6.8.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 205/12


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1293/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 5ης Αυγούστου 2005

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2676/90 περί καθορισμού κοινοτικών μεθόδων ανάλυσης που εφαρμόζονται στον οινικό τομέα

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (1), και ιδίως το άρθρο 46 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η μέθοδος μέτρησης της υπερπίεσης των ημιαφρωδών και αφρωδών οίνων καθορίστηκε σύμφωνα με διεθνώς αναγνωρισμένα κριτήρια. Η νέα περιγραφή της εγκρίθηκε από το διεθνές γραφείο αμπέλου και οίνου στη γενική του συνέλευση του 2003.

(2)

Η χρήση της εν λόγω μεθόδου μετρήσεων μπορεί να καταστήσει απλούστερο και ακριβέστερο τον έλεγχο της υπερπίεσης των συγκεκριμένων οίνων.

(3)

Η περιγραφή της συνήθους μεθόδου, που παρατίθεται στο κεφάλαιο 37 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2676/90 της Επιτροπής (2), δεν εξυπηρετεί πλέον κανένα σκοπό και, συνεπώς, η παράγραφος 3 του κεφαλαίου 37 πρέπει να διαγραφεί. Επιπλέον, πρέπει να προστεθεί, σε νέο κεφάλαιο του παραρτήματος του εν λόγω κανονισμού, η εκσυγχρονισμένη περιγραφή της ανωτέρω μεθόδου.

(4)

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2676/90 πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(5)

Τα μέτρα που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης οίνων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2676/90 τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 5 Αυγούστου 2005.

Για την Επιτροπή

Mariann FISCHER BOEL

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 179 της 14.7.1999, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ 1188/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 193 της 23.7.2005, σ. 24).

(2)   ΕΕ L 272 της 3.10.1990, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 355/2005 (ΕΕ L 56 της 2.3.2005, σ. 3).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το παράρτημα του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2676/90 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το κεφάλαιο 37 «Διοξείδιο του άνθρακα» τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

η επικεφαλίδα αντικαθίσταται από την ακόλουθη: «1. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ»,

ii)

το σημείο 1.2 διαγράφεται.

β)

Στην παράγραφο 2, η επικεφαλίδα του σημείου 2.3 αντικαθίσταται από την ακόλουθη: «Υπολογισμός της θεωρητικής υπερπίεσης».

γ)

Οι παράγραφοι 3 και 4 διαγράφονται.

2)

Μετά το κεφάλαιο 37, παρεμβάλλεται το ακόλουθο κείμενο ως κεφάλαιο 37α:

«37α —   ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΠΙΕΣΗΣ ΤΩΝ ΑΦΡΩΔΩΝ ΚΑΙ ΗΜΙΑΦΡΩΔΩΝ ΟΙΝΩΝ

1.   ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ

Ύστερα από σταθεροποίηση της θερμοκρασίας και ανακίνηση της φιάλης, μετριέται η υπερπίεση με αφρόμετρο (μετρητής πίεσης). Εκφράζεται σε μονάδες pascal/πασκάλ (Pa) (μέθοδος τύπου I). Η μέθοδος εφαρμόζεται επίσης στους αεριούχους αφρώδεις και αεριούχους ημιαφρώδεις οίνους.

2.   ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΑ

Η συσκευή που επιτρέπει τη μέτρηση της υπερπίεσης στις φιάλες των ημιαφρωδών και αφρωδών οίνων ονομάζεται “αφρόμετρο”. Η μορφή της διαφέρει ανάλογα με το σύστημα πωματισμού της φιάλης (μεταλλικό επιστόμιο, στεφάνη, πώμα από φελλό ή πλαστικό).

2.1.   Για τις φιάλες με επιστόμιο

Η συσκευή συγκροτείται από τρία τμήματα (βλ. σχήμα 1):

Το ανώτερο τμήμα (κοχλιωτό στήριγμα βελόνης) αποτελείται από το μανόμετρο, έναν χειροκίνητο δακτύλιο σύσφιγξης, έναν ατέρμονα κοχλία που εισχωρεί στο μεσαίο τμήμα και μiα βελόνη που διαπερνά το επιστόμιο. Η βελόνη διαθέτει πλευρική οπή, μέσω της οποίας μεταδίδεται η πίεση στο μανόμετρο. Ένας σύνδεσμος εξασφαλίζει τη στεγανότητα του συνόλου επάνω στο επιστόμιο της φιάλης.

