32002D0937

2002/937/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Φινλανδία υπέρ των εταιριών εξαρτημένης ασφάλισης στα νησιά Åland [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2002) 2410] (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 329 της 05/12/2002 σ. 0022 - 0029


Απόφαση της Επιτροπής

της 10ης Ιουλίου 2002

σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Φινλανδία υπέρ των εταιριών εξαρτημένης ασφάλισης στα νησιά Åland

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2002) 2410]

(Τα κείμενα στη φινλανδική και σουηδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2002/937/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις(1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1) Με την επιστολή EUEC020-284 της 15ης Ιουλίου 1998 (που καταχωρήθηκε με τον αριθμό SG A/38452), οι φινλανδικές αρχές ανακοίνωσαν στην Επιτροπή το καθεστώς ενίσχυσης υπέρ των "εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης" των νησιών Åland. Δεδομένου ότι η κοινοποίηση της Φινλανδίας ήταν καθυστερημένη, εφόσον το μέτρο ισχύει ήδη από το 1993, δεν θεωρήθηκε ως κοινοποίηση από την άποψη του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ. Με επιστολές της 15ης Οκτωβρίου 1998, της 5ης Φεβρουαρίου 1999 και της 2ας Ιουνίου 1999 η Φινλανδία απέστειλε στην Επιτροπή συμπληρωματικές πληροφορίες. Στις 13 Ιουλίου 2000, η Επιτροπή απηύθυνε στις φινλανδικές αρχές επιστολή (D/53912) ζητώντας να επιβεβαιώσουν ότι το εξεταζόμενο καθεστώς κρατικής ενίσχυσης δεν ετέθη ποτέ σε εφαρμογή. Με την επιστολή EUEC096-217 της 25ης Αυγούστου 2000 (A/37109), οι φινλανδικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι το εξεταζόμενο μέτρο δεν έχει εφαρμοσθεί ποτέ αφότου τέθηκε σε ισχύ.

(2) Με επιστολή της 11ης Ιουλίου 2001 (SG 2001 D/289763) η Επιτροπή πληροφόρησε τη Φινλανδία για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ όσον αφορά την εξεταζόμενη ενίσχυση. Η Φινλανδία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της με την επιστολή EUEC206-94 της 9ης Αυγούστου 2001.

(3) Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(2) και η Επιτροπή κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την εξεταζόμενη ενίσχυση.

(4) Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις.

II. ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

1. Διατάξεις του καθεστώτος ενίσχυσης

(5) Το σχετικό μέτρο κρατικής ενίσχυσης θεσπίστηκε από τα νησιά Åland για εφαρμογή στο έδαφός τους. Στις 9 Δεκεμβρίου 1993 τέθηκε σε ισχύ στην εν λόγω περιοχή τροποποίηση του φορολογικού νόμου της τοπικής κυβέρνησης (νόμος ÅFS 109/93). Σύμφωνα με την εν λόγω τροποποίηση, οι εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης που πληρούν ορισμένους όρους απολάβουν φορολογικού πλεονεκτήματος σε σύγκριση με το κανονικό ποσοστό του φόρου επιχειρήσεων. Την εποχή που αποφασίστηκε η εν λόγω τροποποίηση, το φορολογικό πλεονέκτημα ήταν δέκα ποσοστιαίες μονάδες. Ο συνολικός φόρος επιχειρήσεων που κατέβαλαν οι εταιρίες εξαρτημένης ασφάλισης ήταν χαμηλότερος του κανονικού ποσοστού του 25 % που ίσχυε την εποχή εκείνη.

(6) Το καθαρό πλεονέκτημα που διέθεταν οι επιχειρήσεις εξαρτημένης ασφάλισης στα νησιά Åland αναπροσαρμόστηκε το 1995, το 1996 και το 1998 αντανακλώντας τις τροποποιήσεις του κανονικού ποσοστού του φόρου επιχειρήσεων που αποφασίστηκαν από τις αρμόδιες αρχές.

(7) Η εν λόγω τροποποίηση και οι μεταγενέστερες αναπροσαρμογές της αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας απόφασης.

