|
30.3.2007 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 90/58 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 27ης Μαρτίου 2007
περί ιδρύσεως της ευρωπαϊκής κοινής επιχείρησης για τον ITER και την ανάπτυξη της πυρηνικής σύντηξης και περί παραχωρήσεως προνομίων σε αυτήν
(2007/198/Ευρατόμ)
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το τρίτο και τέταρτο εδάφιο του άρθρου 47 και το άρθρο 48,
την πρόταση της Επιτροπής,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Η Κοινότητα, μέσω ισχυρής, συνεχούς και συντονισμένης κοινοτικής στήριξης από τα προγράμματα έρευνας και εκπαίδευσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας («Ευρατόμ») σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των γνώσεων και του ανθρώπινου δυναμικού στα εθνικά εργαστήρια σύντηξης, τα οποία συνεργάζονται στο πλαίσιο ιδίως της ευρωπαϊκής συμφωνίας για την ανάπτυξη της σύντηξης (EFDA), έχει δημιουργήσει ένα ενιαίο και πλήρως ενοποιημένο ερευνητικό πρόγραμμα σύντηξης το οποίο έχει αναλάβει ηγετικό διεθνή ρόλο στην ανάπτυξη της σύντηξης ως μιας δυνητικώς απεριόριστης, ασφαλούς, συντηρήσιμης, περιβαλλοντικώς υπεύθυνης και οικονομικώς ανταγωνιστικής πηγής ενέργειας. |
|
(2) |
Η ίδρυση του ερευνητικού σχεδίου σύντηξης κοινού ευρωπαϊκού δακτυλίου πλάσματος (JET) το 1978 (1), το οποίο εκπλήρωσε ή και υπερέβη όλους τους στόχους του, συμπεριλαμβανομένης της επίδειξης της έκλυσης σημαντικών ποσοτήτων ενέργειας σύντηξης κατά ελεγχόμενο τρόπο και επέτυχε παγκόσμιες επιδόσεις τόσο για την ισχύ όσο και για την ενέργεια από σύντηξη, έχει αποδείξει την προστιθέμενη αξία της συγκέντρωσης πόρων και εμπειρογνωμοσύνης σε κοινοτικό επίπεδο υπό τη μορφή κοινής επιχείρησης. |
|
(3) |
Η Κοινότητα έχει διαδραματίσει καίριο ρόλο στην ανάπτυξη ενός διεθνούς προγράμματος σύντηξης επόμενου επιστημονικού βήματος (ITER), που ξεκίνησε το 1988 με τις δραστηριότητες μελέτης της γενικής σύλληψης (2), συνεχίστηκε το 1992 με τις δραστηριότητες κατασκευαστικής μελέτης (3), οι οποίες παρατάθηκαν κατά τρία έτη το 1998 (4) και τις διαδέχθηκε μια δεύτερη συμφωνία το 1994 (5), η οποία απέδωσε το 2001 λεπτομερή, πλήρη και πλήρως ενοποιημένη κατασκευαστική μελέτη μιας ερευνητικής εγκατάστασης με στόχο την επίδειξη του εφικτού της σύντηξης ως ενεργειακής πηγής από την οποία η Κοινότητα θα μπορούσε να αντλήσει σημαντικό όφελος, ιδίως στο πλαίσιο κατοχύρωσης της ασφάλειας και διαφοροποίησης του μακροπρόθεσμου ενεργειακού εφοδιασμού της. |
|
(4) |
Τα εφτά μέρη που διεξήγαγαν τις διαπραγματεύσεις ITER (Ευρατόμ, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, Ινδία, Ιαπωνία, Δημοκρατία της Κορέας, Ρωσία και Ηνωμένες Πολιτείες), τα οποία αντιπροσωπεύουν πάνω από τον μισό πληθυσμό της υφηλίου, συνήψαν τη συμφωνία για την ίδρυση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας από Σύντηξη ITER για την από κοινού υλοποίηση του προγράμματος ITER (6) (εφεξής «συμφωνία ITER»), με την οποία ιδρύεται ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας από Σύντηξη ITER εφεξής ο «οργανισμός ITER»), με έδρα στο Saint-Paul-lès-Durance (Bouches-du-Rhône, Γαλλία). Ο οργανισμός ITER φέρει την πλήρη ευθύνη της κατασκευής, λειτουργίας, εκμετάλλευσης και απενεργοποίησης των εγκαταστάσεων ITER. |
|
(5) |
Η συμφωνία ITER απαιτεί από όλα τα μέρη να συνεισφέρουν στον οργανισμό ITER μέσω ενδεδειγμένων νομικών οντοτήτων που αναφέρονται ως «εγχώριοι οργανισμοί». Προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα να ξεκινήσει η κατασκευή του ITER χωρίς καθυστέρηση και δεδομένου ότι η Ευρατόμ, ως μέρος που φιλοξενεί το πρόγραμμα, θα υπέχει ειδικές ευθύνες ως μέλος του οργανισμού ITER, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μεριδίου των συνεισφορών και της ευθύνης για την προετοιμασία του τόπου, θα πρέπει να ιδρυθεί το συντομότερο δυνατό ο εγχώριος οργανισμός της Ευρατόμ. |
|
(6) |
Η Ευρατόμ και η Ιαπωνία έχουν συνάψει διμερή συμφωνία για την από κοινού υλοποίηση των δραστηριοτήτων ευρύτερης θεώρησης (εφεξής «η συμφωνία ευρύτερης θεώρησης με την Ιαπωνία»), στην οποία ορίζονται συμπληρωματικές από κοινού ερευνητικές δραστηριότητες στον τομέα της σύντηξης ως τμήμα «ευρύτερης θεώρησης» για την ταχεία υλοποίηση της ενέργειας σύντηξης όπως συμφωνήθηκε στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη συμφωνία ITER. Η συμφωνία ευρύτερης θεώρησης με την Ιαπωνία προβλέπει τη διεξαγωγή των εν λόγω δραστηριοτήτων ευρύτερης θεώρησης εκ μέρους της Ευρατόμ μέσω του εγχώριου οργανισμού της Ευρατόμ ως οργανισμού υλοποίησης. |
|
(7) |
Για να επιτευχθούν μέγιστη συνέργεια και οικονομίες κλίμακας, ο εγχώριος οργανισμός Ευρατόμ, στο πλαίσιο της προσέγγισης «ταχείας πορείας» στη σύντηξη που εξετάστηκε από ομάδα ανεξαρτήτων εμπειρογνωμόνων κατ’ αίτηση των υπουργών έρευνας στη διάρκεια της Βελγικής Προεδρίας, θα πρέπει επίσης να εκτελέσει μακροχρόνιο πρόγραμμα δραστηριοτήτων για την προετοιμασία της κατασκευής αντιδραστήρων επίδειξης της σύντηξης και συναφών εγκαταστάσεων ώστε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας στο πεδίο αυτό. |
|
(8) |
Στα συμπεράσματά του στις 26-27 Νοεμβρίου 2003, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξουσιοδότησε ομοφώνως την Επιτροπή να προτείνει τη Γαλλία ως το κράτος που θα φιλοξενήσει το ITER και το Cadarache ως τόπο υλοποίησης του ITER, αποφάσισε δε να εγκατασταθεί στην Ισπανία ο εγχώριος οργανισμός Ευρατόμ. |
|
(9) |
Η θεμελιώδης σημασία του προγράμματος ITER και των δραστηριοτήτων ευρύτερης θεώρησης για την τιθάσευση της σύντηξης ως μιας δυνητικώς απεριόριστης, ασφαλούς, συντηρήσιμης, περιβαλλοντικώς υπεύθυνης και οικονομικώς ανταγωνιστικής πηγής ενέργειας καθιστά αναγκαία την ίδρυση του εγχώριου οργανισμού Ευρατόμ με τη μορφή κοινής επιχείρησης, όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο 5 της συνθήκης Ευρατόμ. |
|
(10) |
Η κοινή επιχείρηση, που θα είναι υπεύθυνη για τις δημόσιες ερευνητικές δραστηριότητες ευρωπαϊκού και διεθνούς ενδιαφέροντος, και θα μεταβιβάσει τις υποχρεώσεις κατ’ εφαρμογή διεθνών συμφωνιών, θα πρέπει να θεωρηθεί ως διεθνής οργανισμός κατά την έννοια του άρθρου 151 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας (7) και ως διεθνής οργανισμός κατά την έννοια του άρθρου 23 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, περί των γενικών ρυθμίσεων για τα προϊόντα που υπάγονται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης και περί της κατοχής, μετακίνησης και παρακολούθησης των προϊόντων αυτών (8), του άρθρου 22 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών προμήθειας φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς των υδάτων, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (9) και του άρθρου 15 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί του συντονισμού των διαδικασιών για την ανάθεση συμβάσεων δημόσιων έργων, συμβάσεων δημόσιων προμηθειών και συμβάσεων παροχής δημόσιων υπηρεσιών (10). |
