους ίδιους πόρους, είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής.

(5)

Για λόγους συνοχής και σαφήνειας, θα πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις σχετικά με τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις των εντεταλμένων από την Επιτροπή υπαλλήλων για τη διεξαγωγή ελέγχων σε σχέση με τους ίδιους πόρους της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τον ιδιαίτερο χαρακτήρα κάθε ιδίου πόρου. Είναι σκόπιμο να οριστούν οι συνθήκες υπό τις οποίες ασκούν τα καθήκοντά τους οι εντεταλμένοι υπάλληλοι, και ιδίως να θεσπιστούν οι κανόνες τους οποίους πρέπει να τηρούν όλοι οι υπάλληλοι της Ένωσης, το λοιπό προσωπικό και οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Είναι απαραίτητο να καθοριστεί το καθεστώς των αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων και η δυνατότητα των οικείων κρατών μελών να αντιτάσσονται στην παρουσία, στο πλαίσιο ελέγχου, υπαλλήλων άλλων κρατών μελών.

(6)

Για λόγους συνοχής, ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου (2) θα πρέπει να περιληφθούν στον παρόντα κανονισμό. Οι διατάξεις αυτές αφορούν τον υπολογισμό και εγγραφή του υπολοίπου στον προϋπολογισμό, τον έλεγχο και την εποπτεία των ιδίων πόρων και τις σχετικές απαιτήσεις υποβολής πληροφοριακών στοιχείων, καθώς και τη συμβουλευτική επιτροπή ιδίων πόρων.

(7)

Για να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3).

(8)

Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η διαδικασία της συμβουλευτικής επιτροπής για την έκδοση εκτελεστικών πράξεων προκειμένου να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την αναφορά περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας που θίγουν απαιτήσεις σε παραδοσιακούς ίδιους πόρους και τις ετήσιες εκθέσεις των κρατών μελών για τους ελέγχους που διενεργούν, λαμβανομένου υπ' όψιν του τεχνικού χαρακτήρα των πράξεων που απαιτούνται για τους σκοπούς της υποβολής εκθέσεων.

(9)

Απαιτείται ο ενδεδειγμένος κοινοβουλευτικός έλεγχος, σύμφωνα με τις Συνθήκες, για τις διατάξεις γενικού χαρακτήρα που ισχύουν για όλα τα είδη ιδίων πόρων και καλύπτουν τον έλεγχο και την εποπτεία των εσόδων, περιλαμβανομένων των σχετικών απαιτήσεων υποβολής πληροφοριακών στοιχείων.

(10)

Θα πρέπει να καταργηθεί ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1026/1999 του Συμβουλίου (4).

(11)

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέδωσαν γνώμες (5) κατόπιν διαβουλεύσεως.

(12)

Για λόγους συνέπειας, και λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 11 της απόφασης2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ, ο παρών κανονισμόςθα πρέπει να τεθεί σε ισχύ την ίδια ημέρα με την εν λόγω απόφαση καινα εφαρμόζεταιαπό 1ης Ιανουαρίου 2014,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΆΛΑΙΟ I

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΌΣ ΤΩΝ ΙΔΊΩΝ ΠΌΡΩΝ

Άρθρο 1

Υπολογισμός και εγγραφή του υπολοίπου στον προϋπολογισμό

1.   Για τον σκοπό της εφαρμογής του άρθρου 7 της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ, το υπόλοιπο ενός οικονομικού έτους συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του συνόλου των εσόδων έχουν εισπραχθεί γι' αυτό το οικονομικό έτος και του ποσού των πραγματοποιηθεισών πληρωμών έναντι πιστώσεων του ίδιου οικονομικού έτους, προσαυξημένου κατά το ποσό των πιστώσεων του ίδιου οικονομικού έτους που μεταφέρονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) («δημοσιονομικός κανονισμός»).

