25.1.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 22/1


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 60/2012 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 16ης Ιανουαρίου 2012

για την περάτωση της μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 των μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου προέλευσης, μεταξύ άλλων, Ρωσίας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) («βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 3,

Έχοντας υπόψη την πρόταση που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.1.   Ισχύοντα μέτρα

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 172/2008 (2) («αρχικός κανονισμός»), το Συμβούλιο επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου προέλευσης, μεταξύ άλλων, Ρωσίας. Τα μέτρα συνίστανται σε κατ’ αξίαν δασμό με συντελεστή που κυμαίνεται μεταξύ 17,8 % και 22,7 %. Η έρευνα που κατέληξε στον εν λόγω κανονισμό θα αναφέρεται κατωτέρω ως «η αρχική έρευνα».

1.2.   Αίτηση επανεξέτασης

(2)

Στις 30 Νοεμβρίου 2009 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή («Επιτροπή») έλαβε αίτηση για τη διεξαγωγή μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού («ενδιάμεση επανεξέταση»). Η αίτηση, την οποία υπέβαλε ένας παραγωγός-εξαγωγέας από τη Ρωσία, η εταιρεία Joint Stock Company (JSC) Chelyabinsk Electrometallurgical Integrated Plant και η συνδεδεμένη με αυτήν εταιρεία Joint Stock Company (JSC) Kuznetsk Ferroalloy Works («αιτών»), περιοριζόταν ως προς το πεδίο της στην εξέταση της πρακτικής ντάμπινγκ όσον αφορά τον αιτούντα. Ο δασμολογικός συντελεστής αντιντάμπινγκ που είχε οριστεί για τον αιτούντα σε 22,7 % βασιζόταν στο περιθώριο ντάμπινγκ του αιτούντος.

(3)

Στην αίτησή του, ο αιτών υποστήριξε ότι, όσον τον αφορά, οι συνθήκες βάσει των οποίων επιβλήθηκαν τα ισχύοντα μέτρα έχουν αλλάξει και οι μεταβολές αυτές είναι διαρκούς χαρακτήρα.

(4)

Ο αιτών προσκόμισε αποδεικτικά εκ πρώτης όψεως στοιχεία σύμφωνα με τα οποία, όσον αφορά τον αιτούντα, η συνέχιση της επιβολής του μέτρου στο τρέχον επίπεδο δεν είναι πλέον αναγκαία για την αντιστάθμιση του ντάμπινγκ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν με την αίτηση, από τη σύγκριση μεταξύ των εγχωρίων τιμών στη χώρα του αιτούντος και των τιμών εξαγωγής του αιτούντος προς την Ένωση προκύπτει ότι το περιθώριο ντάμπινγκ φαίνεται να είναι σημαντικά χαμηλότερο από το ισχύον επίπεδο του μέτρου.

1.3.   Έναρξη επανεξέτασης

(5)

Η Επιτροπή, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα, κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή, ότι υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούσαν την έναρξη ενδιάμεσης επανεξέτασης, αποφάσισε να κινήσει μερική ενδιάμεση επανεξέταση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, το πεδίο της οποίας περιοριζόταν στην εξέταση της πρακτικής ντάμπινγκ όσον αφορά τον αιτούντα. Η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας στις 27 Οκτωβρίου 2010 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3) («ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας») και άρχισε την έρευνα.

1.4.   Υπό εξέταση προϊόν και ομοειδές προϊόν

(6)

Το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της ενδιάμεσης επανεξέτασης είναι το ίδιο με εκείνο της αρχικής έρευνας, δηλαδή σιδηροπυρίτιο, προέλευσης Ρωσίας, που επί του παρόντος κατατάσσεται στους κωδικούς ΣΟ 7202 21 00 , 7202 29 10 και 7202 29 90 .

(7)

Το προϊόν που παράγεται και πωλείται στη Ρωσία και αυτό που εξάγεται στην Ένωση έχουν τα ίδια βασικά φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και χρήσεις και, συνεπώς, θεωρούνται ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

1.5.   Ενδιαφερόμενα μέρη

(8)

Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσημα τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης, τον αιτούντα και τις αρχές της χώρας εξαγωγής για την έναρξη της ενδιάμεσης επανεξέτασης. Τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να γίνουν δεκτά σε ακρόαση.

(9)

Η Επιτροπή έστειλε ερωτηματολόγια στον αιτούντα και έλαβε απάντηση εντός της ορισθείσας για τον σκοπό αυτό προθεσμίας. Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που έκρινε αναγκαίες για τον καθορισμό του ντάμπινγκ και πραγματοποίησε επισκέψεις επαλήθευσης στις εξής εγκαταστάσεις:

Joint Stock Company JSC Chelyabinsk Electrometallurgical Integrated Plant («CHEM»), Chelyabinsk, Ρωσία,

Joint Stock Company JSC Kuznetsk Ferroalloy Works («KF»), Kuznetsk, Ρωσία,

και

RFA International LP («RFAI») in Mishawaka, ΗΠΑ & Nieuwdorp Zld, Κάτω Χώρες.

1.6.   Περίοδος έρευνας

(10)

Η έρευνα κάλυψε την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 2009 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2010 («περίοδος έρευνας επανεξέτασης» ή «ΠΕΕ»).

2.   ΔΙΑΡΚΗΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ

2.1.   Εισαγωγή

(11)

Αρχικά υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ (4), κατά την εκτίμηση της ανάγκης να συνεχιστούν τα υφιστάμενα μέτρα στο πλαίσιο επανεξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία ευχέρεια εκτίμησης, περιλαμβανομένης της ευχέρειας διεξαγωγής μιας αξιολόγησης των προοπτικών της πολιτικής τιμών των ενδιαφερόμενων εξαγωγέων. Στο πλαίσιο αυτό τα θεσμικά όργανα πρέπει να εξετάζουν τα επιχειρήματα του αιτούντος ως προς τον λόγο για τον οποίο οι συνθήκες της κατάστασής του έχουν υποστεί μεταβολή διαρκούς χαρακτήρα, έτσι ώστε να δικαιολογείται η μείωση ή ακόμη και η κατάργηση του δασμού.