2. Όροι

(8) Αρχικά, βάσει της τροποποίησης της 9ης Δεκεμβρίου 1993, οι εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης των νήσων Åland μπορούσαν να τύχουν φορολογικού πλεονεκτήματος μόνο εφόσον τηρούσαν τους ακόλουθους όρους:

α) όλες οι συμμετοχές της εταιρίας ή τα δικαιώματα συμμετοχής έπρεπε να είναι ιδιοκτησίες ενός και του αυτού ξένου ιδιοκτήτη·

β) μόνο ο ιδιοκτήτης της εταιρείας ή οι θυγατρικές της μπορούσαν να ενεργήσουν στην εταιρία ως ασφαλιζόμενος πελάτης, και

γ) η καθημερινή λειτουργία της εταιρείας έπρεπε να εμπίπτει στην ευθύνη ανώνυμης εταιρίας που να ασκεί στα νησιά Åland δραστηριότητες που υπόκεινται σε κοινοποίηση ή αίτηση αδείας.

3. Τροποποιήσεις του αρχικού μέτρου που θα ληφθούν υπόψη στην παρούσα διαδικασία

(9) Το 1995, το καθεστώς ενίσχυσης αποτέλεσε το αντικείμενο μιας πρώτης τροποποίησης (νόμος ÅFS 82/95) που επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής του στις εταιρίες εξαρτημένης ασφάλισης με εγχώριο ιδιοκτήτη, οι οποίες δεν μπορούσαν να επωφεληθούν του μέτρου προηγουμένως.

(10) Το 1996 το ποσοστό του φόρου εταιριών στη Φινλανδία έφθασε στο 28 %. Η εν λόγω αύξηση βελτίωσε το πλεονέκτημα που ελάμβαναν οι εταιρίες εξαρτημένης ασφάλισης (δεύτερη τροποποίηση), το οποίο αυξήθηκε από 10 σε 11,2 ποσοστιαίες μονάδες (νόμος ÅFS 40/96).

(11) Ως αποτέλεσμα της τρίτης τροποποίησης που πραγματοποιήθηκε το 1998 (νόμος ÅFS 82/95), το επίπεδο του πλεονεκτήματος επανήλθε στις δέκα ποσοστιαίες μονάδες. Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό φόρου εταιρειών όσον αφορά τις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης στα νησιά Åland καθορίστηκε σε 18 %. Το μέτρο ενίσχυσης δεν αποτέλεσε το αντικείμενο άλλων τροποποιήσεων.

III. ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΚΙΝΗΘΗΚΕ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 88 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΚ

(12) Όταν εξέτασε τις πληροφορίες που παρέσχε η Φινλανδία στο πλαίσιο της προκαταρκτικής αξιολόγησης που προβλέπεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ(3) όσον αφορά τις τροποποιήσεις του 1995, 1996 και 1998, η Επιτροπή θεώρησε πιθανό το μέτρο να συνιστά μη κοινοποιηθείσα κρατική ενίσχυση. Οι αμφιβολίες της αφορούσαν ουσιαστικά το γεγονός ότι οι τροποποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την προσχώρηση της Φινλανδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έπρεπε να κοινοποιηθούν σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.

(13) Δεδομένου ότι το μέτρο φαίνεται να συνιστά ενίσχυση λειτουργίας, η Επιτροπή αμφιβάλλει για τη συμβατότητά του με την κοινή αγορά. Σύμφωνα με την πάγια τακτική της Επιτροπής, αυτό το είδος ενίσχυσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προωθεί την ανάπτυξη ορισμένων δραστηριοτήτων ή ορισμένων οικονομικών περιοχών.

(14) Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ.

IV. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑΣ

1. Γενικά

(15) Η Φινλανδία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της με την επιστολή EUEC206-94 της 8ης Αυγούστου 2001 [που καταχωρήθηκε στις 13 Αυγούστου 2001 με τον αριθμό (SG 2001) A/9179].

