32002R0977

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 977/2002 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 2002, για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού στις εισαγωγές ορισμένων μηχανισμών με δακτυλίους (ΜΜΔ) καταγωγής Ινδονησίας και για την περάτωση της έρευνας κατά των επιδοτήσεων όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων ΜΜΔ καταγωγής Ινδίας

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 150 της 08/06/2002 σ. 0017 - 0033


Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 977/2002 του Συμβουλίου

της 4ης Ιουνίου 2002

για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού στις εισαγωγές ορισμένων μηχανισμών με δακτυλίους (ΜΜΔ) καταγωγής Ινδονησίας και για την περάτωση της έρευνας κατά των επιδοτήσεων όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων ΜΜΔ καταγωγής Ινδίας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2026/97 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας(1), και ιδίως το άρθρο 15,

την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Α. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1. Παρούσα έρευνα

(1) Στις 18 Μαΐου 2001, η Επιτροπή, με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(2) (εφεξής "ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας"), ανήγγειλε την έναρξη διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων όσον αφορά τις εισαγωγές στην Κοινότητα ορισμένων μηχανισμών με δακτυλίους (εφεξής "ΜΜΔ") καταγωγής Ινδίας και Ινδονησίας και άρχισε έρευνα.

(2) Η διαδικασία κινήθηκε κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε στις 3 Απριλίου 2001 από τους ακόλουθους κοινοτικούς παραγωγούς: Koloman Handler AG (εφεξής "Koloman"), Αυστρία, και Krause Ringbuchtechnik GmbH & Co. KG (εφεξής "Krause"), Γερμανία, (εφεξής οι "καταγγέλλοντες") που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο τμήμα, και στην προκειμένη περίπτωση το 90 % περίπου, της κοινοτικής παραγωγής ΜΜΔ. Η καταγγελία περιείχε αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη επιδοτήσεων όσον αφορά το εν λόγω προϊόν και τη σημαντική ζημία που προέκυψε από την πρακτική αυτή, τα οποία θεωρήθηκαν επαρκή για να δικαιολογήσουν την έναρξη διαδικασίας.

(3) Η έναρξη παράλληλης διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές του ιδίου προϊόντος καταγωγής των ιδίων χωρών, αναγγέλθηκε με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(3) την ίδια ημερομηνία.

(4) Πριν από την έναρξη της διαδικασίας και σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2026/97 (εφεξής "ο βασικός κανονισμός"), η Επιτροπή ενημέρωσε τις δημόσιες αρχές της Ινδίας και της Ινδονησίας σχετικά με το ότι είχε λάβει δεόντως τεκμηριωμένη καταγγελία στην οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι επιδοτούμενες εισαγωγές ΜΜΔ καταγωγής Ινδίας και Ινδονησίας προκαλούν σοβαρή ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Στις ανωτέρω δύο κυβερνήσεις απευθύνθηκε πρόσκληση διεξαγωγής διαβουλεύσεων, προκειμένου να αποσαφηνιστεί η κατάσταση όσον αφορά το περιεχόμενο της καταγγελίας και να επιτευχθεί αμοιβαία αποδεκτή λύση. Διεξήχθησαν διαβουλεύσεις με τις δύο κυβερνήσεις και την Επιτροπή στις Βρυξέλλες. Λήφθηκαν δεόντως υπόψη οι παρατηρήσεις αυτών των δύο κυβερνήσεων σχετικά με τους ισχυρισμούς που περιείχε η καταγγελία όσον αφορά τις επιδοτούμενες εισαγωγές και τη σοβαρή ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, και εν συνεχεία δεν συμπεριελήφθησαν στην έρευνα ορισμένα από τα καθεστώτα επιδοτήσεων.

(5) Η Επιτροπή ενημέρωσε επισήμως τους κοινοτικούς παραγωγούς, τους παραγωγούς εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και τους γνωστούς ως ενδιαφερόμενους χρήστες, τους αντιπροσώπους των χωρών εξαγωγής και τον καταγγέλλοντα σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας. Τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν να γίνουν δεκτά σε ακρόαση εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας.

(6) Η Επιτροπή έστειλε ερωτηματολόγιο σε όλα τα μέρη που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται, καθώς και σε όλες τις άλλες εταιρείες που αναγγέλθηκαν εντός της προθεσμίας που καθορίστηκε στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας. Απαντήσεις λήφθηκαν από τις αρχές της Ινδίας, από έναν κοινοτικό παραγωγό, ένα παραγωγό εξαγωγέα στην Ινδία, καθώς και από τον συνδεδεμένο εξαγωγέα του εκτός της Κοινότητας και από δύο εισαγωγείς στην Κοινότητα καθώς και από έναν χρήστη που είναι συνδεδεμένος με τους εισαγωγείς.

Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που έκρινε απαραίτητες για τον προσδιορισμό της πρακτικής επιδοτήσεων, της ζημίας, της αιτιώδους συνάφειας και του συμφέροντος της Κοινότητας. Πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις επαλήθευσης στην έδρα της κυβέρνησης της Ινδίας και στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εταιρειών:

α) Κοινοτικοί παραγωγοί

- Koloman Handler AG, Αυστρία.

β) Παραγωγοί εξαγωγείς στην Ινδία

- ToCheungLee Stationery Mfg Co. Pvt. Ltd, Tiruvallore.

γ) Συνδεδεμένοι εξαγωγείς εκτός της Κοινότητας στο Χονγκ Κονγκ

- ToCheungLee (BVI) Limited/World Wide Stationery Mfg. Co., Ltd (τελική μετοχική εταιρεία).

δ) Μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς

- Bensons International Systems Ltd, Ηνωμένο Βασίλειο

- Bensons International Systems BV, Κάτω Χώρες.

ε) Χρήστης

- Esselte, Ηνωμένο Βασίλειο.

(7) Η έρευνα της πρακτικής επιδοτήσεων και της ζημίας κάλυψε την περίοδο από την 1η Aπριλίου 2000 έως τις 31 Μαρτίου 2001 (εφεξής "η περίοδος έρευνας" ή "ΠΕ"). Για να εξεταστούν οι τάσεις που αφορούν την εκτίμηση της ζημίας, η Επιτροπή εξέτασε τα στοιχεία σχετικά με την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1998 μέχρι το τέλος της περιόδου έρευνας (εφεξής "εξεταζόμενη περίοδος").

2. Προσωρινά μέτρα

(8) Επειδή ήταν αναγκαίο να εξεταστούν περαιτέρω ορισμένες πτυχές της ζημίας, της αιτιώδους συνάφειας και του συμφέροντος της Κοινότητας, ειδικότερα ενόψει της τρέχουσας αναδιάρθρωσης των καταγγελλόντων, δεν επιβλήθηκαν προσωρινά αντισταθμιστικά μέτρα στους ΜΜΔ καταγωγής Ινδίας και Ινδονησίας.

3. Επακόλουθη διαδικασία

(9) Όλα τα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά με την απόφαση να μην επιβληθούν προσωρινά μέτρα. Η Επιτροπή εξακολούθησε να αναζητεί και να επαληθεύει όλες τις πληροφορίες που θεώρησε αναγκαίες για τα οριστικά συμπεράσματα. Ειδικότερα, πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω επιτόπιες έρευνες στις εγκαταστάσεις ενός χρήστη ΜΜΔ στην Κοινότητα και δύο μη συνδεδεμένων εισαγωγέων στην Κοινότητα.

(10) Όλα τα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά με τα ουσιαστικά πραγματικά περιστατικά και τις παρατηρήσεις βάσει των οποίων επρόκειτο να συσταθεί η επιβολή οριστικών αντισταθμιστικών δασμών. Στα ανωτέρω μέρη παραχωρήθηκε επίσης προθεσμία, εντός της οποίας μπορούσαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους μετά την εν λόγω κοινοποίηση. Οι προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη ελήφθησαν υπόψη και, όπου κρίθηκε σκόπιμο, τα συμπεράσματα τροποποιήθηκαν ανάλογα.

Β. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ

1. Υπό εξέταση προϊόν

(11) Το υπό εξέταση προϊόν είναι ορισμένοι μηχανισμοί με δακτυλίους για το δέσιμο φύλλων (εφεξής "το υπό εξέταση προϊόν"). Οι ΜΜΔ υπάγονται προς το παρόν στον κωδικό ΣΟ ex 8305 10 00. Οι αψιδοειδείς μηχανισμοί με μοχλίσκο, που υπάγονται στον ίδιο κωδικό ΣΟ, δεν συμπεριλαμβάνονται στο πεδίο της παρούσας έρευνας.

(12) Οι ΜΜΔ αποτελούνται από δύο ορθογώνια χαλύβδινα φύλλα ή σύρματα που φέρουν τουλάχιστον τέσσερις ημιδακτυλίους από χαλύβδινο σύρμα προσαρμοσμένους σε αυτά και συγκρατούνται μαζί με χαλύβδινο κάλυμμα. Οι μηχανισμοί μπορεί να ανοίγουν είτε με το τράβηγμα των ημιδακτυλίων είτε με μικρό χαλύβδινο μηχανισμό ώθησης στερεωμένο στον ΜΜΔ. Οι δακτύλιοι μπορούν να έχουν διαφορετική μορφή, και οι πιο δημοφιλείς είναι στρόγγυλοι, ορθογώνιοι ή σχήματος D.

(13) Οι ΜΜΔ χρησιμοποιούνται για την αρχειοθέτηση διαφορετικών τύπων εγγράφων ή εντύπων. Χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, από παραγωγούς μηχανισμών με δακτύλιους, για το λογισμικό και τα τεχνικά εγχειρίδια, για λευκώματα φωτογραφιών και γραμματοσήμων, καταλόγους και φυλλάδια.

(14) Κατά την περίοδο έρευνας πωλήθηκαν στην Κοινότητα πολλές εκατοντάδες διαφορετικά μοντέλα ΜΜΔ. Τα μοντέλα διέφεραν στο μέγεθος, στο σχήμα και στον αριθμό των δακτυλίων, στο μέγεθος του φύλλου της βάσης και στο σύστημα ανοίγματος των δακτυλίων (άνοιγμα με τράβηγμα ή άνοιγμα με μοχλό). Επειδή δεν υπήρχε σαφής διαχωριστική γραμμή στο φάσμα των ΜΜΔ και δεδομένου ότι όλοι έχουν τα ίδια βασικά φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και τα μοντέλα των ΜΜΔ μπορούν, στο εσωτερικό ορισμένων τύπων, να αλληλοϋποκατασταθούν, η Επιτροπή καθόρισε ότι όλοι οι ΜΜΔ αποτελούν ενιαίο προϊόν για το σκοπό της παρούσας διαδικασίας.

2. Ομοειδές προϊόν

(15) Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι ΜΜΔ που παράγονται και πωλούνται στην εγχώρια αγορά στην Ινδία και εκείνοι που εξάγονται στην Κοινότητα από την Ινδία είχαν τα ίδια βασικά φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και χρήσεις.

(16) Η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι δεν υπήρχαν διαφορές στα βασικά φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και χρήσεις μεταξύ των ΜΜΔ που εισάγονται στην Κοινότητα καταγωγής Ινδίας και των ΜΜΔ που παράγονται από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής και πωλούνται στην αγορά της Κοινότητας.

(17) Επειδή δεν υπήρξε συνεργασία από κανέναν ινδονήσιο παραγωγό, η Επιτροπή στήριξε τα συμπεράσματά της στα διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με το άρθρο 28 του βασικού κανονισμού. Σχετικά με αυτό και επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμες άλλες πληροφορίες για τη χώρα, η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων, σύμφωνα με τα οποία οι ΜΜΔ που παράγονται και πωλούνται στην Ινδονησία ή εξάγονται στην Κοινότητα και οι ΜΜΔ που παράγονται από τους καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς και πωλούνται στην κοινοτική αγορά είναι παρόμοιοι.

(18) Επομένως, συνήχθη το συμπέρασμα ότι οι ΜΜΔ που παράγονται και πωλούνται από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής στην αγορά της Κοινότητας, οι ΜΜΔ καταγωγής Ινδίας και Ινδονησίας που εξάγονται στην Κοινότητα και οι ΜΜΔ που παράγονται και πωλούνται στην εγχώρια αγορά στην Ινδία και Ινδονησία είναι ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού.

(19) Κατά την περίοδο έρευνας το εν λόγω προϊόν υπόκειτο σε συμβατικό δασμό 2,7 % το 2000 και το 2001. Εντούτοις, στο πλαίσιο του συστήματος ΣΓΠ, το υπό εξέταση προϊόν που εισάγετο από την Ινδία και την Ινδονησία υπόκειτο σε μείωση 100 % του συμβατικού δασμού που έπρεπε να καταβληθεί το 2000 και το 2001. Κατά συνέπεια, ο δασμός που εφαρμόστηκε ήταν 0 % το 2000 και 0 % το 2001.

Γ. ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ

1. Ινδία

α) Εισαγωγή

(20) Βάσει των πληροφοριών που περιέχει η καταγγελία και των απαντήσεων στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής, η Επιτροπή εξέτασε τα ακόλουθα καθεστώτα στο πλαίσιο των οποίων χορηγούνται, κατά τους ισχυρισμούς, εξαγωγικές επιδοτήσεις:

- ελεύθερες βιομηχανικές ζώνες εξαγωγών/μονάδες με εξαγωγικό προσανατολισμό (EPZ/EOU),

- καθεστώς πιστώσεων εισαγωγικών δασμών (DEPB),

- καθεστώς προώθησης των εξαγωγών που αφορούν κεφαλαιουχικά αγαθά (EPCG),

- καθεστώς απαλλαγής από το φόρο εισοδήματος (ITE).

(21) Τα πρώτα τρία καθεστώτα στηρίζονται στο νόμο περί εξωτερικού εμπορίου (ανάπτυξη και ρύθμιση) του 1992 (που τέθηκε σε ισχύ από τις 7 Αυγούστου 1992). Ο νόμος περί εξωτερικού εμπορίου εξουσιοδοτεί τις ινδικές δημόσιες αρχές να δημοσιεύουν δηλώσεις που αφορούν την πολιτική στον τομέα των εισαγωγών και εξαγωγών. Οι δηλώσεις αυτές συνοψίζονται στα έγγραφα με τίτλο "Πολιτική εισαγωγών και εξαγωγών" που δημοσιεύονται ανά πενταετία και αναπροσαρμόζονται στην τρέχουσα κατάσταση ετησίως. Το έγγραφο σχετικά με την περίοδο έρευνας στην παρούσα υπόθεση καλύπτει την πολιτική για τα έτη 1997 έως 2002.

(22) Το τελευταίο καθεστώς, που αφορά την απαλλαγή φόρου εισοδήματος, βασίζεται στο νόμο του 1961 περί φόρου εισοδήματος, ο οποίος τροποποιείται ετησίως από το νόμο περί οικονομικών.

