32004R0001

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2004 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται τους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 001 της 03/01/2004 σ. 0001 - 0016


Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2004 της Επιτροπής

της 23ης Δεκεμβρίου 2003

σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται τους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων(1), και ιδίως το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) και θ),

Αφού δημοσίευσε σχέδιο του παρόντος κανονισμού(2),

Κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή για τις κρατικές ενισχύσεις,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 994/98 εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να αποφαίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 87 της συνθήκης, κατά πόσο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά και δεν υπόκεινται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης.

(2) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 70/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις(3) δεν εφαρμόζεται σε δραστηριότητες που συνδέονται με την παραγωγή, μεταποίηση ή εμπορία των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της συνθήκης.

(3) Η Επιτροπή, με πολυάριθμες αποφάσεις, έχει εφαρμόσει τα άρθρα 87 και 88 της συνθήκης σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων και έχει επίσης καταστήσει γνωστή την πολιτική της, πιο πρόσφατα στις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό τομέα(4) (στο εξής καλούμενες "γεωργικές κατευθυντήριες γραμμές"). Με βάση τη σημαντική πείρα που έχει αποκτήσει η Επιτροπή κατά την εφαρμογή αυτών των άρθρων σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων και για να διασφαλιστεί αποτελεσματική εποπτεία και να απλουστευθούν οι διοικητικές διαδικασίες, χωρίς να αποδυναμωθεί η δραστηριότητα της παρακολούθησης από την Επιτροπή, είναι απαραίτητο να κάνει η Επιτροπή χρήση των εξουσιών που της έχει παραχωρήσει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 994/98 και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων, εφόσον έχει κριθεί ότι το άρθρο 89 της συνθήκης έχει εφαρμογή στα εν λόγω προϊόντα. Λόγω των ιδιαιτεροτήτων του γεωργικού τομέα, δικαιολογείται η έκδοση κανονισμού που θα καλύπτει μόνο τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αυτού του τομέα.

(4) Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να κοινοποιούν τις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων. Η Επιτροπή αξιολογεί τις κοινοποιήσεις αυτές με βάση τον παρόντα κανονισμό και τις γεωργικές κατευθυντήριες γραμμές. Οι κοινοποιήσεις που θα εκκρεμούν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, θα αξιολογηθούν κατά πρώτο λόγο με βάση τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και, εφόσον δεν πληρούν τους όρους του, με βάση τις γεωργικές κατευθυντήριες γραμμές. Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν μεταβατικές διατάξεις για τις ενισχύσεις που θα έχουν χορηγηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος κανονισμού και δεν θα έχουν κοινοποιηθεί κατά παράβαση της υποχρέωσης που επιβάλλει το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης.

(5) Τα επόμενα έτη, ο γεωργικός τομέας θα πρέπει να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα και στις νέες αλλαγές όσον αφορά την εξέλιξη της αγοράς, την πολιτική για την αγορά και τους κανόνες το εμπορίου, τη ζήτηση και τις προτιμήσεις των καταναλωτών και την διεύρυνση της Κοινότητας. Οι αλλαγές αυτές θα επηρεάσουν όχι μόνο τις γεωργικές αγορές, αλλά και τις τοπικές οικονομίες των αγροτικών περιοχών γενικότερα. Η πολιτική αγροτικής ανάπτυξης πρέπει να αποσκοπεί στην αποκατάσταση και ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας των αγροτικών περιοχών και κατ' επέκταση να συμβάλλει στη διατήρηση και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης σε αυτές τις περιοχές.

(6) Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συμβάλλουν καθοριστικά στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και, γενικότερα, αποτελούν παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας και οικονομικού δυναμισμού. Παρόλα αυτά, η ανάπτυξή τους μπορεί να παρεμποδιστεί, π.χ. από δυσλειτουργίες της αγοράς. Συχνά δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τα κεφάλαια ή τις πιστώσεις που χρειάζονται, λόγω της ατολμίας ορισμένων χρηματοπιστωτικών αγορών και των περιορισμένων εγγυήσεων που είναι σε θέση να παράσχουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Επίσης, οι περιορισμένοι πόροι τους ενδέχεται να περιορίζουν την πρόσβασή τους σε πληροφορίες, ειδικότερα στις σχετικές με τις νέες τεχνολογίες και τις εν δυνάμει αγορές. Με βάση τα ανωτέρω, σκοπός των απαλλασσόμενων βάσει του παρόντος κανονισμού ενισχύσεων πρέπει να είναι η διευκόλυνση της ανάπτυξης των οικονομικών δραστηριοτήτων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενισχύσεις αυτές δεν επηρεάζουν αρνητικά τους όρους των εμπορικών συναλλαγών σε βαθμό που να αντίκειται προς το κοινό συμφέρον. Οι εξελίξεις αυτές πρέπει να ενθαρρυνθούν και να υποστηριχθούν με την απλούστευση των ισχυόντων κανόνων, στο μέτρο που αυτοί έχουν εφαρμογή στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

(7) Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κυριαρχούν σε μεγάλο βαθμό στους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων στην Κοινότητα.

(8) Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών(5) έχουν ήδη θεσπιστεί ειδικοί κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις που καλύπτουν ορισμένα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης, τα οποία ενισχύονται από τα κράτη μέλη χωρίς καμία κοινοτική χρηματοδότηση.

(9) Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να απαλλάσσει κάθε ενίσχυση που ανταποκρίνεται σε όλες τις απαιτήσεις που ο ίδιος ορίζει, καθώς και κάθε καθεστώς ενισχύσεων, υπό τον όρο ότι οποιαδήποτε ενίσχυση δυνάμενη να χορηγηθεί κατ' εφαρμογή του ανταποκρίνεται σε όλες τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Για να διασφαλιστεί αποτελεσματική εποπτεία και να απλουστευθούν οι διοικητικές διαδικασίες, χωρίς να αποδυναμωθεί η δραστηριότητα της παρακολούθησης από την Επιτροπή, τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι μεμονωμένες ενισχύσεις που δεν εντάσσονται σε κανένα καθεστώς ενισχύσεων είναι σκόπιμο να περιλαμβάνουν ρητή αναφορά στον παρόντα κανονισμό.

(10) Οι ενισχύσεις που χορηγούνται για την κάλυψη δαπανών διαφήμισης, όπως ορίζονται από τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για κρατικές ενισχύσεις σχετικά με διαφήμιση προϊόντων τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα I της συνθήκης ΕΚ και ορισμένων προϊόντων εκτός παραρτήματος I(6), θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και να εξακολουθήσουν να καλύπτονται μόνον από τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές.

(11) Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να επιτευχθεί η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ της ελαχιστοποίησης των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στον ενισχυόμενο κλάδο και των στόχων του παρόντος κανονισμού, δεν θα πρέπει να απαλλάσσονται οι μεμονωμένες ενισχύσεις που υπερβαίνουν ένα καθορισμένο μέγιστο ποσό, ανεξαρτήτως του εάν χορηγούνται ή όχι δυνάμει καθεστώτων ενισχύσεων που απαλλάσσονται βάσει του παρόντος κανονισμού.

(12) Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να απαλλάσσει τις εξαγωγικές ενισχύσεις ούτε τις ενισχύσεις που ευνοούν τα εγχώρια προϊόντα εις βάρος των εισαγομένων. Οι ενισχύσεις αυτές ενδέχεται να μην συμβιβάζονται με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας που απορρέουν από τη συμφωνία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) για τις επιδοτήσεις και τα αντισταθμιστικά μέτρα και από τη συμφωνία του ΠΟΕ για τη γεωργία. Κατά κανόνα δεν πρέπει να θεωρούνται εξαγωγικές ενισχύσεις οι ενισχύσεις για την κάλυψη του κόστους συμμετοχής σε εμπορικές εκθέσεις ή του κόστους μελετών ή συμβουλευτικών υπηρεσιών απαραίτητων για τη διάθεση ενός νέου ή ήδη υπάρχοντος προϊόντος σε μια νέα αγορά.

(13) Για να εξαλειφθούν διαφορές που ενδέχεται να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να διευκολυνθεί ο συντονισμός μεταξύ των διαφορετικών κοινοτικών και εθνικών πρωτοβουλιών που αφορούν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και για λόγους διοικητικής διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου, ο ορισμός των "μικρομεσαίων επιχειρήσεων" για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού πρέπει να συμπίπτει με τον ορισμό που διατυπώνεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 70/2001.

(14) Σύμφωνα με πάγια πρακτική της Επιτροπής και για να διασφαλιστεί ότι οι ενισχύσεις ανταποκρίνονται στην αρχή της αναλογικότητας και περιορίζονται στο αναγκαίο ποσό, τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια ενδείκνυται να εκφράζονται σε ένταση ενίσχυσης, σε συνάρτηση με μια σειρά επιλέξιμες δαπάνες, και όχι σε μέγιστο επιτρεπόμενο ποσό ενίσχυσης.

(15) Για να κριθεί κατά πόσον μια δεδομένη ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη η ένταση της ενίσχυσης, δηλαδή το ποσό της ενίσχυσης εκφρασμένο σε ισοδύναμο επιχορήγησης. Στην περίπτωση των ενισχύσεων που είναι καταβλητέες τμηματικά και των ενισχύσεων που έχουν τη μορφή δανείου με ευνοϊκούς όρους, ο υπολογισμός του ισοδυνάμου επιχορήγησης προϋποθέτει την εφαρμογή των επιτοκίων που ισχύουν στην αγορά κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης. Για να επιτευχθεί ενιαία, διαφανής και ευχερής εφαρμογή της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων, ως επιτόκια της αγοράς για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού πρέπει να νοούνται τα επιτόκια αναφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι, στην περίπτωση των δανείων με ευνοϊκούς όρους, το δάνειο εξασφαλίζεται με ανάλογη εγγύηση και δεν ενέχει ασυνήθιστα υψηλό κίνδυνο. Τα επιτόκια αναφοράς πρέπει να είναι εκείνα που καθορίζονται από την Επιτροπή κατά διαστήματα βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Διαδίκτυο.

(16) Σύμφωνα με πάγια πρακτική της Επιτροπής για την αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων στον γεωργικό τομέα, δεν απαιτείται καμία διαφοροποίηση μεταξύ μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Για ορισμένους τύπους ενισχύσεων, πρέπει να καθοριστούν μέγιστα ποσά ενίσχυσης τα οποία επιτρέπεται να λάβει ένας δικαιούχος.