(16) H Φινλανδία υπογράμμισε ότι το καθεστώς αυτονομίας των νησιών Ålands όχι μόνο προβλέπεται από το σύνταγμα και αναγνωρίζεται στο διεθνές δίκαιο, αλλά προκύπτει επίσης από το γεγονός ότι αναγνωρίζεται στο πρωτόκολλο αριθ. 2 της πράξης προσχώρησης.

(17) Βάσει του άρθρου 18 παράγραφος 5 του νόμου περί αυτονομίας (Självstyrelselag för Åland, νόμος αριθ. 1144/1991), τα νησιά Åland έχουν το δικαίωμα να νομοθετούν σε τομείς σχετικούς με τους συμπληρωματικούς φόρους εισοδήματος και τους προσωρινούς πρόσθετους φόρους που εισπράττονται τοπικά, τους φόρους επιτηδεύματος και τους φόρους επί των θεαμάτων που εισπράττονται από την τοπική κυβέρνηση, τη φορολογική βάση όσον αφορά φόρους που οφείλονται στην τοπική κυβέρνηση και τους φόρους που εισπράττονται από τις κοινότητες.

(18) Το φορολογικό μέτρο που αφορά τα νησιά Åland εγκρίθηκε στο πλαίσιο της κοινοτικής φορολογίας και ενσωματώθηκε στο άρθρο 4α του νόμου για την κοινοτική φορολογία των νησιών Åland (ÅFS 37/93).

(19) Σύμφωνα με τις φινλανδικές αρχές, η οικονομία των νησιών Åland στηρίζεται σε περιορισμένο βαθμό τομέων. Ο νησιωτικός χαρακτήρας της περιοχής δημιουργεί διαρθρωτικά προβλήματα που γενικά επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων του αρχιπελάγους. Οι ασφαλίσεις και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες αποτελούν τομείς καλά προσαρμοσμένους στα νησιά Åland, δεδομένου ότι θίγονται λιγότερο από τα εγγενή μειονεκτήματα των νησιών.

(20) Οι φινλανδικές αρχές υπογραμμίζουν ότι το 1993, όταν το μέτρο ετέθη σε ισχύ, η οικονομική συγκυρία στο αρχιπέλαγος ήταν κακή και το ποσοστό ανεργίας υψηλό.

(21) Σύμφωνα με τη Φινλανδία, η τροποποίηση του 1995, η οποία επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής του μέτρου και σε άλλα πρόσωπα πέραν των ξένων ιδιοκτητών, είχε περιορισμένο αντίκτυπο, δεδομένου ότι οι επιπτώσεις της περιορίστηκαν στο εθνικό επίπεδο και δεν τροποποίησε τη φύση του φορολογικού μέτρου ως υφιστάμενης ενίσχυσης (εάν η Επιτροπή κρίνει ότι συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ).

(22) Τέλος, οι φινλανδικές αρχές περιγράφουν λεπτομερώς την τροποποίηση του 1996 με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική τροποποίηση και το φορολογικό πλεονέκτημα αυξήθηκε σε 11,2 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς και την τροποποίηση του 1998, η οποία επανέφερε το εν λόγω πλεονέκτημα στις δέκα ποσοστιαίες μονάδες.

(23) Οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις του κανονικού φόρου εταιριών μετά το 1998 τροποποίησαν έμμεσα τον απαιτητό φόρο από τις εταιρίες εξαρτημένης ασφάλισης. Βάσει του εξεταζόμενου φορολογικού μέτρου, οι εν λόγω επιχειρήσεις υπόκεινται στο φόρο επιχειρήσεων σε ποσοστό 19,3975 % για το οικονομικό έτος 2001.

2. Εκτίμηση της φύσης του μέτρου ενίσχυσης από τις φινλανδικές αρχές

(24) Η Φινλανδία εμμένει στο γεγονός ότι τα νησιά Åland πρέπει να θεωρηθούν ως ξεχωριστή δικαιοδοσία στους εξεταζόμενους τομείς, δεδομένου ότι η τοπική νομοθετική συνέλευση διαθέτει αποκλειστική νομοθετική εξουσία.