(23) Μία εταιρεία απάντησε στο ερωτηματολόγιο που προοριζόταν για τους παραγωγούς εξαγωγείς. Μια εταιρεία εκτός της Κοινότητας που είναι συνδεδεμένη με αυτόν τον παραγωγό εξαγωγέα απάντησε επίσης στο ερωτηματολόγιο. Με βάση τα στοιχεία για τις εισαγωγές που ανέφερε η Eurostat, αυτός ο παραγωγός εξαγωγέας στην Ινδία αντιπροσώπευε το σύνολο των ινδικών εξαγωγών στην Κοινότητα.

β) Ελεύθερες βιομηχανικές ζώνες εξαγωγών (ΕΡΖ)/Μονάδες με εξαγωγικό προσανατολισμό (EOU)

i) Νομική βάση

(24) Ένα μέσο της πολιτικής εισαγωγών και εξαγωγών που συνίσταται στην παροχή συνδρομής κατά τις εξαγωγές είναι το καθεστώς των ελεύθερων βιομηχανικών ζωνών εξαγωγών/μονάδων με εξαγωγικό προσανατολισμό (εφεξής "ΕPΖ") που θεσπίστηκε το 1965. Κατά την περίοδο της έρευνας, το καθεστώς υπαγόταν στις ρυθμίσεις των ανακοινώσεων των τελωνείων αριθ. 53/97, 133/94 και 126/94. Λεπτομέρειες για τα καθεστώτα περιέχονται στο κεφάλαιο 9 των εγγράφων 1997/2002 για την "Πολιτική εισαγωγών και εξαγωγών", καθώς και στο σχετικό εγχειρίδιο διαδικασιών.

ii) Δυνατότητα επιλογής

(25) Καταρχήν, οι εταιρείες που αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εξάγουν ολόκληρη την παραγωγή εμπορευμάτων μπορεί να υπαχθούν στο καθεστώς ΕΡΖ/EOU. Μόλις χορηγηθεί το καθεστώς, οι εν λόγω εταιρείες μπορούν να προσποριστούν ορισμένα οφέλη. Στην Ινδία υπάρχουν επτά ελεύθερες βιομηχανικές ζώνες εξαγωγών (EPZ). Μονάδες εξαγωγικού προσανατολισμού (EOU) μπορεί να βρίσκονται οπουδήποτε στην Ινδία. Αυτές αποτελούν μονάδες αποθήκευσης εμπορευμάτων υπό την εποπτεία των τελωνειακών υπαλλήλων σύμφωνα με το τμήμα 65 του νόμου περί τελωνείων. Αν και οι EOU/ΕPΖ υποχρεούνται να εξάγουν ολόκληρη την παραγωγή τους, οι δημόσιες αρχές της Ινδίας επιτρέπουν σε αυτές να πωλούν τμήμα της παραγωγής τους στην εγχώρια αγορά υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Ο συνεργαζόμενος παραγωγός εξαγωγέας υπήχθη στο καθεστώς ΕΟU.

iii) Πρακτική εφαρμογή

(26) Οι εταιρείες που ζητούν μεταχείριση EOU ή είναι εγκατεστημένες σε EPZ υποχρεούνται να υποβάλλουν σχετική αίτηση στις αρμόδιες αρχές. Η αίτηση αυτή πρέπει να περιέχει λεπτομέρειες σχετικές, μεταξύ άλλων, με τις προβλεπόμενες ποσότητες παραγωγής, την προβλεπόμενη αξία των εξαγωγών, τις ανάγκες εισαγωγών και τις εγχώριες ανάγκες για την επόμενη πενταετία. Αν οι αρχές δεχθούν την αίτηση της εταιρείας, η εταιρεία ενημερώνεται για τους όρους και τις προϋποθέσεις που απορρέουν από την αποδοχή αυτή. Οι εταιρείες που βρίσκονται στις ελεύθερες βιομηχανικές ζώνες εξαγωγών και οι μονάδες με εξαγωγικό προσανατολισμό μπορούν να παράγουν οποιοδήποτε προϊόν. Η συμφωνία ισχύει για μια πενταετία και μπορεί να ανανεώνεται για άλλες περιόδους.

(27) Οι μονάδες EPZ/EOU δικαιούνται να προσπορίζονται τα παρακάτω οφέλη:

i) απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς όλων των εμπορευμάτων (συμπεριλαμβανομένων κεφαλαιουχικών αγαθών, πρώτων υλών και καταναλωτικών αγαθών) που απαιτούνται για την κατασκευή, την παραγωγή, τη μεταποίηση ή έχουν σχέση με αυτές, υπό τον όρο ότι αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται στον περιοριστικό κατάλογο εισαγωγών·

ii) απαλλαγή από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης επί των εμπορευμάτων που αγοράζονται στην εγχώρια αγορά·

iii) εξαίρεση, για δεκαετή περίοδο, από το εισόδημα επί του οποίου οφείλεται κανονικά φόρος εισοδήματος σύμφωνα με το τμήμα 10Α ή 10Β του νόμου περί φορολογίας εισοδήματος·

iv) επιστροφή του φόρου κεντρικών πωλήσεων που έχει καταβληθεί για τα εμπορεύματα που έχουν αγοραστεί στην εγχώρια αγορά·

v) 100 % ξένη ιδιοκτησία μετοχών·

vi) ευχέρεια πώλησης τμήματος της παραγωγής στην εγχώρια αγορά.

(28) Ο εισαγωγέας θα πρέπει να τηρεί με τον οριζόμενο τύπο καταχωρήσεις όλων των σχετικών εισαγωγών και της κατανάλωσης και χρησιμοποίησης όλων των εισαγόμενων υλικών, καθώς και των πραγματοποιούμενων εξαγωγών. Αυτές οι καταχωρήσεις πρέπει να υποβάλλονται ανά τακτά διαστήματα, σύμφωνα με τον οριζόμενο τρόπο, στον επίτροπο ανάπτυξης.

(29) Ο εισαγωγέας πρέπει επίσης να εξασφαλίζει ένα ελάχιστο ποσοστό κερδών σε καθαρό ξένο συνάλλαγμα επί των εξαγωγών και εξαγωγικές επιδόσεις όπως ορίζεται στην πολιτική εισαγωγών εξαγωγών. Όλες οι πράξεις των ελεύθερων βιομηχανικών ζωνών εξαγωγών και των μονάδων με εξαγωγικό προσανατολισμό πρέπει να διενεργούνται στις τελωνειακές εγκαταστάσεις αποθήκευσης εμπορευμάτων.

iv) Συμπεράσματα σχετικά με τις ελεύθερες βιομηχανικές ζώνες εξαγωγών και τις μονάδες με εξαγωγικό προσανατολισμό

(30) Στην παρούσα διαδικασία, το καθεστώς EOU χρησιμοποιήθηκε για την εισαγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών, πρώτων υλών και καταναλωτικών αγαθών, καθώς και για την προμήθεια εμπορευμάτων στην εγχώρια αγορά. Συνεπώς, η Επιτροπή εξέτασε μόνο τον αντισταθμίσιμο χαρακτήρα των εν λόγω παραχωρήσεων.

(31) Εν προκειμένω, το καθεστώς EOU/EPZ συνίσταται στη χορήγηση επιδοτήσεων, δεδομένου ότι οι διευκολύνσεις που παρέχονται δυνάμει του καθεστώτος αυτού αποτελούν χρηματοδοτική συνεισφορά των δημόσιων αρχών της Ινδίας, δεδομένου ότι αυτές παραιτούνται από την απαίτηση κανονικά οφειλόμενων εσόδων και ο δικαιούχος προσπορίζεται όφελος.

(32) Όσον αφορά την αναστολή είσπραξης των δασμών επί των κεφαλαιουχικών αγαθών, αυτή έχει τα ίδια αποτελέσματα με την απαλλαγή, δεδομένου ότι, ενόσω η εταιρεία πληροί τις εξαγωγικές υποχρεώσεις της, μπορεί, κατά τη διακριτική της ευχέρεια, να αποφασίσει ανά πάσα στιγμή αν και πότε πρέπει να αποδεσμεύσει από το τελωνείο τα σχετικά εμπορεύματα.

(33) Πρόκειται για επιδότηση που εξαρτάται διά νόμου από την επίτευξη εξαγωγικών επιδόσεων σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, δεδομένου ότι μπορεί να ληφθεί μόνον εφόσον η εταιρεία αποδεχθεί υποχρέωση εξαγωγής, και επομένως θεωρείται ότι έχει ατομικό χαρακτήρα και είναι αντισταθμίσιμη.

v) Υπολογισμός του ποσού της επιδότησης

Αναστολή του εισαγωγικού δασμού κατά την αγορά κεφαλαιουχικών αγαθών:

(34) Ο Ινδός παραγωγός εξαγωγέας χρησιμοποίησε το καθεστώς EOU για να επιτύχει την αναστολή των εισαγωγικών δασμών που όφειλε κανονικά επί των κεφαλαιουχικών αγαθών.

(35) Το όφελος που αποκόμισε η εταιρεία υπολογίστηκε με βάση το ποσό του μη καταβληθέντος δασμού κατά την εισαγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών, με την κατανομή αυτού του ποσού σε περίοδο επτά ετών, που αντανακλά την περίοδο απόσβεσης για τα κεφαλαιουχικά αγαθά που εισάγονται από την εταιρεία και που θεωρείται ότι αντανακλά την κανονική απόσβεση αυτών των στοιχείων ενεργητικού στην εν λόγω βιομηχανία. Το ποσό που υπολογίστηκε κατά τον τρόπο αυτό, το οποίο αποδίδεται στην περίοδο της έρευνας, προσαρμόστηκε με την προσθήκη του τόκου που αντιστοιχεί στην περίοδο της έρευνας κατά τρόπο ώστε να καθοριστεί η συνολική αξία του οφέλους που προσπορίστηκε ο δικαιούχος δυνάμει του καθεστώτος αυτού. Λόγω του χαρακτήρα της επιδότησης αυτής, που αντιστοιχεί σε εφάπαξ επιχορήγηση, κρίθηκε κατάλληλο το εμπορικό επιτόκιο που ίσχυε στην Ινδία κατά την περίοδο της έρευνας, δηλαδή 10 %. Το ποσό αυτό κατανεμήθηκε στη συνέχεια επί του συνόλου των εξαγωγών που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο της έρευνας.

(36) Πάνω σε αυτή τη βάση, η εταιρεία έλαβε οφέλη στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος 2,42 %.

Απαλλαγή από τους δασμούς που είναι απαιτητοί επί των αγορών πρώτων υλών και αναλώσιμων προϊόντων:

(37) Ο ινδός παραγωγός εξαγωγέας χρησιμοποίησε το καθεστώς EOU για να επιτύχει την απαλλαγή από τους δασμούς που είναι απαιτητοί κατά τις εισαγωγές πρώτων υλών και αναλώσιμων προϊόντων.

(38) Κατά την επίσκεψη επαλήθευσης, εξετάστηκαν η φύση και οι ποσότητες αυτών των εισαγόμενων υλών. Η εταιρεία μπόρεσε, για όλες τις πρώτες ύλες που εισήχθησαν κατά την περίοδο έρευνας, να αποδείξει ότι υπήρχε σαφής σχέση με τις ποσότητες των εξαγόμενων τελικών προϊόντων και καθορίστηκε ότι δεν είχαν γίνει εισαγωγές επιπλέον των εισαγόμενων ποσοτήτων εισροών που είχαν χρησιμοποιηθεί για τα εξαγόμενα προϊόντα.

(39) Αυτές οι εισαγωγές επομένως υπάγονται στην απαλλαγή του στοιχείου θ) του επεξηγηματικού καταλόγου εξαγωγικών επιδοτήσεων που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του βασικού κανονισμού, εφόσον όλα τα εμπορεύματα που εισήχθησαν αδασμολόγητα, ενσωματώθηκαν στο εξαγόμενο προϊόν και δεν σημειώθηκε επιπλέον διαγραφή εισαγωγικών δασμών.

Απαλλαγή από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης επί των εμπορευμάτων που αγοράζονται στην εγχώρια αγορά:

(40) Ο ινδός παραγωγός εξαγωγέας χρησιμοποίησε το καθεστώς EOU για να επιτύχει την απαλλαγή από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που είναι απαιτητοί για τα εμπορεύματα που αγοράζονται στην εγχώρια αγορά.

(41) Ωστόσο, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης που καταβάλλεται κατά την αγορά από μονάδα που δεν υπάγεται στο καθεστώς EOU (δηλαδή εταιρεία που λειτουργεί χωρίς ειδικό καθεστώς), πιστώνεται ως επιστροφή (στο πλαίσιο του CENVAT/MODVAT) και χρησιμοποιείται για την πληρωμή του ειδικού φόρου κατανάλωσης επί των εγχώριων πωλήσεων. Έτσι, με την απαλλαγή από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης για τις αγορές που πραγματοποιεί μονάδα η οποία υπάγεται σε καθεστώς EOU, οι δημόσιες αρχές της Ινδίας έχουν παραιτηθεί από την απαίτηση συμπληρωματικών εσόδων. Επομένως, στο πλαίσιο του καθεστώτος EOU δεν χορηγείται συμπληρωματικό όφελος.

Επιστροφή του κεντρικού φόρου επί των πωλήσεων που έχει καταβληθεί για τα εμπορεύματα που έχουν αγοραστεί στην εγχώρια αγορά:

(42) Ο ινδός παραγωγός εξαγωγέας χρησιμοποίησε το καθεστώς EOU για να επιτύχει την επιστροφή του κεντρικού φόρου επί των πωλήσεων, που έχει καταβληθεί για τα εμπορεύματα που έχουν αγοραστεί στην εγχώρια αγορά. Αυτή η επιστροφή προϋποθέτει τη χορήγηση επιδοτήσεων, εφόσον οι δημόσιες αρχές παραιτούνται από την απαίτηση κανονικά οφειλόμενων εσόδων και ο δικαιούχος προσπορίζεται όφελος.

(43) Το όφελος υπολογίστηκε με βάση το ποσό του κεντρικού φόρου επί των πωλήσεων που μπορεί να επιστραφεί για τα εμπορεύματα που έχουν αγοραστεί στην εγχώρια αγορά κατά την περίοδο της έρευνας. Ως προς αυτό, πρέπει να καθοριστεί ότι ο ινδός παραγωγός εξαγωγέας προμηθεύτηκε ουσιαστικά όλες τις τοπικές αγορές του από το κρατίδιο στο οποίο είναι εγκατεστημένος (Tamil Nadu), και ότι ο κεντρικός φόρος επί των πωλήσεων ισχύει μόνον για συναλλαγές μεταξύ των κρατιδίων. Επομένως, το ποσό του κεντρικού φόρου επί των πωλήσεων που μπορεί να επιστραφεί σε αυτή την εταιρεία καθορίστηκε σε 0,01 %.