|
(11) |
Η παρούσα απόφαση, για την προβλεπόμενη διάρκεια της κοινής επιχείρησης, θεσπίζει ποσό δημοσιονομικής αναφοράς που αντανακλά τη βούληση του νομοθέτη και η οποία δεν θα θίγει τις αρμοδιότητες της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής όπως καθορίζονται από τη συνθήκη Ευρατόμ. |
|
(12) |
Η κοινή επιχείρηση θα πρέπει να διαθέτει, υπό τον όρο ότι έχει προηγηθεί διαβούλευση με την Επιτροπή, τον δικό της δημοσιονομικό κανονισμό βασισμένο στις αρχές του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, ο οποίος θεσπίζει το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (11) (εφεξής «ο δημοσιονομικός κανονισμός πλαίσιο») συνεκτιμώντας τις ειδικές λειτουργικές ανάγκες της που προκύπτουν, ιδίως, από τις διεθνείς της υποχρεώσεις. |
|
(13) |
Προκειμένου να ενισχυθεί η διεθνής συνεργασία στον τομέα της έρευνας, η κοινή επιχείρηση θα πρέπει να είναι ανοικτή στη συμμετοχή χωρών που έχουν συνάψει συμφωνίες συνεργασίας με την Ευρατόμ στο πεδίο της πυρηνικής σύντηξης, οι οποίες συνδέουν τα αντίστοιχα προγράμματά τους με εκείνα της Ευρατόμ. |
|
(14) |
Η πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο δραστηριοτήτων έρευνας και εκπαίδευσης στον πυρηνικό τομέα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ) (2007 έως 2011), και το ειδικό πρόγραμμα με το οποίο εφαρμόζεται το ανωτέρω πρόγραμμα πλαίσιο (εφεξής «ΠΠ7») τοποθετεί το ITER στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη σύντηξη και προβλέπει συνεισφορά της Ευρατόμ, μέσω της κοινής επιχείρησης προς τον οργανισμό ITER, τις δραστηριότητες ευρύτερης θεώρησης και λοιπές σχετικές δραστηριότητες ενόψει της προετοιμασίας για τους αντιδραστήρες επίδειξης της σύντηξης. |
|
(15) |
Η ανάγκη διασφάλισης σταθερών συνθηκών απασχόλησης και ίσης μεταχείρισης του προσωπικού, συνεκτιμώντας την εμπειρία που αποκτήθηκε από την κοινή επιχείρηση JET, προκειμένου να προσελκύσει εξειδικευμένο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό των ανώτατων προσόντων, απαιτεί την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως διατυπώνονται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 (12) («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης») σε όλα τα μέλη του προσωπικού που θα προσληφθούν από την κοινή επιχείρηση. |
|
(16) |
Λαμβανομένου υπόψη ότι η κοινή επιχείρηση δεν προορίζεται να εκπληροί οικονομικό σκοπό και είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση της συμμετοχής της Ευρατόμ σε διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα δημόσιου ενδιαφέροντος, είναι ανάγκη, για την εκτέλεση των καθηκόντων της, να εφαρμοστεί στην κοινή επιχείρηση, το διευθυντή και το προσωπικό της το πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Απριλίου 1965 (13). |
|
(17) |
Ενόψει της ιδιαίτερης φύσης των δραστηριοτήτων της κοινής επιχείρησης και της σημασίας της για την ανάπτυξη της έρευνας στον τομέα της σύντηξης, και προκειμένου να δοθεί ώθηση στη χρηστή και εξοικονομητική διαχείριση των δημόσιων κεφαλαίων που θα δοθούν στην κοινή επιχείρηση, θα πρέπει να εκχωρηθούν στην κοινή επιχείρηση τα πλεονεκτήματα που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙΙ της συνθήκης. |
|
(18) |
Ως οργανισμός με νομική προσωπικότητα, η κοινή επιχείρηση θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για τις δράσεις της. Όσον αφορά την επίλυση διαφορών σε συμβατικά ζητήματα, θα πρέπει να είναι δυνατόν στα συμβόλαια που συνάπτει η κοινή επιχείρηση, να προβλέπεται ότι αρμόδιο να επιληφθεί να είναι το Δικαστήριο. |
|
(19) |
Λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Κοινότητας βάσει του τίτλου ΙΙ κεφάλαιο 2 της συνθήκης όσον αφορά τη διάδοση των πληροφοριών, η κοινή επιχείρηση θα πρέπει να συνομολογήσει κατάλληλες επί του προκειμένου ρυθμίσεις με την Επιτροπή. |
|
(20) |
Θα πρέπει να συναφθεί μεταξύ της κοινής επιχείρησης και της Ισπανίας συμφωνία φιλοξενίας όσον αφορά τη στέγαση, τα προνόμια και τις ασυλίες και λοιπή στήριξη που πρέπει να προσφέρει η Ισπανία στην κοινή επιχείρηση. |
|
(21) |
Η παρούσα απόφαση συνεκτιμά την έκβαση της έρευνας που διεξήχθη από την Επιτροπή, και, ειδικότερα, τη θετική γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής για το ειδικό πρόγραμμα έρευνας και εκπαίδευσης της Ευρατόμ στο πεδίο της πυρηνικής ενέργειας (σύντηξη) σχετικά με τις προτάσεις, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Ίδρυση κοινής επιχείρησης
1. Ιδρύεται για περίοδο 35 ετών, αρχομένη από 19ης Απριλίου 2007, η ευρωπαϊκή κοινή επιχείρηση για τον ITER και την ανάπτυξη της ενέργειας από τη σύντηξη (σύντηξη για ενέργεια) (εφεξής «η κοινή επιχείρηση»).
2. Στην κοινή επιχείρηση ανατίθενται οι εξής εργασίες:
|
α) |
παροχή της συνεισφοράς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας («Ευρατόμ») στον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας από Σύντηξη ITER· |
|
β) |
παροχή της συνεισφοράς της Ευρατόμ στις δραστηριότητες ευρύτερης θεώρησης με την Ιαπωνία για την ταχεία υλοποίηση της ενέργειας από σύντηξη· |
|
γ) |
εκπόνηση και συντονισμός προγράμματος δραστηριοτήτων για την προπαρασκευή της κατασκευής αντιδραστήρα επίδειξης της σύντηξης και σχετικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της διεθνούς εγκατάστασης ακτινοβόλησης υλικών σύντηξης. |
3. Η κοινή επιχείρηση εδρεύει στη Βαρκελώνη της Ισπανίας.
4. Η κοινή επιχείρηση θεωρείται διεθνής οργανισμός κατά την έννοια του άρθρου 151 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2006/112/ΕΚ, του άρθρου 23 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, του άρθρου 22 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/17/ΕΚ και του άρθρου 15 στοιχείο γ) της οδηγίας 2004/18/ΕΚ.
Άρθρο 2
Μέλη
Η κοινή επιχείρηση έχει τα εξής μέλη:
|
α) |
Ευρατόμ, εκπροσωπούμενη από την Επιτροπή· |
|
β) |
κράτη μέλη της Ευρατόμ· |
|
γ) |
τρίτες χώρες που έχουν συνάψει συμφωνία με την Ευρατόμ στο πεδίο της ελεγχόμενης πυρηνικής σύντηξης, με την οποία συνδέονται τα αντίστοιχα ερευνητικά τους προγράμματα με εκείνα της Ευρατόμ και έχουν εκδηλώσει επιθυμία να καταστούν μέλη της κοινής επιχείρησης. |
Άρθρο 3
Καταστατικό
Με την παρούσα απόφαση εγκρίνεται το καταστατικό της κοινής επιχείρησης, όπως εμφαίνεται στο παράρτημα.
