|
20.5.2004 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 183/35 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΚ) αριθ. 1008/2004 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 19ης Μαΐου 2004
για την επιβολή προσωρινού δασμού κατά των επιδοτήσεων στις εισαγωγές συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη καταγωγής Ινδίας
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,
τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2026/97 του Συμβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 1997 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 461/2004 (2) της 8ης Μαρτίου 2004 («ο βασικός κανονισμός») και ιδίως το άρθρο 12,
Μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
A. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
1. Γενικά
|
(1) |
Στις 21 Αυγούστου 2003, η Επιτροπή ανήγγειλε με ανακοίνωση («ανακοίνωση για την έναρξη») που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3) την έναρξη διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων όσον αφορά τις εισαγωγές στην Κοινότητα συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη καταγωγής Ινδίας. |
|
(2) |
Η διαδικασία κινήθηκε μετά από καταγγελία που υποβλήθηκε τον Ιούλιο 2003 από την European Carbon and Graphite Association (ECGA) εξ ονόματος των παραγωγών που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος, σ'αυτήν την περίπτωση πάνω από το 50 %, της συνολικής κοινοτικής παραγωγής συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη. Η καταγγελία περιείχε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την άσκηση πρακτικών επιδοτήσεων στο υπό εξέταση προϊόν και τη σημαντική ζημία που προέκυπτε από την πρακτική αυτή, στοιχεία τα οποία θεωρήθηκαν επαρκή για να δικαιολογήσουν την έναρξη διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων. |
|
(3) |
Πριν από την έναρξη της διαδικασίας και σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή κοινοποίησε στις δημόσιες αρχές της Ινδίας (ΔΑΙ) ότι είχε λάβει δεόντως τεκμηριωμένη καταγγελία στην οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι επιδοτούμενες συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη καταγωγής Ινδίας, προκαλούν σημαντική ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Οι ΔΑΙ κλήθηκαν σε διαβουλεύσεις με σκοπό να διευκρινιστεί η κατάσταση όσον αφορά το περιεχόμενο της καταγγελίας και να επιτευχθεί αμοιβαία αποδεκτή λύση. Ενώ οι δημόσιες αρχές της Ινδίας δεν υπέβαλαν αίτηση για διαβουλεύσεις, λήφθηκαν δεόντως υπόψη οι γραπτές παρατηρήσεις των ΔΑΙ όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιείχε η καταγγελία σχετικά με τις επιδοτούμενες εισαγωγές και την σημαντική ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. |
|
(4) |
Η έναρξη παράλληλης διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές στην Κοινότητα του ιδίου προϊόντος, καταγωγής Ινδίας, αναγγέλθηκε με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (4) την ίδια ημερομηνία. |
|
(5) |
Η Επιτροπή ενημέρωσε επισήμως τον καταγγέλλοντα και άλλους γνωστούς κοινοτικούς παραγωγούς, τους παραγωγούς-εξαγωγείς, τους εισαγωγείς, τους χρήστες και τους προμηθευτές που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας. Στα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση εντός της προθεσμίας που προβλεπόταν στην ανακοίνωση σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας. |
|
(6) |
Οι δύο Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς, οι ΔΑΙ, καθώς και οι παραγωγοί, οι χρήστες και οι εισαγωγείς-έμποροι της Κοινότητας, γνωστοποίησαν γραπτώς τις απόψεις τους. Δεκτά σε ακρόαση έγιναν όλα τα μέρη που το ζήτησαν εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, τα οποία απέδειξαν ότι η ακρόασή τους επιβάλλεται ένεκα ειδικών λόγων. |
2. Δειγματοληψία
|
(7) |
Λόγω του μεγάλου αριθμού μη συνδεδεμένων εισαγωγέων στην Κοινότητα, θεωρήθηκε σκόπιμο, σύμφωνα με το άρθρο 27 του βασικού κανονισμού, να εξεταστεί το ενδεχόμενο εφαρμογής της μεθόδου δειγματοληψίας. Για να μπορέσει η Επιτροπή να αποφασίσει κατά πόσον είναι αναγκαία η δειγματοληψία και, εφόσον είναι αναγκαία, να επιλέξει ένα δείγμα, κλήθηκαν όλοι οι γνωστοί μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς, δυνάμει του άρθρου 27 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, να αναγγελθούν εντός 15 ημερών από την έναρξη της διαδικασίας και να παρέχουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που ζητούνται στην ανακοίνωση για την έναρξη, για την περίοδο από την 1η Απριλίου 2002 έως τις 31 Μαρτίου 2003. Μόνον δύο μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς συμφώνησαν να συμπεριληφθούν στο δείγμα και παρείχαν τα απαιτούμενα στοιχεία εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Συνεπώς η δειγματοληψία δεν θεωρήθηκε αναγκαία γι’αυτήν τη διαδικασία. |
3. Ερωτηματολόγια
|
(8) |
Η Επιτροπή έστειλε επίσης ερωτηματολόγια σε όλα τα γνωστά ως ενδιαφερόμενα μέρη, στους δύο μη συνδεδεμένους εισαγωγείς που αναφέρονται ανωτέρω και σε όλες τις άλλες εταιρείες που αναγγέλθηκαν εντός των προθεσμιών οι οποίες καθορίζονται στην ανακοίνωση για την έναρξη, καθώς και στις δημόσιες αρχές της Ινδίας. |
|
(9) |
Λήφθηκαν απαντήσεις από δύο Ινδούς παραγωγούς-εξαγωγείς, από τους δύο καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς, από οκτώ εταιρείες χρήστες και από τους δύο μη συνδεδεμένους εισαγωγείς που αναφέρονται ανωτέρω. Επιπλέον, μία εταιρεία χρήστρια υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις που περιείχαν ορισμένα ποσοτικά στοιχεία και δύο ενώσεις χρηστών υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις στην Επιτροπή. |
|
(10) |
Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που έκρινε απαραίτητες για τον προκαταρκτικό προσδιορισμό της πρακτικής επιδοτήσεων, της ζημίας που προέκυψε και του συμφέροντος της Κοινότητας. Πραγματοποιήθηκαν επίσης επιτόπιοι έλεγχοι στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εταιρειών:
|
|
(11) |
Η έρευνα για την πρακτική επιδοτήσεων και τη ζημία κάλυψε την περίοδο από 1ης Απριλίου 2002 έως τις 31 Μαρτίου 2003 (εφεξής «η περίοδος της έρευνας» ή «ΠΕ»). Η εξέταση των τάσεων που απαιτήθηκε για την αξιολόγηση της ζημίας κάλυψε την περίοδο από το 1999 έως το τέλος της ΠΕ («η εξεταζόμενη περίοδος»). |
B. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ
1. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ
|
(12) |
Το υπό εξέταση προϊόν είναι ηλεκτρόδια από γραφίτη ή/και θηλές που χρησιμοποιούνται για τέτοια ηλεκτρόδια, είτε εισάγονται μαζί ή χωριστά. Το ηλεκτρόδιο γραφίτη είναι μία στήλη από γραφίτη κατασκευασμένη με χύτευση σε κεραμικούς τύπους ή με διέλαση. Τα δύο άκρα αυτού του κυλίνδρου, λεπτύνονται και διαμορφώνονται ελικωτές υποδοχές έτσι ώστε να είναι δυνατό να συνδεθούν δύο ή περισσότερα ηλεκτρόδια σχηματίζοντας στήλη. Για την ένωση δύο υποδοχών χρησιμοποιείται ένας σύνδεσμος επίσης από γραφίτη ονομαζόμενος «θηλή». Το σύνολο ηλεκτροδίων και θηλής από γραφίτη διατίθεται στην αγορά ως προσυναρμογολογημένο «σύστημα ηλεκτροδίων γραφίτη». |
|
(13) |
Τα ηλεκτρόδια γραφίτη και οι θηλές που χρησιμοποιούνται γι’αυτά τα ηλεκτρόδια παράγονται από πετρελαϊκό οπτάνθρακα (κοκ), ένα προϊόν της πετρελαιοβιομηχανίας, και από υπόλειμμα απόσταξης λιθανθρακόπισσας. Η κατασκευαστική διαδικασία έχει έξι στάδια, δηλαδή μορφοποίηση, όπτηση, εμποτισμός, ανόπτηση, μετατροπή σε γραφίτη και μηχανουργική κατεργασία. Για την μετατροπή σε γραφίτη, το προϊόν θερμαίνεται ηλεκτρικώς σε θερμοκρασία άνω των 3 000 oC. Ο γραφίτης, η κρυσταλλική μορφή του άνθρακα, είναι ένα μοναδικό υλικό με χαμηλή ηλεκτρική αλλά υψηλή θερμική αγωγιμότητα· έχει μεγάλη αντοχή και εξαιρετικές επιδόσεις σε υψηλή θερμοκρασία, και αυτό το καθιστά κατάλληλο για χρήση σε καμίνους ηλεκτρικού τόξου. Ο χρόνος κατεργασίας για ένα σύστημα ηλεκτροδίων γραφίτη είναι περίπου δύο μήνες. Δεν υπάρχουν υποκατάστατα προϊόντα για τα συστήματα ηλεκτροδίων γραφίτη. |
|
(14) |
Τα συστήματα ηλεκτροδίων γραφίτη χρησιμοποιούνται από τους παραγωγούς προϊόντων σιδήρου και χάλυβα σε καμίνους ηλεκτρικού τόξου, που ονομάζονται επίσης «μίνι χαλυβουργεία», ως αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος για την παραγωγή χάλυβα από ανακυκλωμένο παλαιοσίδηρο. Τα ηλεκτρόδια γραφίτη και οι θηλές που χρησιμοποιούνται γι’ αυτά τα συστήματα και που καλύπτονται από την παρούσα έρευνα είναι τα ηλεκτρόδια με φαινομένη πυκνότητα 1,65 g/cm3 ή μεγαλύτερη και με ηλεκτρική αντίσταση 6,0 μΩ.m ή μικρότερη. Τα συστήματα ηλεκτροδίου γραφίτη που πληρούν αυτές τις τεχνικές προδιαγραφές απορροφούν πολύ υψηλή ισχύ. |
|
(15) |
Ένας Ινδός εξαγωγέας δήλωσε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρήγε το υπό εξέταση προϊόν χωρίς να χρησιμοποιεί «βελονοειδή οπτάνθρακα πρώτης ποιότητας», που είναι εκλεκτής ποιότητας πετρελαϊκός οπτάνθρακας ο οποίος, σύμφωνα με αυτήν την εταιρεία, θεωρείται από τους καταγγέλλοντες απαραίτητος για την παραγωγή του προϊόντος με τις προδιαγραφές που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 12 έως 14. Αυτός ο εξαγωγέας επομένως ισχυρίστηκε ότι τα ηλεκτρόδια γραφίτη και οι θηλές που χρησιμοποιούνται γι’αυτά τα ηλεκτρόδια, και που κατασκευάζονται χωρίς «βελονοειδή οπτάνθρακα πρώτης ποιότητας» πρέπει να αποκλειστούν από το πεδίο της έρευνας. Όντως, μπορούν να χρησιμοποιηθούν διαφορετικές ποιότητες πετρελαϊκού οπτάνθρακα για την παραγωγή συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη. Εντούτοις, τα βασικά φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά του τελικού προϊόντος και οι τελικές του χρήσεις, ανεξάρτητα από τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται, καθορίζουν τον ορισμό του προϊόντος. Αν τα ηλεκτρόδια γραφίτη και οι θηλές που χρησιμοποιούνται γι’ αυτά τα ηλεκτρόδια καταγωγής Ινδίας και που εισάγονται στην Κοινότητα, ανταποκρίνονται στα φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά όπως περιγράφονται στον ορισμό του προϊόντος, τότε θεωρούνται υπό εξέταση προϊόν. Συνεπώς, το αίτημα αυτό απορρίφθηκε. |
2. ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ
|
(16) |
Διαπιστώθηκε ότι το προϊόν που εξαγόταν από την Ινδία στην Κοινότητα, το προϊόν που κατασκευάστηκε και πωλήθηκε στην εγχώρια αγορά της Ινδίας, καθώς και το προϊόν που κατασκευάστηκε και πωλήθηκε στην Κοινότητα από τους κοινοτικούς παραγωγούς, παρουσίαζαν τα ίδια βασικά φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και προορίζονταν για την ίδια χρήση, και επομένως, τα εν λόγω προϊόντα θεωρήθηκαν ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού. |
Γ. ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΉ
|
(17) |
Με βάση τις πληροφορίες που περιέχει η καταγγελία και τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής, η Επιτροπή εξέτασε τα ακόλουθα πέντε καθεστώτα, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς, συνεπάγονται τη χορήγηση των εξαγωγικών επιδοτήσεων από τις δημόσιες αρχές της Ινδίας:
|
|
(18) |
Τα καθεστώτα (i), (i) (ii), και (iv) που διευκρινίζονται ανωτέρω βασίζονται στο νόμο του 1992 περί αναπτύξεως και ρυθμίσεως του εξωτερικού εμπορίου (αριθ. 22 του 1992) που άρχισε να ισχύει στις 7 Αυγούστου 1992 («νόμος περί εξωτερικού εμπορίου»). Ο νόμος περί εξωτερικού εμπορίου επιτρέπει στις ΔΑΙ να δημοσιεύουν δηλώσεις που αφορούν την πολιτική στον τομέα των εισαγωγών και των εξαγωγών, που συνοψίζονται στα έγγραφα με τίτλο «Πολιτική εξαγωγών και εισαγωγών», τα οποία δημοσιεύονται από το υπουργείο εμπορίου ανά πενταετία και αναπροσαρμόζονται στην τρέχουσα κατάσταση τακτικά. Το έγγραφο για την πολιτική εξαγωγών και εισαγωγών που αφορά την ΠΕ σ’ αυτήν την περίπτωση είναι το πενταετές σχέδιο για την περίοδο από την 1η Απριλίου 2002 έως τις 31 Μαρτίου 2007. Εξάλλου, οι δημόσιες αρχές της Ινδίας καθόρισαν τις διαδικασίες που διέπουν την πολιτική εξωτερικού εμπορίου της Ινδίας στο «Εγχειρίδιο των εισαγωγικών και εξαγωγικών διαδικασιών - 1η Απριλίου 2002 έως 31 Μαρτίου 2007 (τόμος 1), και το οποίο αναπροσαρμόζεται τακτικά στην τρέχουσα κατάσταση. |
|
(19) |
Από το έγγραφο πολιτικής εισαγωγών και εξαγωγών για την περίοδο από 1ης Απριλίου 2002 έως 31 Μαρτίου 2007 προκύπτει σαφώς, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, ότι οι άδειες/πιστοποιητικά/εξουσιοδοτήσεις που εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της πολιτικής αυτής εξακολουθούν να ισχύουν για τον σκοπό για τον οποίο εκδόθηκαν, συμπεριλαμβανομένης της ΠΕ. |
|
(20) |
Οι μεταγενέστερες μνείες σ’ αυτό το κείμενο της νομικής βάσης των προαναφερόμενων καθεστώτων επιδοτήσεων (i) έως (iv) που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας πραγματοποιούνται με βάση το έγγραφο πολιτικής εξαγωγών και εισαγωγών για την περίοδο από 1ης Απριλίου 2002 έως 31 Μαρτίου 2007 και το εγχειρίδιο διαδικασιών - 1η Απριλίου 2002 έως 31 Μαρτίου 2007» (Τόμος 1). |
|
(21) |
Το καθεστώς για την απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος (v) βασίζεται στο νόμο του 1961 περί φόρου εισοδήματος, ο οποίος τροποποιείται ετησίως από το νόμο περί οικονομικών. |
|
(22) |
