|
30.4.2008 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 116/26 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 23ης Οκτωβρίου 2007
σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 23/06 (πρώην NN 35/06) που χορήγησε η Πολωνία υπέρ της χαλυβουργίας Technologie Buczek Group
[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2007) 5087]
(Το κείμενο στην πολωνική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2008/344/ΕΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,
τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),
το πρωτόκολλο αριθ. 8 της συνθήκης προσχώρησης για την αναδιάρθρωση της πολωνικής χαλυβουργίας (1) (εφεξής «πρωτόκολλο αριθ. 8»),
Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
I. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
(1) |
Το Μάρτιο του 2002, υποβλήθηκε στις πολωνικές αρχές από την Huta Buczek (εφεξής «TB-HB») ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης. Την 7η Μαΐου 2003, η TB-HB μετονομάστηκε σε Technologie Buczek S.A. (εφεξής «TB»). |
|
(2) |
Στις 5 Νοεμβρίου 2002, το πολωνικό υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης και ανάπτυξης για την πολωνική βιομηχανία χάλυβα μέχρι το 2006 (εφεξής καλούμενο «το εθνικό πρόγραμμα αναδιάρθρωσης» ή «ΕΠΑ»). Το πρόγραμμα αυτό επιτρέπει κατά πρώτο λόγο τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης ύψους 3,387 δισεκατομμυρίων PLN (846 εκατομμυρίων ευρώ) στην πολωνική χαλυβουργία για την αναδιάρθρωσή της κατά την περίοδο από το 1997 έως το 2006 (3). |
|
(3) |
Το ΕΠΑ υποβλήθηκε στην ΕΕ, και στις 25 Μαρτίου 2003 αξιολογήθηκε από την Επιτροπή. Επ' αυτής της βάσης, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση για απόφαση του Συμβουλίου για την παράταση της περιόδου χάριτος σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον πολωνικό χαλυβουργικό τομέα, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συμφωνίας (που αρχικά ίσχυε μόνο ως το 1997) μέχρι την προσχώρηση της Πολωνίας στην ΕΕ, υπό την προϋπόθεση να είναι ο τομέας βιώσιμος μέχρι το 2006, κάτι που ενέκρινε το Συμβούλιο τον Ιούλιο του 2003 (4). |
|
(4) |
Κατ' αυτόν τον τρόπο, η ΕΕ επέτρεψε στην Πολωνία, κατ' εξαίρεση των κανόνων της (5), να χορηγήσει στη χαλυβουργία ενίσχυση αναδιάρθρωσης η οποία θεσπίστηκε στο πρωτόκολλο της συνθήκης προσχώρησης, ήτοι στο πρωτόκολλο αριθμός 8 για την αναδιάρθρωση της πολωνικής χαλυβουργίας (6). Το πρωτόκολλο επιβεβαιώνει την αποδοχή της χορήγησης κρατικής ενίσχυσης μέγιστου ύψους 3,387 δισεκατομμυρίων PLN πριν από τα τέλη του 2003 σε οκτώ εταιρείες που απαριθμούνται στο παράρτημα 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 8, περιλαμβανομένης της TB-HB. |
|
(5) |
Προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση προς τους όρους του, το πρωτόκολλο αριθ. 8 θεσπίζει λεπτομερείς διατάξεις εφαρμογής και παρακολούθησης. Μία από τις απαιτήσεις συνίστατο στην υποβολή διετών εκθέσεων παρακολούθησης από την Πολωνία. Αξιολογήσεις διεξήχθησαν από ανεξάρτητο σύμβουλο το 2003, το 2004, το 2005 και το 2006 (7). Οι εταιρικές εκθέσεις για την TB υποβλήθηκαν το Φεβρουάριο του 2004 και τον Απρίλιο του 2005. Αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης με τις πολωνικές αρχές και τους αποδέκτες και εγκρίθηκαν από την Επιτροπή και τις πολωνικές αρχές. |
|
(6) |
Το Σεπτέμβριο του 2005, η TB τροποποίησε το επιχειρηματικό της σχέδιο (εφεξής «ΕΣ 2005») και το υπέβαλε, στη συνέχεια, στην Επιτροπή ζητώντας την έγκρισή του δυνάμει του σημείου 10 του πρωτοκόλλου αριθ. 8. Δεδομένου, ωστόσο, ότι η εταιρεία τροποποίησε επακολούθως το σχέδιο αυτό επανειλημμένα και ότι βρίσκεται υπό εκκαθάριση από το 2006, το αίτημα αυτό κατέστη κενό περιεχομένου. |
|
(7) |
Μετά την ανεξάρτητη αξιολόγηση του 2005, η οποία υπέδειξε κλιμακούμενο χρέος της TB προς τους δημόσιους πιστωτές της, σε συνδυασμό με την αδυναμία επίτευξης βιωσιμότητας, η Επιτροπή ζήτησε από τις πολωνικές αρχές συμπληρωματικές πληροφορίες με επιστολές της 29ης Μαρτίου 2005, της 1ης Αυγούστου 2005 και της 2ας Δεκεμβρίου 2005. Η Πολωνία απάντησε με επιστολές της 23ης Ιουνίου 2005, της 28ης Σεπτεμβρίου 2005 και της 14ης Φεβρουαρίου 2006. |
|
(8) |
Με επιστολή της 7ης Ιουνίου 2006, η Επιτροπή ενημέρωσε την Πολωνία για την απόφασή της να κινήσει σχετικά με την εν λόγω ενίσχυση τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ. |
|
(9) |
Η απόφαση της Επιτροπής για την κίνηση της διαδικασίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (8). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την ενίσχυση/το μέτρο. |
|
(10) |
Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις από τρίτα μέρη. |
|
(11) |
Οι πολωνικές αρχές απάντησαν με επιστολές της 18ης Σεπτεμβρίου 2006, της 2ας Οκτωβρίου 2006 και της 20ής Οκτωβρίου 2006. Η Επιτροπή ζήτησε από την Πολωνία συμπληρωματικές πληροφορίες με επιστολές της 6ης Νοεμβρίου 2006, της 18ης Δεκεμβρίου 2006 και της 15ης Μαρτίου 2007. Η Πολωνία απάντησε με επιστολές της 24ης Νοεμβρίου 2006, της 23ης Ιανουαρίου 2007 και της 23ης Μαΐου 2007. Στις 13 Δεκεμβρίου 2006 έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ των πολωνικών αρχών και της Επιτροπής. |
II. ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
1. Ο όμιλος TB
|
(12) |
Η TB είναι πολωνική εταιρία κατασκευής σωλήνων η οποία βρίσκεται στην πόλη Sosnowiec στην περιοχή της Σιλεσίας. Μέχρι το 2006 παρήγαγε χαλύβδινους σωλήνες σε μια μονάδα έλασης συγκολλημένων σωλήνων και σε μια μονάδα έλασης σωλήνων από χάλυβα υψηλής κραμάτωσης. Σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις, τα προϊόντα αυτά θεωρούνται προϊόντα χάλυβα (9). Η ΤΒ έχει συνολικό δυναμικό παραγωγής περίπου 60 χιλιάδων τόνων (10). Το έλαστρο για την παραγωγή συγκολλημένων σωλήνων αποτελείται από τέσσερις γραμμές συγκόλλησης (τη W1.5 και τη W2, η οποία αναβαθμίστηκε το 1993 και το 2001, τη W3, η οποία τέθηκε σε λειτουργία το 1999 και την W4, η οποία τέθηκε σε λειτουργία το 2003) και δύο γραμμές κοπής (η μία τέθηκε σε λειτουργία το 2004). Η TB εκμεταλλευόταν επίσης μια μονάδα έλασης μέχρι το 2005. |
|
(13) |
Η TB είναι συμμετοχική εταιρεία της οποίας το ίδιο κεφάλαιο ανερχόταν το 2004 σε 20 περίπου εκατομμύρια PLN (5 εκατ. ευρώ). Ο πλειοψηφικός μέτοχος της TB, με συμμετοχή περίπου 78,1 %, είναι το Górnośląski Fundusz Restrukturyzacyjny S.A. (Ταμείο Αναδιάρθρωσης Άνω Σιλεσίας, εφεξής «GFR»), ο βασικός μέτοχος του οποίου, με συμμετοχή 51,3 %, ήταν, μέχρι την 30ή Δεκεμβρίου 2005, η Eurofaktor SA (εφεξής “EF”). Οι μέτοχοι της EF είναι ιδιωτικοί επενδυτές, όπως η Bonum Sp. z o.o. (37,25 %), η ING TFI (13,40 %), η Polmetal Sp. z o.o. (11,31 %) και η Stabilo Group Sp. z o.o. (10,93 %). Η EF πωλήσει ακολούθως τις μετοχές της στην Stabilo Group Sp. z o.o. Το πολωνικό δημόσιο είναι μειοψηφών μέτοχος στην GFR. |
|
(14) |
Η TB έχει επί του παρόντος τέσσερις θυγατρικές με σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα:
|
2. Το αρχικό σχέδιο αναδιάρθρωσης
|
(15) |
Το 2002, η TB-HB εκπόνησε ένα επιχειρηματικό σχέδιο (εφεξής «ΕΣ 2002») προκειμένου να αντιμετωπίσει τις οικονομικές της δυσκολίες. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, το σχέδιο επιχειρησιακής αναδιάρθρωσης προέβλεπε την επικέντρωση της εταιρείας στην κατασκευή συγκολλημένων βαθμονομημένων σωλήνων από επιστρωμένες με αλουμίνιο ή γαλβανισμένες ταινίες χάλυβα για ειδικές εφαρμογές. Για το σκοπό αυτό, σχεδιάστηκε η αγορά επιπλέον εξοπλισμού παραγωγής (11). |
|
(16) |
Σύμφωνα με το επιχειρηματικό σχέδιο, το συνολικό κόστος των δυνητικών επενδύσεων ανερχόταν στα 25 εκατομμύρια PLN. Επιπροσθέτως των βασικών επενδύσεων στην παραγωγή και επεξεργασία σωλήνων για εφαρμογές στην αυτοκινητοβιομηχανία και για γραμμές παραγωγής συγκολλημένων σωλήνων, περιλαμβάνονταν σχέδια όπως η μηχανογράφηση, ο εκσυγχρονισμός άλλων μικρότερης σημασίας σχεδίων και η αγορά πάγιων στοιχείων ενεργητικού. Αν και επιθυμητές, οι επενδύσεις στο τμήμα έλασης κρίθηκαν μη ρεαλιστικές και, ως εκ τούτου, αναβλήθηκαν. |
|
(17) |
Το σχέδιο περιελάμβανε επίσης ένα πρόγραμμα περικοπής εξόδων μέσω της μείωσης του αριθμού των υπαλλήλων από 532 σε 407. Για το σκοπό αυτό, για την περίοδο 2002-2006 προβλέφθηκε συνολικό κόστος 2 910 000 PLN. Όσον αφορά ιδίως τις 161 θέσεις που θα περικόπτονταν, προβλέφθηκε εξωτερική δημόσια ενίσχυση ύψους 823 000 PLN με καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης ύψους 597 000 PLN. Επιπλέον, προβλέφθηκε για το 2002 ενίσχυση της τάξης των 2,754 εκατομμυρίων PLN για σκοπούς έρευνας και ανάπτυξης (εφεξής «Ε&Α») με 1 250 000 PLN, ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης ύψους 900 000 PLN το 2002, και με 2 540 000 PLN για το 2003 (καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης ύψους 1 854 000 PLN) (12). |
|
(18) |
Τέλος, σχεδιάστηκε χρηματοπιστωτική αναδιάρθρωση με καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης ύψους 8,411 εκατομμυρίων PLN, στόχος της οποίας ήταν η παραγραφή μιας οφειλής 3,392 εκατομμυρίων PLN περίπου (το χρέος συνίστατο κυρίως στην οφειλή φόρου ακινήτου έναντι των τοπικών αρχών και σε μικρότερες οφειλές έναντι της εφορίας και του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Zakład Ubezpieczeń Społecznych, εφεξής «ZUS») και η αναδιάρθρωση μιας οφειλής 6,014 εκατομμυρίων PLN έναντι του ZUS και του εθνικού ταμείου για την αποκατάσταση αναπήρων (Państwowy Fundusz Rehabilitacji Osób Niepełnosprawnych, εφεξής «PFRON») με καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης ύψους 5,019 εκατομμυρίων PLN (5,001 εκατομμύρια PLN (ZUS) + 18 000 (PFRON). Σκοπός της χρηματοπιστωτικής αναδιάρθρωσης ήταν η αγορά υλικών και η διατήρηση της συνέχειας της παραγωγής (13). |
3. Κρατική ενίσχυση
α) Ενίσχυση στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης
|
(19) |
Το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης ουσιαστικά προέβλεπε την ακόλουθη ενίσχυση: Πίνακας 1 Προβλεπόμενη κρατική ενίσχυση προς την TB για την περίοδο 2002-2003
|
|
(20) |
Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης αναφερόταν επίσης ότι κατά την περίοδο 1997–2001, η HB-TB έλαβε κρατική ενίσχυση ύψους 4 422 411 PLN (καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης). Στην πλειονότητά της προοριζόταν για σκοπούς Ε&Α (3 243 626 PLN), ενώ 196 800 PLN αποτελούσαν ενίσχυση για περιβαλλοντική προστασία, 132 240 PLN ενίσχυση για επαγγελματική εκπαίδευση και τα εναπομείναντα 849 746 PLN ενίσχυση για τη «διαδικασία αναδιάρθρωσης» ή «ad hoc» ενίσχυση (15). |
|
(21) |
Συνεπώς, για την TB προβλέφθηκε συνολικά ενίσχυση 16 184 411 PLN η οποία εγκρίθηκε επακολούθως στο πλαίσιο του ΕΠΑ και δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 8. |
β) Ληφθείσα ενίσχυση
|
(22) |
Σύμφωνα με τον ανεξάρτητο σύμβουλο, κατά την περίοδο 2002-2003 η εταιρεία έλαβε μόνο 2,235 εκατομμύρια PLN (καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης) κρατικής ενίσχυσης (16). Εξ αυτών, τα 2,045 εκατομμύρια PLN προορίζονταν αποκλειστικά για σκοπούς Ε&Α και οι 190 400 PLN για αναδιάρθρωση απασχόλησης (17). |
|
(23) |