(17) Τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια των ενισχύσεων θα πρέπει να καθοριστούν, με βάση την εμπειρία της Επιτροπής, σε επίπεδο που θα επιτυγχάνει την κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα στους στόχους της ελαχιστοποίησης των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στον ενισχυόμενο κλάδο και της διευκόλυνσης της ανάπτυξης των οικονομικών δραστηριοτήτων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων του γεωργικού τομέα. Για λόγους συνοχής με τα χρηματοδοτούμενα από την Κοινότητα μέτρα στήριξης, τα ανώτατα όρια πρέπει να εναρμονιστούν με εκείνα που καθορίζονται στις γεωργικές κατευθυντήριες γραμμές και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1257/1999.

(18) Ενδείκνυται να θεσπιστούν και ορισμένες επιπλέον προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για να απαλλαγεί βάσει του παρόντος κανονισμού ένα καθεστώς ενισχύσεων ή μια μεμονωμένη ενίσχυση. Οι εταιρίες που λαμβάνουν ενισχύσεις για επενδύσεις θα πρέπει να πληρούν τα κριτήρια βιωσιμότητας και τήρησης ελάχιστων προτύπων που προβλέπονται στο άρθρο 5 και στο άρθρο 26 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τυχόν περιορισμοί της παραγωγής ή της κοινοτικής στήριξης στο πλαίσιο των κοινών οργανώσεων αγοράς. Έχοντας υπόψη το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, οι ενισχύσεις δεν πρέπει κανονικά να συνεπάγονται απλώς και μόνο τη διαρκή ή περιοδική μείωση των λειτουργικών δαπανών που θα βάρυναν υπό κανονικές συνθήκες τον δικαιούχο, ενώ το ύψος τους πρέπει να είναι ανάλογο των προβλημάτων που θα πρέπει να υπερνικηθούν, ώστε να διασφαλιστούν τα κοινωνικοοικονομικά οφέλη που θεωρείται ότι εξυπηρετούν το συμφέρον της Κοινότητας. Τα μονομερή μέτρα κρατικών ενισχύσεων που αποσκοπούν απλώς στη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των παραγωγών, χωρίς να συμβάλλουν κατά κανέναν τρόπο στην ανάπτυξη του τομέα, ειδικότερα δε οι ενισχύσεις που χορηγούνται αποκλειστικά βάσει της τιμής, της ποσότητας, της μονάδας παραγωγής ή της μονάδας μέσων παραγωγής θεωρείται ότι συνιστούν λειτουργικές ενισχύσεις που είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Επιπλέον, οι ενισχύσεις αυτές ενδέχεται επίσης να παρεμβαίνουν στους μηχανισμούς των κοινών οργανώσεων των αγορών. Κατά συνέπεια, ενδείκνυται να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σε ορισμένους τύπους ενισχύσεων.

(19) Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να απαλλάσσει τις ενισχύσεις που χορηγούνται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής τους. Οι επενδύσεις και η δημιουργία θέσεων εργασίας μπορούν να συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη των μειονεκτικών περιοχών και των περιφερειών του στόχου 1 της Κοινότητας. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αυτών των περιφερειών πλήττονται τόσο από το διαρθρωτικό μειονέκτημα της γεωγραφικής θέσης τους, όσο και από τις δυσκολίες που οφείλονται στο μέγεθός τους. Για το λόγο αυτό, ενδείκνυται να προβλεφθούν υψηλότερα ανώτατα όρια ενίσχυσης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις των μειονεκτικών περιοχών και των περιφερειών του στόχου 1.

(20) Επειδή η στοχοθετημένη ενίσχυση επενδύσεων υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και για να μπορούν οι κάτοχοι εκμεταλλεύσεων να αποφασίζουν ελεύθερα σε ποια προϊόντα θα επενδύσουν, οι ενισχύσεις επενδύσεων που απαλλάσσονται βάσει του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να περιορίζονται σε συγκεκριμένα γεωργικά προϊόντα. Ο όρος αυτός δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να εξαιρούν ορισμένα γεωργικά προϊόντα από τις συγκεκριμένες ενισχύσεις ή τα συγκεκριμένα καθεστώτα, ιδίως στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν συνήθεις δυνατότητες διάθεσης στην αγορά. Θα πρέπει επίσης να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού ορισμένοι τύποι επενδύσεων καθεαυτοί. Η ενίσχυση επενδύσεων που απευθύνεται ειδικά σε ορισμένους κλάδους μπορεί να είναι δικαιολογημένη και, ως εκ τούτου, να απαλλάσσεται, εφόσον περιορίζεται στην κάλυψη του κόστους της τήρησης ειδικών κανόνων που αφορούν την προστασία και τη βελτίωση του περιβάλλοντος, τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής στις κτηνοτροφικές επιχειρήσεις ή την καλή διαβίωση των εκτρεφόμενων ζώων. Οι επενδύσεις για τη μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων σε επίπεδο γεωργικής εκμετάλλευσης, οι οποίες δεν έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας, ενώ οι συνολικές επιλέξιμες δαπάνες τους δεν υπερβαίνουν το όριο του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999, θα πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις επενδύσεις για την παραγωγή γεωργικών προϊόντων. Οι επενδύσεις στη γεωργική εκμετάλλευση για τη μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων, που έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγής ή/και των οποίων οι συνολικές επιλέξιμες δαπάνες υπερβαίνουν το όριο του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999, θα πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις επενδύσεις για τη μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων.

(21) Σε περίπτωση χορήγησης ενισχύσεων για την προσαρμογή σε προσφάτως θεσπισθέντα πρότυπα σε κοινοτικό επίπεδο, τα κράτη μέλη δεν πρέπει να μπορούν να παρατείνουν την περίοδο προσαρμογής για τους κατόχους εκμεταλλεύσεων, καθυστερώντας την εφαρμογή αυτών των προτύπων. Ως εκ τούτου, πρέπει να καθοριστεί ακριβής ημερομηνία πέραν της οποίας η νέα νομοθεσία δεν θα είναι πλέον δυνατόν να θεωρείται ως νέα.

(22) Συχνά παρέχονται σε κατόχους εκμεταλλεύσεων υπηρεσίες προσφερόμενες σε επιδοτούμενες τιμές από εταιρείες τις οποίες δεν μπορεί να επιλέξει ελεύθερα ο κάτοχος της εκμετάλλευσης. Για να αποτραπεί η χορήγηση της ενίσχυσης στο φορέα παροχής των υπηρεσιών, και όχι στον κάτοχο της εκμετάλλευσης και να εξασφαλιστεί η παροχή στον κάτοχο της εκμετάλλευσης, της καλύτερης δυνατής υπηρεσίας σε ανταγωνιστική τιμή, πρέπει να διασφαλίζεται η επιλογή και η αμοιβή των εν λόγω φορέων παροχής υπηρεσιών σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς. Εντούτοις, για ορισμένες υπηρεσίες, ιδίως για τους ελέγχους, και λόγω του χαρακτήρα της υπηρεσίας ή της νομικής βάσης που διέπει την παροχή της, ενδέχεται να υπάρχει μόνον ένας φορέας παροχής υπηρεσιών.

(23) Ορισμένοι κανονισμοί του Συμβουλίου στον γεωργικό τομέα προβλέπουν ειδικές άδειες για την καταβολή ενισχύσεων από τα κράτη μέλη, συχνά σε συνδυασμό ή συμπληρωματικά με την κοινοτική χρηματοδότηση. Εντούτοις, οι σχετικές διατάξεις δεν προβλέπουν συνήθως απαλλαγή από την υποχρέωση κοινοποίησης βάσει του άρθρου 88 της συνθήκης, εφόσον οι ενισχύσεις πληρούν τους όρους του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης. Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις για τις εν λόγω ενισχύσεις ορίζονται σαφώς από αυτούς τους κανονισμούς ή/και οι ειδικές διατάξεις των τελευταίων επιβάλλουν υποχρέωση κοινοποίησης των υπόψη μέτρων στην Επιτροπή, δεν είναι απαραίτητη άλλη, χωριστή κοινοποίηση βάσει του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης, προκειμένου να αξιολογήσει η Επιτροπή τα μέτρα. Για λόγους ασφάλειας του δικαίου, ο παρών κανονισμός πρέπει να περιλαμβάνει παραπομπή στις ανωτέρω διατάξεις και, ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαία η κοινοποίηση των μέτρων, βάσει του άρθρου 88 της συνθήκης, εφόσον μπορεί να διασφαλιστεί εκ των προτέρων ότι οι σχετικές ενισχύσεις χορηγούνται αποκλειστικά σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

(24) Για να διασφαλιστεί ότι η εκάστοτε ενίσχυση είναι απαραίτητη και ότι λειτουργεί ως κίνητρο για την ανάπτυξη συγκεκριμένων δραστηριοτήτων, ο παρών κανονισμός δεν πρέπει να απαλλάσσει τις ενισχύσεις για δραστηριότητες τις οποίες ούτως ή άλλως θα ανέπτυσσε ο δικαιούχος υπό τους όρους της αγοράς. Δεν πρέπει να επιτρέπεται η αναδρομική χορήγηση ενισχύσεων για δραστηριότητες οι οποίες έχουν ήδη αναληφθεί από το δικαιούχο.

(25) Ο παρών κανονισμός δεν πρέπει να απαλλάσσει τη σώρευση μιας ενίσχυσης με άλλες κρατικές ενισχύσεις, συμπεριλαμβανομένων των ενισχύσεων που χορηγούνται από εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές, με δημόσια χρηματοδότηση στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 ή με κοινοτική συνδρομή για τις ίδιες επιλέξιμες δαπάνες, όταν η σώρευση αυτή υπερβαίνει τα ανώτατα όρια που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(26) Για λόγους διαφάνειας και αποτελεσματικής εποπτείας, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/98, ενδείκνυται να θεσπιστεί τυποποιημένο έντυπο με το οποίο τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποβάλλουν στην Επιτροπή συνοπτικά πληροφοριακά στοιχεία για δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε φορά που, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζουν ένα καθεστώς ενισχύσεων ή χορηγούν μεμονωμένη ενίσχυση που δεν εντάσσεται σε καθεστώς. Για τους ίδιους λόγους ενδείκνυται να θεσπιστούν κανόνες για τα αρχεία που οφείλουν να τηρούν τα κράτη μέλη όσον αφορά τις απαλλασσόμενες βάσει του παρόντος κανονισμού ενισχύσεις. Για τους σκοπούς των ετήσιων εκθέσεων τις οποίες τα κράτη μέλη οφείλουν να υποβάλλουν στην Επιτροπή, ενδείκνυται να καθορίσει η Επιτροπή ειδικές απαιτήσεις. Με δεδομένη την ευρεία διαθεσιμότητα της αναγκαίας τεχνολογίας, οι συνοπτικές πληροφορίες και η ετήσια έκθεση θα πρέπει να υποβάλλονται σε ηλεκτρονική μορφή.