Η διαφορά αυτή προσαυξάνεται ή μειώνεται κατά το καθαρό ποσό που προκύπτει από τις ακυρώσεις των πιστώσεων που μεταφέρθηκαν από προηγούμενα οικονομικά έτη. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 8 παράγραφος 1 του δημοσιονομικού κανονισμού, η διαφορά αυτή προσαυξάνεται ή μειώνεται επίσης κατά τα εξής:

α)

κατά το ποσό των πληρωμών καθ' υπέρβαση μη διαχωριζόμενων πιστώσεων που μεταφέρθηκαν από το προηγούμενο οικονομικό έτος, βάσει του άρθρου 13 παράγραφοι 1 και 4 του δημοσιονομικού κανονισμού, λόγω διακυμάνσεων της ισοτιμίας του ευρώ·

β)

κατά το υπόλοιπο που προκύπτει από τα συναλλαγματικά κέρδη και ζημίες που σημειώνονται κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους.

2.   Προ του τέλους του μηνός Οκτωβρίου κάθε οικονομικού έτους, η Επιτροπή προβαίνει, βάσει των στοιχείων που διαθέτει εκείνη τη χρονική στιγμή, σε υπολογισμό των εισπραχθέντων ιδίων πόρων ολόκληρου του οικονομικού έτους. Όταν εμφανίζονται σημαντικές διαφορές σε σύγκριση με τις αρχικές προβλέψεις, οι διαφορές αυτές μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διορθωτικής επιστολής του σχεδίου προϋπολογισμού του επόμενου οικονομικού έτους, ή διορθωτικού προϋπολογισμού για το τρέχον οικονομικό έτος.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ II

ΔΙΑΤΆΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΤΟΝ ΈΛΕΓΧΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΟΠΤΕΊΑ, ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΈΝΩΝ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΏΝ ΑΠΑΙΤΉΣΕΩΝ ΥΠΟΒΟΛΉΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΏΝ ΣΤΟΙΧΕΊΩΝ

Άρθρο 2

Μέτρα ελέγχου και εποπτείας

1.   Οι ίδιοι πόροι που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ ελέγχονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, με την επιφύλαξη των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 (7) και (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 (8).

2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποδίδονται στην Επιτροπή οι ίδιοι πόροι που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ.

3.   Όταν τα μέτρα ελέγχου και εποπτείας αφορούν τους παραδοσιακούς ίδιους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ:

α)

τα κράτη μέλη διενεργούν τους ελέγχους και τις έρευνες σχετικά με τη βεβαίωση και τη διάθεση των εν λόγω ιδίων πόρων·

β)

τα κράτη μέλη διενεργούν συμπληρωματικούς ελέγχους, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής. Η Επιτροπή αναφέρει στο αίτημά της τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται συμπληρωματικός έλεγχος. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να ζητήσει να της κοινοποιηθούν ορισμένα έγγραφα·

γ)

τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή, εφόσον τους το ζητήσει, στους ελέγχους που διεξάγουν. Όταν η Επιτροπή συμμετέχει σε έλεγχο, έχει πρόσβαση, εφόσον αυτό απαιτείται για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, στα δικαιολογητικά που αφορούν τη βεβαίωση και την απόδοση των ιδίων πόρων, και σε κάθε άλλο έγγραφο σχετικό με τα παραπάνω δικαιολογητικά·

δ)

η Επιτροπή δύναται να πραγματοποιεί, και η ίδια, επιτόπιους ελέγχους. Οι εντεταλμένοι από την Επιτροπή για τη διενέργεια αυτών των ελέγχων υπάλληλοι έχουν πρόσβαση σε έγγραφα όπως ορίζεται για τους ελέγχους που αναφέρονται στο στοιχείο γ). Τα κράτη μέλη διευκολύνουν τους εν λόγω ελέγχους·

ε)

οι έλεγχοι που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) δεν εμποδίζουν τα ακόλουθα:

i)

τους ελέγχους που πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις,

ii)

τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 287 και 319 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ),

iii)

τους ελέγχους που διενεργούνται δυνάμει του άρθρου 322 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

4.   Όταν ο έλεγχος και η εποπτεία αφορούν τον ίδιο πόρο βάσει του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ, διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89.