(12)

Ο αιτών υποστήριξε ότι η μεταβολή των συνθηκών θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί διαρκούς χαρακτήρα και ότι, ως εκ τούτου, θα έπρεπε είτε να μειωθεί το επίπεδο των μέτρων είτε να καταργηθούν τελείως αυτά, καθώς θα ήταν απίθανο στο προβλεπτό μέλλον να παρατηρηθεί επανεμφάνιση εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, και, σε κάθε περίπτωση, όχι σε επίπεδα αντίστοιχα εκείνων που είχαν διαπιστωθεί κατά την αρχική έρευνα.

2.2.   Όσον αφορά το ερώτημα εάν ο αιτών εξακολουθούσε να ασκεί ντάμπινγκ στην αγορά της ΕΕ κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ (5)

(13)

Προτού δοθεί απάντηση στα διάφορα επιχειρήματα του αιτούντος σχετικά με τον (υποτιθέμενο) διαρκή χαρακτήρα της (υποτιθέμενης) μεταβολής των συνθηκών, είναι χρήσιμο να γίνει προηγουμένως περιγραφή των εκτιμήσεων των θεσμικών οργάνων όσον αφορά το ερώτημα εάν ο αιτών εξακολουθούσε να ασκεί ντάμπινγκ στην αγορά της ΕΕ κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ.

2.2.1.   Κανονική αξία

(14)

Για τον καθορισμό της κανονικής αξίας εξετάστηκε αρχικά κατά πόσον ο συνολικός όγκος των εγχώριων πωλήσεων του ομοειδούς προϊόντος της εταιρείας σε ανεξάρτητους πελάτες ήταν αντιπροσωπευτικός σε σύγκριση με τον συνολικό όγκο των εξαγωγικών πωλήσεών του στην Ένωση. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, οι εγχώριες πωλήσεις θεωρούνται αντιπροσωπευτικές όταν ο συνολικός όγκος των εγχώριων πωλήσεων ανέρχεται τουλάχιστον στο 5 % του συνολικού όγκου των πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος στην Ένωση. Διαπιστώθηκε ότι οι συνολικές πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος, από την εταιρεία, στην εγχώρια αγορά ήταν αντιπροσωπευτικές.

(15)

Για κάθε τύπο προϊόντος ο οποίος πωλήθηκε από την εταιρεία στην εγχώρια αγορά της και ο οποίος αποδείχθηκε ότι ήταν άμεσα συγκρίσιμος με τον τύπο του προϊόντος που πωλήθηκε προς εξαγωγή στην Ένωση, καθορίστηκε κατά πόσον οι εγχώριες πωλήσεις ήταν επαρκώς αντιπροσωπευτικές κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. Οι εγχώριες πωλήσεις ενός συγκεκριμένου τύπου προϊόντος κρίνονται επαρκώς αντιπροσωπευτικές όταν ο συνολικός όγκος του εν λόγω τύπου προϊόντος που πωλήθηκε στην εγχώρια αγορά σε ανεξάρτητους πελάτες κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ αντιπροσώπευε τουλάχιστον το 5 % του συνολικού όγκου των πωλήσεων του συγκρίσιμου τύπου προϊόντος που εξήχθη στην Ένωση.

(16)

Εξετάστηκε επίσης εάν οι εγχώριες πωλήσεις κάθε τύπου προϊόντος θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Αυτό έγινε με τον προσδιορισμό της αναλογίας των επικερδών πωλήσεων σε ανεξάρτητους πελάτες στην εγχώρια αγορά κάθε εξαγόμενου τύπου του υπό εξέταση προϊόντος στη διάρκεια της κάθε περιόδου.

(17)

Για τους τύπους του προϊόντος για τους οποίους άνω του 80 % του όγκου των πωλήσεων στην εγχώρια αγορά του συγκεκριμένου τύπου προϊόντος πραγματοποιήθηκαν σε τιμές άνω του κόστους και η μέση σταθμισμένη τιμή πώλησης αυτού του τύπου ήταν ίση ή μεγαλύτερη του μοναδιαίου κόστους παραγωγής του, η κανονική αξία, ανά τύπο προϊόντος, υπολογίστηκε ως ο σταθμισμένος μέσος όρος του συνόλου των πραγματικών εγχώριων τιμών πώλησης του εν λόγω τύπου, ανεξάρτητα από το εάν οι πωλήσεις αυτές ήταν επικερδείς ή όχι.

(18)

Στις περιπτώσεις που ο όγκος των επικερδών πωλήσεων ενός τύπου του προϊόντος αντιπροσώπευε το 80 % ή λιγότερο του συνολικού όγκου των πωλήσεων του συγκεκριμένου τύπου, ή αν η μέση σταθμισμένη τιμή του συγκεκριμένου τύπου ήταν κατώτερη από το μοναδιαίο κόστος παραγωγής, η κανονική αξία βασίστηκε στην πραγματική εγχώρια τιμή, η οποία υπολογίστηκε ως μέση σταθμισμένη τιμή μόνο των επικερδών εγχώριων πωλήσεων του εν λόγω τύπου προϊόντος κατά τη διάρκεια της κάθε περιόδου.

(19)

Αν οι εγχώριες τιμές ενός συγκεκριμένου τύπου προϊόντος που πωλείται από την εταιρεία δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, η κανονική αξία κατασκευάζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού.