Επιπλέον, σύμφωνα με το ΕΣ 2005, η TB έλαβε κατά την περίοδο 2004 έως 2006 επιχορήγηση προϋπολογισμού ύψους 877 000 PLN για αναδιάρθρωση απασχόλησης (18). Οι πολωνικές αρχές εξήγησαν ότι η κυβέρνηση διέθεσε κεφάλαια προκειμένου να συνδράμει τους απολυμένους εργαζόμενους στον τομέα της χαλυβουργίας να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας μέσω κατάρτισης για τη βελτίωση των δεξιοτήτων τους ή προκειμένου να τους παροτρύνει σε πρόωρη συνταξιοδότηση αποζημιώνοντάς τους εν μέρει για τη μείωση του εισοδήματός τους όταν θα συνταξιοδοτούνταν πρόωρα. Βάσει της τροπολογίας του Δεκεμβρίου 2003 του νόμου (αναδιάρθρωσης) της 24ης Αυγούστου 2001 για τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, ορίζεται ότι οι μοναδικοί αποδέκτες είναι οι εργαζόμενοι (ο εργοδότης είναι απλά ένας ενδιάμεσος ο οποίος μεταφέρει τα κονδύλια του προϋπολογισμού στους απολυμένους εργαζόμενους). |
4. Αποτυχία αναδιάρθρωσης — εξελίξεις κατά την περίοδο 2003-2006
|
(24) |
Η αναδιάρθρωση της TB δεν εξελίχθηκε όπως είχε προβλεφθεί στο σχέδιο αναδιάρθρωσης και η εταιρεία πτώχευσε το 2006 για πολλούς λόγους: |
α) Διαγραφή χρέους
|
(25) |
Η TB δεν κατόρθωσε να επιτύχει τις διαγραφές των χρεών της που προέβλεπε το ΕΠΑ. |
|
(26) |
Η διαγραφή των χρεών έναντι του ZUS, της δημοτικής αρχής του Sosnowiec και της εφορίας, συνολικού ύψους 3 392 000 PLN, υποτίθεται ότι προβλεπόταν δυνάμει του νόμου της 30ής Αυγούστου 2002 για την αναδιάρθρωση ορισμένων εταιρικών οφειλών έναντι του δημοσίου (εφεξής «νόμος της 30ής Αυγούστου 2002») (19). Ο συγκεκριμένος νόμος καθιστούσε εφικτή την αναδιάρθρωση, μέσω διαγραφής, των υποχρεώσεων δημοσίου δικαίου ορισμένων εταιρειών με οικονομικές δυσκολίες. Η ενδιαφερόμενη εταιρεία έπρεπε να υποβάλει αίτηση και σχέδιο αναδιάρθρωσης σε κάθε δημόσια αρχή της οποίας οι πιστώσεις επρόκειτο να αναδιαρθρωθούν (εφεξής «αρχή αναδιάρθρωσης»). |
|
(27) |
Η αρχή αναδιάρθρωσης, εφόσον κατέληγε στο συμπέρασμα ότι προτεινόμενο σχέδιο αναδιάρθρωσης θα μπορούσε να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, εξέδιδε «απόφαση για τους όρους αναδιάρθρωσης», παραθέτοντας τις υποχρεώσεις προς αναδιάρθρωση. Εάν η εταιρεία εκπλήρωνε όλους του όρους που επιβάλλονταν από την απόφαση, π.χ. κατέβαλε ένα τέλος αναδιάρθρωσης, υπέβαλε σχέδιο αναδιάρθρωσης και δεν είχε άλλες εκκρεμείς υποχρεώσεις, η αρχή αναδιάρθρωσης όφειλε να εκδώσει «τελική» απόφαση για τη διαγραφή των υποχρεώσεων που απαριθμούνταν στην απόφαση για τους όρους αναδιάρθρωσης (η «απόφαση για την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης»). |
|
(28) |
Η τελική αυτή απόφαση μπορούσε, ωστόσο, να εκδοθεί ένα χρόνο το νωρίτερο μετά την έκδοση της απόφασης για τους όρους αναδιάρθρωσης και έπρεπε να εγκριθεί από τον πρόεδρο της υπηρεσίας ανταγωνισμού και προστασίας των καταναλωτών (η πολωνική αρχή ανταγωνισμού, εφεξής «UOKiK») ως προς το συμβιβάσιμο των διαγραφών προς τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων. Κατά το διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης για τους όρους αναδιάρθρωσης και πριν από την έκδοση της απόφασης για την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης, οι επιχειρήσεις όφειλαν να εγγράψουν τις μελλοντικές διαγραφές ως εκκρεμείς υποχρεώσεις. Επιπλέον, συσσωρεύονταν οι τόκοι υπερημερίας. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η συγκεκριμένη συλλογιστική αποσκοπούσε στη διαγραφή χρεών μόνον εφόσον τεκμηριωνόταν ότι η εταιρεία εφάρμοζε πραγματικά πρόγραμμα αναδιάρθρωσης. |
|
(29) |
Η Επιτροπή ενημερώθηκε ότι το ZUS, η δημοτική αρχή του Sosnowiec και η εφορία δεν είχαν προβεί σε διαγραφή των απαιτήσεών τους. |
|
(30) |
Τα σχέδια για τη διαγραφή των χρεών της TB έναντι της δημοτικής αρχής του Sosnowiec (υποχρέωση φόρου ακινήτου ύψους 2 964 000 PLN) απορρίφθηκαν από την UOKiK διότι η αίτηση υποβλήθηκε μετά την 31η Δεκεμβρίου 2003, ενώ το πρωτόκολλο αριθ. 8 απαγόρευε τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης σε χαλυβουργικές εταιρείες μετά την παρέλευση αυτής της ημερομηνίας. Επομένως, στις 28 Απριλίου 2004 η UOKiK δήλωσε ότι η σχεδιαζόμενη διαγραφή δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί καθώς αυτό αντέκειτο στις διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 8. Για τους ίδιους λόγους, στις 6 Φεβρουαρίου 2004, η UOKiK εξέδωσε αρνητική γνώμη σχετικά με τη σχεδιαζόμενη διαγραφή των χρεών της TB έναντι του PFRON. |
|
(31) |
Η αίτηση της TB για διαγραφή των χρεών της έναντι της εφορίας (163 000 PLN) απορρίφθηκε από την εφορία. Σύμφωνα με το νόμο της 30ής Αυγούστου 2002, κάτι τέτοιο μπορούσε να συμβεί μόνον εφόσον η εταιρεία δεν κατέβαλε το «τέλος αναδιάρθρωσης» (ίσο με το 15 % της αξίας των προς διαγραφή χρεών) ή εφόσον η εταιρεία είχε άλλες εκκρεμείς υποχρεώσεις έναντι της εφορίας. |
|
(32) |
Τέλος, όπως υποδεικνύεται από το επιχειρηματικό σχέδιο του 2005, η αναδιάρθρωση του χρέους έναντι του ZUS (265 000 PLN ) απέτυχε για χρηματοπιστωτικούς λόγους. Όπως επεξηγήθηκε παραπάνω (αιτιολογική σκέψη 26), για τη διαγραφή χρεών δυνάμει του νόμου της 30ής Αυγούστου 2002, η επιχείρηση όφειλε να είχε εξοφλήσει, ή να είχε προγραμματίσει την εξόφληση όλων των δημόσιων μη αναδιαρθρώσιμων υποχρεώσεών της δυνάμει του νόμου της 30ής Αυγούστου 2002. Για το λόγο αυτό, το ΕΣ 2002 περιείχε την υπόθεση ότι το χρέος των 6 420 000 PLN θα εξοφλούνταν σε δόσεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η TB είτε δεν κατέληξε σε συμφωνία με το ZUS σχετικά με την εξόφληση σε δόσεις είτε ότι το ZUS εξέδωσε σχετική απόφαση προς την οποία, όμως, δεν συμμορφώθηκε η TB. |
β) Αύξηση του χρέους
|
(33) |
Μεταξύ του 2001 και του 2006, επήλθε συσσώρευση των δημόσιων υποχρεώσεων της TB έναντι του ZUS, της δημοτικής αρχής του Sosnowiec, της εφορίας και του PFRON. Το χρέος άρχισε να αυξάνεται το 2001, συνεχίζοντας σταθερά την ανοδική του πορεία μέχρι το Δεκέμβριο του 2002. Μετά από μια σύντομη υποχώρηση, συνέχισε να αυξάνεται μεταξύ του Φεβρουαρίου 2002 και του Νοεμβρίου 2003. Μόνο κατά το διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 2003 και Οκτωβρίου 2004 ήταν η εταιρεία σε θέση να εξυπηρετήσει το χρέος της, πιθανότατα με σκοπό να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις διαγραφής χρεών που ορίζονται στο νόμο της 30ής Αυγούστου 2002. Εντούτοις, από τον Νοέμβριο του 2004 οι υποχρεώσεις της εταιρείας άρχισαν ξανά να αυξάνονται. |
|
(34) |
Λόγω της αδυναμίας της να εξασφαλίσει διαγραφές, οι εκκρεμείς υποχρεώσεις της TB είχαν ανέλθει μέχρι το φθινόπωρο του 2004 στα 20 εκατομμύρια PLN περίπου. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην 4η έκθεση παρακολούθησης της Πολωνίας για το 2004, με ημερομηνία 8 Μαρτίου 2005, η οποία περιείχε μια λεπτομερή ανάλυση των ακόλουθων εκκρεμών υποχρεώσεων: Πίνακας 2 Υποχρεώσεις της TB σύμφωνα με την έκθεση παρακολούθησης της Πολωνίας του Μαρτίου 2005
|
|
(35) |
Αντιστοίχως, μέχρι τα τέλη του 2004, οι υποχρεώσεις της TB έναντι δημόσιων πιστωτών ανερχόταν σε περίπου 20 εκατομμύρια PLN. Οι πολωνικές αρχές επεσήμαναν ότι το 2004 η TB κατόρθωσε να εξοφλήσει περίπου 5 εκατομμύρια PLN (1,2 εκατομμύρια PLN στη ZUS και 3,8 εκατομμύρια PLN στη δημοτική αρχή) τα οποία προήλθαν από την εκποίηση αδρανών στοιχείων ενεργητικού. Παρά το γεγονός αυτό, η έκθεση υπέδειξε ότι το χρέος άρχισε ξανά να συσσωρεύεται μετά τον Ιανουάριο του 2004 και μέχρι τον Ιανουάριο του 2005 ανερχόταν σε 21,1 εκατομμύρια PLN. |
|
(36) |
Οι πολωνικές αρχές διόρθωσαν επακολούθως το ποσό στα 20,761 εκατομμύρια PLN στα τέλη του 2004. Μέχρι την 31η Μαρτίου 2005, είχε αυξηθεί στα 22,43 εκατομμύρια PLN και μέχρι την 30ή Ιουνίου 2005 στα 22,91 εκατομμύρια PLN. Έκτοτε, η επιχείρηση κατόρθωσε προφανώς να εκποιήσει κάποια στοιχεία ενεργητικού και μέχρι τα τέλη του 2005 μείωσε το χρέος στα 20,87 PLN. Εντούτοις στα τέλη του 2006, το χρέος αυξήθηκε ξανά στα 22,11 εκατομμύρια PLN, για να ανέλθει στα 22,67 εκατομμύρια PLN τον Αύγουστο του 2006, οπότε η εταιρεία κηρύχθηκε υπό πτώχευση. |
|
(37) |
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που τέθηκαν στη διάθεση της Επιτροπής, η TB δεν υπέβαλε πλήρες σχέδιο αναδιάρθρωσης το 2004 με σκοπό την αναδιάρθρωση του χρέους. |
|
(38) |
Ως πιστωτές, οι δημόσιες αρχές προέβησαν σε ενέργειες για την αναγκαστική εκτέλεση των απαιτήσεών τους, σύμφωνα με τη νομοθεσία. Για παράδειγμα, η δημοτική αρχή του Sosnowiec και το ZUS πάγωσαν τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας προκειμένου να επιτύχουν αναγκαστική εκτέλεση των απαιτήσεών τους. Εντούτοις η ενέργεια αυτή δεν απέβη αποτελεσματική καθώς όλα τα κεφάλαια των λογαριασμών είναι δεσμευμένα για την πληρωμή μισθών. |
|
(39) |
Ως εκ τούτου, οι εκκρεμείς υποχρεώσεις εισπράττονται κυρίως μέσω καταλογισμού τους στα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία και μέσω της απόκτησης ισοβίου επικαρπίας. Επιπλέον, η δημοτική αρχή πέτυχε προφανώς τη μεταβίβαση αρκετών περιουσιακών στοιχείων δυνάμει του άρθρου 66 του φορολογικού νομοθετικού διατάγματος. |
|
(40) |
Ειδικότερα, η αναγκαστική είσπραξη των υποχρεώσεων έναντι του ZUS πραγματοποιήθηκε μέσω απόκτησης υποθήκης αξίας 25 εκατομμυρίων PLN. Το ZUS έχει δικαιώματα υποθήκης επί παραγωγικών στοιχείων ενεργητικού αξίας περίπου 12 εκατομμυρίων PLN, εκ των οποίων τα 9,5 εκατομμύρια PLN αποτελούν υποθήκες πρώτης τάξεως (σε αυτές περιλαμβάνεται μια πρώτης τάξεως υποθήκη επί της γραμμής συγκόλλησης W-3, αξίας άνω των 7 εκατομμυρίων PLN). |
|
(41) |
Το Μάιο του 2007, ο αποδέκτης δημοσίευσε την κατάσταση των αναγνωρισμένων υποχρεώσεων της πτωχεύσασας TB οι οποίες ανέρχονταν συνολικά σε 63 εκατομμύρια PLN. Το ποσό αυτό περιλαμβάνει υποχρεώσεις δημοσίου δικαίου, με κύριο πιστωτή την EF, η υποχρέωση έναντι της οποίας ανέρχεται σε 35,9 εκατομμύρια PLN. |
γ) Επενδύσεις
|
(42) |
Η TB δεν εφάρμοσε πλήρως το επενδυτικό της πρόγραμμα ύψους 25 εκατομμυρίων PLN, όπως προβλεπόταν, αλλά διέθεσε περίπου 10 εκατομμύρια PLN σε επενδύσεις και δέσμευσε ορισμένα συμπληρωματικά ποσά για σκοπούς Ε&Α. |
|
(43) |
Η TB προέβη σε κάποιες επενδύσεις βάσει του ΕΣ της. Το 2003 και το 2004 οι επενδύσεις επικεντρώθηκαν στην ανάπτυξη της παραγωγής σωλήνων για εφαρμογές στην αυτοκινητοβιομηχανία. Το 2003, τέθηκε σε λειτουργία μια γραμμή για τη συγκόλληση σωλήνων με επίστρωση αλουμινίου (3 207 000 PLN) και το 2004 μια γραμμή κοπής για την κατασκευή κοντών σωλήνων (733 000 PLN). Επιπλέον, εκσυγχρονίστηκαν οι υφιστάμενες γραμμές συγκόλλησης (1 063 000 PLN) και ορισμένα κτίσματα (1 379 000 PLN, περιλαμβανομένου ενός συστήματος θέρμανσης) απαραίτητα για τον κλάδο των αυτοκινήτων. Συνολικά, επενδύθηκαν 6,383 εκατομμύρια PLN στην αυτοκινητοβιομηχανία κατά την περίοδο 2002-2005. Οι πολωνικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι όλες οι επενδύσεις αφορούν στοιχεία ενεργητικού που είχαν εν τω μεταξύ εκμισθωθεί στην BA (20). |
|
(44) |
Περίπου 3,5 εκατομμύρια PLN προορίζονταν για άλλες επενδύσεις σε συστήματα ΤΠ, αγορές άλλων κεφαλαιουχικών αγαθών και άλλα σχέδια (21). |
|
(45) |