Το άρθρο 5 παράγραφος 5 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι το όριο 3 %, κάτω από το οποίο μια επιδότηση θεωρείται ασήμαντη, το οποίο εφαρμόζεται στις εισαγωγές από ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες, δηλαδή τις αναπτυσσόμενες χώρες που είναι μέλη του ΠΟΕ και οι οποίες μνημονεύονται στο παράρτημα VII της συμφωνίας για τις επιδοτήσεις, καθώς και για τις αναπτυσσόμενες χώρες μέλη του ΠΟΕ οι οποίες έχουν καταργήσει τελείως τις επιδοτήσεις των εξαγωγών, παύει να ισχύει οκτώ έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας για τον ΠΟΕ. Δεδομένου ότι η εν λόγω συμφωνία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995, αυτό το όριο επιδότησης δεν ισχύει πλέον. Το ελάχιστο κατώτατο όριο που ισχύει τώρα για τις εισαγωγές από όλες τις αναπτυσσόμενες χώρες είναι 2 % όπως προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 5 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού. Παράλληλα με το ελάχιστο κατώτατο όριο 3 % που ίσχυε για τις χώρες οι οποίες μνημονεύονται στο παράρτημα VII της συμφωνίας για τις επιδοτήσεις και τα αντισταθμιστικά μέτρα (ASCM), η πρακτική της ΕΚ συνίστατο στο να εφαρμόζεται στις εν λόγω χώρες ένα ελάχιστο κατώτατο όριο 0,3 % για κάθε επιμέρους καθεστώς επιδοτήσεων. Επειδή δεν εφαρμόζεται πλέον το ελάχιστο κατώτατο όριο για τις χώρες που μνημονεύονται στο παράρτημα VII της συμφωνίας για τις επιδοτήσεις και τα αντισταθμιστικά μέτρα, θεωρείται ότι δεν πρέπει επίσης να εφαρμόζεται πλέον το κατώτατο όριο για κάθε επιμέρους καθεστώς. |
2. ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΑΣΜΩΝ (DUTY ENTITLEMENT PASSBOOK - DEPB)
α) Νομική βάση
|
(23) |
Το DEPB τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 1997 με την ανακοίνωση των τελωνείων υπ' αριθμ. 34/97. Το έγγραφο πολιτικής εισαγωγών και εξαγωγών (παράγραφοι 4.3.1 έως 4.3.4) και το εγχειρίδιο διαδικασιών (παράγραφοι 4.37 έως 4.53) περιέχουν λεπτομερή περιγραφή του καθεστώτος. Το καθεστώς DEPB διαδέχεται το καθεστώς του βιβλιαρίου πιστώσεων (Passbook Scheme - PBS), το οποίο έληξε στις 31 Μαρτίου 1997. Από την αρχή, υπήρχαν δύο τύποι καθεστώτων DEPB, οι πιστώσεις DEPB που χορηγούνται πριν από την εξαγωγή και οι DEPB που χορηγούνται μετά την εξαγωγή. |
|
(24) |
Οι δημόσιες αρχές της Ινδίας δήλωσαν ότι το καθεστώς DEPB πριν από την εξαγωγή καταργήθηκε την 1η Απριλίου 2000 και, επομένως, ότι το καθεστώς αυτό δεν εφαρμόστηκε κατά την ΠΕ. Διαπιστώθηκε ότι καμία από τις εταιρείες δεν προσπορίστηκε οφέλη δυνάμει του καθεστώτος DEPB πριν από την εξαγωγή και επομένως, δεν είναι απαραίτητο να καθοριστεί η αντισταθμισιμότητα του καθεστώτος DEPB πριν από την εξαγωγή. Η ακόλουθη ανάλυση αυτού του καθεστώτος στηρίζεται έτσι στο καθεστώς DEPB μόνον πριν από την εξαγωγή. |
β) Δικαίωμα συμμετοχής
|
(25) |
Μπορούν να επωφεληθούν από το καθεστώς DEPB μετά την εξαγωγή οι παραγωγοί-εξαγωγείς ή οι έμποροι-εξαγωγείς (δηλαδή οι εμπορικοί φορείς). |
γ) Πρακτική εφαρμογή του καθεστώτος DEPB μετά την εξαγωγή
|
(26) |
Σύμφωνα με το καθεστώς αυτό, οποιοσδήποτε επιλέξιμος εξαγωγέας μπορεί να ζητήσει πιστώσεις που υπολογίζονται ως ποσοστό της αξίας των εξαγομένων τελικών προϊόντων. Αυτά τα ποσοστά DEPB έχουν καθοριστεί από τις ινδικές αρχές για τα περισσότερα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου του υπό εξέταση προϊόντος, με βάση τους συνήθεις κανόνες εισαγωγών/εξαγωγών («Standard Input/Output norms») («SION»). Η άδεια που αναφέρει το ποσό της χορηγηθείσας πίστωσης εκδίδεται αυτομάτως κατά την παραλαβή της αίτησης. |
|
(27) |
Το καθεστώς DEPB μετά την εξαγωγή επιτρέπει τη χρησιμοποίηση αυτών των πιστώσεων για την αντιστάθμιση των δασμών που εφαρμόζονται σε μεταγενέστερες εισαγωγές οποιουδήποτε εμπορεύματος, με εξαίρεση τα προϊόντα των οποίων η εισαγωγή απαγορεύεται ή υπόκειται σε περιορισμούς. Τα εμπορεύματα αυτά που εισάγονται έναντι των εν λόγω πιστώσεων μπορούν να πωληθούν στην εγχώρια αγορά (υποκείμενα σε φόρο πωλήσεων) ή να χρησιμοποιηθούν κατά διαφορετικό τρόπο. |
|
(28) |
Οι άδειες για καθεστώς DEPB μεταβιβάζονται ελεύθερα και, συνεπώς, πωλούνται συχνά. Η άδεια DEPB η οποία υπόκειται σε τέλος, για την υποβολή της σχετικής αίτησης, ύψους 0,5 % της ληφθείσας πίστωσης, ισχύει για περίοδο 12 μηνών από την ημερομηνία έκδοσης. Συνεπώς, οι άδειες που εκδίδονταν κατά την διετή περίοδο 1.4.2001 έως 31.3.2003 μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κατά την ΠΕ είτε προς πώληση ή για να αντισταθμίσουν τους εισαγωγικούς δασμούς. |
|
(29) |
Πριν από την ΠΕ, δηλαδή μέχρι τις 31.3.2002, η υποβολή άδειας DEPB επέτρεπε την αντιστάθμιση ενός κανονικού εισαγωγικού δασμού μέχρι την ονομαστική αξία της άδειας. Επιπλέον, η άδεια DEPB επέτρεπε επίσης την απαλλαγή από έναν άλλο δασμό, τον ειδικό συμπληρωματικό δασμό («SAD»). Ο δασμός αυτός καθορίζεται στο 4 % κατ’ αξία του δασμού συμπεριλαμβανομένης της τελωνειακής αξίας των περισσότερων εμπορευμάτων που εισάγονται στην Ινδία, καθώς και του υπό εξέταση προϊόντος. Ενώ η απαλλαγή από τον ειδικό συμπληρωματικό δασμό στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος, εξαρτάτο από την υποβολή άδειας DEPB, το ποσό του ειδικού συμπληρωματικού δασμού που είχε εξοικονομηθεί, δεν αφαιρείτο από το ποσό της πίστωσης που χορηγείτο στην άδεια.. Επομένως, υπήρξε πρόσθετος όφελος στο πλαίσιο του καθεστώτος DEPB, πέρα από την ονομαστική αξία της άδειας DEPB. |
|
(30) |
Από την έναρξη της ΠΕ, δηλαδή την 1.4.2002, οι δημόσιες αρχές της Ινδίας κατήργησαν την απαλλαγή από τον ειδικό συμπληρωματικό δασμό στο πλαίσιο του καθεστώτος DEPB. Επομένως, κατά την ΠΕ, κάθε αντιστάθμιση του ειδικού συμπληρωματικού δασμού αφαιρείτο απευθείας από την πίστωση της άδειας DEPB που υπέβαλε ο εισαγωγέας. Για να ληφθεί υπό αυτή η αλλαγή του καθεστώτος, και για να αποζημιωθούν οι εξαγωγείς για τα οφέλη που μπορούσαν να αποκομίσουν προηγουμένως με την απαλλαγή από τον ειδικό συμπληρωματικό δασμό, οι δημόσιες αρχές της Ινδίας αύξησαν τους συντελεστές DEPB από την 1.4.2002 με μία τροπολογία στους συνήθεις κανόνες εισαγωγών/εξαγωγών (SION) για το υπό εξέταση προϊόν. Οι ΔΑΙ χορηγούσαν επίσης, κατόπιν αιτήσεως, συμπληρωματικές πιστώσεις για άδειες που είχαν εκδοθεί πριν την 1.4.2002 για να αυξηθεί η χορηγηθείσα πίστωση στο επίπεδο του αναθεωρημένου συντελεστή DEPB. |
δ) Συμπεράσματα σχετικά με το καθεστώς DEPB μετά την εξαγωγή
|
(31) |
Όταν μια εταιρεία εξάγει προϊόντα, λαμβάνει πίστωση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αντισταθμιστούν τα ποσά των δασμών που πρέπει να καταβληθούν για μελλοντικές εισαγωγές εμπορευμάτων οποιουδήποτε τύπου ή μπορεί απλώς να πωληθεί στην ελεύθερη αγορά. |
|
(32) |
Η πίστωση υπολογίζεται αυτομάτως σύμφωνα με μια μέθοδο που χρησιμοποιεί τους συντελεστές SION, ανεξάρτητα από το αν εισήχθησαν συντελεστές παραγωγής, αν έχει καταβληθεί επ' αυτών εισαγωγικός δασμός ή αν οι συντελεστές παραγωγής χρησιμοποιήθηκαν πραγματικά για την παραγωγή προϊόντων που προορίζονται για εξαγωγές και σε ποιες ποσότητες. Πράγματι, μια εταιρεία μπορεί να ζητήσει άδεια χορήγησης πιστώσεων ανεξάρτητα από το αν πραγματοποιεί εισαγωγές ή αν αγοράζει τα προϊόντα από άλλες πηγές. Οι πιστώσεις DEPB θεωρούνται χρηματοδοτική συνδρομή επειδή πρόκειται για μη επιστρεπτέες ενισχύσεις. Περιλαμβάνουν άμεση μεταφορά κεφαλαίων, δεδομένου ότι μπορούν είτε να εκχωρηθούν και να μετατραπούν σε ρευστό είτε να χρησιμοποιηθούν για την αντιστάθμιση των εισαγωγικών δασμών, με αποτέλεσμα να παραιτηθούν οι δημόσιες αρχές της Ινδίας από την απαίτηση κανονικά οφειλόμενων εσόδων. |
|
(33) |
Το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) προβλέπει ότι εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, τα καθεστώτα επιστροφής και επιστροφής λόγω υποκατάστασης, τα οποία είναι σύμφωνα με τους αυστηρούς κανόνες που καθορίζονται στο παράρτημα Ι στοιχείο i), καθώς και στο παράρτημα ΙΙ (ορισμός και κανόνες επιστροφής φόρου) και στο παράρτημα ΙΙΙ (ορισμός και κανόνες επιστροφής φόρου σε περίπτωση υποκατάστασης). |
|
(34) |
Στην περίπτωση αυτή, ο εξαγωγέας δεν είναι υποχρεωμένος να καταναλώσει πραγματικά τα εμπορεύματα που εισάγονται με δασμολογική ατέλεια κατά τη διαδικασία παραγωγής και το ποσό της πίστωσης δεν υπολογίζεται ανάλογα με τους πραγματικά χρησιμοποιηθέντες συντελεστές παραγωγής. |
|
(35) |
Επίσης δεν υπάρχει κάποιο άλλο εφαρμοζόμενο καθεστώς ή διαδικασία που να επιβεβαιώνει ποιοι είναι οι συντελεστές παραγωγής που καταναλώνονται πραγματικά κατά τη διαδικασία παραγωγής του εξαγόμενου προϊόντος ή αν προέκυψε επιπλέον πληρωμή εισαγωγικών δασμών κατά την έννοια του σημείου i) του παραρτήματος Ι και των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ του βασικού κανονισμού. |
|
(36) |
Τέλος, οι παραγωγοί μπορούν να επωφεληθούν από τα οφέλη που απορρέουν από το καθεστώς DEPB, ανεξάρτητα από το αν εισάγουν συντελεστές παραγωγής. Για να επωφεληθεί του καθεστώτος ένας εξαγωγέας, αρκεί να εξαγάγει απλώς εμπορεύματα, χωρίς να πρέπει να αποδείξει ότι έχει εισαγάγει υλικό για την παραγωγή τους. Έτσι, ακόμη και οι εξαγωγείς που προμηθεύονται όλους τους συντελεστές παραγωγής από την τοπική αγορά και δεν εισάγουν προϊόντα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως συντελεστές παραγωγής, δικαιούνται επίσης να προσπορίζονται τα οφέλη που απορρέουν από το καθεστώς DEPB. Επομένως, το καθεστώς DEPB μετά την εξαγωγή δεν πληροί τα κριτήρια των παραρτημάτων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ του βασικού κανονισμού. |
|
(37) |
Επειδή δεν υπάρχει (i) απαίτηση να καταναλώνονται οι εισαγόμενοι συντελεστές παραγωγής κατά τη διαδικασία της παραγωγής· και ii) ένα σύστημα ελέγχου όπως επιβάλλει το παράρτημα ΙΙ του βασικού κανονισμού, το καθεστώς DEPB μετά την εξαγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτρεπόμενο καθεστώς επιστροφής ή καθεστώς επιστροφής σε περιπτώσεις υποκατάστασης (παράρτημα ΙΙΙ) δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο ii) του βασικού κανονισμού. |
|
(38) |
Επομένως, επειδή δεν εφαρμόζεται η εν λόγω παρέκκλιση στον ορισμό της επιδότησης που προβλέπεται για τα καθεστώτα επιστροφής και επιστροφής λόγω υποκατάστασης που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 32, δεν τίθεται ζήτημα καθ' υπέρβαση επιστροφής και το αντισταθμίσιμο πλεονέκτημα συνίσταται στη διαγραφή των συνολικών εισαγωγικών δασμών που οφείλονται κανονικά εφ'όλων των εισαγωγών. |
|
(39) |
Ως εκ τούτου εφόσον η χρηματοδοτική συνεισφορά από τις δημόσιες αρχές της Ινδίας προσπορίζει όφελος στον κάτοχο DEPB και εφόσον οι δημόσιες αρχές παραιτούνται από την απαίτηση κανονικά οφειλόμενων εσόδων, το καθεστώς αποτελεί επιδότηση. Δεδομένου ότι η επιδότηση μπορεί να ληφθεί μόνον εφόσον πραγματοποιηθούν εξαγωγές, εξαρτάται de jure από την προϋπόθεση επίτευξης εξαγωγικής επίδοσης σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού. Επομένως, η επιδότηση θεωρείται ότι έχει ατομικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, είναι αντισταθμίσιμη. |
ε) Υπολογισμός του ποσού της επιδότησης για το καθεστώς DEPB μετά την εξαγωγή
|
(40) |
Tο όφελος που αποκόμισαν οι εταιρείες υπολογίστηκε με βάση το ποσό της πίστωσης που χορηγήθηκε στις άδειες οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν ή μεταφέρθηκαν (πωλήθηκαν) κατά την ΠΕ. Για να καθοριστεί με το πιο ακριβή δυνατό τρόπο το ποσό των διαφυγόντων εσόδων, είναι αναγκαίο να γίνει διάκριση μεταξύ των αδειών που εκδόθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν κατά την ΠΕ, των αδειών που εκδόθηκαν και μεταφέρθηκαν κατά την διάρκεια της ΠΕ, των αδειών που εκδόθηκαν πριν από την ΠΕ και χρησιμοποιήθηκαν κατά την ΠΕ, και των αδειών που εκδόθηκαν πριν από την ΠΕ και μεταφέρθηκαν κατά την ΠΕ. |
|
(41) |
Σε περίπτωση που η άδεια DEPB εκδόθηκε και χρησιμοποιήθηκε κατά την ΠΕ από τον συνεργαζόμενο παραγωγό-εξαγωγέα για την εισαγωγή εμπορευμάτων χωρίς την καταβολή των εφαρμοστέων δασμών (συμπεριλαμβανομένου του ειδικού και συμπληρωματικού δασμού), το όφελος υπολογίστηκε με βάση το σύνολο των εισαγωγικών δασμών από τους οποίους παραιτήθηκε το Δημόσιο, αφού αφαιρέθηκε από το πιστωτικό υπόλοιπο της αντίστοιχης άδειας DEPB. |
|
(42) |
Στις περιπτώσεις που οι άδειες DEPB εκδόθηκαν και μεταφέρθηκαν (πωλήθηκαν) κατά την ΠΕ, το όφελος υπολογίστηκε με βάση το ποσό της πίστωσης που χορηγήθηκε στην άδεια (ονομαστική αξία) ανεξάρτητα από την τιμή πώλησης της τελευταίας, δεδομένου ότι η πώληση μιας άδειας αποτελεί καθαρά εμπορική απόφαση που δεν μεταβάλλει το ποσό του οφέλους (ισοδύναμου προς τη μεταφορά κεφαλαίων των δημόσιων αρχών της Ινδίας) που αποκομίστηκε από το καθεστώς. |
|
(43) |
Σε περίπτωση που η άδεια DEPB εκδόθηκε πριν από την ΠΕ και χρησιμοποιήθηκε κατά την ΠΕ από τον συνεργαζόμενο παραγωγό-εξαγωγέα για την εισαγωγή εμπορευμάτων χωρίς την καταβολή των εφαρμοστέων δασμών, το όφελος υπολογίστηκε με βάση το σύνολο των εισαγωγικών δασμών από τους οποίους παραιτήθηκε το Δημόσιο (συμπεριλαμβανομένου του ειδικού και συμπληρωματικού δασμού), αφού αφαιρέθηκε από το πιστωτικό υπόλοιπο της αντίστοιχης άδειας. Οι συμπληρωματικές άδειες που εκδόθηκαν για τις αυξημένες πιστώσεις DEPB, όπως υπογραμμίζεται ανωτέρω, στο βαθμό που αυτές χρησιμοποιήθηκαν για την αντιστάθμιση των δασμών, λήφθηκαν επίσης υπόψη για να καθοριστεί το ποσό των εσόδων από τα οποία παραιτήθηκαν οι ΔΑΙ. |
|
(44) |
Στις περιπτώσεις που οι άδειες DEPB εκδόθηκαν πριν από την ΠΕ και μεταφέρθηκαν (πωλήθηκαν) κατά την ΠΕ, διαπιστώθηκε ότι αυτές οι άδειες πωλήθηκαν σε τιμή που υπερέβαινε την ονομαστική αξία τους. Αυτή η πριμοδότηση εξηγείται με την πρόσθετη απαλλαγή από τον ειδικό και συμπληρωματικό δασμό που επιτρέπεται από αυτές τις άδειες, όπως εξηγείται ανωτέρω. Αν δεν είναι γνωστά τα προϊόντα που εισήχθησαν από τους αγοραστές αυτών των αδειών δεν είναι δυνατό να καθοριστεί το πλήρες ποσό των εσόδων από τα οποία παραιτήθηκαν οι δημόσιες αρχές της Ινδίας (ΔΑΙ). Εντούτοις, ως μια συντηρητική εκτίμηση, αυτό το ποσό πρέπει να ισοδυναμούσε τουλάχιστον στην τιμή πώλησης της άδειας, επειδή δεν υπάρχει κανένα νόημα από οικονομικής πλευράς να πωληθούν οι άδειες σε τιμή υψηλότερη από την πραγματική αξία τους. Το όφελος υπολογίστηκε έτσι με βάση την τιμή πώλησης της άδειας. |
