24.11.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 309/23


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 24ης Μαΐου 2011

σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 88/97 που χορήγησε η Γαλλική Δημοκρατία υπέρ της Crédit Mutuel

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2011) 3436]

(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2011/747/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο (1) και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Στις 25 Ιανουαρίου 1991, η Association française des banques (εφεξής «AFB»), η Chambre syndicale des banques populaires (CSBP) και η Crédit Agricole κατέθεσαν καταγγελία ισχυριζόμενες ότι το γαλλικό κράτος είχε χορηγήσει ενισχύσεις στην Crédit Mutuel.

(2)

Το πρώτο αίτημα για πληροφορίες της Επιτροπής σχετικά με το Livret bleu (μπλε βιβλιάριο) διατυπώθηκε με επιστολή της 27ης Μαΐου 1991.

(3)

Με επιστολή της 6ης Φεβρουαρίου 1998, η Επιτροπή ενημέρωσε τις γαλλικές αρχές σχετικά με την απόφασή της να κινήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ ((νυν άρθρο 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ) διαδικασία σχετικά με τα ενδεχόμενα μέτρα χορήγησης ενισχύσεων που περιλαμβάνονται στον μηχανισμό αποταμίευσης του Livret bleu (2).

(4)

Στις 8 Απριλίου 1998, οι γαλλικές αρχές απάντησαν στα ερωτήματα που έθετε η Επιτροπή στην απόφασή της για την κίνηση διαδικασίας.

(5)

Στις 18 Ιουνίου 1998, η Crédit Mutuel απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή με την επιχειρηματολογία της που είχε ως στόχο να καταρρίψει τον χαρακτηρισμό των μέτρων τα οποία αφορούσε η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας ως κρατικών ενισχύσεων, καθώς και φάκελο αναλυτικής λογιστικής για το Livret bleu. Πολλά ενδιαφερόμενα μέρη απέστειλαν επίσης τις παρατηρήσεις τους στην Επιτροπή (βλέπε τμήματα 3 και 4, αιτιολογικές σκέψεις 48 έως 59), η οποία τις διαβίβασε στις γαλλικές αρχές στις 3 Σεπτεμβρίου 1998.

(6)

Οι καταγγέλλοντες απέστειλαν στην Επιτροπή τέσσερα συμπληρωματικά υπομνήματα με επιστολές στις 29 Οκτωβρίου 1999, 16 Μαΐου 2000, 16 Οκτωβρίου 2000 και 19 Ιανουαρίου 2001, τα οποία η Επιτροπή διαβίβασε στις γαλλικές αρχές στις 21 Φεβρουαρίου 2000 και 3 Νοεμβρίου 2000.

(7)

Στις 5 Φεβρουαρίου 2001, η Επιτροπή διαβίβασε στις γαλλικές αρχές τα έγγραφα που είχε λάβει από την AFB.

(8)

Από τον Νοέμβριο του 1998 έως τον Δεκέμβριο 1999, ένας σύμβουλος (3) (εφεξής καλούμενος «σύμβουλος της Επιτροπής») διενήργησε έλεγχο της αναλυτικής λογιστικής του Livret bleu. Η έκθεση του συμβούλου υποβλήθηκε για εξέταση στις γαλλικές αρχές και στην Crédit Mutuel στις 10 Ιανουαρίου 2000. Στις 7 Φεβρουαρίου 2000, πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση τεχνικού χαρακτήρα σχετικά με την έκθεση αυτή, στην οποία έλαβαν μέρος οι υπηρεσίες της Επιτροπής, επικουρούμενες από τον σύμβουλό τους, οι γαλλικές αρχές και η Crédit Mutuel.

(9)

Με επιστολή της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν από τις γαλλικές αρχές να δώσουν διευκρινίσεις σχετικά με τις αποστολές εξυπηρέτησης του γενικού συμφέροντος που ανατέθηκαν στην Crédit Mutuel. Στις 21 Φεβρουαρίου 2000, 3 Νοεμβρίου 2000 και 5 Φεβρουαρίου 2001, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαβίβασαν στις γαλλικές αρχές, για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, διάφορα έγγραφα (4) που υπέβαλαν οι καταγγέλλοντες αναφορικά με το ενδεχόμενο «αποτέλεσμα προσελκύσεως πελατών» του Livret bleu (βλέπε επιμέρους τμήμα 7.2.3, αιτιολογικές σκέψεις 110 έως 118). Οι γαλλικές αρχές απάντησαν με επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 2001.

(10)

Στις 11 Απριλίου 2000, η Επιτροπή έλαβε καταγγελία της ομοσπονδίας τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FBUE) σχετικά με τις ενισχύσεις τις οποίες χορηγεί το γαλλικό κράτος στην Crédit Mutuel υπό μορφή δικαιώματος αποκλειστικής διανομής του προϊόντος του Livret bleu.

(11)

Τον Μάιο του 2000, η εθνική συνομοσπονδία της Crédit Mutuel ανέθεσε στην εταιρεία εξωτερικού λογιστικού ελέγχου Arthur Andersen να εξετάσει τη μεθοδολογία των εργασιών αναλυτικής λογιστικής της Crédit Mutuel και της κατάρτισης του λογαριασμού εκμετάλλευσης του Livret bleu. Η αποστολή αυτή ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2000 με την υποβολή λεπτομερούς έκθεσης για τον λογαριασμό εκμετάλλευσης του Livret bleu, σύμφωνα με την οποία η αναλυτική λογιστική του Livret bleu έχει ως αποτέλεσμα ζημία προ φόρων ύψους 498 εκατ. γαλλικών φράγκων (FRF). Το συμπέρασμα αυτό βασιζόταν στον συνυπολογισμό «διορθωτικών συντελεστών». Στις 2 Φεβρουαρίου 2001, πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση σχετικά με αυτή την έκθεση μεταξύ της Επιτροπής και της Crédit Mutuel. Μετά τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή, η Crédit Mutuel ζήτησε από την Arthur Andersen να διαβιβάσει επεξηγηματικό σημείωμα, της 8ης Φεβρουαρίου 2001, που αιτιολογεί τη μέθοδο που χρησιμοποίησε, την επονομαζόμενη «διόρθωση της υπεραντιστάθμισης της δραστηριότητας IARD» [δραστηριότητα ασφάλισης ζημιών (5) της Crédit Mutuel], για την οποία είχαν διατυπώσει επικρίσεις οι υπηρεσίες της Επιτροπής.

(12)

Τον Απρίλιο του 2001, η Επιτροπή ζήτησε από τον σύμβουλό της να εντοπίσει τις αποκλίσεις ανάμεσα στην έκθεσή του και εκείνη της Arthur Andersen και να προσδιορίσει τις τροποποιήσεις δεδομένων ή μεθοδολογίας που θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να ενσωματωθούν στην προηγούμενη έκθεσή του. Η νέα τελική έκθεση του συμβούλου της Επιτροπής παραδόθηκε στις 23 Ιουλίου 2001. Η έκθεση εκτιμά το αποτέλεσμα της αναλυτικής λογιστικής του Livret bleu σε συσσωρευμένο μη κεφαλαιοποιημένο κέρδος 1,074 δισεκατ. γαλλικά φράγκα (εφεξής «FRF») (163,7 εκατ. ευρώ). Η έκθεση αυτή υποβλήθηκε αυθημερόν στις γαλλικές αρχές. Σε συνεδρίαση της 26ης Ιουλίου 2001 μεταξύ της Επιτροπής, των γαλλικών αρχών, της Crédit Mutuel και της Arthur Andersen, οι δύο τελευταίες εξέφρασαν τη διαφωνία τους με τα τελικά συμπεράσματα του συμβούλου της Επιτροπής. Η Arthur Andersen υποστήριξε με εμμονή τα προηγούμενα συμπεράσματά της σε έγγραφο της 13ης Σεπτεμβρίου 2001, το οποίο προσαρτήθηκε σε επιστολή που απέστειλαν οι γαλλικές αρχές στις 15 Σεπτεμβρίου 2001. Οι γαλλικές αρχές απέστειλαν στην Επιτροπή νέο υπόμνημα νομικής ανάλυσης του Livret bleu με βάση την κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού, στις 26 Οκτωβρίου 2001, καθώς και έγγραφο της 7ης Ιανουαρίου 2002 σχετικά με το κόστος που συνεπάγεται η εκπλήρωση της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας, το οποίο επαναλαμβάνει, χωρίς νέα στοιχεία, τα αριθμητικά στοιχεία που είχε υποβάλει η Crédit Mutuel.

(13)

Το υπόμνημα που εστάλη στις 26 Οκτωβρίου 2001 από τις γαλλικές αρχές στην Επιτροπή εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή τους, i) το καθεστώς του Livret bleu δεν αποτελούσε ενίσχυση, ii) ακόμα και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή εμμένει στον χαρακτηρισμό των μέτρων ως ενίσχυσης, δεν μπορεί παρά να είναι προϋπάρχουσα ενίσχυση, και iii) πρόκειται, εν πάση περιπτώσει, για ενίσχυση συμβατή.

(14)

Με απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002 (6) (εφεξής «η ακυρωθείσα απόφαση»), η Επιτροπή κήρυξε ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά την κρατική ενίσχυση που εφαρμόζει η Γαλλική Δημοκρατία υπέρ της Crédit Mutuel.

(15)

Η απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002 ακυρώθηκε από το Πρωτοδικείο στις 18 Ιανουαρίου 2005 (7).

(16)

Η Επιτροπή δεν άσκησε έφεση κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου. Σύμφωνα με το άρθρο 266 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της απόφασης αυτής. Για τις κρατικές ενισχύσεις, αυτό σημαίνει ότι, μετά την ακύρωση της απόφασης, η διαδικασία επανέρχεται στο στάδιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

(17)

Με απόφαση της 7ης Ιουνίου 2006 (8) (εφεξής «η απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας»), η Επιτροπή επεξέτεινε την επίσημη διαδικασία έρευνας και διευκρίνισε το περιεχόμενο της σχετικής με ενδεχόμενη ενίσχυση εκτίμησής της.

(18)

Η Γαλλία κοινοποίησε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της σχετικά με την απόφαση επέκτασης του πεδίου της διαδικασίας με επιστολές της 1ης Σεπτεμβρίου 2006 και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006.

(19)

Στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έλαβε καταγγελία της «Association des Victimes du Crédit Mutuel».

(20)

Η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις της Crédit Mutuel με επιστολή της 13ης Οκτωβρίου 2006.

(21)

Η Επιτροπή διαβίβασε τις παρατηρήσεις της Crédit Mutuel στις γαλλικές αρχές με επιστολή της 31ης Οκτωβρίου 2006.

(22)

Μετά τις δύο αιτήσεις της Επιτροπής για συμπληρωματικές πληροφορίες, της 22ας Σεπτεμβρίου 2006 και της 28ης Νοεμβρίου 2006, η Γαλλία υπέβαλε πρόσθετες παρατηρήσεις με επιστολές της 8ης Νοεμβρίου 2006 και της 28ης Φεβρουαρίου 2007.

(23)

Η Επιτροπή συναντήθηκε με τις γαλλικές αρχές στις 19 Δεκεμβρίου 2006 και με την Crédit Mutuel στις 15 Ιανουαρίου 2007.

(24)

Στις 10 Μαΐου 2007, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση βάσει του άρθρου 86 παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 106 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ) σε συνάρτηση με τα άρθρα 43 και 49 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 49 και 56 της ΣΛΕΕ), δυνάμει της οποίας η Γαλλία πρέπει να θέσει τέλος στα ειδικά δικαιώματα (9) της Crédit Mutuel, των Caisses d’Épargne και της Banque Populaire να διανέμουν το Livret bleu (προκειμένου για την Crédit Mutuel) και το Livret A (προκειμένου για τις Caisses d’Épargne και την La Poste) (10).

(25)

Δεδομένου ότι η Γαλλία δεν έθεσε τέλος στα ειδικά δικαιώματα διανομής των Livrets A και Livrets bleus εντός της προθεσμίας των 9 μηνών που προβλέπεται στην απόφαση της 10ης Μαΐου 2007, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία παράβασης που προβλέπεται στο άρθρο 226 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 258 της ΣΛΕΕ) αποστέλλοντας στη Γαλλία, στις 5 Ιουνίου 2008, προειδοποιητική επιστολή για μη συμμόρφωση με την απόφαση.

(26)

Στις 19 Σεπτεμβρίου 2009, η Επιτροπή ζήτησε νέες πληροφορίες από τη Γαλλία, τις οποίες αυτή έστειλε στις 13 Οκτωβρίου 2009.

(27)

Στις 8 Οκτωβρίου 2009, η Επιτροπή περάτωσε τη διαδικασία παράβασης, διότι η Γαλλία συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της να θέσει τέλος στα ειδικά δικαιώματα διανομής αυτών των βιβλιαρίων (11), με τη θέσπιση της μεταρρύθμισης της 1ης Ιανουαρίου 2009 που αποδεσμεύει τη διανομή των Livrets A και Livrets bleus (12).

(28)

Κατά τη διάρκεια του έτους 2010, η Επιτροπή έθεσε πολλά ερωτήματα στην Crédit Mutuel μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, στα οποία εκείνη απάντησε, επίσης με ηλεκτρονικά μηνύματα.

(29)

Η παρούσα απόφαση περατώνει, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (13), τη διαδικασία σχετικά με τα δυνητικά στοιχεία ενίσχυσης που περιλαμβάνονται στον μηχανισμό του Livret bleu.

2.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ LIVRET BLEU

2.1.   Περιγραφή της Crédit Mutuel

(30)

Η Crédit Mutuel είναι αποκεντρωμένος τραπεζικός ή ασφαλιστικός όμιλος που αποτελείται από ένα εθνικό δίκτυο υποκαταστημάτων με καθεστώς συνεταιριστικών εταιρειών μεταβλητού κεφαλαίου. Η Crédit Mutuel διέπεται από τον νόμο της 10ης Σεπτεμβρίου 1947 που έθεσε τις αρχές της συνεργασίας. Είναι οργανωμένη σε τρία επίπεδα: τοπικό, περιφερειακό και εθνικό.

(31)

Ο όμιλος Crédit Mutuel περιλαμβάνει, υπό τις δύο επιγραφές του ομίλου [Crédit Mutuel και Crédit Industriel et Commercial (εφεξής «CIC»)], 6 000 περίπου σημεία πώλησης και απασχολεί πάνω από 72 000 εργαζομένους. Τα τοπικά υποκαταστήματα της Crédit Mutuel υπάγονται στις 18 περιφερειακές ομοσπονδίες που ανήκουν στην εθνική συνομοσπονδία της Crédit Mutuel, κεντρικό όργανο του δικτύου. Η CIC συγκεντρώνει 6 περιφερειακές τράπεζες και ειδικευμένες θυγατρικές εταιρείες, στη Γαλλία και στο εξωτερικό.

(32)

Η Crédit Mutuel είναι, επίσης, όμιλος που διαθέτει ενιαία διαχείριση η οποία εφαρμόζει σφαιρική πολιτική. Διατηρεί εσωτερική δημοσιονομική αλληλεγγύη στο επίπεδο της συνομοσπονδίας, η οποία εξασφαλίζει τη ρευστότητα των περιφερειακών ομοσπονδιών. Ο όμιλος παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά μιας ενιαίας επιχείρησης από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι παρουσιάζει ένα ενιαίο κέντρο αποφάσεων σε κεντρικό επίπεδο.

2.2.   Περιγραφή του Livret bleu

(33)

Το Livret bleu αποτελούσε προϊόν αποταμίευσης που ρυθμιζόταν από το κράτος, το οποίο διένεμε αποκλειστικά η Crédit Mutuel.

(34)

Το προϊόν αυτό τύγχανε μερικής φορολογικής απαλλαγής σύμφωνα με τον διορθωτικό δημοσιονομικό νόμο για το 1975 (14). Οι τόκοι που καταβάλλονταν στους αποταμιευτές για τις καταθέσεις τύγχαναν φορολογικής απαλλαγής κατά τα δύο τρίτα. Το κράτος καθόριζε τον ακαθάριστο συντελεστή απόδοσης του Livret bleu για τους αποταμιευτές κατά τέτοιον τρόπο ώστε μετά την είσπραξη του φόρου (15) το καθαρό επιτόκιο να είναι ταυτόσημο με αυτό του Livret A, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου αφορολόγητο.

