Σύσταση της Επιτροπής, της 25ης Ιανουαρίου 2002, για ένα συντονισμένο πρόγραμμα για τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων το 2002 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2002) 290]
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 026 της 30/01/2002 σ. 0008 - 0016
Σύσταση της Επιτροπής της 25ης Ιανουαρίου 2002 για ένα συντονισμένο πρόγραμμα για τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων το 2002 [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2002) 290] (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (2002/66/ΕΚ) Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την οδηγία 89/397/EΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, σχετικά με τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων(1), και ιδίως την παράγραφο 3 του άρθρου 14, Μετά από διαβουλεύσεις με τη μόνιμη επιτροπή τροφίμων, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Είναι αναγκαίο, για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, να ληφθούν μέτρα για συντονισμένα προγράμματα επιθεώρησης των τροφίμων σε κοινοτικό επίπεδο, με σκοπό τη βελτίωση της εναρμονισμένης εφαρμογής των επίσημων ελέγχων από τα κράτη μέλη. (2) Τα προγράμματα αυτά δίνουν έμφαση στη συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία, στην προστασία της δημόσιας υγείας, στα συμφέροντα των καταναλωτών και στις δίκαιες εμπορικές πρακτικές. (3) Το άρθρο 3 της οδηγίας 93/99/EΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με τα πρόσθετα μέτρα που αφορούν τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων(2) απαιτεί από τα εργαστήρια που αναφέρονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 89/397/EΟΚ να συμμορφώνονται με τα κριτήρια της σειράς ευρωπαϊκών προτύπων EN 45000, που τώρα έχουν αντικατασταθεί από τα EN ISO 17025:2000. (4) Τα αποτελέσματα της ταυτόχρονης εφαρμογής εθνικών προγραμμάτων και συντονισμένων προγραμμάτων ενδέχεται να παρέχουν πληροφορίες και εμπειρία που θα αποτελέσουν τη βάση των μελλοντικών δραστηριοτήτων ελέγχου, ΔΙΑΤΥΠΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΣΤΑΣΗ: 1. Κατά τη διάρκεια του 2002 τα κράτη μέλη πρέπει να διεξαγάγουν επιθεωρήσεις και ελέγχους που να περιλαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, τη λήψη δειγμάτων και την ανάλυση των δειγμάτων αυτών σε εργαστήρια, με σκοπό: - την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους κοινοτικούς κανόνες για την επισήμανση ορισμένων τροφίμων τα οποία είναι πιθανόν να περιέχουν συστατικά, τα οποία με τη σειρά τους είναι πιθανόν να περιέχουν, να αποτελούνται ή να παράγονται από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς (ΓΤΟ), - την αξιολόγηση της βακτηριολογικής ασφάλειας των προτεμαχισμένων νωπών φρούτων και λαχανικών και των σπόρων με φύτρο, - την αξιολόγηση της βακτηριολογικής ασφάλειας των χυμών φρούτων και λαχανικών. 2. Μολονότι δεν έχει καθοριστεί ακόμα η συχνότητα δειγματοληψιών ή/και επιθεωρήσεων στη σύσταση αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίσουν ότι είναι επαρκής για την εποπτεία του στόχου σε κάθε κράτος μέλος. 3. Τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες ακολουθώντας τη διάταξη των φύλλων καταγραφής που παρέχονται στο παράρτημα της παρούσας σύστασης, συμβάλλοντας έτσι στην καλύτερη συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να αποσταλούν στην Επιτροπή έως την 1η Μαΐου 2003 μαζί με επεξηγηματική έκθεση. 4. Τα τρόφιμα που υποβάλλονται σε ανάλυση στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού θα πρέπει να αναλύονται σε εργαστήρια που είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας 93/99/EΟΚ. Ωστόσο, εάν στα κράτη μέλη δεν υπάρχουν τα κατάλληλα εργαστήρια για ορισμένες αναλύσεις που περιλαμβάνονται στη σύσταση αυτή, τα κράτη μέλη μπορούν να εξουσιοδοτήσουν άλλα εργαστήρια που είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν τις αναλύσεις αυτές. 5. Επισήμανση γενετικά τροποποιημένων τροφίμων 5.1. Πεδίο εφαρμογής του προγράμματος Τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα και ειδικότερα η σωστή επισήμανση των τροφίμων αυτών αποτελούν σήμερα μία από τις κυριότερες ανησυχίες των καταναλωτών. Ο συντονισμένος έλεγχος της επισήμανσης των τροφίμων ή των προϊόντων τροφίμων τα οποία είναι πιθανόν να περιέχουν συστατικά, τα οποία με τη σειρά τους είναι πιθανόν να περιέχουν, να αποτελούνται ή να παράγονται από ΓΤΟ θα συμβάλλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 258/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1997, σχετικά με τα νέα τρόφιμα και τα νέα συστατικά τροφίμων(3) προβλέπει την υποχρεωτική επισήμανση των τροφίμων και συστατικών τροφίμων τα οποία περιέχουν ή αποτελούνται από ΓΤΟ ασχέτως των άλλων απαιτήσεων της κοινοτικής νομοθεσίας περί επισήμανσης των τροφίμων. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1139/98 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 1998, για την υποχρεωτική αναγραφή στοιχείων, επιπλέον των προβλεπόμενων στην οδηγία 79/112/ΕΟΚ(4), στην επισήμανση ορισμένων τροφίμων που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς, ορίζει την υποχρεωτική επισήμανση των τροφίμων και των συστατικών τροφίμων που παράγονται από γενετικά τροποποιημένη σόγια (Glycine max L.) δυνάμει της οδηγίας 96/281/ΕΚ της Επιτροπής(5) και από γενετικά τροποποιημένο αραβόσιτο (Zea mays L.) δυνάμει της οδηγίας 97/98/ΕΚ της Επιτροπής(6). Τα προϊόντα αυτά είχαν εγκριθεί πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 258/97, σύμφωνα με την οδηγία 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον(7). Οι διατάξεις για την επισήμανση βασίζονται στην παρουσία DNA ή πρωτεΐνης που προκύπτει από γενετική τροποποίηση. Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1139/98 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 49/2000 της Επιτροπής(8), θέτει ένα όριο όχι μεγαλύτερο του 1 % για την τυχαία παρουσία DNA ή πρωτεΐνης που έχουν προκύψει από γενετικά τροποποιημένη σόγια και αραβόσιτο στα συμβατικά τρόφιμα. Η διάταξη αυτή ισχύει από τις 10 Απριλίου του 2000. Το όριο αυτό εφαρμόζεται επί ενός εκάστου των συστατικών και όχι στο συνολικό προϊόν. Εφαρμόζεται επίσης ως ανώτατο όριο για τη συνολική παρουσία γενετικά τροποποιημένου υλικού που προέρχεται από τα προαναφερθέντα προϊόντα και για κάθε άλλο υλικό που διατίθεται στην αγορά δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 258/97. Για να επωφεληθούν από την εξαίρεση αυτή όσον αφορά την απαίτηση για την υποχρεωτική