(27) Η αθέτηση από κράτος μέλος των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων που επιβάλλει ο παρών κανονισμός καθιστά αδύνατο για την Επιτροπή να εκτελέσει τα καθήκοντα παρακολούθησης βάσει του άρθρου 88 παράγραφος 1 της συνθήκης και, ειδικότερα, να εκτιμήσει αν η σωρευτική οικονομική επίπτωση των ενισχύσεων που απαλλάσσονται βάσει του παρόντος κανονισμού επηρεάζει δυσμενώς τους όρους του εμπορίου σε βαθμό που να αντίκειται προς το κοινό συμφέρον. Η ανάγκη εκτίμησης της σωρευτικής επίπτωσης της κρατικής ενίσχυσης είναι ιδιαίτερα επιτακτική όταν ο ίδιος δικαιούχος μπορεί να λαμβάνει ενισχύσεις από διάφορες πηγές, όπως συμβαίνει όλο και περισσότερο στον τομέα της γεωργίας. Ως εκ τούτου, έχει πρωταρχική σημασία να υποβάλλουν τα κράτη μέλη χωρίς καθυστέρηση τα κατάλληλα πληροφοριακά στοιχεία πριν από τη χορήγηση ενισχύσεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(28) Λαμβανομένης υπόψη της εμπειρίας που έχει αποκτήσει η Επιτροπή, και ιδίως της συχνότητας με την οποία γενικά είναι αναγκαίο να αναθεωρείται η πολιτική για τις κρατικές ενισχύσεις, είναι σκόπιμο να περιοριστεί η περίοδος εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Σε περίπτωση που η ισχύς του παρόντος κανονισμού δεν παραταθεί, τα καθεστώτα ενισχύσεων που έχουν ήδη εξαιρεθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού, πρέπει να εξακολουθήσουν να εξαιρούνται επί έξι μήνες,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ενισχύσεις που χορηγούνται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης ή εμπορίας γεωργικών προϊόντων.

2. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:

α) στις ενισχύσεις που χορηγούνται για την κάλυψη δαπανών διαφήμισης, όπως ορίζεται από τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για κρατικές ενισχύσεις για τη διαφήμιση προϊόντων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της συνθήκης ΕΚ καθώς και ορισμένων προϊόντων εκτός παραρτήματος I·

β) στις ενισχύσεις που χορηγούνται για τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων του παραρτήματος I σε προϊόντα εκτός παραρτήματος I.

3. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στις ενισχύσεις για μεμονωμένες επενδύσεις με επιλέξιμες δαπάνες άνω των 12,5 εκατ. ευρώ ή σε περίπτωση όπου το πραγματικό ποσό της ενίσχυσης υπερβαίνει τα 6 εκατ. ευρώ. Οι εν λόγω ενισχύσεις κοινοποιούνται ειδικά στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης.

4. Με την επιφύλαξη του άρθρου 16 στοιχείο α), ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:

α) στις ενισχύσεις για εξαγωγικές δραστηριότητες, ειδικότερα δε στις ενισχύσεις που συνδέονται άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες, την ίδρυση και τη λειτουργία δικτύου διανομής ή άλλες τρέχουσες δαπάνες τις οποίες συνεπάγονται οι εξαγωγικές δραστηριότητες·

β) στις ενισχύσεις που ευνοούν τα εγχώρια προϊόντα εις βάρος των εισαγόμενων.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:

1. "ενίσχυση", κάθε μέτρο το οποίο πληροί το σύνολο των κριτηρίων που καθορίζονται στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης·

2. "γεωργικά προϊόντα":

α) τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της συνθήκης, εκτός των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 104/2000 του Συμβουλίου(7)·

β) τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 4502, 4503 και 4504 (προϊόντα από φελλό)·

γ) τα προϊόντα που χρησιμεύουν για απομίμηση ή υποκατάσταση του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1898/87 του Συμβουλίου(8)·

3. "μεταποίηση γεωργικού προϊόντος", η επέμβαση σε ένα γεωργικό προϊόν, όταν το προϊόν που προκύπτει από την επέμβαση είναι επίσης γεωργικό προϊόν·

4. "μικρομεσαίες επιχειρήσεις" ("ΜΜΕ"), οι επιχειρήσεις που ορίζονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 70/2001·

5. "ακαθάριστη ένταση ενίσχυσης", το ύψος της ενίσχυσης, εκφρασμένο σε ποσοστό των επιλέξιμων δαπανών του έργου. Όλα τα χρησιμοποιούμενα αριθμητικά στοιχεία λαμβάνονται υπόψη πριν από την αφαίρεση των τυχόν άμεσων φόρων. Όταν χορηγούνται ενισχύσεις υπό άλλη μορφή πλην της επιχορήγησης, το ύψος της ενίσχυσης ισούται με το ισοδύναμο επιχορήγησης της ενίσχυσης. Οι ενισχύσεις που είναι καταβλητέες τμηματικά προεξοφλούνται στην αξία τους κατά το χρόνο της χορήγησής τους. Το προεξοφλητικό επιτόκιο που εφαρμόζεται για τον σκοπό αυτό, καθώς και για τον υπολογισμό του ύψους της ενίσχυσης στην περίπτωση των δανείων με ευνοϊκούς όρους, είναι το επιτόκιο αναφοράς που ισχύει κατά τον χρόνο της χορήγησης·

6. "προϊόντα ποιότητας", τα προϊόντα που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 24β παράγραφος 2 ή 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1783/2003 του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ)(9)·

7. "δυσμενή καιρικά φαινόμενα που μπορούν να εξομοιωθούν με θεομηνίες", οι καιρικές συνθήκες, όπως παγετός, χαλάζι, πάγος, βροχή ή ξηρασία, που καταστρέφουν το 20 % της συνήθους παραγωγής στις μειονεκτικές περιοχές και το 30 % της παραγωγής σε άλλες περιοχές·

8. "μειονεκτικές περιοχές", οι περιοχές που ορίζονται από τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999·

9. "περιφέρειες του στόχου 1", οι περιφέρειες που αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου(10)·

10. "προσφάτως θεσπισθέντα ελάχιστα πρότυπα για το περιβάλλον, την υγιεινή και την καλή διαβίωση των ζώων":

α) στην περίπτωση των προτύπων που δεν προβλέπουν μεταβατική περίοδο, τα πρότυπα που πρόκειται να καταστούν υποχρεωτικά για τους επιχειρηματίες σε διάστημα δύο ετών κατ' ανώτατο όριο πριν από την πραγματική έναρξη της επένδυσης· ή

β) στην περίπτωση των προτύπων που προβλέπουν μεταβατική περίοδο, τα πρότυπα που πρόκειται να καταστούν υποχρεωτικά για τους επιχειρηματίες μετά την πραγματική έναρξη της επένδυσης·

11. "νέοι γεωργοί", οι παραγωγοί γεωργικών προϊόντων, όπως ορίζονται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999·

12. "ομάδα παραγωγών", η ομάδα που έχει συσταθεί με στόχο την από κοινού προσαρμογή, στο πλαίσιο των στόχων των κοινών οργανώσεων αγοράς, της παραγωγής και της απόδοσης των μελών της στις απαιτήσεις της αγοράς, ιδίως μέσω της συγκέντρωσης της προσφοράς·

13. "ένωση παραγωγών", η ένωση που αποτελείται από αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών και επιδιώκει τους ίδιους στόχους σε μεγαλύτερη κλίμακα·

14. "κόστος εξετάσεων για μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες (ΜΣΕ) και σπογώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΣΕΒ)", το σύνολο των δαπανών, όπου συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες για την προμήθεια αντιδραστηρίων, τη δειγματοληψία και τη μεταφορά, εξέταση, αποθήκευση και καταστροφή των δειγμάτων, που είναι αναγκαίες για τη διενέργεια εξετάσεων σύμφωνα με το παράρτημα Χ κεφάλαιο Γ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών(11).

Άρθρο 3

Προϋποθέσεις απαλλαγής

1. Οι μεμονωμένες ενισχύσεις εκτός οποιουδήποτε καθεστώτος ενισχύσεων, οι οποίες πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού, συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη από το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, υπό τον όρο ότι έχουν υποβληθεί οι συνοπτικές πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 και η ενίσχυση περιλαμβάνει ρητή παραπομπή στον παρόντα κανονισμό, αναφέροντας τον τίτλο του και τα στοιχεία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Τα καθεστώτα ενισχύσεων που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης υποβολής των συνοπτικών στοιχείων που προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, υπό τον όρο ότι:

α) κάθε ενίσχυση δυνάμενη να χορηγηθεί δυνάμει των εν λόγω καθεστώτων πληροί όλες τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού·

β) το καθεστώς περιλαμβάνει ρητή παραπομπή στον παρόντα κανονισμό, αναφέροντας τον τίτλο και τα στοιχεία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

γ) έχουν υποβληθεί οι συνοπτικές πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1.

3. Οι ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει των αναφερόμενων στην παράγραφο 2 καθεστώτων συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, υπό τον όρο ότι η ίδια η χορηγούμενη ενίσχυση πληροί όλες τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ

Άρθρο 4

Επενδύσεις σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις

1. Οι ενισχύσεις για επενδύσεις σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις εντός της Κοινότητας με σκοπό την παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων, συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 έως 10.

2. Η ακαθάριστη ένταση της ενίσχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει:

α) το 50 % των επιλέξιμων επενδύσεων στις μειονεκτικές περιοχές·

β) το 40 % των επιλέξιμων επενδύσεων στις άλλες περιοχές.

Όταν οι επενδύσεις πραγματοποιούνται από νέους γεωργούς εντός πέντε ετών από την εγκατάστασή τους, το ανώτατο ποσοστό ενίσχυσης αυξάνεται σε 60 % στις μειονεκτικές περιοχές και 50 % στις άλλες περιοχές.

Όταν οι επενδύσεις συνεπάγονται πρόσθετες δαπάνες για την προστασία και τη βελτίωση του περιβάλλοντος, τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής στις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις ή την καλή διαβίωση των εκτρεφόμενων ζώων, τα ανώτατα ποσοστά ενίσχυσης 50 % και 40 %, τα οποία αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου, είναι δυνατόν να αυξηθούν κατά 25 και 20 ποσοστιαίες μονάδες, αντίστοιχα. Η αύξηση αυτή επιτρέπεται να χορηγείται αποκλειστικά για επενδύσεις που υπερβαίνουν τις ισχύουσες ελάχιστες κοινοτικές απαιτήσεις ή για επενδύσεις που πραγματοποιούνται με σκοπό τη συμμόρφωση με προσφάτως θεσπισθέντα ελάχιστα πρότυπα. Η αύξηση πρέπει να αφορά μόνο τις πρόσθετες επιλέξιμες δαπάνες που είναι απαραίτητες και δεν εφαρμόζεται σε επενδύσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας.