(20)

Εφόσον η κανονική αξία κατασκευάζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, τα ποσά που αντιστοιχούν στα έξοδα πώλησης, στα γενικά και διοικητικά έξοδα και στα κέρδη υπολογίζονται με βάση πραγματικά στοιχεία για την παραγωγή και τις πωλήσεις, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, του ομοειδούς προϊόντος, που έχει πραγματοποιήσει η εταιρεία, σύμφωνα με την εισαγωγική φράση του άρθρου 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού.

2.2.2.   Τιμή εξαγωγής

(21)

Οι εξαγωγικές πωλήσεις της εταιρείας προς την Ένωση πραγματοποιούνται μέσω του ελβετικού υποκαταστήματος της συνδεδεμένης με αυτήν εταιρείας RFAI η οποία, κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ, ασκούσε όλες τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την εισαγωγή εμπορευμάτων τα οποία τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση, λειτουργούσε δηλαδή σαν συνδεδεμένος εισαγωγέας.

(22)

Η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε έτσι σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, με βάση τις τιμές με τις οποίες τα εισαχθέντα προϊόντα μεταπωλήθηκαν αρχικά σε ανεξάρτητο αγοραστή, με προσαρμογές για όλα έξοδα που ανέκυψαν μεταξύ εισαγωγής και μεταπώλησης, καθώς και ένα εύλογο περιθώριο για τα έξοδα Π&ΓΔ και για τα κέρδη. Προς τον σκοπό αυτό, ελλείψει νέων πληροφοριών από ανεξάρτητους εισαγωγείς σχετικά με τα πραγματοποιούμενα κέρδη, χρησιμοποιήθηκε το ποσοστό κέρδους που εφαρμόστηκε κατά την αρχική έρευνα, δηλαδή 6 %.

(23)

Ο αιτών υποστήριξε ότι η RFAI πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μέρος της ίδιας ενιαίας οικονομικής οντότητας (ΕΟΟ) και ότι, κατά συνέπεια, κατά τον καθορισμό των τιμών εξαγωγής δεν έπρεπε να αφαιρεθούν τα έξοδα Π&ΓΔ και τα κέρδη της RFAI.

(24)

Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός για τους ακόλουθους λόγους:

οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς διαθέτουν ο καθένας το δικό του τμήμα εξαγωγικών πωλήσεων,

η RFAI συμμετέχει σημαντικά στη διεθνή δραστηριότητα του ομίλου (π.χ. εξυπηρέτηση πελατών, υλικοτεχνική υποστήριξη και χρονοπρογραμματισμός παραδόσεων, αγορά κεφαλαιουχικών αγαθών και βασικών πρώτων υλών κ.λπ.),

το ελβετικό υποκατάστημα της RFAI επιτελεί όλες τις λειτουργίες που αναλαμβάνει κανονικά ένας συνδεδεμένος εισαγωγέας στην ΕΕ,

η RFAI πωλεί σιδηροπυρίτιο με τη δική της επωνυμία και για δικό της λογαριασμό σε μη συνδεδεμένους πελάτες στην ΕΕ και αλλού,

η RFAI διατηρεί σχέση αγοραστή-πωλητή με τους δύο συνδεδεμένους ρώσους παραγωγούς KF και CHEM,

κάθε εταιρεία συντάσσει δική της οικονομική έκθεση και δεν υπάρχει ενοποιημένη οικονομική έκθεση, και

κάθε εταιρεία υποβάλλει δική της φορολογική δήλωση στις αντίστοιχες αρχές.

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός ότι δεν έπρεπε να αφαιρεθούν τα έξοδα Π&ΓΔ και τα κέρδη κατά την κατασκευή της τιμής εξαγωγής έπρεπε να απορριφθεί. Οι παρατηρήσεις του αιτούντος επί του σημείου αυτού σε απάντηση στην τελική γνωστοποίηση των συμπερασμάτων παρατίθενται παρακάτω (σημείο 2.3).

(25)

Ο αιτών υποστήριξε επίσης ότι δεν έπρεπε να αφαιρεθούν οι δασμοί αντιντάμπινγκ κατά τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού, καθώς ο δασμός αντανακλάται δεόντως στις τιμές μεταπώλησης και στις μεταγενέστερες τιμές πώλησης στην Ένωση. Όσον αφορά αυτόν τον ισχυρισμό, η έρευνα διαπίστωσε ότι οι μέσες σταθμισμένες τιμές μεταπώλησης σιδηροπυριτίου στην Ένωση έχουν αυξηθεί σε σύγκριση με τις τιμές στην αρχική έρευνα και ότι οι τρέχουσες τιμές μεταπώλησης εξαγόμενων προϊόντων είναι υψηλότερες από τις αντίστοιχες τιμές της αρχικής έρευνας σε ποσοστό που υπερβαίνει κατά πολύ το 22,7 %. Συνεπώς, μπορεί να συναχθεί ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ τροποποιεί δεόντως τις τιμές μεταπώλησης του αιτούντος. Ως αποτέλεσμα, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του αιτούντος έγινε δεκτός και, κατά τον υπολογισμό των κατασκευασμένων τιμών εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, δεν αφαιρέθηκαν οι δασμοί αντιντάμπινγκ.

2.2.3.   Σύγκριση

(26)

Η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής συγκρίθηκαν σε επίπεδο τιμών εκ του εργοστασίου. Για να εξασφαλιστεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, έγιναν προσαρμογές ώστε να ληφθούν δεόντως υπόψη τα έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης, διεκπεραίωσης και διακίνησης, τα έξοδα πίστωσης και οι προμήθειες, εφόσον χρειάζονταν και ήταν δικαιολογημένες, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού.

2.2.4.   Περιθώριο ντάμπινγκ

(27)

Όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 11 του βασικού κανονισμού, η σταθμισμένη μέση κανονική αξία ανά τύπο συγκρίθηκε με τη σταθμισμένη μέση τιμή εξαγωγής του αντίστοιχου τύπου του υπό εξέταση προϊόντος. Το αποτέλεσμα αποδεικνύει την ύπαρξη ντάμπινγκ.