(25) Καταρχήν, η Φινλανδία διαβεβαιώνει ότι ο χαμηλότερος φορολογικός συντελεστής για τις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης δεν νοθεύει ούτε απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό ευνοώντας ορισμένες επιχειρήσεις ή κλάδους παραγωγής και δεν επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Το μέτρο δεν επηρεάζει τον ανταγωνισμό μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών, δεδομένου ότι αυτές που διαθέτουν το φορολογικό πλεονέκτημα μπορούν να ασφαλίσουν μόνο τους ιδιοκτήτες τους ή τις θυγατρικές τους. Σύμφωνα με τις φινλανδικές αρχές, ο ανταγωνισμός στην αγορά ασφαλίσεων δεν επηρεάζεται, δεδομένου ότι οι εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης, υπό κανονικές συνθήκες, αντασφαλίζονται στην εν λόγω αγορά.

(26) Οι φινλανδικές αρχές ισχυρίζονται ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως του τομέα δραστηριότητάς του, μπορεί να λάβει το φορολογικό πλεονέκτημα αφ ης στιγμής διαθέτει μια εταιρεία εξαρτημένης ασφάλισης στην οποία ασφαλίζει τους κινδύνους του. Το μειωμένο ποσοστό φόρου εφαρμόζεται μόνο εάν η εταιρεία εξαρτημένης ασφάλισης έχει για μοναδικούς πελάτες της τον ιδιοκτήτη της ή τις θυγατρικές του, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, το μέτρο που εφαρμόζεται στις εν λόγω εταιρείες αφορά αποκλειστικά τη φορολογία των επιχειρήσεων.

(27) Για να επωφεληθεί μια εταιρεία εξαρτημένης ασφάλισης του φορολογικού πλεονεκτήματος, πρέπει να υπάρχει στενή σχέση μεταξύ αυτής και του ιδιοκτήτης της, και κατά συνέπεια, πρέπει και οι δύο να θεωρούνται ως μια οντότητα. Σύμφωνα με τη Φινλανδία, δεδομένου ότι πρόκειται για τον ιδιοκτήτη της εταιρείας εξαρτημένης ασφάλισης που επωφελείται του χρηματοοικονομικού πλεονεκτήματος του φορολογικού μέτρου και ότι ο εν λόγω ιδιοκτήτης μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητές του σε οποιονδήποτε τομέα, το μέτρο πρέπει να θεωρηθεί ως γενικό και όχι ως μέτρο που επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

(28) Η Φινλανδία κρίνει ότι το μέτρο που εφαρμόζεται στα νησιά Åland δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιλεκτικό, δεδομένου ότι δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση όσον αφορά τον τομέα δραστηριότητας του ιδιοκτήτη.

(29) Επιπλέον, η Φινλανδία διατείνεται ότι το μέτρο δεν είναι επιλεκτικό από περιφερειακή άποψη, δεδομένου ότι τα νησιά Åland είναι αυτόνομα και αποτελούν ξεχωριστή δικαιοδοσία σε σχέση με την υπόλοιπη Φινλανδία.

3. Εκτίμηση της συμβατότητας του μέτρου με τη συνθήκη από τις φινλανδικές αρχές

(30) Όσον αφορά τη συμβατότητα με τη συνθήκη, σε περίπτωση που η Επιτροπή θα θεωρούσε ότι το εξεταζόμενο μέτρο συνιστά ενίσχυση, η Φινλανδία θεωρεί ότι σύμφωνα με τις παρεκκλίσεις του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ το φορολογικό μέτρο αποκλείεται να συνιστά μη συμβιβάσιμη κρατική ενίσχυση, τουλάχιστον στήν περίπτωση των εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης που έχουν την έδρα τους εκτός του Mariehamn, οι οποίες, μετά την 1η Ιανουαρίου 1998, δεν μπόρεσαν να επωφεληθούν της παρέκκλισης που προβλέπει το εν λόγω άρθρο για τις περιφερειακές ενισχύσεις. Η Φινλανδία κρίνει ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη της το νησιωτικό χαρακτήρα των Åland και την ανάγκη διαφοροποίησης της οικονομίας τους.