επισήμανση των ΓΤ τροφίμων, οι υπεύθυνοι πρέπει να παρέχουν τεκμηριωμένα στοιχεία που θα πείσουν τις αρμόδιες αρχές ότι προσπάθησαν να αποφύγουν τη χρήση ΓΤΟ ή προϊόντων τους και ότι η τυχόν παρουσία γενετικά τροποποιημένου υλικού (DNA ή πρωτενης) στα προϊόντα τους οφείλεται σε τυχαία μόλυνση (κατά την καλλιέργεια, τη συγκομιδή, τη μεταφορά ή την επεξεργασία). Στόχος αυτού του στοιχείου του προγράμματος είναι να ελεγχθεί η συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία(9) όσον αφορά την επισήμανση των τροφίμων ή των συστατικών τροφίμων, τα οποία είναι δυνατόν να περιέχουν ή να αποτελούνται ή να παράγονται από γενετικά τροποποιημένη σόγια και αραβόσιτο. 5.2. Δειγματοληψία και μέθοδος ανάλυσης Έλεγχοι μπορεί να χρειαστεί να γίνουν τόσο στα τελικά προϊόντα όσο και στις πρώτες ύλες μέσω επιθεωρήσεων στα κατάλληλα στάδια διάθεσης στην αγορά των συστατικών ή των προϊόντων. Η συμμόρφωση με το όριο του 1 % για την επισήμανση, στην περίπτωση τυχαίας παρουσίας DNA ή πρωτεΐνης που προέρχεται από τη γενετική τροποποίηση, θα διαπιστώνεται με τον έλεγχο των εγγράφων που παρέχουν οι υπεύθυνοι και με τη λήψη δειγμάτων για ανάλυση. Τα εργαστήρια πρέπει να χρησιμοποιούν μεθόδους που βασίζονται στην PCR (αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης) ή την ELISA για την ποιοτική και ποσοτική ανάλυση τροφίμων για την ανίχνευση DNA ή πρωτενης που προέρχεται από γενετική τροποποίηση. Συγκεκριμένες συστάσεις σχετικά με τις μεθόδους ανάλυσης περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι. Τα αποτελέσματα των ελέγχων πρέπει να καταγράφονται στο υπόδειγμα φύλλου καταχώρησης που περιέχεται στο παράρτημα ΙΙ της σύστασης αυτής. 6. Βακτηριολογική ασφάλεια των προτεμαχισμένων νωπών φρούτων και λαχανικών και των σπόρων με φύτρο 6.1. Πεδίο εφαρμογής του προγράμματος Δεν υπάρχει κοινοτική νομοθεσία που να καθορίζει συγκεκριμένα μικροβιολογικά κριτήρια για τα νωπά φρούτα και λαχανικά. Η εμπειρία δείχνει ότι είναι πιθανόν ευρύ φάσμα των προϊόντων αυτών να μολυνθεί με μικροοργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων παθογόνων. Οι περισσότερες από τις επιδημικές εκρήξεις που έχουν αναφερθεί συνδέονται με βακτηριακή μόλυνση, ιδίως από εντεροβακτηρίδια (σαλμονέλλα, Escherichia coli O157:H7). Υπάρχουν ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι συμβάλλουν στη μικροβιολογική μόλυνση με παθογόνα, ιδίως όταν τα φρούτα και τα λαχανικά τρώγονται ωμά. Τα παθογόνα αυτά μπορεί να οφείλονται στη γεωργική πρακτική ή σε άλλες διαδικασίες της αλυσίδας παραγωγής. Ένας ακόμη παράγοντας μικροβιακού κινδύνου για τους καταναλωτές είναι η αυξανόμενη κατανάλωση νέων προϊόντων (π.χ. σπόρων με φύτρο) ή φρούτων και εδώδιμων φυτών που εισάγονται μέσα στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης του εμπορίου αυτών των αγαθών. Επιπλέον, η εφαρμογή τεχνολογιών όπως η κοπή, ο τεμαχισμός, η αποφλοίωση και η απονωση αφαιρούν τα φυσικά προστατευτικά στρώματα του ακέραιου φυτού και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μικροβίων. Οι ορθές γεωργικές πρακτικές και οι ορθές πρακτικές μεταποίησης μπορούν να συμβάλουν στον έλεγχο των μικροβιακών κινδύνων που συνδέονται με όλα τα στάδια της παραγωγής νωπών φρούτων και λαχανικών από την