Προβλέφθηκαν επίσης επιπλέον 12 έως 13 εκατομμύρια PLN για το 2005 και το 2006, περιλαμβανομένης της έναρξης της παραγωγής στοιχείων σωλήνων από χρώμιο, με μια νέα γραμμή συγκόλλησης που επρόκειτο να αγοραστεί το 2006 (περίπου 6 000 000 PLN). Εξ όσων γνωρίζει η Επιτροπή, η γραμμή αυτή δεν κατασκευάστηκε. |
δ) Συνολικές επιδόσεις της εταιρείας
|
(46) |
Η TB δεν έχει ξεπεράσει τις οικονομικές της δυσκολίες και δεν έχει λάβει τραπεζικά δάνεια. |
|
(47) |
Καθ' όλη την περίοδο αναδιάρθρωσης, η TB δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει χρηματοπιστωτική στήριξη από πιστωτές και τοπικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (22). Μάλιστα, από το 2003 η τράπεζά της περιόρισε τις πιστωτικές της διευκολύνσεις. Η κατάσταση αυτή δεν επιλύθηκε παρά μόνο με την παρέμβαση ενός χρηματοπιστωτικού επενδυτή, της GFR, η οποία ανέλαβε σημαντικό τμήμα των υποχρεώσεων της ΤΒ υπό μορφή μακροπρόθεσμων δανείων. Παρά το γεγονός αυτό, μέχρι το 2004 η TB αδυνατούσε για ακόμη μια φορά να εξασφαλίσει τραπεζικές πιστώσεις (23). |
|
(48) |
Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αναδιάρθρωσης η TB δεν κατόρθωσε να επιτύχει κερδοφορία, παρά τις ιδιαιτέρως θετικές τάσεις της αγοράς. |
|
(49) |
Σύμφωνα με τις ανεξάρτητες εκθέσεις παρακολούθησης, το 2003 οι πωλήσεις της TB, οι οποίες ανέρχονταν σε μόλις 30 χιλιάδες τόνους (24), υπολειπόταν κατά πολύ του στόχου των 48 χιλιάδων τόνων σωλήνων. Μια επιπλέον πηγή προβλημάτων ήταν οι δασμοί που είχαν επιβληθεί στη βασική της πρώτη ύλη, τις πλατιές ταινίες θερμής έλασης, καθώς και μια ανεπιτυχής τιμολογιακή πολιτική η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των εσόδων. Ως εκ τούτου, το 2004 έκλεισε με το λειτουργικό περιθώριο της τάξης των 5 εκατομμυρίων PLN να κυμαίνεται σε αρνητικά επίπεδα (ο κύκλος εργασιών ανήλθε σε 92 εκατομμύρια PLN) και κατ' επέκταση η εταιρεία δεν πέρασε επιτυχώς τη δοκιμή βιωσιμότητας της Επιτροπής. Στην ανεξάρτητη έκθεσή του για το 2004, ο ανεξάρτητος σύμβουλος της Επιτροπής κατέληξε ότι η TB «μολονότι είναι αφερέγγυα, επιδεικνύει οικονομική δραστηριότητα» (25). |
|
(50) |
Το 2004, η 3η έκθεση παρακολούθησης της Πολωνίας το Σεπτέμβριο του 2004 υπέδειξε επίσης ότι η TB είχε χαμηλή χρηματοοικονομική ρευστότητα και ότι το χρηματοπιστωτικό της πλεόνασμα δεν μπορούσε να καλύψει την εξόφληση των έντοκων δόσεων του δανείου, γεγονός που σήμαινε ότι διέτρεχε υψηλό κίνδυνο υπερημερίας/αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της (26). Η 4η έκθεση της Πολωνίας για το 2004 περιείχε λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις εκκρεμείς υποχρεώσεις (βλ. αιτιολογική σκέψη 34 ανωτέρω) και υπέδειξε ότι η εταιρεία δεν είχε λάβει στήριξη από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, δεν είχε εφαρμόσει τις σχεδιαζόμενες περικοπές προσωπικού ούτε είχε επιτύχει τα προβλεφθέντα επίπεδα παραγωγικότητας. Όσον αφορά την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, κατέληγε ότι «από όλες τις εταιρείες του ομίλου, η Technologie Buczek Sp. z o.o. διέτρεχε το μεγαλύτερο κίνδυνο απώλειας της χρηματοοικονομικής της ρευστότητας. Ο κίνδυνος αυτός δεν μετριάστηκε από τα καθαρά κέρδη της επιχειρηματικής δραστηριότητας, διότι δεν προέκυψαν επιπρόσθετα έσοδα. […] Η ύπαρξη του κινδύνου κατέστη προφανής και από τα υψηλά επίπεδα χρηματοδότησης του ενεργητικού μέσω υποχρεώσεων, περιλαμβανομένου ενός σημαντικού αριθμού ανεκπλήρωτων υποχρεώσεων έναντι δημόσιων φορών. Η κατάσταση αυτή λειτουργούσε αποτρεπτικά για την πραγματοποίηση επενδύσεων στην εταιρεία, όπως αποδεικνύεται από την αδυναμία της να εξασφαλίσει τραπεζικά δάνεια». |
|
(51) |
Η άποψη της πολωνικής πλευράς επιβεβαιώθηκε από την ανεξάρτητη έκθεση παρακολούθησης του Μαΐου 2005 (27). Σύμφωνα με αυτήν, το 2004, παρά την ανάκαμψη της αγοράς χάλυβα και την άνοδο των τιμών χάλυβα (30 % άνω των προβλέψεων), η TB κατέγραψε αρνητικό λειτουργικό περιθώριο και οι πωλήσεις της υπολείπονταν κατά 20 % των προβλέψεων. Συνεπώς, ο σύμβουλος κατέληξε ότι, «βάσει των επιδόσεων της εταιρείας το 2003 και το 2004, η βιωσιμότητά της μέχρι τα τέλη του 2006 ήταν αμφίβολη» (28). |
|
(52) |
Το Σεπτέμβριο του 2005, η 5η έκθεση της Πολωνίας επιβεβαίωσε ότι η ΤΒ είχε απολέσει τη χρηματοοικονομική της ρευστότητα, γεγονός το οποίο η έκθεση απέδωσε στο διαχωρισμό των δραστηριοτήτων έλασης (29). |
ε) Αλλαγές στρατηγικής
|
(53) |
Η TB άλλαξε αρκετές φορές τη διαχειριστική και επιχειρηματική της στρατηγική. |
|
(54) |
Η TB επεχείρησε να εφαρμόσει διάφορες διαρθρωτικές αλλαγές. Το διοικητικό συμβούλιο απαλλάχθηκε αρκετές φορές των καθηκόντων του, το 2003, το 2005 (Φεβρουάριος και Οκτώβριος) και το 2006. |
|
(55) |
Στα τέλη του 2003, το Σεπτέμβριο του 2005 και στις αρχές του 2006, η TB τροποποίησε τη στρατηγική αναδιάρθρωσής της. Στο ΕΣ του 2005 περιλαμβάνεται μια σαφής αλλαγή στρατηγικής με τον περιορισμό των δραστηριοτήτων της TB στην παραγωγή χαλύβδινων σωλήνων επιστρωμένων με αλουμίνιο και σωλήνων από επιχρωμιωμένο χάλυβα. Για το σκοπό αυτόν, το εργατικό δυναμικό επρόκειτο να μειωθεί στους 267 υπαλλήλους. Το επικαιροποιημένο ΕΣ επέβαλε σαφώς στην TB την υποχρέωση παύσης της παραγωγής των μη επικερδών σωλήνων υψηλής κραμάτωσης και των συγκολλημένων σωλήνων. Η εταιρεία διέκοψε επίσης την παραγωγή συγκολλημένων σωλήνων από ταινίες θερμής έλασης. |
|
(56) |
Όπως υποδεικνύεται από την Πολωνία σε μια επιστολή τής 14ης Φεβρουαρίου 2006, ήδη από το 2006 η TB σκόπευε να διακόψει τις παραγωγικές της δραστηριότητες το 2007 και να συνεχίσει ως αποκλειστικά διαχειριστική εταιρεία. Σχεδίαζε να συστήσει μια καινούργια εταιρεία με σκοπό να καταλάβει ηγετική θέση στην εξειδικευμένη παραγωγή σωλήνων αλουμινίου και χρωμίου στην πολωνική βιομηχανία μηχανοκίνητων οχημάτων. Για το σκοπό αυτό, θα συστηνόταν νέα εταιρεία καθώς «η συνεχιζόμενη αναδιάρθρωση του ενεργητικού και της οικονομικής κατάστασης της TB […] εμπόδιζε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την εξόφληση των καθυστερούμενων οφειλών του προϋπολογισμού και την εξασφάλιση πιστώσεων για την εξεύρεση πρόσβασης σε λιγότερο δαπανηρές πηγές χρηματοδότησης» (30). Η νέα εταιρεία θα χρησιμοποιούσε τις γραμμές συγκόλλησης W-4 και W-2, μισθώνοντάς τες από την TB, ενώ το σύνολο του εργατικού δυναμικού θα μεταφερόταν σε αυτήν (εκτός από μερικούς εργαζόμενους που θα παρέμεναν για να αναλάβουν τη διαχείριση της TB). Η απαιτούμενη υποδομή προήλθε σαφώς από το διαχωρισμό των στοιχείων ενεργητικού της TB. Τα υπόλοιπα μηχανήματα συγκόλλησης επρόκειτο να πωληθούν για λόγους αναδιάρθρωσης ενεργητικού. Δεδομένου ότι η παραγωγή επρόκειτο να διακοπεί μέχρι τα τέλη του 2006, η Επιτροπή εκτιμά ότι η νέα στρατηγική αναδιάρθρωσης συνεπαγόταν εκ των πραγμάτων την εκκαθάριση της TB. |
|
(57) |
Έκτοτε, η TB κατέθεσε αίτηση πτώχευσης (15 Σεπτεμβρίου 2006). Στον υπό πτώχευση όμιλο TB επιτράπηκε η συνέχιση των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, οι οποίες συνίστανται πλέον στην εκμίσθωση περιουσιακών στοιχείων στις θυγατρικές του. Ο σύνδικος πτώχευσης σχεδιάζει να πωλήσει τα οργανωμένα τμήματα της επιχείρησης και μέχρι τότε να συνεχίσει τις δραστηριότητες εκμίσθωσης. |
στ) Εταιρική αναδιάρθρωση
|
(58) |
Η TB προέβη σε αναδιάρθρωση του ομίλου της και διαχώρισε δύο επικερδείς δραστηριότητες, την παραγωγή κυλίνδρων (HB) και την παραγωγή σωλήνων από αλουμίνιο και χρώμιο (BA) (βλ. αιτιολογική σκέψη 14 ανωτέρω). |
|
(59) |
Οι δραστηριότητες παραγωγής κυλίνδρων της TB δεν θεωρήθηκαν ποτέ ότι εντάσσονται στις βασικές τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Από το 2002, στο ΕΣ υποδεικνυόταν ότι δεν ήταν σκόπιμο να γίνουν περαιτέρω επενδύσεις στην HB και ότι αυτή θα έπρεπε να διαχωριστεί. |
|
(60) |
Η HB συστάθηκε τον Δεκέμβριο του 2004 με αρχικό κεφάλαιο 100 000 PLN. Το επόμενο έτος η αξία της αυξήθηκε στα 14 911 600 PLN μέσω εισφοράς κεφαλαίου ύψους 3 330 900 PLN στις 17 Ιανουαρίου 2005, 3 850 000 PLN και 1 830 700 PLN το Φεβρουάριο/Μάρτιο και το Νοέμβριο του 2005 αντιστοίχως, και μέσω εισφοράς άυλων περιουσιακών στοιχείων αξίας 5 800 000 PLN στις 13 Ιουλίου 2006. |
|
(61) |
Κατά την ελβετική μέθοδο, η συνολική αξία της HB εκτιμήθηκε στα 38 εκατομμύρια PLN, όπερ σημαίνει ότι η αγοραία αξία της είναι κατά πολύ υψηλότερη του μετοχικού της κεφαλαίου των 14,9 εκατομμυρίων PLN. Ως εκ τούτου, η HB καταγράφει κέρδη και δεν έχει εκκρεμείς υποχρεώσεις έναντι δημόσιων φορέων. Την περίοδο Ιουνίου/Ιουλίου 2005, η HB προέβη αντί 9 450 013 PLN στην αγορά ακινήτων και μηχανημάτων από την TB η αξία των οποίων εκτιμάται στα 10 430 194 PLN. Οι υποθήκες επί των στοιχείων ενεργητικού της ΤΒ εξακολουθούν να υπάρχουν και, σύμφωνα με την πολωνική νομοθεσία (άρθρο 112 του φορολογικού νόμου), η HB κατέστη συνοφειλέτης της TB εις ολόκληρο για ορισμένες από τις υποχρεώσεις της TB έναντι του ZUS. |
|
(62) |
Το 2005 οι δραστηριότητες κατασκευής σωλήνων αλουμινίου και χρωμίου ανατέθηκαν στη BA. Για το σκοπό αυτό, το εργατικό δυναμικό της TB μετατέθηκε στη BA και, τον Ιούλιο του 2006, πραγματοποιήθηκε αύξηση κεφαλαίου της επιχείρησης ύψους 1 550 000 PLN. Η BA μισθώνει παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία από την ΤΒ για τον κλάδο των εξατμίσεων αυτοκινήτων (περιλαμβανομένων των γραμμών συγκόλλησης W2 και W4 και μιας γραμμής κοπής). Βάσει της μισθωτήριας σύμβασης απεριορίστου διάρκειας, η BA καταβάλλει μηνιαίως 258 000 PLN + ΦΠΑ. Από τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η ΒΑ αποκομίζει κέρδη από τις επενδύσεις της στα περιουσιακά στοιχεία της ΤΒ. Η 7η έκθεση της Πολωνίας επιβεβαιώνει ότι η TB μετέφερε παραγωγική ικανότητα 20 χιλιάδων τόνων στη BA (31). |
|
(63) |
Το Φεβρουάριο του 2004, η EF σύναψε με την ΤΒ σύμβαση ανάληψης υποχρεώσεων και εγγράφηκαν υποθήκες επί των μετοχών της HB και της BA ούτως ώστε να διασφαλιστεί η τήρηση της σύμβασης. Κατ' αυτόν τον τρόπο η EF κατέστη ο κύριος πιστωτής της TB. Καθώς η EF ήταν μέτοχος, μόνο, της GFR, οι απαιτήσεις της EF δεν θεωρούνται ότι συνιστούν κεφαλαιουχική επένδυση στην TB. |
|
(64) |
Η TB είναι επί του παρόντος κάτοχος του 51,2 % των μετοχών της BA. Οι υπόλοιπες μετοχές της ΒΑ περιήλθαν στην κυριότητα της EF κατόπιν αναγκαστικής εκποίησης στις 20 Ιουλίου 2006 για τη διευθέτηση της οφειλής. Πραγματοποιήθηκε διακανονισμός στην ονομαστική αξία των μετοχών (7,2 εκατομμύρια PLN). |
|
(65) |
Ως πιστωτής, η EF υπέβαλε στο σύνδικο αίτημα εξαίρεσης του 48,8 % των μετοχών της HB από τη διαδικασία πτώχευσης. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, ωστόσο, με δικαστική απόφαση το Σεπτέμβριο του 2006. |
III. ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
|
(66) |
Στην απόφασή της για κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η αναδιάρθρωση της TB ήταν ασυμβίβαστη με το πρωτόκολλο αριθ. 8 και έθεσε τρία ζητήματα:
|
|
(67) |
Η Επιτροπή επεσήμανε ότι ως αποδέκτη θεωρούσε ολόκληρο τον όμιλο. |
IV. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ
|
(68) |
Εν πρώτοις, οι πολωνικές αρχές διαφωνούν με την καταχρηστική χορήγηση της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης. Η Πολωνία υποστηρίζει ότι η ενίσχυση δεν ήταν στο σύνολό της ενίσχυση αναδιάρθρωσης.