γ) Καθεστώς απαλλαγής από το φόρο εισοδήματος (ITE)

i) Νομική βάση

(44) Το καθεστώς απαλλαγής φόρου εισοδήματος βασίζεται στο νόμο του 1961 περί φόρου εισοδήματος, που καθορίζει τη βάση για την είσπραξη των φόρων καθώς και διάφορες απαλλαγές/μειώσεις των προαναφερόμενων φόρων που μπορούν να ζητηθούν. Μεταξύ των απαλλαγών που μπορεί να ζητηθούν από τις εταιρείες, περιλαμβάνονται εκείνες που καλύπτονται από τα τμήματα 10Α, 10Β και 80HHC του νόμου, ο οποίος προβλέπει απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος για τα κέρδη που προέρχονται από τις εξαγωγές.

ii) Δυνατότητα επιλογής

(45) Η απαλλαγή δυνάμει του τμήματος 10Α μπορεί να ζητηθεί από τις εταιρείες που βρίσκονται στις ζώνες ελεύθερου εμπορίου, απαλλαγή δυνάμει του τμήματος 10Β μπορεί να ζητηθεί από τις μονάδες με εξαγωγικό προσανατολισμό και απαλλαγή δυνάμει του τμήματος 80ΗΗC μπορεί να ζητηθεί από οποιαδήποτε επιχείρηση που εξάγει εμπορεύματα.

iii) Πρακτική εφαρμογή

(46) Η αίτηση για την αφαίρεση των κερδών από τις εξαγωγές υποβάλλεται μαζί με τη συνήθη ετήσια δήλωση φόρου εισοδήματος.

iv) Συμπέρασμα για το καθεστώς ITE

(47) Στο πλαίσιο του καθεστώτος ITE, υπάρχει χρηματοδοτική συνεισφορά των δημόσιων αρχών της Ινδίας, οι οποίες παραιτούνται από την απαίτηση δημόσιων εσόδων υπό μορφή άμεσων φόρων οι οποίοι θα ήταν διαφορετικά απαιτητοί. Η χρηματοδοτική αυτή συνεισφορά αποφέρει όφελος στον δικαιούχο, δεδομένου ότι μειώνει το φόρο εισοδήματός του.

(48) Αυτό το καθεστώς απαλλαγής από το φόρο εισοδήματος είναι ειδική επιδότηση εξαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 4 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, εφόσον γίνεται μείωση από τα φορολογητέα εισοδήματα μόνο των κερδών από τις εξαγωγικές δραστηριότητες, και επομένως θεωρείται ότι έχει ατομικό χαρακτήρα και είναι αντισταθμίσιμο.

v) Υπολογισμός του ποσού της επιδότησης

(49) Ο ινδός παραγωγός εξαγωγέας που είναι μονάδα με εξαγωγικό προσανατολισμό (EOU), μπορούσε να τύχει απαλλαγής σύμφωνα με το τμήμα 10Β του νόμου περί φορολογίας εισοδήματος, και υπέβαλε αίτηση μείωσης κατά την περίοδο έρευνας. Το όφελος υπολογίστηκε με την εφαρμογή του κανονικού φορολογικού συντελεστή που θα είχε εφαρμοστεί επί των κερδών αν δεν είχε γίνει η μείωση.

(50) Πάνω σε αυτή τη βάση, η εταιρεία επωφελήθηκε από αυτό το καθεστώς και έλαβε επιδότηση 0,15 %.

δ) Άλλα καθεστώτα επιδοτήσεων

(51) Η έρευνα καθόρισε ότι ο παραγωγός εξαγωγέας δεν χρησιμοποίησε κανένα από τα καθεστώτα που αφορούσε η έρευνα. Επομένως, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν είναι αντισταθμίσιμα.

ε) Ποσό των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων

(52) Σύμφωνα με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού, το ποσό των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων, εκφραζόμενο κατ' αξίαν, για τον εξαγωγέα που αποτέλεσε αντικείμενο της έρευνας, είναι 2,5 %. Αυτός ο συντελεστής βρίσκεται κάτω από το ελάχιστο επίπεδο και, υπό αυτές τις συνθήκες, το περιθώριο της επιδότησης για την Ινδία πρέπει να θεωρηθεί αμελητέο.

2. Ινδονησία

α) Εισαγωγή

(53) Εκτός των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 4, οι υπηρεσίες της Επιτροπής αποφάσισαν να περιορίσουν την έρευνα σε δύο καθεστώτα (BKPM και EPZ Cacung). Κατά συνέπεια, εστάλη ερωτηματολόγιο στις δημόσιες αρχές της Ινδονησίας στο οποίο ζητούνται οι σχετικές πληροφορίες. Ωστόσο, οι δημόσιες αρχές της Ινδονησίας δεν απάντησαν στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής. Επομένως δεν πραγματοποιήθηκε επίσκεψη επαλήθευσης στην κυβέρνηση της Ινδονησίας. Ο μοναδικός γνωστός παραγωγός εξαγωγέας στην Ινδονησία δεν απάντησε στο ερωτηματολόγιο, παρά την παράταση της προθεσμίας για την υποβολή των απαντήσεων. Επειδή δεν υπήρξε συνεργασία, γνωστοποιήθηκε σε αυτήν την εταιρεία ότι τα οριστικά συμπεράσματα ως προς αυτήν θα συναχθούν με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, με συνεπακόλουθο, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού, να είναι λιγότερο ευνοϊκό το αποτέλεσμα γι' αυτήν την εταιρεία από ό,τι αν είχε συνεργασθεί. Βάσει του άρθρου 26 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, δεν πραγματοποιήθηκε επίσκεψη επαλήθευσης στις εγκαταστάσεις αυτού του παραγωγού εξαγωγέα.

(54) Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 28 του βασικού κανονισμού, οι επιδοτήσεις και η τιμή εξαγωγής καθορίστηκαν με βάση τα διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά. Η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να στηρίξει τα συμπεράσματά της στις πληροφορίες που υποβλήθηκαν με την καταγγελία, καθώς και στις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες από την προηγούμενη έρευνα κατά των επιδοτήσεων όσον αφορά την Ινδονησία(4). Σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 5, αυτές οι πληροφορίες επαληθεύτηκαν, όπου ήταν δυνατό, με τα στοιχεία από ανεξάρτητες πηγές.

β) Καθεστώτα BKPM

(55) Φαίνεται από την καταγγελία ότι αυτός ο παραγωγός εξαγωγέας επωφελήθηκε από τα οφέλη που παρέχει το Συμβούλιο για το συντονισμό των επενδύσεων (ΒΚΡΜ), που είναι κρατική υπηρεσία επιφορτισμένη με τον προγραμματισμό και την προώθηση των επενδύσεων.

(56) Η προηγούμενη έρευνα που αναφέρεται ανωτέρω έδειξε ότι το BKPM μπορεί να εγκρίνει τις ξένες (PMA) και τις εγχώριες (PMDN) επενδύσεις. Στις εταιρείες οι οποίες έχουν αναγνωρισθεί ως εταιρείες PMA ή PMDN, θα χορηγείται πλήρης ή μερική απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς και επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών, συγκεκριμένα, μηχανημάτων, εξοπλισμού, ανταλλακτικών και επικουρικού εξοπλισμού, καθώς και κατά την εισαγωγή πρώτων υλών με σκοπό δύο έτη πλήρους παραγωγής.

(57) Τα καθεστώτα BKPM αποτελούν επιδότηση, δεδομένου ότι η χρηματοοικονομική συνεισφορά από την κυβέρνηση της Ινδονησίας υπό μορφή μη καταβολής δασμών παρέχει άμεσο όφελος στον δικαιούχο.

(58) Τα καθεστώτα δεν χαρακτηρίζονται ως καθεστώτα επιστροφών σύμφωνα με τις διατάξεις των παραρτημάτων Ι έως ΙΙΙ του βασικού κανονισμού, δεδομένου ότι τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν χρησιμοποιούνται στη διαδικασία παραγωγής και δεν υφίσταται υποχρέωση εξαγωγής του τελικού προϊόντος που περιέχει τις πρώτες ύλες.

(59) Τα καθεστώτα BKPM δεν εξαρτώνται νομικά από τις εξαγωγικές επιδόσεις ή τη χρησιμοποίηση εγχώριων κατά προτίμηση και όχι εισαγόμενων αγαθών.

(60) Τα κριτήρια επιλεξιμότητας καθορίζονται από το BKPM και φαίνεται ότι προσαρμόζονται συχνά. Τα καθεστώτα BKPM περιορίζουν ρητά την πρόσβαση στις επιδοτήσεις για ορισμένες εταιρείες που δεν λειτουργούν σε ορισμένους τομείς. Επίσης, οι αρχές που χορηγούν τις επιδοτήσεις διαθέτουν ορισμένη διακριτική ευχέρεια κατά τη διαδικασία έγκρισης, και η δυνατότητα επιλογής δεν είναι αυτόματη.

(61) Ως εκ τούτου τα καθεστώτα BKPM δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, που ορίζει ότι η αρχή που παρέχει την επιδότηση θέτει αντικειμενικά κριτήρια ουδέτερου χαρακτήρα, που δεν ευνοούν συγκεκριμένες επιχειρήσεις σε βάρος άλλων, είναι οικονομικής φύσεως και εφαρμόζονται οριζοντίως. Ως εκ τούτου, τα προγράμματα αυτά θεωρούνται ότι έχουν ατομικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, δεδομένου ότι περιορίζουν ρητά την πρόσβαση ορισμένων επιχειρήσεων στην επιδότηση. Λόγω του γεγονότος ότι ο παραγωγός εξαγωγέας και οι δημόσιες αρχές της Ινδονησίας δεν συνεργάστηκαν, δεν ήταν δυνατό να επαληθευθεί ακριβώς μέχρι ποίου βαθμού επωφελήθηκε αυτός ο παραγωγός από το καθεστώς.

γ) Ελεγχόμενες ζώνες εντός της Ινδονησίας - Ελεύθερη βιομηχανική ζώνη εξαγωγών Cakung (EPZ)

(62) Η διεύθυνση του παραγωγού εξαγωγέα που δεν συνεργάστηκε δείχνει ότι οι εγκαταστάσεις του βρίσκονται εντός της ελεύθερης βιομηχανικής ζώνης εξαγωγών (EPZ) του Cakung, που είναι μια περιοχή οριζόμενη ως "ελεγχόμενη ζώνη Nusantara" ("Nusantara bonded zone"). Η εταιρεία επιβεβαίωσε αυτήν την πληροφορία. Οι εταιρείες που είναι εγκατεστημένες σε τέτοια ζώνη είναι επιλέξιμες για ορισμένα οφέλη που δεν προορίζονται κανονικά για εταιρείες εγκατεστημένες εκτός των ζωνών αυτών, ιδίως απαλλαγή από τον εισαγωγικό δασμό επί των αγαθών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τελικών προϊόντων.

(63) Ο παραγωγός εξαγωγέας, επιλέγοντας να μην συνεργαστεί, δεν παρείχε αποδεικτικά στοιχεία για το ότι δεν είχε επωφεληθεί από τα οφέλη που παρέχονται σε τέτοια ζώνη. Για να μην επιβραβευθεί η άρνηση συνεργασίας και επειδή καθορίστηκε ότι ο παραγωγός εξαγωγέας είναι όντως εγκατεστημένος σε EPZ, το Συμβούλιο μπορεί να υποθέσει ότι χρησιμοποίησε αυτό το όφελος.

(64) Σύμφωνα με τα συμπεράσματα προηγούμενων ερευνών, ένα καθεστώς επιστροφής δασμών που εφαρμόζεται σε τέτοιες ζώνες αποτελεί χρηματοδοτική συνεισφορά των δημόσιων αρχών, δεδομένου ότι αυτές παραιτούνται από την απαίτηση κανονικά οφειλόμενων εσόδων και ο δικαιούχος προσπορίζεται όφελος.

(65) Αυτό το καθεστώς επιστροφής αποτελεί επιδότηση που εξαρτάται διά νόμου από την επίτευξη εξαγωγικών επιδόσεων σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, δεδομένου ότι μπορεί να ληφθεί μόνον εφόσον η εταιρεία αποδεχθεί υποχρέωση εξαγωγής, και επομένως θεωρείται ότι έχει ατομικό χαρακτήρα και είναι αντισταθμίσιμη.

(66) Λόγω του γεγονότος ότι ο παραγωγός εξαγωγέας δεν συνεργάστηκε, δεν ήταν δυνατό να επαληθευθεί αν οι εισαγωγές στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος μπορούσαν να τύχουν απαλλαγής, όπως προσδιορίζεται στα παραρτήματα του βασικού κανονισμού, εφόσον δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί το ότι τα εισαγόμενα αγαθά έχουν όντως ενσωματωθεί στο εξαγόμενο προϊόν και ότι δεν σημειώθηκε επιπλέον διαγραφή εισαγωγικών δασμών.

δ) Συμπέρασμα για τις επιδοτήσεις

(67) Με βάση τα διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με το άρθρο 28 του βασικού κανονισμού, υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις αντισταθμιστικές επιδοτήσεις που έχει στη διάθεσή του ο μη συνεργαζόμενος παραγωγός εξαγωγέας και εύλογη ένδειξη ότι αυτές οι επιδοτήσεις έχουν χρησιμοποιηθεί. Ενόψει της θέσπισης των μέτρων, θα υποτεθεί, σύμφωνα με την προηγούμενη έρευνα, ότι ένα μέρος (50 %) είναι εγχώριες επιδοτήσεις και το υπόλοιπο μέρος (50 %) αποτελεί εξαγωγικές επιδοτήσεις, εφόσον μόνον ένα από τα δύο καθεστώτα, το καθεστώς EPZ, θεωρήθηκε εξαγωγική επιδότηση.

(68) Θεωρείται ότι η άρνηση συνεργασίας οφείλεται στο ότι ο παραγωγός αυτός χρησιμοποίησε και επωφελήθηκε από τις αντισταθμίσιμες επιδοτήσεις σε επίπεδο πάνω από το ελάχιστο επιτρεπόμενο για την Ινδονησία. Συνεπώς, και για να μη επιβραβευθεί η άρνηση συνεργασίας, με βάση τις πληροφορίες που περιέχει η καταγγελία, καθώς και τις διαπιστώσεις της προηγούμενης έρευνας, το οριστικό περιθώριο των επιδοτήσεων, εκφραζόμενο ως ποσοστό της τιμής εισαγωγής cif, στα σύνορα της Κοινότητας, πριν τον εκτελωνισμό, που ισχύει για όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς της Ινδονησίας, είναι το ακόλουθο:

όλοι οι εξαγωγείς: 10,0 %.