Άρθρο 4
Χρηματοδότηση
1. Οι πόροι που απαιτούνται για να εκτελεί η κοινή επιχείρηση τις εργασίες της προσδιορίζονται ως ακολούθως:
|
α) |
όσον αφορά τις εργασίες που αναγράφονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α), σύμφωνα με τη συμφωνία ITER· |
|
β) |
όσον αφορά τις εργασίες που αναγράφονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β), σύμφωνα με τη συμφωνία ευρύτερης θεώρησης με την Ιαπωνία· |
|
γ) |
όσον αφορά τις εργασίες που αναγράφονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ), σύμφωνα με τα προγράμματα έρευνας και εκπαίδευσης που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 της συνθήκης. |
2. Οι πόροι της κοινής επιχείρησης συνίστανται σε συνεισφορά από την Ευρατόμ, συνεισφορά από το κράτος που φιλοξενεί το ITER, τις ετήσιες εισφορές συμμετοχής ως μελών και τις προαιρετικές συνεισφορές από τα μέλη της κοινής επιχείρησης πλην της Ευρατόμ, και πρόσθετους πόρους.
3. Οι ενδεικτικοί συνολικοί πόροι που θεωρούνται αναγκαίοι για την κοινή επιχείρηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ανέρχονται σε 9 653 εκατ. ευρώ (14). Το ποσό αυτό αναλύεται ως εξής:
|
(σε εκατ. ευρώ) |
||||
|
2007-2016 |
2017-2041 |
2007-2041 |
||
|
|
Από τα οποία 2007-2011 |
|
Σταθερή αξία |
Σύνολο |
|
4 127 |
1 717 |
5 526 |
3 544 |
9 653 |
4. Η ενδεικτική συνολική συνεισφορά από την Ευρατόμ στους αναγραφόμενους στην παράγραφο 3 πόρους ανέρχεται σε 7 649 εκατ. ευρώ, από τα οποία το πολύ ποσοστό 15 % καλύπτει διοικητικές δαπάνες. Το ποσό αυτό αναλύεται ως εξής:
|
(σε εκατ. ευρώ) |
||||
|
2007-2016 |
2017-2041 |
2007-2041 |
||
|
|
Από τα οποία ΠΠ7 (2007-2011) |
|
Σταθερή αξία |
Σύνολο |
|
3 147 |
1 290 |
4 502 |
2 887 |
7 649 |
Άρθρο 5
Δημοσιονομικός κανονισμός
1. Η κοινή επιχείρηση διαθέτει χωριστό δημοσιονομικό κανονισμό βασιζόμενο στις αρχές του δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου. Ο δημοσιονομικός κανονισμός της κοινής επιχείρησης μπορεί να αποκλίνει από τον δημοσιονομικό κανονισμό πλαίσιο, εφόσον έτσι επιβάλλουν οι ειδικές επιχειρησιακές ανάγκες της κοινής επιχείρησης και υπό τον όρο ότι έχει προηγηθεί διαβούλευση με την Επιτροπή.
2. Η κοινή επιχείρηση ιδρύει τη δική της υπηρεσία εσωτερικού δημοσιονομικού ελέγχου.
3. Η απαλλαγή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της κοινής επιχείρησης δίδεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά από σύσταση του Συμβουλίου.
Άρθρο 6
Προσωπικό
Έναντι του προσωπικού της κοινής επιχείρησης εφαρμόζεται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, καθώς και οι κανόνες που θεσπίστηκαν από κοινού από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τους σκοπούς της εφαρμογής του ανωτέρω κανονισμού.
Άρθρο 7
Προνόμια και ασυλίες
Έναντι της κοινής επιχείρησης, του διευθυντή και του προσωπικού του, εφαρμόζεται το πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Άρθρο 8
Πλεονεκτήματα
Τα κράτη μέλη παραχωρούν στην κοινή επιχείρηση τα πάσης φύσεως πλεονεκτήματα που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙΙ της συνθήκης, εντός του πεδίου των επίσημων δραστηριοτήτων της, όσο διάστημα υφίσταται η κοινή επιχείρηση.
Άρθρο 9
Ευθύνη και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου
1. Η συμβατική ευθύνη της κοινής επιχείρησης διέπεται από τις σχετικές συμβατικές διατάξεις και από το εφαρμοστέο δίκαιο στην υπόψη σύμβαση.
Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο για την έκδοση αποφάσεων κατ’ εφαρμογή τυχόν ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση συναπτόμενη με την κοινή επιχείρηση.
2. Σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, η κοινή επιχείρηση αποκαθιστά οποιαδήποτε βλάβη προκλήθηκε από τους υπαλλήλους της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στις νομοθεσίες των κρατών μελών.
Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει δικαιοδοσία επί των διαφορών που σχετίζονται με αποζημίωση για τέτοια βλάβη.
3. Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί των προσφυγών που ασκούνται κατά της κοινής επιχείρησης, περιλαμβανομένων και των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου της, υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 146 και 148 της συνθήκης.
4. Τυχόν πληρωμές εκ μέρους της κοινής επιχείρησης συνεπεία της αναφερόμενης στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνης, καθώς και τα εξ αυτής έξοδα και δαπάνες, θεωρούνται ως δαπάνες, της κοινής επιχείρησης και καλύπτονται από τους πόρους της κοινής επιχείρησης.
Άρθρο 10
Διάδοση πληροφοριών
Η κοινή επιχείρηση συμφωνεί με την Επιτροπή κατάλληλες διατάξεις οι οποίες θα επιτρέψουν στην Κοινότητα να ασκεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της βάσει του τίτλου ΙΙ κεφάλαιο 2 της συνθήκης.
Άρθρο 11
Συμφωνία φιλοξενίας
Μεταξύ της κοινής επιχείρησης και της Ισπανίας συνομολογείται συμφωνία φιλοξενίας εντός τριμήνου από την ίδρυση της κοινής επιχείρησης.
Άρθρο 12
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Βρυξέλλες, 27 Μαρτίου 2007.
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
P. STEINBRÜCK
(1) Απόφαση 78/471/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1978, περί ιδρύσεως της κοινής επιχειρήσεως «Joint European Torus (JET), Joint Undertaking» (ΕΕ L 151 της 7.6.1978, σ. 10). Απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 98/585/Ευρατόμ (ΕΕ L 282 της 20.10.1998, σ. 65).
(2) Απόφαση 88/229/Ευρατόμ της Επιτροπής (ΕΕ L 102 της 21.4.1988, σ. 31).
(3) Απόφαση 92/439/Ευρατόμ της Επιτροπής (ΕΕ L 244 της 26.8.1992, σ. 13).
(4) Απόφαση 98/704/Ευρατόμ της Επιτροπής (ΕΕ L 335 της 10.12.1998, σ. 61).
(5) Απόφαση 94/267/Ευρατόμ της Επιτροπής (ΕΕ L 114 της 5.5.1994, σ. 25).
(6) EE L 358 της 16.12.2006, σ. 62.
(7) ΕΕ L 347 της 11.12.2006, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/138/ΕΚ (ΕΕ L 384 της 29.12.2006, σ. 92).
(8) ΕΕ L 76 της 23.3.1992, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2004/106/ΕΚ (ΕΕ L 359 της 4.12.2004, σ. 30).
(9) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 107).
(10) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/97/ΕΚ.
(11) ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 72.
(12) ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1895/2006 (ΕΕ L 397 της 30.12.2006, σ. 6).
(13) ΕΕ 152 της 13.7.1967, σ. 13. Πρωτόκολλο όπως τροποποιήθηκε με τη συνθήκη του Άμστερνταμ και τη συνθήκη της Νίκαιας.
(14) Όλες οι αναγραφόμενες αριθμητικές τιμές εκφράζονται σε τρέχουσα αξία, εκτός εάν δηλώνεται διαφορετικά, και εξαρτώνται από την έγκριση των αντίστοιχων προϋπολογισμών για τα κοινοτικά προγράμματα έρευνας και κατάρτισης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 της συνθήκης.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ITER ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΠΟ ΣΥΝΤΗΞΗ
(ΣΥΝΤΗΞΗ ΓΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑ)
Άρθρο 1
Όνομα, έδρα, μέλη
1. Το όνομα της κοινής επιχείρησης είναι «Ευρωπαϊκή κοινή επιχείρηση για τον ITER και την ανάπτυξη της ενέργειας από σύντηξη (Σύντηξη για ενέργεια)» (εφεξής αποκαλούμενη «η κοινή επιχείρηση»).