|
|
(69) |
Κατά δεύτερο λόγο, οι πολωνικές αρχές διαβίβασαν κάποιες διευκρινίσεις των ενδιαφερόμενων θεσμικών πιστωτών, του ZUS, της δημοτικής αρχής του Sosnowiec και του PFRON σχετικά με την προσφυγή τους σε μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτως ώστε να επισημανθεί ότι ενήργησαν ως ιδιώτες πιστωτές.
|
|
(70) |
Κατά τρίτον, η Πολωνία απάντησε στις επιφυλάξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά την ενίσχυση για αναδιάρθρωση απασχόλησης μετά το 2003. Διευκρίνισε ότι ο νόμος (αναδιάρθρωσης) της 24ης Αυγούστου 2001 για τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα είχε τροποποιηθεί το Δεκέμβριο του 2003 ούτως ώστε η ενίσχυση να διατεθεί αποκλειστικά για τους απολυμένους εργαζόμενους. Οι χαλυβουργίες είχαν χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο ως ενδιάμεσοι για τη μεταφορά κεφαλαίων (βλ. αιτιολογική σκέψη 20 ανωτέρω). |
|
(71) |
Τέλος, οι πολωνικές αρχές διατηρούν την άποψη ότι στις θυγατρικές της TB μπορούν να αποδοθούν ευθύνες μόνον εφόσον αυτές όντως καρπώθηκαν την ενίσχυση. Υποστηρίζουν επίσης ότι οι εισφορές κεφαλαίου και στοιχείων ενεργητικού πραγματοποιήθηκαν κατά το δέοντα τρόπο. Οι πολωνικές αρχές επισημαίνουν επίσης ότι η HB δεν είναι παραγωγός χάλυβα και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπάγεται στις διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 8. |
V. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
1. Εφαρμοστέο δίκαιο
|
(72) |
Στο σημείο 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 8 αναφέρεται ότι «κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ, οι κρατικές ενισχύσεις που χορηγεί η Πολωνία για την αναδιάρθρωση συγκεκριμένων τομέων της πολωνικής χαλυβουργίας θεωρούνται συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά» εφόσον, μεταξύ άλλων, ικανοποιούνται οι όροι που τίθενται στο πρωτόκολλο. |
|
(73) |
Η περίοδος χάριτος για τη χορήγηση ενίσχυσης αναδιάρθρωσης στην πολωνική χαλυβουργία στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συμφωνίας παρατάθηκε από το Συμβούλιο μέχρι την προσχώρηση της Πολωνίας στην ΕΕ. Η ρύθμιση αυτή συμπεριλήφθηκε στο πρωτόκολλο αριθ. 8 της συνθήκης προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το σκοπό αυτό, το πρωτόκολλο αριθ. 8 περιλαμβάνει το χρονικό πλαίσιο πριν και μετά την προσχώρηση της Πολωνίας στην ΕΕ. Ακριβέστερα, επιτρέπει περιορισμένη ενίσχυση αναδιάρθρωσης κατά την περίοδο 1997-2003 και απαγορεύει τη συνέχιση των κρατικών ενισχύσεων αναδιάρθρωσης προς την πολωνική χαλυβουργία κατά την περίοδο 1997-2006. Στο πλαίσιο αυτό, διαφέρει σαφώς από άλλες διατάξεις της συνθήκης προσχώρησης, όπως ο προσωρινός μηχανισμός που θεσπίζεται στο παράρτημα IV (η λεγόμενη «διαδικασία υφιστάμενων ενισχύσεων»), ο οποίος αφορά αποκλειστικά τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την προσχώρηση στο βαθμό που «εφαρμόζονται ακόμη έπειτα» από την ημερομηνία της προσχώρησης. Το πρωτόκολλο αριθ. 8 μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ως lex specialis ο οποίος, στο πεδίο εφαρμογής του, υπερισχύει οιασδήποτε άλλης διάταξης της συνθήκης προσχώρησης (32). |
|
(74) |
Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι το πεδίο εφαρμογής του πολωνικού ΕΠΑ και του πρωτοκόλλου αριθ. 8 δεν περιορίζεται στο πεδίο εφαρμογής του παραρτήματος 1 της συνθήκης ΕΚΑΧ. Αντιθέτως, το πρωτόκολλο αριθ. 8 καλύπτει επίσης ορισμένους χαλυβουργικούς τομείς που δεν καλύπτονται από την συνθήκη ΕΚΑΧ (33), ιδίως σωλήνες και μεγάλους συγκολλημένους σωλήνες. Η διαπίστωση αυτή ευθυγραμμίζεται με τον ορισμό του χάλυβα σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις (34), οι οποίοι ίσχυαν όταν τέθηκε σε ισχύ το πρωτόκολλο αριθ. 8 και προκύπτει, πρωτίστως, από το πεδίο εφαρμογής του ΕΠΑ, το οποίο εφαρμόζει το πρωτόκολλο αριθ. 8. Στην πράξη, οι μισοί από τους αποδέκτες στο πλαίσιο του τελευταίου ΕΠΑ είναι παραγωγοί σωλήνων, συγκεκριμένα οι Huta Andrzej S.A. (υπό πτώχευση), η Huta Batory S.A. (υπό πτώχευση), η Huta Pokój, θυγατρική της Mittal Steel Poland (πρώην PHS) και η TB. Ως εκ τούτου, το πρωτόκολλο αριθ. 8 ισχύει και για παραγωγούς σωλήνων, ιδίως για την TB. |
|
(75) |
Κατά συνέπεια, μολονότι τα άρθρα 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ κανονικά δεν θα είχαν εφαρμογή για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την προσχώρηση και οι οποίες δεν εφαρμόζονται μετά από την προσχώρηση, οι διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 8 επεκτείνουν τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚ σε οιαδήποτε ενίσχυση χορηγήθηκε για την αναδιάρθρωση της πολωνικής χαλυβουργίας κατά την περίοδο 1997-2006. |
|
(76) |
Μετά την προσχώρηση της Πολωνίας μπορούν να λαμβάνονται αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 2 ΣΕΚ διότι, ελλείψει ειδικών διατάξεων στο πρωτόκολλο 8, ισχύουν οι συνήθεις κανόνες και αρχές. Συνεπώς, ισχύει επίσης ο κανονισμός αριθ. 659/1999 ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (στο εξής «διαδικαστικός κανονισμός») (35). |
2. Ύπαρξη ενίσχυσης
|
(77) |
Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της ΣΕΚ, κρατική ενίσχυση είναι οποιαδήποτε ενίσχυση χορηγείται από τα κράτη μέλη ή μέσω κρατικών πόρων υπό οποιαδήποτε μορφή, η οποία προκαλεί ή απειλεί να προκαλέσει στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό μέσω της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων, και είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζει τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές. |
|
(78) |
Στην Πολωνία επετράπη δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 8 να χορηγήσει ενίσχυση αναδιάρθρωσης στην TB προκειμένου αυτή να εφαρμόσει το σχέδιο αναδιάρθρωσής της. |
|
(79) |
Εντούτοις, η χορήγηση ενίσχυσης περιορίστηκε από μια περίοδο χάριτος η οποία έληξε στα τέλη του 2003. Έκτοτε, η Πολωνία δεν μπορούσε πλέον να χορηγήσει ενίσχυση αναδιάρθρωσης δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 8. Οποιαδήποτε ενίσχυση θα συνιστούσε παράβαση του σημείου 18 στοιχείο γ) του πρωτοκόλλου αριθ. 8 το οποίο απαγορεύει τη χορήγηση συμπληρωματικής ενίσχυσης στη χαλυβουργία και στις δικαιούχους εταιρείες που υποδεικνύονται ιδίως στο πρωτόκολλο. |
|
(80) |
Κατά παρέκκλιση από τα παραπάνω, οι πολωνικές αρχές συνέχισαν τη χορήγηση πιστώσεων ή παρέτειναν την αποπληρωμή ανεξόφλητων πιστώσεων προς την TB μετά το 2003, γεγονός που συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της ΣΕΚ. |
|
(81) |
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 87 παράγραφος 1 της ΣΕΚ καλύπτει παρεμβάσεις υπό διάφορες μορφές, οι οποίες μειώνουν τις συνήθεις δαπάνες μιας επιχείρησης και οι οποίες προσομοιάζουν σε επιχορηγήσεις ως προς τη φύση και τα αποτελέσματά τους, χωρίς ωστόσο να συνιστούν επιχορηγήσεις υπό τη στενή έννοια του όρου. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένως σε περιπτώσεις όπου ένας δημόσιος φορέας αρμόδιος για την είσπραξη εισφορών κοινωνικής ασφάλισης ανέχεται την μη καταβολή ή την καθυστερημένη καταβολή των εισφορών, καθώς η στάση αυτή παρέχει αδιαμφισβήτητα στον αποδέκτη σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μειώνοντας, για τη συγκεκριμένη εταιρεία, το φόρτο που συνδέεται με τη συνήθη λειτουργία του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων (36). Αντί για την αναβολή των πληρωμών, ο δημόσιος πιστωτής θα μπορούσε να είχε απαιτήσει την άμεση εξόφληση του συνολικού οφειλόμενου ποσού, προσφεύγοντας, εφόσον το έκρινε αναγκαίο, στην εγγραφή υποθήκης υπέρ του (37). |
|
(82) |
Για να τεκμηριώσει την ύπαρξη ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της ΣΕΚ, η Επιτροπή χρειάζεται να αποδείξει ότι οι δημόσιες αρχές ενήργησαν κατά τρόπο διαφορετικό από έναν υποθετικό ιδιώτη πιστωτή, ο οποίος βρίσκεται, στο μέτρο του εφικτού, στην ίδια κατάσταση έναντι του οφειλέτη του (38). |
|
(83) |
Ως προκαταρκτική παρατήρηση, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ύπαρξη προηγούμενης ενίσχυσης προς μια επιχείρηση δεν της επιτρέπει, βάσει της πάγιας ευρωπαϊκής νομολογίας, να εξετάσει την υπόθεση με το κριτήριο ενός υποθετικού ιδιώτη πιστωτή, δεδομένου ότι ένας ιδιώτης πιστωτής δεν θα είχε δεχθεί την αρχική παραγραφή και, άρα, κάτι τέτοιο δεν θα συνιστούσε ενίσχυση (39). Αυτό ισχύει ιδίως σε ένα σενάριο αναδιάρθρωσης, στο πλαίσιο του οποίου αμφότερα τα μέτρα εμπίπτουν εντός της περιόδου αναδιάρθρωσης. |
|
(84) |
Επίσης, η απουσία επικαιροποιημένου σχεδίου αναδιάρθρωσης καθιστά ανέφικτη την αξιολόγηση με το κριτήριο ενός υποθετικού ιδιώτη πιστωτή. Ομοίως σε αυτήν την περίπτωση, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας αναδιάρθρωσης, ένας πιστωτής σε μια οικονομία της αγοράς θα είχε ζητήσει μια περιεκτική επικαιροποίηση του αρχικού σχεδίου αναδιάρθρωσης. Κανένας ιδιώτης πιστωτής ή επενδυτής δεν θα είχε δεχθεί την αναδιάρθρωση χωρίς το σχετικό σχέδιο (40), όπως συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση. |
|
(85) |
Επιπλέον, ακόμη και βάσει ενός υποθετικού σχεδίου αναδιάρθρωσης, κανένας υποθετικός ιδιώτης πιστωτής δεν θα είχε συνάψει συμπληρωματική συμφωνία αναδιάρθρωσης. |
|
(86) |
Η Επιτροπή δεν διαφωνεί ότι η μη προσφυγή σε αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη των δημόσιων απαιτήσεων που ήταν επιλέξιμες για διαγραφή στο πλαίσιο του ΕΣ/ΕΠΑ ήταν δικαιολογημένη για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τον μηχανισμό που προβλέπεται στον νόμο της 30ής Αυγούστου 2002. Πράγματι, η αναγκαστική εκτέλεση για την εξόφληση υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση δυνάμει του νόμου της 30ής Αυγούστου 2002 απαγορευόταν ενόσω εκκρεμούσε η ολοκλήρωση των διαδικασιών αναδιάρθρωσης ή η διακοπή τους για λόγους που προβλέπει ο νόμος. Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι όσον αφορά τις επιπρόσθετες οφειλές που δεν ήταν υποκείμενες σε αναδιάρθρωση, οι πιστωτές ενδέχεται να προσδοκούσαν βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της TB ενόψει της σχεδιαζόμενης παραγραφής και, ως εκ τούτου, να είχαν δικαιολογημένα αναβάλει την αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη των απαιτήσεών τους μέχρι τη χορήγηση ενίσχυσης δυνάμει του νόμου της 30ής Αυγούστου 2002. |
|
(87) |
Εντούτοις, είναι προφανές ότι η αναδιάρθρωση βάσει του νόμου της 30ής Αυγούστου 2002 απέτυχε, τουλάχιστον εν μέρει λόγω της μη συμμόρφωσης προς το πρωτόκολλο αριθ. 8, όπως υποδείχθηκε στην αρνητική γνώμη που εξέδωσε η UOKiK (η πρώτη στις 6 Φεβρουαρίου 2004) και, εν μέρει, λόγω των οικονομικών προβλημάτων της εταιρείας τα οποία εμπόδιζαν την TB να συμμορφωθεί προς την εθνική νομοθεσία. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η αποτυχία της αναδιάρθρωσης θα πρέπει να είχε περιέλθει εις γνώση των βασικών δημόσιων πιστωτών όπως το ZUS, η δημοτική αρχή και η εφορία, καθώς όλοι συμμετείχαν στην αρχική αναδιάρθρωση οφειλών. Ομοίως, το PFRON θα έπρεπε να είχε αποκτήσει μια εικόνα της κατάστασης από τη γνωμοδότηση της UOKiK σχετικά με τις οφειλές της TB έναντι του PFRON. |
|
(88) |
Μετά την αποτυχία μιας πρώτης συμφωνίας αναδιάρθρωσης, αναμένεται από τους ιδιώτες επενδυτές να επιδείξουν ιδιαίτερη εγρήγορση και να υποβάλουν σε διεξοδικό έλεγχο την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη τους (41). Αντιστοίχως, από μια προσεκτική εξέταση του πλεονεκτήματος που απορρέει από μια αναδιάρθρωση χρέους, θα είχε διαπιστωθεί ότι το πιθανώς ανακτώμενο ποσό δεν θα ήταν μεγαλύτερο από τις απαιτήσεις των οποίων η είσπραξη θα ήταν εξασφαλισμένη στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης μιας επιχείρησης (42). Στην πράξη, μια νέα συμφωνία αναδιάρθρωσης θα απαιτούσε, σε κάθε περίπτωση, αναδιάρθρωση για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης και την αποφυγή της συσσώρευσης των εκκρεμών της υποχρεώσεων, κατά τρόπο ώστε ο πιστωτής να προσδοκά είσπραξη των απαιτήσεών του εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. |