Το μεσαίο τμήμα (περικόχλιο) χρησιμεύει στην τοποθέτηση του ανώτερου τμήματος στο κέντρο του επιστομίου και βιδώνεται στο κατώτερο τμήμα, ώστε να συγκρατεί σταθερά το σύνολο επάνω στη φιάλη.

Το κατώτερο τμήμα (σφιγκτήρας) είναι εφοδιασμένο με μια προεξοχή που ολισθαίνει κάτω από τον δακτύλιο της φιάλης, ώστε να στερεώνεται το σύνολο. Υπάρχουν δακτύλιοι που προσαρμόζονται σε κάθε τύπο φιάλης.

2.2.   Για τις φιάλες με πώμα

Η συσκευή συγκροτείται από δύο τμήματα (βλ. σχήμα 2):

Το ανώτερο τμήμα είναι πανομοιότυπο με εκείνο της προηγούμενης συσκευής. Η βελόνη, όμως, έχει μεγαλύτερο μήκος και συνίσταται σε μακρύ κοίλο σωλήνα, ο οποίος καταλήγει σε ακίδα που διευκολύνει τη διάτρηση του πώματος. Η εν λόγω ακίδα είναι αποσπώμενη και, αφού διαπεράσει το πώμα, πέφτει μέσα στον οίνο.

Το κατώτερο τμήμα αποτελείται από το περικόχλιο και μία βάση που εδράζεται στο πώμα. Η τελευταία είναι εφοδιασμένη με τέσσερις κοχλίες σύσφιγξης για τη συγκράτηση του συνόλου επάνω στο πώμα.

Image 1

Image 2

Παρατηρήσεις όσον αφορά τα μανόμετρα με τα οποία είναι εξοπλισμένοι οι ανωτέρω δύο τύποι συσκευών:

Είναι δυνατόν να είναι είτε μηχανικά με σωλήνα Bourdon, είτε ψηφιακά με πιεζοηλεκτρικό αισθητήρα. Στην πρώτη περίπτωση, ο σωλήνας Bourdon πρέπει οπωσδήποτε να είναι κατασκευασμένος από ανοξείδωτο χάλυβα.

Είναι βαθμολογημένα σε μονάδες pascal (σύντμηση Pa). Στην περίπτωση των αφρωδών οίνων, είναι πιο πρακτικό να χρησιμοποιείται ως μονάδα το 105 pascals (105 Pa) ή το kilopascal/χιλιοπασκάλ (kPa).

Είναι δυνατόν να είναι διαφορετικών κλάσεων. Η κλάση ενός μανομέτρου είναι η ακρίβεια της ανάγνωσης σε σχέση με την πλήρη κλίμακά του, εκφραζόμενη επί τοις εκατό (π.χ. ένα μανόμετρο των 1 000 kPa, κλάσης 1 υποδηλώνει μέγιστη πίεση χρήσης 1 000 kPa και ανάγνωση με ακρίβεια ± 10 kPa). Η κλάση 1 συνιστάται για τις ακριβείς μετρήσεις.

3.   ΤΡΟΠΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η μέτρηση πρέπει να εκτελείται σε φιάλες των οποίων η θερμοκρασία είναι σταθεροποιημένη για 24 ώρες τουλάχιστον. Αφού διατρηθεί το επιστόμιο ή το πώμα από φελλό ή πλαστικό, η φιάλη πρέπει να ανακινείται ζωηρά μέχρι να επιτευχθεί σταθερή πίεση για την ανάγνωση της ένδειξης.