5.   Όταν τα μέτρα ελέγχου και εποπτείας αφορούν τον ίδιο πόρο βάσει του ακαθάριστου εγχώριου εισοδήματος (ΑΕΕ) που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ:

α)

από κοινού με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η Επιτροπή ελέγχει κάθε χρόνο τα αθροιστικά μεγέθη που της κοινοποιούνται προκειμένου να διαπιστωθεί η τυχόν ύπαρξη σφαλμάτων υπολογισμού, στις περιπτώσεις ιδίως που της υποδεικνύει η επιτροπή διαχείρισης ΑΕΕ που έχει συσταθεί με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003. Προς τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να ελέγχει τους υπολογισμούς και τις στατιστικές βάσεις —εκτός των πληροφοριών που αφορούν συγκεκριμένα νομικά ή φυσικά πρόσωπα— εφόσον η ενδεδειγμένη αξιολόγηση δεν είναι εφικτή με άλλον τρόπο·

β)

η Επιτροπή έχει πρόσβαση σε δικαιολογητικά που αφορούν τις στατιστικές διαδικασίες και βασικές στατιστικές που αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003.

6.   Για τον σκοπό των μέτρων ελέγχου και εποπτείας βάσει των παραγράφων 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τα κράτη μέλη να της διαβιβάσουν ή να θέσουν στη διάθεσή της τα σχετικά δικαιολογητικά ή εκθέσεις που αφορούν τα συστήματα τα οποία χρησιμοποιούνται για την είσπραξη των ιδίων πόρων.

Άρθρο 3

Εξουσίες και υποχρεώσεις των εντεταλμένων υπαλλήλων της Επιτροπής

1.   Η Επιτροπή διορίζει, ειδικά για τη διενέργεια των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 2, ορισμένους υπαλλήλους της ή άλλα μέλη του προσωπικού της («εντεταλμένοι υπάλληλοι»).

Για κάθε έλεγχο, η Επιτροπή χορηγεί στους εντεταλμένους υπαλλήλους γραπτή εντολή στην οποία καθορίζονται η ταυτότητα και η ιδιότητά τους.

Στους ελέγχους αυτούς μπορούν να παρίστανται τα πρόσωπα που έχουν τεθεί στη διάθεση της Επιτροπής από τα κράτη μέλη υπό την ιδιότητα του αποσπασμένου εθνικού εμπειρογνώμονα.

Με ρητή εκ των προτέρων συγκατάθεση του οικείου κράτους μέλους, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή υπαλλήλων από άλλα κράτη μέλη με την ιδιότητα του παρατηρητή. Η Επιτροπή μεριμνά ώστε οι προαναφερθέντες υπάλληλοι να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

2.   Κατά τους ελέγχους των παραδοσιακών ιδίων πόρων και του ιδίου πόρου βάσει του ΦΠΑ, που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφοι 3 και 4 αντίστοιχα, οι εντεταλμένοι υπάλληλοι ενεργούν κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που ισχύουν για τους υπαλλήλους του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Υποχρεούνται να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, υπό τους όρους που καθορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Για τους σκοπούς του ελέγχου του ιδίου πόρου βάσει του ΑΕΕ που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 5, η Επιτροπή τηρεί τους εθνικούς κανόνες σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των στατιστικών.

Οι εντεταλμένοι υπάλληλοι δύνανται να έχουν επαφές, εάν αυτό απαιτείται, με τους υπόχρεους, αλλά αποκλειστικά στο πλαίσιο των ελέγχων των παραδοσιακών ιδίων πόρων, και μόνο με τη μεσολάβηση των αρμόδιων αρχών των οποίων οι διαδικασίες είσπραξης των ιδίων πόρων ελέγχονται.

3.   Οι πληροφορίες που ανακοινώνονται ή συλλέγονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, υπό οποιαδήποτε μορφή, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο και απολαύουν της προστασίας που εξασφαλίζεται σε ανάλογες πληροφορίες από την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο συλλέχθηκαν και από τις αντίστοιχες διατάξεις που εφαρμόζονται στα όργανα της Ένωσης.

Οι πληροφορίες αυτές δεν γνωστοποιούνται σε πρόσωπα διαφορετικά από εκείνα τα οποία, εντός των οργάνων της Ένωσης ή των κρατών μελών, είναι αρμόδια, λόγω των καθηκόντων τους, να τις γνωρίζουν, ούτε χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από τους προβλεπόμενους στον παρόντα κανονισμό, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του κράτους μέλους στο οποίο συλλέχθηκαν.

Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζονται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης, καθώς και στους αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες.