|
(89) |
Στην περίπτωση της TB, η αποκατάσταση της βιωσιμότητάς της μέχρι τα τέλη του 2004 προέβαλε ιδιαίτερα αμφίβολη, δεδομένου του αρνητικού της λειτουργικού περιθωρίου καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου 2003-2004, όπως υποδεικνύεται στις αιτιολογικές σκέψεις 49 έως 51. Επιπλέον, ο κύκλος εργασιών της δεν επαρκούσε για την κάλυψη των δαπανών της. Η TB δεν ήταν καν σε θέση να επωφεληθεί της ανάκαμψης του χαλυβουργικού τομέα το 2004. Δεδομένων των παραπάνω, όλες οι ενδείξεις σχετικά με τη μελλοντική βιωσιμότητα της ΤΒ ήταν αρνητικές. |
|
(90) |
Επιπλέον, δεδομένου ότι η TB είχε πλέον απολέσει τη φερεγγυότητά της, τα χρέη της συσσωρεύονταν διαρκώς. Από το Νοέμβριο του 2004, η TB δεν ήταν πλέον σε θέση να εξοφλήσει τις τρέχουσες οφειλές της, παρά το γεγονός ότι τελούσε υπό αναδιάρθρωση. Ως εκ τούτου, δεν προέβαλε ευλόγως πιθανή η εξόφληση του προηγούμενου χρέους μέσω της υποθετικής αναδιάρθρωσής του. |
|
(91) |
Δεδομένου ότι οι απαιτήσεις των δημόσιων πιστωτών, δηλαδή της δημοτικής αρχής, του ZUS, του PFRON και της εφορίας καλύπτονταν από ικανοποιητικές εξασφαλίσεις, ήταν αρκετά πιθανό να επιτύχουν οι φορείς αυτοί ρευστοποίηση των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο συλλογικών διαδικασιών αφερεγγυότητας δυνάμει της πολωνικής νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας. Η Επιτροπή δεν μπορεί να κάνει δεκτό το επιχείρημα του ZUS ότι δεν είχε επαρκείς εξασφαλίσεις, εφόσον οι πολωνικές αρχές έχουν επισημάνει ότι είχαν εγγραφεί υποθήκες πρώτης τάξεως κατά ενός σημαντικού αριθμού, αν όχι του συνόλου, των μετοχών της επιχείρησης (βλ. αιτιολογική σκέψη 40 ανωτέρω). Δεδομένης της επιδείνωσης της κατάστασης της εταιρείας και των περιουσιακών της στοιχείων, η χρήση αυτών των εξασφαλίσεων προέβαλε περισσότερο σκόπιμη, από οικονομικής άποψης, από ό,τι η αναδιάρθρωση (43). |
|
(92) |
Επιπλέον, ακόμη και εάν ένα υποθετικό σχέδιο αναδιάρθρωσης πρότεινε μια υποθετική αναδιάρθρωση ενεργητικού, η πρόταση αυτή δεν θα έπρεπε να είχε κάμψει τις επιφυλάξεις των ιδιωτών επενδυτών απέναντι στην αναδιάρθρωση, και αυτό διότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία μιας επιχείρησης με τα χρέη της ΤΒ κατά κανόνα υποθηκεύονται, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα επισφαλή την αποδοτικότητά τους σε περίπτωση εκποίησής τους. Πράγματι, αν και η εταιρεία ανακοίνωσε επανειλημμένως την αναδιάρθρωση του ενεργητικού της το 2005, η πώληση των περιουσιακών της στοιχείων δεν της απέφερε παρά 5 εκατομμύρια PLN μετρητοίς. |
|
(93) |
Η Επιτροπή γνωρίζει ότι από το 2004 και έπειτα, η TB επεχείρησε να εξοφλήσει μέρος του χρέους της, αλλά επισημαίνει ότι οι προσπάθειες αυτές μόλις και μετά βίας κάλυψαν τα ποσά των δεδουλευμένων τόκων (για τα 5 εκατομμύρια PLN που εξοφλήθηκαν το 2004, βλ. πίνακα στην αιτιολογική σκέψη 34). |
|
(94) |
Για να σκιαγραφηθεί, τέλος, μια πλήρης εικόνα, πρέπει να επισημανθεί ότι το σχέδιο του Σεπτεμβρίου 2005 δεν αποτελούσε επ' ουδενί κατάλληλη βάση για περαιτέρω αναδιάρθρωση. Δεδομένου ότι η εταιρεία επρόκειτο να τεθεί υπό εκκαθάριση, είναι σαφές ότι οι επιχειρηματικές της δραστηριότητες δεν θα απέφεραν άλλα κέρδη και ότι ως μοναδική λύση προέβαλε η εκκαθάριση. Όντως, σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης, το ZUS δεν θα μπορούσε να προσδοκά παρά μόνο μερική είσπραξη των απαιτήσεών του, και αυτήν μέσω της αναδιάρθρωσης στοιχείων ενεργητικού αξίας περίπου 20 εκατομμυρίων PLN μέχρι τα τέλη του 2005, προσδοκία η οποία απεδείχθη ιδιαιτέρως ανεδαφική για τους λόγους που παρατίθενται στην προηγούμενη παράγραφο. Οι προτεινόμενες μηνιαίες δόσεις των 100 000 PLN μετά το 2005, η καταβολή των οποίων υπέκειτο στην ικανότητα πληρωμής της TB, ήταν ομοίως άσκοπες καθώς η TB δεν λειτουργούσε πλέον. |
|
(95) |
Αντιθέτως, όπως παραδέχθηκε η TB στο ΕΣ της για το 2005, η μεταβίβαση των περιουσιακών της στοιχείων στην BA προέβαλε ως η μοναδική της ελπίδα για την αποκατάσταση της βιωσιμότητάς της. Η ενέργεια αυτή δεν είχε μόνο ως αποτέλεσμα τον διαχωρισμό της από τη μοναδική επικερδή της επιχείρηση (BA), αλλά επίσης καθόρισε τη μελλοντική πορεία της TB, δηλαδή την εκκαθάρισή της. |
|
(96) |
Εν ολίγοις, η Επιτροπή εκτιμά ότι οποιοσδήποτε υποθετικός ιδιώτης επενδυτής θα είχε επιλέξει την αναγκαστική εκτέλεση των απαιτήσεών του ήδη από τα τέλη του 2004. Την περίοδο εκείνη, ήταν ήδη προφανές ότι η TB δεν ήταν σε θέση να τηρήσει ούτε τις προηγούμενες συμφωνίες αναδιάρθρωσης που είχε συνάψει ούτε τις τρέχουσες δεσμεύσεις της. Δεν υποβλήθηκε κανένα επικαιροποιημένο σχέδιο ούτε υπήρχε καμία προοπτική μελλοντικής κερδοφορίας της επιχείρησης. |
|
(97) |
Ως εκ τούτου, η Πολωνία δεν κίνησε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επί του ποσού των 20,761 εκατομμυρίων PLN (το ποσό των 20,761 εκατομμυρίων PLN υποδεικνυόταν στην 4η έκθεση αναδιάρθρωσης της Πολωνίας, αλλά το ποσό αυτό διορθώθηκε αργότερα από τις πολωνικές αρχές). Το γεγονός αυτό συνιστά λειτουργική ενίσχυση προς την επιχείρηση ούτως ώστε να συνεχίσει τις μη αποδοτικές δραστηριότητές της και, κατ' επέκταση, πλεονέκτημα που χορηγείται μέσω κρατικών πόρων και απειλεί με στρέβλωση τον ανταγωνισμό κατά το μέτρο που επηρεάζει τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές και είναι, ως εκ τούτου, ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 της ΣΕΚ. |
|
(98) |
Προκειμένου να προσδιοριστεί ποσοτικά το ποσό της ενίσχυσης, απαιτείται προσομοίωση του υποθετικού αποτελέσματος που θα είχε η μη κίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς είσπραξη του χρέους. Δεδομένου ότι ο ιδιώτης πιστωτής θα είχε προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση των απαιτήσεών του, το πλεονέκτημα που αποκομίζει η επιχείρηση από τη μη κίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης είναι το συνολικό ποσό των απαιτήσεων που δεν κλήθηκε να καταβάλει. Με άλλα λόγια, η επιχείρηση έχει στη διάθεσή της ένα ποσό το οποίο, δεδομένης της οικονομικής της κατάστασης, δεν θα μπορούσε να είχε συγκεντρώσει σε συνθήκες αγοράς. Ειδικότερα, εάν το δημόσιο είχε προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση των απαιτήσεών του, η επιχείρηση δεν θα ήταν σε θέση να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό και θα είχε πιθανότατα κηρύξει πτώχευση. Ως εκ τούτου, η αδυναμία αναγκαστικής εκτέλεσης των απαιτήσεων ισοδυναμεί με χορήγηση ενίσχυσης στον αποδέκτη του συνολικού ποσού που δεν αποτέλεσε αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης (44). Συνεπώς, το πλεονέκτημα που αποκομίστηκε αφορά ποσό 20,761 εκατομμυρίων PLN το οποίο θεωρείται ότι ελήφθη από την 1η Ιανουαρίου 2005. Δεδομένου, ωστόσο, ότι ένας συντελεστής μιας οικονομίας της αγοράς θα είχε προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη των αρχικών του απαιτήσεών του, η οφειλή δεν υφίσταται πλέον υποθετικά και δεν πρέπει να υπολογίζεται δύο φορές. |
|
(99) |
Όσον αφορά τα δημοσιονομικά κονδύλια που υποδεικνύονται ως αναδιάρθρωση απασχόλησης και χορηγήθηκαν μετά το 2004, η Επιτροπή ήρε τις ενστάσεις της. Πράγματι, δεν μπορούν να θεωρηθούν κρατική ενίσχυση καθώς οι πολωνικές αρχές διευκρίνισαν ότι προορίζονταν αποκλειστικά για τους απολυμένους εργαζόμενους, οι οποίοι δεν μπορούν να θεωρηθούν επιχείρηση. Ομοίως, οι πληρωμές αυτές δεν μπορούν να συνδεθούν με τον εργοδότη, καθώς χορηγήθηκαν μετά την απόλυση των εργαζομένων και δεν ελαφρύνουν την εταιρεία από τυχόν άλλες δαπάνες τις οποίες θα όφειλε να αναλάβει σε περίπτωση που δεν χορηγούνταν ενίσχυση. |
3. Καταχρηστική εφαρμογή ενίσχυσης
|
(100) |
Το σημείο 18 στοιχείο α) του πρωτοκόλλου αριθ. 8 επιτρέπει στην Επιτροπή να λάβει τα «ενδεδειγμένα μέτρα, απαιτώντας από την αφορώμενη εταιρεία να επιστρέψει τυχόν ενίσχυση που της έχει χορηγηθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος πρωτοκόλλου […] εφόσον από την παρακολούθηση προκύψει μη εκπλήρωση των δεσμεύσεων για τις μεταβατικές ρυθμίσεις που περιέχονται στο παρόν πρωτόκολλο.» |
|
(101) |
Η Επιτροπή εκτιμά ότι η TB δεν εφάρμοσε πλήρως το σχέδιο αναδιάρθρωσής της όπως ορίζεται ρητώς στο σημείο 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 8 και ότι συνετέλεσε η ίδια στην πτώχευσή της με τις διάφορες ενέργειές της που υποδεικνύονται στην αιτιολογική σκέψη 56 ανωτέρω. Η Πολωνία δεν αντέκρουσε αυτή τη διαπίστωση. |
|
(102) |
Η TB δεν εκπλήρωσε, επίσης, αρκετά από τα κριτήρια που ορίζονται στο σημείο 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 8:
|
|
(103) |
Δεδομένης της αδυναμίας της TB να εκπληρώσει τους όρους του πρωτοκόλλου αριθ. 8 και της αδυναμίας της να εφαρμόσει το ΕΣ, υπήρξε καταχρηστική εφαρμογή της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης και η ενίσχυση πρέπει να επιστραφεί. |
4. Συμβιβάσιμο της ενίσχυσης
α) Βάσει του ΕΠΑ κατά την περίοδο 1997-2003
|
(104) |
Στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή επεσήμανε ότι άλλοι λόγοι συμβιβάσιμου υπερισχύουν, ενδεχομένως, του γεγονότος ότι η ενίσχυση αναδιάρθρωσης δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή διατύπωσε την παρατήρηση ότι στο πλαίσιο του ΕΠΑ χορηγήθηκαν και άλλες μορφές κρατικής ενίσχυσης πέραν της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης. Υπό αυτήν την σκοπιά, η αποτυχία της αναδιάρθρωσης δεν προϋποθέτει απαραιτήτως καταχρηστική εφαρμογή του συνόλου της ενίσχυσης (47), ιδίως εάν η ενίσχυση αποδειχθεί συμβιβάσιμη με την ενιαία αγορά στο πλαίσιο άλλων κανόνων για τις κοινοτικές ενισχύσεις (48). |
|
(105) |
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι μέχρι την 23η Ιουλίου 2002, οι κανόνες για τις κοινοτικές ενισχύσεις στο χαλυβουργικό τομέα περιέχονταν στην απόφαση της Επιτροπής αριθ. 2496/96/ΕΚΑΧ της 18ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (49) (εφεξής «κώδικας ενισχύσεων στη χαλυβουργία») (50). Η πρακτική της στην εφαρμογή του πρωτοκόλλου αριθ. 8 υποδεικνύει ότι η Επιτροπή θεωρεί καταρχήν συμβιβάσιμες τις ενισχύσεις που χορηγούνται σε άλλα πλαίσια, όπως το πλαίσιο Ε&Α, εφόσον η Επιτροπή δεν διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς το συμβιβάσιμο κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2 του παραρτήματος IV της συνθήκης προσχώρησης (51). |
|
(106) |
Κατά πρώτον, το άρθρο 2 του κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία και οι κοινοτικοί κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις επιτρέπουν ενισχύσεις συμβιβάσιμες με το κοινοτικό πλαίσιο Ε&Α. Οι επιχορηγήσεις Ε&Α που χορηγούνται στο πλαίσιο του ΕΠΑ χορηγήθηκαν από την KBN (επιτροπή επιστημονικών ερευνών) και καλύφθηκαν από το πρόγραμμα του προέδρου της KBN της 30ής Νοεμβρίου 2001 για τα κριτήρια και τον τρόπο χορήγησης και υπολογισμού της χρηματοδοτικής στήριξης για τις επιστήμες, το οποίο εγκρίθηκε από την Επιτροπή ως υφιστάμενη ενίσχυση στο πλαίσιο του μέσου ενίσχυσης PL αριθ. 6 του παραρτήματος IV. Στο ΕΠΑ, «τα μέσα KBN» ορίστηκαν ως «επιτρεπόμενα μέσα κρατικής ενίσχυσης υπό μορφή επιχορηγήσεων για Ε&Α», τα οποία διακρίνονται σαφώς από τα «μέσα αναδιάρθρωσης» (52). Το συγκεκριμένο ΕΠΑ εγκρίθηκε με απόφαση του Συμβουλίου τον Ιούλιο του 2003. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να μην διατυπώσει αντιρρήσεις ως προς το μέτρο ενίσχυσης της KBN κατά την περίοδο 1997-2003 δυνάμει του παραρτήματος IV της συνθήκης προσχώρησης και κρίνει την ενίσχυση ως συμβιβάσιμη ενίσχυση Ε&Α (53). |