|
(45) |
Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 26, το όφελος που απορρέει από το καθεστώς DEPB στηρίζεται στην αξία των εξαγόμενων τελικών προϊόντων, και δεν χορηγείται ανάλογα με τις ποσότητες που κατασκευάζονται, παράγονται, εξάγονται ή μεταφέρονται. Επομένως, το ποσό της επιδότησης που υπολογίστηκε κατανεμήθηκε στο συνολικό κύκλο εργασιών από τις συνολικές εξαγωγές κατά την ΠΕ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. Κατά τον υπολογισμό του οφέλους αφαιρέθηκαν τα έξοδα που είχαν πραγματοποιηθεί κατ'ανάγκη για τη χορήγηση των επιδοτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού. |
|
(46) |
Οι εταιρείες υποστήριξαν ότι τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν για την πληρωμή ειδικευμένων υπαλλήλων, οι προμήθειες πωλήσεων και διάφορα άλλα έξοδα θα έπρεπε να αφαιρεθούν κατά τον υπολογισμό του οφέλους που προκύπτει από το εν λόγω καθεστώς. Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσφυγή σε τρίτους για την αγορά και την πώληση των αδειών αποτελεί καθαρά εμπορική απόφαση που δεν μεταβάλλει το ποσό της πίστωσης που χορηγείται στις άδειες. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, είναι δυνατό να αφαιρείται από τη συνολική επιδότηση μόνο κάθε αναγκαίο έξοδο που πραγματοποιήθηκε με σκοπό τη λήψη της επιδότησης. Δεδομένου ότι τα εν λόγω έξοδα δεν είναι αναγκαία για την εξασφάλιση του δικαιώματος προς επιδότηση, τα αιτήματα απορρίφθηκαν. |
|
(47) |
Οι εταιρείες παρατήρησαν επίσης ότι τα οφέλη από τις άδειες DEPB δημιουργούν επιπλέον έσοδα και, με τον τρόπο αυτό, αυξάνουν τη συνολική φορολογική οφειλή τους, κυρίως όσον αφορά το φόρο εισοδήματος των εταιρειών. Επομένως, ζήτησαν να μειωθεί το όφελος που απορρέει για τις εταιρείες αυτές από το καθεστώς DEPB κατά το ποσό του πράγματι καταβλητέου φόρου εισοδήματος. |
|
(48) |
Ο τρόπος τον οποίο επιλέγει η εταιρεία για να χρησιμοποιήσει το όφελος που προσπορίζεται στο πλαίσιο ενός καθεστώτος επιδότησης, και στην παρούσα περίπτωση είτε χρησιμοποιώντας τις άδειες για να αντισταθμίσει τους εισαγωγικούς δασμούς είτε πωλώντας τις άδειες, μπορεί να έχει διαφορετικές επιπτώσεις στην φορολογική κατάσταση της εταιρείας. Δεν εναπόκειται στην αρχή που διεξάγει την έρευνα να εξετάσει τις πιθανές επιπτώσεις που θα έχει τέτοιο όφελος στην φορολογική κατάσταση αυτής της εταιρείας. Συνεπώς, η αίτηση απερρίφθη. |
|
(49) |
Και οι δύο εταιρείες που συνεργάσθηκαν, επωφελήθηκαν από αυτό το καθεστώς κατά την ΠΕ και έλαβαν επιδοτήσεις που κυμαίνονταν μεταξύ 14,5 % και 20,4 %. |
3. ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΑ ΑΓΑΘΑ (EXPORT PROMOTION CAPITAL GOODS - EPCG)
α) Νομική βάση
|
(50) |
To καθεστώς EPCG αναγγέλθηκε την 1η Απριλίου 1992. Κατά την ΠΕ, το καθεστώς διέπετο από τις τελωνειακές ανακοινώσεις αριθ. 28/97 και 29/97 που τέθηκαν σε ισχύ την 1η Απριλίου 1997. Τα καθεστώτα περιγράφονται λεπτομερώς στο κεφάλαιο 5 των εγγράφων 2002/2007 για την «Πολιτική εισαγωγών και εξαγωγών» καθώς και στο κεφάλαιο 5 του σχετικού εγχειριδίου διαδικασιών. |
β) Δικαίωμα συμμετοχής
|
(51) |
Μπορούν να επωφεληθούν από το καθεστώς αυτό οι κατασκευαστές/εξαγωγείς (δηλαδή κάθε κατασκευαστής στην Ινδία που πραγματοποιεί εξαγωγές) ή οι έμποροι/εξαγωγείς (δηλαδή εμπορικοί φορείς) που «συνδέονται» για να υποστηρίξουν τους κατασκευαστές. |
γ) Πρακτική εφαρμογή
|
(52) |
Για να μπορέσει να επωφεληθεί από το καθεστώς αυτό, μία εταιρεία πρέπει να παράσχει στις αρμόδιες αρχές πληροφορίες σχετικά με τον τύπο και την αξία των κεφαλαιουχικών αγαθών που πρόκειται να εισαχθούν. Ανάλογα με τις εξαγωγικές δεσμεύσεις που προτίθεται να αναλάβει, η εταιρεία μπορεί να εισάγει τα κεφαλαιουχικά αγαθά με μηδενικό ή μειωμένο δασμό. Για να εκπληρωθεί η υποχρέωση εξαγωγής, τα εισαγόμενα κεφαλαιουχικά αγαθά πρέπει να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή εξαγόμενων προϊόντων. Κατόπιν αιτήσεως του εξαγωγέα, εκδίδεται άδεια που επιτρέπει την εισαγωγή με προτιμησιακό δασμό. Για την έκδοση της άδειας καταβάλλεται τέλος κατά την υποβολή της σχετικής αίτησης. |
|
(53) |
Ο κάτοχος της άδειας EPCG δύναται επίσης να εφοδιαστεί κεφαλαιουχικά αγαθά στην εγχώρια αγορά. Στην περίπτωση αυτή, ο εγχώριος κατασκευαστής κεφαλαιουχικών αγαθών δύναται να εισαγάγει με δασμολογική απαλλαγή τα δομικά στοιχεία που απαιτούνται για την παραγωγή των κεφαλαιουχικών αυτών αγαθών. Εναλλακτικά, ο εγχώριος κατασκευαστής δύναται να ζητήσει από τον κάτοχο αδείας EPCG να προσποριστεί το όφελος που συνδέεται με την προβλεπόμενη εξαγωγή για την προμήθεια κεφαλαιουχικών αγαθών. |
|
(54) |
Το καθεστώς EPCG υπόκειται σε υποχρέωση εξαγωγής. Για να εκπληρωθεί η υποχρέωση εξαγωγής, τα προϊόντα που έχουν κατασκευαστεί ή παραχθεί με τη χρησιμοποίηση των κεφαλαιουχικών αγαθών, και η αξία αυτών των εξαγωγών πρέπει επίσης να υπερβαίνει το μέσο επίπεδο των εξαγωγών του ίδιου προϊόντος που έχει πραγματοποιήσει η εταιρεία κατά τα τρία έτη που προηγούνται της έκδοσης της άδειας. |
|
(55) |
Τελευταία, το καθεστώς τροποποιήθηκε όσον αφορά τον υπολογισμό της υποχρέωσης εξαγωγής. Δυνάμει των νέων κανονισμών, οι εταιρείες θα έχουν στη διάθεσή τους οκτώ έτη για να εκπληρώσουν την εξαγωγική υποχρέωση (η αξία των εξαγωγών θα πρέπει να είναι εξαπλάσια της αξίας του συνολικού ποσού της δασμολογικής απαλλαγής για τα εισαγόμενα κεφαλαιουχικά αγαθά). Εντούτοις, αυτή η αλλαγή δεν μεταβάλλει τη βασική λειτουργία αυτού του καθεστώτος. |
δ) Συμπέρασμα σχετικά με το καθεστώς EPCG
|
(56) |
Η καταβολή μηδενικού ή μειωμένου δασμού από τον εξαγωγέα αποτελεί χρηματοδοτική συνεισφορά των δημόσιων αρχών της Ινδίας, εφόσον η δημόσια διοίκηση παραιτείται από την απαίτηση κανονικά οφειλόμενων εσόδων και ο δικαιούχος προσπορίζεται όφελος, δεδομένου ότι καταβάλλει χαμηλότερους δασμούς ή απαλλάσσεται από την καταβολή κανονικά οφειλόμενων εισαγωγικών δασμών. Η άδεια δεν μπορεί να χορηγηθεί χωρίς να αναληφθεί δέσμευση εξαγωγής εμπορευμάτων. Ως τέτοιο το καθεστώς EPCG αποτελεί επιδότηση που θεωρείται ότι έχει ατομικό χαρακτήρα και είναι αντισταθμίσιμη, επειδή εξαρτάται de jure από την επίτευξη εξαγωγικής επίδοσης σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού. |
ε) Υπολογισμός του ποσού της επιδότησης
|
(57) |
Το όφελος που προσπορίστηκαν οι εταιρείες, υπολογίστηκε με βάση το ποσό του μη καταβληθέντος απαιτητού δασμού επί των εισαγόμενων κεφαλαιουχικών αγαθών, το οποίο κατανεμήθηκε σε περίοδο που αντιστοιχεί στην κανονική διάρκεια απόσβεσης των εν λόγω κεφαλαιουχικών αγαθών στον βιομηχανικό κλάδο του υπό εξέταση προϊόντος, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού. Σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική, το ποσό του οφέλους που καταλογίζεται στην ΠΕ προσαρμόστηκε προσθέτοντας τους τόκους που αντιστοιχούν στην ΠΕ ώστε να καθοριστεί η συνολική αξία του οφέλους που προσπορίζεται ο δικαιούχος με το καθεστώς αυτό. Λόγω του χαρακτήρα της επιδότησης αυτής, η οποία αντιστοιχεί σε εφάπαξ επιχορήγηση, κρίθηκε κατάλληλο το ειδικό εμπορικό επιτόκιο εταιρείας που ίσχυε κατά την ΠΕ. Όπως τονίζεται στην αιτιολογική σκέψη 54, το όφελος στο πλαίσιο του καθεστώτος EPCG εξαρτάται από την αύξηση της αξίας των εξαγομένων τελικών προϊόντων, και δεν χορηγείται ανάλογα με τις ποσότητες που κατασκευάζονται, παράγονται, εξάγονται ή μεταφέρονται. Επομένως, το ποσό της επιδότησης κατανεμήθηκε στο συνολικό κύκλο εργασιών από τις συνολικές εξαγωγές κατά την ΠΕ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. |
|
(58) |
Και οι δύο εξαγωγείς που συνεργάσθηκαν, επωφελήθηκαν από το καθεστώς EPCG κατά την ΠΕ και έλαβαν επιδοτήσεις που κυμαίνονταν μεταξύ 0,1 % και 0,3 %. |
4. ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΙΚΗΣ ΆΔΕΙΑΣ (ADVANCE LICENCE SCHEME - ALS)
α) Νομική βάση
|
(59) |
Το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται από το 1977-78. Το καθεστώς περιγράφεται στις παραγράφους 4.1.1 έως 4.1.7 του εγγράφου πολιτικής εισαγωγών και εξαγωγών και σε ορισμένα τμήματα του κεφαλαίου 4 του εγχειριδίου διαδικασιών. |
β) Δικαίωμα συμμετοχής
|
(60) |
Χορηγούνται εκ των προτέρων άδειες στους εξαγωγείς, στους κατασκευαστές-εξαγωγείς ή στους εμπόρους-εξαγωγείς που «συνδέονται» με τους παραγωγούς για να τους δοθεί η δυνατότητα να εισάγουν, με δασμολογική ατέλεια, συντελεστές παραγωγής που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή εξαγόμενων προϊόντων. |
γ) Πρακτική εφαρμογή
|
(61) |
Ο όγκος των επιτρεπόμενων εισαγωγών δυνάμει του καθεστώτος αυτού καθορίζεται ως εκατοστιαίο ποσοστό της ποσότητας των εξαγόμενων τελικών προϊόντων. Οι προηγούμενες άδειες υπολογίζουν είτε την ποσότητα είτε την αξία των επιτρεπόμενων εισαγωγών. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι συντελεστές που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των αγορών που επιτρέπεται να πραγματοποιηθούν ατελώς καθορίζεται, για τα περισσότερα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου του υπό εξέταση προϊόντος, με βάση τα πρότυπα SION. Οι συντελεστές παραγωγής που καθορίζονται στις προηγούμενες άδειες είναι προϊόντα που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή των αντίστοιχων τελικών προϊόντων. |
|
(62) |
Προκαταβολικές άδειες δύνανται να εκδοθούν στις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
|
(63) |
Κατά τον έλεγχο, καθορίστηκε ότι μόνο οι προηγούμενες άδειες υπό τη μορφή που περιγράφεται παραπάνω στο σημείο (i) (υλικές εξαγωγές) είχαν χρησιμοποιηθεί από έναν παραγωγό-εξαγωγέα κατά την ΠΕ. Επομένως, δεν είναι αναγκαίο να καθοριστεί, στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, αν οι προαναφερόμενες κατηγορίες (ii), (iii) και (iv) των προηγούμενων εντολών παράδοσης είναι αντισταθμίσιμες. |
δ) Συμπεράσματα σχετικά με το καθεστώς
|
(64) |
Άδειες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξόφληση των εισαγωγικών δασμών χορηγούνται μόνο στις εταιρείες εξαγωγής. Εν προκειμένω, το καθεστώς εξαρτάται από την επίτευξη εξαγωγικής επίδοσης. |
|
(65) |
Όπως αναφέρεται παραπάνω, καθορίστηκε ότι οι προηγούμενες άδειες για τις «υλικές εξαγωγές» χρησιμοποιήθηκαν από μία μόνο εταιρεία κατά την ΠΕ. Οι άδειες αυτές της επέτρεψαν να εισάγει με δασμολογική ατέλεια συντελεστές παραγωγής που προορίζονταν για τα εξαγόμενα προϊόντα. |
|
(66) |
Οι δημόσιες αρχές της Ινδίας υποστήριξαν ότι το καθεστώς προηγούμενης άδειας βασίζεται στην ποσότητα και ότι οι συντελεστές παραγωγής που επιτρέπονται δυνάμει της άδειας αυτής έχουν σχέση με την εξαγόμενη ποσότητα. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι ανεξάρτητα από τους συντελεστές παραγωγής που εισάγονται δυνάμει του καθεστώτος προηγούμενης άδειας, οι ίδιοι συντελεστές παραγωγής πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή των εξαγόμενων προϊόντων ή για την αναπλήρωση των αποθεμάτων συντελεστών παραγωγής που χρησιμοποιούνται για τα προϊόντα που έχουν ήδη εξαχθεί. Σύμφωνα με τις δημόσιες αρχές της Ινδίας, οι εισαγόμενοι συντελεστές παραγωγής πρέπει να χρησιμοποιηθούν από τον εξαγωγέα και δεν μπορούν να πωληθούν ή να εκχωρηθούν. |
|
(67) |
Ωστόσο, σημειώθηκε ότι δεν υπάρχει κανένα σύστημα ή διαδικασία που επιτρέπει να καθοριστεί ποιοι συντελεστές παραγωγής καταναλώνονται στην παραγωγική διαδικασία των εξαγόμενων προϊόντων. Το σύστημα φανερώνει μόνο ότι τα εμπορεύματα που εισήχθησαν ατελώς χρησιμοποιήθηκαν στη διαδικασία παραγωγής, χωρίς διάκριση μεταξύ του προορισμού των εμπορευμάτων (εγχώρια ή εξαγωγική αγορά). |
|
(68) |
Το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο ii) προβλέπει ότι εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, τα καθεστώτα επιστροφής και επιστροφής λόγω υποκατάστασης, τα οποία είναι σύμφωνα με τους αυστηρούς κανόνες που καθορίζονται στο παράρτημα Ι στοιχείο i), καθώς και στο παράρτημα ΙΙ (ορισμός και κανόνες επιστροφής φόρου) και στο παράρτημα ΙΙΙ (ορισμός και κανόνες επιστροφής φόρου σε περίπτωση υποκατάστασης) του βασικού κανονισμού. |
|
(69) |
Επειδή δεν υπάρχει κάποιο άλλο εφαρμοζόμενο καθεστώς ή διαδικασία που να επιβεβαιώνει ποιοι είναι οι συντελεστές παραγωγής που καταναλώνονται πραγματικά κατά τη διαδικασία παραγωγής του εξαγόμενου προϊόντος ή αν προέκυψε επιπλέον πληρωμή εισαγωγικών δασμών κατά την έννοια του σημείου i) του παραρτήματος Ι και των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ του βασικού κανονισμού, το καθεστώς ALS δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτρεπόμενο καθεστώς επιστροφής ή καθεστώς επιστροφής σε περιπτώσεις υποκατάστασης. |
|
(70) |
Επειδή δεν εφαρμόζεται η εν λόγω παρέκκλιση στον ορισμό της επιδότησης που προβλέπεται για τα καθεστώτα επιστροφής και επιστροφής λόγω υποκατάστασης που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 68, δεν τίθεται ζήτημα καθ'υπέρβαση επιστροφής και το αντισταθμίσιμο πλεονέκτημα συνίσταται στη διαγραφή των συνολικών εισαγωγικών δασμών που οφείλονται κανονικά εφ'όλων των εισαγωγών. |
ε) Υπολογισμός του ποσού της επιδότησης
|
(71) |
Tο όφελος των εταιρειών υπολογίστηκε με βάση το ποσό της πίστωσης που χορηγήθηκε στις άδειες που χρησιμοποιήθηκαν κατά την ΠΕ. Όπως τονίζεται στην αιτιολογική σκέψη 61, το όφελος στο πλαίσιο του καθεστώτος ALS στηρίζεται τόσο στην ποσότητα όσο και στην αξία των εξαγομένων τελικών προϊόντων. Επομένως, το ποσό της επιδότησης που υπολογίστηκε έτσι κατανεμήθηκε στο συνολικό κύκλο εργασιών από τις εξαγωγές κατά την ΠΕ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. Κατά τον υπολογισμό αυτού του οφέλους αφαιρέθηκαν τα έξοδα που είχαν πραγματοποιηθεί κατ'ανάγκη για τη χορήγηση των επιδοτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού. Πάνω σ’αυτή τη βάση, η επιδότηση που χορηγήθηκε ήταν 0,2 %. |
5. ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΖΩΝΕΣ ΕΞΑΓΩΓΩΝ (ΕΡΖ)/ΜΟΝΑΔΕΣ ΕΞΑΓΩΓΙΚΟΥ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ (EOU)
|
(72) |
Διαπιστώθηκε και επαληθεύθηκε ότι κανένας παραγωγός-εξαγωγέας δεν είναι εγκατεστημένος σε ζώνες EPZ ή δεν είναι μονάδες EOU. Κατά συνέπεια, δεν κρίθηκε αναγκαία η περαιτέρω ανάλυση αυτού του καθεστώτος για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας. |
6. ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΡΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
α) Νομική βάση
|
(73) |
Tο καθεστώς απαλλαγής από το φόρο εισοδήματος βασίζεται στο νόμο του 1961 περί φόρου εισοδήματος. Ο νόμος αυτός, που τροποποιείται κάθε χρόνο από το νόμο περί δημοσιονομικών, ορίζει τους όρους είσπραξης των φόρων καθώς και τις διάφορες απαλλαγές/μειώσεις που μπορούν να ζητηθούν. Μεταξύ των απαλλαγών που μπορούν να ζητηθούν από τις εταιρείες, περιλαμβάνονται εκείνες που καλύπτονται από τα τμήματα 10Α, 10Β και 80 HHC του νόμου, ο οποίος προβλέπει απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος για τα κέρδη που προέρχονται από τις εξαγωγικές πωλήσεις. |
β) Πρακτική εφαρμογή
|
(74) |
Οι δημόσιες αρχές της Ινδίας δήλωσαν ότι το καθεστώς απαλλαγής από τον φόρο εισοδήματος είχε καταργηθεί στις 31.03.2003 και παρείχαν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Ενώ το καθεστώς παρείχε οφέλη στους εν λόγω εξαγωγείς κατά την ΠΕ, το καθεστώς δεν θα παρέχει οφέλη στις εταιρείες εξαγωγής μετά από αυτήν την ημερομηνία. Υπό αυτές τις συνθήκες, και σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί η αντισταθμισιμότητα του καθεστώτος απαλλαγής από τον φόρο εισοδήματος. |
7. ΠΟΣΟ ΤΩΝ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΙΜΩΝ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΩΝ
|
(75) |
Το ποσό των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού, εκφρασμένο κατ' αξία, για τους παραγωγούς-εξαγωγείς που αποτέλεσαν αντικείμενο της έρευνας είναι 14,6 % και 20,9 %. Δεδομένου ότι το επίπεδο της συνολικής συνεργασίας με την Ινδία ήταν πολύ υψηλό (100 % των εξαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος από την Ινδία στην Κοινότητα) το υπολειπόμενο περιθώριο επιδότησης για όλες τις άλλες εταιρείες καθορίστηκε στο επίπεδο του υψηλότερου ατομικού περιθωρίου επιδότησης, δηλαδή σε 21,0 %.
|
Δ. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΣ ΚΛΑΔΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
1. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
|
(76) |
Στο εσωτερικό της Κοινότητας, το ομοειδές προϊόν κατασκευάζεται από την εταιρεία SGL AG («SGL») και από πολλές θυγατρικές της UCAR SA («UCAR»), δηλαδή UCAR SNC, UCAR Electrodos Ibérica SL και Graftech SpA, εξ ονόματος των οποίων υποβλήθηκε η καταγγελία. Οι εγκαταστάσεις παραγωγής της SGL και UCAR βρίσκονται στην Αυστρία, στο Βέλγιο, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Ισπανία. |
|
(77) |
Εκτός από τους δύο καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς, τις SGL και UCAR, το ομοειδές προϊόν κατασκευαζόταν στην Κοινότητα από δύο άλλους παραγωγούς κατά την περίοδο 1999-ΠΕ. Ένας από αυτούς τους δύο άλλους παραγωγούς κατέστη αφερέγγυος και ζήτησε δικαστική προστασία βάσει του γερμανικού νόμου περί πτωχεύσεων. Αυτή η τελευταία εταιρεία σταμάτησε την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος το Νοέμβριο 2002. Αυτές οι δύο εταιρείες εξέφρασαν την υποστήριξή τους όσον αφορά την καταγγελία αλλά δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της Επιτροπής να συνεργαστούν ενεργά στην έρευνα. Θεωρείται ότι και οι τέσσερις ανωτέρω παραγωγοί συνιστούν τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. |
2. ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
|
(78) |
Οι δύο καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί απάντησαν δεόντως στα ερωτηματολόγια και συνεργάστηκαν πλήρως στην έρευνα. Κατά τη διάρκεια της ΠΕ αντιπροσώπευαν πάνω από το 80 % της κοινοτικής παραγωγής. |
|
(79) |
Επομένως, θεωρείται ότι αποτελούν τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 και του άρθρου 10 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού και καλούνται εφεξής «κοινοτικός κλάδος παραγωγής». |
E. ΖΗΜΙΑ
1. ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ
|
(80) |
Δεδομένου ότι υπάρχουν μόνον δύο Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς του υπό εξέταση προϊόντος, και δεδομένου ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής περιλαμβάνει επίσης μόνον δύο παραγωγούς, τα στοιχεία που αφορούν είτε τις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα καταγωγής Ινδίας, ή τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής παρουσιάζονται υπό μορφή δεικτών για να διατηρηθεί ο εμπιστευτικός χαρακτήρας δυνάμει του άρθρου 29 του βασικού κανονισμού. |
2. ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ
|
(81) |
Η κατανάλωση στην Κοινότητα καθορίστηκε με βάση τους όγκους των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην αγορά της Κοινότητας, τους όγκους των πωλήσεων των άλλων κοινοτικών παραγωγών στην αγορά την Κοινότητας υπολογιζόμενους με βάση τα καλύτερα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, τους όγκους των πωλήσεων που πραγματοποίησαν στην αγορά της Κοινότητας οι δύο Ινδοί συνεργαζόμενοι παραγωγοί-εξαγωγείς, τους όγκους των πωλήσεων που εισήχθησαν από την Πολωνία όπως προέκυψαν από την συνεργασία της SGL, και τα στοιχεία της Eurostat για τις υπόλοιπες εισαγωγές στην Κοινότητα, δεόντως προσαρμοσμένες όπου κρίθηκε σκόπιμο. |
|
(82) |
Πάνω σ’αυτή τη βάση, μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, η κατανάλωση στην Κοινότητα του υπό εξέταση προϊόντος αυξήθηκε κατά 9 %. Πιο συγκεκριμένα, αυξήθηκε κατά 14 % μεταξύ του 1999 και του 2000, μειώθηκε κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες το 2001, κατά περαιτέρω 1 ποσοστιαίες μονάδες το 2002, και εν συνεχεία αυξήθηκε κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες κατά την ΠΕ. Επειδή το υπό εξέταση προϊόν χρησιμοποιείται κατ’αρχήν στον βιομηχανικό κλάδο χαλυβοπαραγωγής με ηλεκτροκάμινους, η εξέλιξη της κατανάλωσης πρέπει να εξεταστεί με βάση τις οικονομικές τάσεις σ’αυτόν τον συγκεκριμένο τομέα, που παρουσίασε απότομη ανάπτυξη το 2000 την οποία ακολούθησε καθοδική τάση από το 2001 και εξής.
|
3. ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝ ΛΟΓΩ ΧΩΡΑ
α) Όγκος
|
(83) |
Ο όγκος των εισαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος από την Ινδία στην Κοινότητα αυξήθηκε κατά 76 % μεταξύ του 1999 και της ΠΕ. Λεπτομερώς οι εισαγωγές από την Ινδία αυξήθηκαν κατά 45 % μεταξύ του 1999 και του 2000, κατά περαιτέρω 31 ποσοστιαίες μονάδες το 2001 και παρέμεινε σχεδόν σταθερή σ’ αυτό το επίπεδο το 2002 και κατά την ΠΕ.
|
||||||||||||||||||||||||||||||
β) Μερίδιο αγοράς
|
(84) |
Το μερίδιο αγοράς που κατείχαν οι εξαγωγείς στην εν λόγω χώρα αυξήθηκε κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες (ή 61 %) κατά την υπό εξέταση περίοδο για να φθάσει σε επίπεδο 8 έως 10 % κατά την ΠΕ. Πρώτα αυξήθηκε κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ του 1999 και 2000, κατά περαιτέρω 2 ποσοστιαίες μονάδες το 2001 και παρέμεινε σχετικά σταθερό σ’αυτό το επίπεδο καθόλη τη διάρκεια του 2002 και την ΠΕ. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το χρονικό διάστημα 1999-ΠΕ, η αύξηση των εισαγωγών και των μεριδίων αγοράς από την εν λόγω χώρα συνέπεσε με μείωση της κατανάλωσης κατά 9 %. |
γ) Τιμές
(i) Εξέλιξη των τιμών
|
(85) |
Μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, η μέση τιμή των εισαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής Ινδίας, αυξήθηκε κατά 2 % το 2000, κατά περαιτέρω 8 ποσοστιαίες μονάδες το 2001 και εν συνεχεία μειώθηκε κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες το 2002, και σταθεροποιήθηκε σ’αυτό το επίπεδο κατά την ΠΕ. Τη ΠΕ, η μέση τιμή εισαγωγής του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής Ινδίας ήταν κατά 1 % υψηλότερη από ό,τι το 1999.
|
||||||||||||||||||
(ii) Πραγματοποίηση πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές
|
(86) |
Πραγματοποιήθηκε σύγκριση για συγκρίσιμα μοντέλα του υπό εξέταση προϊόντος μεταξύ των μέσων τιμών πώλησης των παραγωγών-εξαγωγέων και του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην Κοινότητα. Γι’ αυτόν τον σκοπό, οι τιμές εκ του εργοστασίου του κοινοτικού κλάδου παραγωγής σε μη συνδεδεμένους πελάτες, καθαρές χωρίς τις μειώσεις και τους φόρους, συγκρίθηκαν με τις τιμές CIF στα σύνορα της Κοινότητας των παραγωγών-εξαγωγέων της Ινδίας, δεόντως προσαρμοσμένες για να ληφθούν υπόψη τα έξοδα μετά την εισαγωγή. Η σύγκριση έδειξε ότι κατά τη διάρκεια της ΠΕ το υπό εξέταση προϊόν καταγωγής Ινδίας πωλήθηκε στην Κοινότητα σε τιμές χαμηλότερες κατά 6,5 % με 12,2 % από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. |
|
(87) |
Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτά τα περιθώρια χαμηλότερων τιμών από τις κοινοτικές τιμές δεν προβάλλουν πλήρως τις επιπτώσεις των επιδοτούμενων εισαγωγών στις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, δεδομένου ότι παρατηρήθηκε και συμπίεση και μείωση των τιμών, όπως αποδεικνύεται από την σχετικά χαμηλή αποδοτικότητα που είχε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατά την ΠΕ, ενώ μπορούσε να περιμένει ένα ευλόγως υψηλότερο κέρδος αν δεν είχαν ασκηθεί οι πρακτικές επιδότησης. |
4. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
|
(88) |
Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε όλους τους σχετικούς οικονομικούς παράγοντες και δείκτες που έχουν επίπτωση στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. |
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
|
(89) |
Για να γίνει μια έγκυρη εκτίμηση των δεικτών της ζημίας, ήταν αναγκαίο να ενοποιηθούν κατάλληλα ορισμένα στοιχεία που αφορούν την UCAR μαζί με τα στοιχεία των θυγατρικών της εταιρειών παραγωγής στην Κοινότητα (βλ αιτιολογική σκέψη 76 ανωτέρω). |
|
(90) |
Η Επιτροπή έδωσε ιδιαίτερη προσοχή σε όλες τις πιθανές συνέπειες στους δείκτες της ζημίας που απορρέουν από την προηγούμενη αντιανταγωνιστική συμπεριφορά των δύο καταγγελλόντων κοινοτικών παραγωγών. Η Επιτροπή εξασφάλισε ιδίως το ότι το σημείο έναρξης για την εκτίμηση της ζημίας (1999) δεν επηρεαζόταν από οποιαδήποτε αντιανταγωνιστική συμπεριφορά (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 121, 122, 125 κατωτέρω). Επιπλέον, κατά τον καθορισμό του κόστους και της αποδοτικότητας για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, η Επιτροπή ζήτησε ρητώς και επαλήθευσε το ότι αποκλείονται σαφώς το άμεσο κόστος των πληρωμών ή οποιοδήποτε έμμεσο κόστος (συμπεριλαμβανομένων των επιβαρύνσεων χρηματοδότησης), σε συνδυασμό με τις κυρώσεις που επέβαλαν οι αρχές ανταγωνισμού, ώστε να υπάρξει μια εικόνα κέρδους που δεν θα περιλαμβάνει καμία από αυτές τις έκτακτες δαπάνες. |
β) Παραγωγή
|
(91) |
Η παραγωγή του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε κατά 14 % το 2000, μειώθηκε κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες το 2001, μειώθηκε κατά περαιτέρω 4 ποσοστιαίες μονάδες το 2002 και αυξήθηκε κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες την ΠΕ. Η απότομη αύξηση που παρατηρήθηκε το 2000 οφειλόταν στο καλό οικονομικό κλίμα, το οποίο φάνηκε στην αύξηση της χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας αυτό το έτος.
|
||||||||||||||||||
γ) Ικανότητα και συντελεστές χρησιμοποίησης της ικανότητας
|
(92) |
Η ικανότητα παραγωγής μειώθηκε το 2000 κατά περίπου 2 % και παρέμεινε σ’ αυτά τα επίπεδα το 2001. Το 2002 και την ΠΕ, η ικανότητα παραγωγής μειώθηκε περαιτέρω κατά αντίστοιχα 5 ποσοστιαίες μονάδες και κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες. Την ΠΕ, η ικανότητα παραγωγής ήταν κατά 9 % χαμηλότερη από ό,τι το 1999, κυρίως ως το αποτέλεσμα της διακοπής λειτουργίας μιας εγκατάστασης κοινοτικού παραγωγού καθόλη την διάρκεια της ΠΕ. |
|
(93) |
Η χρησιμοποίηση της ικανότητας άρχισε από ένα επίπεδο 70 % το 1999, και εν συνεχεία αυξήθηκε στο 81 % το 2000 λόγω της ισχυρής ζήτησης, ειδικότερα από τον βιομηχανικό κλάδο χαλυβοπαραγωγής με ηλεκτροκάμινους. Το 2001 και 2002, μειώθηκε σε επίπεδο 70 % και εν συνεχεία αυξήθηκε εκ νέου σε 76 % κατά την ΠΕ. |
|
(94) |
Η έρευνα διαπίστωσε ότι υπάρχουν πολλές αιτίες για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η προαναφερθείσα εγκατάσταση παραγωγής, μεταξύ των οποίων οι δύο κυριότερες είναι: (i) υψηλό κόστος παραγωγής που συνδέεται με την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος σ’ αυτήν τη συγκεκριμένη χώρα, και (ii) ο ανταγωνισμός από τις επιδοτούμενες εισαγωγές καταγωγής Ινδίας. Επειδή είναι δύσκολο να γίνει διαχωρισμός των αιτιών, η Επιτροπή εξέτασε τις ενδεχόμενες τάσεις της ικανότητας παραγωγής και της χρησιμοποίησης της ικανότητας το 2002 και την ΠΕ αν δεν είχε διακοπεί η λειτουργία αυτής της εγκατάστασης. Ο όγκος παραγωγής δεν μεταβλήθηκε σ’ αυτόν τον υπολογισμό δεδομένου ότι άλλες εγκαταστάσεις παραγωγής αυτού του κοινοτικού παραγωγού αναγκάστηκαν να αυξήσουν την παραγωγή τους για να καλύψουν το κενό. Όπως φαίνεται από τον παρακάτω πίνακα, αν δεν είχε διακοπεί η λειτουργία αυτής της εγκατάστασης, η ικανότητα παραγωγής και η χρησιμοποίηση της ικανότητας για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής συνολικά θα είχαν φθάσει σε επίπεδα την ΠΕ σχεδόν όμοια με εκείνα του 1999.