(28)

Για να υπολογιστεί το περιθώριο ντάμπινγκ, τα θεσμικά όργανα, όπως και κατά την αρχική έρευνα, σημείωσαν ότι η CHEM και η KF είναι στενά συνδεδεμένες. Όπως και κατά την αρχική έρευνα, και σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική των θεσμικών οργάνων, υπολογίστηκε ενιαίο περιθώριο ντάμπινγκ για ολόκληρο τον όμιλο. Κατά τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε προς τον σκοπό αυτό μέχρι την τελική γνωστοποίηση των συμπερασμάτων, το ποσό του ντάμπινγκ υπολογίστηκε για κάθε παραγωγό-εξαγωγέα, πριν να καθοριστεί ο σταθμισμένος μέσος όρος του ντάμπινγκ για τον όμιλο ως σύνολο. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η μεθοδολογία είναι διαφορετική από εκείνη που εφαρμόστηκε στην αρχική έρευνα, κατά την οποία ο υπολογισμός του ντάμπινγκ έγινε με σύμπτυξη όλων των συναφών δεδομένων σε σχέση με τις εγχώριες πωλήσεις, το κόστος παραγωγής, την κερδοφορία και τις πωλήσεις του κάθε παραγωγού στην Ένωση. Ο αιτών υποστήριξε ότι η εφαρμογή αυτής της μεθοδολογίας θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 11 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού. Το θέμα αυτό, επίσης, εξετάζεται κατωτέρω (σημείο 2.3).

2.3.   Ανάλυση των αντιδράσεων στα τελικά συμπεράσματα σχετικά με το περιθώριο ντάμπινγκ κατά την ΠΕΕ

(29)

Ο αιτών υπέβαλε διάφορες παρατηρήσεις σχετικά με ορισμένες πτυχές των υπολογισμών, όπως το κόστος της παραγωγής, τα έξοδα Π&ΓΔ, το περιθώριο κέρδους, η κανονική αξία και οι προσαρμογές. Όλες οι παρατηρήσεις ελήφθησαν υπόψη και, κατά περίπτωση, διορθώθηκαν τα διοικητικά σφάλματα. Κατά συνέπεια, τροποποιήθηκαν τα οριστικά συμπεράσματα.

(30)

Επιπλέον, ο αιτών ζήτησε από την Επιτροπή να εκφράσει το επίπεδο ντάμπινγκ με βάση την αξία CIF που κατασκεύασε ο ίδιος για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας, επικαλούμενος το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού. Ο ισχυρισμός αυτός βασίστηκε στο επιχείρημα ότι η τιμή που δηλώθηκε στις τελωνειακές αρχές, είναι μια τιμή μεταβίβασης η οποία θα μπορούσε ίσως να είναι η σωστή τιμή για τελωνειακούς σκοπούς, αλλά όχι μια τιμή που θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον υπολογισμό του ντάμπινγκ σε διαδικασίες αντιντάμπινγκ. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι η διαφορά μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας, δηλαδή το ποσό ντάμπινγκ, θα πρέπει να εκφράζεται στην ίδια βάση με εκείνη που χρησιμοποιείται στη συνέχεια από τις τελωνειακές αρχές για τον καθορισμό των προς είσπραξη δασμών. Αυτή είναι στην πραγματικότητα η αξία CIF που δηλώνεται από τον αιτούντα στις τελωνειακές αρχές. Κατά συνέπεια, η τελευταία είχε χρησιμοποιηθεί στους υπολογισμούς.

(31)

Όσον αφορά τον υπολογισμό του κόστους παραγωγής, ο αιτών αμφισβήτησε την προσέγγιση της Επιτροπής να χρησιμοποιήσει τη μέση τιμή αγοράς ενός κύριου στοιχείου κόστους από έναν μη συνδεδεμένο προμηθευτή αντί για την πραγματική τιμή που καταβάλλεται σε συνδεδεμένο προμηθευτή του ιδίου στοιχείου κόστους για την κατασκευή της κανονικής αξίας. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι η τιμή που χρεώνεται από τον συνδεδεμένο προμηθευτή είναι σημαντικά χαμηλότερη από την τιμή που καταβάλλεται για την ίδια πρώτη ύλη σε ανεξάρτητο προμηθευτή. Η εν λόγω τιμή, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τιμή ελεύθερου ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, αυτό το στοιχείο κόστους πρέπει να προσαρμοστεί.

(32)

Μετά τη γνωστοποίηση των συμπερασμάτων, ο αιτών υποστήριξε ότι το κόστος συσκευασίας δεν εξετάστηκε με συνέπεια κατά τη σύγκριση των τιμών εξαγωγής με τις κανονικές αξίες. Αυτό το θέμα εξετάστηκε και, κατά περίπτωση, τα διοικητικά σφάλματα διορθώθηκαν.

(33)

Ο αιτών σχολίασε, επίσης, την εξαίρεση των εξαγωγικών συναλλαγών ενός συγκεκριμένου τύπου προϊόντος. Οι πωλήσεις της Ένωσης αυτού του τύπου προϊόντος αντιπροσώπευαν λιγότερο από το 5 % των πωλήσεων του αιτούντος του εν λόγω προϊόντος στην Ένωση κατά την ΠΕΕ. Το σημείο αυτό πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι δεν πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις αυτού του τύπου προϊόντος στην εγχώρια αγορά ούτε είχε προβλεφθεί ειδικό κόστος παραγωγής. Καθώς αυτό το είδος του προϊόντος είχε εξαχθεί στην Ένωση σε μικρές ποσότητες στη διάρκεια της ΠΕΕ, δεν θεωρήθηκε κατά συνέπεια σκόπιμο να γίνει κατασκευή της κανονικής αξίας με βάση το κόστος παραγωγής των άλλων τύπων του προϊόντος, πραγματοποιώντας έτσι προσαρμογές για τις διαφορές μεταξύ των προϊόντων.