2. Η έδρα της κοινής επιχείρησης ευρίσκεται στη Βαρκελώνη της Ισπανίας.
3. Η κοινή επιχείρηση περιλαμβάνει τα εξής μέλη:
|
α) |
την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (εφεξής «Ευρατόμ») αντιπροσωπευομένη από την Επιτροπή· |
|
β) |
τα κράτη μέλη της Ευρατόμ· |
|
γ) |
τρίτες χώρες που έχουν συνάψει συμφωνία με την Ευρατόμ στο πεδίο της ελεγχόμενης πυρηνικής σύντηξης, με την οποία τα αντίστοιχα ερευνητικά τους προγράμματα συνδέονται με εκείνα της Ευρατόμ και έχουν εκδηλώσει επιθυμία να καταστούν μέλη της κοινής επιχείρησης (εφεξής «συνδεδεμένες τρίτες χώρες»). |
Άρθρο 2
Στόχοι
Οι στόχοι της κοινής επιχείρησης είναι οι εξής:
|
1. |
να παρέχει τη συνεισφορά της Ευρατόμ στο διεθνή οργανισμό ενέργειας από σύντηξη ITER («ο οργανισμός ITER»), σύμφωνα με τη συμφωνία για την ίδρυση του διεθνούς οργανισμού ενέργειας από σύντηξη ITER για την από κοινού υλοποίηση του προγράμματος ITER («η συμφωνία ITER»)· |
|
2. |
να παρέχει τη συνεισφορά της Ευρατόμ στις δραστηριότητες ευρύτερης θεώρησης με την Ιαπωνία για την ταχεία υλοποίηση της ενέργειας από σύντηξη («δραστηριότητες ευρύτερης θεώρησης»), σύμφωνα με τη διμερή συμφωνία για την από κοινού υλοποίηση δραστηριοτήτων ευρύτερης θεώρησης («η συμφωνία ευρύτερης θεώρησης με την Ιαπωνία»)· |
|
3. |
η προετοιμασία και ο συντονισμός προγράμματος δραστηριοτήτων προπαρασκευής της κατασκευής αντιδραστήρα σύντηξης για σκοπούς επίδειξης και σχετικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της διεθνούς εγκατάστασης ακτινοβόλησης υλικών σύντηξης (IFMIF). |
Άρθρο 3
Δραστηριότητες
1. Με την ιδιότητα του εγχωρίου οργανισμού Ευρατόμ για τον ITER, η κοινή επιχείρηση εκτελεί τις υποχρεώσεις της Ευρατόμ στον οργανισμό ITER όπως ορίζεται στη συμφωνία ITER, και για τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας ITER. Συγκεκριμένα:
|
α) |
εποπτεύει την προετοιμασία του τόπου υλοποίησης του προγράμματος ITER· |
|
β) |
παρέχει δομοστοιχεία, εξοπλισμό, υλικά και άλλους πόρους στον οργανισμό ITER· |
|
γ) |
διαχειρίζεται τους διακανονισμούς προμήθειας έναντι του οργανισμού ITER και, ειδικότερα, τις συναφείς διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας· |
|
δ) |
προετοιμάζει και συντονίζει τη συμμετοχή της Ευρατόμ στην επιστημονική και τεχνική αξιοποίηση του προγράμματος ITER· |
|
ε) |
συντονίζει επιστημονικές και τεχνολογικές δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης προς υποστήριξη της συνεισφοράς της Ευρατόμ στον οργανισμό ITER· |
|
στ) |
παρέχει τη χρηματική συνεισφορά της Ευρατόμ στον οργανισμό ITER· |
|
ζ) |
μεριμνά ώστε να διατεθούν ανθρώπινοι πόροι στον οργανισμό ITER· |
|
η) |
παρεμβαίνει στον οργανισμό ITER και διεξάγει οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες προς υλοποίηση της συμφωνίας ITER. |
2. Με την ιδιότητα του εκτελεστικού οργανισμού στο πλαίσιο της συμφωνίας ευρύτερης θεώρησης με την Ιαπωνία, η κοινή επιχείρηση μεταβιβάζει τις υποχρεώσεις της Ευρατόμ για την υλοποίηση δραστηριοτήτων ευρύτερης θεώρησης. Συγκεκριμένα:
|
α) |
παρέχει δομοστοιχεία, εξοπλισμό, υλικά και άλλους πόρους για τις δραστηριότητες ευρύτερης θεώρησης· |
|
β) |
προετοιμάζει και συντονίζει τη συμμετοχή της Ευρατόμ στην υλοποίηση των δραστηριοτήτων ευρύτερης θεώρησης· |
|
γ) |
συντονίζει επιστημονικές και τεχνολογικές δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης· |
|
δ) |
παρέχει τη χρηματική συνεισφορά της Ευρατόμ στις δραστηριότητες ευρύτερης θεώρησης· |
|
ε) |
μεριμνά ώστε να διατεθούν ανθρώπινοι πόροι στις δραστηριότητες ευρύτερης θεώρησης· |
|
στ) |
διεξάγει οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες αναγκαίες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Ευρατόμ στο πλαίσιο διεύρυνσης της συμφωνίας ευρύτερης θεώρησης με την Ιαπωνία. |
3. Για την προπαρασκευή της κατασκευής αντιδραστήρα σύντηξης για σκοπούς επίδειξης και σχετικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της IFMIF, η κοινή επιχείρηση προετοιμάζει και συντονίζει πρόγραμμα δραστηριοτήτων έρευνας, ανάπτυξης και σχεδιασμού πέραν του ITER και των δραστηριοτήτων ευρύτερης θεώρησης.
4. Η κοινή επιχείρηση αναλαμβάνει οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες για τη διεύρυνση των συνολικών στόχων που εκτίθενται στο άρθρο 2, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων ενημέρωσης του κοινού για τη σημασία της κοινής επιχείρησης και της αποστολής της.
Άρθρο 4
Νομική προσωπικότητα
Η κοινή επιχείρηση έχει νομική προσωπικότητα. Έχει στην επικράτεια των μελών της την ευρύτερη δυνατή νομική ικανότητα που αναγνωρίζεται στα νομικά πρόσωπα από τις αντίστοιχες εθνικές νομοθεσίες. Δύναται, ιδίως, να συνάπτει συμβάσεις, να αποκτά άδειες, να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία, να συνάπτει δάνεια και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.
Άρθρο 5
Όργανα
1. Τα όργανα της κοινής επιχείρησης είναι το διοικητικό συμβούλιο και ο διευθυντής.
2. Το διοικητικό συμβούλιο επικουρείται από την εκτελεστική επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 7.
3. Το διοικητικό συμβούλιο και ο διευθυντής μπορεί να ζητούν τη γνώμη της (των) επιτροπής(-ών) επιστημονικού προγράμματος, σύμφωνα με το άρθρο 9.
Άρθρο 6
Διοικητικό συμβούλιο
1. Το διοικητικό συμβούλιο είναι υπεύθυνο για την επίβλεψη της κοινής επιχείρησης κατά την επιδίωξη των στόχων της, όπως παρατίθενται στο άρθρο 2, και για τη διασφάλιση στενής συνεργασίας μεταξύ της κοινής επιχείρησης και των μελών της στο πλαίσιο της υλοποίησης των δραστηριοτήτων της.
2. Κάθε μέλος της κοινής επιχείρησης εκπροσωπείται στο διοικητικό συμβούλιο από δύο μέλη, ένα από τα οποία έχει επιστημονική/τεχνική πείρα στα πεδία που σχετίζονται με τις δραστηριότητες της κοινής επιχείρησης.