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
δ) Αποθέματα
|
(95) |
Κατά την ΠΕ, τα αποθέματα τελικών προϊόντων αντιπροσώπευαν περίπου το 3 % του συνολικού όγκου παραγωγής του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Το επίπεδο των τελικών αποθεμάτων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε συνολικά κατά την εξεταζόμενη περίοδο και ήταν περίπου πέντε φορές υψηλότερο κατά την ΠΕ σε σύγκριση με το 1999. Εντούτοις, η έρευνα έδειξε ότι η ανάπτυξη των αποθεμάτων δεν θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικός δείκτης της οικονομικής κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, επειδή οι κοινοτικοί παραγωγοί παράγουν γενικά κατόπιν παραγγελίας και επομένως τα αποθέματα συνίστανται συνήθως σε προϊόντα που είναι έτοιμα να αποσταλούν σε πελάτες.
|
||||||||||||||||||
ε) Όγκος πωλήσεων
|
(96) |
Οι πωλήσεις που πραγματοποίησε από τη δική του παραγωγή ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής σε μη συνδεδεμένους πελάτες στην αγορά της Κοινότητας μειώθηκαν κατά 1 % μεταξύ του 1999 και της ΠΕ. Ειδικότερα, αυξήθηκαν απότομα κατά 16 % το 2000, μειώθηκαν κατά 17 ποσοστιαίες μονάδες το 2001 και κατά περαιτέρω 5 ποσοστιαίες μονάδες το 2002, και εν συνεχεία αυξήθηκαν εκ νέου κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες την ΠΕ. Η αύξηση του όγκου των πωλήσεων αντανακλά καθαρά τις οικονομικές τάσεις του βιομηχανικού κλάδου χαλυβοπαραγωγής με ηλεκτροκάμινους, ο οποίος μετά την μεγάλη ανάπτυξη που γνώρισε το 2000, σημείωσε επιδείνωση της κατάστασής του το 2001 και 2002.
|
||||||||||||||||||
στ) Μερίδιο αγοράς
|
(97) |
Μετά από μια μικρή αρχική ανάκτηση μιας ποσοστιαίας μονάδας το 2000, το μερίδιο αγοράς που κατείχε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής μειώθηκε σημαντικά μέχρι το 2002. Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής έχασε 6,5 ποσοστιαίες μονάδες του μεριδίου αγοράς του το 2001 και περαιτέρω 2,8 ποσοστιαίες μονάδες το 2002, και εν συνεχεία ανέκτησε 1,9 ποσοστιαίες μονάδες κατά την ΠΕ. Σε σύγκριση με το 1999, το μερίδιο αγοράς που κατείχε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατά την ΠΕ ήταν χαμηλότερο κατά 6,3 ποσοστιαίες μονάδες ή 9 % σε τιμές δείκτη.
|
||||||||||||||||||
ζ) Ανάπτυξη
|
(98) |
Μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, όταν η κοινοτική κατανάλωση μειώθηκε κατά 9 %, ο όγκος των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε κατά 1 % στην αγορά της Κοινότητας. Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής έχασε 6,3 ποσοστιαίες μονάδες μεριδίου αγοράς, όπως φαίνεται ανωτέρω, ενώ οι επιδοτούμενες εισαγωγές κέρδισαν 3,4 ποσοστιαίες μονάδες μεριδίου αγοράς κατά την ίδια περίοδο. |
η) Απασχόληση
|
(99) |
Το επίπεδο της απασχόλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε κατά 17 % μεταξύ του 1999 και της ΠΕ. Το εργατικό δυναμικό μειώθηκε κατά 1 % το 2000 και κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες το 2001. Το 2002, και κατά την ΠΕ, σημειώθηκε μείωση αντιστοίχως 9 ποσοστιαίων μονάδων και 3 ποσοστιαίων μονάδων, που οφείλεται κυρίως στη διακοπή λειτουργίας μιας εγκατάστασης παραγωγής ενός κοινοτικού παραγωγού, και στην ανακατανομή μέρους του εργατικού δυναμικού σε πιο αποδοτικούς επιχειρηματικούς τομείς.
|
||||||||||||||||||
θ) Παραγωγικότητα
|
(100) |
Η παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, υπολογιζόμενη ως παραγωγή ανά απασχολούμενο άτομο ανά έτος, κατ’ αρχήν αυξήθηκε σημαντικά κατά 15 % από το 1999 έως το 2000, μειώθηκε κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες το 2001, αυξήθηκε εκ νέου κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες το 2002 και κατά περαιτέρω 11 ποσοστιαίες μονάδες κατά την ΠΕ. Στο τέλος της εξεταζόμενης περιόδου, η παραγωγικότητα ήταν κατά 19 % υψηλότερη από εκείνη στην αρχή της περιόδου, πράγμα που αντανακλά τις προσπάθειες ορθολογικής οργάνωσης που κατέβαλε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής για να παραμείνει ανταγωνιστικός. Συγκριτικά, η μέση αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας στην οικονομία της Κοινότητας γενικά (όλοι οι οικονομικοί τομείς) ήταν ακριβώς 1,5 % ετησίως κατά την ίδια περίοδο.
|
||||||||||||||||||
ι) Μισθοί
|
(101) |
Μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, ο μέσος μισθός ανά απασχολούμενο αυξήθηκε κατά 13 %. Αυτό το στοιχείο είναι ελαφρά χαμηλότερο από τον συντελεστή αύξησης της μέσης ονομαστικής αμοιβής ανά απασχολούμενο (14 %) που παρατηρήθηκε κατά την ίδια περίοδο στην οικονομία της Κοινότητας γενικά (όλοι οι τομείς).
|
||||||||||||||||||
κ) Τιμές πωλήσεων
|
(102) |
Οι ανά μονάδα τιμές για τις πωλήσεις που πραγματοποίησε σε μη συνδεδεμένους πελάτες στην Κοινότητα ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής από τη δική του παραγωγή, μειώθηκαν κατά 6 % μεταξύ του 1999 και του 2000, αυξήθηκαν κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες το 2001, μειώθηκαν κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες το 2002 και αυξήθηκαν κατά 1 ποσοστιαία μονάδα την ΠΕ. Συνολικά, μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, η μείωση σε ανά μονάδα τιμές πωλήσεων ήταν 8 %. Αυτή η σχετικά άνιση εξέλιξη εξηγείται από τα ακόλουθα. |
|
(103) |
Οι τιμές κατευθύνονται από δύο κυρίως δυνάμεις: το κόστος παραγωγής και την κατάσταση προσφοράς και ζήτησης στην αγορά. Ενώ οι ανά μονάδα τιμές πωλήσεων μειώθηκαν κατά 8 % μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, το ανά μονάδα κόστος παραγωγής αυξήθηκε κατά 2 %. Αυτή η σχετικά ομαλή εξέλιξη του κόστους καλύπτει την απότομη άνοδο 10 ποσοστιαίων μονάδων που παρατηρήθηκε το 2001, λόγω των συνεπειών της αύξησης το 2000 των τιμών των πρώτων υλών. Οι δύο κυριότερες πρώτες ύλες για την κατασκευή συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη, δηλαδή οπτάνθρακας (κοκ) από πετρέλαιο και πίσσα, αντιπροσωπεύουν το 34 % περίπου του συνολικού κόστους παραγωγής. Η ενέργεια η τιμή της οποίας επηρεάζεται επίσης σημαντικά από τις διακυμάνσεις της τιμής πετρελαίου, αντιστοιχεί σε περαιτέρω 13 % του συνολικού κόστους παραγωγής. Συνολικά, αυτά τα τρία βασικά στοιχεία κόστους ενώ η τιμή επηρεάζεται άμεσα από τις διακυμάνσεις της τιμής πετρελαίου, αντιστοιχούν σε περίπου 50 % του συνολικού κόστους παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος. Επειδή οι τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής δεν μπορούσαν να καλύψουν τις αυξήσεις του κόστους παραγωγής λόγω της συμπίεσης των τιμών που οφείλεται στις επιδοτούμενες εισαγωγές, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής σημείωσε πτώση της αποδοτικότητας.
|
||||||||||||||||||||||||||||||
λ) Παράγοντες που επηρεάζουν τις κοινοτικές τιμές
|
(104) |
Η έρευνα έδειξε ότι οι τιμές των επιδοτούμενων εισαγωγών ήταν χαμηλότερες από τις συμπιεσμένες μέσες τιμές πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά 6 έως 12 % κατά μέσον όρο την ΠΕ (βλ. αιτιολογική σκέψη 86 ανωτέρω). Ωστόσο, από μια ανάλυση των τιμών ανά τύπο προϊόντων προκύπτει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι τιμές που εφάρμοσαν οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί-εξαγωγείς ήταν αισθητά χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Είναι βέβαιο ότι αυτές οι χαμηλότερες από τις κοινοτικές τιμές που καθορίστηκαν για κάθε χωριστό τύπο προϊόντος σε συνδυασμό με την αύξηση του μεριδίου αγοράς που κατείχαν οι επιδοτούμενες εισαγωγές επηρέασαν τις εγχώριες τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. |
μ) Αποδοτικότητα και απόδοση των επενδύσεων
|
(105) |
Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής από τις πωλήσεις του ιδίας παραγωγής σε μη συνδεδεμένους πελάτες, εκφραζόμενη σε απόδοση επί των καθαρών πωλήσεων πριν από τους φόρους, μειώθηκε κατά 50 % το 2000, κατά περαιτέρω 3 ποσοστιαίες μονάδες το 2001, κατά περαιτέρω 18 ποσοστιαίες μονάδες το 2002 και τέλος ανέκτησε 4 ποσοστιαίες μονάδες κατά την ΠΕ. Μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, η μείωση της αποδοτικότητας ανέρχεται σε 66 % δηλαδή κυμαινόταν από 12 % έως 15 % το 1999 σε 3 % έως 6 % την ΠΕ. |
|
(106) |
Η απόδοση των επενδύσεων, εκφραζόμενη σε % κέρδος επί της καθαρής λογιστικής αξίας των επενδύσεων, ακολούθησε ευρέως την ανωτέρω τάση της αποδοτικότητας καθόλη την εξεταζόμενη περίοδο. Μειώθηκε κατά 34 % το 2000, το 2001 κατά 23 ποσοστιαίες μονάδες, κατά 26 ποσοστιαίες μονάδες το 2002 και κατά περαιτέρω 8 ποσοστιαίες μονάδες την ΠΕ. Σε σύγκριση με την κατάσταση που επικρατούσε το 1999, η απόδοση των επενδύσεων μειώθηκε κατά περίπου 90 % την ΠΕ, δηλαδή από 45 % - 55 % το 1999 σε 3 % - 10 % την ΠΕ. |
|
(107) |
Η Επιτροπή εξέτασε μεμονωμένα τις επιπτώσεις της προαναφερθείσας διακοπής της λειτουργίας (βλ. αιτιολογική σκέψη 94 ανωτέρω) στην συνολική αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την ΠΕ. Διαπιστώθηκε ότι η αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής θα ήταν υψηλότερη κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες το 2002 και κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες την ΠΕ, και αυτές οι μονάδες δεν θα άλλαζαν σημαντικά την τάση της αποδοτικότητας από το 1999.
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
ν) Ταμειακή ροή και ικανότητα άντλησης κεφαλαίων
|
(108) |
Η καθαρή ταμειακή ροή από τις δραστηριότητες λειτουργίας μειώθηκε το 2000 κατά 40 %, ανέκτησε 24 ποσοστιαίες μονάδες το 2001, μειώθηκε εκ νέου κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες το 2002 και μειώθηκε περαιτέρω κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες κατά την ΠΕ. Η ταμειακή ροή ήταν κατά 35 % χαμηλότερη την ΠΕ από ό,τι στην αρχή της εξεταζόμενης περιόδου.
|
||||||||||||||||||
|
(109) |
Διάφορες εθνικές και περιφερειακές αρχές ανταγωνισμού παγκοσμίως επέβαλαν πρόστιμο στους δύο καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς για αυθαίρετο καθορισμό τιμών και κατανομή των αγορών στη δεκαετία του 1990. Εκτός από αυτές τις κυρώσεις, επιβλήθηκαν περαιτέρω κυρώσεις στους δύο καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς σε συνδυασμό, αφενός, με τις συλλογικές προσφυγές στη δικαιοσύνη με πελάτες και μετόχους στις ΗΠΑ και στον Καναδά, και, αφετέρου, τη χρηματοδότηση αυτών των έκτακτων δαπανών. Αυτό είχε ως συνέπεια να αυξηθεί δραματικά το χρέος των δύο ομίλων και να επιδεινωθεί η αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου τους και η ικανότητά τους άντλησης κεφαλαίων. Η πρακτική συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι να μη μπορεί να γίνει χωριστή εκτίμηση, σε ό,τι αφορά την ικανότητα άντλησης κεφαλαίων, που θα μπορούσε να περιοριστεί στο πεδίο του τομέα κατασκευής και πώλησης του ομοειδούς προϊόντος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη αυτό το αντιμονοπωλιακό παρελθόν. Εντούτοις, τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν ανωτέρω σε ό,τι αφορά την αποδοτικότητα, την απόδοση των επενδύσεων και τις ταμειακές ροές και κατωτέρω όσον αφορά τις επενδύσεις, που είναι βάσιμα μόνον για το ομοειδές προϊόν για το οποίο δεν λήφθηκαν υπόψη οι επιπτώσεις αυτής της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς, μπορούν ασφαλώς να θεωρηθούν επιβαρυντικοί παράγοντες, εκτός από την ανωτέρω ήδη δυσχερή οικονομική κατάσταση. |
ξ) Επενδύσεις
|
(110) |
Οι ετήσιες επενδύσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής για το υπό εξέταση προϊόν μειώθηκαν κατά περίπου 50 % μεταξύ του 1999 και της ΠΕ. Ειδικότερα, μειώθηκαν κατά 27 % το 2000, αυξήθηκαν κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες το 2001, εν συνεχεία μειώθηκαν εκ νέου κατά 18 ποσοστιαίες μονάδες το 2002 και κατά περαιτέρω 8 ποσοστιαίες μονάδες την ΠΕ.