Δ. ΖΗΜΙΑ

1. Προκαταρκτική παρατήρηση

(69) Δεδομένου ότι μόνον ένας ινδός παραγωγός εξαγωγέας συνεργάστηκε με την έρευνα και ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής περιλαμβάνει μόνον μία εταιρεία, τα συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούν αυτές τις εταιρείες καθορίστηκαν σε τιμές δείκτη ή είχαν τη μορφή φάσματος για να διατηρηθεί το απόρρητο των στοιχείων που υποβλήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 29 του βασικού κανονισμού.

2. Κοινοτική παραγωγή

(70) Διαπιστώθηκε ότι, εκτός από την παραγωγή των δύο καταγγελλόντων κοινοτικών παραγωγών, υπήρχε επίσης παραγωγή στην Ιταλία και στην Ισπανία. Παρόλο που η ιταλική εταιρεία δεν υπέβαλε πλήρη στοιχεία στην Επιτροπή, οι πληροφορίες που λήφθηκαν, επιβεβαίωσαν ότι κατά την περίοδο έρευνας αντιπροσώπευε μερίδιο περίπου 10 % της συνολικής κοινοτικής παραγωγής. Όσον αφορά την ισπανική εταιρεία, που δεν παρείχε πλήρη στοιχεία στην Επιτροπή, διαπιστώθηκε ότι το 2001 παρήγαγε ελάχιστους όγκους του υπό εξέταση προϊόντος, ενώ εισήγαγε το μεγαλύτερο τμήμα των πωλήσεών της από μια από τις εν λόγω χώρες. Επομένως, συνήχθη το συμπέρασμα ότι η εταιρεία αυτή έπρεπε να θεωρείται εισαγωγέας και όχι παραγωγός.

(71) Διαπιστώθηκε επίσης ότι μια εταιρεία που ήταν εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, παρήγαγε προηγουμένως ορισμένο τύπο ΜΜΔ. Αυτή η εταιρεία επιβεβαίωσε εγγράφως ότι σταμάτησε την παραγωγή της του υπό εξέταση προϊόντος πριν από μερικά χρόνια. Δεν υπάρχουν άλλοι γνωστοί παραγωγοί στην Κοινότητα.

(72) Με βάση τα ανωτέρω, η παραγωγή των καταγγελλόντων και του άλλου κοινοτικού παραγωγού που είναι εγκατεστημένος στην Ιταλία αποτελεί τη συνολική κοινοτική παραγωγή κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού.

3. Ορισμός του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

α) Κοινοτικός κλάδος παραγωγής

(73) Από τους δύο καταγγέλλοντες παραγωγούς, ο ένας δεν απάντησε στο ερωτηματολόγιο (Krause) και θεωρήθηκε ότι δεν συνεργάστηκε. Αυτός ο παραγωγός, παρόλο που υποστήριξε την καταγγελία, δεν θεωρήθηκε επομένως ότι αποτελούσε μέρος του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Όσον αφορά τον άλλο παραγωγό (Koloman), διαπιστώθηκε ότι κατά την περίοδο έρευνας αυτή η εταιρεία παρήγαγε επίσης και το ομοειδές προϊόν αλλά και μέρη αυτού στην Ουγγαρία. Εκτός από την παραγωγή του στην Κοινότητα, ο παραγωγός Koloman εμπορευόταν ουγγρικά προϊόντα στην Κοινότητα και επίσης χρησιμοποιούσε μέρη που παράγονταν στην Ουγγαρία για την παραγωγή του στην Κοινότητα. Επιπλέον, μέρος της παραγωγής του συνεργαζόμενου κοινοτικού παραγωγού μεταφέρθηκε στις αρχές του έτους 2000 με τη μεταφορά μηχανημάτων από την Αυστρία στην Ουγγαρία. Ωστόσο, παρά τα ανωτέρω, η βασική δραστηριότητα αυτής της εταιρείας παρέμεινε στην Κοινότητα, δηλαδή έδρα, αποθήκες, γραφείο πωλήσεων, παραγωγή μεγάλου φάσματος προϊόντος, καθώς και σημαντική τεχνική τεχνογνωσία και τεχνογνωσία στον τομέα της εμπορίας. Οι εισαγόμενες πωλήσεις συμπλήρωσαν το φάσμα του ομοειδούς προϊόντος και επομένως δεν επηρέασαν το καθεστώς του Koloman ως κοινοτικού παραγωγού. Σχετικά με την παραγωγή μερών στην Ουγγαρία και την συνεπακόλουθη ενσωμάτωσή τους στο τελικό προϊόν, η έρευνα καθόρισε ότι αυτά τα ενσωματωμένα μέρη αντιπροσώπευαν μόνον ένα μικρό τμήμα του κόστους παραγωγής του τελικού προϊόντος και έτσι της προστιθέμενης αξίας. Συνεπώς, το καθεστώς του παραγωγού ως κοινοτικού παραγωγού δεν επηρεάζεται από αυτές τις εισαγωγές.

(74) Η έρευνα επιβεβαίωσε ότι ο μοναδικός συνεργαζόμενος κοινοτικός παραγωγός αντιπροσώπευε πάνω από το 25 % της κοινοτικής παραγωγής ΜΜΔ, πληρώντας έτσι τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού. Επομένως, θεωρείται ότι αποτελεί τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1 του ίδιου κανονισμού, και αναφέρεται εφεξής ως "ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής".

β) Γεγονότα που προέκυψαν μετά την περίοδο της έρευνας

(75) Τον Νοέμβριο του 2001, δηλαδή μετά το τέλος της περιόδου έρευνας, ο συνεργαζόμενος κοινοτικός παραγωγός Koloman τέθηκε υπό καθεστώς πτώχευσης και μετά από μια διαδικασία εκκαθάρισης, αναλήφθηκε από μια αυστριακή επιχείρηση, της οποίας η μητρική εταιρεία που ήταν εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο απέκτησε επίσης την ουγγρική θυγατρική της Koloman.

(76) Η αποδέκτρια επιβεβαίωσε στην Επιτροπή ότι εξακολουθούσε να υποστηρίζει την καταγγελία.

γ) Η κοινοτική κατανάλωση

(77) Η φαινομένη κοινοτική κατανάλωση καθορίστηκε με βάση τους όγκους των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην αγορά της Κοινότητας, τις πωλήσεις των άλλων κοινοτικών παραγωγών στην κοινοτική αγορά όπως δηλώθηκαν στην καταγγελία, δεόντως προσαρμοσμένες όσον αφορά την περίοδο έρευνας, τις πληροφορίες που παρείχε ο συνεργαζόμενος παραγωγός εξαγωγέας και τα στοιχεία της Eurostat. Λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ο κωδικός ΣΟ 8305 10 00 καλύπτει επίσης προϊόντα που δεν συμπεριλαμβάνονται στο πεδίο της παρούσας διαδικασίας. Ωστόσο, όσον αφορά την Ινδονησία, δεδομένης της άρνησης συνεργασίας εκ μέρους των εξαγωγέων της Ινδονησίας, χρησιμοποιήθηκαν τα καλύτερα διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή τα στοιχεία της Eurostat. Σχετικά με αυτό και με βάση την καταγγελία ως τα καλύτερα διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά, όλες οι εισαγωγές στο πλαίσιο του προαναφερόμενο κωδικού ΣΟ θεωρήθηκαν ότι αφορούσαν το υπό εξέταση προϊόν. Ο μη συνεργαζόμενος ινδονήσιος εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι οι εξαγωγές του στην κοινοτική αγορά ήταν κατά περίπου 15 % χαμηλότερες από τους όγκους των εισαγωγών που χρησιμοποιήθηκαν. Ωστόσο, αυτός ο ισχυρισμός δεν επαληθεύτηκε και η διαφορά ήταν τέτοια ώστε μπορούσε να εξηγηθεί με την αναλογία που χρησιμοποιήθηκε για να μετατραπούν σε μονάδες τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat που εκφράζονται σε τόνους. Με βάση αυτά τα στοιχεία, η κοινοτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 5 % στο διάστημα μεταξύ 1998 και της περιόδου έρευνας. Λεπτομερέστερα, παρέμεινε σχετικά σταθερή μεταξύ του 1998 και του 1999 και εν συνεχεία αυξήθηκε σταθερά μέχρι το τέλος της περιόδου έρευνας όταν διαπιστώθηκε ότι ήταν γύρω στις 348 εκατομμύρια μονάδες.

4. Εισαγωγές από την ενδιαφερόμενη χώρα

(78) Υπενθυμίζεται ότι έχει περατωθεί η διαδικασία κατά της Ινδίας. Επομένως, εξετάζονται μόνον οι εισαγωγές από την Ινδονησία ως εισαγωγές από την εναπομένουσα εν λόγω χώρα.

α) Όγκος των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων

(79) Ακόμη και αν ο όγκος των εισαγωγών καταγωγής Ινδονησίας μειώθηκε μεταξύ του 1998 και 2000 και εν συνεχεία αυξήθηκε εκ νέου μεταξύ του 2000 και της περιόδου έρευνας, πρέπει να αναφερθεί ότι ενώ οι εισαγωγές από την εν λόγω χώρα άρχισαν το 1997, ήταν ήδη σημαντικές το 1998 και κατά την περίοδο έρευνας έφθασαν σε επίπεδο 32 εκατομμυρίων τεμαχίων.

β) Μερίδιο αγοράς των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων

(80) Το μερίδιο αγοράς των ινδονησιακών εισαγωγών ήταν, όπως διαπιστώθηκε, μεταξύ 8 και 13 % αφού μειώθηκε κατά περίπου δύο ποσοστιαίες μονάδες από το 1998.

γ) Τιμές των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων

i) Εξέλιξη των τιμών

(81) Οι μέσες σταθμισμένες τιμές εισαγωγής των εισαγωγών καταγωγής Ινδονησίας μειώθηκαν κατά - 5 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας, δηλαδή από περίπου 105 Ecu για χίλιες μονάδες σε περίπου 99 ευρώ για χίλιες μονάδες. Η μείωση αυτή ήταν ιδιαίτερα έντονη μεταξύ του 1998 και του 1999 όταν οι τιμές σημείωσαν πτώση κατά 3 % και μεταξύ του 2000 και της περιόδου έρευνας όταν μειώθηκαν κατά 2 %.

ii) Τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές

(82) Επειδή οι εξαγωγείς της Ινδονησίας δεν συνεργάστηκαν, η σύγκριση των τιμών πραγματοποιήθηκε με βάση τα στοιχεία της Eurostat, δεόντως προσαρμοσμένα, για να ληφθούν υπόψη οι τελωνειακοί δασμοί και το κόστος μετά την εισαγωγή, και έγινε σύγκριση στο ίδιο επίπεδο του εμπορίου με τις τιμές εκ του εργοστασίου των κοινοτικών παραγωγών.

(83) Πάνω σε αυτή τη βάση, επανεξετάστηκαν οι χαμηλότερες τιμές από τις κοινοτικές και τροποποιήθηκαν όταν ήταν αναγκαίο με βάση τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν κατά τις συμπληρωματικές επισκέψεις επαλήθευσης. Διαπιστώθηκε ότι οι εισαγωγές από την Ινδονησία ήταν χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά 30 με 40 %. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι υπήρξε συμπίεση των τιμών, δεδομένου ότι δεν ήταν αποδοτικός ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

5. Κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

α) Παραγωγή

(84) Η παραγωγή του κοινοτικού κλάδου ακολούθησε καθοδική τάση καθ' όλη την περίοδο, αφού μειώθηκε κατά 25 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας. Μεταξύ του 1998 και 1999 σημειώθηκε σοβαρή μείωση (- 15 %). Περαιτέρω σημαντική μείωση σημειώθηκε επίσης μεταξύ του 1999 και του 2000 και εν συνεχεία ο όγκος της παραγωγής παρέμεινε στάσιμος μέχρι το τέλος της περιόδου έρευνας.

β) Ικανότητα και χρησιμοποίηση της ικανότητας

(85) Η ικανότητα παραγωγής ακολούθησε την ίδια τάση με την παραγωγή και μειώθηκε κατά 26 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας.

(86) Πάνω σε αυτήν τη βάση, ο συντελεστής χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητα παρέμεινε σταθερός καθ' όλη την εξεταζόμενη περίοδο.

γ) Αποθέματα

(87) Τα αποθέματα τέλους του έτους του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκαν κατά 12 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας.

δ) Πωλήσεις στην Κοινότητα

(88) Παρά την αύξηση της κοινοτικής κατανάλωσης, ο όγκος των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε σημαντικά μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας, κατά 25 %. Σημειώθηκε κάποια μείωση μεταξύ του 1998 και του 1999 (- 10 %) και άλλη ακόμη μεγαλύτερη μεταξύ του 1999 και του 2000 (- 15 ).

ε) Μερίδιο αγοράς

(89) Tο μερίδιο αγοράς του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε κατά πάνω από τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας, ακολουθώντας έτσι την ίδια τάση με τον όγκο των πωλήσεων.

στ) Τιμές

(90) Η μέση καθαρή τιμή πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε κατά 4 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας. Αυτή η μείωση ήταν ιδιαίτερα αισθητή μεταξύ του 1998 και 1999 (- 6 %), δηλαδή όταν οι τιμές εισαγωγής των εν λόγω χωρών μειώθηκαν σημαντικά, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 81.

ζ) Αποδοτικότητα

(91) Η μέση σταθμισμένη αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής επιδεινώθηκε κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας και από το 2000 έγινε ζημία. Ως επακόλουθο αυτής της δυσμενούς εξέλιξης και όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 75, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αναγκάστηκε να τεθεί υπό καθεστώς πτώχευσης.

η) Ταμειακές ροές και ικανότητα άντλησης κεφαλαίων

(92) Η εξέλιξη των ταμειακών ροών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής σε σχέση με τις πωλήσεις του ΜΜΔ είναι παρόμοια με την εξέλιξη της αποδοτικότητας, δηλαδή σημειώθηκε σοβαρή μείωση μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας.

(93) Η έρευνα καθόρισε ότι η ικανότητα άντλησης κεφαλαίων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής έγινε δυσκολότερη αυτή την εποχή λόγω της οικονομικής του κατάστασης, και ειδικότερα της επιδείνωσης της αποδοτικότητάς του.

θ) Απασχόληση, μισθοί και παραγωγικότητα

(94) Η απασχόληση του κοινοτικού κλάδου σε σχέση με την παραγωγή ΜΜΔ μειώθηκε κατά 30 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας. Το συνολικό ύψος των μισθών ακολούθησε παρόμοια τάση, και μειώθηκε κατά 27 % κατά την ίδια περίοδο, με αποτέλεσμα να σημειωθεί αύξηση των μέσων μισθών κατά 5 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας. Η παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού της κοινοτικής βιομηχανίας, υπολογιζόμενη ως όγκος παραγωγής ανά απασχολούμενο άτομο, αυξήθηκε κατά 8 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας.

