Οδηγία-πλαίσιο 2003/80/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 029 της 05/02/2003 σ. 0055 - 0058
Οδηγία-πλαίσιο 2003/80/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 2003 σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως το άρθρο 29, το άρθρο 31 στοιχείο ε) και το άρθρο 34 παράγραφος 2 στοιχείο β), την πρωτοβουλία του Βασιλείου της Δανίας(1), τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου(2), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η Ένωση ανησυχεί για την αύξηση των αδικημάτων κατά του περιβάλλοντος καθώς και των επιπτώσεών τους, οι οποίες όλο και περισσότερο εξαπλώνονται εκτός των συνόρων των κρατών στα οποία διαπράττονται τα αδικήματα. (2) Αυτά τα αδικήματα εγκυμονούν κινδύνους κατά του περιβάλλοντος και, για το λόγο αυτό, χρειάζονται αυστηρή αντιμετώπιση. (3) Τα αδικήματα κατά του περιβάλλοντος συνιστούν κοινό πρόβλημα των κρατών μελών. Επομένως τα κράτη μέλη θα έπρεπε να αναλάβουν συντονισμένη δράση για να υπάρξει προστασία του περιβάλλοντος βάσει του ποινικού δικαίου(3). (4) Το Μάρτιο του 2001, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε πρόταση "Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου"(4) με νομική βάση το άρθρο 175 παράγραφος 1 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. (5) Το Συμβούλιο θεωρεί ότι είναι σκόπιμο να εισαχθούν στην παρούσα απόφαση-πλαίσιο ορισμένες ουσιαστικές διατάξεις της προτεινόμενης οδηγίας, ιδίως αυτές που ορίζουν τις πράξεις οι οποίες δέον να θωρούνται αξιόποινες στο πλαίσιο του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών. (6) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έδωσε τη γνώμη του για την πρόταση οδηγίας στις 9 Απριλίου 2002. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε τον Οκτώβριο του 2002 τροποποιημένη πρόταση οδηγίας σύμφωνα με το άρθρο 250 παράγραφος 2 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το Συμβούλιο δεν έκρινε σκόπιμο να τροποποιήσει στη βάση αυτή την παρούσα απόφαση-πλαίσιο. (7) Το Συμβούλιο εξέτασε τη σχετική πρόταση, συμπέρανε όμως ότι η απαιτούμενη για την έγκρισή της από το Συμβούλιο πλειοψηφία δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί. Η πλειοψηφία κρίνει ότι η πρόταση υπερβαίνει τα όρια των εξουσιών που παρέχει στην Κοινότητα η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ότι οι επιδιωκόμενοι στόχοι είναι εφικτοί με τη θέσπιση απόφασης-πλαισίου βασισμένης στον τίτλο VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Περαιτέρω, το Συμβούλιο θεωρεί ότι η παρούσα απόφαση-πλαίσιο, βάσει του άρθρου 34 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συνιστά μια ενδεδειγμένη πράξη για να επιβληθεί στα κράτη μέλη η υποχρέωση να προβλέψουν ποινικές κυρώσεις. Ο χαρακτήρας της τροποποιημένης πρότασης που υπέβαλε η Επιτροπή δεν είναι τέτοιος που να επιτρέψει στο Συμβούλιο να αλλάξει εν προκειμένω τη θέση του. (8) Ως υπεύθυνα για περιβαλλοντικά αδικήματα θα έπρεπε να θεωρούνται όχι μόνον τα φυσικά αλλά, επίσης, και τα νομικά πρόσωπα. (9) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν ευρεία δικαιοδοσία σχετικώς με τα ανωτέρω αδικήματα ώστε να μην καθίσταται δυνατόν σε κανένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο να διαφεύγει της διώξεως ως εκ του γεγονότος και μόνον ότι το αδίκημα δεν έχει διαπραχθεί στο έδαφός