|
||||||||||||||||||
ο) Μέγεθος του περιθωρίου επιδότησης
|
(111) |
Όσον αφορά τον αντίκτυπο στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής του μεγέθους του πραγματικού περιθωρίου επιδότησης, λαμβανομένου υπόψη του όγκου και των τιμών των εισαγωγών από τις οικείες χώρες, ο αντίκτυπος αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέος. |
π) Ανάκαμψη μετά τις προηγούμενες επιδοτήσεις ή μετά το ντάμπινγκ
|
(112) |
Επειδή δεν υπάρχουν πληροφορίες για την ύπαρξη επιδοτήσεων ή ντάμπινγκ πριν από την κατάσταση που εξετάζεται στην παρούσα διαδικασία, αυτό το θέμα δεν εξετάστηκε. |
5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΗΜΙΑ
|
(113) |
Μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, ο όγκος των επιδοτούμενων εισαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος, καταγωγής Ινδίας, αυξήθηκε σημαντικά κατά 76 % και το μερίδιο της κοινοτικής αγοράς αυξήθηκε κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες. Οι μέσες τιμές των επιδοτούμενων εισαγωγών από την Ινδία ήταν διαρκώς χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Επίσης, κατά την περίοδο έρευνας, οι τιμές των εισαγωγών από την εν λόγω χώρα ήταν χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Σε μέση σταθμισμένη βάση, οι τιμές των εισαγωγών ήταν χαμηλότερες από τις κοινοτικές τιμές κατά 6 %-12 % περίπου κατά μέσον όρο, ενώ με βάση τους μεμονωμένους τύπους προϊόντος, η διαφορά αυτή των τιμών ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη μεγαλύτερη. |
|
(114) |
Σε σχέση με την υπό εξέταση περίοδο, διαπιστώθηκε επιδείνωση της κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, σχεδόν όλοι οι δείκτες της ζημίας σημείωσαν αρνητική τάση: ο όγκος παραγωγής μειώθηκε κατά 1 %, η ικανότητα παραγωγής μειώθηκε κατά 9 %, οι όγκοι των πωλήσεων στην Κοινότητα μειώθηκαν κατά 1 % και ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής έχασε 6,3 ποσοστιαίες μονάδες σε μερίδιο αγοράς. Η ανά μονάδα τιμή πωλήσεων μειώθηκε κατά 8 % ενώ το ανά μονάδα κόστος παραγωγής αυξήθηκε κατά 2 %, η αποδοτικότητα μειώθηκε κατά 66 %, η απόδοση των επενδύσεων και οι ταμειακές ροές από τις δραστηριότητες λειτουργίας ακολούθησαν την ίδια αρνητική τάση. Η απασχόληση μειώθηκε κατά 17 %, οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 50 %. |
|
(115) |
Ορισμένοι δείκτες παρουσίασαν φαινομενικά θετική εξέλιξη: κατά την εξεταζόμενη περίοδο οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 13 %, που μπορεί να θεωρηθεί ως ο κανονικός συντελεστής αύξησης, και η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 19 %. Μαζί με τη μείωση της απασχόλησης που αναφέρεται ανωτέρω, αυτή δείχνει τις προσπάθειες που κατέβαλε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής για να παραμείνει ανταγωνιστικός παρά τον ανταγωνισμό που ασκείτο από τις επιδοτούμενες εισαγωγές από την Ινδία. |
|
(116) |
Βάσει των ανωτέρω, συνάγεται προσωρινά το συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη σημαντική ζημία κατά την έννοια του άρθρου 8 του βασικού κανονισμού. |
ΣΤ. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
|
(117) |
Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφοι 6 και 7 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε αν οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο επιδοτήσεων προκάλεσαν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής ζημία σε βαθμό που να μπορεί να θεωρηθεί σημαντική. Εξετάστηκαν επίσης και διάφοροι άλλοι γνωστοί παράγοντες, πέραν των επιδοτούμενων εισαγωγών, που μπορούσαν να προκαλέσουν συγχρόνως ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η πιθανή ζημία που προκλήθηκε από αυτούς δεν αποδόθηκε στις επιδοτούμενες εισαγωγές. |
2. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΔΟΤΟΥΜΕΝΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ
|
(118) |
Η σημαντική αύξηση του όγκου των επιδοτούμενων εισαγωγών κατά 76 % μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, και του αντίστοιχου μεριδίου τους στην αγορά της Κοινότητας, δηλαδή κατά περίπου 3,5 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς οι χαμηλότερες τιμές αυτών των εισαγωγών από τις κοινοτικές τιμές (περίπου 6 %-12 % κατά μέσον όρο την ΠΕ) συνέπεσαν με την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Κατά την ίδια περίοδο, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη μείωση του όγκου των πωλήσεών του (-1 %), του μεριδίου αγοράς που κατείχε (-6,3 ποσοστιαίες μονάδες) και επιδείνωση της αποδοτικότητας (-8,7 ποσοστιαίες μονάδες). Αυτή η εξέλιξη πρέπει να εξεταστεί λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η κοινοτική αγορά παρουσίαζε ανάπτυξη κατά τα έτη 1999-ΠΕ. Επιπλέον, οι επιδοτούμενες τιμές ήταν χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής καθόλη την εξεταζόμενη περίοδο και ασκούσαν πίεση σ’αυτές. Η επακόλουθη πτώση των τιμών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής (κατά 8 %) σε μία περίοδο κατά την οποία το κόστος παραγωγής είχε αυξηθεί κατά περίπου 2 % προκάλεσε την παρατηρηθείσα μείωση της αποδοτικότητας. Συνάγεται επομένως προσωρινά το συμπέρασμα ότι οι επιδοτούμενες εισαγωγές είχαν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. |
3. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΛΛΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ
α) Μείωση της ζήτησης σε συνδυασμό με την κάμψη της αγοράς χάλυβα
|
(119) |
Δύο ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι η ζημία που προκλήθηκε στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής συνδεόταν με την κάμψη που σημειώθηκε το 2001 και στις αρχές του 2002 στους καταναλωτές του ομοειδούς προϊόντος, δηλαδή στη βιομηχανία χάλυβα. |
|
(120) |
Η κάμψη του 2001-2002 στη βιομηχανία χάλυβα είναι γνωστή και επιβεβαιώνεται από τις τάσεις της κατανάλωσης του υπό εξέταση προϊόντος και του ομοειδούς προϊόντος, η οποία ήταν μεγαλύτερη το 2000, και εν συνεχεία μειώθηκε το 2001 και 2002. Όντως, η αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε σταθερά τα έτη 2000 έως 2002. Εντούτοις, το επιχείρημα δεν είναι ακριβές για το έτος 2000, κατά τη διάρκεια του οποίου ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής μπορούσε να επωφεληθεί από την μεγάλη ανάπτυξη της αγοράς χάλυβα, όπως φαίνεται από τις σημαντικές μειώσεις των τιμών πωλήσεων και της αποδοτικότητας που παρατηρήθηκαν αυτό το έτος. Το ίδιο έτος αντίθετα, οι όγκοι των εισαγωγών από την Ινδία αυξήθηκαν απότομα κατά 45 % και το μερίδιο αγοράς τους αυξήθηκε κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες. Σημειώνεται επίσης ότι η κατανάλωση ήταν από το 2000 μέχρι την ΠΕ σημαντικά υψηλότερη από τα επίπεδά της του 1999. Έτσι, η κάμψη στη βιομηχανία χάλυβα δεν οδήγησε σε γενική μείωση της ζήτησης για το υπό εξέταση προϊόν και το ομοειδές προϊόν, παρόλο που δεν επιτεύχθηκε το σημαντικό επίπεδο του 2000 τα επόμενα έτη. Συνάγεται επομένως προσωρινά το συμπέρασμα ότι η μείωση της ζήτησης σε συνδυασμό με την κάμψη στην αγορά χάλυβα δεν αποτελούν ικανοποιητική εξήγηση για τη ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, και συνέβαλαν μόνον στη ζημία που προκλήθηκε στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής μόνον σε πολύ μικρό βαθμό, αν όχι καθόλου. Οι επιπτώσεις επομένως δεν ήταν τέτοιες ώστε να ανατρέψουν το προσωρινό συμπέρασμα κατά το οποίο υπάρχει γνήσια και ουσιαστική αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων από την εν λόγω χώρα και της σημαντικής ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. |
β) Επαναφορά κανονικών συνθηκών ανταγωνισμού μετά την διάλυση της σύμπραξης επιχειρήσεων (καρτέλ)
|
(121) |
Πολλά ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι οι ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, οφειλόταν αποκλειστικά στην επαναφορά των κανονικών συνθηκών του ανταγωνισμού στην αγορά της Κοινότητας συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη. Πιο συγκεκριμένα τα εν λόγω μέρη αποδίδουν την πτώση των τιμών και της αποδοτικότητας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής από το 1999 και εξής στο γεγονός ότι το σημείο έναρξης ήταν τεχνητά υψηλό λόγω της ύπαρξης καρτέλ. |
|
(122) |
Στην απόφαση 2002/271/ΕΚ της 18ης Ιουλίου 2001 (5), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι δύο καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί είχαν, από κοινού με άλλους παραγωγούς, δημιουργήσει καρτέλ μεταξύ Μαΐου 1992 και Μαρτίου 1998. Η ΠΕ που καθορίστηκε για την παρούσα διαδικασία κατά των επιδοτήσεων καλύπτει την περίοδο από την 1η Απριλίου 2002 έως τις 31 Μαρτίου 2003, ενώ η περίοδος για την εκτίμηση των τάσεων της ζημίας καλύπτει την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1999 έως το τέλος της ΠΕ. Επομένως και η ΠΕ και η εξεταζόμενη περίοδο είναι ουσιαστικά προγενέστερες της λειτουργίας του καρτέλ. Η έρευνα έδειξε ότι, παρόλο που υπάρχουν διάφορες συμφωνίες και συμβάσεις, οι μεγαλύτεροι όγκοι των συναλλαγών καλύπτονται τυπικά από ετήσια σύμβαση ενώ ορισμένες παραδόσεις υπόκεινται σε εγγύηση στη διάρκεια του έτους για συγκεκριμένη τιμή. Οι διαπραγματεύσεις για ετήσιες συμβάσεις ουσιαστικά λαμβάνουν χώρα τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του έτους που προηγείται της ενάρξεως ισχύος της σύμβασης. Η έρευνα διαπίστωσε ότι κατά την περίοδο 1998-1999, οι ετήσιες συμβάσεις κάλυπταν το 40 % περίπου των συναλλαγών, οι εξαμηνιαίες συμβάσεις αφορούσαν το 35 % περίπου και οι τριμηνιαίες συμβάσεις ή οι απλές παραγγελίες κάλυπταν το 25 % περίπου. Οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις (π.χ. οι τριετείς συμβάσεις) άρχισαν να ανακτούν έδαφος σχετικά πρόσφατα, αλλά ήταν οριακές τα έτη 1997-98, αν όχι ανύπαρκτες, όπως θα αναμενόταν λογικά σε μία αγορά η οποία χαρακτηριζόταν από υψηλές τιμές. Επομένως διαπιστώθηκε ότι όλες σχεδόν οι συναλλαγές που έχουν πράγματι τιμολογηθεί και πληρωθεί το 1999, και οι συνακόλουθες τιμές που εξετάζονται στις αιτιολογικές σκέψεις 0 και 103 ανωτέρω, απορρέουν από συμφωνίες μεταξύ πωλητών και αγοραστών που συνάφθηκαν μετά την περίοδο για την οποία διαπιστώθηκαν αυθαίρετος καθορισμός τιμών και κατανομή των αγορών. |
|
(123) |
Ως αποδεικτικό στοιχείο για το επιχείρημα αυτό, τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη επέστησαν την προσοχή της Επιτροπής στην εξέλιξη των τιμών ηλεκτροδίων μεγάλης διαμέτρου (δηλ. με διάμετρο άνω των 700 mm), που είναι ένα τμήμα της αγοράς το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς, δεν εξυπηρετούν οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς. Η έρευνα έδειξε ότι, παρόλο που οι δύο Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς δεν εξήγαν αυτό το φάσμα προϊόντος κατά την ΠΕ στην Κοινότητα, ανέπτυξαν την τεχνική ικανότητά τους για να παράγουν αυτό το φάσμα προϊόντος. Η έρευνα έδειξε περαιτέρω ότι οι τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής γι’αυτό το συγκεκριμένο φάσμα προϊόντος είχαν μειωθεί σχετικά περισσότερο μεταξύ του 1999 και της ΠΕ από ό,τι είχαν μειωθεί οι μέσες τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής για το ομοειδές προϊόν συνολικά. Αυτό το φάσμα προϊόντος αντιστοιχεί σε μικρό μερίδιο, περίπου 8 %, του συνολικού όγκου των πωλήσεων που πραγματοποίησε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στην αγορά της Κοινότητας για το ομοειδές προϊόν. Αυτό το συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς έχει δύο ακόμη χαρακτηριστικά. Πρώτον, είναι σχετικά πρόσφατα αναπτυσσόμενη αγορά, πράγμα που προϋποθέτει ότι αυτή η αγορά έγινε γρήγορα ανταγωνιστική τα έτη 1999 έως την ΠΕ. Δεύτερον, χαρακτηρίζεται από την παρουσία πολύ μικρού αριθμού μεγάλων πελατών, οι οποίοι αγοράζουν επίσης ηλεκτρόδια μικρότερης διαμέτρου. Όπως θα ήταν λογικό να περιμένει κανείς, αυτοί οι μεγαλύτεροι από τον μέσο όρο πελάτες χρησιμοποιούν την αγοραστική τους δύναμη για να επιτύχουν μεγαλύτερες εκπτώσεις από ό,τι θα επετύγχαναν οι «κανονικοί» πελάτες. Η τάση των τιμών γι’αυτό το συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς στρεβλώνεται επομένως από την επικράτηση των προαναφερομένων μεγάλων πελατών. Τέλος, παρόλο που οι Ινδοί παραγωγοί δεν εξήγαν αυτό το φάσμα προϊόντος σε τακτική βάση κατά την ΠΕ, η έρευνα διαπίστωσε την ύπαρξη ινδικών προσφορών τιμών γι’αυτό το φάσμα προϊόντος, τις οποίες χρησιμοποίησαν οι πελάτες της Κοινότητας ως ένα άλλο μέσο διαπραγμάτευσης τιμών με τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. |
|
(124) |
Η Επιτροπή ζήτησε και επέτυχε μακροπρόθεσμες σειρές τιμών (από τα μέσα της δεκαετίας του 1980) από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, για αντιπροσωπευτικές πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην αγορά της Κοινότητας. Αυτή η σειρά τιμών δείχνει ότι οι τιμές αυξήθηκαν σταδιακά κατά τη δεκαετία του 1990 και έφθασαν στο υψηλότερο σημείο τους το 1998. Μεταξύ του 1998 και του 1999, παρατηρήθηκε απότομη πτώση τιμών κατά 14 %, που αντανακλά καθαρά το τέλος της περιόδου αυθαίρετου καθορισμού τιμών και κατανομής των αγορών. |
|
(125) |
Επιπλέον, το επιχείρημα σχετικά με την επαναφορά των κανονικών συνθηκών ανταγωνισμού μετά την διάλυση του καρτέλ δεν παρέχει επαρκή εξήγηση για την απώλεια του μεριδίου αγοράς που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής από το 1999 έως την ΠΕ, ως συμμετρικά αντίθετη με την αύξηση του μεριδίου αγοράς των επιδοτούμενων εισαγωγών. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η επαναφορά των κανονικών συνθηκών ανταγωνισμού μετά τη διάλυση του καρτέλ μπορεί να εξηγήσει μόνον ένα περιορισμένο τμήμα των ζημιογόνων τάσεων που παρατηρήθηκαν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, και ότι οι επιπτώσεις της δεν ήταν τέτοιες ώστε να ανατρέψουν το προσωρινό συμπέρασμα κατά το οποίο υπάρχει γνήσια και ουσιαστική αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων από την εν λόγω χώρα και της σημαντικής ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. |
γ) Επιδόσεις άλλων κοινοτικών παραγωγών
|
(126) |