3. Με την επένδυση πρέπει να επιδιώκονται ένας ή περισσότεροι από τους ακόλουθους στόχους:

α) μείωση του κόστους παραγωγής·

β) βελτίωση και αναδιάταξη της παραγωγής·

γ) βελτίωση της ποιότητας·

δ) διατήρηση και βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος, των συνθηκών υγιεινής και των προτύπων καλής διαβίωσης των ζώων·

ε) προώθηση της διαφοροποίησης των γεωργικών δραστηριοτήτων.

4. Οι επιλέξιμες δαπάνες μπορούν να περιλαμβάνουν:

α) την κατασκευή, την αγορά ή τη βελτίωση ακινήτων·

β) την αγορά ή τη χρηματοδοτική μίσθωση με δυνατότητα αγοράς καινούργιου μηχανολογικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένου του λογισμικού ηλεκτρονικών υπολογιστών, μέχρι την αγοραστική αξία του περιουσιακού στοιχείου· άλλες δαπάνες που συνδέονται με σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης (φόροι, περιθώριο κέρδους του εκμισθωτή, έξοδα αναχρηματοδότησης τόκων, γενικά έξοδα, ασφάλιστρα, κ.λπ.) δεν είναι επιλέξιμες·

γ) γενικές δαπάνες, όπως αμοιβές αρχιτεκτόνων, μηχανικών και συμβούλων, δαπάνες για μελέτες σκοπιμότητας, για την απόκτηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και αδειών εκμετάλλευσης, μέχρι ποσοστού 12 % της δαπάνης που αναφέρεται στα στοιχεία α) και β).

Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου, η αγορά μεταχειρισμένου εξοπλισμού μπορεί να θεωρηθεί ως επιλέξιμη δαπάνη σε δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις, όταν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α) ο πωλητής του εξοπλισμού βεβαιώνει με δήλωση την ακριβή προέλευσή του και ότι ο εξοπλισμός δεν έχει αποτελέσει ήδη αντικείμενο εθνικής ή κοινοτικής ενίσχυσης·

β) η αγορά του εξοπλισμού αντιπροσωπεύει ιδιαίτερο πλεονέκτημα για το πρόγραμμα ή έργο ή έχει καταστεί απαραίτητη λόγω εκτάκτων περιστάσεων (π.χ. δεν υπήρχε εγκαίρως διαθέσιμος καινούργιος εξοπλισμός, με αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο η ορθή εκτέλεση του έργου)·

γ) μείωση του σχετικού κόστους (και κατά συνέπεια του ποσού της ενίσχυσης) σε σύγκριση με το κόστος αγοράς καινούργιου ίδιου εξοπλισμού, με παράλληλη διατήρηση ικανοποιητικής σχέσης κόστους - οφέλους·

δ) ο αποκτώμενος μεταχειρισμένος εξοπλισμός πρέπει να διαθέτει τα απαραίτητα τεχνικά ή/και τεχνολογικά χαρακτηριστικά για τις ανάγκες του έργου.

5. Μπορεί να χορηγείται ενίσχυση μόνο σε βιώσιμες γεωργικές εκμεταλλεύσεις οι οποίες πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999.

Η ενίσχυση μπορεί να χορηγείται προκειμένου να βοηθήσει τον δικαιούχο να εφαρμόσει τα ελάχιστα πρότυπα που έχουν θεσπιστεί προσφάτως όσον αφορά το περιβάλλον, την υγιεινή και την καλή διαβίωση των ζώων.

Η συμμόρφωση με τα κριτήρια του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 πρέπει να αξιολογείται σε επίπεδο επιχείρησης από δημόσιο φορέα ή ανεξάρτητο τρίτο μέρος που διαθέτει την κατάλληλη ειδίκευση για να πραγματοποιεί παρόμοιες αξιολογήσεις. Οι κανόνες καθορισμού του καθεστώτος ενισχύσεων ή η απόφαση για τη χορήγηση μεμονωμένης ενίσχυσης που δεν εντάσσεται σε καθεστώς, πρέπει να προσδιορίζουν τον τρόπο διενέργειας αυτής της αξιολόγησης.

6. Πρέπει να αποδεικνύεται με επαρκή στοιχεία ότι υπάρχουν συνήθεις δυνατότητες διάθεσης των προϊόντων στην αγορά στο μέλλον. Αυτό πρέπει να αξιολογείται στο κατάλληλο επίπεδο, όπως καθορίζεται από το κράτος μέλος, σε σχέση με τα εξεταζόμενα προϊόντα, τους τύπους των επενδύσεων και την υφιστάμενη και αναμενόμενη παραγωγική ικανότητα. Οι συνήθεις δυνατότητες διάθεσης στην αγορά πρέπει να αξιολογούνται από δημόσιο φορέα ή τρίτο μέρος, το οποίο δεν εξαρτάται από τον δικαιούχο της ενίσχυσης και διαθέτει την κατάλληλη ειδίκευση για να πραγματοποιήσει την αξιολόγηση. Οι κανόνες καθορισμού του καθεστώτος ενισχύσεων πρέπει να προσδιορίζουν τον τρόπο διενέργειας αυτής της αξιολόγησης. Η εν λόγω αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε πρόσφατα δεδομένα και να δημοσιοποιείται.

7. Οι ενισχύσεις δεν πρέπει να χορηγούνται κατά παράβαση απαγορεύσεων ή περιορισμών που επιβάλλονται από κανονισμούς του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών οργανώσεων αγοράς, ακόμη και όταν οι εν λόγω απαγορεύσεις και περιορισμοί αφορούν μόνο την κοινοτική στήριξη.

8. Οι ενισχύσεις δεν πρέπει να αφορούν συγκεκριμένα γεωργικά προϊόντα, εκτός εάν περιορίζονται στην κάλυψη του κόστους της τήρησης ειδικών κανόνων για την προστασία και τη βελτίωση του περιβάλλοντος, τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής στις κτηνοτροφικές επιχειρήσεις ή την καλή διαβίωση των εκτρεφόμενων ζώων. Δεν πρέπει να χορηγούνται ενισχύσεις για:

α) επενδύσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας, εφόσον η αύξηση της ικανότητας μιας εκμετάλλευσης υπερβαίνει το 20 %, υπολογιζόμενη σε μονάδες ζωικού κεφαλαίου ζωικής παραγωγής και σε καλλιεργούμενη έκταση στην περίπτωση της φυτικής παραγωγής·

β) την αγορά δικαιωμάτων παραγωγής, ζώων, γης εκτός γηπέδων για οικοδομικούς σκοπούς, φυτών ή για τη φύτευση φυτών,

γ) επενδύσεις με σκοπό την απλή αντικατάσταση.

9. Οι μέγιστες επιλέξιμες δαπάνες για ενίσχυση δεν πρέπει να υπερβαίνουν το όριο της συνολικής επιλέξιμης επένδυσης για ενίσχυση, το οποίο έχει καθοριστεί από το κράτος μέλος κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ 1257/1999. Τα καθεστώτα ενισχύσεων πρέπει να αναφέρουν το όριο αυτό.

10. Δεν πρέπει να χορηγούνται ενισχύσεις για:

α) την παρασκευή και εμπορία προϊόντων απομίμησης ή υποκατάστασης του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων·

β) δραστηριότητες μεταποίησης και εμπορίας στον κλάδο της ζάχαρης.

Άρθρο 5

Διατήρηση παραδοσιακών τοπίων και κτηρίων

1. Οι ενισχύσεις για τη διατήρηση παραδοσιακών τοπίων και κτηρίων συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 2 και 3.

2. Μπορεί να χορηγείται ενίσχυση μέχρι ποσοστού 100 % των πραγματικών δαπανών που πραγματοποιούνται για επενδύσεις ή κεφαλαιουχικό εξοπλισμό και αποσκοπούν στη διατήρηση μη παραγωγικών στοιχείων της κληρονομιάς που βρίσκονται σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις, όπως αρχαιολογικά ή ιστορικά στοιχεία. Οι δαπάνες αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν εύλογη αποζημίωση για την εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο κάτοχος της εκμετάλλευσης, ή οι εργάτες του, μέχρι ανωτάτου ορίου 10000 ευρώ ετησίως.

3. Είναι δυνατόν να χορηγείται ενίσχυση μέχρι ποσοστού 60 %, ή 75 % στις μειονεκτικές περιοχές, των πραγματικών δαπανών που πραγματοποιούνται για επενδύσεις ή κεφαλαιουχικό εξοπλισμό και αποσκοπούν στη διατήρηση στοιχείων της κληρονομιάς που βρίσκονται σε παραγωγικά στοιχεία του ενεργητικού εκμεταλλεύσεων όπως κτήρια αγροκτημάτων, υπό τον όρο ότι η επένδυση δεν συνεπάγεται αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της γεωργικής εκμετάλλευσης.

Σε περίπτωση αύξησης της παραγωγικής ικανότητας, εφαρμόζονται τα ποσοστά ενίσχυσης για επενδύσεις, που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, όσον αφορά τις επιλέξιμες δαπάνες που προκύπτουν από την εκτέλεση των σχετικών εργασιών με συνηθισμένα σύγχρονα υλικά. Είναι δυνατόν να χορηγείται πρόσθετη ενίσχυση μέχρι ποσοστού 100 % για την κάλυψη των πρόσθετων δαπανών που προκύπτουν από τη χρήση παραδοσιακών υλικών τα οποία είναι απαραίτητα για τη διατήρηση των στοιχείων κληρονομιάς του κτηρίου.

Άρθρο 6

Μετεγκατάσταση αγροτικών κτηρίων για λόγους δημοσίου συμφέροντος

1. Οι ενισχύσεις για την μετεγκατάσταση κτηρίων γεωργικών εκμεταλλεύσεων συμβιβάζονται με τη κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, εφόσον εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4.

Το δημόσιο συμφέρον του οποίου η επίκληση αιτιολογεί τη χορήγηση ενίσχυσης βάσει του παρόντος άρθρου, προσδιορίζεται στις σχετικές διατάξεις του κράτους μέλους.

2. Είναι δυνατόν να χορηγείται ενίσχυση μέχρι ποσοστού 100 % των πραγματικών δαπανών, όταν η μετεγκατάσταση προς το δημόσιο συμφέρον συνίσταται απλώς στην κατεδάφιση, την απομάκρυνση και την εκ νέου ανέγερση υφισταμένων εγκαταστάσεων.