|
(107) |
Δεδομένου ότι η ενίσχυση που κατατάχθηκε στο ΕΣ ως ενίσχυση Ε&Α χορηγήθηκε από την KBN, μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμη ενίσχυση. Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι Πολωνία τεκμηρίωσε ότι η ενίσχυση καταβλήθηκε μόνο για την επιτέλεση δραστηριοτήτων Ε&Α. Αυτό ισχύει για την ενίσχυση που χορηγήθηκε κατά την περίοδο 2002-2003 καθώς και για την ενίσχυση Ε&Α που χορηγήθηκε κατά την περίοδο 1997-2000. |
|
(108) |
Εντούτοις, στην περίπτωση της εναπομένουσας ενίσχυσης για επαγγελματική εκπαίδευση, αναδιάρθρωση απασχόλησης και άλλους σκοπούς αναδιάρθρωσης, η Επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται βάσει ποιων διατάξεων του κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία θα μπορούσε η ενίσχυση αυτή να θεωρηθεί συμβιβάσιμη. |
|
(109) |
Εν πρώτοις, καμία εκ των ενισχύσεων δεν συνιστά ενίσχυση για την προστασία του περιβάλλοντος σύμφωνα με τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές (54). Η Πολωνία υποστήριξε ότι η ενίσχυση που χαρακτηρίστηκε ως περιβαλλοντική ενίσχυση το 1997 χορηγήθηκε για το σκοπό της προστασίας του περιβάλλοντος, χωρίς όμως να προβεί σε λεπτομέρειες σχετικά με τους συναφείς στόχους. Επίσης, το γεγονός ότι η ενίσχυση χορηγήθηκε από τα Περιφερειακό Ταμείο Προστασίας Περιβάλλοντος και Διαχείρισης Υδάτων δεν επαρκεί ως τεκμήριο συμβιβάσιμου, διότι το ταμείο αυτό αναφέρεται ρητά στο ΕΠΑ ως παράδειγμα «μέσου αναδιάρθρωσης» και, σε αντίθεση με την Ε&Α, δεν διαχωρίζεται από τα μέσα αναδιάρθρωσης (βλ. αιτιολογική σκέψη 106 παραπάνω). Κατά δεύτερον, η ενίσχυση δεν χρησιμοποιήθηκε για το κλείσιμο επιχειρήσεων (άρθρο 4 του κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία), καθώς η TB δεν έκλεισε καμία από τις εγκαταστάσεις της. Σε κάθε περίπτωση, πέραν της ενίσχυσης από τα περιβαλλοντικά ταμεία, οι πολωνικές αρχές δεν επικαλέστηκαν καμία παρέκκλιση ούτε από τον κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία ούτε από τους κοινοτικούς κανόνες, δυνάμει της οποίας θα μπορούσε η ενίσχυση να θεωρηθεί συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά. |
|
(110) |
Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, ακόμη και εάν ορισμένα μέτρα θεωρήθηκαν ότι συνιστούν συμβιβάσιμη ενίσχυση αναδιάρθρωσης στο πλαίσιο ενός πλήρους σχεδίου αναδιάρθρωσης το οποίο διασφαλίζει την αποκατάσταση βιωσιμότητας, η αδυναμία επιτυχούς εφαρμογής του συνόλου του σχεδίου αναδιάρθρωσης και η αδυναμία αποκατάστασης της βιωσιμότητας συνεπάγονται, καταρχήν, αποτυχία του συνολικού σχεδίου αναδιάρθρωσης και έλλειψη σκοπιμότητας οποιασδήποτε ενίσχυσης αναδιάρθρωσης. Κατά συνέπεια, η ενίσχυση που χορηγήθηκε προηγουμένως σύμφωνα με το σχέδιο δεν θεωρείται πλέον δικαιολογημένη και πρέπει, κατ' επέκταση, να θεωρείται εκ των υστέρων μη συμβιβάσιμη. |
|
(111) |
Η Πολωνία υποστηρίζει ότι η ενίσχυση απασχόλησης ήταν συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά διότι η έγκρισή της είχε συνδεθεί κατά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με άλλους παράγοντες, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή. Παρά ταύτα, η Επιτροπή τονίζει ότι το επιχείρημα περί συμβιβάσιμου δεν καθιστά την ενίσχυση συμβιβάσιμη απουσία σχεδίου αναδιάρθρωσης. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση αποτυχίας της αναδιάρθρωσης, η εφαρμογή μεμονωμένων μέτρων, όπως η αναδιάρθρωση απασχόλησης, πρέπει ομοίως να θεωρείται καταχρηστική. Απουσία οποιασδήποτε ένδειξης συμβιβάσιμου της συγκεκριμένης ενίσχυσης για άλλους λόγους, η Επιτροπή οφείλει να κηρύξει την ενίσχυση ασυμβίβαστη. |
|
(112) |
Εν περιλήψει, δεδομένου ότι η εναπομένουσα ενίσχυση για επαγγελματική εκπαίδευση, αναδιάρθρωση απασχόλησης και άλλους σκοπούς αναδιάρθρωσης δεν υπάγεται σε καμία άλλη εξαίρεση στο πλαίσιο του κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία ΕΚΑΧ, η Επιτροπή θεωρεί ότι συνιστά μη επιτρεπόμενη ενίσχυση αναδιάρθρωσης, η οποία δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά την έννοια του πρωτοκόλλου αριθ. 8. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή καταλήγει ότι η χαρακτηριζόμενη ως ενίσχυση αναδιάρθρωσης ύψους 849 746 PLN, ως ενίσχυση για επαγγελματική εκπαίδευση ύψους 132 240 PLN, ως περιβαλλοντική ενίσχυση ύψους 196 800 PLN και ως ενίσχυση απασχόλησης ύψους 190 400 PLN, συνολικού ύψους 1 369 186 PLN, χορηγήθηκε καταχρηστικά. |
β) Ενίσχυση εκτός του πεδίου εφαρμογής του ΕΠΑ και μετά την προσχώρηση
|
(113) |
Η μη κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς είσπραξη οφειλών στα τέλη του 2004 συνιστά λειτουργική ενίσχυση και ως τέτοια είναι σαφώς ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Δεν είναι αποδεκτή ως ενίσχυση αναδιάρθρωσης ούτε δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 8, το οποίο απαγορεύει κατηγορηματικά οποιαδήποτε ενίσχυση μετά το 2003, ούτε κατά την έννοια οποιωνδήποτε άλλων διατάξεων του άρθρου 87 παράγραφος 3 της ΣΕΚ. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι πολωνικές αρχές δεν ισχυρίστηκαν καν το αντίθετο. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε ενίσχυση χορηγήθηκε στις TB, BA και HB μετά την προσχώρηση της Πολωνίας στην ΕΕ είναι ασυμβίβαστη, ανεξαρτήτως του εάν ο αποδέκτης (στην προκειμένη περίπτωση η HB) είναι παραγωγός χάλυβα ή όχι. |
5. Αποδέκτης της ενίσχυσης
|
(114) |
Στην απόφασή της για κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέφρασε τη γνώμη ότι αποδέκτης της ενίσχυσης είναι ο όμιλος TB, περιλαμβανομένων όλων των θυγατρικών του, με την πιθανή εξαίρεση της TB-ZPR. Αυτό διότι η HB και η BA ανήκουν σαφώς στην ίδια επιχειρηματική οντότητα, δηλαδή στον όμιλο TB. |
|
(115) |
Όσον αφορά τη μη κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη οφειλών ύψους 20 761 643 PLN, η παρούσα έρευνα επιβεβαιώνει ότι της παράλειψης αυτής επωφελήθηκαν τμήματα του ομίλου. Η Επιτροπή δεν ήταν, ωστόσο, σε θέση να τεκμηριώσει την ύπαρξη των πλεονεκτημάτων αυτών στην περίπτωση των ZPR και SAMKOL:
|
|
(116) |
Αντιθέτως, από έρευνα προέκυψε ότι η BA και η HB επωφελήθηκαν της ενίσχυσης. Η TB διέθεσε τη λειτουργική ενίσχυση καθώς η μη κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης της επέτρεψε να συνεχίσει την επιχειρηματική της δραστηριότητα και να οργανώσει την εσωτερική της αναδιάρθρωση. |
|
(117) |
Η ενίσχυση αναδιάρθρωσης και η λειτουργική ενίσχυση παρείχαν στην TB τη δυνατότητα, αρχικά, να πραγματοποιήσει κατά την περίοδο 2003-2005 επενδύσεις ύψους 6,383 εκατομμυρίων PLN στην παραγωγή εξατμίσεων αυτοκινήτων (βλ. αιτιολογική σκέψη 43 ανωτέρω) (55), οι οποίες δεν θα ήταν εφικτές εάν η TB είχε εξυπηρετήσει το χρέος της δεόντως ή εάν είχε κηρύξει πτώχευση νωρίτερα. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία, τα οποία είναι ουσιώδη για την παραγωγή στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, σήμερα τα διαχειρίζεται η BA. Αν και η BA απλώς τα μισθώνει από την TB, στην περίπτωση που οι επενδύσεις αυτές δεν είχαν πραγματοποιηθεί, θα είχε αναγκαστεί να προβεί η ίδια σε παρόμοιες επενδύσεις. Επιπλέον, με τη μίσθωση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, η BA αποφεύγει την εκποίησή τους ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνει στην ουσία δικαιώματα κυριότητας, καθώς η περίοδος μίσθωσης είναι απεριόριστης διάρκειας. Επιπλέον, είναι σαφές ότι η BA συνεχίζει τη βασική επιχειρηματική δραστηριότητα της TB, η οποία αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης της ΤΒ, με τα παραγωγικά στοιχεία ενεργητικού και το εργατικό δυναμικό της ΤΒ, ως μέλος του ομίλου ΤΒ. |
|
(118) |
Κατά δεύτερον, η μεταφορά περιουσιακών στοιχείων, εργαζομένων και κεφαλαίου στις θυγατρικές της (14,81 εκατομμύρια PLN στην HB και 1,55 εκατομμύρια PLN στην BA, βλ. αιτιολογικές σκέψεις 60 και 62) κατέστη εφικτή αποκλειστικά και μόνο διότι η λειτουργική ενίσχυση διέσωσε την TB από πτώχευση. Χωρίς την ενίσχυση αυτή, οι δύο θυγατρικές δεν θα είχαν πιθανότατα συσταθεί εξ αρχής και δεν θα ήταν φυσικά σε θέση να λειτουργήσουν. |
|
(119) |
Παρά το γεγονός ότι οι BA, HB και TB είναι διαφορετικά νομικά πρόσωπα, η Επιτροπή θεωρεί ότι υφίσταται οικονομική συνέχεια και, δεδομένης της ιδιοκτησιακής δομής, θεωρεί ότι οι τρεις εταιρείες απαρτίζουν μια ενιαία επιχείρηση (56) η οποία πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρείται ο αποδέκτης της ενίσχυσης (57). |
|
(120) |
Η αξιολόγηση του εάν στην εταιρεία παρασχέθηκε πλεονέκτημα, δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η TB αποζημιώθηκε για τα οφέλη που παρείχε (π.χ. μετοχές για τις εισφορές κεφαλαίου και μίσθωμα στο πλαίσιο της μισθωτήριας σύμβασης), διότι παρέμεινε ο τελικός ιδιοκτήτης (άμεσα ή έμμεσα) όλων των περιουσιακών στοιχείων και διότι η μεταφορά δεν ήταν κερδοσκοπικού χαρακτήρα αλλά πραγματοποιήθηκε για λόγους εσωτερικής οργάνωσης. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι το πλεονέκτημα, δηλαδή η ανταγωνιστική θέση στην οποία περιήλθε η ΤΒ λόγω της στρεβλωτικής επίδρασης της ενίσχυσης, μεταβιβάστηκε σε άλλη επιχείρηση εντός του ομίλου. Το γεγονός ότι η TB κατέχει μετοχές στις θυγατρικές δεν αναιρεί τη διαπίστωση αυτή (58). Εντούτοις, η Επιτροπή δεν θεωρεί παροχή πλεονεκτήματος την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της TB στην HB, στο βαθμό που η πρώτη αποζημιώθηκε δεόντως (59). |
|
(121) |
Βάσει της παρούσας αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών και σύμφωνα με τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, η Επιτροπή εκτιμά ότι ο όμιλος ΤΒ οφείλει να επιστρέψει την ασυμβίβαστη ενίσχυση, συνυπολογιζόμενου του πραγματικού πλεονεκτήματος που προέκυψε από την ενίσχυση (60). |
|
(122) |
Η Επιτροπή δεν συμφωνεί, ωστόσο, με τις πολωνικές αρχές ότι η υπόθεση αφορά αποκλειστικά και μόνο τον αρχικό υπόχρεο των απαιτήσεων οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης, γεγονός το οποίο συνιστά ενίσχυση. Στην περίπτωση αυτή, η επιστροφή της ενίσχυσης μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω σύστασης απαίτησης επί των περιουσιακών στοιχείων της πτωχεύσασας TB. Η λύση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί βάσει της πάγιας νομολογίας η οποία αναγνωρίζει την εκκαθάριση μιας επιχείρησης ως αποδεκτή εναλλακτική για την επιστροφή εις το ακέραιο, δεδομένου ότι στόχος είναι η κατάργηση της ενίσχυσης και ότι ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μέσω κίνησης διαδικασίας εκκαθάρισης της επιχείρησης (61). |
|
(123) |
Εντούτοις, η Επιτροπή δεν κρίνει ικανοποιητική, από πλευράς ανταγωνισμού, την εκκαθάριση του αρχικού αποδέκτη της ενίσχυσης, εφόσον το πραγματικό πλεονέκτημα της ενίσχυσης έχει μεταβιβαστεί. Στην περίπτωση αυτή, η σύσταση απαίτησης επί των περιουσιακών στοιχείων της πτωχεύσασας TB δεν επιτρέπει την αντιστάθμιση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που απορρέει από την ενίσχυση και το οποίο μεταβιβάστηκε στις θυγατρικές της TB. Η εκκαθάριση μόνο της TB θα έχει ως αποτέλεσμα την πώληση των θυγατρικών της ως νομικών προσώπων, αλλά δεν θα επηρεάσει την οικονομική τους δραστηριότητα αυτήν καθεαυτή, καθώς η πώληση δεν θα έχει αντίκτυπο στη δραστηριότητα, στους λογαριασμούς και στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των θυγατρικών. |
|
(124) |