(34)

Επιπλέον, όπως εξηγήθηκε παραπάνω, ιδίως όσον αφορά δύο σημαντικά σημεία του υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ, συγκεκριμένα: i) το ζήτημα εάν οι εταιρείες CHEM, KF και RFAI αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα (6) και ii) τον υπολογισμό του ενός επιμέρους ποσού ντάμπινγκ για την CHEM αφενός και για την KF αφετέρου (7), ο αιτών υπέβαλε λεπτομερείς παρατηρήσεις στην απάντησή του στην οριστική γνωστοποίηση.

(35)

Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, ιδίως σχετικά με τα σημεία που προβάλλει ο αιτών με την απάντησή του στην οριστική γνωστοποίηση, παρατηρούνται τα ακόλουθα.

(36)

Ο αιτών επανέλαβε τη θέση του ότι οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς και ο συνδεδεμένος έμπορος RFAI τελικά ανήκουν στους ίδιους δικαιούχους και ελέγχονται από αυτούς και ότι, ως εκ τούτου, δεν έχουν καμία αυτονομία και απλώς ακολουθούν τις οδηγίες των ιδιοκτητών του αιτούντος. Αναγνώρισε όλα τα στοιχεία που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 24 παραπάνω, αλλά διαφώνησε με την εκτίμηση των θεσμικών οργάνων ως προς αυτά, καθώς κρίνει ότι δεν έχουν καμία σχέση με το εάν η CHEM, η KF και η RFAI αποτελούν όλες μέρος της ίδιας ενιαίας οικονομικής οντότητας (ΕΟΟ).

(37)

Τα θεσμικά όργανα απορρίπτουν τις παρατηρήσεις του αιτούντος. Τα κριτήρια που ήδη παρατίθενται παραπάνω, ιδίως εάν ληφθούν υπόψη από κοινού, είναι σαφώς βάσιμα και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού του αιτούντος. Όλα τα στοιχεία που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 24 παραπάνω καταδεικνύουν μια δομή ομίλου όπου όλες οι εταιρείες είναι διακριτές νομικές οντότητες και στο πλαίσιο του οποίου η KF και η CHEM ασκούσαν πλήρη δραστηριότητα παραγωγού-εξαγωγέα (δραστηριότητα τόσο παραγωγής όσο και εξαγωγής), ενώ η RFAI ασκεί κυρίως δραστηριότητα συνδεδεμένου εμπόρου/εισαγωγέα στην ΕΕ.

(38)

Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, δεν είναι απαραίτητο να ληφθεί τελική θέση για το θέμα αυτό στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας επανεξέτασης. Αυτό προκύπτει από τον συνδυασμό δύο λόγων. Πρώτον, ακόμη και αν ο ισχυρισμός αυτός γινόταν δεκτός (επιπλέον της αποδοχής, κατά περίπτωση, των ισχυρισμών που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 29 παραπάνω), και πάλι θα διαπιστωνόταν ότι ο αιτών εξακολουθούσε να ασκεί πρακτική ντάμπινγκ στην αγορά της ΕΕ, κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ, με περιθώριο ντάμπινγκ 13 % περίπου. Δεύτερον, όπως εξηγείται παρακάτω, δεν υπάρχουν, σε καμιά περίπτωση, επί του παρόντος επαρκή στοιχεία για να θεωρηθεί το περιθώριο ντάμπινγκ κατά την ΠΕΕ διαρκούς χαρακτήρα.

(39)

Κατά την απάντησή του στην οριστική γνωστοποίηση, ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης υποστήριξε ότι, ως αποτέλεσμα της έρευνας επανεξέτασης, ο δασμός για τα προϊόντα του αιτούντος θα πρέπει να αυξηθεί, διότι, αν υποτεθεί ότι όλοι οι ισχυρισμοί του αιτούντος θα πρέπει να απορριφθούν, το περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε στη διάρκεια της ΠΕΕ ήταν υψηλότερο από τον εφαρμοστέο δασμό. Ωστόσο, δεδομένου ότι, όπως εξηγείται παρακάτω, δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία μιας διαρκούς χαρακτήρα μεταβολής των συνθηκών, δεν υπάρχει δικαιολογία ούτε για αύξηση ούτε για μείωση του δασμού.

2.4.   Ανάλυση του ερωτήματος εάν υπάρχει διαρκούς χαρακτήρα μεταβολή των συνθηκών που δικαιολογεί τη μείωση ή την κατάργηση του δασμού

(40)

Όμως, παρά την αποδοχή ορισμένων ισχυρισμών του αιτούντος όπως περιγράφεται παραπάνω, διαπιστώθηκε ακόμη ότι αυτός ασκούσε πρακτική ντάμπινγκ στην αγορά της ΕΕ, κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ, με περιθώριο ντάμπινγκ τουλάχιστον 13 %. Επιπλέον, όπως εξηγείται παρακάτω, δεν υπάρχουν, σε καμιά περίπτωση, επί του παρόντος επαρκή στοιχεία για να θεωρηθεί το περιθώριο ντάμπινγκ κατά την ΠΕΕ διαρκούς χαρακτήρα.