Κανένας άλλος κοινοτικός παραγωγός που δεν ανήκει στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, δεν συνεργάστηκε με την έρευνα. Εντούτοις πρέπει να σημειωθεί ότι ένας από τους δύο άλλους γνωστούς κοινοτικούς παραγωγούς έγινε αναξιόχρεος και σταμάτησε την παραγωγή του από το Νοέμβριο 2002 (βλ. αιτιολογική σκέψη 77). Με βάση τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, ο όγκος των πωλήσεων στην ΕΚ των δύο άλλων παραγωγών αυξήθηκε από περίπου 15 000 τόνους το 1999 σε περίπου 21.000 τόνους το 2002, και εν συνεχεία μειώθηκε σε περίπου 19 000 τόνους κατά την ΠΕ. Σε ό,τι αφορά το μερίδιο αγοράς τους, αυτό αυξήθηκε από 12,5 % το 1999 σε 16,6 % το 2002, και εν συνεχεία μειώθηκε σε 14,4 % κατά την ΠΕ. Αν η έρευνα είχε καλύψει το έτος 2003 συνολικά, το μερίδιο αγοράς του μοναδικού άλλου κοινοτικού παραγωγού θα ήταν 9,7 %. Ενώ αληθεύει το ότι οι δύο άλλοι κοινοτικοί παραγωγοί ανέκτησαν 1,9 ποσοστιαίες μονάδες μεριδίου αγοράς μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, το γεγονός ότι ένας παραγωγός έγινε αναξιόχρεος είναι ενδεικτικό της ζημιογόνου κατάστασης για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Συνάγεται επομένως προσωρινά το συμπέρασμα ότι οι επιδόσεις άλλων κοινοτικών παραγωγών συνέβαλαν, ενδεχομένως, στη ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής σε πολύ περιορισμένο βαθμό, αν όχι καθόλου, και ότι ως εκ τούτου οι επιπτώσεις τους δεν ήταν τέτοιες ώστε να ανατρέψουν το πόρισμα κατά το οποίο υπάρχει γνήσια και ουσιαστική αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των επιδοτούμενων εισαγωγών από την εν λόγω χώρα και της σημαντικής ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. |
δ) Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες
|
(127) |
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ο συνολικός όγκος εισαγωγών του ομοειδούς προϊόντος καταγωγής τρίτων χωρών, άλλων εκτός της Ινδίας, αυξήθηκε κατά 20 % από περίπου 13 000 τόνους το 1999 σε περίπου 15 000 τόνους την ΠΕ, και το μερίδιο αγοράς του αυξήθηκε από 10,7 % το 1999 σε 11,8 % κατά την ΠΕ. Όσον αφορά τις μέσες σταθμισμένες τιμές CIF των εν λόγω εισαγωγών, μειώθηκαν κατά 8 % μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, από 2.400 ευρώ/τόνο το 1999 σε 2.200 ευρώ/τόνο κατά την περίοδο έρευνας. Πρέπει να αναφερθεί ότι οι τιμές των εισαγωγών από τρίτες χώρες άλλες εκτός της Ινδίας παρέμειναν σε ουσιαστικά υψηλότερα επίπεδα από ό,τι οι τιμές των εισαγωγών από την εν λόγω χώρα καθόλη την εξεταζόμενη περίοδο. |
|
(128) |
Διαπιστώθηκε επίσης ότι μόνον οι εισαγωγές καταγωγής των τριών χωρών εκτός της Ινδίας κατείχαν μερίδιο στην αγορά της Κοινότητας άνω του 1 % κατά την ΠΕ, δηλαδή η Ιαπωνία, η Πολωνία και οι ΗΠΑ. Διαπιστώθηκε ότι (i) το μερίδιο αγοράς της Ιαπωνίας αυξήθηκε από 2,1 % το 1999 σε 2,6 % την ΠΕ, (ii) το μερίδιο αγοράς της Πολωνίας αυξήθηκε από 3,3 % το 1999 σε 4,4 % την ΠΕ και (iii) το μερίδιο αγοράς των ΗΠΑ μειώθηκε από 5,3 % το 1999 σε 4,7 % την ΠΕ. Από αυτές τις τρεις χώρες, οι τιμές εισαγωγής CIF της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ φαίνεται ότι ήταν χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, ενώ οι τιμές των εισαγωγών καταγωγής Πολωνίας ήταν υψηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Επιπλέον, οι τιμές εισαγωγής CIF αυτών των τριών χωρών ήταν πάντα υψηλότερες από τις τιμές της εν λόγω χώρας. Επίσης, δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν ότι αυτές οι εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν σε επιδοτούμενες τιμές. |
|
(129) |
Η έρευνα καθόρισε ότι οι δύο εγκαταστάσεις παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος στην Πολωνία οι οποίες εξήγαν το προϊόν αυτό στην Κοινότητα είναι θυγατρικές ενός καταγγέλλοντος κοινοτικού παραγωγού. Επομένως, όλες οι ανωτέρω εισαγωγές από την Πολωνία πραγματοποιήθηκαν κατά την ΠΕ για λογαριασμό του προαναφερόμενου κοινοτικού παραγωγού. Η έρευνα καθόρισε επίσης ότι περίπου το 40 % των όγκων του ομοειδούς προϊόντος που εισήχθη από τις ΗΠΑ είχε εισαχθεί στην πραγματικότητα από τον άλλο καταγγέλοντα κοινοτικό παραγωγό προς τελική πώληση στην Κοινότητα. Δεν βρέθηκε καμία ένδειξη για το ότι οι αντίστοιχες μεταπωλήσεις ήταν ζημιογόνες στους άλλους κοινοτικούς παραγωγούς ή ότι αυτές οι εισαγωγές είχαν πραγματοποιηθεί σε βάρος της ίδιας παραγωγής στην Κοινότητα. Η έρευνα εντούτοις έδειξε ότι οι όγκοι εισαγωγής από τις εγκαταστάσεις παραγωγής των δύο καταγγελλόντων κοινοτικών παραγωγών που κατασκευάζουν το ομοειδές προϊόν σε άλλες τρίτες χώρες, ήταν ατομικά και συνολικά ελάχιστοι, δηλαδή κάτω του 1 % της κοινοτικής κατανάλωσης. |
|
(130) |
Οι δύο καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί είναι μεγάλες εταιρείες που λειτουργούν σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο τομέας δραστηριότητάς τους δεν περιορίζεται μόνον στην Κοινότητα. Αυτές οι εταιρείες όχι μόνον εισάγουν ορισμένες μικρές ποσότητες του ομοειδούς προϊόντος για τελική πώληση στην Κοινότητα, αλλά επίσης εξάγουν ένα σημαντικό τμήμα της κοινοτικής παραγωγής τους εκτός Κοινότητας. Η προβληματική που βρίσκεται πίσω από αυτές τις παγκόσμιες αποστολές είναι η όλο και μεγαλύτερη τάση εξειδίκευσης των διαφόρων εγκαταστάσεων σε διαστάσεις και ποιότητες του ομοειδούς προϊόντος, πράγμα που έχει ως άμεση συνέπεια να καταφεύγουν και οι δύο κοινοτικοί παραγωγοί, για ορισμένες διαστάσεις και ποιότητες, σε εισαγωγές από εγκαταστάσεις εκτός ΕΚ για να συμπληρώσουν το φάσμα των προϊόντων που προσφέρουν στους πελάτες στην Κοινότητα. |
|
(131) |
Με βάση τις μέσες τιμές, τον μικρό όγκο αυτών των εισαγωγών, το μικρό μερίδιο της αγοράς και τις ανωτέρω παρατηρήσεις σε ό,τι αφορά το φάσμα του προϊόντος, δεν διαπιστώθηκε ότι αυτές οι εισαγωγές από τις τρίτες χώρες, είτε προέρχονταν από τις εγκαταστάσεις που ανήκουν στους δύο καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς, είτε όχι, συνέβαλαν στη ζημιογόνο κατάσταση που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής ιδίως από πλευράς μεριδίου αγοράς, όγκων πωλήσεων, απασχόλησης, επενδύσεων, αποδοτικότητας, απόδοσης των επενδύσεων και ταμειακών ροών. |
|
(132) |
Προβλήθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι αυτή η διαδικασία εισήγε διακρίσεις επειδή δεν είχε λάβει υπόψη την ύπαρξη εισαγωγών του ομοειδούς προϊόντος από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας («ΛΔΚ»), όπως φαίνεται από τις σχετικά μεγάλες ποσότητες των εισαγωγών από την ΛΔΚ που δηλώθηκαν στον κωδικό ΣΟ 8545 11 00 . Πρέπει πρώτα να τονιστεί ότι ο κωδικός ΣΟ 8545 11 00 καλύπτει όχι μόνον το υπό εξέταση προϊόν και το ομοειδές προϊόν, αλλά και άλλα είδη. Δεν είναι επομένως σκόπιμο να συνάγονται συμπεράσματα με μόνη βάση τον ανωτέρω κωδικό ΣΟ. Δόθηκε εντούτοις ιδιαίτερη προσοχή σ’αυτό το θέμα κατά τις επισκέψεις επαλήθευσης που πραγματοποιήθηκαν στις εγκαταστάσεις των χρηστών που συνεργάσθηκαν. Ενώ πολλοί χρήστες είχαν δηλώσει στις απαντήσεις τους στο ερωτηματολόγιο τους όγκους του ομοειδούς προϊόντος που είχαν εισαχθεί από την ΛΔΚ, η επιτόπια επαλήθευση απέδειξε ότι κανένα από αυτά τα κινεζικά ηλεκτρόδια δεν συμφωνούσε με τις προδιαγραφές που ορίζουν το υπό εξέταση προϊόν. Επιπλέον, μια από τις δύο ενώσεις χρηστών δήλωσε σαφώς σε γραπτή παρατήρηση ότι η ΛΔΚ δεν ήταν σε θέση να παράγει και να εξάγει το ομοειδές προϊόν στην Κοινότητα κατά την περίοδο 1999-ΠΕ. Άρα, το επιχείρημα απορρίπτεται. |
ε) Εξαγωγική επίδοση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής
|
(133) |
Τονίζοντας τη μεγάλη πτώση των τιμών εξαγωγής του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, ένα ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε ότι (i) αυτή ήταν ενδεικτική της απουσίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των επιδοτούμενων εισαγωγών και της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στην αγορά της Κοινότητας και (ii) αυτό μπορούσε να θεωρηθεί ζημία που προκάλεσε μόνος του ο κλάδος αυτός. |
|
(134) |
Όπως εξηγείται ανωτέρω, οι δύο καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί λειτουργούν σε παγκόσμιο επίπεδο. Η έρευνα διαπίστωσε ότι ο κοινοτικός όγκος παραγωγής εξάγει περίπου 15 % περισσότερο όγκο από ό,τι πωλεί στην Κοινότητα. Από ένα επίπεδο περίπου 100 000 τόνων το 1999, ο όγκος των πωλήσεων που εξήγε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αυξήθηκε κατά 12 % το 2000, μειώθηκε κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες το 2001, αυξήθηκε κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες το 2002 και κατά περαιτέρω 6 ποσοστιαίες μονάδες την ΠΕ. Κατά την ΠΕ, ο όγκος των εξαγωγικών πωλήσεων βρισκόταν πολύ κοντά στα επίπεδα που παρατηρήθηκαν το 1999, και επομένως καμία απώλεια των οικονομιών κλίμακας δεν μπορεί να αποδοθεί στην εξαγωγική δραστηριότητα. Η έρευνα διαπίστωσε ότι οι τιμές των εξαγωγικών πωλήσεων μειώθηκαν κατά περίπου 14 % μεταξύ του 1999 και της ΠΕ. Εντούτοις, εξεταζόμενη χωριστά από άλλους παράγοντες που μπορούν να έχουν παίξει κάποιο ρόλο σε επίπεδο παγκόσμιας αγοράς, αυτή η παρατήρηση δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα διαδικασία, που αφορά την κοινοτική αγορά και όχι την παγκόσμια αγορά. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η τάση της αποδοτικότητας που εξετάστηκε στο πλαίσιο εκτίμησης της ζημίας αναφέρεται αποκλειστικά στις πωλήσεις στην Κοινότητα της ίδιας παραγωγής του κοινοτικού κλάδου. Παρόλο που η αποδοτικότητα των εξαγωγικών πωλήσεων επιδεινώθηκε ελαφρά σε σχέση με την αποδοτικότητα των κοινοτικών πωλήσεων, αυτό το γεγονός θεωρείται επίσης άσχετο με την παρούσα διαδικασία. Θεωρείται επομένως ότι η εξαγωγική δραστηριότητα δεν μπορεί να έχει συμβάλει με κανέναν τρόπο στη ζημία που έχει προκληθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.
|
||||||||||||||||||||||||||||||
4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΤΙΩΔΗ ΣΥΝΑΦΕΙΑ
|
(135) |
Εν κατακλείδι, επιβεβαιώνεται το συμπέρασμα ότι η σημαντική ζημία που έχει προκληθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής και που χαρακτηρίζεται κυρίως με την μείωση, μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, του μεριδίου αγοράς, με τη μείωση της ανά μονάδα τιμής πωλήσεων (κατά 8 %), με την αύξηση του ανά μονάδα κόστους παραγωγής κατά 2 %, με την συνακόλουθη μείωση της αποδοτικότητας, της απόδοσης των επενδύσεων, των ταμειακών ροών από τις δραστηριότητες λειτουργίας, και με την μείωση των επενδύσεων και της απασχόλησης οφείλεται στις εν λόγω επιδοτούμενες εισαγωγές. |
|
(136) |
Όντως, οι επιπτώσεις της μείωσης της ζήτησης σε συνδυασμό με τη κάμψη στην αγορά χάλυβα, της επαναφοράς των κανονικών συνθηκών ανταγωνισμού μετά τη διάλυση του καρτέλ, των επιδόσεων των άλλων κοινοτικών παραγωγών, των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες, των εξαγωγικών επιδόσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, ήταν ελάχιστες ή μόνον πολύ περιορισμένες και επομένως δεν ήταν τέτοιες ώστε να ανατρέψουν το προσωρινό συμπέρασμα κατά το οποίο υπάρχει γνήσια και ουσιαστική αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων από την εν λόγω χώρα και της σημαντικής ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. |
|
(137) |
Επομένως, συνάγεται προσωρινά το συμπέρασμα ότι οι επιδοτούμενες εισαγωγές καταγωγής Ινδίας προκάλεσαν σημαντική ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού. |
Ζ. ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
|
(138) |
Η Επιτροπή εξέτασε αν, παρά τα συμπεράσματα για τις επιδοτήσεις, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια, υπήρχαν σοβαροί λόγοι που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η θέσπιση μέτρων στην προκειμένη περίπτωση δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της Κοινότητας. Για το σκοπό αυτό, και σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε την επίπτωση των μέτρων για όλα τα μέρη που αφορά αυτή η έρευνα. |
1. ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
|
(139) |
Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αποτελείται από δύο ομίλους εταιρειών, που διαθέτουν συνολικά εννέα εγκαταστάσεις παραγωγής σε διάφορες κοινοτικές χώρες, και απασχολούν 1. 800 άτομα που συμμετέχουν άμεσα στην παραγωγή, στις πωλήσεις και στη διαχείριση του ομοειδούς προϊόντος. Μετά την επιβολή των μέτρων, ο όγκος και οι τιμές των πωλήσεων που πραγματοποιεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στην κοινοτική αγορά αναμένεται να αυξηθούν. Εντούτοις, οι τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής δεν θα αυξηθούν κατά πάσα πιθανότητα στο επίπεδο οποιουδήποτε αντισταθμιστικού δασμού εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των κοινοτικών παραγωγών, των εισαγωγών καταγωγής της εν λόγω χώρας που πραγματοποιούνται με μη επιδοτούμενες τιμές και των εισαγωγών καταγωγής άλλων τρίτων χωρών. Συμπερασματικά, προβλέπεται ότι η αύξηση της παραγωγής και των πωλήσεων, αφενός, και η περαιτέρω μείωση του κόστους ανά μονάδα προϊόντος, αφετέρου, σε συνδυασμό με μια μέτρια αύξηση των τιμών, θα επιτρέψουν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση. |
|
(140) |
Αφετέρου, εάν δεν επιβληθούν μέτρα κατά των επιδοτήσεων, η αρνητική τάση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής είναι πιθανό να συνεχιστεί. Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα συνεχίσει πιθανόν να χάνει μερίδια αγοράς και να αντιμετωπίζει την επιδείνωση της αποδοτικότητάς του. Αυτό θα οδηγήσει ασφαλώς σε περικοπές της παραγωγής και των επενδύσεων, σε κλείσιμο ορισμένων εγκαταστάσεων παραγωγής και σε περαιτέρω μειώσεις θέσεων εργασίας στην Κοινότητα. |
|
(141) |
Συνεπώς, η επιβολή μέτρων κατά των επιδοτήσεων θα επέτρεπε στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής να ανακάμψει από τη ζημιογόνο πρακτική επιδοτήσεων που διαπιστώθηκε. |
2. ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΩΝ ΜΗ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΕΩΝ/ΕΜΠΟΡΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ
|
(142) |
Κατά την ΠΕ, οι δύο συνεργαζόμενοι εισαγωγείς εισήγαγαν περίπου 20 % του συνολικού όγκου εισαγωγών στην ΕΚ του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής εν λόγω χώρας. Από τη συνεργασία από τους δύο Ινδούς παραγωγούς-εξαγωγείς φαίνεται ότι οι εισαγωγείς/έμποροι στην Κοινότητα (δηλαδή οι δύο ανωτέρω συνεργαζόμενοι εισαγωγείς, αφενός, και οι μη συνεργαζόμενοι εισαγωγείς/έμποροι αφετέρου) αντιπροσωπεύουν το 40 % περίπου του συνολικού όγκου εισαγωγών στην ΕΚ του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής Ινδίας. |
|
(143) |
Εάν επιβληθούν αντισταθμιστικά μέτρα, είναι πιθανό ο όγκος των εισαγωγών καταγωγής της εν λόγω χώρας να μειωθεί. Επιπλέον, δεν μπορεί να αποκλειστεί το γεγονός η επιβολή μέτρων κατά των επιδοτήσεων να οδηγήσει σε μέτρια αύξηση των τιμών του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα, επηρεάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την οικονομική κατάσταση των εισαγωγέων/εμπόρων. Σε ό,τι αφορά τους δύο συνεργαζόμενους εισαγωγείς, η εμπορική δραστηριότητα για το υπό εξέταση προϊόν καταγωγής Ινδίας αντιστοιχεί στο 40 % περίπου του συνολικού κύκλου εργασιών τους. Από πλευράς εργατικού δυναμικού τους, από ένα σύνολο 10 απασχολουμένων, οι 4 απασχολούνται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα για το υπό εξέταση προϊόν καταγωγής Ινδίας. Οι επιπτώσεις που θα έχει στους εισαγωγείς η αύξηση της τιμής εισαγωγής του υπό εξέταση προϊόντος θα εξαρτηθεί επίσης από την ικανότητά τους να τη μεταφέρουν στους πελάτες τους. Η χαμηλή αναλογία του υπό εξέταση προϊόντος στο συνολικό κόστος των χρηστών (βλ. αιτιολογική σκέψη 147 κατωτέρω) μπορεί επίσης να διευκολύνει τους εισαγωγείς να μεταφέρουν οποιαδήποτε αύξηση της τιμής στους χρήστες. |