3. Το διοικητικό συμβούλιο διατυπώνει συστάσεις και λαμβάνει αποφάσεις για οποιαδήποτε προβλήματα, θέματα ή ζητήματα που εμπίπτουν στο παρόν καταστατικό και σύμφωνα με αυτό. Ειδικότερα, το διοικητικό συμβούλιο:
|
α) |
εγκρίνει προτάσεις για τροποποιήσεις του παρόντος καταστατικού σύμφωνα με το άρθρο 21· |
|
β) |
αποφασίζει για κάθε θέμα που παραπέμπει σε αυτό η εκτελεστική επιτροπή· |
|
γ) |
διορίζει τον πρόεδρο και τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής· |
|
δ) |
εγκρίνει το σχέδιο του προγράμματος, τα προγράμματα εργασίας, το σχέδιο εκτιμώμενων πόρων, το σχέδιο στελέχωσης και το σχέδιο πολιτικής προσωπικού της κοινής επιχείρησης· |
|
ε) |
εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό, τους ετήσιους λογαριασμούς περιλαμβανομένων και των ειδικών μερών που αφορούν τις διοικητικές δαπάνες και τις δαπάνες του προσωπικού, και απαλλάσσει τον διευθυντή από την εκτέλεση του προϋπολογισμού, σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό· |
|
στ) |
ασκεί τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 σε σχέση με τον διευθυντή· |
|
ζ) |
εγκρίνει το οργανόγραμμα της κοινής επιχείρησης· |
|
η) |
εκδίδει το δημοσιονομικό κανονισμό και τους εκτελεστικούς κανόνες του σχετικά με την κοινή επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1· |
|
θ) |
θεσπίζει τις εκτελεστικές διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 10 παράγραφος 4 σε σχέση με το προσωπικό· |
|
ι) |
εκδίδει εκτελεστικούς κανόνες για να διατεθούν ανθρώπινοι πόροι στον οργανισμό ITER και στις δραστηριότητες ευρύτερης θεώρησης· |
|
ια) |
θεσπίζει και εφαρμόζει μέτρα και κατευθυντήριες γραμμές για την καταπολέμηση της απάτης, παρατυπιών και την αντιμετώπιση ενδεχόμενων περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων· |
|
ιβ) |
εγκρίνει τη συμφωνία φιλοξενίας μεταξύ της κοινής επιχείρησης και της Ισπανίας (εφεξής «η φιλοξενούσα χώρα») που αναφέρεται στο άρθρο 18· |
|
ιγ) |
λαμβάνει αποφάσεις για τυχόν απόκτηση, πώληση και υποθήκευση γης και άλλων τίτλων επί ακινήτου περιουσίας, καθώς και για τη σύσταση τυχόν ασφαλειών ή εγγυήσεων, για την ανάληψη συμμετοχής σε άλλες επιχειρήσεις ή ιδρύματα και για τη χορήγηση ή τη σύναψη δανείων· |
|
ιδ) |
εγκρίνει τη σύναψη συμφωνιών ή διακανονισμών όσον αφορά τη συνεργασία με τρίτες χώρες και με ιδρύματα, επιχειρήσεις ή ιδιώτες τρίτων χωρών ή με διεθνείς οργανισμούς· |
|
ιε) |
εγκρίνει τις ετήσιες εκθέσεις προόδου των δραστηριοτήτων της κοινής επιχείρησης σχετικά με τα προγράμματα εργασίας και τους πόρους της· |
|
ιστ) |
εκδίδει κανόνες σχετικά με τη βιομηχανική πολιτική, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τη διάδοση πληροφοριών, σε συμφωνία με την Επιτροπή· |
|
ιζ) |
συγκροτεί την (τις) επιτροπή(-ές) επιστημονικού προγράμματος και διορίζει τα μέλη της (τους)· |
|
ιη) |
ασκεί οποιεσδήποτε άλλες εξουσίες και εκτελεί άλλα λειτουργικά καθήκοντα, συμπεριλαμβανομένης της συγκρότησης επικουρικών οργάνων, τυχόν αναγκαίων για την άσκηση των καθηκόντων του στο πλαίσιο διεύρυνσης των στόχων του. |
4. Τα δικαιώματα ψήφου των μελών της κοινής επιχείρησης παρατίθενται στο παράρτημα Ι. Οι ψήφοι εκάστου μέλους είναι αδιαίρετοι.
5. Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου που περιγράφονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α), απαιτούν ομοφωνία.
Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου που περιγράφονται στην παράγραφο 3 στοιχεία β) έως ιγ), απαιτούν πλειοψηφία δύο τρίτων του συνόλου των ψήφων.
Εκτός εάν ορίζεται άλλως, όλες οι άλλες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία του συνόλου των ψήφων.
6. Η Ευρατόμ δικαιούται να διατυπώνει επιφυλάξεις στις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, εφόσον εκτιμά ότι οι εν λόγω αποφάσεις αντίκεινται στην κοινοτική νομοθεσία, περιλαμβανομένων ιδίως των διεθνών δεσμεύσεων που προκύπτουν από τη διεθνή συμφωνία ITER. Η Ευρατόμ πρέπει να αιτιολογεί δεόντως τις εν λόγω επιφυλάξεις.
Στην ως άνω περίπτωση η απόφαση αναστέλλεται και το θέμα παραπέμπεται, μαζί με τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου, στην Επιτροπή προκειμένου να εξετάσει τη νομιμότητά της.
Εντός μηνός από την υποβολή του ζητήματος σε αυτήν, η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση ως προς τη νομιμότητα της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου. Σε αντίθετη περίπτωση η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου θεωρείται ότι έχει εγκριθεί.
Το διοικητικό συμβούλιο επανεξετάζει την απόφασή του με βάση τις απόψεις της Επιτροπής και λαμβάνει τελική απόφαση.
7. Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει τον πρόεδρό του από τα μέλη του, κατόπιν προτάσεως της Ευρατόμ με πλειοψηφία δύο τρίτων του συνόλου των ψήφων. Η θητεία του προέδρου είναι διετής με δυνατότητα ανανέωσης μία φορά.
8. Το διοικητικό συμβούλιο συνέρχεται όταν το συγκαλεί ο πρόεδρός του και τουλάχιστον δύο φορές ανά έτος. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί επίσης να συγκληθεί κατόπιν αιτήσεως της απλής πλειοψηφίας των μελών του ή κατόπιν αιτήσεως του διευθυντή ή της Ευρατόμ. Κανονικά οι συνεδριάσεις πραγματοποιούνται στην έδρα της κοινής επιχείρησης.
9. Εκτός αντιθέτου αποφάσεως σε ειδικές περιπτώσεις, ο διευθυντής της κοινής επιχείρησης και ο πρόεδρος της εκτελεστικής επιτροπής συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου.
10. Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει τον εσωτερικό του κανονισμό και εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της εκτελεστικής επιτροπής με πλειοψηφία δύο τρίτων του συνόλου των ψήφων.
Άρθρο 7
Εκτελεστική επιτροπή
1. Η εκτελεστική επιτροπή συνεπικουρεί το διοικητικό συμβούλιο στην προετοιμασία των αποφάσεών του και εκτελεί οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα που της αναθέτει το διοικητικό συμβούλιο.
2. Η εκτελεστική επιτροπή απαρτίζεται από δεκατρία μέλη τα οποία διορίζει το διοικητικό συμβούλιο μεταξύ προσώπων αναγνωρισμένου κύρους και επαγγελματικής εμπειρίας σε επιστημονικά, τεχνικά και οικονομικά θέματα σχετικά με τα λειτουργικά καθήκοντα που εκτίθενται στο παρόν άρθρο. Ένα μέλος της εκτελεστικής επιτροπής είναι εκπρόσωπος της Ευρατόμ.
3. Συγκεκριμένα, η εκτελεστική επιτροπή:
|
α) |
εγκρίνει τη ανάθεση συμβάσεων σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό· |
|
β) |
σχολιάζει και διατυπώνει συστάσεις προς το διοικητικό συμβούλιο σχετικά με την πρόταση για το σχέδιο του προγράμματος, τα προγράμματα εργασίας, το σχέδιο εκτιμώμενων πόρων, τον ετήσιο προϋπολογισμό και τους ετήσιους λογαριασμούς που συντάσσει ο διευθυντής· |
|
γ) |
κατόπιν αιτήματος της Ευρατόμ ή της πλειοψηφίας των μελών της, υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο, αποφάσεις σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων ή οποιεσδήποτε άλλες αποφάσεις που του ανατίθενται. |
4. Κάθε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής διαθέτει μία ψήφο.