πρωτογενή παραγωγή έως τη συσκευασία και το εμπόριο. Η αποτελεσματική εφαρμογή των αρχών HACCP (αναλύσεις κινδύνων και κρίσιμα σημεία ελέγχου), όπου εφαρμόζεται, σύμφωνα με την οδηγία 93/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την υγιεινή των τροφίμων(10), είναι ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο για την κατοχύρωση της ασφάλειας των φρούτων και των λαχανικών. Στόχος αυτού του στοιχείου του προγράμματος είναι η αξιολόγηση της μικροβιολογικής ασφάλειας των προτεμαχισμένων νωπών φρούτων και λαχανικών και των σπόρων με φύτρο, καθώς και η παρακολούθηση των πιθανών κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία. Για τον σκοπό αυτόν συνιστάται η επαλήθευση της εφαρμογής των αρχών HACCP από τους υπεύθυνους των επιχειρήσεων τροφίμων και η πραγματοποίηση δοκιμών για ορισμένα παθογόνα όπως η σαλμονέλλα, η τοξικογόνος E.coli (ιδιαίτερα η E.coli O157:H7) και η Listeria monocytogenes (λιστέρια η μονοκυτογόνος). 6.2. Δειγματοληψία και μέθοδος ανάλυσης Έλεγχοι επαλήθευσης πρέπει να γίνονται στα έτοιμα προς βρώση νωπά φρούτα και λαχανικά τα οποία έχουν αποφλοιωθεί ή τεμαχιστεί ή των οποίων η φυσική μορφή έχει μεταβληθεί με άλλο τρόπο και προορίζονται να καταναλωθούν ωμά, καθώς και στους σπόρους με φύτρο. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους πρέπει να πραγματοποιούν ελέγχους σε επίπεδο επιχειρήσεων παραγωγής ή/και επίπεδο λιανικής πώλησης για να επαληθεύουν την εφαρμογή των αρχών HACCP, καθώς και, όπου ενδείκνυται, να λαμβάνουν δείγματα για ανάλυση. Τα δείγματα αυτά πρέπει να έχουν βάρος εκατό γραμμάρια τουλάχιστον το καθένα και το προϊόν πρέπει να διατηρείται στην αρχική του συσκευασία. Τα δείγματα πρέπει να τοποθετούνται σε δοχεία υπό ψύξη και να αποστέλλονται αμέσως στο εργαστήριο για ανάλυση. Το συνολικό επίπεδο δειγματοληψίας επαφίεται στην κρίση των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Τα εργαστήρια μπορούν να χρησιμοποιούν μεθόδους της επιλογής τους, αρκεί το επίπεδο απόδοσής τους να είναι εφάμιλλο των στόχων που πρέπει να επιτευχθούν. Ωστόσο, συνιστάται η πιο πρόσφατη έκδοση του προτύπου ISO 6579 για την ανίχνευση της σαλμονέλλας, η πιο πρόσφατη έκδοση του προτύπου EN/ISO 16654 για την ανίχνευση της τοξικογόνου E.coli και η πιο πρόσφατη έκδοση των προτύπων EN/ISO 11290-1 και EN/ISO 11290-2 για την ανίχνευση και την καταμέτρηση της Listeria monocytogenes. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν επίσης και άλλες ισοδύναμες μέθοδοι αναγνωρισμένες από τις αρμόδιες αρχές. Τα αποτελέσματα των ελέγχων πρέπει να καταγράφονται στο υπόδειγμα φύλλου καταχώρησης που περιέχεται στο παράρτημα ΙΙΙ της σύστασης αυτής. 7. Βακτηριολογική ασφάλεια των χυμών φρούτων και λαχανικών 7.1. Πεδίο εφαρμογής του προγράμματος Όσον αφορά τους χυμούς από νωπά φρούτα και λαχανικά δεν υπάρχουν ειδικά μικροβιολογικά πρότυπα στην κοινοτική νομοθεσία. Η οδηγία 94/43/ΕΟΚ για την υγιεινή των τροφίμων ορίζει η παρασκευή των χυμών να γίνεται με υγιεινό τρόπο και απαιτεί από τους υπεύθυνους των επιχειρήσεων τροφίμων να εφαρμόζουν τις αρχές HACCP ώστε να κατοχυρώνεται η ασφάλεια και η υγιεινή των προϊόντων τους. Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων τροφίμων ενθαρρύνονται επίσης να αναπτύσσουν και να εφαρμόζουν, εάν θέλουν, κώδικα πρακτικής στον οποίο θα περιγράφονται οι τρόποι για την ελαχιστοποίηση της πιθανότητας μόλυνσης των φρούτων που προορίζονται για χυμούς κατά την καλλιέργεια, συγκομιδή, αποθήκευση και μεταποίησή τους, καθώς και για την ελαχιστοποίηση της πιθανότητας μόλυνσης των συμπυκνωμένων χυμών κατά την αποθήκευση, τη μεταφορά ή τη διάλυσή τους για την παραγωγή χυμού προς κατανάλωση. Η εμπειρία στον τομέα αυτόν δείχνει ότι όλοι οι χυμοί (φρούτων και λαχανικών) είναι δυνατόν να μολυνθούν από μικροβιολογικούς κινδύνους, και ειδικότερα οι χυμοί οι οποίοι δεν έχουν υποβληθεί σε οποιουδήποτε είδους θερμική κατεργασία. Παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζεται πως υπάρχει πολύ μικρή πιθανότητα, εάν υπάρχει, να μολυνθούν οι χυμοί από επικίνδυνα παθογόνα, οι συνέπειες μπορεί να είναι πολύ σοβαρές για τις ομάδες ιδιαίτερου κινδύνου. Οι περισσότερες από τις επιδημικές εκρήξεις που έχουν αναφερθεί συνδέονται με παθογόνα όπως σαλμονέλλα, Escherichia coli O157:H7. Στόχος του στοιχείου αυτού του προγράμματος είναι η αξιολόγηση της βακτηριολογικής ασφάλειας των χυμών φρούτων και λαχανικών και η παρακολούθηση των πιθανών κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία. Για τον σκοπό αυτόν συνιστάται η επαλήθευση της εφαρμογής των αρχών HACCP από τους υπεύθυνους των επιχειρήσεων τροφίμων και η πραγματοποίηση δοκιμών για ορισμένα παθογόνα όπως η σαλμονέλλα, η τοξικογόνος E.coli (ιδιαίτερα η E.coli O157:H7) και η Listeria monocytogenes (λιστέρια η μονοκυτογόνος). 7.2. Δειγματοληψία και μέθοδος ανάλυσης Έλεγχοι επαλήθευσης πρέπει να γίνονται στους χυμούς φρούτων και λαχανικών και ιδίως στους χυμούς μήλων και εσπεριδοειδών που δεν έχουν υποβληθεί σε παστερίωση. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους πρέπει να πραγματοποιούν ελέγχους σε επίπεδο επιχειρήσεων παραγωγής ή/και επίπεδο λιανικής πώλησης για να επαληθεύουν την εφαρμογή των αρχών HACCP, καθώς και, όπου ενδείκνυται, να λαμβάνουν δείγματα για ανάλυση. Για τη δειγματοληψία και τις μεθόδους ανάλυσης συνιστάται η εφαρμογή των ίδιων κριτηρίων που αναφέρονται στο σημείο 6.2 για τα νωπά φρούτα και λαχανικά. Τα αποτελέσματα των ελέγχων πρέπει να καταγράφονται στο πρότυπο φύλλου καταχώρησης που περιέχεται στο παράρτημα ΙV της σύστασης αυτής. Βρυξέλλες, 25 Ιανουαρίου 2002. Για την Επιτροπή David Byrne Μέλος της Επιτροπής (1) ΕΕ L 186 της 30.6.1989, σ. 23. (2) ΕΕ L 290 της 24.11.1993, σ. 14. (3) ΕΕ L 43 της 14.2.1997, σ. 1. (4) ΕΕ L 159 της 3.6.1998, σ. 4. (5) ΕΕ L 107 της 30.4.1996, σ. 10. (6) ΕΕ L 31 της 1.2.1997, σ. 69. (7) ΕΕ L 117 της 8.5.1990, σ. 15. (8) ΕΕ L 6 της 11.1.2000, σ. 13. (9) Η σύσταση αυτή γίνεται με την επιφύλαξη των προτάσεων της Επιτροπής περί "τροφίμων-ζωοτροφών"/"ικανότητας ανίχνευσης" και των συνεπειών τους στην επισήμανση και τον έλεγχο. (10) ΕΕ L 175 της 19.7.1993, σ. 1. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΤΩΝ ΓΤΟ Το παράρτημα αυτό περιλαμβάνει έναν κατάλογο μεθόδων που έχουν υποβληθεί σε αξιολόγηση δοκιμής δακτυλίου και οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο πεδίο εφαρμογής του προγράμματος αυτού. Οι μελέτες αυτές έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με εναρμονισμένα διεθνή πρωτόκολλα (π.