(35)

Το κράτος καθόριζε τον συντελεστή απόδοσης του Livret bleu σε επίπεδο υψηλότερο από τον πληθωρισμό, βάσει της χρηματαγοράς. Ο τελευταίος καθαρός συντελεστής απόδοσης του Livret bleu, προτού τεθεί τέλος σε αυτό το προϊόν αποταμίευσης με τη μεταρρύθμιση της 1ης Ιανουαρίου 2009 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 41), ήταν 4 % (16). Οι αποταμιευτές μπορούσαν να καταθέσουν στο Livret bleu τους μέχρι 15 300 ευρώ. Οι πόροι του Livret bleu από 13 δισεκατ. EUR (85 δισεκατ. FRF) το 1991 έφθασαν τα 22 δισεκατ. ευρώ το 2008.

(36)

Τα χαρακτηριστικά του Livret bleu —άμεση διαθεσιμότητα των πόρων, επιτρεπόμενα ποσά από 15 ευρώ και άνω, απουσία εξόδων (π.χ. για το άνοιγμα λογαριασμού) κ.λπ.— δημιουργούσαν μεγάλη ρευστότητα. Επίσης, στο Livret bleu μπορούσαν να γίνονται άμεσες χρεώσεις υπέρ του Δημόσιου Ταμείου ή δημοσίων επιχειρήσεων, όπως η EDF ή η France Télécom. Το Livret bleu, προϊόν αποταμίευσης που προοριζόταν για τους ιδιώτες, ήταν, επομένως, παρεμφερές από ορισμένες απόψεις με τρέχοντα λογαριασμό.

(37)

Οι υποχρεώσεις που αφορούσαν τη χρησιμοποίηση των πόρων που συγκεντρώνονταν μέσω του Livret bleu εξελίχθηκαν με τον καιρό.

(38)

Σε ένα πρώτο στάδιο, η Crédit Mutuel ήταν υποχρεωμένη να διαθέτει το 50 % των πόρων (ποσοστό το οποίο, το 1983 (17), αυξήθηκε στο 65 % των πόρων και στο 80 % των νέων συγκεντρωθέντων πόρων) σε χρήσεις που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον (ιδίως τη χρηματοδότηση οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλων δημόσιων οργανισμών), ενώ η τράπεζα διέθετε την ελευθερία διαχείρισης του υπολοίπου (εφεξής «ελεύθερες χρήσεις»).

(39)

Το σύστημα αυτό αναμορφώθηκε ριζικά με διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου 1991 (18) με το οποίο το Livret bleu ευθυγραμμίστηκε με το σύστημα του Livret A. Πράγματι, μετά το διάταγμα αυτό, το σύνολο των νέων καταθέσεων (19) τέθηκε υπό κεντρική διαχείριση στην Caisse des Dépôts et Consignation (εφεξής «CDC») η οποία, σε αντιστάθμιση, κατέβαλε στην Crédit Mutuel προμήθεια διαμεσολάβησης. Η προμήθεια αυτή, η οποία αρχικά είχε καθοριστεί στο 1,3 % των ποσών του Livret bleu που διατίθενταν σε λογαριασμό στην CDC, μειώθηκε στο 1,2 % την 1η Ιανουαρίου 2005 και στο 1,1 % την 1η Νοεμβρίου 2005. Η CDC χρησιμοποιεί κυρίως τους πόρους που συγκεντρώθηκαν από το Crédit Mutuel για τη χρηματοδότηση κοινωνικών κατοικιών.

(40)

Επίσης, η ριζική αυτή αναμόρφωση του συστήματος οδήγησε σε σταδιακή αναδιάταξη του αποθέματος των υφιστάμενων πόρων (20). Μετά το διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου 1991 και έως το τέλος του πρώτου εξαμήνου 1999, το ποσοστό των υφιστάμενων «χρήσεων που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον» και των «ελεύθερων χρήσεων» μειώθηκε μέχρις ότου όλοι οι πόροι να διατεθούν σε λογαριασμό στην CDC.

Σε δισεκατ. FRF και %

1991

1992

1993

1994

1995

1996

1997

1998

1999

Μέσοι ετήσιοι πόροι

85,5

83

80,2

83,4

88,7

91,5

92,7

98,1

98,7

Πόροι υπό κεντρική διαχείριση CDC

1  %

7  %

12  %

24  %

39  %

46  %

51  %

69  %

100  %

Χρήσεις γενικού συμφέροντος

67  %

54  %

46  %

35  %

27  %

20  %

15  %

10  %

0  %

Ελεύθερες χρήσεις

32  %

39  %

42  %

41  %

35  %

34  %

34  %

21  %

0  %

Πηγή: Littlejohn Fraser

(41)

Την 1η Ιανουαρίου 2009, τέθηκε σε ισχύ η μεταρρύθμιση των Livret A και Livret bleu με την οποία επιτράπηκε σε όλες τις τράπεζες να διανέμουν το Livret A και τέθηκε τέλος στη διάκριση ανάμεσα σε Livret A και Livret bleu. Από την 1η Ιανουαρίου 2009, το Livret bleu της Crédit Mutuel αποτελεί απλώς Livret A που διατίθεται με άλλο όνομα. Κατά την ημερομηνία αυτή τερματίστηκε η υπόσταση του Livret bleu και, κατά συνέπεια, το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής της Crédit Mutuel.

2.3.   Περιγραφή των λόγων που οδήγησαν στην κίνηση της διαδικασίας

(42)

Όπως αναφέρεται στην απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας (21), η Επιτροπή έκρινε πιθανό να έχει χορηγηθεί από τη Γαλλία ενίσχυση στην Crédit Mutuel μέσω της προμήθειας διαμεσολάβησης.

(43)

Από τη νομολογία Altmark προκύπτει ότι οι αντισταθμίσεις για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας δεν αποτελούν κρατικές ενισχύσεις σύμφωνα με το άρθρο 107 της ΣΛΕΕ, εφόσον πληρούνται σωρευτικά ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στην απόφαση Altmark της 24ης Ιουλίου 2003 (22).

(44)

Η Επιτροπή έκρινε, στην απόφασή της για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, ότι η τέταρτη προϋπόθεση της νομολογίας Altmark ενδεχομένως δεν πληρούται στο μέτρο που το κράτος δεν ανέθεσε, μέσω διαδικασίας διαγωνισμού, σε αυτόν που υπέβαλε την καλύτερη προσφορά την αποστολή παροχής δημόσιας υπηρεσίας για τη συγκέντρωση των καταθέσεων με προορισμό τις κοινωνικές κατοικίες, αλλά στην Crédit Mutuel με απευθείας ανάθεση, γεγονός που δεν παρέχει a priori καμία εγγύηση ότι η αμοιβή που δόθηκε στην Crédit Mutuel δεν είναι υψηλότερη από εκείνη που ζητούσε μια επιχείρηση με χρηστή διαχείριση. Επίσης θεώρησε ότι οι γαλλικές αρχές δεν είχαν αποδείξει ότι το επίπεδο αντιστάθμισης καθορίστηκε με βάση το κόστος μιας μέσης επιχείρησης με χρηστή διαχείριση στον τραπεζικό τομέα. Πράγματι, δεν αρκεί να τονίσουν οι γαλλικές αρχές ότι η Crédit Mutuel αποτελεί επιχείρηση με χρηστή διαχείριση, προκειμένου να καθοριστεί ότι το επίπεδο αντιστάθμισης καθορίστηκε με βάση ανάλυση του κόστους που θα αναλάμβανε μια επιχείρηση με χρηστή διαχείριση κατά την έννοια της νομολογίας Altmark.

(45)

Κατά την άποψη της Επιτροπής, η προμήθεια διαμεσολάβησης αποτελούσε κρατικό πόρο που ενδεχομένως συνιστούσε επιλεκτικό πλεονέκτημα ικανό να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, ο οποίος δεν της γνωστοποιήθηκε. Η προμήθεια διαμεσολάβησης, επομένως, περιείχε ενδεχομένως στοιχεία παράνομης ενίσχυσης.

(46)

Στην απόφασή της για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, η Επιτροπή θεώρησε ότι το μέτρο αυτό μπορεί να μην είναι συμβατό με το άρθρο 86 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ) και έκρινε ότι δεν φαίνεται να συντρέχει κανένας από τους λόγους εξαίρεσης που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 107 παράγραφοι 2 και 3 της ΣΛΕΕ).

(47)

Ουσιαστικά, με βάση τους υπολογισμούς του συμβούλου της, θεώρησε πιθανό το ποσό της αντιστάθμισης να υπερέβαινε το ποσό που απαιτείται για να καλυφθούν οι δαπάνες που προκύπτουν από την εκτέλεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας (συγκέντρωση των καταθέσεων που προορίζονται για τις κοινωνικές κατοικίες) λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός εύλογου κέρδους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Η Επιτροπή, αφού υπενθύμισε ότι το ποσό της αντιστάθμισης έπρεπε να περιλαμβάνει όλα τα πλεονεκτήματα που παραχωρούνται από το κράτος ή μέσω κρατικών πόρων υπό οποιαδήποτε μορφή, έλαβε υπόψη κατά τον υπολογισμό της αντιστάθμισης όχι μόνο το καθαρό κόστος της συγκέντρωσης των καταθέσεων η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC, αλλά και το καθαρό αποτέλεσμα (κόστος ή κέρδος) των χρήσεων που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον και των ελεύθερων χρήσεων. Η έκθεση του συμβούλου της Επιτροπής κατέδειξε υπεραντιστάθμιση της Crédit Mutuel για τα έτη 1991, 1992, 1993 και 1998.

3.   ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΝΤΩΝ

(48)

Τα επιχειρήματα των καταγγελλόντων παρουσιάστηκαν από την Επιτροπή στην απόφασή της της 6ης Φεβρουαρίου 1998 για την κίνηση της διαδικασίας βάσει του άρθρου 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ). Τα συμπληρωματικά υπομνήματα που διαβιβάστηκαν στη συνέχεια περιέχουν τα ακόλουθα νέα επιχειρήματα.

(49)

Υπόμνημα της AFB (που επικαιροποιήθηκε στο τέλος Φεβρουαρίου 1999 και κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή τον Οκτώβριο του 1999) αναφορικά με το αποτέλεσμα προσέλκυσης πελατών του Livret bleu, εκτιμά το καθαρό τραπεζικό αποτέλεσμα που προκύπτει από το αποτέλεσμα προσέλκυσης πελατών του Livret bleu σε 17 δισεκατ. FRF (2,6 δισεκατ. ευρώ), με βάση την υπόθεση ότι η αύξηση των μεριδίων της αγοράς της Crédit Mutuel σε όλα τα τμήματα της αγοράς κατά την περίοδο 1986-1997 οφείλεται αποκλειστικά στη διανομή του προϊόντος του Livret bleu.

(50)

Μελέτη την οποία πραγματοποίησε η Caisse Nationale du Crédit Agricole, η οποία ανακοινώθηκε τον Μάιο του 2000, αναλύει την εξέλιξη του αριθμού υποκαταστημάτων της Crédit Mutuel. Διαπιστώνεται ότι ο συνολικός αριθμός μόνιμων υποκαταστημάτων μειώθηκε από το 1991 έως το 1994 και στη συνέχεια αυξήθηκε σταδιακά φθάνοντας, το 1998, τα επίπεδα του 1990. Η εξέλιξη αυτή ήταν διαφορετική ανάλογα με τις περιοχές: ο αριθμός των μόνιμων υποκαταστημάτων, αλλά και των μη μόνιμων, μειώθηκε στις περιοχές στις οποίες η Crédit Mutuel είχε ανέκαθεν ισχυρή παρουσία (Χώρα του Λίγηρα, Βρετάνη, Αλσατία), ενώ αυξήθηκε στις άλλες περιοχές. Είναι, συνεπώς, πιθανό η Crédit Mutuel να περιόρισε την παρουσία της στις αγροτικές περιοχές για να την ενισχύσει σε αστικές περιοχές. Τα δεδομένα αυτά φαίνεται ότι διαψεύδουν τους ισχυρισμούς της Crédit Mutuel σύμφωνα με τους οποίους ήταν αναγκασμένη να διατηρεί ισχυρή παρουσία στις αγροτικές περιοχές κατά τη δεκαετία του ‘90. Δείχνουν επίσης μάλλον ότι η Crédit Mutuel είναι σε θέση να διατηρήσει δίκτυο εξαιρετικά μεγάλης πυκνότητας ακόμη και μετά την άρση κάθε ελέγχου από τις δημόσιες αρχές.

(51)

Η AFB έστειλε στην Επιτροπή επιστολή με ημερομηνία 4ης Ιουνίου 1998, που επιβεβαιώνει ότι η αμοιβή του 1,3 % του συνόλου των κεφαλαίων του Livret bleu υπό κεντρική διαχείριση στο CDC ήταν υπερβολική, δεδομένου ότι οι Caisses d’Épargne και το ταχυδρομικό ταμιευτήριο (la Poste) εισέπρατταν την ίδια περίοδο από το CDC αντίστοιχα το 1,20 % και 1,50 % των κεφαλαίων του Livret A, επίσης υπό κεντρική διαχείριση στο CDC. Η AFB ανέφερε στην επιστολή αυτή ότι είχε προτείνει, το 1997, στις γαλλικές αρχές να διασφαλίσει την είσπραξη του προϊόντος των καταθέσεων του Livret bleu με ποσοστό αμοιβής μόνο 1 % και ότι η κυβέρνηση δεν απάντησε σε αυτή την προσφορά. Η AFB επισήμανε ιδίως ότι η έκθεση του Απριλίου του 1998 του βουλευτή κ. Douyère σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των Caisses d’épargne ανέφερε ότι το μέσο κόστος συγκέντρωσης κεφαλαίων ενός ταμιευτηρίου, όπως αυτού της Βουργουνδίας, ανέρχεται στο 0,96 % των κεφαλαίων που συγκεντρώνει και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να παρουσιάζει η Crédit Mutuel υψηλότερες δαπάνες διαχείρισης.

(52)

Υπόμνημα της εταιρείας Glais, του Αυγούστου του 2000, το οποίο υποβλήθηκε μετά από αίτημα της AFB, παρουσίασε στατιστικά στοιχεία σχετικά με το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που προσέδιδε στην Crédit Mutuel το δικαίωμα αποκλειστικής διανομής του Livret bleu. Η εξέταση της χρονικής εξέλιξης των στοιχείων δείχνει ότι τα ποσά των καταθέσεων στο Livret bleu και τα ποσά των άλλων καταθέσεων παρουσίασαν σημαντική αύξηση έως την περίοδο 1985-1987. Η αύξηση των χορηγήσεων στα νοικοκυριά συνεχίστηκε και μετά την περίοδο αυτή και παρέμεινε μεγαλύτερη για την Crédit Mutuel σε σχέση με τους βασικούς ανταγωνιστές της. Ο εμπειρογνώμονας της εταιρείας Glais συνήγαγε το συμπέρασμα ότι «το Livret bleu συνέβαλε στην προσέλκυση πελατών […] και από τα μέσα της δεκαετίας του ‘80 το θετικό αποτέλεσμα φαίνεται ότι συνεχίστηκε χωρίς να αυξηθούν οι καταθέσεις. Φαίνεται ότι διατηρήθηκαν οι αρχικοί πελάτες οι οποίοι τροφοδότησαν τη στρατηγική επέκτασης της Crédit Mutuel από αυτή την περίοδο και μετά». Με βάση κυρίως ένα δείκτη χρονικής κατανομής των τυχαίων οικονομικών διαταραχών στις μεταβλητές δραστηριότητας και ένα υπόδειγμα απλής συνάρτησης της ζήτησης δανείων, ο εμπειρογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δραστηριότητα της Crédit Mutuel (κυρίως οι χορηγήσεις) φαίνεται ότι αποσυνδέθηκε από τη μέση εξέλιξη της τραπεζικής αγοράς. Κατά τον εμπειρογνώμονα, το φαινόμενο αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι οι πελάτες της Crédit Mutuel παρέμειναν περισσότερο σταθεροί από τους πελάτες άλλων τραπεζικών δικτύων, παραδείγματος χάρη μέσω του Livret bleu.

(53)

Στο δεύτερο υπόμνημα (του Δεκεμβρίου 2000) η εταιρεία Glais προτείνει μια νέα οικονομετρική ανάλυση του βαθμού διατήρησης της πελατείας κάθε τραπεζικού δικτύου. Τα αποτελέσματά της επιβεβαιώνουν, κατά την άποψη του εμπειρογνώμονα, την υπόθεση βάσει της οποίας η Crédit Mutuel και οι Caisses d’Épargne διαθέτουν μέσα που τους επιτρέπουν να κερδίζουν την εμπιστοσύνη της πελατείας τους πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι άλλες τράπεζες. Είναι όμως αδύνατο να προσδιοριστεί αν αυτά τα υψηλότερα ποσοστά διατήρησης πιστών πελατών αποδίδονται στη διανομή ενός αφορολόγητου προϊόντος αποταμίευσης ή στη χρησιμοποίηση ενός πυκνού δικτύου υποκαταστημάτων στις διάφορες περιοχές (που είναι και τα δύο κοινά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους αυτά τα δίκτυα).