5. Εκτός εάν δηλώνεται άλλως, οι αποφάσεις της εκτελεστικής επιτροπής απαιτούν πλειοψηφία εννέα ψήφων υπέρ.
6. Η θητεία των μελών της εκτελεστικής επιτροπής είναι διετής, με δυνατότητα ανανέωσης μία φορά. Κάθε δύο χρόνια αντικαθίστανται τουλάχιστον τα μισά από τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής.
7. Όταν λήξει η θητεία τους, τα μέλη παραμένουν στην υπηρεσία έως τον διορισμό των ιδίων με ανανέωση της θητείας ή την αντικατάστασή τους. Εάν παραιτηθεί ένα μέλος, παραμένει στην υπηρεσία έως ότου αντικατασταθεί.
8. Ο πρόεδρος της εκτελεστικής επιτροπής διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο για διετή περίοδο, με δυνατότητα ανανέωσης μία φορά.
9. Η εκτελεστική επιτροπή συνεδριάζει όταν συγκαλείται από τον πρόεδρό της, τουλάχιστον δε έξι φορές ανά έτος. Η εκτελεστική επιτροπή μπορεί επίσης να συγκληθεί εάν το ζητήσουν τουλάχιστον τρία μέλη ή εάν το ζητήσει ο διευθυντής ή η Ευρατόμ. Οι συνεδριάσεις πραγματοποιούνται κανονικά στην έδρα της κοινής επιχείρησης.
10. Ο πρόεδρος της εκτελεστικής επιτροπής συμμετέχει στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου, εκτός εάν το διοικητικό συμβούλιο αποφασίσει διαφορετικά.
11. Με την επιφύλαξη προηγούμενης έγκρισης από το διοικητικό συμβούλιο, η εκτελεστική επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό.
Άρθρο 8
Διευθυντής
1. Ο διευθυντής είναι ο επικεφαλής εκτελεστικός αξιωματούχος, υπεύθυνος για την καθημερινή διαχείριση της κοινής επιχείρησης και ο νόμιμος εκπρόσωπός της.
2. Ο διευθυντής διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο, βάσει καταλόγου υποψηφίων που προτείνει η Επιτροπή μετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε άλλες περιοδικές εκδόσεις ή σε διαδικτυακούς τόπους. Ο διευθυντής διορίζεται για περίοδο πέντε ετών. Μετά από αξιολόγηση των επιδόσεων του διευθυντή από την Ευρατόμ και κατόπιν προτάσεως της τελευταίας, το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να παρατείνει τη θητεία μία φορά, για επιπλέον περίοδο το πολύ πέντε ετών.
3. Ο διευθυντής υπόκειται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 (εφεξής «ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης») και οι κανόνες που εκδόθηκαν από κοινού από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τους σκοπούς εφαρμογής του ανωτέρω κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
4. Ο διευθυντής εκτελεί τα προγράμματα εργασίας και δίνει οδηγίες για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων όπως παρατίθενται στο άρθρο 3. Παρέχει στο διοικητικό συμβούλιο, στην εκτελεστική επιτροπή, στις επιτροπές επιστημονικού προγράμματος και στα τυχόν επικουρικά όργανα όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των λειτουργικών καθηκόντων τους.
Συγκεκριμένα, ο διευθυντής:
|
α) |
οργανώνει, διευθύνει και επιβλέπει το προσωπικό και ασκεί ως προς το προσωπικό τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή· |
|
β) |
καταρτίζει το οργανόγραμμα της κοινής επιχείρησης και το υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση· |
|
γ) |
καταρτίζει και επικαιροποιεί κατά τακτά διαστήματα το σχέδιο του προγράμματος, τα προγράμματα εργασίας της κοινής επιχείρησης και το σχέδιο πολιτικής προσωπικού· |
|
δ) |
συντάσσει, σύμφωνα με τη συμφωνία ITER και τη συμφωνία ευρύτερης θεώρησης με την Ιαπωνία, κανόνες εφαρμογής ώστε να διατίθενται ανθρώπινοι πόροι στον οργανισμό ITER και για τις δραστηριότητες ευρύτερης θεώρησης· |
|
ε) |
καταρτίζει, σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό, το σχέδιο εκτιμώμενων πόρων και το σχέδιο ετήσιου προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένου του σχεδίου στελέχωσης της κοινής επιχείρησης· |
|
στ) |
εκτελεί τον προϋπολογισμό, τηρεί τα βιβλία απογραφής και καταρτίζει τους ετήσιους λογαριασμούς σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό· |
|
ζ) |
διασφαλίζει την εφαρμογή χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και τη διεξαγωγή εσωτερικών ελέγχων· |
|
η) |
συντάσσει τους κανόνες για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και για τη βιομηχανική πολιτική, καθώς και για τη διάδοση των πληροφοριών· |
|
θ) |
συντάσσει την ετήσια έκθεση προόδου υλοποίησης των δραστηριοτήτων της κοινής επιχείρησης που εμφαίνονται στα προγράμματα εργασίας και στο σχέδιο εκτιμώμενων πόρων· |
|
ι) |
συντάσσει οποιεσδήποτε άλλες εκθέσεις ζητήσει το διοικητικό συμβούλιο ή η εκτελεστική επιτροπή· |
|
ια) |
συνεπικουρεί το διοικητικό συμβούλιο, την εκτελεστική επιτροπή και τυχόν επικουρικά όργανα παρέχοντάς τους υπηρεσίες γραμματείας· |
|
ιβ) |
συμμετέχει στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου, εκτός εάν αποφασίσει άλλως το διοικητικό συμβούλιο, και συμμετέχει στις συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής· |
|
ιγ) |
διασφαλίζει τη διάθεση επιστημονικής και τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης προς την κοινή επιχείρηση για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της· |
|
ιδ) |
διεξάγει άλλες δραστηριότητες και, αν κριθεί αναγκαίο, υποβάλλει άλλες προτάσεις στο διοικητικό συμβούλιο προς υλοποίηση των στόχων της κοινής επιχείρησης. |
Άρθρο 9
Επιτροπή(ές) επιστημονικού προγράμματος
1. Το διοικητικό συμβούλιο διορίζει τα μέλη της (των) επιτροπής(-ών) επιστημονικού προγράμματος. Ο πρόεδρος της (των) επιτροπής(-ών) επιστημονικού προγράμματος εκλέγεται μεταξύ των μελών της (των).
2. Η (Οι) επιτροπή(-ές) επιστημονικού προγράμματος παρέχει(-ουν) συμβουλές στο διοικητικό συμβούλιο και τον διευθυντή, στο μέτρο που κρίνεται αναγκαίο, σχετικά με την έγκριση και υλοποίηση του σχεδίου του προγράμματος και των προγραμμάτων εργασίας.
Άρθρο 10
Προσωπικό
1. Τα μέλη του προσωπικού της κοινής επιχείρησης συνεπικουρούν τον διευθυντή στην εκτέλεση των καθηκόντων του και έχουν κανονικά την υπηκοότητα των μελών της κοινής επιχείρησης.
2. Στο προσωπικό της κοινής επιχείρησης εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και οι κανόνες που εκδόθηκαν από κοινού από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τους σκοπούς εφαρμογής του ανωτέρω κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Το διοικητικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τις αναγκαίες διατάξεις εφαρμογής, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που προβλέπονται από το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
3. Η κοινή επιχείρηση ασκεί, ως προς τα μέλη του προσωπικού της, τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
4. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να θεσπίζει διατάξεις ώστε να επιτρέπει την απόσπαση στην κοινή επιχείρηση εθνικών εμπειρογνωμόνων προερχόμενων από τα μέλη της.
Άρθρο 11
Προγράμματα εργασίας και σχέδιο εκτιμώμενων πόρων
Ο διευθυντής ετοιμάζει κάθε έτος, για υποβολή στο διοικητικό συμβούλιο, το σχέδιο του προγράμματος, το σχέδιο εκτιμώμενων πόρων και τα αναλυτικά ετήσια προγράμματα εργασίας και τον ετήσιο προϋπολογισμό. Ένα πρόγραμμα εργασίας καταρτίζεται για κάθε μια από τις δέσμες δραστηριοτήτων της κοινής επιχείρησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3.