τους. (10) Στις 4 Νοεμβρίου του 1998, το Συμβούλιο της Ευρώπης εξέδωσε σύμβαση για την προστασία του περιβάλλοντος, η οποία και ελήφθη υπόψη κατά την εκπόνηση των διατάξεων της παρούσας απόφασης-πλαισίου, ΥΙΟΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ-ΠΛΑΙΣΙΟ: Άρθρο 1 Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης-πλαισίου, νοούνται ως: α) "παράνομη", κάθε παράβαση νόμου ή διοικητικής διάταξης ή απόφασης αρμόδιας αρχής, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προσδίδουν ισχύ σε δεσμευτικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος· β) "ύδατα", τα παντός είδους υπόγεια ή επιφανειακά ύδατα, στα οποία συγκαταλέγονται και οι λίμνες, οι ποταμοί και οι θάλασσες και ωκεανοί· γ) "νομικό πρόσωπο", κάθε υποκείμενο δικαίου που έχει το καθεστώς αυτό βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, εξαιρέσει των κρατών και άλλων δημόσιων φορέων εν τη ασκήσει των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων, καθώς και των διεθνών οργανισμών δημοσίου δικαίου. Άρθρο 2 Αδικήματα εκ προθέσεως Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να θεωρούνται ως ποινικά αδικήματα βάσει του εσωτερικού δικαίου του: α) η απόρριψη, εκπομπή ή εισαγωγή στην ατμόσφαιρα, στο έδαφος ή στα ύδατα ποσότητας ουσιών ή ιονιζουσών ακτινοβολιών που προξενεί θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε οιοδήποτε πρόσωπο· β) η παράνομη απόρριψη, εκπομπή ή εισαγωγή στην ατμόσφαιρα, στο έδαφος ή στα ύδατα ποσότητας ουσιών ή ιονιζουσών ακτινοβολιών που προξενεί ή ενδέχεται να προξενήσει διαρκή ή ουσιώδη υποβάθμισή τους ή θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπο, ή ουσιώδη ζημία σε προστατευόμενα μνημεία ή άλλα αντικείμενα, αγαθά, ζώα ή φυτά· γ) η παράνομη διάθεση, επεξεργασία, αποθήκευση, μεταφορά, εξαγωγή ή εισαγωγή αποβλήτων, περιλαμβανομένων των επικίνδυνων αποβλήτων, που προξενεί ή ενδέχεται να προξενήσει θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπο ή ουσιώδη ζημία στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους, των υδάτων, σε ζώα ή φυτά· δ) η παράνομη λειτουργία εργοστασίου στο οποίο αναπτύσσεται επικίνδυνη δραστηριότητα και η οποία, στον εκτός εργοστασίου χώρο, προξενεί ή ενδέχεται να προξενήσει θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπο ή ουσιώδη ζημία στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους, των υδάτων, σε ζώα ή φυτά· ε) η παράνομη παρασκευή, επεξεργασία, αποθήκευση, χρήση, μεταφορά, εξαγωγή ή εισαγωγή πυρηνικών υλικών ή άλλων επικίνδυνων ραδιενεργών ουσιών που προξενεί ή ενδέχεται να προξενήσει θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες σε πρόσωπο ή ουσιώδη ζημία στην ποιότητα του αέρα, του εδάφους, των υδάτων, σε ζώα ή φυτά· στ) η παράνομη κατοχή, σύλληψη, βλάβη, θανάτωση ή εμπορία προστατευόμενων ειδών της άγριας χλωρίδας και πανίδας ή μερών αυτών, τουλάχιστον όπου απειλείται αφανισμός τους όπως ορίζεται από το εθνικό δίκαιο· ζ) η παράνομη εμπορία ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος, εφόσον διαπράττονται εκ προθέσεως. Άρθρο 3 Αδικήματα εξ αμελείας Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να θεωρούνται ποινικά αδικήματα βάσει του εσωτερικού δικαίου του τα αδικήματα του άρθρου 2 όταν αυτά διαπράττονται εξ αμελείας ή, τουλάχιστον εκ βαρείας αμελείας. Άρθρο 4 Συμμετοχή και ηθική αυτουργία Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε η συμμετοχή ή η ηθική αυτουργία στις πράξεις του άρθρου 2 να θεωρούνται αξιόποινες πράξεις. Άρθρο 5 Κυρώσεις 1. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι πράξεις των άρθρων 2 και 3 να υπόκεινται σε ουσιαστικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης, στις σοβαρότερες τουλάχιστον περιπτώσεις, της στέρησης της προσωπικής ελευθερίας, η οποία δυνατόν να καταλήγει σε έκδοση. 2. Παράλληλα με τις ποινικές κυρώσεις της παραγράφου 1, είναι δυνατόν να επιβάλλονται ή να λαμβάνονται άλλες κυρώσεις και μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της αφαίρεσης του δικαιώματος φυσικού προσώπου να ασκεί δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει την κατοχή επίσημης αδείας ή έγκρισης, ή να ιδρύει, να διαχειρίζεται ή να διοικεί εταιρεία, ή ίδρυμα, εάν από τις πράξεις που επέφεραν την καταδίκη του φυσικού προσώπου καθίσταται έκδηλο ότι το πρόσωπο αυτό ενδέχεται να συνεχίσει την ίδια εγκληματική δραστηριότητα. Άρθρο 6 Ευθύνη νομικών προσώπων 1. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ένα νομικό πρόσωπο να θεωρείται υπεύθυνο για πράξεις των άρθρων 2 και 3 τις οποίες τελεί για λογαριασμό του, είτε ατομικώς είτε ως μέλος οργάνου του, ένα φυσικό πρόσωπο το οποίο κατέχει ιθύνουσα θέση εντός του νομικού προσώπου, με βάση: α) εξουσία αντιπροσώπευσης του νομικού προσώπου, ή β) εξουσία λήψης αποφάσεων εξ ονόματος του νομικού προσώπου, ή γ) εξουσία ελέγχου εντός του νομικού προσώπου, καθώς και για συνέργεια ή ηθική αυτουργία στις πράξεις του άρθρου 2. 2. Εκτός των περιπτώσεων που ήδη προβλέπονται στην παράγραφο 1, κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ένα νομικό πρόσωπο να μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο όταν, λόγω πλημμελούς ελέγχου ή πλημμελούς επιτήρησης εκ μέρους ενός προσώπου της παραγράφου 1, κατέστη δυνατόν να τελεστεί πράξη των άρθρων 2 και 3 για λογαριασμό του νομικού προσώπου από πρόσωπο το οποίο τελεί υπό την εξουσία αυτού. Η κατά τις παραγράφους 1 και 2 ευθύνη του νομικού προσώπου δεν αποκλείει την ποινική δίωξη φυσικών προσώπων που είναι αυτουργοί, ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί στις πράξεις των άρθρων 2 και 3. Άρθρο 7 Κυρώσεις κατά νομικών προσώπων Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε σε νομικό πρόσωπο που θεωρείται υπεύθυνο σύμφωνα με το άρθρο 6 να δύνανται να επιβληθούν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ποινικών ή μη ποινικών προστίμων και ενδεχομένως άλλων κυρώσεων όπως: α) αποκλεισμός από πλεονεκτήματα ή ενισχύσεις του δημοσίου· β) προσωρινή ή και οριστική απαγόρευση άσκησης βιομηχανικής ή εμπορικής δραστηριότητας· γ) θέση υπό δικαστική εποπτεία· δ) δικαστικό μέτρο διάλυσης· ε) υποχρέωση λήψης ειδικών μέτρων που αποτρέπουν τις συνέπειες των πράξεων που θεμελίωσαν την ποινική ευθύνη. Άρθρο 8 Δικαιοδοσία 1. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε η δικαιοδοσία του σχετικώς με τα αδικήματα των άρθρων 2 και 3 να περιλαμβάνει τα αδικήματα τα οποία διαπράττονται: α) εν όλω ή εν μέρει στο έδαφός του, ακόμη και εάν οι συνέπειες του αδικήματος εκδηλώνονται εξ ολοκλήρου σε άλλο τόπο· β) επί σκάφους ή αεροσκάφους εγγεγραμμένου στο νηολόγιό του ή υπό τη σημαία του· γ) για λογαριασμό νομικών προσώπων που εδρεύουν στο έδαφός του· δ) από υπήκοό του, εφόσον το αδίκημα θεωρείται αξιόποινο στον τόπο τέλεσης ή εφόσον ο τόπος τέλεσης δεν υπάγεται σε καμία εδαφική δικαιοδοσία. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 9, κάθε κράτος μέλος δύναται να μην εφαρμόσει καθόλου ή να εφαρμόσει μόνον υπό ειδικές συνθήκες και περιστάσεις τον κανόνα δικαιοδοσίας: α) υπό στοιχείο γ) στην παράγραφο 1 και β) υπό στοιχείο δ) στην παράγραφο 1. Άρθρο 9 Έκδοση και άσκηση δίωξης 1. α) Όποιο κράτος μέλος, κατ' εφαρμογήν του εθνικού δικαίου του, δεν εκδίδει προς το παρόν δικούς του υπηκόους, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε η δικαιοδοσία του να περιλαμβάνει τα αδικήματα των άρθρων 2 και 3 τα οποία διαπράττουν υπήκοοί του στο εξωτερικό. β) Κάθε κράτος μέλος, υπήκοος του οποίου φέρεται ότι έχει διαπράξει σε άλλο κράτος μέλος αδίκημα με την τέλεση πράξης των άρθρων 2 και 3, και το οποίο προς το παρόν δεν τον εκδίδει εκ μόνου του λόγου της ιθαγένειάς του, παραπέμπει την υπόθεση στις αρμόδιες αρχές του για να του ασκηθεί δίωξη, κατά περίπτωση. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση της δίωξης, διαβιβάζονται οι ανάλογες δικογραφίες, πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία περί το αδίκημα διά των διαδικασιών του άρθρου 6 παράγραφος 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης περί εκδόσεως. Το αιτούν κράτος μέλος τηρείται ενήμερο σχετικά με την κινηθείσα δίωξη και με την έκβασή της. 2. Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ο όρος "υπήκοος" κράτους μέλους ερμηνεύεται σύμφωνα με τις δηλώσεις στις οποίες προβαίνει αυτό το κράτος κατ' εφαρμογήν των στοιχείων β) και γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της ευρωπαϊκής σύμβασης περί εκδόσεως, της 13ης Δεκεμβρίου 1957. Άρθρο 10 Εφαρμογή 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαισίου πριν από τις 27 Ιανουαρίου 2005. 2. Έως τις 27 Απριλίου 2005 το αργότερο, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και στην Επιτροπή τα κείμενα των διατάξεων με τις οποίες μεταφέρουν στο εσωτερικό τους δίκαιο τις κατά την παρούσα απόφαση-πλαίσιο υποχρεώσεις τους. Έως τις 27 Ιανουαρίου 2006, το αργότερο, το Συμβούλιο θα έχει ελέγξει, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία και σχετική έγγραφη έκθεση της Επιτροπής, κατά πόσον τα κράτη μέλη έχουν λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο. Άρθρο 11 Εδαφική εφαρμογή Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο εφαρμόζεται στο Γιβραλτάρ. Άρθρο 12 Έναρξη ισχύος Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο παράγει αποτελέσματα από την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βρυξέλλες, 27 Ιανουαρίου 2003. Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Γ. Παπανδρέου (1) ΕΕ C 39 της 11.2.2000, σ. 4. (2) Γνώμες που δόθηκαν στις 7 Ιουλίου 2000 (ΕΕ C 121 της 24.4.2001, σ. 494) και στις 9 Απριλίου 2002 (δεν έχουν ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα). (3) Βλέπε επίσης το παράρτημα. (4) EE C 180 E της 26.6.2001, σ. 238. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Το Συμβούλιο σημειώνει ότι η Αυστρία προτίθεται να τηρήσει το άρθρο 2 στοιχεία στ) και ζ), σε ό,τι αφορά ήσσονα θέματα, και το άρθρο 3, προβλέποντας αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις βάσει του ποινικού διοικητικού δικαίου.