(54)

Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν επίσης στην Επιτροπή συμπληρωματικό υπόμνημα, σύμφωνα με το οποίο η Crédit Mutuel μπόρεσε να εξαγοράσει, τον Απρίλιο του 1997, την CIC, με την ιδιωτικοποίηση αυτού του τραπεζικού ιδρύματος που τελούσε προηγουμένως υπό την κατοχή του δημοσίου ομίλου ασφαλειών GAN, χάρη στις ενισχύσεις που ελάμβανε στο πλαίσιο του Livret bleu, οι οποίες αύξησαν το μερίδιο της αγοράς της επί των καταθέσεων από 2 % το 1969 σε 6,9 % περίπου το 1997. Τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας παρουσίασαν, κατά την άποψη των καταγγελλόντων, ταχεία αύξηση χάρη στις εν λόγω ενισχύσεις, από 650 εκατ. FRF (99 εκατ. ευρώ) το 1974 σε 47,3 δισεκατ. FRF (7,2 δισεκατ. ευρώ) το 1997.

(55)

Τέλος, η καταγγελία της «Association des Victimes du Crédit Mutuel» της 19ης Σεπτεμβρίου 2006 περιλαμβάνει έναν απλό ισχυρισμό «εκτροπής των δημόσιων αποταμιεύσεων για ιδιωτικούς και εμπορικούς σκοπούς […] εις βάρος των αποταμιευτών και της γαλλικής οικονομίας», χωρίς πραγματικά επιχειρήματα ή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με μια ενδεχόμενη παράνομη κρατική ενίσχυση.

4.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΡΙΤΩΝ

(56)

Μετά τη δημοσίευση της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας της 6ης Φεβρουαρίου 1998, η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις πολλών τρίτων μερών.

(57)

Ορισμένοι ανταγωνιστές της Crédit Mutuel γνωστοποίησαν τη ζημία που θεωρούν ότι υπέστησαν λόγω της χορήγησης στην Crédit Mutuel του αποκλειστικού δικαιώματος διανομής του Livret bleu. Οι περισσότερες από τις τράπεζες αυτές υποστήριξαν ότι είχαν απώλεια πελατών υπέρ της Crédit Mutuel λόγω του αποτελέσματος προσέλκυσης πελατών του Livret bleu και ζήτησαν την κατάργηση αυτού του αποκλειστικού δικαιώματος. Παρόμοιες παρατηρήσεις έστειλαν στην Επιτροπή τα ακόλουθα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα:

 

Banque Dupuy de Parseval

 

Banque Natexis

 

Banque de Picardie

 

Banque Populaire de Bourgogne

 

Banque Populaire Bretagne Atlantique

 

Banque Populaire du Centre

 

Banque Populaire Centre-Atlantique

 

Banque Populaire de Champagne

 

Banque Populaire de la Côte d’Azur

 

Banque Populaire du Dauphiné et des Alpes du Sud

 

Banque Populaire de Franche-Comté, du Maconnais et de l’Ain

 

Banque Populaire du Haut-Rhin

 

Banque Populaire de La Loire

 

Banque Populaire de Lorraine

 

Banque Populaire de Lyon

 

Banque Populaire du Midi

 

Banque Populaire du Massif Central

 

Banque Populaire de l’Ouest

 

Banque Populaire Provençale et Corse

 

Banque Populaire des Pyrénées Orientales, de l’Aude et de l’Ariège

 

Banque Populaire du Quercy et de l’Agenais

 

Banque Populaire Savoisienne

 

Banque Populaire de la Région Economique de Strasbourg

 

Banque Populaire du Sud-Ouest

 

Banque Populaire du Tarn et de l’Aveyron

 

B.P.ROP Banque Populaire

 

Banque de Savoie

 

Crédit Commercial de France

 

Crédit Commercial du Sud-Ouest

 

Crédit Lyonnais

 

Société Générale

 

Union des Banques à Paris.

(58)

Εξάλλου, εκτός από τις απαντήσεις της Crédit Mutuel, που παρουσιάζονται στο τμήμα 4, η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις τρίτων που υπερασπίζονται τον μηχανισμό του Livret bleu:

 

κ. Bertholet, βουλευτή της περιοχής Drôme

 

κ. Blondel, γενικού συμβούλου της περιφέρειας Nord

 

κ. Cabot, διευθυντή του Centre Régional Information Jeunesse της Τουλούζης

 

κ. Cormorèche, δημάρχου του Montuel

 

κ. Cornelis, γενικού συμβούλου της περιφέρειας Nord

 

κ. Chavannes, δημάρχου της Angoulême

 

κ. Crépeau, βουλευτή της περιοχής Charente Maritime

 

κ. Debavelaere, γερουσιαστή του Pas-de-Calais

 

κ. Decool, δημάρχου της Brouckerque

 

κ. Deleνοye, γερουσιαστή του Pas-de-Calais

 

κ. Delnatte, βουλευτή της περιφέρειας Nord

 

κ. Dolez, βουλευτή της περιφέρειας Nord

 

κ. Ewald, περιφερειακού αντιπροσώπου της Association pour le Droit à l’initiative Economique

 

κ. Fronton, Union Départementale des Associations Familiales de Haute-Garonne

 

κ. Foy, γερουσιαστή της περιφέρειας Nord

 

κ. Galiègue, προέδρου της Caisse de Crédit Mutuel de Solesmes

 

κ. Gournay, δημάρχου της Caestre

 

κ. Armelle Guinebertière, βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

 

κ. Hervé, δημάρχου της Rennes

 

κ. Humez, προέδρου της νομαρχιακής επιτροπής καταπολέμησης της βλεννογλοιοείδωσης του Pas-de-Calais

 

κ. Ingelaere, προέδρου της Flandr’action

 

κ. Juppé, βουλευτή - δημάρχου του Μπορντώ

 

κ. Lapalu, προέδρου της Association Animation et Gestion d’Organismes Privés

 

κ. Lazaro, βουλευτή της περιφέρειας Nord

 

κ. Lebreton, προέδρου του γενικού συμβουλίου της περιοχής Côtes d’Armor

 

κ. Ledieu, δημάρχου του Cateau-Cambrésis

 

κ. Leleu, διοικητή της Crédit Mutuel Nord

 

κ. Maille, προέδρου της Communauté urbaine de Brest

 

κ. Masclet, περιφερειακού συμβούλου του Nord-Pas-de-Calais

 

κ. Μéhaignerie, προέδρου του γενικού συμβουλίου της περιοχής Ille et Villaine

 

κ. Mio, περιφερειακού συμβούλου του Nord-Pas-de-Calais

 

κ. Novak, προέδρου της Association pour le Droit à l’ initiative économique

 

κ. Permuy, περιφερειακού συμβούλου του Nord-Pas-de-Calais

 

κ. Albert Rivaux, γενικού συμβούλου του Pas de Calais

 

κ. de Rohan, προέδρου του περιφερειακού συμβουλίου της Βρετάνης

 

κ. Valla, γενικού συμβούλου της Ardèche

 

κ. Vanlerenberghe, δημάρχου Arras

 

κ. Villain, δημάρχου Cambrai

 

κ. de Villiers, βουλευτή της Vendée.

(59)

Η συντριπτική πλειοψηφία των ανωτέρω τόνισε τη συμβολή, ιδίως σε περιφερειακό επίπεδο, της Crédit Mutuel στη χρηματοδότηση της κοινωνικής οικονομίας, και ιδίως των μη κερδοσκοπικών ενώσεων. Επισήμαναν επίσης τη στήριξη που παρέχει η Crédit Mutuel στις λαϊκές τάξεις από τις οποίες προέρχεται μεγάλο μέρος της πελατείας της. Διάφοροι εκλεγμένοι τοπικοί φορείς τόνισαν τη συμβολή της Crédit Mutuel στη δημιουργία επιχειρήσεων και θέσεων απασχόλησης και στην ανάπτυξη των τοπικών πρωτοβουλιών, σε συνεργασία με τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Ορισμένοι άλλοι θεωρούν ότι η Crédit Mutuel, λόγω της αποκεντρωμένης διάρθρωσής της, ανταποκρινόταν καλύτερα από τα ιδρύματα με κεντρική διαχείριση στις τοπικές ανάγκες και στην αναγκαιότητα μιας ισορροπημένης ανάπτυξης της χώρας.

5.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ CRÉDIT MUTUEL

(60)

Η Crédit Mutuel προσάπτει στην Επιτροπή την ιδιαίτερα μακρά εξέταση της υπόθεσης.

(61)

Εξάλλου, κατά την Crédit Mutuel, η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν αφορούσε μόνο την ανεπαρκή αιτιολογία, περιείχε επίσης επικρίσεις σχετικά με τη συλλογιστική της Επιτροπής οι οποίες δεν ελήφθησαν υπόψη στην απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, ιδίως όσον αφορά τον υπολογισμό της ενδεχόμενης υπεραντιστάθμισης. Ως προς αυτό, η Crédit Mutuel προσάπτει στην Επιτροπή ότι αθροίζει τα θετικά ετήσια υπόλοιπα χωρίς να αφαιρεί τα αρνητικά ετήσια υπόλοιπα αντίθετα με τη μέθοδο που προτείνεται από το κοινοτικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας (εφεξής «το κοινοτικό πλαίσιο του 2005») (23).

(62)

Σύμφωνα με την τράπεζα, η προμήθεια διαμεσολάβησης ανταποκρίνεται στις τέσσερις προϋποθέσεις της νομολογίας Altmark:

α)

όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, η Crédit Mutuel ανέλαβε δύο υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, εκ των οποίων η μία συνίσταται στη διατήρηση σημαντικού αριθμού υποκαταστημάτων σε αγροτικές περιοχές για σκοπούς χωροταξικού σχεδιασμού και η άλλη στη συγκέντρωση των καταθέσεων με προορισμό τις κοινωνικές κατοικίες. Όσον αφορά τη διατήρηση υποκαταστημάτων σε αγροτικές περιοχές, η Crédit Mutuel αμφισβητεί το συμπέρασμα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο τα γαλλικά νομοθετικά και κανονιστικά κείμενα είναι πολύ ασαφή για να αναθέτουν στην Crédit Mutuel τέτοια αποστολή και, επομένως, για να πληρούται η πρώτη προϋπόθεση της νομολογίας Altmark. Κατά την άποψη της Crédit Mutuel, η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα αυτό από το γεγονός ότι τα κείμενα αυτά δεν επέβαλαν ειδικές απαιτήσεις στην Crédit Mutuel δεδομένου ότι εφαρμόζονταν σε όλο τον τραπεζικό τομέα. Η Crédit Mutuel θεωρεί επίσης ότι η Επιτροπή προσπαθεί να της επιβάλει το βάρος της απόδειξης ότι πληρούται η πρώτη προϋπόθεση της νομολογίας Altmark, πράγμα που δεν προβλέπει η εν λόγω νομολογία·

β)

όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η Crédit Mutuel τονίζει ότι η προμήθεια διαμεσολάβησης θεσπίστηκε ταυτόχρονα με την υποχρέωση κεντρικής διαχείρισης των κεφαλαίων στο CDC και ότι οι μέθοδοι υπολογισμού αυτής της προμήθειας καθορίστηκαν με τρόπο αντικειμενικό και διαφανή·

γ)

όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, η τράπεζα θεωρεί ότι η απόδοση δεν επαρκεί για να καλύψει τα έξοδα συγκέντρωσης, διότι η δραστηριότητα η συναφής με τους πόρους υπό κεντρική διαχείριση στο CDC θα εμφάνιζε αρνητικό υπόλοιπο σε όλη την περίοδο 1991-2005·

δ)

η Crédit Mutuel θεωρεί ότι η τέταρτη προϋπόθεση πληρούται επίσης. Το ποσό της προμήθειας διαμεσολάβησης, κατά την άποψή της, καθορίστηκε σε συνάρτηση με τις πραγματικές δαπάνες που ανέλαβε η Crédit Mutuel για τη διανομή του Livret bleu. Η Crédit Mutuel αποτελεί επιχείρηση με χρηστή διαχείριση κατά την έννοια της νομολογίας Altmark δεδομένου ότι τα έξοδα διαχείρισής της είναι από τα χαμηλότερα. Η Επιτροπή, άλλωστε, το παραδέχτηκε στην απόφασή της για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας (24). Η Crédit Mutuel θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι δεν πληρούνταν η προϋπόθεση αυτή.

(63)

Εν πάση περιπτώσει, η Crédit Mutuel θεωρεί ότι το μέτρο είναι συμβατό με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ. Η Crédit Mutuel επικρίνει τη μέθοδο υπολογισμού της υπεραντιστάθμισης που αναφέρεται στην απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας. Κατά την άποψή της, η Επιτροπή διέπραξε καταρχάς λάθη υπολογισμού στην εκτίμησή της του συνολικού αποτελέσματος του λογαριασμού εκμετάλλευσης του Livret bleu περιλαμβάνοντας τα εσφαλμένα συμπεράσματα του συμβούλου της, παρά τα σημεία διαφωνίας που δεν έχουν εκλείψει μεταξύ του συμβούλου της Επιτροπής και του συμβούλου της Crédit Mutuel (25).

(64)

Η Crédit Mutuel αμφισβητεί, εν συνεχεία, την ετήσια προσέγγιση που ακολούθησε η Επιτροπή (δηλαδή το γεγονός ότι έλαβε υπόψη μόνο τα ποσά που αφορούν τα έτη υπεραντιστάθμισης, χωρίς να τα συγκρίνει με τα ποσά των ετών υποαντιστάθμισης), η οποία έρχεται σε αντίθεση με ορισμένα προηγούμενα, με την ακυρωθείσα απόφαση και, κατά την άποψή της, με το κοινοτικό πλαίσιο του 2005 (26). Η Επιτροπή θα έπρεπε να ακολουθήσει μια συνολική προσέγγιση (δηλαδή να αντισταθμίζει όλα τα ποσά που αφορούν τα έτη υπεραντιστάθμισης με τα ποσά υποαντιστάθμισης) για όλη την περίοδο 1991-1998, αφενός, και για όλη την περίοδο που αρχίζει το 1999, αφετέρου.

(65)

Επιπλέον, στην απόφασή της για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, η Επιτροπή δεν έλαβε ορθά υπόψη το εύλογο κέρδος. Για να εκτιμήσει το εύλογο κέρδος βασίστηκε στο κόστος των κανονιστικών ιδίων κεφαλαίων, που εκτιμήθηκε σε 6 %, ενώ το κόστος αυτό συνιστά έξοδο αναλυτικής λογιστικής και όχι περιθώριο. Η Επιτροπή έπρεπε να έχει λάβει υπόψη την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων που πρότεινε η Arthur Andersen (27). Επίσης, βασίστηκε για τον υπολογισμό του εύλογου κέρδους σε μια φθίνουσα βάση η οποία μηδενίζεται από την έναρξη της πλήρους κεντρικής διαχείρισης των πόρων από το CDC, εφόσον οι πόροι αυτοί δεν παρουσιάζουν κανένα κόστος σε κανονιστικά ίδια κεφάλαια. Η Crédit Mutuel υπογραμμίζει ότι ο δείκτης που χρησιμοποίησε η Επιτροπή έχει ως αποτέλεσμα να της στερεί οποιοδήποτε σύνηθες περιθώριο κέρδους από το Livret bleu. Κατά την άποψή της, οποιαδήποτε τράπεζα, ακόμη και για χρήση σε κεντρικό επίπεδο που δεν έχει κανένα κόστος ιδίων κεφαλαίων με τη στενή κανονιστική έννοια του συντελεστή φερεγγυότητας, πρέπει να μπορεί να επιτύχει ένα σύνηθες περιθώριο κέρδους.

(66)

Η Επιτροπή δεν έλαβε επίσης ορθά υπόψη το κόστος που συνεπάγεται η άλλη αποστολή γενικού οικονομικού συμφέροντος την οποία η Crédit Mutuel θεωρεί ότι εκπληρώνει, δηλαδή τη διατήρηση υποκαταστημάτων στις αγροτικές περιοχές, για να ενθαρρύνει τη λαϊκή αποταμίευση σε όλη την επικράτεια, προωθώντας τη δυνατότητα πρόσβασης σε τράπεζα σε όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες.

(67)

Τέλος, η Crédit Mutuel αρνείται την ύπαρξη, ενδεχομένως, προσέλκυσης πελατών. Υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει στην ακυρωθείσα απόφασή της ότι αυτή η προσέλκυση πελατών δεν είχε μπορέσει να αποδειχθεί ρητά και θεωρεί ότι έκτοτε δεν προέκυψε κανένα νέο στοιχείο.