Ως εκ τούτου, η επιστροφή από τους πραγματικούς αποδέκτες είναι, από πλευράς ανταγωνισμού, η μόνη προσήκουσα λύση. Αντιστοίχως, οι πολωνικές αρχές πρέπει πρωτίστως να στραφούν στις θυγατρικές (και να απευθυνθούν στον όμιλο μόνον εφόσον δεν είναι πλέον εφικτή η επιστροφή από τις θυγατρικές). Η λύση αυτή ευθυγραμμίζεται με την πάγια νομολογία (62) σχετικά με επιχειρήσεις υπό καθεστώς πτώχευσης και, ιδίως, με την υπόθεση Seleco, η οποία βασίζεται σε παρόμοια πραγματικά περιστατικά, αλλά στην οποία η Επιτροπή τάχθηκε υπέρ της επέκτασης της απαίτησης επιστροφής στη διάδοχο εταιρεία. Αντίθετα με την υπόθεση Seleco, η Επιτροπή δεν επιθυμεί, στην προκειμένη περίπτωση, την επέκταση της απαίτησης επιστροφής αλλά την ανάκτηση του πραγματικού πλεονεκτήματος από επιχειρήσεις εντός του ομίλου. Αν και όσον αφορά την επέκταση της απαίτησης επιστροφής, το κρίσιμο ζήτημα είναι το εάν με τη σύσταση διαδόχου εταιρείας αποσπάστηκαν πόροι από το ενεργητικό της υπό πτώχευση επιχείρησης (63), το ζήτημα αυτό είναι άνευ σημασίας στην περίπτωση ομίλων, όπως υποδείχθηκε παραπάνω. |
|
(125) |
Σε κάθε περίπτωση, τα ευρωπαϊκά δικαστήρια δέχονται ότι η επιστροφή μπορεί να αναζητηθεί από μια θυγατρική, εφόσον αυτή είναι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο πραγματικός αποδέκτης της ενίσχυσης (64). Επιπλέον, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει ομοίως δεχθεί ότι η Επιτροπή μπορεί να αναζητά την επιστροφή των ενισχύσεων χωρίς την κίνηση διαδικασίας εκκαθάρισης, ούτως ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να καταστεί αναποτελεσματική η είσπραξη (65). Όπως επεξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 56 ανωτέρω, η TB συγκέντρωσε σκοπίμως τις χαλυβουργικές δραστηριότητες για τον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας στην BA, ούτως ώστε να συνεχίσει τη δραστηριότητα που επωφελούνταν της ενίσχυσης (66). Εντούτοις, αυτό συνιστά για την Επιτροπή έναν επιπρόσθετο λόγο για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον πραγματικό αποδέκτη. |
|
(126) |
Από την άλλη πλευρά, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να στοιχειοθετήσει την καταχρηστική εφαρμογή της ενίσχυσης που χορηγήθηκε πριν από το 2004 υπέρ οποιασδήποτε άλλης εκ των θυγατρικών της TB. Ως εκ τούτου, η ενίσχυση πρέπει να ανακτηθεί από την TB. |
VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
|
(127) |
Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αναδιάρθρωση της TB δεν εφαρμόστηκε ορθώς και ότι απέτυχε, καθώς και ότι η εφαρμογή του συνόλου της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης που χορηγήθηκε στην TB κατά την περίοδο αναδιάρθρωσης πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί καταχρηστική. Παρά ταύτα, οποιαδήποτε ενίσχυση κρίθηκε συμβιβάσιμη επειδή χορηγήθηκε για Ε&Α και διατέθηκε για το σκοπό αυτό δεν θεωρείται ότι εφαρμόστηκε καταχρηστικά. |
|
(128) |
Αντιστοίχως, η ενίσχυση αναδιάρθρωσης ύψους 1 369 186 PLN που χορηγήθηκε στον όμιλο TB κατά την περίοδο 1997-2003 είναι ασυμβίβαστη με τα σημεία 9 και 18 του πρωτοκόλλου αριθ. 8 της συνθήκης προσχώρησης και πρέπει να επιστραφεί δυνάμει του σημείου 18 του πρωτοκόλλου αριθ. 8. |
|
(129) |
Επιπλέον, η ενίσχυση αναδιάρθρωσης ύψους 20 761 643 PLN που ελήφθη στα τέλη του 2004 δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της ΣΕΚ και των σημείων 6 και 18 του πρωτοκόλλου αριθ. 8. |
|
(130) |
Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, η συγκεκριμένη ενίσχυση θεωρείται επιχορήγηση που ελήφθη την 1η Ιανουαρίου 2005 και η οποία πρέπει να επιστραφεί έντοκα, όπως ορίζεται στην παρακάτω αιτιολογική σκέψη 133. Δεδομένου ότι η συγκεκριμένη ενίσχυση παράγει τα ίδια αποτελέσματα με διαγραφή χρέους, η Επιτροπή μπορεί να δεχτεί την ανάκτηση από τις πολωνικές αρχές θεωρώντας ότι το αρχικό χρέος έχει διαγραφεί. Η Επιτροπή κρίνει επίσης δεκτό το να μην ληφθούν υπόψη, για τους σκοπούς της ανάκτησης, τυχόν νέες οφειλές της TB οι οποίες προέκυψαν μετά το 2004, καθώς από τις αρχές του 2005 μέχρι τον Αύγουστο του 2006 η ΤΒ προέβη μερικώς σε εξόφληση των δημόσιων πιστωτών της, με την οποία αποπληρώθηκαν κατά το μάλλον ή το ήττον οι οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά το 2004 (67). Όπως υποδεικνύεται στην ανωτέρω αιτιολογική σκέψη 36, το συνολικό δημόσιο χρέος της TB μετά τον Ιανουάριο του 2005 ποτέ δεν μειώθηκε κάτω από τα 20,76 εκατομμύρια PLN και μέχρι τον Αύγουστο του 2005 είχε ανέλθει στα 22,7 εκατομμύρια PLN. |
|
(131) |
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για την επιστροφή της ενίσχυσης πρέπει να ληφθεί υπόψη ποιες εταιρείες την καρπώθηκαν πράγματι. Όσον αφορά το ποσό των 20 761 643 PLN, επισημαίνεται ότι 7,833 εκατομμύρια PLN μεταβιβάστηκαν στην BA και 14,81 εκατομμύρια PLN στην HB (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 117-118 ανωτέρω). Δεδομένου ότι το σύνολο των ποσών αυτών (22,643 εκατομμύρια PLN ) υπερβαίνει το ύψος της ληφθείσας ενίσχυσης, η ανάκτηση πρέπει να περιοριστεί στο συνολικό ποσό της ενίσχυσης κατ' αναλογία, δηλαδή η BA, η οποία έλαβε 34,6 % του συνολικού ευεργετήματος που προσδιορίστηκε, πρέπει να καταβάλει 34,6 % του ανακτώμενου ποσού (7 183 528 PLN), ενώ το εναπομείναν 65,4 % (13 578 115 PLN) πρέπει να επιστραφεί από την HB. |
|
(132) |
Επιπλέον, η καταχρηστική ενίσχυση του 1 369 186 PLN που ελήφθη πριν από το 2002 πρέπει να επιστραφεί από την TB, καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβίβασής της σε άλλα μέλη του ομίλου TB. |
|
(133) |
Τα προς ανάκτηση ποσά προσαυξάνονται με τόκο σύμφωνα με τις διατάξεις του εκτελεστικού κανονισμού. Δυνάμει, ιδίως, του άρθρου 9 παράγραφος 4 του εκτελεστικού κανονισμού, όταν δεν είναι διαθέσιμα πενταετή διατραπεζικά επιτόκια ανταλλαγής (swap), η Επιτροπή δύναται, σε στενή συνεργασία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, να καθορίσει επιτόκιο ανάκτησης κρατικών ενισχύσεων, σύμφωνα με διαφορετική μέθοδο και επί τη βάσει των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της. Δεδομένου ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα πενταετή διατραπεζικά επιτόκια ανταλλαγής για την Πολωνία την περίοδο κατά την οποία χορηγήθηκε η ασυμβίβαστη ενίσχυση, το εφαρμοζόμενο επιτόκιο ανάκτησης πρέπει να υπολογιστεί βάσει του διαθέσιμου επιτοκίου που κρίνεται κατάλληλο για τη συγκεκριμένη περίοδο. Για το σκοπό αυτό, μπορεί να χρησιμεύσει η πρακτική που έχει ήδη εφαρμοστεί μεταξύ της Πολωνίας και της Επιτροπής (68), |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Η κρατική ενίσχυση ύψους 20 761 643 PLN που χορηγήθηκε παράνομα από την Πολωνία υπέρ της Technologie Buczek Group παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης και δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Άρθρο 2
Η κρατική ενίσχυση ύψους 1 369 186 PLN που χορηγήθηκε από την Πολωνία υπέρ της Technologie Buczek Group κατά την περίοδο 1997-2003 δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τους όρους του πρωτοκόλλου αριθ. 8 της συνθήκης προσχώρησης και, ως εκ τούτου, δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Άρθρο 3
1. Η Πολωνία πρέπει να ανακτήσει την παρανόμως χορηγηθείσα ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1 υπέρ της Technologie Buczek Group, ιδίως από τις θυγατρικές της Huta Buczek Sp. z o.o και Buczek Automotive Sp. z o.o, αναλόγως του οφέλους που αποκόμισαν πράγματι αυτές. Η Πολωνία πρέπει να ανακτήσει 13 578 115 PLN από τη Huta Buczek Sp. z o.o και 7 183 528 PLN από την Buczek Automotive Sp. z.o.o.
2. Η Πολωνία πρέπει να ανακτήσει τη χορηγηθείσα υπέρ της Technologie Buczek Group καταχρηστική ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 2 από την Technologie Buczek S.A.
3. Τα ανακτώμενα ποσά προσαυξάνονται με τόκους από την ημερομηνία χορήγησής τους στον αποδέκτη έως και την επιστροφή τους.
4. Ο τόκος υπολογίζεται επί συνδυαστικής βάσης σύμφωνα με το κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής της 21ης Απριλίου 2004 σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (69).
Άρθρο 4
1. Η ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στα άρθρα 1 και 2 πρέπει να είναι άμεση και αποτελεσματική.
2. Η Πολωνία πρέπει να διασφαλίσει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.
Άρθρο 5
1. Η Πολωνία, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, πρέπει να υποβάλει τις ακόλουθες πληροφορίες στην Επιτροπή:
|
α) |
το συνολικό ποσό (κεφάλαιο και τόκοι) που πρέπει να επιστραφεί από τους αποδέκτες· |
|
β) |
λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί και προβλέπονται για τη συμμόρφωση προς την παρούσα απόφαση· |
|
γ) |
έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχει δοθεί στους αποδέκτες εντολή επιστροφής της ενίσχυσης. |
2. Η Πολωνία οφείλει να κρατά την Επιτροπή ενήμερη σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης μέχρι την εις το ακέραιο επιστροφή της ενίσχυσης που αναφέρεται στα άρθρα 1 και 2. Οφείλει επίσης να υποβάλλει, άμα τη αιτήσει της Επιτροπής, πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί και προβλέπονται για τη συμμόρφωση προς την παρούσα απόφαση. Πρέπει επίσης να υποβάλλει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ποσά της ενίσχυσης και τους τόκους που έχουν ήδη ανακτηθεί από τους αποδέκτες.
Άρθρο 6
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Πολωνία.
Βρυξέλλες, 23 Οκτωβρίου 2007.
Για την Επιτροπή
Neelie KROES
Μέλος της Επιτροπής
(1) ΕΕ L 236 της 23.9.2003, σ. 948.
(2) ΕΕ C 196 της 19.8.2006, σ. 23.
(3) Εφόσον 1 ευρώ = 4 PLN.
(4) Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε απόφαση 2006/937/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Ιουλίου 2005, σχετικά με την υπόθεση C-20/04 Huta Czestochowa (ΕΕ L 366 της 21.12.2006, σ. 1, σημείο 23 κ.ε.).
(5) Η ΕΕ δεν επιτρέπει ενισχύσεις στο χαλυβουργικό τομέα. Βλέπε ανακοίνωση της Επιτροπής — Ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης και ενισχύσεις για το κλείσιμο επιχειρήσεων στο χαλυβουργικό τομέα (ΕΕ C 70 της 19.3.2002, σ. 21).
(6) Πρβλ. πρωτόκολλο αριθ. 8 της συνθήκης προσχώρησης για την αναδιάρθρωση της πολωνικής χαλυβουργίας (ΕΕ L 236 της 23.9.2003, σ. 948).
(7) Εφεξής «οι ανεξάρτητες εκθέσεις παρακολούθησης» αναφέρονται στο υπό παρακολούθηση έτος.
(8) Πρβλ. υποσημείωση 2.
(9) Βλέπε παράρτημα B του πολυτομεακού πλαισίου (ΕΕ C 70 της 19.3.2002, σ. 8), το οποίο αντικαταστάθηκε από το παράρτημα I των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2007-2013 (ΕΕ C 54 της 4.3.2006, σ. 13).
(10) Τα στοιχεία σχετικά με την TB αντλήθηκαν από το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης του Μαρτίου 2002 της Huta Buczek για την περίοδο 2002-2006 (εφεξής «ΕΣ 2002»), το οποίο ήταν η βάση για την έγκριση της ενίσχυσης κατόπιν της έγκρισης του ΕΠΑ. Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε την απόφαση για κίνηση της διαδικασίας (υποσημείωση 2).
(11) Πρβλ. ΕΣ 2002, σ. 57.
(12) Πρβλ. ΕΣ 2002, σ. 74.
(13) Πρβλ. ΕΣ 2002, σ. 74.
(14) Σκοπός του Ταμείου Εγγυήσεως Παροχών σε Εργαζομένους (Fundusz Gwarantowanych Świadczeń Pracowniczych, FGSP) είναι η διασφάλιση της πληρωμής των απαιτήσεων των εργαζομένων σε περίπτωση πτώχευσης του εργοδότη.
(15) Πρβλ. ΕΣ 2002, σ. 30.
(16) Ανεξάρτητη έκθεση παρακολούθησης 2004, Απρίλιος 2005, σ. 14.
(17) Αυτό επιβεβαιώθηκε από τα στοιχεία που παρουσίασε η Πολωνία στη διετή έκθεση παρακολούθησης, π.χ. για το 2003 — βλέπε Έκθεση OCCP αριθ. 2, παράρτημα 5, σ. 5. Το γεγονός ότι στο επιχειρηματικό σχέδιο της TB για το 2005 αναφέρεται μικρότερο ποσό από το οποίο σαφώς εξαιρείται η Ε&Α δεν είναι αποδεκτό.
(18) Επιστολή της 2ας Οκτωβρίου 2006.
(19) Πρβλ. ΕΣ 2002, σ. 73.
(20) Επιστολή των πολωνικών αρχών της 23ης Ιανουαρίου 2007.
(21) Βλ. ΕΣ 2005, σ. 69.
(22) Πρβλ. Ανεξάρτητη έκθεση αξιολόγησης 2003, Ιανουάριος 2004, σ. 7.
(23) Πρβλ. 4η έκθεση της Πολωνίας για το 2004, Μάρτιος 2005, σ. 168.
(24) Πρβλ. Ανεξάρτητη έκθεση αξιολόγησης 2003, Ιανουάριος 2004.