4.   Η Επιτροπή μεριμνά ώστε οι εντεταλμένοι υπάλληλοι και τα άλλα πρόσωπα που ενεργούν υπό την ευθύνη της να συμμορφώνονται με τις διατάξεις της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) και άλλους κανόνες της Ένωσης ή εθνικούς κανόνες σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 4

Προετοιμασία και διαχείριση των ελέγχων

1.   Η Επιτροπή, με δεόντως αιτιολογημένη ανακοίνωση, ειδοποιεί έγκαιρα για τον έλεγχο το κράτος μέλος στο οποίο πρόκειται να διενεργηθεί. Στον εν λόγω έλεγχο δύνανται να συμμετέχουν υπάλληλοι του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

2.   Για ελέγχους των παραδοσιακών ιδίων πόρων στους οποίους συμμετέχει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 3 και του ιδίου πόρου βάσει του ΦΠΑ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4, η μέριμνα της οργάνωσης των εργασιών και των σχέσεων με τις υπηρεσίες που συμμετέχουν στον έλεγχο αναλαμβάνεται από την υπηρεσία που ορίζεται από το συγκεκριμένο κράτος μέλος.

3.   Οι επιτόπιοι έλεγχοι των παραδοσιακών ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο δ) διενεργούνται από τους εντεταλμένους υπαλλήλους. Για την οργάνωση των εργασιών και για τις σχέσεις με τις υπηρεσίες και, ενδεχομένως, με τους υπόχρεους που αφορά ο έλεγχος, οι εν λόγω υπάλληλοι προβαίνουν, πριν από κάθε επιτόπιο έλεγχο, στις σχετικές επαφές με τους υπαλλήλους που έχει ορίσει το οικείο κράτος μέλος. Για αυτό το είδος ελέγχου η σχετική εντολή συνοδεύεται από έγγραφο στο οποίο αναφέρονται το αντικείμενο και ο στόχος του ελέγχου.

4.   Οι έλεγχοι που αφορούν τον ίδιο πόρο βάσει του ΑΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 5, διενεργούνται από τους εντεταλμένους υπαλλήλους. Για την οργάνωση των εργασιών, οι υπάλληλοι αυτοί προβαίνουν στις αναγκαίες επαφές με τις αρμόδιες διοικήσεις των κρατών μελών.

5.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι υπηρεσίες ή οι οργανισμοί που είναι υπεύθυνοι για τη βεβαίωση, την είσπραξη και την απόδοση των ιδίων πόρων, καθώς και οι αρχές οι οποίες είναι επιφορτισμένες με τους σχετικούς ελέγχους, να παρέχουν στους εντεταλμένους υπαλλήλους την απαραίτητη συνδρομή για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

Για τους σκοπούς των επιτόπιων ελέγχων των παραδοσιακών ιδίων πόρων, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο δ), τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, σε εύθετο χρόνο, σχετικά με την ταυτότητα και την ιδιότητα των προσώπων που έχουν ορίσει για να συμμετάσχουν στους ελέγχους αυτούς και για να παράσχουν στους εντεταλμένους υπαλλήλους την απαραίτητη συνδρομή για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

6.   Τα αποτελέσματα του ελέγχου και της εποπτείας που αναφέρονται στο άρθρο 2, πλην των ελέγχων που διενεργούνται από τα κράτη μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β), τίθεται υπόψη των ενδιαφερόμενων κρατών μελών μέσω των ενδεδειγμένων διαύλων εντός τριών μηνών. Το κράτος μέλος υποβάλλει τις παρατηρήσεις του εντός τριών μηνών από την παραλαβή της έκθεσης. Εντούτοις, κατόπιν αιτήσεως δεόντως αιτιολογημένης, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το κράτος μέλος να υποβάλλει τις παρατηρήσεις του για συγκεκριμένα σημεία εντός προθεσμίας ενός μηνός μετά την παραλαβή της έκθεσης. Το κράτος μέλος μπορεί να μη δώσει συνέχεια στην αίτηση αυτή με κοινοποίηση στην οποία θα αναφέρονται οι λόγοι που το εμποδίζουν να δώσει συνέχεια στην αίτηση της Επιτροπής.

Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα και οι παρατηρήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, μαζί με την ανακεφαλαιωτική έκθεση η οποία καταρτίζεται σχετικά με τους ελέγχους για τον ίδιο πόρο βάσει του ΦΠΑ, τίθενται υπόψη των κρατών μελών.