(68)

Όσον αφορά τη διαδικασία, η Crédit Mutuel επικαλείται διάφορες γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να αμφισβητήσει κάθε ανάκτηση δυνητικής ενίσχυσης, και ιδίως την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και τήρησης εύλογης προθεσμίας.

6.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ

(69)

Η Γαλλία θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας Altmark:

α)

όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η Crédit Mutuel είχε αναλάβει αποστολή γενικού οικονομικού συμφέροντος για τη συγκέντρωση των καταθέσεων που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών κατοικιών. Υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή ανέφερε στην απόφασή της για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας ότι η διατήρηση υποκαταστημάτων στις αγροτικές περιοχές για σκοπούς χωροταξικού σχεδιασμού μπορεί επίσης να θεωρηθεί υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος (28), αλλά δεν απαντά στα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή στην απόφασή της για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, σύμφωνα με τα οποία η πρώτη προϋπόθεση της νομολογίας Altmark δεν πληρούται διότι δεν υπάρχει εθνική νομοθεσία ή ρύθμιση η οποία να επιβάλλει κατά τρόπο επαρκώς σαφή μια αποστολή κατά την έννοια του άρθρου 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ (29) ·

β)

όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η Γαλλία κρίνει ότι οι παράμετροι της αντιστάθμισης είχαν καθορισθεί εκ των προτέρων κατά τρόπο αντικειμενικό και δαφανή·

γ)

όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, διατείνεται ότι το ποσό της αντιστάθμισης (η προμήθεια διαμεσολάβησης) δεν υπερέβαινε το ποσό που ήταν απαραίτητο για να καλύψει τις δαπάνες του συστήματος, και παραπέμπει στον λογαριασμό με το αποτέλεσμα της αναλυτικής λογιστικής του Livret bleu της Crédit Mutuel για τα έτη 1999 έως 2005·

δ)

η τέταρτη προϋπόθεση πληρούται επίσης, εφόσον, κατά τους ισχυρισμούς της Γαλλίας, η διαχείριση της Crédit Mutuel ανταποκρίνεται στα απαιτούμενα κριτήρια αποτελεσματικότητας (30).

(70)

Όσον αφορά τις προϋποθέσεις σχετικά με την ύπαρξη ενίσχυσης, η Γαλλία παραπέμπει στα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν πριν από την ακύρωση της απόφασης του 2002:

α)

Η προϋπόθεση των κρατικών πόρων δεν πληρούται, διότι τα κέρδη που αποκόμισε η Crédit Mutuel από χρήσεις πόρους που δεν τελούσαν υπό κεντρική διαχείριση στο CDC (ελεύθερες χρήσεις και χρήσεις εξυπηρέτησης του γενικού συμφέροντος) προέρχονταν από πόρους ιδιωτικής προέλευσης (καταθέσεις των αποταμιευτών) και δεν ήταν στη διάθεση των δημόσιων αρχών.

β)

Οι συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών δεν ήταν δυνατόν να επηρεαστούν πριν από την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων την 1η Ιανουαρίου 1993, μετά την έκδοση της δεύτερης οδηγίας 89/646/ΕΟΚ, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος και την τροποποίηση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ (εφεξής «η δεύτερη τραπεζική οδηγία») (31). Μετά την ημερομηνία αυτή, οι γαλλικές αρχές θεώρησαν ότι, επειδή δεν υπήρχε ευρωπαϊκό καταστατικό συνεταιριστικής εταιρείας και η κατάσταση αυτή δημιουργούσε περιορισμούς για την εκτός των συνόρων επέκταση εταιρειών συνεταιριστικού χαρακτήρα, όπως η Crédit Mutuel, τα υποκαταστήματα της Crédit Mutuel δεν ανέπτυσσαν δραστηριότητα εκτός των εθνικών συνόρων. Οι λογαριασμοί του Livret bleu που ανοίγονται για μη μονίμους κατοίκους αντιπροσωπεύουν λιγότερο από 0,1 % των αποταμιευτικών πόρων. Οι γαλλικές αρχές θεώρησαν επίσης ότι τα ξένα τραπεζικά ιδρύματα στη Γαλλία στόχευαν σε μια αγορά τελείως διαφορετική από αυτήν της Crédit Mutuel.

γ)

Η προμήθεια διαμεσολάβησης, την οποία καταβάλλει το CDC στην Crédit Mutuel για το μέρος των αποταμιεύσεων του Livret bleu που τίθενται υπό κεντρική διαχείριση, δεν μπορεί να αποτελούσε ενίσχυση, αλλά μόνο αμοιβή για παροχή υπηρεσίας από την τράπεζα, η τιμή της οποίας είχε καθοριστεί με σύμβαση το 1991 σε 1,3 %. Οι γαλλικές αρχές έδωσαν έμφαση στο μέγεθος των εξόδων διαχείρισης του Livret bleu, λόγω του μεγάλου αριθμού λογαριασμών το τρέχον υπόλοιπο των οποίων είναι κατώτερο από 5 000 FRF (762 EUR). Αναφέρθηκαν στις εργασίες αναλυτικής λογιστικής της Crédit Mutuel (μετά τη θέσπιση του εν λόγω μέτρου) και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η αμοιβή αυτή ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Οι γαλλικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι κάθε πλεονέκτημα το οποίο θα μπορούσε να αποκομίσει η Crédit Mutuel από το Livret bleu θα έπρεπε να εξετασθεί σε συνάρτηση με τις επιβαρύνσεις που συνδέονται με στόχο εξυπηρέτησης του γενικού οικονομικού συμφέροντος. Σχετικά με αυτό, επισήμαναν στην Επιτροπή ότι ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό των αποταμιεύσεων του Livret bleu χρησιμοποιούνταν για την εξυπηρέτηση του γενικού οικονομικού συμφέροντος· το ποσοστό αυτό αυξήθηκε από το 50 % των αποταμιεύσεων του Livret bleu κατά την περίοδο 1975 έως 1983 στο 65 % κατά την περίοδο 1983 έως 1991 και στο 100 % των αποταμιευτικών πόρων η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC το 1998.

δ)

Αν υποτεθεί ότι υπήρξε πράγματι ενίσχυση, αυτή θα υπήρχε σε κάθε περίπτωση, εφόσον το καθεστώς του Livret bleu θεσπίστηκε πριν από ελευθέρωση της τραπεζικής αγοράς την 1η Ιανουαρίου 1993 (λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της δεύτερης τραπεζικής οδηγίας στο εθνικό δίκαιο).

(71)

Στο υπόμνημά τους της 26ης Οκτωβρίου 2001, οι γαλλικές αρχές αναφέρουν τον λόγο για τον οποίο, εάν η Επιτροπή αποδεχόταν τον χαρακτηρισμό των μέτρων ως ενίσχυσης, θα επρόκειτο, εν πάση περιπτώσει, για μέτρο συμβατό με την εσωτερική αγορά δυνάμει του άρθρου 106 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Οι γαλλικές αρχές προσάπτουν στην Επιτροπή ότι διέπραξε λάθη κατά τον υπολογισμό του συνολικού αποτελέσματος του λογαριασμού εκμετάλλευσης του Livret bleu διότι δεν εφάρμοσε τη μέθοδο που πρότεινε ο σύμβουλος της Crédit Mutuel (32). Επίσης ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη ένα εύλογο κέρδος, το οποίο εκτιμούν σε […] (*1).

(72)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, οι γαλλικές αρχές προσάπτουν επίσης στην Επιτροπή ότι ακολούθησε «ασύμμετρη συλλογιστική» διότι δεν συνέκρινε τα ποσά των ετών υπεραντιστάθμισης (1991, 1992, 1993 και 1998) με τα ποσά των ετών που παρουσιάζουν υποαντιστάθμιση (1994 έως 1997) και ότι περιέλαβε, στο παράρτημα 1 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, εξ ολοκλήρου τα συμπεράσματα του συμβούλου της σχετικά με τα τρία σημεία διαφωνίας ανάμεσα στη Γαλλία και την Επιτροπή. Η Γαλλία διευκρίνισε ότι, καθ’ όλη την περίοδο 1999-2005, το σύστημα που συνδέεται με το Livret bleu δεν αντισταθμίστηκε επαρκώς από το κράτος. Δηλαδή, το ποσό της προμήθειας διαμεσολάβησης δεν υπερέβη το απαραίτητο για την κάλυψη του κόστους διανομής του Livret bleu που αναφέρεται στη αναλυτική λογιστική του Livret bleu, η οποία καταρτίστηκε από κοινού με την Επιτροπή [με την επιφύλαξη δύο προσαρμογών (33)] και ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 1980, περί της διαφάνειας των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων καθώς και για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια εντός ορισμένων επιχειρήσεων (34). Η Γαλλία εξήγησε επίσης ότι οι πρόσφατες μειώσεις της προμήθειας διαμεσολάβησης ανταποκρίνονταν κυρίως στις ανάγκες των φορέων της χρηματοδότησης των κοινωνικών κατοικιών (35).

(73)

Οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι από το 1999 υπάρχει ένας μηχανισμός επιστροφής ενδεχόμενης υπεραντιστάθμισης.

(74)

Η Γαλλία εξήγησε επίσης ότι τον κίνδυνο ανεπάρκειας ρευστότητας εντός μηνός αναλάμβανε η Crédit Mutuel και ότι τον κίνδυνο ανεπάρκειας ρευστότητας πέραν του μηνός αναλάμβανε το CDC. Διευκρίνισε ότι, για τα ποσά που συγκεντρώνονταν στο πλαίσιο του Livret bleu, το ποσοστό στάθμισης των κινδύνων για τον υπολογισμό των αναγκών σε ίδια κεφάλαια απαραίτητα για το περιθώριο φερεγγυότητας ήταν μηδενικό. Ανέφερε ότι η στάθμιση του κινδύνου για τις ανάγκες σε ίδια κεφάλαια του Crédit Mutuel για τα άλλα προϊόντα αποταμίευσης και άλλους πόρους εκτός του Livret bleu κυμαινόταν από […] έως […]% από το 1999 έως το 2005. Οι γαλλικές αρχές διευκρίνισαν ότι, δεδομένου ότι δεν είναι ορθή η εφαρμογή του ευρωπαϊκού συντελεστή φερεγγυότητας μετά την πλήρη υπαγωγή των πόρων στην κεντρική διαχείριση του CDC το 1999, η Crédit Mutuel ενσωμάτωσε, για να υπολογίσει το εύλογο κέρδος που αντιστοιχεί στο Livret bleu, ένα κόστος των ιδίων κεφαλαίων που υπολόγισε σε σχέση με εκείνο των άλλων προϊόντων αποταμίευσης και άλλων πόρων, περιορίζοντάς το, ωστόσο, ([…] έως […] % μεταξύ 1999 και 2005). Μετά από αίτημα της Επιτροπής, η Γαλλία διευκρίνισε επίσης το περιθώριο αντιστάθμισης σχετικά με τη σύσταση υποχρεωτικού αποθεματικού στην Τράπεζα της Γαλλίας.

7.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

7.1.   Ύπαρξη ενίσχυσης

(75)

Στην απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, η Επιτροπή έκρινε ότι το μόνο σχετικό μέτρο που είναι δυνατόν να περιέχει στοιχεία ενίσχυσης είναι η προμήθεια διαμεσολάβησης την οποία καταβάλλει το CDC στην Crédit Mutuel (36).

(76)

Η ενδεχόμενη ενίσχυση που περιέχει η προμήθεια διαμεσολάβησης θεσπίστηκε την 27η Σεπτεμβρίου 1991 με το διάταγμα της ίδιας ημερομηνίας και, στην παρούσα απόφαση, αναλύεται μέχρι την ελευθέρωση της διανομής του Livret Α και την εναρμόνιση του Livret bleu με αυτό την 1η Ιανουαρίου 2009 (37).

7.1.1.   Οι προϋποθέσεις της νομολογίας Altmark δεν πληρούνται

(77)

Πρέπει να σημειωθεί ότι, δυνάμει της νομολογίας Altmark (38), οι αντισταθμίσεις που καταβλήθηκαν για αποστολές δημόσιας υπηρεσίας δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ εάν πληρούνται σωρευτικά τέσσερις προϋποθέσεις.

(78)

Στις παρατηρήσεις τους μετά την απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, οι γαλλικές αρχές και η Crédit Mutuel επικαλούνται την ύπαρξη δύο υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, δηλαδή τη διατήρηση σημαντικού αριθμού υποκαταστημάτων στις αγροτικές περιοχές για σκοπούς χωροταξικού σχεδιασμού και τη συγκέντρωση καταθέσεων με προορισμό τη χρηματοδότηση των κοινωνικών κατοικιών.

(79)

Ωστόσο, πριν ακόμη από τη θέσπιση του εν λόγω μέτρου, η Crédit Mutuel δεν είχε πλέον καμία υποχρέωση να διατηρεί υποκαταστήματα στις αγροτικές περιοχές, δεδομένου ότι ο νόμος σχετικά με το άνοιγμα και το κλείσιμο των τραπεζικών υποκαταστημάτων καταργήθηκε το 1987 και το καθεστώς ελέγχου (το οποίο είχε διατηρηθεί για την Crédit Mutuel από το 1987 έως το 1991) καταργήθηκε την 1η Ιουλίου 1991 (39). Επίσης, οι γαλλικές αρχές και η Crédit Mutuel δεν αμφισβήτησαν το συμπέρασμα της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, σύμφωνα με το οποίο «μετά το 1991 [δηλαδή την 1η Ιουλίου 1991], δεν υφίσταται καμία νομική πράξη βάσει της οποίας είχε ανατεθεί στην Crédit Mutuel, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 106 της ΣΛΕΕ), η αποστολή που αναφέρεται ανωτέρω στο σημείο 24 περίπτωση iii) [διατήρηση υποκαταστημάτων στις αγροτικές περιοχές για σκοπούς χωροταξικού σχεδιασμού]» (40).

(80)

Επομένως, το κατά πόσον εφαρμόζεται η νομολογία Altmark πρέπει να εξεταστεί με βάση μόνο την αποστολή συγκέντρωσης καταθέσεων για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών κατοικιών.

(81)

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό των υπηρεσιών που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Θεωρεί ότι τα διατάγματα εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 9 του διορθωτικού δημοσιονομικού νόμου για το 1975 (41) και του άρθρου 24 του διορθωτικού δημοσιονομικού νόμου για το 1982 (42), και ιδίως το διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου 1991, αναθέτουν σαφώς στην Crédit Mutuel την αποστολή (όπως καθορίζεται στα άρθρα R323-10 και R331-14 του κώδικα κατασκευών και κατοικίας) συγκέντρωσης των πόρων που πρέπει να μεταφερθούν στο CDC, ώστε να μπορεί αυτό να χρηματοδοτήσει τις κοινωνικές κατοικίες. Η Επιτροπή κρίνει ότι χαρακτηρίζοντας την αποστολή αυτή ως υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος η Γαλλία δεν διέπραξε προφανές σφάλμα εκτίμησης.

(82)

Δυνάμει της τέταρτης προϋπόθεσης της νομολογίας Altmark, «όταν η επιλογή της επιχειρήσεως στην οποία πρόκειται να ανατεθεί η εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, παρέχουσας τη δυνατότητα επιλογής του υποψηφίου που είναι σε θέση να παράσχει τις σχετικές υπηρεσίες με το μικρότερο για το κοινωνικό σύνολο κόστος, το επίπεδο της απαραίτητης αντισταθμίσεως πρέπει να καθορίζεται βάσει αναλύσεως των δαπανών στις οποίες θα προέβαινε μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διαχείριση […]προς ικανοποίηση των απαιτήσεων σχετικά με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά έσοδα και ένα εύλογο κέρδος από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών» (43).