(25) Πρβλ. Ανεξάρτητη έκθεση παρακολούθησης 2003, Ιανουάριος 2004, σ. 16. Στην έκθεση της Πολωνίας για το 2004, επισημάνθηκε ότι οι επιδόσεις του 2003 ήταν κατά πολύ χειρότερες από την εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε 10 μήνες μετά (από την ημερομηνία της πρώτης άσκησης παρακολούθησης).
(26) Βλέπε την 3η έκθεση της Πολωνίας για την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουνίου 2004, Ιανουάριος 2004.
(27) Πρβλ. Ανεξάρτητη έκθεση παρακολούθησης για το 2004, Μάιος 2005.
(28) Πρβλ. Ανεξάρτητη έκθεση παρακολούθησης για το 2004, Μάιος 2005, σ. 1.
(29) Πρβλ. 5η έκθεση της Πολωνίας, 9.9.2005, σ. 18.
(30) Το σχέδιο δεν υποβλήθηκε ποτέ στην Επιτροπή, αλλά αναπαράγεται στην επιστολή των πολωνικών αρχών της 14ης Φεβρουαρίου 2006.
(31) Πρβλ. 7η έκθεση της Πολωνίας, της 10.9.2006, σ. 15.
(32) Βλέπε απόφαση 2006/937/ΕΚ.
(33) ΕΕ C 320 της 17.10.1998, σ. 3.
(34) Βλέπε παράρτημα B του πολυτομεακού πλαισίου (ΕΕ C 70 της 19.3.2002, σ. 8), το οποίο αντικαταστάθηκε με το παράρτημα I των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2007-2013 (ΕΕ C 54 της 4.3.2006, σ. 13).
(35) ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.
(36) Υπόθεση C-256/97 DMT [1999] ECR I-3913, σημείο 21.
(37) Υπόθεση T-36/99 Lenzing [2004] ECR II-3597, σημείο 146.
(38) Πρβλ. υπόθεση C-342/96 Tubacex [1999] ECR I-2459, σημείο 46, υπόθεση C-256/97 DMT [1999] ECR I-3913, σημείο 21, υπόθεση C-480/98 Magefesa [2000] ECR I-8717, T-152/99 HAMSA [2002] ECR II-3049 σημείο 167.
(39) Υπόθεση T-11/95 BP Chemicals [1998] ECR II-3235, σημεία 170 και 179, στα οποία το Δικαστήριο υποστήριξε ότι μια εισφορά κεφαλαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητη από μια αναδιάρθρωση σε εξέλιξη. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο υποστήριξε ότι όταν σε μια προβληματική επιχείρηση έχει ήδη χορηγηθεί ενίσχυση αναδιάρθρωσης, τυχόν περαιτέρω χρηματοπιστωτική στήριξη δεν συμμορφώνεται, κατά κανόνα, προς την αρχή του ιδιώτη επενδυτή.
(40) Πρβλ. υποθέσεις T-126/96 και T-127/96 BFM και EFIM [1998] ECR II–3437, σημείο 86. Επίσης υπόθεση T-318/00 Freistaat Thüringen κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (CDA Alrechts) [2005] ECR II-4179, σημεία 200 και 248: «Λαμβανομένης υπόψη της απελπιστικής καταστάσεως στην οποία βρισκόταν η PA κατά το χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως εξυγιάνσεως, κάθε ευλόγως επιμελής επενδυτής ενεργών στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς θα προέβαινε καταρχάς σε εις βάθος μελέτης της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως και θα απαιτούσε την κατάρτιση σχεδίου βιώσιμης αναδιαρθρώσεως προτού της χορηγήσει τόσο μεγάλες πιστώσεις και, κατά μείζονα λόγο, πριν προβεί στην αγορά της.»
(41) Ομοίως: υπόθεση T-36/99 Lenzing [2004] ECR II-3597 σημεία 140 κ.ε.
(42) Υπόθεση T-152/99 HAMSA [2002] ECR II-3049 σημείο 170.
(43) Ομοίως, υπόθεση T-36/99 Lenzing [2004] ECR II-3597, σημείο 160, στην οποία το Πρωτοδικείο υποστήριξε ότι ένας δημόσιος πιστωτής με ικανοποιητικές εξασφαλίσεις δεν έχει λόγο να καθυστερεί την κίνηση διαδικασίας συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης.
(44) Τα ίδια συμπεράσματα πρέπει να συναχθούν εάν υποτεθεί ότι η μη κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς είσπραξη μιας οφειλής αποτελεί αναβολή της εξόφλησης της οφειλής, η οποία έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα με το δανεισμό, δεδομένου ότι ο αποδέκτης θα έπρεπε κανονικά να προσφύγει σε δανεισμό στην κεφαλαιαγορά προκειμένου να αποτρέψει την αναγκαστική εκτέλεση των απαιτήσεων των πιστωτών του. Δεδομένου, ωστόσο, ότι η TB είχε απωλέσει τη φερεγγυότητά της, μια τέτοια πίστωση θα περιείχε στοιχείο ενίσχυσης 100 % (βλέπε ανακοίνωση σχετικά με τις δημόσιες επιχειρήσεις στον κλάδο της μεταποίησης, ΕΕ C 307 της 13.11.1993, σ. 3, σημείο 41, η οποία εφαρμόζεται στην απόφαση της Επιτροπής της 7ης Ιουλίου 2004 στην υπόθεση C-58/2003 Alstom, ΕΕ L 150 της 10.6.2005, σ. 24, σημεία 132 και 133). Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η υπόθεση μιας επιχορήγησης 100 % δεν απαιτεί μεταφορά κρατικών πόρων στην πράξη, αλλά βασίζεται σε μια εκ των προτέρων θεώρηση. Ως εκ τούτου, δεν έχει σημασία εάν η αποπληρωμή της πίστωσης πραγματοποιείται μεταγενέστερα, αντίθετα προς την αρχική υπόθεση. Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση μη κίνησης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς είσπραξη μιας οφειλής, στην οποία δεν έχει σημασία ποιες από τις απαιτήσεις του υποθετικού ιδιώτη πιστωτή μπορούν να εκτελεστούν.
(45) Πρβλ. Ανεξάρτητη έκθεση παρακολούθησης 2004, Απρίλιος 2005, σ. 13.
(46) Πρβλ,. Ανεξάρτητη έκθεση παρακολούθησης 2004, Απρίλιος 2005, σ. 15.
(47) Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να συναχθεί από την πρακτική της Επιτροπής σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1999 για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση οι οποίες ίσχυαν όταν τέθηκε σε ισχύ το πρωτόκολλο αριθ. 8 (Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, ΕΕ C 288 της 9.10.1999, σ. 2). Αυτό έπαυσε να ισχύει δυνάμει του σημείου 20 των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών του 2004 όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2). Αν και δεν εφαρμόζονται άμεσα, δεδομένου ότι ο χάλυβας εξαιρείται καταρχήν, η Επιτροπή μπορεί τουλάχιστον να αντλήσει έμπνευση από τις κατευθυντήριες γραμμές, στην περίπτωση που επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, η ενίσχυση αναδιάρθρωσης.
(48) Βλέπε απόφαση 2006/937/ΕΚ.
(49) ΕΕ L 338 της 28.12.1996 σ. 42.
(50) Σύμφωνα με το σημείο 44 της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με ορισμένα θέματα που αφορούν τη διευθέτηση υποθέσεων ανταγωνισμού συνεπεία της λήξης ισχύος της συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ C 152 της 26.6.2002, σ. 5) « κατά την έκδοση αποφάσεων μετά τις 23 Ιουλίου 2002 για κρατικές ενισχύσεις οι οποίες έχουν χορηγηθεί χωρίς προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής το αργότερο μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία, η Επιτροπή θα ενεργεί με βάση την ανακοίνωσή της σχετικά με τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου για την αξιολόγηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων.» Σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση (βλέπε ΕΕ C 119 της 22.5.2002, σ. 22), η αξιολόγηση των παράνομων κρατικών ενισχύσεων γίνεται πάντα επί τη βάσει των κειμένων που ισχύουν κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης.
(51) Βλέπε απόφαση 2006/937/ΕΚ.
(52) Σελίδα 38.
(53) Βλέπε απόφαση 2006/937/ΕΚ.
(54) ΕΕ C 72 της 10.3.1994, σ. 3, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία (αντικαταστάθηκε έκτοτε — ΕΕ C 37 της 3.2.2001, σ. 3).
(55) Σε περίπτωση που πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω επενδύσεις κατά την περίοδο 2005-2006, όπως υποδεικνύεται στην αιτιολογική σκέψη 45, πρέπει και αυτές να ληφθούν υπόψη.
(56) Βλέπε υπόθεση 323/82 Intermills, σημείο 11, στην οποία το δικαστήριο απεφάνθη ότι: «[…] Ως εκ τούτου διαπιστώνεται ότι παρόλο που κάθε μία από τις τρείς βιομηχανικές επιχειρήσεις διαθέτει νομική προσωπικότητα διαφορετική από την παλιά εταιρεία “Intermills”, όλες αυτές οι εταιρείες σχηματίζουν ένα ενιαίο σύνολο, τουλάχιστον όσον αφορά τη χορηγηθείσα ενίσχυση από τις βελγικές αρχές.» Παρόμοια προσέγγιση ακολουθήθηκε από το γενικό εισαγγελέα Geelhoed στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-328/99 και C-399/00 Seleco [2003] ECR I-4035, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή υποστήριξε ότι η απαίτηση επιστροφής έπρεπε να επεκταθεί και στη διαχωρισμένη οντότητα (χωρίς να προβάλει το επιχείρημα της οικονομικής συνέχειας).
(57) Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η ενίσχυση πρέπει, καταρχήν, να επιστρέφεται από την επιχείρηση που όντως την καρπώθηκε, ούτως ώστε να εξαλειφθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού η οποία προκλήθηκε από το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που δημιούργησε η ενίσχυση, βλέπε συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T-111/01 και T-133/01 Saxonia Edelmetalle [2005] II-1579, σημείο 115.
(58) Το επιχείρημα αυτό επικαλέστηκε ομοίως ο γενικός εισαγγελέας Geelhoed στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-328/99 και C-399/00 Seleco [2003] ECR I-4035, σημεία 79 και 84.
(59) Αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του ότι ορισμένες υποχρεώσεις της ΤΒ μεταβιβάστηκαν στην HB κατόπιν της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων της πρώτης στη δεύτερη, όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 61 ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι το τίμημα που καταβλήθηκε για τα περιουσιακά στοιχεία δεν ήταν μειωμένο, όσον αφορά τη μεταβίβαση απαιτήσεων, δεδομένου ότι η HB κατέβαλλε την αγοραία σχεδόν αξία των περιουσιακών στοιχείων.
(60) Η Επιτροπή έχει επίγνωση του γεγονότος ότι «δεν έχει υποχρέωση να προσδιορίσει […]σε ποιο βαθμό κάθε επιχείρηση επωφελήθηκε [από την ενίσχυση], αλλά μπορεί να περιορισθεί στο να ζητήσει από [το κράτος μέλος] να ανακτήσει τις εν λόγω ενισχύσεις από τους αποδέκτες τους, ήτοι από την ή από τις επιχειρήσεις οι οποίες πράγματι τις καρπώθηκαν,» βλέπε συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T-111/01 και T-133/01 Saxonia Edelmetalle, σημείο 124. Εντούτοις, μολονότι η Επιτροπή μπορεί να περιοριστεί στο να ζητήσει από το κράτος μέλος να υποδείξει την επιχείρηση από την οποία πρέπει να επιστραφεί η ενίσχυση, τίποτα δεν εμποδίζει την Επιτροπή να προσδιορίσει ποιος καρπώθηκε πράγματι την ενίσχυση.
(61) Υπόθεση 277/00 SMI [2004] ECR I-4355 σημείο 85, υπόθεση 52/84 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βελγίου [1986] ECR 89, σημείο 14, και υπόθεση C-142/87 Tubemeuse [1990] ECR I-959, σημεία 60 έως 62.
(62) Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-328/99 και C-399/00 Seleco [2003] ECR I-4035, υπόθεση 277/00 SMI [2004] ECR I-4355, υπόθεση T-318/00 και T-324/00 CDA Albrechts II [2005] ECR II-4179.
(63) Υπόθεση 277/00 SMI [2004] ECR I-4355 σημείο 86, σε συνδυασμό με το σημείο 92. Αυτό ισχύει εάν η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων δεν έγινε σε τιμή σύμφωνη με τους όρους της αγοράς ή εάν η συναλλαγή αποσκοπεί στη αποφυγή της υποχρέωσης επιστροφής.
(64) Βλέπε σημείο 86 της υπόθεσης 277/00 SMI [2004] ECR I-4355, στην οποία το Δικαστήριο απεφάνθη ότι «Ασφαλώς, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, στην περίπτωση συστάσεως διάδοχων εταιρειών με σκοπό τη συνέχιση μέρους των δραστηριοτήτων της λαβούσας την ενίσχυση επιχειρήσεως, μετά την πτώχευσή της, οι εν λόγω εταιρείες ενδέχεται επίσης να υποχρεωθούν να επιστρέψουν τις εν λόγω ενισχύσεις εφόσον αποδειχθεί ότι επωφελούνται στην πράξη από το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που συνδέεται με τις εν λόγω ενισχύσεις.»
(65) Πράγματι, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «εάν επιτρεπόταν, άνευ ετέρου, σε μια αντιμετωπίζουσα δυσχέρειες επιχείρηση, που έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο ώστε να επίκειται η κήρυξή της σε πτώχευση, να δημιουργήσει, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επίσημης έρευνας σχετικά με ενισχύσεις που την αφορούν ατομικώς, θυγατρική στην οποία να μεταβιβάσει, στη συνέχεια, πριν από την περάτωση της διαδικασίας έρευνας, τα πλέον αποδοτικά στοιχεία του ενεργητικού της, τούτο θα σήμαινε ότι οποιαδήποτε εταιρεία θα είχε τη δυνατότητα να αφαιρεί αυτά τα στοιχεία ενεργητικού της περιουσίας της μητρικής επιχειρήσεως κατά το χρόνο της αναζητήσεως των ενισχύσεων, πράγμα που θα ενείχε τον κίνδυνο να καταστεί αναποτελεσματική η είσπραξη, εν όλω ή εν μέρει, των εν λόγω ενισχύσεων.» C-328/99 και C-399/00 Seleco [2003] ECR I-4035, σημείο 77. Παρόμοια συλλογιστική ακολουθήθηκε στην υπόθεση C-415/03 Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας (Ολυμπιακή) [2005] ECR I-3875.
(66) Όσον αφορά την HB, η σύσταση διαδόχου εταιρείας προβλεπόταν ήδη στο αρχικό ΕΣ, βλέπε αιτιολογική σκέψη 59 ανωτέρω.
(67) Για τον καθορισμό των ανακτώμενων ποσών, μπορούν να συνυπολογιστούν τα έσοδα από την αναγκαστική εκτέλεση απαιτήσεων μετά τον Αύγουστο του 2006.
(68) Βάσει της απόφασης 2006/937/ΕΚ.
(69) ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1935/2006 (ΕΕ L 407 της 30.12.2006, σ. 1).