3.1.   Φιάλες με επιστόμιο

Η προεξοχή του σφιγκτήρα φέρεται με ολίσθηση κάτω από το δακτύλιο της φιάλης. Βιδώνεται το περικόχλιο μέχρι να στερεωθεί το σύνολο στη φιάλη και, κατόπιν, βιδώνεται το ανώτερο τμήμα στο περικόχλιο. Για να αποφευχθεί η απώλεια αερίου, η διάτρηση του επιστομίου πρέπει να εκτελείται όσο το δυνατόν ταχύτερα, ώστε ο σύνδεσμος να έρθει σε επαφή με το επιστόμιο. Στη συνέχεια, η φιάλη πρέπει να ανακινείται ζωηρά μέχρι να επιτευχθεί σταθερή πίεση για την ανάγνωση της ένδειξης.

3.2.   Φιάλες με πώμα

Τοποθετείται μια ακίδα στο άκρο της βελόνης. Το σύνολο τοποθετείται κατόπιν επάνω στο πώμα και συσφίγγονται οι τέσσερις κοχλίες. Βιδώνεται το ανώτερο τμήμα (οπότε η βελόνη διαπερνά το πώμα). Η ακίδα πρέπει να πέσει μέσα στη φιάλη για να μπορεί να μεταδοθεί η πίεση στο μανόμετρο. Ακολουθεί ανάγνωση της ένδειξης, μετά από ανακίνηση της φιάλης μέχρι να επιτευχθεί σταθερή πίεση. Μετά την ανάγνωση, ανακτάται η ακίδα.

4.   ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ

Η υπερπίεση σε θερμοκρασία 20 °C (Paph20) εκφράζεται σε μονάδες pascal (Pa) ή kilopascal (kPa). Η τιμή της υπερπίεσης πρέπει να αντιστοιχεί στην ακρίβεια του μανόμετρου (π.χ. 6,3·105 Pa ή 630 kPa και όχι 6,33·105 Pa ή 633 kPa, προκειμένου για μανόμετρο πλήρους κλίμακας 1 000 kPa, κλάσης 1).

Όταν η θερμοκρασία μέτρησης δεν είναι 20 °C, απαιτείται διόρθωση, με πολλαπλασιασμό της μετρούμενης πίεσης επί κατάλληλο συντελεστή (βλ. πίνακα 1).

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Σχέση της υπερπίεσης Paph20 ενός ημιαφρώδους ή αφρώδους οίνου σε θερμοκρασία 20 °C με την υπερπίεση Papht σε θερμοκρασία t

°C

 

0

1,85

1

1,80

2

1,74

3

1,68

4

1,64

5

1,59

6

1,54

7

1,50

8

1,45

9

1,40

10

1,36

11

1,32

12

1,28

13

1,24

14

1,20

15

1,16

16

1,13

17

1,09

18

1,06

19

1,03

20

1,00

21

0,97

22

0,95

23

0,93

24

0,91

25

0,88

5.   ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ

Μέθοδος άμεσου προσδιορισμού φυσικών παραμέτρων (μέθοδος κριτήριο, τύπου I)

Έλεγχος των αφρομέτρων

Τα αφρόμετρα πρέπει να ελέγχονται τακτικά (τουλάχιστον μία φορά ετησίως).

Ο έλεγχος διεξάγεται σε τράπεζα βαθμονόμησης, που επιτρέπει τη σύγκριση του ελεγχόμενου μανομέτρου με ένα μανόμετρο αναφοράς, υψηλότερης κλάσης και σύμφωνο με τα εθνικά πρότυπα, το οποίο συνδέεται εν παραλλήλω. Με τον έλεγχο αντιπαραβάλλονται οι ενδείξεις των δύο οργάνων, πρώτα για αύξουσες και έπειτα για φθίνουσες τιμές πίεσης. Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ τους, είναι δυνατόν να γίνουν οι απαραίτητες διορθώσεις με ρυθμιστικό κοχλία.

Όλα τα εργαστήρια και εξουσιοδοτημένοι οργανισμοί είναι εξοπλισμένα με τράπεζες βαθμονόμησης, οι οποίες διατίθενται επίσης από τους κατασκευαστές μανομέτρων.».