Όταν, στο πλαίσιο των επιτόπιων ή των συναφών ελέγχων παραδοσιακών ιδίων πόρων, διαπιστώνεται ότι πρέπει να τροποποιηθούν ή να διορθωθούν τα στοιχεία των καταστάσεων ή δηλώσεων που έχουν αποσταλεί στην Επιτροπή σχετικά με τους ίδιους πόρους και οι διορθώσεις που προκύπτουν πραγματοποιούνται μέσω τρέχουσας κατάστασης ή δήλωσης, τότε οι σχετικές αλλαγές επισημαίνονται, στην κατάσταση ή δήλωση που χρησιμοποιείται, μέσω κατάλληλων σημειώσεων.

Άρθρο 5

Καταγγελία περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών που θίγουν απαιτήσεις σε παραδοσιακούς ίδιους πόρους

1.   Κατά τη διάρκεια των δύο μηνών μετά το τέλος κάθε τριμήνου, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή περιγραφή των περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας που έχουν διαπιστωθεί και αφορούν ποσό απαιτήσεων άνω των 10 000 ευρώ όσον αφορά τους παραδοσιακούς ίδιους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ.

Εντός της περιόδου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, κάθε κράτος μέλος διαβιβάζει στοιχεία για τις περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή και δεν έχουν αποτελέσει προηγουμένως αντικείμενο κάποιας ανακοίνωσης περί είσπραξης, ακύρωσης ή μη είσπραξης.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των λεπτομερειών των περιγραφών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2.

3.   Στην έκθεση της Επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 5 της ΣΛΕΕ περιλαμβάνεται περίληψη των γνωστοποιήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 6

Υποβολή εκθέσεων από τα κράτη μέλη για τους ελέγχους παραδοσιακών ιδίων πόρων

1.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν λεπτομερείς ετήσιες εκθέσεις στην Επιτροπή σχετικά με τους ελέγχους που διενεργούν όσον αφορά τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους και τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών, τα συνολικά στοιχεία και τυχόν θέματα αρχής που αφορούν τα σημαντικότερα προβλήματα τα οποία ανακύπτουν από την εφαρμογή των σχετικών κανονισμών για την εφαρμογή της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ, ιδίως δε τις διαφορές. Οι εκθέσεις διαβιβάζονται στην Επιτροπή πριν από την 1η Μαρτίου του έτους που έπεται του εκάστοτε οικονομικού έτους. Με βάση αυτές τις εκθέσεις, η Επιτροπή συντάσσει συγκεφαλαιωτική έκθεση, που διαβιβάζεται σε όλα τα κράτη μέλη.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της μορφής των ετήσιων εκθέσεων των κρατών μελών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2.

3.   Κάθε τρία χρόνια η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος ελέγχου για τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ III

ΕΠΙΤΡΟΠΉ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΈΣ ΔΙΑΤΆΞΕΙΣ

Άρθρο 7

Διαδικασία επιτροπολογίας

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη συμβουλευτική επιτροπή ιδίων πόρων (ΣΕΙΠ). Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 8

Μεταβατικές διατάξεις

Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1026/1999 καταργείται.

Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό και στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000, που καταργείται με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 του Συμβουλίου (11), οι οποίες αναφέρονται στον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον εν λόγω πίνακα αντιστοιχίας.

Άρθρο 9

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ.

Εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 2014.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 26 Μαΐου 2014.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΟΣ


(1)  Βλέπε σελίδα 105 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 130 της 31.5.2000, σ. 1).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(4)  Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1026/1999 του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 1999, για καθορισμό των εξουσιών και υποχρεώσεων των υπαλλήλων των εντεταλμένων από την Επιτροπή για τη διεξαγωγή των ελέγχων των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 126 της 20.5.1999, σ. 1).

(5)  Γνώμη αριθ. 2/2012 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου της 20ής Μαρτίου 2012 (ΕΕ C 112 της 18.4.2012, σ. 1) και γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 29ης Μαρτίου 2012 (ΕΕ C 181 της 21.6.2012, σ. 45).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1).

(7)  Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για το ομοιόμορφο οριστικό καθεστώς είσπραξης των ιδίων πόρων που προέρχονται από τον φόρο επί της προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 155 της 7.6.1989, σ. 9).