(83)

Η Επιτροπή κρίνει ότι η τέταρτη προϋπόθεση δεν πληρούται όσον αφορά την αποστολή συγκέντρωσης καταθέσεων υπό κεντρική διαχείριση στο CDC για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών κατοικιών. Πρέπει να σημειωθεί ότι το κράτος δεν ανέθεσε την εν λόγω αποστολή σε αυτόν που υπέβαλε την καλύτερη προσφορά μέσω διαδικασίας διαγωνισμού, αλλά με απευθείας ανάθεση στην Crédit Mutuel. Το επίπεδο της προμήθειας διαμεσολάβησης δεν καθορίστηκε με βάση το κόστος για την εκτέλεση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος που βάρυνε μια μέση επιχείρηση με χρηστή διαχείριση. Πράγματι, το επίπεδο της προμήθειας διαμεσολάβησης του 1,3 % δεν μπορούσε να καθοριστεί με βάση τα πραγματικά έξοδα που ανέλαβε η Crédit Mutuel για την εκτέλεση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος δεδομένου ότι δεν υπήρχε χωριστή λογιστική για το Livret bleu τον Σεπτέμβριο του 1991, η οποία να επιτρέπει να προσδιοριστούν τα έξοδα που αφορούν ειδικά το Livret bleu στη λογιστική της τράπεζας. Χωριστή λογιστική για το Livret bleu δημιουργήθηκε πολλά έτη αργότερα και αναδημιουργήθηκε αναδρομικά για τα προηγούμενα έτη μέχρι το 1991. Επομένως δεν υπάρχει ένδειξη ότι το επίπεδο της προμήθειας διαμεσολάβησης καθορίστηκε με βάση το κόστος μιας μέσης επιχείρησης με χρηστή διαχείριση η οποία εκτέλεσε την εν λόγω αποστολή γενικού οικονομικού συμφέροντος. Οι γαλλικές αρχές διατείνονται ότι η Crédit Mutuel έχει, γενικά, χρηστή διαχείριση. Ωστόσο, δεν αποδεικνύουν πραγματικά αυτό τον ισχυρισμό, αλλά παραπέμπουν απλώς στην αιτιολογική σκέψη 13 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας όπου η Επιτροπή αναφέρει απλώς τις συνολικές οικονομικές επιδόσεις (μέγεθος του ισολογισμού, καθαρό αποτέλεσμα, δείκτης αποτελεσματικότητας, ίδια κεφάλαια και συντελεστής φερεγγυότητας) της Crédit Mutuel το 2004. Εν πάση περιπτώσει, εάν ένα κράτος μέλος έχει καθορίσει το επίπεδο αντιστάθμισης με βάση ανάλυση του κόστους μιας μέσης επιχείρησης με χρηστή διαχείριση, δεν θα πρέπει να έχει κανένα πρόβλημα να το αποδείξει στην Επιτροπή και να της εκθέσει τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, πράγμα που η Γαλλία δεν έπραξε στην προκειμένη περίπτωση. Τέλος, το γεγονός ότι, μόλις ελευθερώθηκε η διανομή των Livrets A και Livrets bleus, την 1η Ιανουαρίου 2009, η προμήθεια διαμεσολάβησης της Crédit Mutuel μειώθηκε από 1,1 % σε 0,6 % δείχνει ότι το επίπεδο αυτής της προμήθειας ήταν υψηλότερο από εκείνο που θα είχε καθοριστεί με βάση το κόστος μιας μέσης επιχείρησης με χρηστή διαχείριση που εκτέλεσε την ίδια αποστολή γενικού οικονομικού συμφέροντος.

(84)

Στο μέτρο που οι προϋποθέσεις της νομολογίας Altmark είναι σωρευτικές, αρκεί να μην πληρούται μία από τις προϋποθέσεις για να μην εφαρμοστεί η νομολογία και το εν λόγω μέτρο να μπορεί ενδεχομένως να αποτελεί κρατική ενίσχυση. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το εν λόγω μέτρο δεν πληροί την τέταρτη προϋπόθεση της νομολογίας Altmark. Επομένως, η νομολογία Altmark δεν εφαρμόζεται, οπότε πρέπει να εξεταστεί εάν το μέτρο αποτελεί πράγματι κρατική ενίσχυση (44) (45).

7.1.2.   Οι προϋποθέσεις σχετικά με την ύπαρξη ενίσχυσης πληρούνται

(85)

Το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

7.1.2.1.   Δυνατότητα καταλογισμού στο Δημόσιο και κρατικοί πόροι

(86)

Η προμήθεια διαμεσολάβησης καταβαλλόταν ετησίως (46) στην Crédit Mutuel από το CDC με βάση σύμβαση μεταξύ του κράτους και της Crédit Mutuel που καθόριζε τις λεπτομέρειες εφαρμογής του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1991. Το ποσό της προμήθειας διαμεσολάβησης καθορίζεται από το κράτος για να αντισταθμίσει τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Επίσης, το CDC είναι δημόσια επιχείρηση της οποίας η συμπεριφορά καταλογίζεται στο κράτος (47). Συνεπώς πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με τη δυνατότητα καταλογισμού στο Δημόσιο και τους κρατικούς πόρους.

7.1.2.2.   Επιλεκτικότητα

(87)

Η προμήθεια διαμεσολάβησης χορηγούνταν αποκλειστικά στην Crédit Mutuel, ως αμοιβή για τη συγκέντρωση της αποταμίευσης η διαχείριση της οποίας ασκείτο κεντρικά από το CDC για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών κατοικιών, μέσω του Livret bleu του οποίου η Crédit Mutuel κατείχε το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής. Το μέτρο αυτό, επομένως, είχε επιλεκτικό χαρακτήρα.

7.1.2.3.   Εφόσον δεν εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις της νομολογίας Altmark, εξετάζεται η ύπαρξη πλεονεκτήματος που νοθεύει τον ανταγωνισμό

(88)

Δεδομένου ότι αποτελούσε μεταφορά κρατικών πόρων μόνο υπέρ της Crédit Mutuel, η προμήθεια διαμεσολάβησης βελτίωσε την ανταγωνιστική θέση αυτής της τράπεζας σε σχέση με τους ανταγωνιστές της. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η βελτίωση της ανταγωνιστικής θέσης μιας επιχείρησης η οποία απορρέει από τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης αποτελεί γενικά απόδειξη της νόθευσης του ανταγωνισμού έναντι των άλλων επιχειρήσεων που δεν λαμβάνουν παρόμοια ενίσχυση (48).

7.1.2.4.   Επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών

(89)

Επίσης, κατά πάγια νομολογία, επηρεάζονται οι συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών όταν η επιχείρηση που είναι αποδέκτης της ενίσχυσης δραστηριοποιείται σε τομέα ανοικτό στον ανταγωνισμό που αποτελεί αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών (49). Ωστόσο, από το 1979, το μερίδιο της αγοράς των ξένων τραπεζών ήταν 8 % για τις πιστωτικές δραστηριότητες (4 % για τα υποκαταστήματα χωρίς νομική προσωπικότητα, 4 % για τις θυγατρικές εταιρείες σύμφωνα με τη γαλλική νομική διατύπωση), 4,5 % για τις καταθέσεις (2 και 2,5 % αντίστοιχα). Το μερίδιο των μη γαλλικών ευρωπαϊκών τραπεζών σε σχέση με το σύνολο των ξένων τραπεζών ήταν 50 % για τις χορηγήσεις και 70 % για τις καταθέσεις. Η Crédit Mutuel ήταν, συνεπώς, αντιμέτωπη, ήδη από τη δεκαετία του ‘70, με τον ανταγωνισμό των ξένων δικτύων στη γαλλική επικράτεια. Επίσης, η αγορά ρευστής τραπεζικής αποταμίευσης στην οποία ανήκε το Livret bleu, που περιλαμβάνει επίσης το CODEVI, το LEP, το Livret Jeune, λογαριασμούς σε κοινά βιβλιάρια και το CEL (50), είχε ήδη ανοίξει στον ανταγωνισμό κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

(90)

Επομένως, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πληρούνται οι τέσσερις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την ύπαρξη ενίσχυσης.

7.1.2.5.   Παράνομο το μέτρο ενίσχυσης

(91)

Τέλος, το μέτρο ενίσχυσης είναι παράνομο διότι δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ και τέθηκε σε εφαρμογή μετά την έναρξη ισχύος στη Γαλλία της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας,

(92)

Σε απάντηση στο επιχείρημα των γαλλικών αρχών ότι η ενίσχυση υπήρχε διότι θεσπίστηκε πριν από τη λήξη της προθεσμίας, 1η Ιανουαρίου 1993, για τη μεταφορά της δεύτερης τραπεζικής οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η οδηγία αυτή είχε ως στόχο την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Δεν συνεπάγεται ότι η εν λόγω αγορά ήταν κλειστή στον ανταγωνισμό πριν από τη θέσπιση της προμήθειας διαμεσολάβησης, αλλά απλώς ότι υπήρχαν ακόμη ορισμένα εμπόδια στην ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τραπεζικό τομέα. Η απόφαση της 10ης Μαΐου 2007 αναφέρει ότι το Livret bleu ανήκει σε «αγορά» ρευστής τραπεζικής αποταμίευσης, γεγονός που συνεπάγεται άνοιγμα της εν λόγω δραστηριότητας στον ανταγωνισμό, και δεν επιβεβαιώνει σε κανένα σημείο το επιχείρημα των γαλλικών αρχών σύμφωνα με το οποίο η εν λόγω δραστηριότητα άνοιξε στον ανταγωνισμό μόνο το 1993. Αντίθετα, η απόφαση αναφέρει την ύπαρξη «ώριμης» αγοράς (51).

7.2.   Συμβιβάσιμο της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά

(93)

Εφόσον το εν λόγω μέτρο περιλαμβάνει στοιχεία κρατικής ενίσχυσης, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει το συμβιβάσιμο του εν λόγω μέτρου με την εσωτερική αγορά.

(94)

Σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ: «οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος […] υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας Συνθήκης, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Ένωσης».

(95)

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, την πρακτική που ακολουθεί η Επιτροπή και το κοινοτικό πλαίσιο του 2005, το άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ σημαίνει ότι μια κρατική ενίσχυση προς επιχείρηση που είναι επιφορτισμένη με τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά εφόσον το μέτρο ενίσχυσης πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η παρεχόμενη υπηρεσία εμφανίζει τα χαρακτηριστικά υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος·

β)

η επιχείρηση έχει επιφορτιστεί με την εκτέλεση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος από το κράτος με μία ή περισσότερες επίσημες πράξεις·

γ)

τηρούνται οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, και

δ)

η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος αντίκειται προς το συμφέρον της Ένωσης.

(96)

Οι προϋποθέσεις α) και β) πληρούνται για τους λόγους που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 81.

(97)

Όσον αφορά την προϋπόθεση δ), η Επιτροπή δεν έχει καμία ένδειξη ότι οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές επηρεάστηκαν σε τόσο σημαντικό βαθμό ώστε η ενίσχυση να μην πληροί αυτή την προϋπόθεση. Συγκεκριμένα, η απόφαση της 10ης Μαΐου 2007 απαιτούσε να τεθεί τέλος στο δικαίωμα αποκλειστικής διανομής του Livret bleu, εφόσον τα ειδικά δικαιώματα για τη διανομή του Livret bleu συνιστούσαν περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας (52). Ωστόσο, η προμήθεια διαμεσολάβησης, στο μέτρο που δεν αποτελεί υπερβολική αποζημίωση για την αποστολή εκτέλεσης υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος που ανατέθηκε στην Crédit Mutuel, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει τις συναλλαγές σε βαθμό που αντίκειται προς το συμφέρον της Ένωσης.

(98)

Η Επιτροπή εξετάζει, επομένως, παρακάτω εάν όντως τηρήθηκαν οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, δηλαδή εάν ύψος της αντιστάθμισης που συνιστά η προμήθεια διαμεσολάβησης δεν υπερέβη ποσό που απαιτείται για να καλυφθούν οι δαπάνες που προκύπτουν από την εκτέλεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων καθώς και εύλογου κέρδους για την εκτέλεση των εν λόγω υποχρεώσεων (53).

(99)

Κατά την εξακρίβωση ότι δεν υπάρχει υπεραντιστάθμιση (βλέπε επιμέρους τμήμα 7.2.5), η Επιτροπή ακολουθεί —για την περίοδο από τις 27 Σεπτεμβρίου 1991 (βλέπε επιμέρους τμήμα 7.2.1), έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005— συνολική προσέγγιση (βλέπε επιμέρους τμήμα 7.2.2). Λαμβάνει υπόψη όλα τα πλεονεκτήματα που συνδέονται με το Livret bleu, χωρίς ωστόσο να περιλαμβάνει το ενδεχόμενο αποτέλεσμα προσέλκυσης πελατών το οποίο δεν μπόρεσε να καθοριστεί ποσοτικά (βλέπε επιμέρους τμήμα 7.2.3). Λαμβάνεται υπόψη ένα εύλογο κέρδος (βλέπε επιμέρους τμήμα 7.2.4), συμπεριλαμβανομένων των αποταμιευτικών πόρων η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC.

7.2.1.   Έναρξη της εξεταζόμενης περιόδου η 27η Σεπτεμβρίου 1991

(100)

Στην απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, ο υπολογισμός των καθαρών αποτελεσμάτων του Livret bleu, προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη ενδεχόμενης υπεραντιστάθμισης, περιελάμβανε τα αποτελέσματα όλου του έτους 1991 (54). Με άλλα λόγια, τα καθαρά έσοδα που προέρχονται από τις ελεύθερες χρήσεις και τις χρήσεις εξυπηρέτησης του γενικού συμφέροντος λαμβάνονταν υπόψη από την 1η Ιανουαρίου 1991.

(101)

Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 75 και 76, το μόνο μέτρο που αμφισβητείται στην παρούσα υπόθεση είναι η προμήθεια διαμεσολάβησης, της οποίας η αρχή θεσπίστηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1991, όταν η Crédit Mutuel ανέλαβε να θέσει τους πόρους της υπό κεντρική διαχείριση στο CDC, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις κοινωνικές κατοικίες. Πριν από αυτή την ημερομηνία, δεν υπήρχαν ούτε η προμήθεια διαμεσολάβησης ούτε η κεντρική διαχείριση στο CDC. Συνεπώς, η Επιτροπή πρέπει να αρχίσει να εκτιμά την αναλογικότητα αυτής της ενίσχυσης από αυτή την ημερομηνία.

(102)

Οι δαπάνες και τα έσοδα για την εκτέλεση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος δεν μπορούν επομένως να είναι προγενέστερα της 27ης Σεπτεμβρίου 1991. Με άλλα λόγια, μόνο μετά τη θέσπιση του εν λόγω μέτρου ενίσχυσης (προμήθεια διαμεσολάβησης) μπορούν να ληφθούν υπόψη οι δαπάνες και τα έσοδα για την εκτέλεση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος που χρηματοδοτείται από την ενίσχυση αυτή. Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι η απόφασή της για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας περιείχε ασυνέπεια διότι, ενώ περιόριζε το μέτρο ενίσχυσης μόνο στην προμήθεια διαμεσολάβησης που θεσπίστηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1991, συνέχιζε να λαμβάνει υπόψη τα καθαρά έσοδα των Livret bleu για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1991 έως 27 Σεπτεμβρίου 1991.

(103)

Δεδομένου ότι η Crédit Mutuel μπορεί να γνωστοποιήσει τα καθαρά αποτελέσματα των χρήσεων που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον και των ελεύθερων χρήσεων μόνο σε ετήσια βάση, η Επιτροπή κρίνει ότι, για το έτος 1991, πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνο τα καθαρά αποτελέσματα που αντιστοιχούν στην περίοδο από 27 Σεπτεμβρίου 1991 έως 31 Δεκεμβρίου 1991, και να αναφέρονται τα καθαρά αποτελέσματα για όλο το έτος 1991 αναλογικά προς τον αριθμό συναφών ημερών, δηλαδή 96/365. Τα καθαρά αποτελέσματα των αποταμιευτικών πόρων η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC για το 1991 μπορούν να ληφθούν εξ ολοκλήρου υπόψη εφόσον, όπως αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 101, η κεντρική διαχείριση εισήχθη μετά τις 27 Σεπτεμβρίου 1991, οπότε, εξ ορισμού, κανένα τμήμα αυτών των αποτελεσμάτων δεν αναφέρεται στην περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1991 έως 27 Σεπτεμβρίου 1991.

7.2.2.   Συνολική προσέγγιση έως τα τέλη του 2005 και στη συνέχεια ετήσια

(104)

Στην απόφασή της για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, η Επιτροπή πρότεινε να θεσπιστεί ετήσια προσέγγιση για την εκτίμηση της ύπαρξης ενδεχόμενης υπεραντιστάθμισης. Η προσέγγιση αυτή απορρέει από το κοινοτικό πλαίσιο του 2005 και συνιστά αλλαγή σε σχέση με την προηγούμενη πρακτική της. Πράγματι, όταν, πριν από την έκδοση του κοινοτικού πλαισίου του 2005, η Επιτροπή έπρεπε να εκτιμήσει την ύπαρξη ενδεχόμενης υπεραντιστάθμισης, ακολουθούσε μια προσέγγιση που μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «συνολική», σύμφωνα με την οποία τα ποσά που αφορούσαν τα έτη υπεραντιστάθμισης μπορούσαν να αντισταθμιστούν, χωρίς όριο, με τα ποσά των ετών υποαντιστάθμισης (55).