3. Όταν η μετεγκατάσταση προς το δημόσιο συμφέρον έχει ως αποτέλεσμα να αποκτήσει ο κάτοχος της εκμετάλλευσης περισσότερες σύγχρονες κτηριακές εγκαταστάσεις, ο κάτοχος της εκμετάλλευσης συνεισφέρει τουλάχιστον το 60 %, ή το 50 % στις μειονεκτικές περιοχές, της αύξησης της αξίας των εγκαταστάσεων μετά την μετεγκατάσταση. Εάν ο δικαιούχος είναι νέος γεωργός, η συνεισφορά του είναι τουλάχιστον 55 % ή 45 %, αντίστοιχα.

4. Όταν η μετεγκατάσταση προς το δημόσιο συμφέρον έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας, η συνεισφορά του δικαιούχου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με το 60 %, ή το 50 % στις μειονεκτικές περιοχές, των σχετικών με την ανωτέρω αύξηση δαπανών. Εάν ο δικαιούχος είναι νέος γεωργός, η συνεισφορά του είναι τουλάχιστον 55 % ή 45 %.

Άρθρο 7

Επενδύσεις για μεταποίηση και εμπορία

1. Οι ενισχύσεις για επενδύσεις στους τομείς της μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 2 έως 7.

2. Η ακαθάριστη ένταση της ενίσχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει:

α) το 50 % των επιλέξιμων επενδύσεων στις περιφέρειες του στόχου 1·

β) το 40 % των επιλέξιμων επενδύσεων σε άλλες περιοχές.

3. Οι επιλέξιμες δαπάνες μπορούν να περιλαμβάνουν:

α) την κατασκευή, αγορά ή βελτίωση ακινήτων·

β) την αγορά ή τη χρηματοδοτική μίσθωση με δυνατότητα αγοράς νέου μηχανολογικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένου του λογισμικού ηλεκτρονικών υπολογιστών, μέχρι την αγοραστική αξία του περιουσιακού στοιχείου· άλλες δαπάνες που συνδέονται με σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης (φόροι, περιθώριο κέρδους εκμισθωτή, έξοδα αναχρηματοδότησης τόκων, γενικά έξοδα, ασφάλιστρα, κ.λπ.) δεν είναι επιλέξιμες·

γ) γενικές δαπάνες, όπως αμοιβές αρχιτεκτόνων, μηχανικών και συμβούλων, δαπάνες για μελέτες σκοπιμότητας, για την απόκτηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και αδειών εκμετάλλευσης, μέχρι ποσοστού 12 % της δαπάνης που αναφέρεται στα στοιχεία α) και β).

Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου, η αγορά μεταχειρισμένου εξοπλισμού μπορεί να θεωρηθεί ως επιλέξιμη δαπάνη σε δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις, όταν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α) ο πωλητής του εξοπλισμού βεβαιώνει με δήλωση την ακριβή προέλευσή του και ότι ο εξοπλισμός δεν έχει αποτελέσει ήδη αντικείμενο εθνικής ή κοινοτικής ενίσχυσης·

β) η αγορά του εξοπλισμού αντιπροσωπεύει ιδιαίτερο πλεονέκτημα για το πρόγραμμα ή έργο ή έχει καταστεί απαραίτητη λόγω εκτάκτων περιστάσεων (π.χ. δεν υπήρχε εγκαίρως διαθέσιμος καινούργιος εξοπλισμός, με αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο η σωστή εκτέλεση του έργου)·

γ) μείωση του σχετικού κόστους (και κατά συνέπεια του ποσού της ενίσχυσης) σε σύγκριση με το κόστος αγοράς καινούργιου ίδιου εξοπλισμού, με παράλληλη διατήρηση ικανοποιητικής σχέσης κόστους - ωφέλειας·

δ) ο αποκτώμενος μεταχειρισμένος εξοπλισμός πρέπει να διαθέτει τα απαραίτητα τεχνικά ή/και τεχνολογικά χαρακτηριστικά για τις ανάγκες του έργου.

4. Επιτρέπεται να χορηγείται ενίσχυση μόνο σε επιχειρήσεις που μπορεί να αποδειχθεί ότι πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 26 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999.

Η ενίσχυση μπορεί να χορηγείται προκειμένου να βοηθήσει τον δικαιούχο να εφαρμόσει τα ελάχιστα πρότυπα που έχουν θεσπιστεί προσφάτως όσον αφορά το περιβάλλον, την υγιεινή και την καλή διαβίωση των ζώων.

Η συμμόρφωση προς τα κριτήρια του άρθρου 26 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 πρέπει να αξιολογείται σε επίπεδο επιχείρησης από δημόσιο φορέα ή ανεξάρτητο τρίτο μέρος, το οποίο διαθέτει την κατάλληλη ειδίκευση για να διενεργεί παρόμοιες αξιολογήσεις. Οι κανόνες καθορισμού του καθεστώτος ενισχύσεων πρέπει να προσδιορίζουν τον τρόπο διενέργειας αυτής της αξιολόγησης.

5. Πρέπει να αποδεικνύεται με επαρκή στοιχεία ότι υπάρχουν συνήθεις δυνατότητες διάθεσης των προϊόντων στην αγορά στο μέλλον. Αυτό πρέπει να αξιολογείται στο κατάλληλο επίπεδο, όπως καθορίζεται από το κράτος μέλος, σε σχέση με τα εξεταζόμενα προϊόντα, τους τύπους των επενδύσεων και την υφιστάμενη και αναμενόμενη παραγωγική ικανότητα. Οι συνήθεις δυνατότητες διάθεσης στην αγορά πρέπει να αξιολογούνται από δημόσιο φορέα ή τρίτο μέρος, το οποίο δεν εξαρτάται από τον δικαιούχο της ενίσχυσης και διαθέτει την κατάλληλη ειδίκευση για να διενεργήσει αυτή την αξιολόγηση. Οι κανόνες καθορισμού του καθεστώτος ενισχύσεων πρέπει να προσδιορίζουν τον τρόπο διενέργειας αυτής της αξιολόγησης. Η εν λόγω αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε πρόσφατα δεδομένα και να δημοσιοποιείται.

6. Οι ενισχύσεις δεν πρέπει να χορηγούνται κατά παράβαση απαγορεύσεων ή περιορισμών που επιβάλλονται από κανονισμούς του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών οργανώσεων αγοράς, ακόμη και όταν οι εν λόγω απαγορεύσεις και περιορισμοί αφορούν μόνο την κοινοτική στήριξη.

7. Οι ενισχύσεις δεν πρέπει να αφορούν συγκεκριμένα γεωργικά προϊόντα· ωστόσο, δεν πρέπει να χορηγούνται ενισχύσεις για:

α) την παρασκευή και εμπορία προϊόντων απομίμησης ή υποκατάστασης του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων·

β) δραστηριότητες μεταποίησης και εμπορίας στον κλάδο της ζάχαρης.

Άρθρο 8

Ενισχύσεις για την εγκατάσταση νέων γεωργών

Οι ενισχύσεις για την εγκατάσταση νέων γεωργών συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, υπό τους ακόλουθους όρους:

α) πληρούνται τα κριτήρια που καθορίζονται στα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999·

β) η συνδυασμένη στήριξη που χορηγείται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 και υπό μορφή κρατικών ενισχύσεων βάσει του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού ανώτατα όρια.

Άρθρο 9

Ενισχύσεις για πρόωρη συνταξιοδότηση

Οι ενισχύσεις για την πρόωρη συνταξιοδότηση γεωργών συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, υπό τους ακόλουθους όρους:

α) πληρούνται τα κριτήρια που καθορίζονται στα άρθρα 10, 11 και 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999·

β) η παύση των εμπορικών γεωργικών δραστηριοτήτων είναι μόνιμη και οριστική.

Άρθρο 10

Ενισχύσεις σε ομάδες παραγωγών

1. Οι ενισχύσεις εκκίνησης για τη σύσταση ομάδων ή ενώσεων παραγωγών είναι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης κατά το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης εφόσον πληρούν τους όρους των παραγράφων 2 έως 9.

2. Είναι επιλέξιμες για τις ενισχύσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, υπό τον όρο ότι δικαιούνται χρηματοδοτική ενίσχυση βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους:

α) οι ομάδες ή ενώσεις παραγωγών που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή γεωργικών προϊόντων· ή/και

β) οι ενώσεις παραγωγών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία της χρήσης ονομασιών προέλευσης ή σημάτων ποιότητας σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.

Οι εσωτερικοί κανονισμοί της ομάδας ή ένωσης παραγωγών πρέπει να επιβάλλουν στα μέλη της την υποχρέωση να διαθέτουν την παραγωγή τους στην αγορά σύμφωνα με τους κανόνες προσφοράς και διάθεσης στην αγορά που έχουν καθοριστεί από την ομάδα.

Οι εν λόγω κανόνες είναι δυνατόν να επιτρέπουν τη διάθεση μέρους της παραγωγής στην αγορά κατευθείαν από τον παραγωγό. Πρέπει να απαιτούν από τους παραγωγούς που προσχωρούν στην ομάδα ή ένωση να παραμένουν μέλη της επί τρία τουλάχιστον έτη και να αποχωρούν με προειδοποίηση τουλάχιστον 12 μηνών. Επιπροσθέτως, πρέπει να προβλέπουν κοινούς κανόνες παραγωγής, ειδικότερα όσον αφορά την ποιότητα των προϊόντων ή τη χρήση βιολογικών πρακτικών, κοινούς κανόνες διάθεσης των προϊόντων στην αγορά και κανόνες πληροφόρησης σχετικά με τα προϊόντα, με ιδιαίτερη έμφαση στη συγκoμιδή και στη διαθεσιμότητα των προϊόντων. Εντούτοις, οι παραγωγοί πρέπει να παραμένουν υπεύθυνοι για τη διαχείριση των εκμεταλλεύσεών τους. Στις συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιο της ομάδας ή ένωσης παραγωγών πρέπει να τηρούνται οι σχετικές διατάξεις του δικαίου του ανταγωνισμού, ιδίως τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης.

3. Οι επιλέξιμες δαπάνες μπορούν να περιλαμβάνουν τη μίσθωση κατάλληλων εγκαταστάσεων, την προμήθεια εξοπλισμού γραφείου, συμπεριλαμβανομένου του υλικού και λογισμικού ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις δαπάνες διοικητικού προσωπικού, τα γενικά έξοδα και νομικές και διοικητικές αμοιβές. Σε περίπτωση αγοράς των κτηριακών εγκαταστάσεων, οι επιλέξιμες δαπάνες για τις εγκαταστάσεις περιορίζονται στο κόστος μίσθωσης σε τιμές της αγοράς.

