6.8.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 205/16


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1294/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 5ης Αυγούστου 2005

σχετικά με την τροποποίηση τoυ παραρτήματoς Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1991, περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής (1), και ιδίως το άρθρο 13 δεύτερη περίπτωση,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το βιολογικό τρόπο παραγωγής σε επίπεδο εκμετάλλευσης οι οποίες ορίζονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91, τα ζώα πρέπει να τρέφονται με ζωοτροφές που έχουν παραχθεί βιολογικά. Για μεταβατική περίοδο που λήγει στις 24 Αυγούστου 2005, επιτρέπεται στους κτηνοτρόφους να χρησιμοποιούν περιορισμένη αναλογία συμβατικών ζωοτροφών, εφόσον μπορούν να αποδείξουν ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες βιολογικές ζωοτροφές.

(2)

Φαίνεται ότι δεν θα υπάρχει επαρκής προσφορά από πλευράς ποσοτήτων προκειμένου να ικανοποιηθεί η ζήτηση για βιολογικές πρώτες ύλες ζωοτροφών στην Κοινότητα μετά τις 24 Αυγούστου 2005, ιδίως όσον αφορά τις πλούσιες σε πρωτεΐνες πρώτες ύλες ζωοτροφών που είναι αναγκαίες για τη διατήρηση της παραγωγής μονογαστρικών ζώων και σε μικρότερο βαθμό μηρυκαστικών.

(3)

Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί παράταση της μεταβατικής περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας επιτρέπεται η χρήση συμβατικών ζωοτροφών.

(4)

Κατά συνέπεια, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(5)

Λαμβανομένου υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα του μέτρου, λόγω του γεγονότος ότι η διάταξη για τη χρήση συμβατικών ζωοτροφών λήγει στις 24 Αυγούστου 2005, ο παρών κανονισμός πρέπει να αρχίσει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(6)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 25 Αυγούστου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 5 Αυγούστου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 198 της 22.7.1991, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2254/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 385 της 29.12.2004, σ. 20).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το παράρτημα Ι μέρος Β του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 τροποποιείται ως εξής:

Το σημείο 4.8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από το σημείο 4.2, επιτρέπεται η χρήση περιορισμένης αναλογίας συμβατικών ζωοτροφών γεωργικής προέλευσης, εφόσον οι κτηνοτρόφοι μπορούν να αποδείξουν στον οργανισμό ή την αρχή ελέγχου του κράτους μέλους ότι αδυνατούν να προμηθευτούν ζωοτροφές αποκλειστικά βιολογικής παραγωγής.

Το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό συμβατικών ζωοτροφών ανά περίοδο δώδεκα μηνών είναι:

α)

για τα φυτοφάγα: 5 % κατά την περίοδο από 25 Αυγούστου 2005 έως 31 Δεκεμβρίου 2007·

β)

για τα άλλα είδη:

15 % κατά την περίοδο από 25 Αυγούστου 2005 έως 31 Δεκεμβρίου 2007,

10 % κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2008 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009,

5 % κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2010 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011.

Τα αριθμητικά στοιχεία αυτά υπολογίζονται ετησίως ως ποσοστό της ξηράς ουσίας των ζωοτροφών γεωργικής προέλευσης. Το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό συμβατικών ζωοτροφών στο ημερήσιο σιτηρέσιο, με εξαίρεση την περίοδο της εποχικής μετακίνησης των ποιμνίων κάθε έτος, πρέπει να ανέρχεται στο 25 % υπολογιζόμενο ως ποσοστό επί της ξηράς ουσίας».