(105)

Σύμφωνα με το σημείο 26 του κοινοτικού πλαισίου του 2005, η Επιτροπή θα εφαρμόσει στις ενισχύσεις που δεν έχουν κοινοποιηθεί τις διατάξεις του εν λόγω πλαισίου, εάν η ενίσχυση έχει χορηγηθεί μετά τη δημοσίευση του πλαισίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, στις άλλες περιπτώσεις, τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης. Η εν λόγω ενίσχυση χορηγείται ετησίως (56) και δεν κοινοποιήθηκε. Η δημοσίευση του κοινοτικού πλαισίου του 2005 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγινε στις 29 Νοεμβρίου 2005. Επομένως, πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης για την περίοδο πριν από το 2006 και το κοινοτικό πλαίσιο του 2005 για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2006 έως τη λήξη του μέτρου την 31η Δεκεμβρίου 2008.

(106)

Το κοινοτικό πλαίσιο του 2005 προτείνει «ετήσια» προσέγγιση στον βαθμό που ο υπολογισμός ενδεχόμενης υπεραντιστάθμισης πρέπει να γίνεται ετησίως χωρίς το ποσό της ετήσιας υπεραντιστάθμισης να μπορεί να μεταφέρεται στο επόμενο έτος, εκτός εάν το ποσό αυτό δεν υπερβαίνει το 10 % του ποσού της ετήσιας αντιστάθμισης (57).

(107)

Αντίθετα, πριν από την έκδοση του κοινοτικού πλαισίου του 2005, όταν η Επιτροπή έλεγχε μήπως η επιχείρηση είχε λάβει υπεραντιστάθμιση για την εκπλήρωση της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας, ακολουθούσε «συνολική» προσέγγιση (βλέπε αιτιολογική σκέψη 104) (58).

(108)

Στη συνολική προσέγγιση, τα καθαρά αποτελέσματα κάθε έτους, αθροισμένα ανά έτος, επικαιροποιούνται με την εφαρμογή του συντελεστή αναφοράς για τη Γαλλία την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους (59).

7.2.3.   Πλεονεκτήματα που λαμβάνονται υπόψη

(109)

Σύμφωνα με το σημείο 17, πρώτη πρόταση, του κοινοτικού πλαισίου του 2005 «τα έσοδα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον όλα τα έσοδα που προκύπτουν από την υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος». Όταν ελέγχεται μήπως τυχόν υπάρχει υπεραντιστάθμιση, πρέπει επομένως να λαμβάνεται υπόψη το καθαρό αποτέλεσμα των χρήσεων που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον και των ελεύθερων χρήσεων κατά την περίοδο έρευνας. Η Επιτροπή θεωρεί πράγματι ότι τα αποτελέσματα αυτά αποτελούν έσοδα που θέσπισε η Γαλλία από τις 27 Σεπτεμβρίου 1991 υπέρ της Crédit Mutuel στο πλαίσιο της εκτέλεσης από αυτήν της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών κατοικιών μέσω του CDC. Οι χρήσεις αυτές αποδίδονται, στην αναλυτική λογιστική, σε έναν ειδικό πόρο, τους φόρους που εισπράττονται χάρη στη διανομή του Livret bleu. Σε ανταγωνιστικές συνθήκες αγοράς (χωρίς το ειδικό δικαίωμα διανομής αφορολόγητου προϊόντος αποταμίευσης), πιθανόν η Crédit Mutuel να μην ήταν σε θέση να προσποριστεί αυτόν τον πόρο με το ίδιο κόστος, με αποτέλεσμα οι χρήσεις και οι αντίστοιχοι πόροι να πρέπει να ληφθούν υπόψη στη συνολική οικονομία του συστήματος του Livret bleu. Εξάλλου, η Γαλλία επιβεβαίωσε η ίδια ότι συνδέονται μεταξύ τους οι χρήσεις αυτές, το Livret bleu και η αποστολή χρηματοδότησης των κοινωνικών κατοικιών μεταφέροντας τους πόρους για αυτές τις χρήσεις στο CDC από το 1991 (60). Με άλλα λόγια, όταν αναθέτει στην Crédit Mutuel στις 27 Σεπτεμβρίου 1991 την υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος για τη συγκέντρωση των καταθέσεων που έχουν τεθεί υπό κεντρική διαχείριση στο CDC και προορίζονται για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών κατοικιών, η Γαλλία επιβεβαιώνει την ανάθεση στην Crédit Mutuel της διανομής του Livret Bleu. Το κέρδος που απορρέει από τη χρησιμοποίηση των καταθέσεων στο Livret Bleu πρέπει επομένως να λαμβάνεται υπόψη από την ημερομηνία αυτή ως έσοδο που χορηγείται στην Crédit Mutuel για την παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος.

(110)

Ο καταγγέλλων και άλλες αρχές και οργανισμοί (το Συμβούλιο Ανταγωνισμού και εκθέσεις βουλευτών ή ερευνητικών οργανισμών (61)) θεωρούν ότι το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής του Livret bleu είχε ως αποτέλεσμα την «προσέλκυση πελατών» που επέτρεπε στην Crédit Mutuel να προσελκύει και να διατηρεί πελατεία στην οποία πωλούσε και άλλα τραπεζικά προϊόντα εκτός από το Livret bleu. Στην απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, η Επιτροπή δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το Livret bleu να απέφερε έμμεσα έσοδα με την προσέλκυση πελατών (62), αλλά υπενθύμισε ότι τέτοια έσοδα δεν είχε έως τότε καταστεί δυνατόν να προσδιορισθούν ποσοτικά (63).

(111)

Κατά το πέρας της έρευνας για την παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη αποτελεσμάτων από την προσέλκυση πελατών, τα στοιχεία που συγκέντρωσε δεν της επιτρέπουν, στην προκειμένη περίπτωση, να προσδιορίσει ποσοτικά το ενδεχόμενο αποτέλεσμα της προσέλκυσης πελατών κατά τρόπο αρκετά αξιόπιστο.

(112)

Τα έγγραφα που προσκόμισαν οι καταγγέλλοντες λαμβάνουν ως τεκμήριο την ύπαρξη αποτελεσμάτων προσέλκυσης πελατών, αλλά δεν αποδεικνύουν επισήμως την ύπαρξή τους και, επιπλέον, δεν κατορθώνουν να υπολογίσουν με ακρίβεια την οικονομική επίπτωση αυτών των αποτελεσμάτων.

(113)

Όσον αφορά τις μελέτες της εταιρείας Glais (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 52 και 53), η Επιτροπή παρατηρεί ότι η Crédit Mutuel μπορεί δικαίως να ισχυριστεί ότι αυτές οι στατιστικές αναλύσεις δεν αποδεικνύουν κατά κανέναν τρόπο την ύπαρξη ποσοτικά προσδιορίσιμου αποτελέσματος προσέλκυσης πελατών.

(114)

Οι παρατηρήσεις των καταγγελλόντων πρότειναν τρεις υποκειμενικές αξιολογήσεις. Κατ’ αρχάς, δεδομένου ότι οι άλλες τράπεζες είχαν προσφερθεί να διανείμουν το Livret bleu με προμήθεια 1 %, οι καταγγέλλοντες πρότειναν μια κατά προσέγγιση εκτίμηση του αποτελέσματος προσέλκυσης πελατών, υπολογίζοντας τη διαφορά ανάμεσα στο επίπεδο της προμήθειας που εισπράττει η Crédit Mutuel, δηλαδή το 0,3 %, και της προμήθειας 1 %, σε ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 300 εκατ. FRF ετησίως. Εντούτοις, κατά κανέναν τρόπο δεν αποδεικνύεται ότι οι ανταγωνιστές της Crédit Mutuel θα ήταν δυνατό, κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, να έχουν εκπληρώσει αυτή την αποστολή υπό τους ίδιους όρους με αυτό το επίπεδο αμοιβής (1 %). Επίσης, το πρώτο επιχείρημα δεν αποδεικνύει το αποτέλεσμα προσέλκυσης πελατών, αλλά μάλλον προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Crédit Mutuel έλαβε υπεραντιστάθμιση, πράγμα που δεν είναι αλήθεια, όπως θα αποδειχθεί. Τίποτα δεν μπορεί να αποδείξει ότι το αποτέλεσμα προσέλκυσης πελατών αντιστοιχεί στη διαφορά ανάμεσα στην προμήθεια διαμεσολάβησης και την ελάχιστη υποθετική προμήθεια την οποία οι ανταγωνιστές της Crédit Mutuel πρότειναν να λάβουν ως αμοιβή για τη διανομή από αυτούς του Livret bleu.

(115)

Σύμφωνα με τη δεύτερη μέθοδο που προτείνουν οι καταγγέλλοντες, το αποτέλεσμα προσέλκυσης πελατών μπορεί να μετρηθεί με βάση την αύξηση των μεριδίων της αγοράς της Crédit Mutuel. Μια τέτοια μέθοδος αξιολόγησης δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή, διότι βασίζεται στο αξίωμα ότι η αύξηση των μεριδίων της αγοράς οφείλεται αποκλειστικά στο Livret bleu, αξίωμα το οποίο δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αντικειμενικό στοιχείο.

(116)

Η τρίτη μέθοδος αξιολόγησης του αποκλειστικού δικαιώματος διανομής βασίζεται στην απώλεια φορολογικών εσόδων που συνεπάγεται η φοροαπαλλαγή του Livret bleu. Εάν η Crédit Mutuel ήταν πρόθυμη να διανείμει χωρίς φοροαπαλλαγή ένα προϊόν αποταμίευσης, προσφέροντας στους αποταμιευτές, ανεξάρτητα από τη φορολογική τους κατάσταση, την ίδια καθαρή απόδοση με αυτή του Livret bleu, θα επιβαρυνόταν πράγματι με κόστος ευκαιρίας ίσο με το ποσό του τεκμαρτού φόρου που (δυνητικά) θα έπρεπε να καταβάλλουν οι αποταμιευτές. Κατά την άποψη των καταγγελλόντων, το συσσωρευθέν φορολογικό πλεονέκτημα της τάξης των 4,5 δισεκατ. FRF κατά την περίοδο 1991-1997 πρέπει να θεωρηθεί ότι προσπόρισε στην Crédit Mutuel πλεονεκτήματα της ίδιας τάξης μεγέθους. Η συλλογιστική αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή, διότι η Crédit Mutuel δεν θα διένειμε προφανώς το προϊόν του Livret bleu με τους ίδιους όρους, εάν όφειλε να αναλάβει εξ ολοκλήρου το κόστος της φοροαπαλλαγής, το οποίο κατά τα λοιπά είναι προς άμεσο όφελος των μετόχων.

(117)

Είναι δύσκολο να αποδειχθούν και να προσδιορισθούν ποσοτικά τα εν λόγω ενδεχόμενα πλεονεκτήματα. Το άμεσο οικονομικό όφελος που προήλθε από την εκμετάλλευση του Livret bleu είναι δυνατό να υπολογισθεί άμεσα από τη λογιστική του Livret bleu. Αντίθετα, το οικονομικό πλεονέκτημα που προέκυψε από την πώληση άλλων προϊόντων ή υπηρεσιών στους πελάτες οι οποίοι παρέμειναν πιστοί λόγω του Livret bleu θα ήταν δυνατό να διαπιστωθεί στην αναλυτική λογιστική αυτών των άλλων προϊόντων, εάν ήταν άμεσα δυνατό να γίνει διάκριση ανάμεσα σε αυτά που πωλήθηκαν στους πελάτες οι οποίοι παρέμειναν σταθεροί ή προσελκύθηκαν στην Crédit Mutuel λόγω του Livret bleu και σε αυτά που πωλήθηκαν στους πελάτες οι οποίοι ήλθαν στην Crédit Mutuel για άλλους λόγους. Γι’ αυτούς τους λόγους, ο σύμβουλος της Επιτροπής δεν μπόρεσε να αποτιμήσει το ενδεχόμενο αποτέλεσμα προσέλκυσης πελατών εφαρμόζοντας τη λογιστική μέθοδο που εφαρμόζεται για την αξιολόγηση του συνόλου των άμεσων οικονομικών πλεονεκτημάτων που αποκομίσθηκαν από το Livret bleu.

(118)

Οι προσπάθειες αξιολόγησης του αποτελέσματος προσέλκυσης πελατών με πιο σύνθετα μέσα από τον σύμβουλο της Επιτροπής δεν στέφθηκαν με επιτυχία. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κρίνει ότι δεν μπορεί να λάβει υπόψη το ενδεχόμενο πλεονέκτημα χάρη στο αποτέλεσμα προσέλκυσης πελατών κατά τον υπολογισμό εξακρίβωσης της απουσίας ενδεχόμενης υπεραντιστάθμισης.

7.2.4.   Υπολογισμός του εύλογου κέρδους

(119)

Όταν εξακριβώνεται η απουσία υπεραντιστάθμισης της επιχείρησης που είναι επιφορτισμένη με υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένα εύλογο κέρδος (64). Το κοινοτικό πλαίσιο του 2005 διευκρινίζει ότι με τον όρο «εύλογο κέρδος», νοείται ποσοστό απόδοσης του ιδίου κεφαλαίου που λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο ή την έλλειψη κινδύνου για την επιχείρηση […]. Κανονικά το ποσοστό αυτό δεν πρέπει να υπερβαίνει το μέσο ποσοστό στο σχετικό τομέα τα τελευταία έτη (65).

(120)

Στην απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας (66), η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε να εφαρμοστεί στις χρήσεις που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον και στις ελεύθερες χρήσεις ένα εύλογο κέρδος το οποίο να ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 6 % των ιδίων κεφαλαίων για τις χρήσεις αυτές. Το ποσοστό αυτό, που διαφέρει από έτος σε έτος και ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 6 %, αντιστοιχεί στον συντελεστή αποδοτικότητας που είχε προτείνει αρχικά η Crédit Mutuel: η Crédit Mutuel είχε λάβει υπόψη ως κόστος των ιδίων κεφαλαίων το ποσό των πράγματι καταβληθέντων μερισμάτων κατά το εν λόγω έτος. Στην παρούσα απόφαση, όσον αφορά τον συνυπολογισμό ευλόγου κέρδους στο πλαίσιο της εξακρίβωσης της απουσίας ενδεχόμενης υπεραντιστάθμισης, η Επιτροπή εμμένει, όσον αφορά τις ελεύθερες χρήσεις και τις χρήσεις που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον, στην προσέγγιση που ακολούθησε ήδη στην απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, η οποία περιγράφεται στο τμήμα 7.2.5.

(121)

Στην απόφασή της για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας (67), η Επιτροπή έκρινε, εντούτοις, ότι δεν έπρεπε να εφαρμόσει το εύλογο αυτό κέρδος στις καταθέσεις των οποίων η διαχείριση ασκείται κεντρικά από το CDC στο μέτρο που αυτές δεν παρουσιάζουν κανένα κόστος σε ίδια κεφάλαια από πλευράς προληπτικής εποπτείας, δεδομένου ότι οι καταθέσεις αυτές δεν έχουν επενδυθεί από την Crédit Mutuel, αλλά απλώς διατεθεί στο CDC. Ωστόσο, από άποψη προληπτικής εποπτείας, ο πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με τους αποταμιευτικούς πόρους η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC θεωρείται ότι ισούται με το άνοιγμα έναντι του κράτους (Γαλλική Δημοκρατία), δηλαδή με στάθμιση κινδύνου μηδενική, και ότι, επομένως, δεν απαιτεί ίδια κεφάλαια.

(122)

Το να μη ληφθεί υπόψη κανένα εύλογο κέρδος σχετικά με τους αποταμιευτικούς πόρους η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC, θα σήμαινε ότι το συνολικό εύλογο κέρδος (αφενός εκείνο που αφορά τις χρήσεις που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον και τις ελεύθερες χρήσεις και αφετέρου εκείνο που αφορά τους αποταμιευτικούς πόρους η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC) μειωνόταν από το 1991 έως 1999 μέχρις ότου εξέλιπε τελείως από το 2000 και μετά, λόγω της άσκησης κεντρικής διαχείρισης από το CDC όλου του αποθέματος των αποταμιεύσεων το 1999 (68).

(123)

Στην επιστολή τους της 1ης Σεπτεμβρίου 2006, στην οποία εκθέτουν τις παρατηρήσεις τους σε απάντηση στην απόφαση για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι τα κεφάλαια των οποίων η διαχείριση ασκείται σε κεντρικό επίπεδο στο CDC δεν ανάλωναν εποπτικά ίδια κεφάλαια. Ωστόσο, σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές «δεδομένου ότι δεν είναι ορθή η εφαρμογή του ευρωπαϊκού συντελεστή φερεγγυότητας μετά την πλήρη υπαγωγή στην κεντρική διαχείριση του CDC το 1999, η Crédit Mutuel [προτείνει να ενσωματωθεί] ενσωματώνει, για να υπολογίσει το εύλογο κέρδος του Livret bleu, ένα κόστος των ιδίων κεφαλαίων που έχουν ληφθεί σε σχέση με εκείνο των άλλων προϊόντων αποταμίευσης και άλλων πόρων». Η Επιτροπή δεν θεωρεί ικανοποιητική την προσέγγιση αυτή, δεδομένου ότι καταλήγει να επιβάλει τεχνητά στους πόρους που έχουν τεθεί υπό κεντρική διαχείριση στο CDC μια ανάγκη για εποπτικό κεφάλαιο ανάλογα με τη μέση ανάγκη για κεφάλαιο των άλλων στοιχείων ενεργητικού της Crédit Mutuel, τα οποία είναι εντελώς ανεξάρτητα από το Livret bleu.