(41)

Ο αιτών στήριξε στα ακόλουθα στοιχεία το σκεπτικό του ότι υπάρχει μεταβολή των συνθηκών διαρκούς χαρακτήρα:

(42)

i)

Πρώτον, ο αιτών αναφέρθηκε στις αλλαγές που έχουν επέλθει στη διάρθρωση των εξαγωγικών πωλήσεων του ομίλου, οι οποίες, σε συνδυασμό με το άνοιγμα σε νέες αναπτυσσόμενες αγορές, θα συντελούσαν σε υψηλότερες τιμές εξαγωγής για το σιδηροπυρίτιο σε όλες τις εξαγωγικές αγορές, συμπεριλαμβανομένης της ΕΕ, σε σχέση με τις τιμές που διαπιστώθηκαν κατά την αρχική έρευνα. Ωστόσο, ο αιτών δεν προσκόμισε τεκμηριωμένα στοιχεία προκειμένου να αποδείξει τη σχέση ανάμεσα στη νέα εταιρική διάρθρωση, το άνοιγμα σε νέες αναπτυσσόμενες αγορές και την άνοδο των τιμών στην αγορά της ΕΕ. Ούτε τα πορίσματα της έρευνας έδειξαν μια τέτοια σχέση. Αντίθετα, ενώ οι τιμές εξαγωγής ήταν σαφώς υψηλότερες κατά την ΠΕΕ σε σύγκριση με τις τιμές που διαπιστώθηκαν στη διάρκεια της αρχικής έρευνας, ήταν παρ’ όλα αυτά ιδιαίτερα ευμετάβλητες. Για παράδειγμα, στη διάρκεια της ΠΕΕ, η διαφορά μεταξύ της χαμηλότερης και της υψηλότερης τιμής συναλλαγής ανά τόνο του τύπου που σημείωσε τις περισσότερες πωλήσεις στην αγορά της ΕΕ ήταν άνω του 100 %. Μια παρόμοια αστάθεια θα μπορούσε να παρατηρηθεί στην εγχώρια αγορά, αλλά η τάση των τιμών στην αγορά της ΕΕ δεν ήταν συγκρίσιμη με την τάση των τιμών στην εγχώρια αγορά. Το ίδιο ισχύει και για την περίοδο των δώδεκα μηνών που προηγούνται της ΠΕΕ η οποία εξετάστηκε προσεκτικά στο πλαίσιο μιας παράλληλης έρευνας επιστροφής ποσών. Πράγματι, οι τιμές των εξαγωγικών πωλήσεων φαίνεται να έχουν απλώς ακολουθήσει τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς

(43)

Μετά τη γνωστοποίηση, παρόμοια επιχειρήματα χρησιμοποιήθηκαν και από τον αιτούντα. Ωστόσο, πάλι παρασχέθηκαν ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν, επί του παρόντος, επαρκή αποδεικτικά στοιχεία του ότι οι εν λόγω υψηλότερες τιμές εξαγωγής από τον αιτούντα είναι κάθε άλλο παρά συνέπεια των τιμών που επικρατούν στην αγορά (ιδίως στην αγορά της ΕΕ) στη διάρκεια της ΠΕΕ. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι οι αλλαγές που πραγματοποίησε ο αιτών στην εταιρική δομή των εξαγωγών του ήταν η αιτία αυτών των υψηλότερων τιμών και ότι, ως εκ τούτου, οι τιμές αυτές μπορεί να αναμένεται να παραμείνουν στα ίδια (ή υψηλότερα) επίπεδα στο μέλλον. Ειδικότερα, αντίθετα με ό,τι υπονοεί ο αιτών, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η νέα δομή κατέστησε τον όμιλο πιο αποδοτικό, δεν σημαίνει ότι στο μέλλον οι τιμές εξαγωγής του προς την ΕΕ θα είναι υψηλές και δεν θα καταλήγουν σε ντάμπινγκ.

(44)

ii)

Δεύτερον, ο αιτών δήλωσε ότι οι τιμές εξαγωγής του σε άλλες αγορές ήταν ανάλογες ή και υψηλότερες από τις τιμές πώλησής του στην Ένωση. Πραγματοποιήθηκαν σημαντικές επενδύσεις με στόχο την καλύτερη προμήθεια άλλων αγορών. Συνεπώς, η μείωση ή κατάργηση των μέτρων αντιντάμπινγκ όσον αφορά τον αιτούντα δεν θα δημιουργούσε κίνητρο για αύξηση των εξαγωγών προς την ΕΕ και/ή μείωση των τιμών τους.

(45)

Ωστόσο, αυτός ο ισχυρισμός δεν μπορεί να οδηγήσει σε κατάργηση ή μείωση των ισχυόντων μέτρων. Υπενθυμίζεται ότι, ακόμη και σύμφωνα με τον ίδιο τον αιτούντα, αυτός εξακολουθούσε να εφαρμόζει πρακτική ντάμπινγκ στη διάρκεια της ΠΕΕ. Εξάλλου, ο ίδιος ο αιτών υπογράμμισε ότι η ΕΕ παραμένει μία από τις παραδοσιακές αγορές του. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο όγκος των πωλήσεων από τον αιτούντα στην ΕΕ εξακολουθεί να είναι πολύ σημαντικός· αν συγκριθεί ο όγκος των πωλήσεων με την κατανάλωση της ΕΕ στη διάρκεια της ΠΕ της αρχικής έρευνας (8), αυτές αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς (μεταξύ 5 και 20 %· τα ακριβή στοιχεία δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν για λόγους εμπιστευτικότητας).

(46)

Μετά τη γνωστοποίηση ο αιτών επανέλαβε τη θέση του ότι οι νέες ευκαιρίες αγοράς θα παρουσιαστούν σε άλλες αγορές (Ινδία, Ασία και Ηνωμένες Πολιτείες) και όχι στην ΕΕ. Ωστόσο, ο αιτών δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για να υποστηρίξει τις στρατηγικές του αγοράς. Το περιθώριο ντάμπινγκ που εξακολουθεί να υπάρχει στη διάρκεια της ΠΕΕ, η έλλειψη στοιχείων σχετικά με άλλες αγορές και η αστάθεια των τιμών εξαγωγικών πωλήσεων στη διεθνή αγορά αποτελούν στοιχεία που δεν υποστηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί.