(31) Η Φινλανδία ισχυρίζεται επιπλέον ότι το άρθρο 158 της συνθήκης ΕΚ, βάσει του οποίου η Κοινότητα αποσκοπεί στη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των διαφόρων περιοχών και στη μείωση της καθυστέρησης των πλέον μειονεκτικών περιοχών ή νήσων, πρέπει να ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι η δήλωση σχετικά με τις νησιωτικές περιοχές περιλήφθηκε στο παράρτημα της συνθήκης του Άμστερνταμ. Η Φινλανδία εκτιμά ότι πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το σημείο Η του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με έναν κώδικα δεοντολογίας για τη φορολογία των επιχειρήσεων(4), όπου δηλώνεται ότι δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στα ειδικά χαρακτηριστικά και στα προβλήματα των άκρως απομεμακρυσμένων περιοχών και των μικρών νησιών. Τα νησιά Åland αποτελούνται από αναρίθμητα νησίδια των οποίων οι οικονομικές δραστηριότητες είναι άνισα κατανεμημένες και περιορίζονται από το γεγονός ότι η περιοχή αποτελεί αρχιπέλαγος. Ο χαμηλότερος φορολογικός συντελεστής για τις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης των νησιών Åland ευνοεί την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής.

(32) Βάσει των προαναφερθέντων επιχειρημάτων, η Φινλανδία εκτιμά ότι το φορολογικό μέτρο για τις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης των νησιών Åland δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση και ότι ακόμη και σε περίπτωση που θεωρηθεί ως τέτοια, δεν θα ήταν ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.

(33) Τέλος, η Φινλανδία παρατηρεί ότι, δεδομένου ότι το φορολογικό μέτρο δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί στην πράξη, δεν θα τεθεί θέμα ανάκτησης σε περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίσει ότι το μέτρο συνιστά ασυμβίβαστη κρατική ενίσχυση.

V. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

1. Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ

(34) Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(35) Για να κριθεί ασυμβίβαστο κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, ένα μέτρο ενίσχυσης πρέπει να ανταποκρίνεται στα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:

α) το μέτρο πρέπει να προσφέρει στους δικαιούχους πλεονέκτημα με το οποίο να μειώνονται οι δαπάνες που κανονικά επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό τους·

β) το πλεονέκτημα πρέπει να χορηγηθεί από το κράτος ή από κρατικούς πόρους·

γ) το μέτρο πρέπει να επηρεάζει τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών·

δ) το μέτρο πρέπει να είναι ειδικό ή επιλεκτικό με την έννοια ότι ευνοεί "ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής".

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εξέτασε το μέτρο όσον αφορά τους όρους του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(36) Πρώτον, όσον αφορά το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο "το μέτρο πρέπει να προσφέρει στους δικαιούχους πλεονέκτημα", ένας χαμηλότερος φορολογικός συντελεστής συνιστά πλεονέκτημα για μια επιχείρηση κατά την έννοια ότι της επιτρέπει να διατηρήσει μεγαλύτερο μέρος των κερδών της, τα οποία είτε κατανέμει στους εταίρους της ή στους μετόχους της, είτε τα επανεπενδύει, και κατ' αυτόν τον τρόπο προσφέρει πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις δικαιούχους της ενίσχυσης.

(37) Σύμφωνα με το σημείο 9 της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στα μέτρα που σχετίζονται με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων(5), ένα φορολογικό πλεονέκτημα μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης της επιχείρησης, με διάφορες μορφές, και ιδίως με μείωση του ποσού του φόρου.

(38) Η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής του πλήρους ποσοστού του φόρου εταιρειών, που εφαρμόζεται στις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης των νησιών Åland, ανταποκρίνεται στο εν λόγω κριτήριο, τόσο για τις ίδιες τις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης όσο και τον για τον όμιλο εταιρειών στον οποίο ανήκουν.