4. Η ενίσχυση πρέπει να είναι προσωρινή και φθίνουσα και να μην υπερβαίνει το 100 % των επιλέξιμων δαπανών που πραγματοποιούνται το πρώτο έτος. Το ύψος της ενίσχυσης πρέπει να μειώνεται τουλάχιστον κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες για κάθε έτος λειτουργίας, ώστε κατά το πέμπτο έτος να περιορίζεται στο 20 % των πραγματικών επιλέξιμων δαπανών του εν λόγω έτους.

5. Η ενίσχυση δεν πρέπει να καλύπτει δαπάνες που πραγματοποιούνται μετά το πέμπτο έτος ούτε να καταβάλλεται μετά το έβδομο έτος από την αναγνώριση της οργάνωσης παραγωγών, με την επιφύλαξη της χορήγησης ενίσχυσης για την κάλυψη επιλέξιμων δαπανών που απορρέουν από την ετήσια αύξηση του κύκλου εργασιών ενός δικαιούχου τουλάχιστον κατά 30 %, και περιορίζονται σ' αυτήν, εφόσον αυτό οφείλεται στην προσχώρηση νέων μελών ή/και στην κάλυψη νέων προϊόντων.

6. Δεν πρέπει να χορηγείται ενίσχυση σε οργανώσεις παραγωγών, όπως εταιρείες ή συνεταιρισμοί που έχουν ως στόχο τη διαχείριση μιας ή περισσότερων γεωργικών εκμεταλλεύσεων και, ως εκ τούτου, στην πραγματικότητα είναι μεμονωμένοι παραγωγοί.

7. Δεν πρέπει να χορηγείται ενίσχυση σε άλλες γεωργικές ενώσεις που αναλαμβάνουν εργασίες στο επίπεδο της γεωργικής παραγωγής, όπως υπηρεσίες αμοιβαίας υποστήριξης, αντικατάστασης στο αγρόκτημα και διαχείρισης αγροκτήματος στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις των μελών τους, χωρίς να συμμετέχουν στην από κοινού προσαρμογή της προσφοράς στις ανάγκες της αγοράς.

8. Το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που χορηγείται σε ομάδα ή ένωση παραγωγών βάσει του παρόντος άρθρου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 100000 ευρώ.

9. Δεν πρέπει να χορηγείται ενίσχυση σε ομάδες ή ενώσεις παραγωγών, οι στόχοι των οποίων είναι ασυμβίβαστοι με κανονισμό το Συμβουλίου σχετικό με κοινή οργάνωση της αγοράς.

Άρθρο 11

Ενισχύσεις για την πληρωμή ασφαλίστρων

1. Οι ενισχύσεις για την κάλυψη ασφαλίστρων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4.

2. Η ακαθάριστη ένταση της ενίσχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει:

α) το 80 % του κόστους των ασφαλίστρων, όταν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ορίζει ότι παρέχει κάλυψη μόνο κατά ζημιών που προκαλούνται από δυσμενή καιρικά φαινόμενα τα οποία μπορούν να εξομοιωθούν με θεομηνίες·

β) το 50 % του κόστους των ασφαλίστρων, όταν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ορίζει ότι παρέχει κάλυψη κατά ζημιών που αναφέρονται στο στοιχείο α) και επιπλέον κατά:

i) άλλων ζημιών που προκαλούνται από καιρικά φαινόμενα ή/και

ii) ζημιών που προκαλούνται από ασθένειες των ζώων ή των φυτών.

Οι ζημίες που προκαλούνται από δυσμενή καιρικά φαινόμενα τα οποία μπορούν να εξομοιωθούν με θεομηνίες, προσδιορίζονται με βάση τη συνολική παραγωγή του εξεταζόμενου προϊόντος κατά του οικείο έτος σε σύγκριση με τη συνολική ετήσια παραγωγή ενός κανονικού έτους. Η συνολική παραγωγή υπολογίζεται με βάση τη μέση συνολική παραγωγή των τριών προηγουμένων ετών, εξαιρουμένου οποιουδήποτε έτους κατά το οποίο καταβλήθηκε αποζημίωση λόγω άλλων δυσμενών καιρικών συνθηκών. Στην περίπτωση ζημιών στα μέσα παραγωγής που έχουν μακροχρόνιες επιπτώσεις, η εκατοστιαία πραγματική ζημία για την πρώτη συγκομιδή μετά την επέλευση του δυσμενούς φαινομένου σε σύγκριση με ένα κανονικό έτος, προσδιοριζόμενη σύμφωνα με τις ανωτέρω αρχές, πρέπει να υπερβαίνει το 10 %, ενώ το γινόμενο της εκατοστιαίας πραγματικής ζημίας επί τον αριθμό των ετών κατά τα οποία σημειώνονται απώλειες στην παραγωγή, πρέπει να υπερβαίνει το 20 % στις μειονεκτικές περιοχές και το 30 % στις άλλες περιοχές.

3. Η ενίσχυση πρέπει να χορηγείται για την κάλυψη του κόστους ασφαλίστρων τα οποία καλύπτουν, μεταξύ άλλων, ζημίες που προκαλούνται από δυσμενή καιρικά φαινόμενα τα οποία μπορούν να εξομοιωθούν με θεομηνίες.

4. Οι ενισχύσεις δεν πρέπει να αποτελούν εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ασφαλιστικών υπηρεσιών. Η ενίσχυση δεν πρέπει να περιορίζεται στην ασφάλεια την οποία παρέχει μόνο μία ασφαλιστική εταιρεία ή ένας όμιλος εταιρειών ούτε να υπόκειται στον όρο ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο πρέπει να έχει συναφθεί με εταιρεία εγκατεστημένη στο οικείο κράτος μέλος.

Άρθρο 12

Ενισχύσεις για αναδασμό

1. Οι ενισχύσεις προς επιχειρήσεις που συμμετέχουν στην παραγωγή γεωργικών προϊόντων συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, εφόσον χορηγούνται για την κάλυψη του νομικού και διοικητικού κόστους, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών έρευνας, του αναδασμού και περιορίζονται σ' αυτό, μέχρι ποσοστού 100 % των πραγματικών δαπανών.

2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις ενισχύσεις για επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένων των ενισχύσεων για την αγορά γης.

Άρθρο 13

Ενισχύσεις για την ενθάρρυνση της παραγωγής και εμπορίας γεωργικών προϊόντων ποιότητας

1. Οι ενισχύσεις για την ενθάρρυνση της παραγωγής και εμπορίας γεωργικών προϊόντων ποιότητας συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, εφόσον χορηγούνται για τη κάλυψη των επιλέξιμων δαπανών που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 και πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 3 ως 7.

2. Οι ενισχύσεις μπορούν να χορηγούνται για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγονται οι ακόλουθες δραστηριότητες, εφόσον αφορούν την ανάπτυξη γεωργικών προϊόντων ποιότητας:

α) μέχρι ποσοστού 100 % του κόστους των δραστηριοτήτων έρευνας της αγοράς, επινόησης και σχεδιασμού προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των ενισχύσεων που χορηγούνται για την προετοιμασία αιτήσεων αναγνώρισης ονομασιών προέλευσης ή έκδοσης πιστοποιητικών ιδιοτυπίας, σύμφωνα με τους σχετικούς κοινοτικούς κανονισμούς·

β) μέχρι ποσοστού 100 % του κόστους της εφαρμογής συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας, όπως οι σειρές διεθνών προτύπων ISO 9000 ή 14000, συστημάτων που βασίζονται στην ανάλυση κινδύνων και τα κρίσιμα σημεία ελέγχου (HACCP), συστημάτων ιχνηλάτησης, συστημάτων για τη διασφάλιση της τήρησης των κανόνων αυθεντικότητας και εμπορίας ή συστημάτων οικολογικού ελέγχου·

γ) μέχρι ποσοστού 100 % των δαπανών κατάρτισης του προσωπικού στην εφαρμογή των συστημάτων που αναφέρονται στο στοιχείο β)·

δ) μέχρι ποσοστού 100 % του κόστους των τελών που εισπράττουν οι αναγνωρισμένοι οργανισμοί πιστοποίησης για την πρώτη πιστοποίηση συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας και ανάλογων συστημάτων·

ε) μέχρι ποσοστού 100 % του κόστους των υποχρεωτικών ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με την κοινοτική ή εθνική νομοθεσία από αρμόδιες αρχές ή για λογαριασμό τους, εκτός εάν η κοινοτική νομοθεσία ορίζει ότι το κόστος αυτό βαρύνει τις επιχειρήσεις·

στ) προσωρινή και φθίνουσα ενίσχυση για την κάλυψη του κόστους των ελέγχων που διενεργούνται κατά τα πρώτα έξι έτη από την καθιέρωση του συστήματος ελέγχου για τη διασφάλιση της αυθεντικότητας των ονομασιών προέλευσης ή των πιστοποιητικών ιδιοτυπίας, στο πλαίσιο των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92(12) και (ΕΟΚ) αριθ. 2082/92(13). Ο ρυθμός μείωσης πρέπει να είναι τουλάχιστον 10 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως·

ζ) μέχρι ποσοστού 100 % των πραγματικών δαπανών για τη διενέργεια ελέγχων των μεθόδων βιολογικής παραγωγής στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου(14).

3. Η ενίσχυση πρέπει να χορηγείται για τη διενέργεια ελέγχων από τρίτους ή για λογαριασμό τρίτων, όπως οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές ή οι εξουσιοδοτημένοι από αυτές φορείς ή ανεξάρτητοι οργανισμοί που είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο και την εποπτεία της χρήσης των ονομασιών προέλευσης, των σημάτων βιολογικής καλλιέργειας ή των σημάτων ποιότητας, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω ονομασίες και σημάνσεις είναι σύμφωνες με την κοινοτική νομοθεσία.

4. Η ενίσχυση δεν πρέπει να χορηγείται για την κάλυψη του κόστους των ελέγχων που διενεργούνται από τον ίδιο τον κάτοχο της εκμετάλλευσης ή τον παραγωγό ή όταν η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει ότι το κόστος ελέγχου βαρύνει τους παραγωγούς, χωρίς να προσδιορίζει το πραγματικό ύψος των επιβαρύνσεων.

5. Το συνολικό ποσό της δημόσιας ενίσχυσης που χορηγείται βάσει της παραγράφου 2 δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 100000 ευρώ ανά δικαιούχο σε οποιοδήποτε διάστημα τριών ετών. Για τους σκοπούς του υπολογισμού του ποσού της ενίσχυσης, δικαιούχος θεωρείται το πρόσωπο που είναι αποδέκτης των υπηρεσιών που απαριθμούνται στην εν λόγω παράγραφο.