(47)

iii)

Τρίτον, κατά την άποψη του αιτούντος, η ρωσική εγχώρια αγορά, με σημαντική παραγωγή χάλυβα, παραμένει μία από τις πλέον σημαντικές αγορές του και η ζήτηση για το ομοειδές προϊόν στη Ρωσία αναμένεται να αυξηθεί. Οι εγχώριες και οι εξαγωγικές τιμές του σιδηροπυριτίου θα αυξηθούν πολύ ταχύτερα από ό,τι το κόστος παραγωγής. Θα είναι επομένως πιθανόν να αυξήσει περαιτέρω ο αιτών τις πωλήσεις του στην εγχώρια αγορά, επίσης διότι, όπως αυτός υποστηρίζει, ο μοναδικός άλλος ρώσος παραγωγός σιδηροπυριτίου, κατόπιν μιας πρόσφατης αλλαγής ιδιοκτησίας, θα παράγει κατά κύριο λόγο για τη δεσμευμένη κατανάλωση.

(48)

Ακόμη και αν υποτεθεί ότι όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι αληθείς, εξακολουθεί εντούτοις να ισχύει το ότι στη διάρκεια της ΠΕΕ, ο αιτών ασκούσε πρακτική ντάμπινγκ με σημαντικό περιθώριο και σε ασταθείς τιμές. Επιπλέον, όπως εξηγείται παραπάνω, οι όγκοι που πωλήθηκαν από τον αιτούντα στην ΕΕ στη διάρκεια της ΠΕΕ δεν υποδηλώνουν ότι έχει αποσυρθεί από την αγορά ή ότι προτίθεται να το πράξει στο εγγύς μέλλον.

(49)

Στις παρατηρήσεις του στη γνωστοποίηση, ο αιτών υποστήριξε ότι η μόνη αιτιολογία που προέβαλε με τη γνωστοποίηση η Επιτροπή για την άρνηση της σημασίας της αυξανόμενης ζήτησης στην εγχώρια αγορά θα πρέπει να είναι το ύψος του περιθωρίου ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε. Περαιτέρω, ο αιτών υποστήριξε ότι η Επιτροπή, αν και αναγνώρισε πολλά από τα βασικά σημεία που αφορούν την αγορά της Ρωσίας, δεν συνάγει τα κατάλληλα συμπεράσματα από αυτά τα επιχειρήματα.

(50)

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν. Πρώτον, όχι μόνο τα συμπεράσματα για το ντάμπινγκ, αλλά και τα συμπεράσματα για τους όγκους αποκρούουν αυτό το επιχείρημα. Δεύτερον, τα θεσμικά όργανα επισημαίνουν ότι δεν παραδέχτηκε η Επιτροπή ούτε παρασχέθηκαν αδιαμφισβήτητα ανεξάρτητα δεδομένα για τη στήριξη του ισχυρισμού ότι η ζήτηση για το υπό εξέταση προϊόν αναμένεται να αυξηθεί στη Ρωσία και ότι οι τιμές εξαγωγής του ομίλου θα αυξηθούν πολύ ταχύτερα από ό,τι το κόστος παραγωγής.

(51)

iv)

Τέταρτον, ο αιτών επισήμανε ότι οι εγκαταστάσεις παραγωγής σιδηροπυριτίου που διαθέτει στη Ρωσία λειτουργούσαν επί χρόνια στο μέγιστο της δυναμικότητάς τους, ότι δεν είχε καμία πρόθεση να αυξήσει τη συνολική παραγωγική ικανότητα σιδηροπυριτίου στο ορατό μέλλον και ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις περί του αντιθέτου.

(52)

Εντούτοις, μετά την οικονομική κρίση του 2009 παρατηρήθηκε σημαντική ανάκαμψη της παραγωγικής ικανότητας και ο αιτών ανέφερε διεύρυνση της παραγωγικής ικανότητας κατά 10 % - 20 % (εύρος που παρέχεται για λόγους τήρησης του απορρήτου) σε σύγκριση με την περίοδο προ της οικονομικής κρίσης του 2009.

(53)

Μετά τη γνωστοποίηση, ο αιτών υποστήριξε ότι η σύγκριση της παραγωγικής ικανότητας μετά την ΠΕΕ με εκείνη κατά την περίοδο αναφοράς δεν ήταν επιτυχής, διότι ο αιτών θα μπορούσε να είχε προβλέψει την οικονομική κρίση του 2009 και, ως εκ τούτου, θα είχε ήδη μειώσει την παραγωγική ικανότητα. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό· μια επέκταση της παραγωγικής ικανότητας που αναφέρθηκε κατά 10 % - 20 % μπορεί να παρατηρηθεί σε σχέση με το 2007 και όχι το 2009, όταν η παραγωγική ικανότητα βρισκόταν στα χαμηλότερα επίπεδά της. Επιπλέον, η οικονομική κρίση του 2009 δεν θα μπορούσε να είχε επηρεάσει την παραγωγική ικανότητα του αιτούντος κατά το 2007.

2.5.   Συμπέρασμα: ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία του διαρκούς χαρακτήρα της μεταβολής των συνθηκών

(54)

Η ανάλυση των ισχυρισμών του αιτούντος σε σχέση με τον διαρκή χαρακτήρα της μεταβολής των συνθηκών, όπως συνοψίζονται παραπάνω, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η όποια μεταβολή συνθηκών δεν έχει διαρκή χαρακτήρα. Οι τιμές εξαγωγής του αιτούντος και, επομένως, το περιθώριο ντάμπινγκ του, φαίνεται πιθανό να εξακολουθήσει να παρουσιάζει διακυμάνσεις, ιδίως μετά την εξέλιξη των τιμών στην παγκόσμια αγορά. Στον βαθμό που ο αιτών έχει αποδείξει τη μεταβολή ορισμένων συνθηκών, αυτό δεν είναι δυνατόν, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ως απόδειξη ότι η τιμολογιακή συμπεριφορά του αιτούντος στη διάρκεια της ΠΕΕ είναι διαρκούς χαρακτήρα. Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι θα ήταν πρόωρο και, συνεπώς, αδικαιολόγητο να μειωθεί ο δασμός κατά την παρούσα χρονική στιγμή.

3.   ΑΝΑΛΗΨΕΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

(55)

Ο αιτών από κοινού με τον συνδεδεμένο προς αυτόν εισαγωγέα πρότεινε ανάληψη υποχρέωσης ως προς τις τιμές σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού.

(56)

Η έρευνα επιβεβαίωσε ότι η τιμή του προϊόντος είναι εξαιρετικά ασταθής. Όπως έχει ήδη αναφερθεί στην αιτιολογική σκέψη 42 ανωτέρω, διαπιστώθηκε ότι οι τιμές πώλησης του αιτούντος στην Ένωση στη διάρκεια της ΠΕΕ ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό. Το προϊόν συνεπώς δεν είναι κατάλληλο για ανάληψη υποχρέωσης σε σταθερή τιμή. Παρά το ότι προτάθηκε ένας μηχανισμός τιμαριθμικής αναπροσαρμογής από τον εξαγωγέα, δεν ήταν δυνατόν να θεσπιστεί συσχετισμός μεταξύ της μεταβλητότητας των τιμών του τελικού προϊόντος και της προταθείσας πηγής τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, κυρίως διότι ο μηχανισμός αυτός σχετίζεται επίσης με το τελικό προϊόν και αναφέρεται σε τιμές που επηρεάστηκαν από εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Επομένως, η τιμαριθμική αναπροσαρμογή που προτάθηκε δεν θεωρήθηκε σκόπιμη.

(57)

Όσον αφορά τους ειδικούς κινδύνους που προξενούνται από την εταιρεία, διαπιστώθηκε ότι, λόγω της πολυπλοκότητας της δομής της, ο κίνδυνος διασταυρούμενης αντιστάθμισης είναι πολύ υψηλός: άλλα προϊόντα, εκτός από το υπό εξέταση προϊόν, μπορούν να πωλούνται μέσω ενός εμπόρου εκτός της Ένωσης σε ένα άλλο συνδεδεμένο υποκατάστημα σε τρίτη χώρα και στη συνέχεια να πωλούνται εκ νέου στην Ένωση.

(58)

Τέλος, καθώς το ίδιο το προϊόν υπάρχει σε διάφορες ποιότητες και εισάγεται κυρίως σε μορφή χύμα, δεν θα ήταν δυνατόν για τις τελωνειακές αρχές να διακρίνουν τα χημικά χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων (που ενδεχομένως υπόκεινται σε διαφορετικές ελάχιστες τιμές εισαγωγής) χωρίς επιμέρους ανάλυση για την κάθε συναλλαγή, καθιστώντας έτσι την παρακολούθηση πολύ επαχθή, αν όχι ανέφικτη.

(59)

Συνεπώς, η πρόταση για ανάληψη υποχρέωσης απορρίφθηκε.

4.   ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗΣ

(60)

Υπό το φως των συμπερασμάτων σχετικά με το ντάμπινγκ και ελλείψει αποδείξεων περί του διαρκούς χαρακτήρα της μεταβολής των συνθηκών, συνάγεται ότι η JSC Chelyabinsk Electrometallurgical Integrated Plant και η συνδεδεμένη με αυτήν εταιρεία JSC Kuznetsk Ferroalloy Works πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στο επίπεδο δασμού που ορίζεται στον αρχικό κανονισμό, δηλαδή σε 22,7 %,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Η διαδικασία μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης των μέτρων αντιντάμπινγκ που πρέπει να εφαρμόζονται στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου προέλευσης, μεταξύ άλλων, Ρωσίας η οποία κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 περατώνεται διά του παρόντος κανονισμού χωρίς τροποποίηση του επιπέδου του ισχύοντος μέτρου αντιντάμπινγκ.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 16 Ιανουαρίου 2012.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

N. WAMMEN


(1)   ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 51.

(2)   ΕΕ L 55 της 28.2.2008, σ. 6.

(3)   ΕΕ C 290 της 27.10.2010, σ. 15.

(4)  Βλέπε, μεταξύ άλλων, υπόθεση T-143/06 MTZ Polyfilms Ltd κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2009-ΙΙ, σ. 4133.

(5)  Όπως εξηγείται παρακάτω, υπολογίστηκε η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής και έγινε η σύγκρισή τους για πρώτη φορά όσον αφορά την CHEMK και την KF, χωριστά. Για να διευκρινιστεί αυτό, σ’ αυτό το μέρος, ο όρος «εταιρεία» χρησιμοποιείται μερικές φορές αντί για τον όρο «αιτών», καθώς, όπως καθορίζεται παραπάνω, ο όρος «αιτών» αναφέρεται στην CHEMK και την KF από κοινού.

(6)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 23.

(7)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 27.

(8)  Τα θεσμικά όργανα χρησιμοποιούν τα δεδομένα για την κατανάλωση στην ΕΕ στη διάρκεια της ΠΕ της αρχικής έρευνας και όχι της ΠΕΕ. Αυτό οφείλεται στο ότι, εφόσον αυτή η επανεξέταση περιορίζεται στην εξέταση του ντάμπινγκ —και δεν καλύπτει ζητήματα ζημίας— τα θεσμικά όργανα δεν διαθέτουν επαληθευμένα στοιχεία σχετικά με την κατανάλωση στην ΕΕ στη διάρκεια της ΠΕΕ.