χ. IUPAC, AOAC, ISO) και καλύπτουν ευρύ φάσμα εργαστηρίων, συνήθως το λιγότερο οκτώ. Ένα βασικό κριτήριο που πρέπει να εξεταστεί είναι η απόδοση της μεθόδου και η ποιότητα των στοιχείων που παρουσιάστηκαν στην τελική έκθεση. Η δοκιμασμένη μέθοδος πρέπει να παράγει αποδεκτά, ορθά, ακριβή και αναπαραγώγιμα αποτελέσματα για την αναλυτέα ουσία. Τουλάχιστον επτά μέθοδοι πληρούν τα κριτήρια αυτά και είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως πιθανές μέθοδοι αναφοράς για τη ρύθμιση της συμμόρφωσης. Οι μέθοδοι αυτές περιλαμβάνονται στον κατάλογο που ακολουθεί ομαδοποιημένες ανά είδος μεθόδου και είδος οργανισμού (σπόροι σόγιας, αραβόσιτος). Οι κατηγορίες είναι: - Ποιοτικές μέθοδοι PCR για τη μαζική εξέταση τροφίμων που περιέχουν σπόρους σόγιας - Ποιοτικές μέθοδοι PCR για τη μαζική εξέταση τροφίμων που περιέχουν αραβόσιτο - Ποιοτικές μέθοδοι PCR για τη μαζική εξέταση τροφίμων που περιέχουν αραβόσιτο και σπόρους σόγιας. - Μέθοδος PCR σε πραγματικό χρόνο για την ποσοτικοποίηση των ΓΤ σπόρων σόγιας - Μέθοδος PCR σε πραγματικό χρόνο για την ποσοτικοποίηση του ΓΤ αραβόσιτου - Ανοσολογική δοκιμασία για την ανίχνευση και την ημι-ποσοτικοποίηση των ΓΤ σπόρων σόγιας Οι μέθοδοι που περιλαμβάνονται στον κατάλογο χρησιμοποιούνται σήμερα διεθνώς σε πάρα πολλές δοκιμές ικανότητας και είτε έχουν προσαρτηθεί στα πρότυπα CEN για τις δοκιμές ΓΤΟ που είναι στο στάδιο της ανάπτυξης (εκπονούνται από CEN/TC275/WG11) είτε πρόκειται να υποβληθούν σύντομα. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνονται στις υψηλότερες διεθνείς απαιτήσεις απόδοσης. Συνιστώμενες επικυρωμένες μέθοδοι Πίνακας 1: Ποιοτικές μεθόδοι PCR για τη μαζική εξέταση τροφίμων που περιέχουν σπόρους σόγιας >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Πίνακας 2: Ποιοτικές μέθοδοι PCR για τη μαζική εξέταση τροφίμων που περιέχουν αραβόσιτο >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Πίνακας 3: Ποιοτικές μέθοδοι PCR για τη μαζική εξέταση τροφίμων που περιέχουν αραβόσιτο και σπόρους σόγιας >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Πίνακας 4: Μέθοδος PCR σε πραγματικό χρόνο για την ποσοτικοποίηση των ΓΤ σπόρων σόγιας >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Πίνακας 5: Μέθοδος PCR σε πραγματικό χρόνο για την ποσοτικοποίηση του ΓΤ αραβόσιτου >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Πίνακας 6: Ανοσολογική δοκιμασία για την ανίχνευση και την ημι-ποσοτικοποίηση των ΓΤ σπόρων σόγιας >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Συστάσεις - Συνιστάται η ακριβής τήρηση των πρωτοκόλλων που προαναφέρονται. Οι αλλαγές (για παράδειγμα στις αλληλουχίες εκκινητή) στο πρωτόκολλο μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την ποιότητα των αποτελεσμάτων. - Συνιστάται να χρησιμοποιηθούν τα κατάλληλα πρωτόκολλα για το φάσμα των ποσοστών ΓΤΟ για το οποίο η μέθοδος έχει επικυρωθεί. - Συνιστάται να χρησιμοποιούνται τα κατάλληλα πρωτόκολλα σε συνδυασμό με τις μήτρες του καταλόγου. Συνιστάται ακόμη, να επιλεγεί από τους πιο πάνω καταλόγους όποια μέθοδος θεωρείται καλύτερη, εάν δεν υπάρχει επικυρωμένη μέθοδος για μια συγκεκριμένη μήτρα που πρόκειται να αναλυθεί, ή για ένα όριο που εφαρμόζεται. Για παράδειγμα η μέθοδος που