6. Όλα τα πρόσωπα που είναι επιλέξιμα στην εξεταζόμενη περιοχή πρέπει να έχουν πρόσβαση στην ενίσχυση υπό αντικειμενικά καθορισμένους όρους. Όταν οι υπηρεσίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 παρέχονται από ομάδες παραγωγών ή άλλες οργανώσεις αμοιβαίας υποστήριξης, η ιδιότητα του μέλους αυτών των ομάδων ή οργανώσεων δεν πρέπει να αποτελεί όρο για την πρόσβαση στις υπηρεσίες. Η συνεισφορά μη μελών για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών της ομάδας ή οργάνωσης πρέπει να περιορίζεται αναλογικά στο κόστος της παροχής της υπηρεσίας.

7. Σε περίπτωση όπου ο αποδέκτης της υπηρεσίας δεν είναι ελεύθερος να επιλέξει τον φορέα παροχής των υπηρεσιών που απαριθμούνται στην παράγραφο 2, και εφόσον δεν υπάρχει μόνον ένας φορέας παροχής υπηρεσιών λόγω του χαρακτήρα της υπηρεσίας ή της νομικής βάσης που διέπει την παροχή της, ο εν λόγω φορέας παροχής πρέπει να επιλέγεται και να αμείβεται σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς, χωρίς διακρίσεις, εάν είναι απαραίτητο με διαδικασίες προκήρυξης διαγωνισμού σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία και, σε κάθε περίπτωση, με επαρκή δημοσιότητα, η οποία επιτρέπει το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών στον ανταγωνισμό και την εξακρίβωση της αμεροληψίας των κανόνων για τις συμβάσεις.

Άρθρο 14

Παροχή τεχνικής υποστήριξης στον γεωργικό τομέα

1. Οι ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης, εφόσον χορηγούνται για την κάλυψη των επιλέξιμων δαπανών για τις δραστηριότητες τεχνικής υποστήριξης που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 και πληροούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 3, 4 και 5.

2. Η ενίσχυση μπορεί να καλύπτει τις ακόλουθες επιλέξιμες δαπάνες:

α) όσον αφορά την εκπαίδευση και την κατάρτιση κατόχων και εργαζομένων σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις:

i) τις δαπάνες διοργάνωσης του προγράμματος κατάρτισης,

ii) τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής των συμμετεχόντων,

iii) το κόστος της παροχής υπηρεσιών αντικατάστασης κατά την απουσία του κατόχου της εκμετάλλευσης ή του εργαζόμενου στην εκμετάλλευση·

β) όσον αφορά υπηρεσίες αντικατάστασης στην εκμετάλλευση, τις πραγματικές δαπάνες αντικατάστασης ενός κατόχου της εκμετάλλευσης, του συνεταίρου του ή ενός εργάτη της εκμετάλλευσης κατά τη διάρκεια ασθένειας και των διακοπών·

γ) όσον αφορά υπηρεσίες συμβούλων, τις αμοιβές για υπηρεσίες που δεν συνιστούν διαρκή ή περιοδική δραστηριότητα και δεν σχετίζονται με τις συνήθεις λειτουργικές δαπάνες της εταιρείας, όπως οι συνήθεις υπηρεσίες φοροτεχνικών, οι τακτικές υπηρεσίες νομικών συμβούλων ή η διαφήμιση·

δ) όσον αφορά τη διοργάνωση διαγωνισμών, εμπορικών εκθέσεων και πανηγύρεων και τη συμμετοχή σε αυτά:

i) τα έξοδα συμμετοχής,

ii) τα έξοδα μετακίνησης,

iii) το κόστος δημοσιεύσεων,

iv) το μίσθωμα των εκθεσιακών χώρων.

3. Το συνολικό ποσό της δημόσιας στήριξης που χορηγείται βάσει της παραγράφου 2 δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 100000 ευρώ ανά δικαιούχο σε οποιοδήποτε διάστημα τριών ετών ή το 50 % των επιλέξιμων δαπανών, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι μεγαλύτερο. Για τον υπολογισμό του ποσού της ενίσχυσης, δικαιούχος θεωρείται ότι είναι ο αποδέκτης της τεχνικής υποστήριξης.

4. Όλα τα πρόσωπα που είναι επιλέξιμα στην εξεταζόμενη περιοχή πρέπει να έχουν πρόσβαση στην ενίσχυση, υπό αντικειμενικά καθορισμένους όρους. Όταν η τεχνική υποστήριξη παρέχεται από ομάδες παραγωγών ή άλλες γεωργικές οργανώσεις αμοιβαίας υποστήριξης, η ιδιότητα του μέλους της ομάδας ή οργάνωσης δεν πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση στην υπηρεσία. Η ενδεχόμενη συνεισφορά μη μελών για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών της σχετικής ομάδας ή οργάνωσης πρέπει να περιορίζεται στο κόστος παροχής της υπηρεσίας.

5. Στην περίπτωση όπου ο αποδέκτης της τεχνικής υποστήριξης δεν μπορεί να επιλέξει ελεύθερα τον φορέα παροχής της, ο φορέας παροχής πρέπει να επιλέγεται και να αμείβεται σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς, χωρίς διακρίσεις, εάν είναι απαραίτητο με διαδικασίες προκήρυξης διαγωνισμού σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία και, σε κάθε περίπτωση, με επαρκή δημοσιότητα, η οποία επιτρέπει το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών στον ανταγωνισμό και την εξακρίβωση της αμεροληψίας των κανόνων για τις συμβάσεις.

Άρθρο 15

Στήριξη του τομέα της κτηνοτροφίας

Οι κατωτέρω ενισχύσεις προς επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της κτηνοτροφίας συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης:

α) ενίσχυση σε ποσοστό μέχρι 100 % για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών που συνδέονται άμεσα με την δημιουργία και τη διατήρηση γενεαλογικών μητρώων ζώων·

β) ενίσχυση σε ποσοστό μέχρι 70 % των δαπανών για δοκιμές που πραγματοποιούνται από τρίτους ή για λογαριασμό τρίτων με σκοπό τον προσδιορισμό της γενετικής ποιότητας ή της απόδοσης του ζωικού κεφαλαίου, με εξαίρεση τους ελέγχους που διενεργούνται από τον ιδιοκτήτη του ζωικού κεφαλαίου και τους συνήθεις ελέγχους της ποιότητας του γάλακτος·

γ) ενίσχυση σε ποσοστό μέχρι 40 % των απαριθμούμενων στο άρθρο 4 επιλέξιμων δαπανών για επενδύσεις σε κέντρα ζωικής αναπαραγωγής και για την εφαρμογή σε επίπεδο αγροκτήματος καινοτόμων τεχνικών ή μεθόδων εκτροφής ζώων, με εξαίρεση τις δαπάνες εισαγωγής ή πραγματοποίησης τεχνητής γονιμοποίησης·

δ) ενίσχυση σε ποσοστό μέχρι 100 % του κόστους των εξετάσεων για ΜΣΕ.

Ωστόσο, η συνολική άμεση και έμμεση στήριξη, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών από την Κοινότητα, σε σχέση με την υποχρεωτική εξέταση για ΣΕΒ των βοοειδών που σφάζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνει τα 40 ευρώ ανά εξέταση. Το ποσό αυτό αναφέρεται στο συνολικό κόστος των εξετάσεων, δηλαδή προμήθεια αντιδραστηρίων, δειγματοληψία, μεταφορά, εξέταση, αποθήκευση και καταστροφή των δειγμάτων. Η υποχρέωση για εξέταση είναι δυνατόν να απορρέει από την κοινοτική ή την εθνική νομοθεσία.

Οι κρατικές ενισχύσεις για την κάλυψη του κόστους των εξετάσεων για ΜΣΕ πρέπει να καταβάλλονται στην επιχείρηση όπου πρέπει να ληφθούν τα δείγματα προς εξέταση. Για να διευκολυνθεί ωστόσο η διαχείριση των συγκεκριμένων κρατικών ενισχύσεων, εναλλακτικά είναι δυνατόν να καταβάλλονται στα εργαστήρια, υπό τον όρο ότι το σύνολο της κρατικής ενίσχυσης περιέρχεται στην επιχείρηση. Η κρατική ενίσχυση που έχει ληφθεί άμεσα ή έμμεσα από επιχείρηση στην οποία ελήφθησαν δείγματα προς εξέταση, θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται σε αντίστοιχα χαμηλότερες τιμές επιβαλλόμενες από την εν λόγω επιχείρηση.

Άρθρο 16

Ενισχύσεις που προβλέπονται από ορισμένους κανονισμούς του Συμβουλίου

Οι κατωτέρω ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρέωση κοινοποίησης:

α) οι συνεισφορές των κρατών μελών που πληρούν όλους τους όρους του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2702/1999 του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με ενέργειες ενημέρωσης και προώθησης για τα γεωργικά προϊόντα σε τρίτες χώρες(15), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 3·

β) οι συνεισφορές των κρατών μελών που πληρούν όλους τους όρους του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2826/2000, της 19ης Δεκεμβρίου 2000, για ενέργειες ενημέρωσης και προώθησης των γεωργικών προϊόντων στην εσωτερική αγορά(16), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφοι 2, 3 και 4·

γ) οι ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη και πληρούν όλους τους όρους του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών(17), και ιδίως το άρθρο 13 παράγραφος 4·

δ) οι ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη και πληρούν όλους τους όρους του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων(18), και ιδίως το άρθρο 14 παράγραφος 2·

ε) οι ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη και πληρούν όλους τους όρους του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος(19), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 5 και το άρθρο 14·

στ) οι ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2777/2000 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, περί θεσπίσεως εξαιρετικών μέτρων στήριξης για την αγορά βοείου κρέατος(20)·

ζ) οι ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1251/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών(21)·

η) οι ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών(22).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΚΟΙΝΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 17

Στάδια πριν από τη χορήγηση ενίσχυσης

1. Για να είναι δυνατή η απαλλαγή τους βάσει του παρόντος κανονισμού, οι ενισχύσεις στα πλαίσια καθεστώτων ενισχύσεων πρέπει να χορηγούνται μόνο για δραστηριότητες που αναλήφθηκαν ή υπηρεσίες που παρασχέθηκαν μετά τη θέσπιση του καθεστώτος ενισχύσεων και τη δημοσιοποίησή του σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Εάν σύμφωνα με το καθεστώς ενισχύσεων θεμελιώνεται αυτομάτως δικαίωμα λήψης της ενίσχυσης, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω μέτρα σε διοικητικό επίπεδο, η ενίσχυση μπορεί να χορηγηθεί μόνο μετά τη θέσπιση του καθεστώτος ενισχύσεων και τη δημοσιοποίησή του σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Εάν σύμφωνα με το καθεστώς ενισχύσεων απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης στην αρμόδια αρχή, η ενίσχυση μπορεί να χορηγηθεί μόνο εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α) το καθεστώς ενισχύσεων έχει θεσπιστεί και δημοσιοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

β) έχει υποβληθεί δεόντως αίτηση ενίσχυσης στην αρμόδια αρχή·

γ) η αίτηση έχει γίνει δεκτή από την αρμόδια αρχή κατά τρόπο που να υποχρεώνει την εν λόγω αρχή να χορηγήσει την ενίσχυση, αναφέροντας σαφώς το ποσό της ενίσχυσης που θα χορηγηθεί ή τον τρόπο υπολογισμού του η αρμόδια αρχή δύναται να προβεί στην εν λόγω αποδοχή μόνον εάν δεν έχει εξαντληθεί ο διαθέσιμος προϋπολογισμός για την ενίσχυση ή το καθεστώς ενισχύσεων.