ι) Επενδύσεις και αποδοτικότητα των επενδύσεων

(95) Το επίπεδο των επενδύσεων μειώθηκε κατά 39 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας. Η μείωση ήταν ιδιαίτερα αισθητή μεταξύ του 1999 και του 2000. Από την έρευνα προέκυψε ότι το μεγαλύτερο τμήμα αυτών των κεφαλαιουχικών δαπανών διατέθηκε στην αντικατάσταση ή διατήρηση υφιστάμενων εγκαταστάσεων.

(96) Η αποδοτικότητα των επενδύσεων, εκφραζόμενη ως η σχέση μεταξύ των καθαρών κερδών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και της καθαρής υπολειμματικής αξίας των επενδύσεών του, ακολούθησε την τάση των κερδών του και έγινε αρνητική το 2000.

ια) Ανάπτυξη

(97) Ενώ η κοινοτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 5 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας, ο όγκος των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε κατά περίπου 25 % και ο όγκος των εν λόγω εισαγωγών παρέμεινε σημαντικός. Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν ήταν επομένως σε θέση να επωφεληθεί από την μικρή αύξηση της ζήτησης στην αγορά της Κοινότητας.

6. Μεταφορά μέρους της παραγωγής

(98) Για να διαπιστωθεί αν η επιδείνωση της κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής δεν οφειλόταν στην αλλαγή του τρόπου παραγωγής στην Κοινότητα, εξετάστηκε επίσης αν η μεταφορά μέρους της παραγωγής που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 73 (με τη μεταφορά μηχανημάτων από την Αυστρία στην Ουγγαρία), που έλαβε χώρα στις αρχές του έτους 2000, είχε κάποια συνέπεια στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Διαπιστώθηκε ότι, ενώ επιδεινώθηκαν ορισμένοι δείκτες της ζημίας λόγω αυτής της μεταφοράς (π.χ. παραγωγή, παραγωγική ικανότητα και όγκος πωλήσεων), βελτιώθηκε η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας και οι μέσες τιμές πωλήσεων, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι ζημίες. Για παράδειγμα, υπολογίστηκε ότι περίπου το 60 % της μείωσης της παραγωγής και περίπου το 80 % της μείωσης του όγκου των πωλήσεων συνδέονται με τη μεταφορά της παραγωγής, ενώ αν δεν είχε γίνει αυτή η μεταφορά παραγωγής, η μείωση των τιμών θα ήταν κατά τρεις φορές υψηλότερη και η αποδοτικότητα θα είχε χάσει επτά επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες. Με βάση τα ανωτέρω, συνήχθη το συμπέρασμα ότι η επιδείνωση της κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής δεν οφειλόταν σε αλλαγή του τρόπου της παραγωγής στην Κοινότητα.

(99) Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η βασική δραστηριότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής δεν βρίσκεται πλέον στην Κοινότητα εφόσον η μεταφορά στην Ουγγαρία προκάλεσε, κατά τους ισχυρισμούς, μείωση 60 % της παραγωγής του στην Κοινότητα και μείωση 80 % των πωλήσεων του προϊόντος που παράγεται στην Κοινότητα.

(100) Όπως ήδη αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 98, η μεταφορά της παραγωγής δεν προκάλεσε τέτοια μείωση της παραγωγής του κοινοτικού κλάδου αλλά μόνον μείωση 15 % της κοινοτικής του παραγωγής και 20 % των πωλήσεων του προϊόντος που παράγεται στην Κοινότητα. Επομένως, επιβεβαιώνεται το συμπέρασμα που συνάγεται στην αιτιολογική σκέψη 73 όσον αφορά την κεντρική δραστηριότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

7. Συμπέρασμα για τη ζημία

(101) Διαπιστώθηκε η επιδείνωση της κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής (αφού λήφθηκε υπόψη η μεταφορά της παραγωγής του όπως περιγράφεται ανωτέρω στην αιτιολογική σκέψη 98 όσον αφορά την υπό εξέταση περίοδο.

(102) Ενώ τα μέτρα αντιντάμπινγκ που είχαν επιβληθεί στους ΜΜΔ καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (εφεξής "ΛΔΚ") και Μαλαισίας οδήγησαν σε σημαντική μείωση των εισαγωγών καταγωγής αυτών των χωρών μετά το 1998, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν μπόρεσε να επωφεληθεί πλήρως από αυτή την εξέλιξη. Από το έτος 1998, οι κυριότεροι δείκτες της ζημίας, δηλαδή η παραγωγή, οι όγκοι των πωλήσεων, οι τιμές, το μερίδιο της αγοράς, η αποδοτικότητα, η απόδοση των επενδύσεων, οι ταμειακές ροές και η απασχόληση είχαν αρνητική εξέλιξη. Ειδικότερα, η μείωση των τιμών πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής είχε αρνητικό αντίκτυπο στην αποδοτικότητά του.

(103) Επιπλέον, ενώ οι πωλήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκαν μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας, οι εισαγωγές καταγωγής Ινδονησίας ήταν σημαντικές. Η έρευνα έδειξε ότι κατά την περίοδο έρευνας οι εισαγωγές από την Ινδονησία είχαν πραγματοποιηθεί σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά 30 με 40 %. Επιπλέον, διαπιστώθηκε συμπίεση των τιμών.

(104) Διαπιστώθηκε έτσι ότι η κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε συνάγεται ότι αυτή η βιομηχανία έχει υποστεί σοβαρή ζημία.

(105) Υπενθυμίζεται ότι, μετά την περίοδο έρευνας, η κακή οικονομική του κατάσταση οδήγησε τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής να τεθεί υπό καθεστώς πτώχευσης.

Ε. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ

1. Εισαγωγή

(106) Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφοι 6 και 7 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε αν οι εισαγωγές καταγωγής Ινδονησίας, λόγω του όγκου και των επιπτώσεών τους στις τιμές των ΜΜΔ στην αγορά της Κοινότητας, προκάλεσαν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής ζημία σε βαθμό που να μπορεί να θεωρηθεί σημαντική. Άλλοι γνωστοί παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων, οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν προξενήσει κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, εξετάστηκαν ομοίως, ούτως ώστε η προκαλούμενη από τους εν λόγω λοιπούς παράγοντες ζημία να μην αποδοθεί στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων από την Ινδονησία.

2. Eπίπτωση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων

(107) Ο όγκος των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων μειώθηκε κατά 14 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας και το αντίστοιχο μερίδιό τους στην αγορά της Κοινότητας κατά πάνω από δύο ποσοστιαίες μονάδες κατά την ίδια περίοδο. Ωστόσο, παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα και κατείχαν πάντα μερίδιο αγοράς που κυμαινόταν μεταξύ 8 % και 13 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας. Αυτές οι εισαγωγές ήταν επίσης σε τιμές σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Το μερίδιο αγοράς του κοινοτικού κλάδου μειώθηκε κατά πάνω από τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες. Ταυτόχρονα, οι μέσες τιμές της Κοινότητας μειώθηκαν κατά 4 %. Η μείωση των τιμών ήταν ακόμη μεγαλύτερη όπως υπογραμμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 98.

(108) Κατά την ίδια περίοδο, μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας, η κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής επιδεινώθηκε όπως φαίνεται από τη μείωση του όγκου των πωλήσεων και του μεριδίου της αγοράς, τη μείωση των τιμών και τη σοβαρή επιδείνωση της αποδοτικότητάς του που έγινε ζημία. Έτσι, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν μπόρεσε να επωφεληθεί αρκετά από την επιβολή των προαναφερόμενων μέτρων κατά της ΛΔΚ και της Μαλαισίας.

(109) Ένας εξαγωγέας της Ινδονησίας προέβαλε το επιχείρημα ότι οι ινδονησιακές εξαγωγές δεν έχουν προκαλέσει ζημία εφόσον μειώθηκαν μεταξύ του 1999 και του 2000 και κατείχαν ελάχιστο μερίδιο αγοράς. Η ίδια εταιρεία ισχυρίστηκε ότι οι εισαγωγές από την Ινδονησία δεν μπορούσαν να έχουν πραγματικές επιπτώσεις στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής εφόσον η κοινοτική παραγωγή ήταν πέντε με έξι φορές υψηλότερη από τον όγκο των εισαγωγών από την Ινδονησία.

(110) Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι παρόλο που οι εισαγωγές από την Ινδονησία μειώθηκαν μεταξύ του 1998 και του 2000, αυξήθηκαν λίγο μεταξύ του 2000 και της περιόδου έρευνας χωρίς να φθάσουν στα επίπεδα του 1998. Επιπλέον, όπως ήδη εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 80, μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας, οι εισαγωγές από την Ινδονησία κατείχαν μερίδιο αγοράς μεταξύ 8 και 13 %, που είναι υψηλό και σαφώς πάνω από το ελάχιστο. Τέλος, υπενθυμίζεται επίσης ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής ορίζεται με σαφήνεια στην αιτιολογική σκέψη 74 και ότι το επίπεδο της παραγωγής του βρίσκεται κάτω από τους ισχυρισμούς της ινδονησιακής εταιρείας.

(111) Μπορεί επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων καταγωγής Ινδονησίας εξουδετέρωσαν τις επιπτώσεις των μέτρων αντιντάμπινγκ που είχαν θεσπιστεί το 1997 κατά της ΛΔΚ και της Μαλαισίας, και τροποποιήθηκαν το 2000 όσον αφορά τη ΛΔΚ, και ότι αποτέλεσαν την ουσιαστική αιτία των αρνητικών εξελίξεων όπως περιγράφονται στις προηγούμενες παραγράφους.

3. Επιπτώσεις άλλων παραγόντων

α) Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες

(112) Εξετάστηκε αν άλλοι παράγοντες, εκτός των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων από την Ινδονησία, μπορούν να έχουν οδηγήσει ή συμβάλει στη ζημία που έχει υποστεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, και ειδικότερα αν οι εισαγωγές από χώρες εκτός της Ινδονησίας μπορούν να έχουν προκαλέσει αυτή την κατάσταση.

(113) Ο όγκος των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες αυξήθηκε κατά 17 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας ενώ το μερίδιο της αγοράς τους αυξήθηκε κατά πάνω από πέντε ποσοστιαίες μονάδες κατά την ίδια περίοδο. Αυτή η αύξηση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των εισαγωγών καταγωγής Ινδίας, Ουγγαρίας και Ταϊλάνδης, ενώ εν τω μεταξύ οι εισαγωγές καταγωγής ΛΔΚ και Μαλαισίας μειώθηκαν σημαντικά λόγω των μέτρων αντιντάμπινγκ που είχαν επιβληθεί το 1997.

(114) Η μέση τιμή μονάδας των εισαγωγών από τρίτες χώρες μειώθηκε κατά 16 % μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας. Οι τιμές από σχεδόν όλες τις τρίτες χώρες μειώθηκαν κατά την ίδια περίοδο, εκτός από τις τιμές των εισαγωγών από τη ΛΔΚ οι οποίες, λόγω των επιπτώσεων των μέτρων αντιντάμπινγκ, αυξήθηκαν σημαντικά αν και έφθασαν στα ίδια επίπεδα με τις τιμές της Ουγγαρίας μόνον κατά την περίοδο έρευνας.

i) Ινδία

(115) Εξετάστηκε καταρχήν αν οι εισαγωγές καταγωγής Ινδίας μπορούν να έχουν συμβάλει στη ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. Ωστόσο, παρόλο που οι εισαγωγές από την Ινδία αυξήθηκαν σημαντικά μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας, διαπιστώθηκε ότι οι εισαγωγές από την Ινδονησία πραγματοποιούντο σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές αυτών των εισαγωγών, εφόσον οι τιμές της Ινδονησίας ήταν κατά 2 με 30 % χαμηλότερες από τις τιμές των ινδικών εισαγωγών μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας. Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι όταν οι ινδικές εισαγωγές άρχισαν το 1998, οι τιμές των ινδικών εισαγωγών ήταν κατά πάνω από 40 % υψηλότερες από τις τιμές των ινδονησιακών εισαγωγών για συγκρίσιμους όγκους ΜΜΔ. Από τότε, οι τιμές των ινδικών εισαγωγών μειώθηκαν σταθερά αλλά ήταν πάντα υψηλότερες από τις ινδονησιακές τιμές και διαπιστώθηκε ότι ήταν ακόμη κατά 5 % υψηλότερες από τις ινδονησιακές τιμές κατά την περίοδο έρευνας. Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι, παρόλο που οι ινδικές εισαγωγές είχαν αρνητικές επιπτώσεις στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, οι αρνητικές συνέπειες των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων από την Ινδονησία, εξεταζόμενες χωριστά, ήταν σημαντικές. Όντως, η Ινδονησία έπαιζε σημαντικό ρόλο στην Κοινότητα. Ο όγκος των εξαγωγών της στην Κοινότητα ήταν χαμηλότερος από τον όγκο των ινδικών εξαγωγών αλλά ήταν ακόμη υψηλός. Οι ινδονησιακές εξαγωγές πραγματοποιήθηκαν σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής ακόμη περισσότερο από ό,τι οι τιμές των ινδικών εξαγωγών. Σημειώνεται επίσης ότι η προαναφερόμενη ανάλυση εμποδίστηκε σοβαρά από το γεγονός ότι η Ινδονησία δεν συνεργάστηκε και, επομένως, δεν υπήρχαν διαθέσιμες πληροφορίες σε ό,τι αφορά τους τύπους του προϊόντος και τα τμήματα της αγοράς που αντιπροσώπευαν οι εξαγωγές από την Ινδονησία.

ii) Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

(116) Εξετάστηκε επίσης το αν η απορρόφηση των μέτρων αντιντάμπινγκ που είχαν επιβληθεί το 1997 στις εισαγωγές από τη ΛΔΚ, μπορεί να έχει οδηγήσει ή συμβάλει στη ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. Σχετικά με αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι, παρόλο που η απορρόφηση του δασμού στις εισαγωγές από τη ΛΔΚ μπορεί να εξουδετέρωσε τις επιπτώσεις των μέτρων που είχαν επιβληθεί το 1997 όσον αφορά τις τιμές πωλήσεων, αυτά τα μέτρα οδήγησαν ωστόσο σε σημαντική μείωση των όγκων που εισήχθησαν από τη ΛΔΚ από το 1998. Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι ενώ οι εισαγωγές από την Ινδονησία άρχισαν μόνον το 1997, είχαν ήδη φθάσει περίπου στα ίδια επίπεδα με τις εισαγωγές από τη ΛΔΚ το 1998. Από τότε, οι εισαγωγές από την ΛΔΚ μειώθηκαν σοβαρά ενώ οι ινδονησιακές εισαγωγές μειώθηκαν σε πολύ λιγότερο βαθμό μέχρι την περίοδο έρευνας όταν αυτές οι τελευταίες εισαγωγές ήταν ακόμη τρεις φορές υψηλότερες από τις εισαγωγές από την Κίνα. Επομένως, δεδομένου ότι οι όγκοι των εισαγωγών από τη ΛΔΚ ήταν χαμηλότεροι από τους όγκους των εισαγωγών από την Ινδονησία κατά την περίοδο έρευνας, συνήχθη το συμπέρασμα ότι αυτές οι εισαγωγές δεν είχαν τόσο σοβαρές επιπτώσεις στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής σε σύγκριση με τις επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο επιδοτήσεων από την Ινδονησία.

iii) Ουγγαρία

(117) Για να καθοριστεί αν οι εισαγωγές από την Ουγγαρία, χωριστά, προκάλεσαν τη ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, εξετάστηκε το επίπεδο των εισαγωγών και των τιμών στην αγορά της Κοινότητας.