προτείνεται από τους παραγωγούς αναλυτικών οργάνων που κατασκευάζουν ανιχνευτές για την ποσοτικοποίηση του crylAB (υπάρχει στα Bt-11, MON-810, ΜΟΝ-809 και Bt-176), του υποκινητή 35S (υπάρχει και στα πέντε εγκεκριμένα είδη αραβόσιτου) και του τερματιστή nos (υπάρχει στα Bt-11, ΜΟΝ-809 και Τ25) δεν έχουν ακόμη επικυρωθεί σε διεθνές επίπεδο, αλλά μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν υψηλό βαθμό απόδοσης μεθόδου. - Ακολουθώντας τις συστάσεις αυτές πρέπει να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν αξιόπιστες μέθοδοι που να επιτρέπουν την ανίχνευση ή/και την ποσοτικοποίηση των σπόρων σόγιας Roundup Ready GTS 40-3-2, όπως και των πέντε εγκεκριμένων ποικιλιών ΓΤ αραβόσιτου Bt-11, MON-810, ΜΟΝ-809, Bt-176 και Τ25 στις ακόλουθες μήτρες τροφίμων: Τρόφιμα που προέρχονται από σόγια: σπόροι σόγιας, άλευρο σόγιας (όλα τα είδη), χονδροκομμένη σόγια, tofu, προϊόντα αρτοποιίας από σπόρους σόγιας. Τρόφιμα που προέρχονται από αραβόσιτο: αραβόσιτος, άλευρο αραβοσίτου (όλα τα είδη), σνακ από αραβόσιτο, τσιπς από αραβόσιτο, προϊόντα αρτοποιίας από αραβόσιτο, χυλός. Τρόφιμα που προέρχονται από σόγια και αραβόσιτο: βρεφικές τροφές, πρώτες ύλες για συμπληρώματα διατροφής, μπισκότα. - Για περισσότερες πληροφορίες, μπορεί κανείς να συμβουλευτεί τη συλλογή επικυρωμένων μεθόδων, που δεν πληρούν τα κριτήρια που προαναφέρονται, παρέχουν όμως καλή αναλυτική καθοδήγηση. Η συλλογή αυτή, την οποία εκπόνησε το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, βρίσκεται στη διεύθυνση http://biotech.jrc.it/documents στο Διαδίκτυο. Αναφορές 1. Lipp M, Brodmann Ρ, Pietsch Κ, Pauwels J, Anklam Ε (1999) IUPAC Collaborative Trial Study of a Method To Detect Genetically Modified Soy Beans and Maize in Dried Powder. J AOAC Int 82:923-928. 2. Collection of officiai methods under article 35 of the German Federal Foods Act; Methods of sampling and analysis of foods, tobacco products, cosmetics and commodity goods/Federal Health Office, Loose leaf edition as of November 1999, Berlin, Köln, Beuth Verlag GmbH, No L 00.00-31. 3. DMIF-GEN Final Project (1999), DMIF-GEN-Project: Development of Methods to Identify Foods Produced by Means of Genetic Engineering. EU-Project SMT4- CT96-2072, Final Report 12/1999. 4. Lipp, M., Bluth, A., Eyquem, F., Kruse, L., Schimmel, H., Van den Eede, G., and Anklam, E. (2001) Validation of a method based on polymerase chain reaction for the detection of genetically modified organisms in various processed foodstuffs. Eur Food Res Technol 212:497-504. 5. EU Tender Report (2000). Development of qualitative as well as quantitative détection methods to identify a genetic modification in soybean and maize products. Report of the EU tender No. XXIV/98/A3/001. 6. Broll et al., ετοιμάζεται. 7. Lipp M., Anklam E. and Stave J: "Validation of an immunoassay for the detection and quantification of Roundup-Ready soy beans in food and food fractions", J. AOAC 83, 919 (2000). ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II >PIC FILE= "L_2002026EL.001402.TIF"> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III >PIC FILE= "L_2002026EL.001502.TIF"> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV >PIC FILE= "L_2002026EL.001602.TIF">