(124)

Πράγματι, το ότι δεν υπάρχει ανάγκη σε κανονιστικά ίδια κεφάλαια δείχνει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος ζημίας από πίστωση, όπως συμβαίνει με τους αποταμιευτικούς πόρους η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC. Ούτε η δραστηριότητα συγκέντρωσης των καταθέσεων για λογαριασμό του CDC παρουσιάζει κίνδυνο ρευστότητας (εκτός από τον ενδομηνιαίο κίνδυνο) ή αλλαγής της ληκτότητας, εφόσον το ποσό που διατίθεται στο CDC προσαρμόζεται κάθε μήνα ανάλογα με την εξέλιξη των καταθέσεων και ο τόκος που καταβάλλει το CDC μεταφέρεται αμέσως στους καταθέτες. Επομένως, είναι βέβαιο ότι αυτή η υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος παρουσιάζει χαμηλό επίπεδο κινδύνου για την Crédit Mutuel. Εντούτοις, υπάρχουν και ορισμένα άλλα είδη κινδύνου, όπως ο λειτουργικός, οικονομικός (κίνδυνος ότι το επίπεδο αμοιβής δεν καλύπτει τις αναληφθείσες δαπάνες), νομικός κίνδυνος και ο κίνδυνος φήμης. Επίσης, άλλες τραπεζικές δραστηριότητες όπως η διανομή κεφαλαίων αμοιβαίου χαρακτήρα, η διαχείριση περιουσιακών στοιχείων ή η πώληση χρηματοοικονομικών εσόδων (όπως οι μετοχές και οι ομολογίες) δεν καταναλώνουν κανονιστικά ίδια κεφάλαια, αλλά είναι ιδιαίτερα κερδοφόρες. Επομένως, δεν υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση κανονιστικών ιδίων κεφαλαίων —η οποία υπολογίζεται με βάση κανόνες προληπτικής εποπτείας στόχος των οποίων δεν είναι ειδικά να αξιολογηθεί η αποδοτικότητα μιας δραστηριότητας— και το αναμενόμενο κέρδος μιας δραστηριότητας.

(125)

Διαπιστώνεται, εντούτοις, ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και η Επιτροπή επιτρέπει στην Crédit mutuel να αποκομίζει ένα εύλογο κέρδος για το μέρος των αποταμιεύσεων που υπόκεινται στην κεντρική διαχείριση του CDC, παραδέχεται ότι ο προσδιορισμός του αρμόζοντος επιπέδου αυτού του κέρδους συνεπάγεται περίπλοκη οικονομική εκτίμηση. Όντως, το Livret bleu αποτελεί άτυπο τραπεζικό προϊόν με μεικτά χαρακτηριστικά προϊόντος αποταμίευσης και τρεχούμενων λογαριασμών, του οποίου οι αποταμιεύσεις που συγκεντρώνονται τίθενται υπό κεντρική διαχείριση σε δημόσια αρχή. Συνεπώς, δεν υπάρχουν άμεσα συγκρίσιμα προϊόντα τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως στοιχείο εκτίμησης ενός εύλογου κέρδους για παρόμοια δραστηριότητα.

(126)

Εφόσον δεν υπάρχει προϊόν επαρκώς συγκρίσιμο με το Livret bleu, η Επιτροπή κρίνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί να χρησιμοποιήσει δύο δείκτες με βάση τους οποίους είναι δυνατό να εκτιμηθεί εάν, για τις αποταμιεύσεις που υπόκεινται στην κεντρική διαχείριση του CDC, ένα συγκεκριμένο κέρδος μπορεί να θεωρηθεί εύλογο. Οι δύο αυτοί δείκτες είναι οι ακόλουθοι:

α)

το περιθώριο κέρδους του γαλλικού τραπεζικού τομέα, δηλαδή το αποτέλεσμα προ φόρων διαιρούμενο με τον κύκλο εργασιών (στην προκειμένη περίπτωση τον κύκλο εργασιών των τραπεζών αντιπροσωπεύουν τα λειτουργικά τους αποτελέσματα). Χρησιμοποιώντας τους αριθμούς του τραπεζικού τομέα για την εξεταζόμενη περίοδο (από τις 27 Σεπτεμβρίου 1991 έως το τέλος του 2008), το περιθώριο κέρδους είναι κατά μέσο όρο 23 % ετησίως·

β)

ο συντελεστής απόδοσης του γαλλικού τραπεζικού τομέα, δηλαδή το αποτέλεσμα προ φόρων διαιρούμενο με το ποσό των περιουσιακών στοιχείων. Ο ετήσιος μέσος συντελεστής απόδοσης σε όλη την εξεταζόμενη περίοδο είναι 45 μονάδες βάσης (0,45 %).

(127)

Ο πίνακας που ακολουθεί (69) παρουσιάζει το περιθώριο κέρδους και τον συντελεστή απόδοσης του γαλλικού τραπεζικού τομέα για την περίοδο 1993-2008 (στοιχεία πριν από το 1993 δεν υπάρχουν):

 

1993

1994

1995

1996

1997

1998

1999

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

2008 (*3)

Αποτέλεσμα προ φόρων (*2)

15,2

2,7

25,0

41,0

67,5

14,4

19,8

22,5

24,6

23,5

23,4

29,6

31,3

46,2

34,3

–4,4

Λειτουργικό αποτέλεσμα (*2)

362,4

335,4

345,6

356,1

375,3

60,8

64,6

70,5

74,9

77,0

80,6

83,5

89,5

104,1

98,0

79,1

Περιθώριο κέρδους

4,2  %

0,8  %

7,2  %

11,5  %

18  %

23,7  %

30,6  %

31,9  %

32,8  %

30,6  %

29,0  %

35,5  %

35,0  %

44,4  %

35,1  %

–5,6  %

Μέσο περιθώριο κέρδους

22,8  %

Περιουσιακά στοιχεία (*2)

Μη διαθέσιμο

16 333

17 216

18 291

19 894

3 052

3 394

3 452

3 783

3 793

3 960

4 390

5 275

6 041

7 061

7 699

Συντελεστής απόδοσης

Μη διαθέσιμο

0,02  %

0,15  %

0,22  %

0,34  %

0,47  %

0,58  %

0,65  %

0,65  %

0,62  %

0,59  %

0,68  %

0,59  %

0,77  %

0,49  %

–0,05  %

Μέσος συντελεστής απόδοσης

0,45  %

(128)

Για τον υπολογισμού του περιθωρίου κέρδους και του συντελεστή απόδοσης της Crédit Mutuel όσον αφορά τη δραστηριότητα συγκέντρωσης καταθέσεων υπό κεντρική διαχείριση στο CDC, η Επιτροπή χρησιμοποιεί τις ακόλουθες τιμές:

α)

για τον παρονομαστή του περιθωρίου κέρδους, τα έσοδα από τη δραστηριότητα συγκέντρωσης καταθέσεων υπό κεντρική διαχείριση στο CDC, δηλαδή το ετήσιο ποσό της προμήθειας διαμεσολάβησης·

β)

για τον παρονομαστή του συντελεστή απόδοσης, τις καταθέσεις που μεταφέρθηκαν στο CDC·

γ)

για τον αριθμητή, δηλαδή το αποτέλεσμα προ φόρων, η Επιτροπή κρίνει ότι, λαμβάνοντας υπόψη ως εύλογο κέρδος περιθώριο 4,2 % για τη δραστηριότητα συγκέντρωσης καταθέσεων στο CDC, δηλαδή ένα αποτέλεσμα προ φόρων που αντιπροσωπεύει το 4,2 % της προμήθειας διαμεσολάβησης που λαμβάνεται από το CDC, η Crédit Mutuel δεν τυγχάνει υπεραντιστάθμισης (βλέπε τον πίνακα της αιτιολογικής σκέψης 132).

(129)

Όσον αφορά τον δεύτερο δείκτη (συντελεστή απόδοσης), η Επιτροπή παρατηρεί ότι, εάν ληφθεί υπόψη συντελεστής απόδοσης 5 μονάδων βάσης ως εύλογο κέρδος για τη δραστηριότητα συγκέντρωσης καταθέσεων η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC, δηλαδή εάν ληφθεί υπόψη αποτέλεσμα προ φόρων ισοδύναμο με το 0,05 % του ποσού των καταθέσεων που μεταφέρθηκαν στο CDC, προκύπτει ότι η Crédit Mutuel δεν έλαβε υπεραντιστάθμιση για τη διαχείριση του Livret bleu για την εξεταζόμενη περίοδο.

(130)

Σύμφωνα με το κοινοτικό πλαίσιο του 2005, το εύλογο κέρδος δεν πρέπει να υπερβαίνει το μέσο ποσοστό στον σχετικό τομέα κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Η έγκριση περιθωρίου κέρδους 4,2 % αντιπροσωπεύει λιγότερο από το ένα πέμπτο του μέσου περιθωρίου κέρδους του τραπεζικού τομέα (22,8 %). Δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 124, η δραστηριότητα συγκέντρωσης καταθέσεων η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC αποτελεί δραστηριότητα χαμηλού κινδύνου και, επομένως, χαμηλής απόδοσης, η Επιτροπή κρίνει ότι ένα περιθώριο κέρδους 4,2 % προφανώς δεν είναι υπερβολικό και μπορεί να θεωρηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ως εύλογο κέρδος.

(131)

Ομοίως, η Επιτροπή κρίνει ότι το να ληφθεί υπόψη κέρδος 5 μονάδων βάσης για τους αποταμιευτικούς πόρους η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC,είναι λογικό βάσει του μέσου συντελεστή απόδοσης 45 μονάδων βάσης του γαλλικού τραπεζικού τομέα για την εξεταζόμενη περίοδο και αντιπροσωπεύει χαμηλό και συντηρητικό όριο αυτού που μπορεί να θεωρηθεί ως κέρδος που προφανώς δεν είναι παράλογο. Επίσης, το χαμηλό αυτό επίπεδο κέρδους αντικατοπτρίζει δεόντως το επίπεδο κινδύνου για την Crédit Mutuel στη δραστηριότητα συγκέντρωσης των αποταμιευτικών πόρων για το CDC το οποίο, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 124, είναι χαμηλό.

7.2.5.   Εξακρίβωση της απουσίας υπεραντιστάθμισης

(132)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή πραγματοποίησε έλεγχο —ο οποίος παρατίθεται στον κατωτέρω πίνακα— για να εξακριβώσει ότι δεν υπάρχει υπεραντιστάθμιση, σύμφωνα με τη μέθοδο που αναφέρεται στα επιμέρους τμήματα 7.2.1 έως 7.2.4 (70):

(σε εκατ. EUR)

 

ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ

ΥΠΕΡ- Η ΥΠΟ-ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ

Έτος

Προμήθεια διαμεσολάβησης

(ετήσια)

Συνολική προσέγγιση (*4)

(έως το τέλος του 2005)

Ετήσια προσέγγιση (*5)

(από το 2006)

1991 (από 27.9.1991 έως 31.12.1991)

1,5

43,8

Άνευ αντικειμένου

(η συνολική προσέγγιση εφαρμόζεται έως το 2005, βλέπε επιμέρους τμήμα 7.2.2)

1992

9,1

125,1

1993

16,8

184,0

1994

36,6

127,3

1995

59,5

114,5

1996

74,7

107,8

1997

82,3

88,4

1998

118,9

92,0

1999

188,9

98,3

2000

188,2

106,3

2001

181,9

91,3

2002

187,8

76,3

2003

197,7

61,2

2004

204,4

45,7

2005

196,7

15,0

2006

[…]

 

–39,1

2007

[…]

 

–24,3

2008

[…]

 

–6,1

(133)

Διαπιστώνεται ότι η υπεραντιστάθμιση στο τέλος του έτους 2005 (15 εκατ. ευρώ) είναι χαμηλότερη από το 10 % της αντιστάθμισης του 2005 (196,7 εκατ. ευρώ). Σύμφωνα με το σημείο 21 του κοινοτικού πλαισίου του 2005, το ποσό αυτό μπορεί να μεταφερθεί στο επόμενο έτος. Το τελικό αποτέλεσμα είναι υποαντιστάθμιση – 6,1 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2008 για όλη την εξεταζόμενη περίοδο.

(134)

Η Επιτροπή μπορεί, επομένως, να συναγάγει το συμπέρασμα ότι η προμήθεια διαμεσολάβησης δεν αποτελεί υπερβολική αποζημίωση προς την Crédit Mutuel για την υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος που της ανατέθηκε από τις 27 Σεπτεμβρίου 1991 έως το τέλος του 2008.

8.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(135)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η Γαλλική Δημοκρατία χορήγησε παράνομα την εν λόγω ενίσχυση κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Ωστόσο, η ενίσχυση μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά δυνάμει του άρθρου 106 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι η αντιστάθμιση που καταβάλλει το κράτος δεν υπερβαίνει το ποσό που απαιτείται για να καλυφθούν οι δαπάνες που προκύπτουν από την εκτέλεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων καθώς και εύλογου κέρδους για την εκτέλεση των εν λόγω υποχρεώσεων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η κρατική ενίσχυση που εφαρμόζει η Γαλλική Δημοκρατία υπέρ της Crédit Mutuel βάσει του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1991 που καθορίζει τις χρήσεις που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον της Crédit Mutuel είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 24 Μαΐου 2011.

Για την Επιτροπή

Joaquín ALMUNIA

Αντιπρόεδρος


(1)   ΕΕ C 146 της 12.5.1998, σ. 6, και ΕΕ C 210 της 1.9.2006, σ. 12.

(2)  Πρόκειται για την εμπορική ονομασία του εν λόγω βιβλιαρίου, το οποίο αναφερόταν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2008 στο άρθρο L221-1 του νομισματικού και οικονομικού κώδικα ως «compte spécial sur livret du crédit mutuel».

(3)  Ο ανεξάρτητος ειδήμων ορκωτός λογιστής («chartered accountant») Littlejohn Frazer, επικουρούμενος από δύο γαλλικές εταιρείες ορκωτών λογιστών, τις Auditec και Scacchi.

(4)  Μεταξύ άλλων, δύο στατιστικές μελέτες της εταιρείας συμβούλων «Concurrence et Stratégie» την οποία διευθύνει ο καθηγητής Οικονομίας Michel Glais.

(5)  IARD: «Ασφάλειες πυρός, ατυχημάτων και γενικών κινδύνων».

(6)  Απόφαση C 2003/216/ΕΚ της Επιτροπής, της 15ης Ιανουαρίου 2002, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που εφαρμόζει η Γαλλική Δημοκρατά υπέρ της Crédit Mutuel (ΕΕ L 88 της 4.4.2003, σ. 39).

(7)  Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2005 στην υπόθεση T-93/02, Confédération nationale du Crédit mutuel κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-143.

(8)  Απόφαση C 88/97 της Επιτροπής της 7ης Ιουνίου 2006 σχετικά με την Crédit Mutuel (Livret bleu). Πρόσκληση για την υποβολή παρατηρήσεων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης (ΕΕ C 210 της 1.9.2006, σ. 12).

(9)  Η Crédit Mutuel διαθέτει αποκλειστικό δικαίωμα διανομής του Livret bleu. Ωστόσο, το δικαίωμα αυτό χαρακτηρίστηκε ως ειδικό δικαίωμα στην απόφαση της 10ης Μαΐου 2007, λόγω του σχεδόν πανομοιότυπου χαρακτήρα του Livret bleu και του Livret A.

(10)  Απόφαση C(2007) 2110 της 10ης Μαΐου 2007, διαθέσιμη στον δικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/competition/liberalisation/livret_a_fr.pdf.

(11)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 41.

(12)  Βλέπε δελτίο Τύπου της Επιτροπής της 8ης Οκτωβρίου 2009, το οποίο διατίθεται στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής στη διεύθυνση: http://europa.eu/rapid/pressReleasesAction.do?reference=IP/09/1482&format=HTML&aged=1&language=FR&guiLanguage=en

(13)   ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

(14)  Άρθρο 9 του διορθωτικού δημοσιονομικού νόμου για το 1975 αριθ. 75-1242 της 27ης Δεκεμβρίου (JORF της 28.12.1975).