(118) Η ανάλυση όσον αφορά τις εισαγωγές της Ουγγαρίας μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας, στηρίχτηκε στα στοιχεία που έδωσε στην απάντησή του στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής ο κοινοτικός παραγωγός, οι εγκαταστάσεις του οποίου στην Ουγγαρία αποτελούν τον μοναδικό ούγγρο παραγωγό.

(119) Κατά την υπό εξέταση περίοδο, οι εισαγωγές ΜΜΔ καταγωγής Ουγγαρίας αυξήθηκαν σε όγκο. Όσον αφορά τις τιμές πωλήσεων που επέβαλε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στην αγορά της Κοινότητας για τα προϊόντα του που εισάγονταν από την Ουγγαρία, ενώ αυτές οι τιμές μειώθηκαν κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ήταν οι υψηλότερες μεταξύ των τιμών εισαγωγής από άλλες τρίτες χώρες και ήταν υψηλότερες από τις τιμές των εισαγωγών από την Ινδονησία.

(120) Η ουγγρική παραγωγή ΜΜΔ του κοινοτικού κλάδου παραγωγής εξετάστηκε και συγκρίθηκε με την αυστριακή παραγωγή. Διαπιστώθηκε ότι υπήρχε μικρή αλληλοεπικάλυψη μεταξύ των μοντέλων που παράγονται στην Αυστρία και στην Ουγγαρία.

(121) Επειδή είναι μικρό το ποσοστό των μοντέλων που κατασκευάζονται στην Αυστρία και στην Ουγγαρία, συνήχθη το συμπέρασμα ότι τα ουγγρικά προϊόντα συμπλήρωναν το φάσμα προϊόντων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής που του επέτρεπε να προσφέρει μεγαλύτερη επιλογή μοντέλων σε πελάτες και ότι δεν επηρέαζαν αρνητικά την κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(122) Με βάση τα ανωτέρω, συνήχθη το συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές από την Ουγγαρία δεν συνέβαλαν αισθητά στην επιδείνωση της κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

iv) Ταϊλάνδη

(123) Με βάση τα ανωτέρω, όπως ήδη αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2100/2000(5) "ορισμένα από τα εμπορεύματα κινεζικής καταγωγής διασαφίσθηκαν στις εθνικές τελωνειακές αρχές ως ταϋλανδικής καταγωγής και καταυτόν τον τρόπο απεφεύχθη η καταβολή δασμών αντιντάμπινγκ που οφείλονταν κανονικά" και θεωρήθηκε επίσης σκόπιμο να υπολογιστούν οι συνέπειες των εισαγωγών που απεστάλησαν από την Ταϊλάνδη.

(124) Ως προς αυτό, οι εισαγωγές από την Ταϊλάνδη αυξήθηκαν σημαντικά κατά την υπό εξέταση περίοδο εφόσον το 1998 άρχισαν με περίπου ένα εκατομμύριο μονάδες και αυξήθηκαν σε πάνω από 23 εκατομμύρια μονάδες κατά την περίοδο έρευνας. Επιπλέον, καθορίστηκε με βάση τα στοιχεία της Eurostat, ότι οι τιμές πώλησης των εισαγωγών από την Ταϊλάνδη ήταν γενικά χαμηλότερες από τις τιμές των εισαγωγών από την Ινδονησία.

(125) Ωστόσο, παρόλο που διαπιστώθηκε ότι οι τιμές της Ταϊλάνδης ήταν κατά 20 % χαμηλότερες από τις τιμές των ινδονησιακών εισαγωγών, υπενθυμίζεται ότι αυτοί οι τελευταίοι όγκοι ήταν υψηλότεροι κατά το ένα τρίτο από τον όγκο των εισαγωγών από την Ταϊλάνδη. Επομένως, δεδομένου ότι οι όγκοι των εισαγωγών από την Ταϊλάνδη ήταν χαμηλότεροι από τους εισαγόμενους όγκους από την Ινδονησία, συνήχθη το συμπέρασμα ότι αυτές οι εισαγωγές είχαν μόνον ελάχιστες επιπτώσεις στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής σε σύγκριση με τις επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο επιδοτήσεων από την Ινδονησία.

(126) Η ανάλυση όσον αφορά την Ταϊλάνδη αμφισβητήθηκε από έναν ινδονήσιο εξαγωγέα, ο οποίος δεν συνεργάστηκε. Σχετικά με αυτό, ισχυρίστηκε ότι το επίπεδο των εισαγωγών από την Ινδονησία είναι συγκρίσιμα χαμηλότερο και ότι οι τιμές είναι υψηλότερες συγκρινόμενες με τις εισαγωγές από την Ταϊλάνδη. Υπενθυμίζεται ωστόσο ότι, παρόλο που οι τιμές της Ταϊλάνδης ήταν χαμηλότερες από τις τιμές των ινδονησιακών εισαγωγών, οι εισαγόμενοι όγκοι από την Ινδονησία ήταν υψηλότεροι κατά 30 % από τις εισαγωγές από την Ταϊλάνδη. Επομένως, επιβεβαιώνεται το συμπέρασμα που συνάγεται στην αιτιολογική σκέψη 125.

β) Άλλοι παράγοντες

(127) Εξετάστηκε επίσης αν άλλοι παράγοντες εκτός από τους προαναφερόμενους μπορούν να έχουν συμβάλει στη ζημία που έχει υποστεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

(128) Οι συνεργασθέντες εισαγωγείς ΜΜΔ ισχυρίστηκαν ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες στον τομέα των ΜΜΔ είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες ως προς τις τιμές και επομένως οι παραγωγοί πρέπει να πωλούν μεγάλες ποσότητες για να είναι ανταγωνιστικοί. Προβλήθηκε επίσης το επιχείρημα από τα ίδια μέρη ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στηρίζεται μόνον στην κοινοτική αγορά, και όχι στη διεθνή αγορά, πράγμα που θα του επέτρεπε να είναι πιο αποτελεσματικός σε σχέση με το κόστος. Για το θέμα αυτό, υπενθυμίζεται ότι η αναλογία των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής εντός και εκτός της Κοινότητας δεν μεταβλήθηκε σημαντικά μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής είχε στραφεί προς την αγορά της Κοινότητας, οι εξαγωγές του επέτρεψαν σε αυτόν τον κλάδο να είναι αποδοτικός το 1998 σε μια εποχή όταν οι εισαγωγές από την Ινδονησία ήταν σημαντικές.

(129) Ένας χρήστης ισχυρίστηκε ότι η ζημία είχε προκληθεί από τον ισχυρό ανταγωνισμό στον τομέα των προμηθειών γραφείου. Αυτός ο ανταγωνισμός οδήγησε, κατά τους ισχυρισμούς, τους χρήστες/διανομείς του υπό εξέταση προϊόντος να ασκήσουν πίεση στις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής με αποτέλεσμα να μειωθούν οι τιμές. Ως προς αυτό, υπογραμμίζεται ότι οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων, συνέβαλαν στην σημαντική αύξηση της συμπίεσης των τιμών που ασκήθηκε από τους χρήστες στην Κοινότητα, με συνέπεια να προκληθεί ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

(130) Επιπλέον, εξετάστηκε αν η συμπίεση των τιμών μπορούσε να αποδοθεί στην κανονική ροή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στον τομέα των ΜΜΔ, εφόσον οι τιμές από σχεδόν όλες τις πηγές προμήθειας μειώθηκαν μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας.

(131) Σχετικά με αυτό, υπενθυμίζεται ότι η γενική μείωση των τιμών πρέπει να εξεταστεί παράλληλα με τη συνέχιση των αθέμιτων πρακτικών, πρώτα από τη ΛΔΚ και τη Μαλαισία, δεύτερον από την Ινδονησία, που έχουν επηρεάσει την αγορά της Κοινότητας.

(132) Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 128, η αγορά ΜΜΔ είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη ως προς τις τιμές. Επομένως, δεδομένου ότι οι τιμές των ινδονησιακών εισαγωγών αποτελούσαν αντικείμενο επιδοτήσεων και ήταν χαμηλότερες από τη μέση τιμή μονάδας όλων των άλλων εισαγωγών ΜΜΔ μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές από την Ινδονησία που κατείχαν μεταξύ 8 και 13 % της κοινοτικής αγοράς κατά την περίοδο έρευνας, είχαν ως συνέπεια τη συμπίεση των τιμών σε αυτή την αγορά.

(133) Τέλος, εξετάστηκε αν η συμπεριφορά ως προς τις τιμές της εταιρείας Krause, που είναι ο κοινοτικός παραγωγός ο οποίος αρνήθηκε να συνεργαστεί, μπορεί να έχει συμβάλει στη ζημία που έχει προκληθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Η συμπληρωματική εξέταση των στοιχείων σχετικά με την Krause έδειξε ότι αυτός ο κοινοτικός παραγωγός υπέστη και ο ίδιος επιδείνωση της κατάστασής του κατά την υπό εξέταση περίοδο, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις τιμές πώλησης και την αποδοτικότητά του. Επομένως, φαίνεται ότι δεν έχει συμβάλει στη ζημία που προκλήθηκε στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής και ότι επηρεάστηκε αρνητικά από τις εξαγωγές από την Ινδονησία, εφόσον αναγκάστηκε να μειώσει τις τιμές του όπως ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

(134) Για όλους τους λόγους που περιγράφονται ανωτέρω, συνήχθη το συμπέρασμα ότι η συμπίεση των τιμών στην κοινοτική αγορά δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει την κανονική εξέλιξη του εμπορίου, αλλά αντίθετα ως η συνέπεια των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών της Ινδονησίας.

(135) Οι αρχές της Ινδονησίας ισχυρίστηκαν ότι οι ινδονησιακές εξαγωγές περιορίζονταν στο να προμηθεύουν έναν ιταλό παραγωγό μηχανισμών με δακτυλίους για να συμπληρώσει το φάσμα των προϊόντων του. Αυτό επιβεβαιώθηκε επίσης από την Eurostat.

(136) Ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι αυτός ο ισχυρισμός ήταν αντίθετος με τη δήλωση που είχε κάνει ο μη συνεργαζόμενος ινδονήσιος εξαγωγέας ο οποίος ανέφερε ότι η μοναδική αγορά όπου ο ινδονήσιος παραγωγός κατείχε σημαντικό μερίδιο αγοράς ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό επιβεβαιώθηκε επίσης από την Eurostat.

(137) Αυτός ο τελευταίος παραγωγός ισχυρίστηκε ότι αυτές οι ινδονησιακές εξαγωγές δεν μπορούν να έχουν προκαλέσει ζημία εφόσον η κυριότερη αγορά του ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο όπου ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν έχει σημαντικές δραστηριότητες. Ωστόσο, εκτός από το γεγονός ότι αυτή η υπόθεση είναι αντίθετη από τον ισχυρισμό που προέβαλαν οι αρχές της Ινδονησίας, υπενθυμίζεται επίσης ότι η ανάλυση της ζημίας πραγματοποιείται σε κοινοτική βάση και όχι σε περιφερειακή βάση.

4. Συμπέρασμα για την αιτιώδη συνάφεια

(138) Με βάση τα ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η σοβαρή ζημία που έχει υποστεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής και που χαρακτηρίζεται από αρνητική εξέλιξη της παραγωγής, του όγκου των πωλήσεων, των τιμών, του μεριδίου της αγοράς, της αποδοτικότητας, της απόδοσης των επενδύσεων, των χρηματικών ροών και της απασχόλησης, αφού ληφθεί υπόψη και η μεταφορά της παραγωγής στην Ουγγαρία, προκλήθηκε από τις εν λόγω εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων. Έτσι, ήταν περιορισμένες οι συνδυασμένες επιπτώσεις στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής των εισαγωγών από την Ινδία, την Ταϊλάνδη και τη ΛΔΚ, καθώς και της μερικής μεταφοράς της κοινοτικής παραγωγής.

(139) Ένας εξαγωγέας της Ινδονησίας που δεν συνεργάστηκε, ισχυρίστηκε επίσης ότι υπήρχε αντίφαση μεταξύ του συμπεράσματος που συνάγεται στην αιτιολογική σκέψη 138 και του γεγονότος ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την έναρξη διαδικασίας ενόψει της λήξης ισχύος για τη ΛΔΚ.

(140) Ως προς αυτό, πρέπει να υπενθυμισθεί ότι σκοπός μιας διαδικασίας ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων είναι να εξετάσει την κατάσταση της κοινοτικής αγοράς με το ενδεχόμενο να συνεχιστούν ή να εμφανιστούν εκ νέου το ντάμπινγκ και η ζημία αν καταργηθούν τα μέτρα. Συνεπώς, το γεγονός ότι η επιδείνωση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αποδόθηκε, κατά την περίοδο της έρευνας, στην Ινδονησία, δεν επηρεάζει την ανάλυση της μελλοντικής συμπεριφοράς στην αγορά της Κοινότητας των κινέζων εξαγωγέων και της ενδεχόμενης επίπτωσής της στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Υπενθυμίζεται επίσης ότι το μερίδιο που κατέχει η Κίνα στην αγορά ήταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα τα τελευταία δύο χρόνια της εξεταζόμενης περιόδου.

(141) Με βάση αυτή την ανάλυση που κάνει σαφή διάκριση μεταξύ των επιπτώσεων όλων των γνωστών παραγόντων στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και των ζημιογόνων συνεπειών των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι αυτοί οι άλλοι παράγοντες δεν μπορούν από μόνοι τους να ανατρέψουν το γεγονός ότι η σημαντική ζημία που διαπιστώθηκε οφείλεται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων.