Άρθρο 12
Πόροι
1. Οι πόροι της κοινής επιχείρησης συνίστανται σε συνεισφορά της Ευρατόμ, ετήσιες εισφορές των μελών και προαιρετικές συνεισφορές από τα μέλη πλην της Ευρατόμ, συνεισφορές από τη φιλοξενούσα χώρα του ITER και πρόσθετους πόρους:
|
α) |
η συνεισφορά της Ευρατόμ διατίθεται μέσω των κοινοτικών προγραμμάτων έρευνας και εκπαίδευσης που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 της συνθήκης· |
|
β) |
οι ετήσιες εισφορές των μελών λαμβάνουν τη μορφή χρηματικών συνεισφορών και διατίθενται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ· |
|
γ) |
οι προαιρετικές συνεισφορές μπορούν να πραγματοποιούνται σε χρήμα ή σε είδος και δεν συνυπολογίζονται με τις ετήσιες εισφορές των μελών· |
|
δ) |
συνεισφορές από τη φιλοξενούσα χώρα του ITER· |
|
ε) |
μπορούν να εισπράττονται και πρόσθετοι πόροι, υπό τους όρους που εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο. |
2. Οι πόροι της κοινής επιχείρησης χρησιμοποιούνται μόνο στο πλαίσιο της υλοποίησης των στόχων της που ορίζονται στο άρθρο 2. Η αξία των συνεισφορών σε είδος καθορίζεται από την κοινή επιχείρηση. Με την επιφύλαξη του άρθρου 19, δεν καταβάλλεται καμία πληρωμή στα μέλη της κοινής επιχείρησης υπό μορφή κατανομής τυχόν πλεονάσματος των εσόδων σε σχέση με τις δαπάνες.
Άρθρο 13
Δημοσιονομικός κανονισμός
1. Ο δημοσιονομικός κανονισμός και οι κανόνες εφαρμογής του εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο.
2. Στο δημοσιονομικό κανονισμό διατυπώνονται οι κανόνες για την κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού της κοινής επιχείρησης.
3. Ο δημοσιονομικός κανονισμός πρέπει να συμφωνεί με τις γενικές αρχές όπως παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ.
Άρθρο 14
Ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων
Στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων καταγράφεται η υλοποίηση των προγραμμάτων εργασίας εκ μέρους της κοινής επιχείρησης. Στην έκθεση περιγράφονται ειδικότερα οι δραστηριότητες που διεξάγονται από την κοινή επιχείρηση και αξιολογούνται τα αποτελέσματα σε σχέση με τους στόχους και το χρονοδιάγραμμα που έχουν τεθεί, τους συνδεόμενους με τις διεξαγόμενες δραστηριότητες κινδύνους, τη χρήση των πόρων και την εν γένει λειτουργία της κοινής επιχείρησης. Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων συντάσσεται από τον διευθυντή, εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο και διαβιβάζεται στα μέλη της κοινής επιχείρησης, στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 15
Ετήσιοι λογαριασμοί και επίβλεψη
1. Εντός δύο μηνών από τη λήξη κάθε οικονομικού έτους, οι προσωρινοί λογαριασμοί της κοινής επιχείρησης υποβάλλονται στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής «το Ελεγκτικό Συνέδριο»).
Το αργότερο στις 15 Ιουνίου, μετά το τέλος εκάστου οικονομικού έτους, το Ελεγκτικό Συνέδριο διατυπώνει τις παρατηρήσεις του σε σχέση με τους προσωρινούς λογαριασμούς της κοινής επιχείρησης.
Εντός έξι μηνών από τη λήξη εκάστου οικονομικού έτους, ο διευθυντής υποβάλλει τους τελικούς λογαριασμούς της κοινής επιχείρησης στην Επιτροπή, στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, απαλλάσσει, πριν από τις 30 Απριλίου του έτους n+2, τον διευθυντή ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού της κοινής επιχείρησης για το έτος n.
2. Η ευρωπαϊκή υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης (OLAF), που συγκροτήθηκε με την απόφαση της Επιτροπής 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ (1), διαθέτει τις ίδιες εξουσίες όσον αφορά την κοινή επιχείρηση και τα μέλη του προσωπικού της όπως εκείνες που διαθέτει ως προς τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Μόλις ιδρυθεί η κοινή επιχείρηση, προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής όσον αφορά τις εσωτερικές έρευνες εκ μέρους της OLAF (2). Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει την προσχώρηση αυτή και θεσπίζει τα απαιτούμενα μέτρα για τη διευκόλυνση των εσωτερικών ερευνών που διεξάγει η OLAF.
3. Οι πάσης φύσεως αποφάσεις που λαμβάνονται και οι συμβάσεις που συνάπτονται από την κοινή επιχείρηση ορίζουν ρητώς ότι η OLAF και το Ελεγκτικό Συνέδριο έχουν το δικαίωμα να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους των εγγράφων όλων των αναδόχων και υπεργολάβων οι οποίοι έχουν εισπράξει κοινοτικά κονδύλια, συμπεριλαμβανομένων ελέγχων στα γραφεία των τελικών αποδεκτών.
Άρθρο 16
Προσχώρηση
1. Μόλις προσχωρεί στην Ευρατόμ, οποιοδήποτε νέο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθίσταται μέλος της κοινής επιχείρησης.
2. Μέλος καθίσταται οποιαδήποτε τρίτη χώρα συνάπτει συμφωνία συνεργασίας με την Ευρατόμ στο πεδίο της ελεγχόμενης πυρηνικής σύντηξης, με την οποία συνδέονται τα σχετικά ερευνητικά της προγράμματα με τα αντίστοιχα της Ευρατόμ και εκδηλώνει την επιθυμία να καταστεί μέλος της κοινής επιχείρησης.
Άρθρο 17
Διάρκεια
Η κοινή επιχείρηση ιδρύεται για περίοδο 35 ετών αρχομένη από 19ης Απριλίου 2007.
Άρθρο 18
Στήριξη από τη φιλοξενούσα χώρα
Μεταξύ της κοινής επιχείρησης και της φιλοξενούσας χώρας συνάπτεται συμφωνία φιλοξενίας που αφορά, ειδικότερα, τον τόπο εγκατάστασης και τη στήριξη που θα δοθεί.
Άρθρο 19
Διάλυση
1. Στο τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 17 ή κατόπιν αποφάσεως του Συμβουλίου, η κοινή επιχείρηση διαλύεται.
2. Για τις ανάγκες της διαδικασίας διαλύσεως της κοινής επιχείρησης, το διοικητικό συμβούλιο ορίζει έναν ή περισσότερους εκκαθαριστές, οι οποίοι συμμορφώνονται προς τις οδηγίες που δίνει το διοικητικό συμβούλιο.
3. Κατά τη διάλυσή της, η κοινή επιχείρηση οφείλει να επιστρέφει στη φιλοξενούσα χώρα όλα τα στοιχεία υλικής υποστήριξης που αυτή έχει θέσει στη διάθεσή της σύμφωνα με τη συμφωνία φιλοξενίας που προβλέπεται στο άρθρο 18.
4. Όταν έχει διατεθεί κάθε στοιχείο υλικής υποστήριξης όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3, τυχόν περαιτέρω περιουσιακά στοιχεία χρησιμοποιούνται για να καλύψουν τα χρέη της κοινής επιχείρησης και τις δαπάνες που συνδέονται με τη διάλυσή της. Τυχόν πλεόνασμα ή έλλειμμα κατανέμεται μεταξύ των μελών που υπάρχουν κατά το χρόνο της διαλύσεως ή καλύπτεται από τα μέλη αυτά κατ’ αναλογία προς το πραγματικό συνολικό ποσό που έχουν συνεισφέρει στην κοινή επιχείρηση.
Άρθρο 20
Κυριότητα και εκχώρηση δικαιωμάτων
1. Η κοινή επιχείρηση είναι ιδιοκτήτης των πάσης φύσεως πόρων, υλικών και άυλων περιουσιακών στοιχείων που δημιουργούνται από την ίδια ή αποκτώνται από αυτήν, εκτός εάν συμφωνηθεί άλλως μεταξύ της Επιτροπής και της κοινής επιχείρησης.