2. Για να είναι δυνατή η απαλλαγή τους βάσει του παρόντος κανονισμού, οι μεμονωμένες ενισχύσεις που δεν εντάσσονται σε καθεστώς ενισχύσεων πρέπει να χορηγούνται μόνο για δραστηριότητες που αναλήφθηκαν ή υπηρεσίες που παρασχέθηκαν, εφόσον πληρούνται τα κριτήρια που καθορίζονται στα στοιχεία β) και γ) του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1.

Άρθρο 18

Σώρευση

1. Τα ανώτατα όρια ενίσχυσης που καθορίζονται στα άρθρα 4 έως 15 ισχύουν ανεξαρτήτως του εάν η στήριξη του έργου ή της δραστηριότητας χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από κρατικούς πόρους ή εν μέρει από την Κοινότητα.

2. Οι απαλλασσόμενες βάσει του παρόντος κανονισμού ενισχύσεις δεν σωρεύονται με άλλη κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ή με χρηματοδοτική συνεισφορά των κρατών μελών ή της Κοινότητας που καλύπτεται από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 51 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999, σε σχέση με τις ίδιες επιλέξιμες δαπάνες, εάν η σώρευση αυτή έχει ως αποτέλεσμα η ένταση της ενίσχυσης να υπερβαίνει το ανώτατο όριο που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό.

3. Εφόσον ένα κράτος μέλος χορηγεί σε επιχείρηση ενίσχυση που εμπίπτει σε κάποιο από τα άρθρα 8, 10, 13 ή 14 του παρόντος κανονισμού, ενημερώνει την επιχείρηση ότι η ενίσχυση χορηγείται βάσει του αντίστοιχου άρθρου του παρόντος κανονισμού. Το κράτος μέλος καλεί την ενδιαφερόμενη επιχείρηση να υποβάλει πλήρη στοιχεία σχετικά με άλλες ανάλογες ενισχύσεις που της έχουν χορηγηθεί. Για τις ενισχύσεις που εμπίπτουν στα άρθρα 13 και 14, πρέπει να παρέχονται στοιχεία σχετικά με ανάλογες ενισχύσεις που ελήφθησαν κατά την τελευταία τριετία.

Το κράτος μέλος μπορεί να χορηγήσει τη νέα ενίσχυση αφού προηγουμένως εξακριβώσει ότι το συνολικό ποσό της χορηγούμενης ενίσχυσης βάσει των εν λόγω άρθρων δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο που καθορίζεται στο αντίστοιχο άρθρο όσον αφορά το συνολικό ποσό της χορηγούμενης ενίσχυσης για την εν λόγω περίοδο.

Άρθρο 19

Διαφάνεια και έλεγχος

1. Το αργότερο δέκα εργάσιμες ημέρες πριν από την έναρξη της ισχύος ενός καθεστώτος ενισχύσεων ή τη χορήγηση μεμονωμένης ενίσχυσης που δεν εντάσσεται σε συγκεκριμένο καθεστώς, τα οποία απαλλάσσονται βάσει του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή για δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων ή μεμονωμένη ενίσχυση, χρησιμοποιώντας το έντυπο του παραρτήματος Ι. Οι πληροφορίες αυτές υποβάλλονται σε ηλεκτρονική μορφή. Εντός πέντε εργασίμων ημερών από την παραλαβή των εν λόγω συνοπτικών πληροφοριών, η Επιτροπή αποστέλλει βεβαίωση παραλαβής, στην οποία αναγράφεται αναγνωριστικός αριθμός, και δημοσιεύει τις συνοπτικές πληροφορίες στο Διαδίκτυο.

2. Τα κράτη μέλη τηρούν αναλυτικά αρχεία σχετικά με τα καθεστώτα ενισχύσεων που απαλλάσσονται βάσει του παρόντος κανονισμού, τις μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγούνται κατ' εφαρμογή αυτών των καθεστώτων και με τις μεμονωμένες ενισχύσεις που απαλλάσσονται βάσει του παρόντος κανονισμού και δεν εντάσσονται σε υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων. Τα αρχεία αυτά περιέχουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι απαραίτητα προκειμένου να εξακριβωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις απαλλαγής που ορίζονται από τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων για το μικρομεσαίο χαρακτήρα της εκάστοτε επιχείρησης. Στην περίπτωση των μεμονωμένων ενισχύσεων, τα κράτη μέλη διατηρούν τα αρχεία επί δέκα έτη από την ημερομηνία καταβολής της ενίσχυσης, ενώ προκειμένου για τα καθεστώτα ενισχύσεων, επί δέκα έτη από την ημερομηνία καταβολής της τελευταίας μεμονωμένης ενίσχυσης κατ' εφαρμογή του εκάστοτε καθεστώτος. Εάν ζητηθεί γραπτώς, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή, εντός 20 εργασίμων ημερών ή εντός μεγαλύτερης προθεσμίας η οποία καθορίζεται ενδεχομένως στην αίτηση, όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που η Επιτροπή θεωρεί αναγκαία για την εξακρίβωση της τήρησης όλων των όρων του παρόντος κανονισμού.

3. Σε περίπτωση όπου ένα κράτος μέλος έχει δημιουργήσει κεντρικό μητρώο των ενισχύσεων που χορηγούνται χωριστά βάσει των άρθρων 8, 10, 13 ή 14, το οποίο περιέχει πλήρη στοιχεία σχετικά με όλες τις εν λόγω ενισχύσεις που έχει χορηγήσει οποιαδήποτε αρχή του συγκεκριμένου κράτους μέλους, η απαίτηση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 18 δεν ισχύει, εφόσον το μητρώο καλύπτει περίοδο τριών ετών.

4. Τα κράτη μέλη συντάσσουν έκθεση, σε ηλεκτρονική μορφή, σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού για κάθε πλήρες ημερολογιακό έτος ή μέρος αυτού κατά το οποίο εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, χρησιμοποιώντας το έντυπο που παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙ. Η έκθεση αυτή μπορεί να ενσωματώνεται στην ετήσια έκθεση την οποία οφείλουν να υποβάλλουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου(23) και υποβάλλεται μέχρι τις 30 Ιουνίου του έτους που έπεται του ημερολογιακού έτους το οποίο καλύπτει η έκθεση.

5. Αμέσως μετά την έναρξη ισχύος ενός καθεστώτος ενισχύσεων ή τη χορήγηση μιας μεμονωμένης ενίσχυσης που δεν εντάσσεται σε καθεστώς ενισχύσεων, τα οποία απαλλάσσονται βάσει του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη δημοσιεύουν στο Διαδίκτυο το πλήρες κείμενο του εν λόγω καθεστώτος ενισχύσεων ή τα κριτήρια και τους όρους χορήγησης της μεμονωμένης ενίσχυσης. Η διεύθυνση των δικτυακών τόπων κοινοποιείται στην Επιτροπή μαζί με τις συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με την ενίσχυση που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 και περιλαμβάνεται επίσης στην ετήσια έκθεση που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 4.

Άρθρο 20

Έναρξη και διάρκεια ισχύος

1. Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή μέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006.

2. Οι κοινοποιήσεις που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος κανονισμού θα αξιολογηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του. Σε περίπτωση μη τήρησης των όρων του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή εξετάζει τις εν λόγω εκκρεμείς κοινοποιήσεις με βάση τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό τομέα.

Οι μεμονωμένες ενισχύσεις και τα καθεστώτα ενισχύσεων που εφαρμόζονται πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος κανονισμού, καθώς και οι ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει αυτών των καθεστώτων χωρίς έγκριση της Επιτροπής και κατά παράβαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης υποχρεωτικής κοινοποίησης, συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης και απαλλάσσονται, εφόσον πληρούν τους όρους του άρθρου 3 του παρόντος κανονισμού, εκτός από τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 στοιχείο β) του ίδιου άρθρου περί ρητής παραπομπής στον παρόντα κανονισμό και περί υποβολής των συνοπτικών πληροφοριών που προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης. Κάθε ενίσχυση που δεν πληροί αυτούς τους όρους αξιολογείται από την Επιτροπή σύμφωνα με τα σχετικά πλαίσια, κατευθυντήριες γραμμές, ανακοινώσεις και δηλώσεις.

3. Τα καθεστώτα ενισχύσεων που απαλλάσσονται βάσει του παρόντος κανονισμού παραμένουν απαλλαγμένα κατά τη διάρκεια περιόδου προσαρμογής έξι μηνών από την ημερομηνία που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 23 Δεκεμβρίου 2003.

Για την Επιτροπή

Franz Fischler

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ L 142 της 14.5.1998, σ. 1.

(2) ΕΕ C 194 της 15.8.2003, σ. 2.

(3) ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 33.

(4) ΕΕ C 28 της 1.2.2000, σ. 2, (διορθωμένη έκδοση ΕΕ C 232 της 12.8.2000, σ. 19).

(5) ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 80.

(6) ΕΕ C 252 της 12.9.2001, σ. 5.

(7) ΕΕ L 17 της 21.1.2000, σ. 22.

(8) ΕΕ L 182 της 3.7.1987, σ. 36.

(9) ΕΕ L 270 της 21.10.2003, σ. 70.

(10) ΕΕ L 161 της 26.6.1999, σ. 1.

(11) ΕΕ L 147 της 31.5.2001, σ. 1.

(12) ΕΕ L 208 της 24.7.1992, σ. 1.

(13) ΕΕ L 208 της 24.7.1992, σ. 9.

(14) ΕΕ L 198 της 22.7.1991, σ. 1.

(15) ΕΕ L 327 της 21.12.1999, σ. 7.

(16) ΕΕ L 328 της 23.12.2000, σ. 2.

(17) ΕΕ L 147 της 31.5.2001, σ. 1.

(18) ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 48.

(19) ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 21.

(20) ΕΕ L 321 της 19.12.2000, σ. 47.

(21) ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 1.

(22) ΕΕ L 297 της 21.11.1996, σ. 1.

(23) ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

>PIC FILE= "L_2004001EL.001502.TIF">

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

>PIC FILE= "L_2004001EL.001602.TIF">