ΣΤ. ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

1. Προκαταρκτική παρατήρηση

(142) Εξετάστηκε αν υπήρχαν σοβαροί λόγοι που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η θέσπιση μέτρων στην προκειμένη περίπτωση δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της Κοινότητας. Για το σκοπό αυτό, και σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκαν οι επιπτώσεις των πιθανών μέτρων σε όλα τα μέρη που αφορά η παρούσα διαδικασία και οι συνέπειες που θα έχει η λήψη ή μη λήψη μέτρων, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν.

(143) Για να εξεταστούν οι ενδεχόμενες συνέπειες της επιβολής ή της μη επιβολής μέτρων, ζητήθηκαν πληροφορίες από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Εστάλησαν ερωτηματολόγια σε δύο καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς, σε δύο άλλες εταιρείες που είναι γνωστές ως παραγωγοί στην Κοινότητα, σε εννέα μη συνδεδεμένους εισαγωγείς, σε 49 χρήστες και σε μια ένωση χρηστών. Ένας καταγγέλλων κοινοτικός παραγωγός (Koloman), δύο μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς καθώς και ένας χρήστης που ήταν συνδεδεμένος με αυτούς τους εισαγωγείς απάντησαν στο ερωτηματολόγιο. Ένας άλλος χρήστης υπέβαλε παρατηρήσεις χωρίς να απαντήσει στο ερωτηματολόγιο.

(144) Αυτές οι απαντήσεις και οι παρατηρήσεις αποτέλεσαν τη βάση για την εξέταση του συμφέροντος της Κοινότητας.

2. Συμφέρον του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

(145) Πολλοί παραγωγοί ΜΜΔ στην Κοινότητα σταμάτησαν την παραγωγή του υπό εξέταση προϊόντος εντός των τελευταίων λίγων ετών. Όσον αφορά τις άλλες εταιρείες, η έρευνα έδειξε ότι, όπως αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 71, μια εταιρεία που ήταν εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, σταμάτησε επίσης την παραγωγή της πριν μερικά χρόνια. Όσον αφορά την εταιρεία που είναι εγκατεστημένη στην Ιταλία, διαπιστώθηκε ότι δεν αντιπροσώπευε σημαντική αναλογία της παραγωγής ΜΜΔ στην Κοινότητα και ότι εισήγαγε μεγάλο μέρος των πωλήσεών της από την Ινδονησία. Σχετικά με την ισπανική εταιρεία, διαπιστώθηκε ότι πρέπει να θεωρηθεί ως εισαγωγέας και όχι ως παραγωγός εφόσον παρήγαγε ελάχιστες ποσότητες του υπό εξέταση προϊόντος, ενώ εισήγαγε πάνω από το 90 % των πωλήσεών της από την Ινδονησία. Επομένως, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι δύο καταγγέλλοντες είναι οι μοναδικοί κοινοτικοί παραγωγοί ΜΜΔ με μεγάλη παραγωγή.

(146) Υπενθυμίζεται ότι οι δύο καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί είχαν υποστεί σοβαρή ζημία στο παρελθόν από τις εισαγωγές ΜΜΔ καταγωγής ΛΔΚ και Μαλαισίας η οποία, όπως περιγράφεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 119/97(6) κατέληξε μεταξύ άλλων σε μείωση 28 % του εργατικού δυναμικού τους μεταξύ του 1992 και του Οκτωβρίου 1995. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 94, σημειώθηκε περαιτέρω μείωση 30 % του εργατικού δυναμικού του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας.

(147) Λόγω της σοβαρής ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, αν αυτός ο κλάδος δεν ανακάμψει από τις αθέμιτες πρακτικές επιδοτήσεων, είναι πιθανόν να σταματήσει εντελώς η παραγωγή στην Κοινότητα και να εξαρτώνται σημαντικά οι χρήστες από τις εισαγωγές.

β) Οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(148) Η οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής εξελίχτηκε τόσο αρνητικά κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ώστε μετά την περίοδο έρευνας ο κοινοτικός κλάδος τέθηκε υπό καθεστώς πτώχευσης, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 75. Πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υφίσταται απώλειες, οφείλεται στο γεγονός ότι δύσκολα μπορούσε να ανταγωνιστεί τις επιδοτούμενες εισαγωγές σε χαμηλές τιμές. Ωστόσο, το γεγονός ότι τη διαχείριση του συνεργαζόμενου κοινοτικού παραγωγού ανέλαβε άλλος δείχνει ότι η παραγωγή ΜΜΔ στην Κοινότητα βρίσκεται σε διαδικασία αναδιάρθρωσης και ότι καταβάλλονται σοβαρές προσπάθειες για να γίνει βιώσιμη και αποδοτική αυτή η βιομηχανία.

γ) Πιθανές επιπτώσεις της επιβολής/μη επιβολής μέτρων στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής

(149) Μετά την επιβολή των μέτρων, η αποκατάσταση θεμιτών συνθηκών αγοράς θα βοηθήσει τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής να ανακτήσει το μερίδιο της αγοράς που έχασε και, με την αύξηση της παραγωγικής του ικανότητας, να μειώσει το κόστος παραγωγής μονάδας και να αυξήσει την αποδοτικότητά του. Επιπλέον, τα μέτρα θα έχουν θετικές επιπτώσεις στο επίπεδο των τιμών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Εν κατακλείδι, προβλέπεται ότι η αύξηση του όγκου της παραγωγής και των πωλήσεων, αφενός, και η περαιτέρω μείωση του ανά μονάδα κόστους, αφετέρου, σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με μια μέτρια αύξηση των τιμών, θα επιτρέψουν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση.

(150) Αντίθετα, αν δεν επιβληθούν αντισταθμιστικά μέτρα, είναι πιθανό να αναγκαστεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής να μειώσει περαιτέρω τις τιμές ή/και να συνεχίσει να χάνει μερίδιο της αγοράς. Και στις δύο περιπτώσεις, η οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής πιθανώς θα επιδεινωθεί. Ως άλλη συνέπεια, φαίνεται ότι η κοινοτική παραγωγή θα σταματήσει οριστικά σε μικρό χρονικό διάστημα.

(151) Επιπλέον, δεδομένου ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν παράγει μόνον το υπό εξέταση προϊόν αλλά και άλλα προϊόντα που αντιστοιχούν σε περίπου το ένα τρίτο του κύκλου εργασιών του, είναι πιθανό το κλείσιμο των εγκαταστάσεων παραγωγής ΜΜΔ να επηρεάσει τη βιωσιμότητα όλου του εργοστασίου και να οδηγήσει στο κλείσιμο όλης της παραγωγής με συνέπεια να υπάρξουν περαιτέρω αρνητικές εξελίξεις στην απασχόληση και στις επενδύσεις.

δ) Πιθανή μεταφορά παραγωγής του κοινοτικού κλάδου

(152) Εξετάστηκε αν υπάρχουν μέτρα που μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι αντίθετα από το συμφέρον της Κοινότητας δεδομένης της μεταφοράς μέρους της κοινοτικής παραγωγής σε τρίτη χώρα. Εξετάστηκε επίσης το ενδεχόμενο μεταφοράς και άλλης παραγωγής.

(153) Πρώτον, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 98, υπενθυμίζεται ότι η μεταφορά παραγωγής, που έλαβε χώρα το 2000, επέτρεψε στον κοινοτικό κλάδο να περιορίσει τις ζημίες του. Ως προς αυτό, πρόκειται για μια απόφαση στρατηγικής που λήφθηκε για να αντιμετωπιστούν οι πρακτικές που αποτελούσαν αντικείμενο επιδοτήσεων. Επιπλέον, φαίνεται ότι αυτή η μεταφορά παραγωγής, βελτιώνοντας την οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, είχε ως άμεση συνέπεια να τον καταστήσει πιο ελκυστικό για νέους επενδυτές που τον ανέλαβαν πρόσφατα.

(154) Σχετικά με τον κίνδυνο να γίνει και άλλη μεταφορά παραγωγής, η Επιτροπή έλαβε ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία που έδειξαν ότι ο κοινοτικός κλάδος δεν προβλέπει τη μεταφορά της παραγωγής του. Επιπλέον, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι θα ληφθεί τέτοιο μέτρο εφόσον οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης σε συνδυασμό με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έχουν επιβληθεί, θα έχουν ως αποτέλεσμα να αποκατασταθεί η αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

3. Συμφέρον των εισαγωγέων

(155) Ορισμένοι εισαγωγείς, οι οποίοι ωστόσο δεν αγόραζαν ΜΜΔ από την Ινδονησία, δήλωσαν ότι η αλλαγή των πηγών προμήθειας μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσθετο κόστος ή να δημιουργήσει μεταβατικά προβλήματα. Ειδικότερα, οι εισαγωγείς υπογράμμισαν ότι λόγω των μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν το 1997, ήταν ήδη αναγκασμένοι να αλλάξουν την πηγή προμήθειάς τους.

(156) Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι στόχος των αντισταθμιστικών μέτρων δεν είναι να αναγκαστούν οι εισαγωγείς ή οι χρήστες να αλλάξουν την πηγή προμήθειάς τους αλλά να αποκαταστήσουν το θεμιτό ανταγωνισμό στην αγορά της Κοινότητας. Επιπλέον, αυτοί οι εισαγωγείς αναγνώρισαν επίσης ότι ορισμένες άλλες τρίτες χώρες μπορούσαν να παράγουν εύκολα ΜΜΔ και προέβλεπαν ότι δεν θα είχαν δυσκολίες να προμηθεύονται το προϊόν από χώρα που δεν υπόκειται σε αντισταθμιστικά μέτρα. Επιπλέον, μπορούσαν επίσης να εμπορεύονται τα προϊόντα των κοινοτικών παραγωγών. Επομένως, τα προβλήματα που δημιουργούνται με την αλλαγή της προμήθειας φαίνεται ότι είναι προσωρινά και δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τις θετικές επιπτώσεις που θα έχουν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, τα αντισταθμιστικά μέτρα κατά των ζημιογόνων επιδοτήσεων.

4. Συμφέρον των χρηστών και των καταναλωτών

α) Χρήστες

(157) Προβλήθηκε ο ισχυρισμός από τους συνεργαζόμενους μη συνδεδεμένους εισαγωγείς και από τον χρήστη (παραγωγός δακτυλίων) ότι η επιβολή των αντισταθμιστικών μέτρων θα έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την οικονομική κατάσταση των χρηστών. Σχετικά με αυτό, εξετάστηκαν οι ενδεχόμενες επιπτώσεις των αντισταθμιστικών μέτρων που επιβλήθηκαν στην Ινδονησία, στα κόστος παραγωγής των χρηστών.

(158) Έγινε μια εκτίμηση των ενδεχόμενων επιπτώσεων των προτεινόμενων μέτρων κατά της Ινδονησίας σε έναν χρήστη που έχει ως μοναδική πηγή προμήθειας τις εισαγωγές από την Ινδονησία (το χειρότερη σενάριο). Πάνω σε αυτή τη βάση οι επιπτώσεις των προτεινόμενων μέτρων κατά της Ινδονησίας υπολογίζονται ως μια αύξηση του κόστους παραγωγής περίπου 1,3 %. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί, πρόκειται για ένα εντελώς υποθετικό σενάριο, εφόσον κανένας χρήστης που να προμηθεύεται το εν λόγω προϊόν μόνον από την Ινδονησία δεν συνεργάστηκε.

(159) Με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις, συνήχθη το συμπέρασμα ότι θα είναι ελάχιστες οι επιπτώσεις των αντισταθμιστικών δασμών στους χρήστες. Γενικότερα, δεδομένου ότι άλλοι χρήστες δεν συνεργάστηκαν, είναι πιθανό να είναι επίσης ελάχιστες οι επιπτώσεις σε όλους τους άλλους χρήστες.

(160) Ο χρήστης που συνεργάστηκε ισχυρίστηκε ότι, όπως συνέβη τα τελευταία τρία χρόνια, όταν είχε μεταφέρει μέρος της παραγωγής του εκτός της Κοινότητας και αναγκάστηκε να κλείσει τρία εργοστάσια μετά την επιβολή των μέτρων αντιντάμπινγκ στους ΜΜΔ καταγωγής ΛΔΚ και Μαλαισίας, τα αντισταθμιστικά μέτρα στις εισαγωγές καταγωγής Ινδονησίας, αυξάνοντας τις τιμές ενός από τα στοιχεία του κόστους παραγωγής του, θα είχε ως επακόλουθο την περαιτέρω μεταφορά της παραγωγής του μηχανισμών με δακτυλίους εκτός της Κοινότητας ή/και το κλείσιμο των αντίστοιχων εργοστασίων. Αυτό θα επηρεάσει όλες του τις δραστηριότητες, δηλαδή επίσης την κατασκευή άλλων προϊόντων των οποίων οι εγκαταστάσεις παραγωγής θα μεταφερθούν επίσης με σημαντικές απώλειες θέσεων απασχόλησης στην Κοινότητα.

(161) Ως γενική παρατήρηση πρέπει να αναφερθεί ότι ο κίνδυνος μεταφοράς του κατάντη βιομηχανικού κλάδου λόγω των αντισταθμιστικών μέτρων, αντισταθμίζεται από το γεγονός ότι μέρος της αγοράς μηχανισμών με δακτυλίους απευθύνεται άμεσα στις επιχειρήσεις και είναι βασικό να είναι οι χρήστες κοντά στους πελάτες τους, να έχουν ευέλικτη παραγωγή έτοιμη να καλύπτει τη ζήτηση και να διαθέτουν καλή γνώση της αγοράς. Η έρευνα έδειξε ότι όντως τα βασικά κριτήρια που λαμβάνουν υπόψη οι πελάτες παραγωγών μηχανισμών με δακτυλίους, κατά την επιλογή τους, είναι η τιμή, η ποιότητα και η εξυπηρέτηση, καθώς και η γρήγορη παράδοση. Επιπλέον, όπως αναφέρεται ήδη στις αιτιολογικές σκέψεις 157 έως 158, οι οικονομικές επιπτώσεις των αντισταθμιστικών μέτρων στον κατάντη βιομηχανικό κλάδο είναι ελάχιστες. Τέλος, το γεγονός ότι μόνον ένας παραγωγός μηχανισμών με δακτυλίους συνεργάστηκε πλήρως με την έρευνα, επιβεβαιώνει το συμπέρασμα ότι τα αντισταθμιστικά μέτρα δεν θα έχουν αποφασιστικές συνέπειες για τους χρήστες.

(162) Επιπλέον, ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη τόνισαν ότι η μεταφορά παραγωγής πολλών χρηστών που έλαβε χώρα τα τελευταία χρόνια, οφειλόταν στο υψηλό κόστος παραγωγής στην Κοινότητα. Αυτό επιβεβαιώνει το ότι κάθε μεταφορά παραγωγής πρέπει να εξετάζεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της γενικής διάρθρωσης του κόστους στην οποία, όπως έχει ήδη εξηγηθεί, τα αντισταθμιστικά μέτρα αντιπροσωπεύουν ελάχιστο τμήμα.