2. Τα μέλη καθώς και οι εθνικοί οργανισμοί τους σύντηξης προσφέρουν δωρεάν στην κοινή επιχείρηση τυχόν τίτλους, δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις συναφθείσες και παραγγελίες δοθείσες από την Ευρατόμ ή με τη στήριξή της σε σχέση με τις δραστηριότητες της κοινής επιχείρησης πριν από την ίδρυσή της.
3. Η κοινή επιχείρηση μπορεί να αναλάβει οποιαδήποτε σύμβαση ή παραγγελία που αναφέρεται στην παράγραφο 2.
Άρθρο 21
Τροποποιήσεις
1. Κάθε μέλος της κοινής επιχείρησης δύναται να υποβάλλει πρόταση στο διοικητικό συμβούλιο για την τροποποίηση του παρόντος καταστατικού.
Ωστόσο, η Ευρατόμ είναι υπεύθυνη για την υποβολή προτάσεων αλλαγής του συστήματος και των δικαιωμάτων ψήφου, καθώς και για τον καθορισμό των δικαιωμάτων ψήφου των νέων μελών.
2. Αν το διοικητικό συμβούλιο αποδεχθεί την πρόταση, την υποβάλλει προς έγκριση στην Επιτροπή.
3. Η Επιτροπή θα υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο για την έγκριση των εν λόγω τροποποιήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 50 της συνθήκης Ευρατόμ.
Άρθρο 22
Επίλυση διαφορών
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 154 της συνθήκης, οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ μελών της κοινής επιχείρησης ή μεταξύ ενός ή περισσοτέρων μελών και της κοινής επιχείρησης όσον αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του παρόντος καταστατικού, η οποία δεν έχει ρυθμιστεί με τη μεσολάβηση του διοικητικού συμβουλίου μπορεί, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε από τα διιστάμενα μέρη, να παραπεμφθεί σε διαιτητικό δικαστήριο.
2. Σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση συγκροτείται διαιτητικό δικαστήριο. Η σύνθεσή του περιλαμβάνει τρία μέλη που ορίζονται από κοινού από τα διιστάμενα μέρη. Τα μέλη του διαιτητικού δικαστηρίου εκλέγουν τον πρόεδρό τους μεταξύ τους.
3. Αν τα διιστάμενα μέρη δεν κατορθώσουν να ορίσουν ένα ή περισσότερα μέλη του διαιτητικού δικαστηρίου εντός δύο μηνών από την αίτηση υποβολής της διαφοράς στο διαιτητικό δικαστήριο, ή αν εντός ενός μηνός από τον ορισμό των μελών, αυτά δεν εκλέξουν πρόεδρο, το ή τα εν λόγω μέλη ή ο πρόεδρος ορίζονται από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατόπιν αιτήσεως ενός των διισταμένων μερών.
4. Το διαιτητικό δικαστήριο λαμβάνει την απόφασή του με πλειοψηφία. Η απόφαση αυτή είναι δεσμευτική και οριστική.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΨΗΦΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
Τα δικαιώματα ψήφου των μελών του διοικητικού συμβουλίου κατανέμονται ως εξής:
|
Ευρατόμ |
5 |
|
Αυστρία |
2 |
|
Βέλγιο |
2 |
|
Βουλγαρία |
1 |
|
Κύπρος |
1 |
|
Τσεχική Δημοκρατία |
2 |
|
Δανία |
2 |
|
Εσθονία |
1 |
|
Φινλανδία |
2 |
|
Γαλλία |
5 |
|
Ελλάδα |
2 |
|
Γερμανία |
5 |
|
Ουγγαρία |
2 |
|
Ιρλανδία |
2 |
|
Ιταλία |
5 |
|
Λεττονία |
2 |
|
Λιθουανία |
2 |
|
Λουξεμβούργο |
1 |
|
Μάλτα |
1 |
|
Πολωνία |
3 |
|
Πορτογαλία |
2 |
|
Ρουμανία |
2 |
|
Σλοβακία |
2 |
|
Σλοβενία |
2 |
|
Σουηδία |
2 |
|
Ελβετία |
2 |
|
Ισπανία |
3 |
|
Κάτω Χώρες |
2 |
|
Ηνωμένο Βασίλειο |
5 |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ
ΕΤΗΣΙΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ
|
1. |
Τα μέλη πέραν της Ευρατόμ καταβάλλουν ετήσιες εισφορές συμμετοχής τους ως μελών στην κοινή επιχείρηση. |
|
2. |
Το συνολικό ποσό των ετήσιων εισφορών των μελών για το έτος n υπολογίζεται με βάση τους ετήσιους πόρους που απαιτούνται για τις διοικητικές δαπάνες της κοινής επιχείρησης το έτος n, όπως εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο. |
|
3. |
Το συνολικό ποσό των ετήσιων εισφορών των μελών δεν υπερβαίνει ποσοστό 10 % των συνολικών πόρων που απαιτούνται για τις διοικητικές δαπάνες της κοινής επιχείρησης, όπως αναγράφεται στην παράγραφο 2. |
|
4. |
Η ετήσια εισφορά συμμετοχής εκάστου μέλους, εκτός αν άλλως αποφασίσει ομόφωνα το διοικητικό συμβούλιο, συντίθεται από τα εξής:
|
(1) Εξαιρουμένης της χρηματοδοτικής συμμετοχής της Ευρατόμ στην επιχείρηση JET.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ: ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
|
1. |
Ο δημοσιονομικός κανονισμός ακολουθεί τις εξής αρχές κατάρτισης προϋπολογισμών:
|
|
2. |
Η κοινή επιχείρηση διαθέτει εσωτερικά πρότυπα ελέγχου και μηχανισμούς εν λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων κανόνων για οικονομικά κυκλώματα και διαδικασιών για οικονομικές συναλλαγές. |
|
3. |
Η κοινή επιχείρηση συγκροτεί μονάδα εσωτερικού δημοσιονομικού ελέγχου. |
|
4. |
Κατά παρέκκλιση της αρχής της ισοσκέλισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), η κοινή επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να συνάπτει δάνεια σύμφωνα με το άρθρο 4 του καταστατικού, κατόπιν εγκρίσεως του διοικητικού συμβουλίου και υπό τους όρους που εκτίθενται στο δημοσιονομικό κανονισμό. |
|
5. |
Ο δημοσιονομικός κανονισμός ορίζει, συγκεκριμένα:
|
|
6. |
Η κοινή επιχείρηση τηρεί λογιστική σε δεδουλευμένη βάση, σύμφωνα με διεθνή λογιστικά πρότυπα και διεθνή πρότυπα αναφοράς οικονομικών στοιχείων. Διενεργείται χωριστή διαχείριση και υπολογισμός εσόδων και εξόδων στους ετήσιους λογαριασμούς, που περιλαμβάνουν την εκτέλεση των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών του προϋπολογισμού, μαζί με τις διοικητικές δαπάνες. Η κοινή επιχείρηση δεν τηρεί χωριστούς λογαριασμούς κατά προέλευση των μελών, αλλά δίνει λογαριασμό για τις εισπραττόμενες ετήσιες εισφορές των μελών και τις αναλαμβανόμενες δραστηριότητες. |
|
7. |
Το οργανόγραμμα της κοινής επιχείρησης συντάσσεται κατόπιν συμφωνίας με την Επιτροπή και σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 3 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1). |
|
8. |
Οι εκτιμήσεις εσόδων και δαπανών, μαζί με τους λογαριασμούς λειτουργίας και τους ισολογισμούς της κοινής επιχείρησης για έκαστο οικονομικό έτος, κατατίθενται στην Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. |
|
9. |
Η κοινή επιχείρηση θεσπίζει διατάξεις και κανόνες που συγκροτούν σύστημα προμηθειών, ενσωματωμένο και συμβατό με το σύστημα προμηθειών του οργανισμού ITER και συνεκτιμώντας τις ιδιαίτερες επιχειρησιακές ανάγκες της κοινής επιχείρησης που πηγάζουν, μεταξύ άλλων, από διεθνείς δεσμεύσεις, επιτρέποντας τοιουτοτρόπως στην κοινή επιχείρηση να διεξάγει αποδοτικά και έγκαιρα τις προγραμματισμένες δραστηριότητες προμηθειών. |
(1) ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1995/2006 (ΕΕ L 390 της 30.12.2006, σ. 1).