|
(144) |
Βάσει των στοιχείων αυτών, συνάγεται προσωρινά το συμπέρασμα ότι η επιβολή μέτρων κατά των επιδοτήσεων δεν προβλέπεται να έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην κατάσταση των εισαγωγέων της Κοινότητας. |
3. ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΩΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΩΝ ΧΡΗΣΤΩΝ
|
(145) |
Η κυριότερη βιομηχανία χρήστης που αντιπροσωπεύει το 80 % περίπου της συνολικής κοινοτικής κατανάλωσης του υπό εξέταση προϊόντος και του ομοειδούς προϊόντος, είναι ο βιομηχανικός κλάδος χαλυβοπαραγωγής με ηλεκτροκάμινους. Κατά την ΠΕ, οι οκτώ συνεργαζόμενοι τελικοί χρήστες κατανάλωσαν το 27 % περίπου του συνολικού όγκου εισαγωγών στην Κοινότητα του υπό εξέταση προϊόντος, καταγωγής εν λόγω χώρας, το οποίο εισήχθη είτε απευθείας από τους δύο Ινδούς παραγωγούς-εξαγωγείς ή μέσω εισαγωγέων/εμπόρων. Από τη συνεργασία από τους δύο Ινδούς παραγωγούς-εξαγωγείς φαίνεται ότι οι τελικοί χρήστες στην Κοινότητα (δηλαδή οι οκτώ ανωτέρω συνεργαζόμενοι χρήστες, αφενός, και οι μη συνεργαζόμενοι χρήστες αφετέρου) αντιπροσωπεύουν το 56 % περίπου του συνολικού όγκου άμεσων εισαγωγών στην ΕΚ του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής Ινδίας. Το υπόλοιπο τμήμα (4 %) εισήχθη από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. |
|
(146) |
Οι συνεργαζόμενοι χρήστες ισχυρίζονται ότι η επιβολή μέτρων κατά των επιδοτήσεων θα επηρεάσει αρνητικά την οικονομική τους κατάσταση, άμεσα με την αύξηση της τιμής της κατανάλωσής τους που προμηθεύονται στην Ινδία, και έμμεσα με την ενδεχόμενη αύξηση της τιμής που εφαρμόζουν οι κοινοτικοί παραγωγοί για το μερίδιο της κατανάλωσής τους που προέρχεται από τους κοινοτικούς παραγωγούς. |
|
(147) |
Η έρευνα έδειξε ότι η κατανάλωση του υπό εξέταση προϊόντος και του ομοειδούς προϊόντος αντιπροσωπεύει κατά μέσον όρο το 1 % του συνολικού κόστους παραγωγής των χρηστών που συνεργάσθηκαν. Η πιθανή επίπτωση του κόστους στους χρήστες θα είναι η ακόλουθη. Εάν εφαρμοστούν αντισταθμιστικά μέτρα, το κόστος παραγωγής των χρηστών θα αυξηθεί μεταξύ 0,15 % (στο χειρότερο σενάριο βάσει του οποίου οι τιμές του υπό εξέταση προϊόντος και του ομοειδούς προϊόντος θα αυξηθούν με το ποσό του δασμού, ανεξάρτητα από την καταγωγή αυτών των προϊόντων) και 0,03 % (μόνον η κατανάλωση που προέρχεται από την Ινδία επηρεάζεται από την αύξηση της τιμής). Τελικά, υπολογίζεται ότι το πραγματικό αποτέλεσμα θα βρίσκεται ανάμεσα σ’αυτά τα δύο σενάρια για τους εξής λόγους. Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής ενδέχεται να αυξήσει τις τιμές του σε ορισμένο βαθμό, αλλά θα επωφεληθεί επίσης από την χαλάρωση της πίεσης επί των τιμών για να ανακτήσει το μερίδιο αγοράς που είχε χάσει από την ανταγωνιστικότητα ως προς τις ινδικές τιμές. Υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και η επαναφορά θεμιτών και πιο αποδοτικών συνθηκών αγοράς θα αυξήσει ασφαλώς την πιθανή προμήθεια από όλες τις χώρες καταγωγής και θα προσελκύσει νέες επενδύσεις. Επί πλέον, περίπου το 15 % της κοινοτικής κατανάλωσης καλύπτεται από εναλλακτικούς προμηθευτές (δηλαδή άλλους κοινοτικούς παραγωγούς και εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες εκτός της Ινδίας). Επομένως, δεν φαίνεται πιθανό να σημειωθεί γενική αύξηση των τιμών. Τέλος, από αυτές τις πολύ περιορισμένες επιπτώσεις στο κόστος παραγωγής των χρηστών, είναι ενδεχομένως πιθανό να μεταφερθεί τουλάχιστον ένα τμήμα στους κατάντη πελάτες πράγμα που θα έχει τελικά ακόμη μικρότερη επίπτωση στα κέρδη των χρηστών. |
|
(148) |
Οι συνεργαζόμενοι χρήστες είναι ακόμη αντίθετοι με την επιβολή αντισταθμιστικών μέτρων με το επιχείρημα ότι αυτά τα μέτρα θα θέσουν φραγμούς σε μία ανταγωνιστική αγορά, και εκ των πραγμάτων θα συμβάλουν στην δημιουργία καρτέλ που είχε διαπιστώσει η Επιτροπή το 2001. |
|
(149) |
Η Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις το 2001 στους δύο καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς οι οποίοι είχαν δημιουργήσει καρτέλ μεταξύ Μαΐου 1992 και Μαρτίου 1998. Η έρευνα επιβεβαίωσε ότι οι δύο παραγωγοί που αποτελούσαν τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής είχαν σταματήσει την προηγούμενη πρακτική τους αυθαίρετου καθορισμού των τιμών και κατανομής των αγορών, και έτσι αυτό το σημείο δεν συζητήθηκε από τα μέρη. Η κατάσταση που διακυβεύεται είναι να αποκατασταθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού που είχαν στρεβλωθεί από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των Ινδών εξαγωγέων. Στόχος των μέτρων κατά των επιδοτήσεων δεν είναι να εμποδίσουν την πρόσβαση στην Κοινότητα των εισαγωγών από την εν λόγω χώρα, αλλά να εξουδετερώσουν τις επιπτώσεις από τη στρέβλωση των όρων της αγοράς λόγω της παρουσίας των επιδοτούμενων εισαγωγών. Η αποκατάσταση θεμιτών όρων στην αγορά δεν θα ωφελήσει μόνον τους κοινοτικούς παραγωγούς, αλλά και τις εναλλακτικές πηγές προμήθειας όπως, για παράδειγμα, τις εισαγωγές που δεν αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων. Το γεγονός ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής είχε δημιουργήσει καρτέλ τα έτη 1992-1998 δεν πρέπει να του στερεί το δικαίωμα προστασίας στο πλαίσιο του βασικού κανονισμού από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. |
|
(150) |
Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις, μπορεί να συναχθεί προσωρινά το συμπέρασμα ότι η επιβολή μέτρων κατά των επιδοτήσεων (i) δεν θα επηρεάσει σοβαρά την οικονομική κατάσταση των χρηστών· και (ii) δεν θα έχει αρνητικές συνέπειες στη γενική κατάσταση του ανταγωνισμού στην αγορά της Κοινότητας. |
4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
|
(151) |
Η επιβολή μέτρων αναμένεται να δώσει στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής την ευκαιρία να ανακτήσει πωλήσεις και μερίδια αγοράς που είχε χάσει και να βελτιώσει την αποδοτικότητά του. Εξάλλου, ενόψει της επιδείνωσης της κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, αν δεν ληφθούν μέτρα, υπάρχει κίνδυνος ορισμένοι κοινοτικοί παραγωγοί να κλείσουν τις εγκαταστάσεις τους και να απολύσουν ένα τμήμα του εργατικού δυναμικού τους. Αν και προβλέπονται αρνητικές επιπτώσεις υπό μορφή μείωσης του όγκου εισαγωγών και μέτριας αύξησης των τιμών για τους εισαγωγείς/εμπόρους και για τους χρήστες, η έκταση των φαινομένων αυτών μπορεί να περιοριστεί με τη μεταφορά της αύξησης στους κατάντη πελάτες. Βάσει των ανωτέρω, συνάγεται προσωρινά το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν αποχρώντες λόγοι για τη μη επιβολή μέτρων στην προκειμένη περίπτωση και ότι η εφαρμογή μέτρων δεν θα ήταν αντίθετη με το συμφέρον της Κοινότητας. |
H. ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
|
(152) |
Λαμβανομένων υπόψη των συμπερασμάτων για την πρακτική επιδοτήσεων, τη ζημία και το συμφέρον της Κοινότητας, θεωρείται απαραίτητο να ληφθούν προσωρινά μέτρα ώστε να αποφευχθεί η πρόκληση περαιτέρω ζημίας στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων. |
1. ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΖΗΜΙΑΣ
|
(153) |
Το επίπεδο των προσωρινών αντιντασταθμιστικών μέτρων πρέπει να αρκεί για την εξάλειψη της ζημίας που προκλήθηκε στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής από τις επιδοτούμενες εισαγωγές, χωρίς να υπερβαίνει τα περιθώρια των επιδοτήσεων που διαπιστώθηκαν. Κατά τον υπολογισμό του απαραίτητου ποσού του δασμού για την εξάλειψη των επιπτώσεων της ζημιογόνου πρακτικής επιδοτήσεων, θεωρήθηκε ότι τα μέτρα θα έπρεπε να επιτρέψουν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής να πραγματοποιήσει συνολικό κέρδος πριν από το φόρο τέτοιο που θα μπορούσε να επιτύχει εύλογα υπό κανονικούς όρους ανταγωνισμού, δηλαδή αν δεν υπήρχαν οι εισαγωγές με επιδοτήσεις. |
|
(154) |
Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, διαπιστώθηκε προκαταρκτικά ότι ένα περιθώριο κέρδους 9,4 % του κύκλου εργασιών θα μπορούσε να θεωρηθεί το κατάλληλο επίπεδο που θα μπορούσε να πραγματοποιήσει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής ελλείψει της ζημιογόνου πρακτικής επιδοτήσεων. Οι καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί παρατήρησαν ότι μπορούσαν να αναμένουν ευλόγως περιθώριο κέρδους 10 % με 15 % αν δεν υπήρχαν οι επιδοτούμενες εισαγωγές. Η έρευνα διαπίστωσε ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής είχε επιτύχει κέρδος που κυμαινόταν μεταξύ 12 % και 15 % του κύκλου εργασιών το 1999 (βλ. αιτιολογική σκέψη 105 ανωτέρω), όταν το μερίδιο αγοράς που κατείχαν οι επιδοτούμενες εισαγωγές ήταν το χαμηλότερο. Η Επιτροπή εξέτασε αν οι συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά το 1999 μπορούσαν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικές για τις κανονικές συνθήκες αγοράς για το υπό εξέταση προϊόν. Η έρευνα καθόρισε ότι η επαναφορά των κανονικών όρων ανταγωνισμού μετά το τέλος της περιόδου αυθαίρετου καθορισμού τιμών και κατανομής των αγορών είχε κάποια επίπτωση στις τιμές και ότι η τιμή των βασικών πρώτων υλών είχε αυξηθεί σημαντικά μεταξύ του 1999 και της ΠΕ. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρείται ότι δεν υπήρχε ενδεχόμενο να επιτύχει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αποδοτικότητα 12 % με 15 % κατά την ΠΕ. Τέλος, η Επιτροπή εξέτασε τα στατιστικά ισολογισμών εταιρείας ανά τομείς που συγκέντρωσαν οι Κεντρικές Τράπεζες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Η Επιτροπή διατήρησε τη βάση δεδομένων που συγκεντρώνει αυτά τα στοιχεία. Αυτή η εξέταση έδειξε ότι οι εταιρείες που ανήκουν στον κοντινότερο διαθέσιμο τομέα στις ανωτέρω μεγάλες βιομηχανικές χώρες, επέτυχαν κατά μέσον όρο κέρδος, εκτός των τυχόν εκτάκτων αποτελεσμάτων, 9,4 % το 2002. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις και τα στοιχεία, η Επιτροπή θεωρεί ότι το 9,4 % είναι ένα εύλογο κέρδος που θα μπορούσε να επιτύχει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αν δεν υπήρχαν οι επιδοτούμενες εισαγωγές. |
|
(155) |
Εν συνεχεία, καθορίστηκε η αναγκαία αύξηση της τιμής με βάση σύγκριση, συναλλαγή προς συναλλαγή, της μέσης σταθμισμένης τιμής εισαγωγής, όπως καθορίστηκε για τον καθορισμό των χαμηλότερων τιμών από τις κοινοτικές, και της μη ζημιογόνου τιμής του ομοειδούς προϊόντος που πωλεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στην κοινοτική αγορά. Η μη ζημιογόνος τιμή υπολογίστηκε με την πρόσθεση στις τιμές πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, του προαναφερθέντος περιθωρίου κέρδους. Οι τυχόν διαφορές που προέκυψαν από την εν λόγω σύγκριση εκφράστηκαν στη συνέχεια ως εκατοστιαίο ποσοστό της συνολικής αξίας εισαγωγής CIF. |
|
(156) |
Η ανωτέρω σύγκριση τιμών έδειξε τα ακόλουθα περιθώρια ζημίας:
|
2. ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΜΕΤΡΑ
|
(157) |
Με βάση τα ανωτέρω, θεωρείται ότι πρέπει να επιβληθεί προσωρινός αντισταθμιστικός δασμός στο επίπεδο του περιθωρίου επιδοτήσεων που διαπιστώθηκε, αλλά ότι δεν πρέπει να υπερβαίνει το περιθώριο της ζημίας που υπολογίστηκε ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. |
3. ΤΕΛΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ
|
(158) |
Για λόγους χρηστής διαχείρισης, πρέπει να καθοριστεί περίοδος εντός της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη που δήλωσαν ότι ενδιαφέρονται εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στην ανακοίνωση για την έναρξη, μπορούν να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση. Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι τα συμπεράσματα όσον αφορά την επιβολή των δασμών που θα συναχθούν για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, είναι προσωρινά και μπορούν να επανεξεταστούν για την επιβολή οριστικού δασμού. |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
1. Επιβάλλεται προσωρινός αντισταθμιστικός δασμός στις εισαγωγές ηλεκτροδίων από γραφίτη του είδους που χρησιμοποιούνται για ηλεκτρικές κάμινους, με φαινομένη πυκνότητα 1.65 g/cm3 ή μεγαλύτερη και με ηλεκτρική αντίσταση 6.0 μΩ.m ή μικρότερη, που υπάγονται κανονικά στον κωδικό ΣΟ ex 8545 11 00 (κωδικός TARIC 8545 11 00 10) και θηλές που χρησιμοποιούνται για τέτοια ηλεκτρόδια, που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ ex 8545 90 90 (κωδικός TARIC 8545 90 90 10), είτε εισάγονται από κοινού ή χωριστά, καταγωγής Ινδίας.
2. Ο συντελεστής του προσωρινού αντισταθμιστικού δασμού που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή «ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας», πριν από το δασμό, για τα προϊόντα που παράγονται από τις ακόλουθες εταιρείες στην Ινδία, είναι ο ακόλουθος:
|
Εταιρεία |
Προσωρινός δασμός |
Πρόσθετος κωδικός TARIC |
|
Graphite India Limited (GIL), 31 Chowringhee Road, Kolkatta – 700016, West Bengal |
14,6 % |
A530 |
|
Hindustan Electro Graphite (HEG) Limited, Bhilwara Towers, A-12, Sector-1, Noida – 201301, Uttar Pradesh |
12,8 % |
A531 |
|
Όλες οι άλλες εταιρείες |
14,6 % |
A999 |
3. Εκτός εάν υπάρχει άλλη πρόβλεψη, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους τελωνειακούς δασμούς.
4. Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα του προϊόντος που αναφέρεται ανωτέρω εξαρτάται από την παροχή εγγυήσεως, ίσης με το ποσό που αντιστοιχεί στον προσωρινό δασμό.
Άρθρο 2
Με την επιφύλαξη του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2026/97 του Συμβουλίου, τα ενδιαφερόμενα μέρη δύνανται να ζητήσουν την κοινοποίηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού, βάσει των οποίων θεσπίστηκε ο παρών κανονισμός, να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση από την Επιτροπή εντός 15 ημερών από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος κανονισμού.
Δυνάμει του άρθρου 31 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2026/97 του Συμβουλίου, τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού εντός ενός μηνός από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του.
Άρθρο 3
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται για περίοδο τεσσάρων μηνών.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και εφαρμόζεται άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 19 Μαΐου 2004.
Για την Επιτροπή
Pascal LAMY
Μέλος της Επιτροπής
(1) ΕΕ L 288 της 21.10.1997, σ. 1.
(2) ΕΕ L 77 της 13.3.2004, σ. 12.
(3) ΕΕ C 197 της 21.8.2003, σ. 5.