(163) Όσον αφορά την ιδιαίτερη κατάσταση του χρήστη που συνεργάστηκε, η έρευνα έδειξε ότι, παρόλο που αυτός ο χρήστης μετέφερε μέρος της παραγωγής του εκτός της Κοινότητας μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας, δηλαδή μετά την επιβολή των μέτρων στη ΛΔΚ και τη Μαλαισία, αυτός ο χρήστης όντως άλλαξε την πηγή προμήθειας μετά την επιβολή των μέτρων αντιντάμπινγκ κατά της ΛΔΚ και της Μαλαισίας, αγοράζοντας ΜΜΔ από τους συνεργαζόμενους εισαγωγείς οι οποίοι, με τη σειρά τους, άρχισαν από το 1998 να εισάγουν κυρίως από την Ινδία εις βάρος της ΛΔΚ. Φαίνεται επομένως δύσκολο να καθοριστεί κάποια σχέση μεταξύ της μεταφοράς της παραγωγής μηχανισμών με δακτυλίους αυτού του χρήστη εκτός της Κοινότητας και της επιβολής των δασμών αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές από τη ΛΔΚ και τη Μαλαισία. Επιπλέον, όπως ήδη καθορίστηκε στην αιτιολογική σκέψη 159, οι αντισταθμιστικοί δασμοί είχαν ελάχιστες επιπτώσεις στο κόστος παραγωγής αυτού του χρήστη.

(164) Διαπιστώθηκε ότι η μεταφορά παραγωγής που περιγράφεται ανωτέρω, πρέπει κυρίως να θεωρηθεί ως η συνέπεια της εξωτερικής στρατηγικής αυτού του χρήστη που απόκτησε πολλές εταιρείες τα τελευταία χρόνια. Αυτή η στρατηγική ενδεχομένως οδήγησε σε παγιοποίηση και αναδιάρθρωση των διαφόρων οντοτήτων του ομίλου, μεταξύ των οποίων ορισμένες έχουν κλείσει. Η μεταφορά ορισμένων εργοστασίων εκτός της Κοινότητας πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος αυτής της στρατηγικής που αποσκοπεί στο να ενισχύσει τη θέση αυτού του χρήστη στην αγορά της Κοινότητας και να αναπτύξει την παρουσία του στην Ανατολική Ευρώπη.

(165) Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και λόγω των ελάχιστων επιπτώσεων που θα έχει το επίπεδο των δασμών στον εν λόγω χρήστη, φαίνεται ότι τα αντισταθμιστικά μέτρα κατά της Ινδονησίας δεν θα έχουν ως επακόλουθο την περαιτέρω μεταφορά της παραγωγής μηχανισμών με δακτυλίους εκτός της Κοινότητας.

(166) Όσον αφορά το κλείσιμο των εργοστασίων και τον κίνδυνο να κλείσουν και άλλες εγκαταστάσεις παραγωγής σε συνδυασμό με την επιβολή των αντισταθμιστικών μέτρων κατά της Ινδονησίας, διαπιστώθηκε ότι ο συνεργαζόμενος χρήστης έκλεισε τρία εργοστάσια τα τελευταία τρία χρόνια, όταν ίσχυαν τα μέτρα κατά της ΛΔΚ και της Μαλαισίας. Λόγω των ελάχιστων επιπτώσεων των μέτρων στο κόστος παραγωγής και στην οικονομική κατάσταση του εν λόγω χρήστη, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 164, δεν φαίνεται ότι τα μέτρα κατά της ΛΔΚ και της Μαλαισίας οδήγησαν από μόνα τους στο κλείσιμο αυτών των εργοστασίων και ότι τα αντισταθμιστικά μέτρα στις εν λόγω εισαγωγές από την Ινδονησία θα προκαλέσουν το κλείσιμο και άλλων εργοστασίων.

β) Καταναλωτές

(167) Πρέπει να αναφερθεί ότι το υπό εξέταση προϊόν δεν πωλείται σε επίπεδο λιανικής πώλησης και ότι καμία ένωση καταναλωτών δεν αναγγέλθηκε ούτε και συμμετείχε στην παρούσα έρευνα.

(168) Ο συνεργαζόμενος χρήστης ισχυρίστηκε επίσης ότι τα αντισταθμιστικά μέτρα θα αυξήσουν την τιμή που καταβάλλει ο τελικός πελάτης αυτών των μηχανισμών, δηλαδή ο καταναλωτής. Ωστόσο, λόγω της ανωτέρω εξήγησης όσον αφορά τις επιπτώσεις στους παραγωγούς μηχανισμών με δακτυλίους, κάθε αύξηση της τελικής τιμής πώλησης στους καταναλωτές δεν θα είναι σημαντική.

(169) Επιπλέον, η έρευνα έδειξε ότι ο συνεργαζόμενος χρήστης πωλεί το προϊόν του κυρίως σε διανομείς. Στο χειρότερο σενάριο, αν η αύξηση του κόστους την οποία ενδέχεται να υποστούν οι χρήστες μπορεί να μεταφερθεί εντελώς στον τελικό καταναλωτή, αυτό ενδέχεται να προξενήσει μέγιστη αύξηση της τιμής 4 % για τον τελικό καταναλωτή. Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται πιθανό να συμβεί εφόσον η γενική εμπειρία έδειξε ότι κάθε στάδιο στην αλυσίδα διανομής μπορεί να υφίσταται μέρος της αύξησης του κόστους ώστε να εξακολουθεί να είναι ανταγωνιστικό στην αγορά του.

(170) Με βάση τα ανωτέρω, οι επιπτώσεις στους χρήστες και στους καταναλωτές ΜΜΔ θεωρήθηκαν ότι δεν αποτελούν καθοριστικό λόγο κατά της επιβολής των αντισταθμιστικών μέτρων, εφόσον η πιθανή αρνητική συνέπεια δεν μπορεί να εξουδετερώσει τις θετικές συνέπειες για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής των αντισταθμιστικών μέτρων κατά των ζημιογόνων επιδοτήσεων.

γ) Επιπτώσεις στον ανταγωνισμό

(171) Εξετάστηκε επίσης αν η επιβολή αντισταθμιστικών μέτρων στις εισαγωγές από την Ινδονησία μπορεί να δημιουργήσει μια κατάσταση όπου ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα επωφελείται από την κυρίαρχη θέση του στην αγορά της Κοινότητας, ειδικότερα λόγω των μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν το 1997 στις εισαγωγές από την ΛΔΚ και τη Μαλαισία και λόγω της αναδιάρθρωσης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(172) Καταρχήν, υπενθυμίζεται ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατείχε κατά την περίοδο έρευνας μερίδιο αγοράς που κυμαινόταν μόνον μεταξύ 10 και 15 %. Οι δύο καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί από κοινού κατείχαν κατά την περίοδο έρευνας μερίδιο αγοράς μεταξύ 32 και 37 %. Ακόμη και αν συμπεριλαμβάνονταν οι εισαγωγές της Koloman στο μερίδιο αγοράς που κατείχαν από κοινού οι δύο καταγγέλλοντες, αυτό το μερίδιο αγοράς θα κυμαινόταν μεταξύ 47 και 52 % κατά την περίοδο έρευνας. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, παρόλο που η Επιτροπή κίνησε επανεξέταση των μέτρων κατά της ΛΔΚ, αυτή η επανεξέταση δεν αφορά τις εισαγωγές από την Μαλαισία. Επίσης, οι ΜΜΔ μπορούν ακόμη να εισάγονται από την Ινδία. Επομένως, δεν θεωρείται πιθανό η επιβολή αντισταθμιστικών μέτρων κατά της Ινδονησίας να έχει αρνητικές συνέπειες για τον ανταγωνισμό του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην αγορά της Κοινότητας. Τέλος, υπενθυμίζεται ότι η επιβολή των μέτρων αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές από τη ΛΔΚ και τη Μαλαισία δεν κατέληξαν ομοίως στην επικράτηση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, ακόμη και αν δεν υπήρχαν τότε άλλες πηγές προμήθειας εκτός από αυτές τις δύο χώρες.

(173) Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε ήδη στην αιτιολογική σκέψη 150, φαίνεται ότι αν δεν θεσπιστούν μέτρα για να διορθωθούν οι συνέπειες των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων, η κοινοτική παραγωγή θα σταματήσει να είναι βιώσιμη μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα και ως εκ τούτου θα διακοπεί. Βέβαια δεν θα είναι προς το συμφέρον των χρηστών να σταματήσει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής την παραγωγή του υπό εξέταση προϊόντος. Όντως, αφενός, ο μοναδικός χρήστης που συνεργάστηκε αγόρασε 20 με 50 % των ΜΜΔ από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας. Αφετέρου, αν σταματήσει οριστικά η παραγωγή ΜΜΔ του κοινοτικού κλάδου, οι χρήστες θα γίνουν εντελώς εξαρτημένοι από τις εισαγωγές.

(174) Αν επιβληθούν μέτρα, υπάρχουν ακόμη πολλές εναλλακτικές πηγές προμήθειας. Οι ΜΜΔ αγοράζονται ή μπορούν να αγορασθούν από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, τους άλλους κοινοτικούς παραγωγούς, την Ινδία και από το Χονγκ Κονγκ. Επιπλέον, οι εισαγωγές από τη Μαλαισία μπορούν να αρχίσουν εκ νέου εφόσον έληξαν πρόσφατα τα μέτρα κατά της χώρας αυτής. Επιπλέον, η έρευνα έδειξε ότι η επιβολή των μέτρων αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές από τη ΛΔΚ και τη Μαλαισία δεν θα προκαλούσαν την έλλειψη του υπό εξέταση προϊόντος. Τέλος, υπενθυμίζεται ότι οι επιπτώσεις των μέτρων στους χρήστες θα είναι ελάχιστες και ότι το υπό εξέταση προϊόν θα εξακολουθήσει επομένως να εισάγεται από την Ινδονησία.

5. Συμπέρασμα σχετικά με το συμφέρον της Κοινότητας

(175) Για τους προαναφερόμενους λόγους, θεωρείται ότι δεν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για τους οποίους δεν πρέπει να επιβληθούν αντισταθμιστικοί δασμοί.

Ζ. ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

1. Επίπεδο εξάλειψης της ζημίας

(176) Λαμβανομένων υπόψη των συμπερασμάτων για την πρακτική επιδοτήσεων, τη ζημία, την αιτιώδη συνάφεια και το συμφέρον της Κοινότητας, θεωρείται απαραίτητο να ληφθούν οριστικά αντισταθμιστικά μέτρα σε επίπεδο επαρκές ώστε να εξουδετερώνεται η ζημία που έχει προκληθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων.

(177) Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε ποιο θα ήταν το κατάλληλο επίπεδο του δασμού για να εξαλειφθεί η ζημία που έχει προκληθεί από την πρακτική επιδοτήσεων στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Για το σκοπό αυτό, θεωρήθηκε ότι πρέπει να υπολογιστεί ένα επίπεδο τιμών με βάση το κόστος παραγωγής των κοινοτικών παραγωγών συν ένα εύλογο περιθώριο κέρδους.

(178) Εδώ διαπιστώθηκε ότι ένα περιθώριο κέρδους 5 % του κύκλου εργασιών μπορεί να θεωρηθεί το ελάχιστο αναγκαίο, λαμβανομένων υπόψη της ανάγκης να γίνονται μακροπρόθεσμες επενδύσεις, και ειδικότερα του περιθωρίου κέρδους που μπορεί να περιμένει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αν δεν ασκούνται οι ζημιογόνες πρακτικές επιδοτήσεων.

(179) Επειδή δεν υπήρξε συνεργασία, θεωρήθηκε ότι το επίπεδο εξουδετέρωσης της ζημίας πρέπει να καλύπτει τη διαφορά μεταξύ αυτής της υπολογιζόμενης τιμής και των τιμών cif δεόντως προσαρμοσμένων όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 82.

(180) Τα επίπεδα εξουδετέρωσης της ζημίας ήταν 42,30 % για τις εισαγωγές από την Ινδονησία.

2. Οριστικά αντισταθμιστικά μέτρα

(181) Με βάση τα ανωτέρω και σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, ο συντελεστής του αντισταθμιστικού δασμού πρέπει να αντιστοιχεί στο περιθώριο των επιδοτήσεων, που ήταν χαμηλότερο από το περιθώριο της ζημίας. Επομένως εφαρμόζεται ο ακόλουθος συντελεστής δασμού:

Ινδονησία (όλες οι εταιρείες): 10,0 %.

(182) Για να τηρηθούν οι προθεσμίες που καθορίζονται στο άρθρο 11 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, ο παρών κανονισμός πρέπει να τεθεί σε ισχύ την ημέρα της δημοσίευσής του,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1. Επιβάλλεται οριστικός αντισταθμιστικός δασμός στις εισαγωγές ορισμένων μηχανισμών με δακτύλιους που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ ex 8305 10 00 (κωδικοί Taric 8305 10 00 10 και 8305 10 00 20 ), καταγωγής Ινδονησίας. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι μηχανισμοί με δακτύλιους για το δέσιμο φύλλων αποτελούνται από δύο ορθογώνια χαλύβδινα φύλλα ή σύρματα που φέρουν τουλάχιστον τέσσερις ημιδακτυλίους από χαλύβδινο σύρμα προσαρμοσμένους σε αυτά και συγκρατούνται μαζί με χαλύβδινο κάλυμμα. Οι μηχανισμοί μπορεί να ανοίγουν είτε με το τράβηγμα των ημιδακτυλίων είτε με μικρό χαλύβδινο μηχανισμό ώθησης στερεωμένο στο μηχανισμό με δακτυλίους.

2. Ο οριστικός αντισταθμιστικός δασμός που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή "ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας", πριν από τον εκτελωνισμό, καθορίζεται ως εξής για τα προϊόντα καταγωγής:

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

3. Με την επιφύλαξη τυχόν διαφορετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους δασμούς.

4. Η διαδικασία όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων μηχανισμών με δακτυλίους καταγωγής Ινδίας περατώνεται.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Λουξεμβούργο, 4 Ιουνίου 2002.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

R. De Rato Y Figaredo

(1) ΕΕ L 288 της 21.10.1997, σ. 1.

(2) ΕΕ C 147 της 18.5.2001, σ. 4.

(3) ΕΕ C 147 της 18.5.2001, σ. 2.

(4) Κανονισμός (EΚ) αριθ. 978/2000 του Συμβουλίου (ΕΕ L 113 της 12.5.2000, σ. 1).

(5) ΕΕ L 250 της 5.10.2000, σ. 1.

(6) ΕΕ L 22 της 24.1.1997, σ. 1.