(15)  Με το υποχρεωτικό σύστημα της απαλλακτικής εισφοράς με παρακράτηση στην πηγή, που πραγματοποιούσε η Crédit Mutuel για λογαριασμό του αποταμιευτή.

(16)  Το επιτόκιο αυτό ήταν 3 % κατά την ημερομηνία της ακυρωθείσας απόφασης, βλέπε υποσημείωση 6. Ο συντελεστής απόδοσης του Livret A ήταν 2 % μετά από φόρους την 1η Φεβρουαρίου 2011.

(17)  Διάταγμα της 31ης Οκτωβρίου 1983 «Montant de l’obligation d’emploi d’intérêt général du Crédit Mutuel»(ποσό υποχρεωτική χρήσης για την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος), JORF της 9ης Νοεμβρίου 1983, σ. 3278.

(18)  Διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου 1991 που καθορίζει τις χρήσεις για την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος, JORF αριθ. 275 της 26ης Σεπτεμβρίου 1991, σ 15383.

(19)  Ενώ το απόθεμα των υφιστάμενων πόρων μεταφέρθηκε σταδιακά στο CDC· βλέπε αιτιολογική σκέψη 40.

(20)  Εν αντιθέσει προς τους νέους πόρους, οι οποίοι τέθηκαν υπό κεντρική διαχείριση στην CDC μετά το διάταγμα της 27ης Σεπτεμβρίου 1991· βλέπε αιτιολογική σκέψη 39.

(21)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 36 και 50.

(22)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003 στην υπόθεση C-280/00, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg, Συλλογή 2003, σ. I-7747.

(23)   ΕΕ C 297 της 29.11.2005, σ. 4.

(24)  Η Crédit Mutuel παραπέμπει απλώς στην αιτιολογική σκέψη 13 της απόφασης για την επέκταση της διαδικασίας όπου η Επιτροπή αναφέρει τις οικονομικές επιδόσεις της Crédit Mutuel το 2004 (μέγεθος του ισολογισμού, καθαρό αποτέλεσμα, δείκτης αποτελεσματικότητας, ίδια κεφάλαια και συντελεστής φερεγγυότητας).

(25)  Πρόκειται i) για το διορθωτικό στοιχείο IARD· ii) τον υπολογισμό ενός φυσιολογικού περιθωρίου (εύλογο κέρδος)· και iii) την ευθύνη των εταίρων. Βλέπε παράρτημα I της απόφασης για την επέκταση της διαδικασίας.

(26)  Η Crédit Mutuel αναφέρεται στο σημείο 21 του κοινοτικού πλαισίου του 2005 σύμφωνα με το οποίο, όταν στην υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος παρατηρηθεί σημαντική ετήσια διακύμανση δαπανών, μπορεί κατ’ εξαίρεση να κριθεί αναγκαία υπεραντιστάθμιση που υπερβαίνει το 10 %.

(27)  Η Arthur Andersen πρότεινε μια μέθοδο υπολογισμού του κόστους των ιδίων κεφαλαίων που είχε ως αποτέλεσμα να αυξάνει το κόστος των ιδίων κεφαλαίων σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση της Crédit Mutuel. Η Arthur Andersen πρότεινε τη χρησιμοποίηση ενός συντελεστή όπως ο λόγος ανάμεσα στο αποτέλεσμα προ φόρων και στα ίδια κεφάλαια. Ο συντελεστής αυτός θα απεικόνιζε καλύτερα, κατά την άποψη της Arthur Andersen, τη συνολική αποδοτικότητα της τράπεζας, ενώ η Crédit Mutuel είχε λάβει υπόψη ως κόστος των ιδίων κεφαλαίων το ποσό των πράγματι καταβληθέντων μερισμάτων, δηλαδή ένα συντελεστή αποδοτικότητας 6 % για όλες τις δραστηριότητές της.

(28)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 25 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας.

(29)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 28 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας.

(30)  Η Γαλλία παραπέμπει απλώς στην αιτιολογική σκέψη 13 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, όπου η Επιτροπή αναφέρει τις οικονομικές επιδόσεις της Crédit Mutuel το 2004 (μέγεθος του ισολογισμού, καθαρό αποτέλεσμα, δείκτης αποτελεσματικότητας, ίδια κεφάλαια και συντελεστής φερεγγυότητας).

(31)   ΕΕ L 386 της 30.12.1989, σ. 1.

(32)  Σχετικά με τα σημεία διαφωνίας μεταξύ του συμβούλου της Επιτροπής και εκείνου της Crédit Mutuel, βλέπε υποσημείωση 25.

(*1)  Καλύπτεται από την υποχρέωση τήρησης του επιχειρηματικού απορρήτου.

(33)  Η πρώτη τροποποίηση συνδέεται με την ενσωμάτωση της υποχρεωτικής εισφοράς στο ταμείο εγγύησης καταθέσεων που θεσπίστηκε με τον νόμο της 25ης Ιανουαρίου 1999 για την αποταμίευση και τη χρηματοδοτική ασφάλεια, και η δεύτερη αφορά την τροποποίηση του υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων για να ληφθεί υπόψη το εύλογο κέρδος από το 1999 και μετά.

(34)   ΕΕ L 195 της 29.7.1980, σ. 35. Η οδηγία αυτή καταργήθηκε με την οδηγία 2006/111/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2006, για τη διαφάνεια των χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων καθώς και για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια εντός ορισμένων επιχειρήσεων (ΕΕ L 318 της 17.11.2006, σ. 17).

(35)  Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, η μείωση της προμήθειας διαμεσολάβησης επέτρεψε στο CDC να μειώσει το κόστος χρηματοδότησης των κοινωνικών δανειστών.

(36)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 50 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας: «[…] η Επιτροπή αναφέρει στην παρούσα διαδικασία ως μέτρο που μπορεί ενδεχομένως να περιέχει στοιχεία κρατικής ενίσχυσης μόνο την προμήθεια διαμεσολάβησης».

(37)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 41.

(38)  Βλέπε υποσημείωση 22.

(39)  Οι γαλλικές αρχές αναφέρονται στον νόμο σχετικά με το άνοιγμα και το κλείσιμο των τραπεζικών υποκαταστημάτων, ο οποίος καταργήθηκε το 1987. Εντούτοις, από το 1987 έως το 1991, διατηρήθηκε καθεστώς ελέγχου για την Crédit Mutuel. Η ρύθμιση προέβλεπε καθεστώς αδειοδότησης και όχι καθεστώς επίσημης απαγόρευσης του κλεισίματος υποκαταστημάτων ή αναδιαρθρώσεων, ιδίως από το 1987 και μετά. Αυτό το καθεστώς ελέγχου καταργήθηκε την 1η Ιουλίου 1991 στο γενικότερο πλαίσιο της επαναδιαπραγμάτευσης των συμβατικών σχέσεων μεταξύ του κράτους και της Crédit Mutuel.

(40)  Βλέπε σημείο 29 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας.

(41)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 34 και υποσημείωση 14.

(42)  Νόμος αριθ. 82-1152 της 30ής Δεκεμβρίου 1982 (JORF της 31.12.1982, σ. 3995).

(43)  Βλέπε σκέψη 93 της απόφασης Altmark που αναφέρεται ανωτέρω στην υποσημείωση 22.

(44)  Σύμφωνα με το σημείο 7 του κοινοτικού πλαισίου του 2005: «Εάν τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν τα εν λόγω κριτήρια [δηλαδή τις τέσσερις προϋποθέσεις της υπόθεσης Altmark] και εφόσον πληρούνται τα γενικά κριτήρια για την εφαρμογή του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης [νυν άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ], οι αντισταθμίσεις για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας συνιστούν κρατικές ενισχύσεις» (υπογράμμιση δική μας).

(45)  Η εξέταση αυτή είναι ανεξάρτητη από το γεγονός ότι η μεταρρύθμιση της 1ης Ιανουαρίου 2009 έθεσε τέλος στην παράβαση της νομοθεσίας της ΕΕ περί δημοσίων συμβάσεων που απορρέει από την απευθείας ανάθεση στην Crédit Mutuel της αποστολής παροχής δημόσιας υπηρεσίας για τη συγκέντρωση των καταθέσεων που προορίζονται για τις κοινωνικές κατοικίες.

(46)  Σύμφωνα με τη σύμβαση μεταξύ του κράτους και της Crédit Mutuel που καθόριζε τις λεπτομέρειες εφαρμογής του διατάγματος της 27ης Σεπτεμβρίου 1991 «το CDC καταβάλλει ετησίως στην Crédit Mutuel […] το περιθώριο αντιστάθμισης την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε έτους».

(47)  Βλέπε την απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996 στην υπόθεση T-358/94, Air France κατά Επιτροπής, σκέψεις 58 έως 61, Συλλογή 1996, σ. II-2019. Βλέπε επίσης την απόφαση 2010/606/ΕΕ της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 2010, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 9/09 (πρώην NN 49/08, NN 50/08 και NN 45/08) που χορήγησαν το Βασίλειο του Βελγίου, η Γαλλική Δημοκρατία και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου υπέρ της Dexia SA (ΕΕ L 274 της 19.10.2010, σ. 54), αιτιολογικές σκέψεις 123, 124 και 125.

(48)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 στην υπόθεση C-730/79, Philip Morris κατά Επιτροπής, σκέψεις 11 και 12, Συλλογή 1980, σ. 2671.

(49)  Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1988 στην υπόθεση C-102/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 19, Συλλογή 1988, σ. 4067.

(50)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 45 της απόφασης της 10ης Μαΐου 2007.

(51)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 58 και 90 της απόφασης της 10ης Μαΐου 2007.

(52)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 223 της απόφασης της 10ης Μαΐου 2007.

(53)  Βλέπε σημείο 14 του κοινοτικού πλαισίου του 2005.

(54)  Βλέπε τους πίνακες που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 68, 69, 73, 75, 76 και 79 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας.

(55)  Πρόκειται κυρίως για περιπτώσεις στις οποίες οι επιχειρήσεις στις οποίες είχε ανατεθεί αποστολή παροχής δημόσιας υπηρεσίας δραστηριοποιούνταν στον οπτικοακουστικό τομέα (βλέπε, π.χ., την απόφαση 2004/838/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που εφάρμοσε η Γαλλία υπέρ της France 2 και της France 3 (ΕΕ L 361 της 8.12.2004, σ. 21).

(56)  Βλέπε υποσημείωση 46.

(57)  Βλέπε σημείο 21 του κοινοτικού πλαισίου του 2005: Σε απάντηση στο επιχείρημα της Crédit Mutuel (βλέπε υποσημείωση 26) που ζητεί την εφαρμογή της συνολικής προσέγγισης βάσει της 2ας και 3ης πρότασης του σημείου 21 του κοινοτικού πλαισίου του 2005, σύμφωνα με τις οποίες, όταν στην υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος παρατηρηθεί σημαντική ετήσια διακύμανση δαπανών, μπορεί κατ’ εξαίρεση, σε ορισμένα έτη, να κριθεί αναγκαία υπεραντιστάθμιση που υπερβαίνει το 10 %, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, βάσει της 4ης πρότασης του σημείου 21, αυτή η υπεραντιστάθμιση που « μπορεί κατ’ εξαίρεση […] να κριθεί αναγκαία για τη λειτουργία της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος » πρέπει να αιτιολογείται από το κράτος μέλος « στην κοινοποίηση προς την Επιτροπή ». (υπογράμμιση δική μας). Ωστόσο, το εν λόγω μέτρο δεν αποτέλεσε αντικείμενο κοινοποίησης προς την Επιτροπή η οποία κρίνει ότι η Crédit Mutuel δεν αιτιολόγησε μια πολύ ιδιαίτερη κατάσταση στην οποία δικαιολογείται η έγκριση, κατ’ εξαίρεση, σε ορισμένα συγκεκριμένα έτη, υπεραντιστάθμισης που υπερβαίνει το 10 %.

(58)  Βλέπε π.χ. την απόφαση 2004/838/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που εφάρμοσε η Γαλλία υπέρ της France 2 και της France 3 (ΕΕ L 361 της 8.12.2004, σ. 21).

(59)  Βλέπε την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τα τρέχοντα επιτόκια αναφοράς, προεξόφλησης και ανάκτησης των παράνομων κρατικών ενισχύσεων για τα 25 κράτη μέλη που ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2007 και τα παρελθόντα επιτόκια αναφοράς (ΕΕ C 317 της 23.12.2006, σ. 2). Βλέπε επίσης τη διεύθυνση στο Διαδίκτυο: http://ec.europa.eu/competition/state_aid/legislation/reference_rates.html

(60)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 39.

(61)  Βλέπε ιδίως γνώμη του Συμβουλίου Ανταγωνισμού (γνώμη αριθ. 96-A-12 της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, σ. 8), ενημερωτική έκθεση του γερουσιαστή Alain Lambert (έκθεση αριθ. 52 της 30ής Οκτωβρίου 1996, σ. 72) και μελέτη της Nathalie Daley, του κέντρου βιομηχανικής οικονομίας CERNA (La banque de détail en France: de l’intermédiation aux services, Φεβρουάριος 2001, σ. 9).

(62)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 52 και 53 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας.

(63)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 67 ης απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας «Τα ενδεχόμενα αποτελέσματα που συνδέονται με την αποκλειστική διανομή του Livret bleu δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθούν ποσοτικά».

(64)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 48 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας και το σημείο 14 του κοινοτικού πλαισίου του 2005 το οποίο προβλέπει ότι: «Το ύψος της αντιστάθμισης δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό που απαιτείται για να καλυφθούν οι δαπάνες που προκύπτουν από την εκτέλεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων καθώς και ευλόγου κέρδους για την εκτέλεση των εν λόγω υποχρεώσεων» (η υπογράμμιση είναι δική μας).

(65)  Βλέπε σημείο 18 του κοινοτικού πλαισίου του 2005.

(66)  Βλέπε τμήμα 2 του παραρτήματος 1 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, αιτιολογικές σκέψεις 124 έως 137.

(67)  Βλέπε τμήμα 2 του παραρτήματος 1 της απόφασης για την επέκταση του πεδίου της διαδικασίας, σημείο 132.

(68)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 39 και 40.

(69)  Τα στοιχεία του πίνακα είναι το αποτέλεσμα υπολογισμών που βασίζονται σε στοιχεία που προέρχονται από την Επιτροπή Τραπεζών: http://www.banquedefrance.fr/fr/supervi/analyses_comparatives/analyses_comparatives.htm

(*2)  Τα ποσά είναι σε δισεκατ. γαλλικά φράγκα πριν από το 1998 και σε δισεκατ. ευρώ στη συνέχεια.

(*3)  Τα στοιχεία για το 2008 είναι εκτιμήσεις.

(70)  Οι ακόλουθοι συντελεστές αναφοράς χρησιμοποιούνται για τα έτη 1992 έως 2008: 10,61· 11· 8,93· 7,94· 8,22· 7,01· 5,83· 4,77· 5,7· 6,33· 5,06· 4,8· 4,43· 4,08· 3,7· 4,62· 5,19.

(*4)  Καθαρό σωρευμένο και επικαιροποιημένο αποτέλεσμα, σε εκατ. EUR, για το οποίο ελήφθησαν υπόψη η προμήθεια διαμεσολάβησης, τα καθαρά αποτελέσματα (έξοδα μείον έσοδα), οι αποταμιευτικοί πόροι η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC, οι ελεύθερες χρήσεις και οι χρήσεις που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον, καθώς και εύλογο κέρδος 5 μονάδων βάσης για τους αποταμιευτικούς πόρους η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC, καθώς και εύλογο κέρδος που ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 6 % των ιδίων κεφαλαίων που διατίθενται για τις χρήσεις που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον και τις ελεύθερες χρήσεις (βλέπε επιμέρους τμήματα 7.2.1 έως 7.2.4).

(*5)  Καθαρό μη σωρευμένο και μη επικαιροποιημένο αποτέλεσμα, σε εκατ. EUR, για το οποίο ελήφθησαν υπόψη η προμήθεια διαμεσολάβησης, τα καθαρά αποτελέσματα (έξοδα μείον έσοδα), οι αποταμιευτικοί πόροι η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC, οι ελεύθερες χρήσεις και οι χρήσεις που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον, καθώς και εύλογο κέρδος 5 μονάδων βάσης για τους αποταμιευτικούς πόρους η διαχείριση των οποίων ασκείται κεντρικά από το CDC, καθώς και εύλογο κέρδος που ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 6 % των ιδίων κεφαλαίων που διατίθενται για τις χρήσεις που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον και τις ελεύθερες χρήσεις (βλέπε επιμέρους τμήματα 7.2.1 έως 7.2.4).