(8)  Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2003, για την εναρμόνιση του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος σε τιμές αγοράς («κανονισμός ΑΕΕ») (ΕΕ L 181 της 19.7.2003, σ. 1).

(9)  Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31).

(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).

(11)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2014, για τις μεθόδους και τη διαδικασία απόδοσης των παραδοσιακών ιδίων πόρων και των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΕ και για τα μέτρα αντιμετώπισης των ταμειακών αναγκών (βλέπε σελίδα 39 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1026/1999

Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000

Ο παρών κανονισμός

 

άρθρα 1 έως 6 παράγραφος 4

 

άρθρο 6 παράγραφος 5

άρθρο 5 παράγραφος 1

 

άρθρα 7 έως 12

 

άρθρο 15

άρθρο 1 παράγραφος 1

 

άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2

άρθρο 1 παράγραφος 2

 

άρθρο 16 τρίτο εδάφιο

 

άρθρο 17 παράγραφοι 1 έως 4

άρθρο 2 παράγραφος 1

άρθρο 2 παράγραφος 2

 

άρθρο 17 παράγραφος 5 πρώτη, δεύτερη και τέταρτη πρόταση

άρθρο 6 παράγραφος 1

 

άρθρο 17 παράγραφος 5 τρίτη πρόταση

άρθρο 5 παράγραφος 3

 

άρθρο 18 παράγραφος 1

άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο α)

 

άρθρο 18 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο σημείο α)

άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) πρώτη και δεύτερη πρόταση

 

άρθρο 18 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο σημείο β)

άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο γ) πρώτη πρόταση

 

άρθρο 18 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο πρώτη πρόταση

άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο δ) τρίτη πρόταση

 

άρθρο 18 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο δεύτερη πρόταση

άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο γ) δεύτερη πρόταση

 

άρθρο 18 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο σημείο α)

άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) τρίτη πρόταση

 

άρθρο 18 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο σημείο β)

άρθρο 4 παράγραφος 6 τρίτο εδάφιο

 

άρθρο 18 παράγραφος 3 πρώτη πρόταση

άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο δ) πρώτη πρόταση

 

άρθρο 18 παράγραφος 3 δεύτερη πρόταση

άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο δ) δεύτερη πρόταση

 

άρθρο 18 παράγραφος 3 τρίτη και τέταρτη πρόταση

άρθρο 4 παράγραφος 1

άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο δ) δεύτερη πρόταση

 

άρθρο 18 παράγραφος 4

άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο ε)

 

άρθρο 18 παράγραφος 5

άρθρο 6 παράγραφος 3

άρθρο 2 παράγραφος 4

 

άρθρο 19 πρώτη και δεύτερη πρόταση

άρθρο 2 παράγραφος 5 στοιχείο α)

άρθρο 2 παράγραφος 5 στοιχείο β)

άρθρο 2 παράγραφος 6

άρθρο 1 πρώτο εδάφιο

 

άρθρο 3 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

άρθρο 1 δεύτερο εδάφιο

 

άρθρο 3 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

άρθρο 1 τρίτο εδάφιο

 

άρθρο 3 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο

άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2

 

άρθρο 2 παράγραφος 3 πρώτη πρόταση

 

άρθρο 3 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

άρθρο 2 παράγραφος 3 δεύτερη πρόταση

 

άρθρο 4 παράγραφος 3 τρίτη πρόταση

άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β)

 

άρθρο 3 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

 

άρθρο 19 τρίτη πρόταση

άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

 

άρθρο 3 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο α)

 

άρθρο 4 παράγραφος 2

άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο β)

 

άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτη και δεύτερη πρόταση

άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

 

άρθρο 4 παράγραφος 4

άρθρο 4

 

άρθρο 4 παράγραφος 5

άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2

 

άρθρο 3 παράγραφος 3

άρθρο 5 παράγραφος 3

 

άρθρο 3 παράγραφος 4

άρθρο 6

 

άρθρο 4 παράγραφος 6 πρώτο και δεύτερο εδάφιο

άρθρο 7

 

άρθρο 8

 

 

άρθρα 20 έως 23

άρθρο 5 παράγραφος 2

άρθρο 6 παράγραφος 2

 

άρθρο 7

άρθρο 8

άρθρο 9