(39) Δεύτερον, όσον αφορά το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο οι ενισχύσεις πρέπει να "χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους", η παροχή φορολογικού πλεονεκτήματος συνεπάγεται απώλεια φορολογικών εσόδων, η οποία, σύμφωνα με το σημείο 10 της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στα μέτρα που σχετίζονται με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων ισοδυναμεί με κατανάλωση ισόποσων κρατικών πόρων υπό μορφή δημοσιονομικών δαπανών(6). Όπως αποφάσισε το Δικαστήριο, η εν λόγω αρχή ισχύει εξίσου για τις ενισχύσεις που χορηγούνται από περιφερειακούς και τοπικούς φορείς των κρατών μελών(7).

(40) Στην προκειμένη περίπτωση, η φορολογική ελάφρυνση χορηγήθηκε από τις αρχές των νησιών Åland. Κατά συνέπεια, το κριτήριο που αφορά τους κρατικούς πόρους μπορεί να θεωρηθεί ότι τηρήθηκε.

(41) Τρίτον, όσον αφορά το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο το μέτρο πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, κατά το μέτρο που επηρεάζει τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, το Δικαστήριο κρίνει πάντα ότι οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές πρέπει να θεωρούνται ότι επηρεάζονται από τη στιγμή που η δικαιούχος επιχείρηση ασκεί οικονομική δραστηριότητα που αποτελεί το αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών.

(42) Οι φινλανδικές αρχές ισχυρίζονται ότι ο χαμηλότερος φορολογικός συντελεστής που εφαρμόζεται στις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης των νησιών Åland δεν νοθεύει τον ανταγωνισμό, δεδομένου ότι οι δικαιούχοι ασφαλίζουν τους ιδιοκτήτες τους ή τις θυγατρικές τους και κατά συνέπεια δεν υφίσταται ανταγωνισμός μεταξύ τους. Επιπλέον, η Φινλανδία ισχυρίζεται ότι οι συναλλαγές δεν επηρεάζονται, δεδομένου ότι οι εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης δραστηριοποιούνται στην αγορά της αντασφάλισης.

(43) Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή κρίνει ότι ο αντίκτυπος της ενίσχυσης στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών είναι ανεξάρτητος από το σκοπό για τον οποίο χορηγήθηκε η ενίσχυση(8).

(44) Σύμφωνα με τις φινλανδικές αρχές, ο ανταγωνισμός στην αγορά ασφαλίσεων δεν επηρεάζεται, δεδομένου ότι οι εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης, κατά γενικό κανόνα, ασφαλίζονται στην εν λόγω αγορά. Η Επιτροπή κρίνει ότι η αγορά ασφαλίσεων αποτελεί μια ανοικτή αγορά και ότι οι ασφαλίσεις, κατά συνέπεια, αποτελούν το αντικείμενο ενδοκοινοτικών συναλλαγών.

(45) Η Επιτροπή κρίνει ότι οι εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης καταφεύγουν στην εσωτερική αντασφάλιση προκειμένου να αντισταθμίσουν τους κινδύνους της αγοράς ασφαλίσεων. Η αντασφάλιση θυγατρικών δεν αποτελεί, από την άποψη αυτή, μια ξεχωριστή αγορά ασφαλίσεων, δεδομένου ότι οι θυγατρικές μπορούν, υπό κανονικές συνθήκες, να ασφαλιστούν σε άλλες εταιρείες που αναπτύσσουν δραστηριότητες στην ανοικτή αγορά. Το γεγονός ότι ο ασφαλιστής αποτελεί εταιρεία εξαρτημένης ασφάλισης, κατά συνέπεια, δεν στερείται σημασίας.

(46) Δεδομένου ότι το μέτρο ευνοεί την εγκατάσταση εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης στα νησιά Åland και παρέχει πλεονέκτημα στους ομίλους στους οποίους οι εν λόγω εταιρείες ανήκουν και οι οποίοι ασκούν δραστηριότητες σε τομείς όπου υφίστανται ενδοκοινοτικές συναλλαγές, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών μελών επηρεάζεται.

(47) Το γεγονός ότι ο ασφαλιστής αποτελεί μια εταιρεία εξαρτημένης ασφάλισης δεν σημαίνει ότι οι συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών δεν επηρεάζονται, ανεξαρτήτως εάν αυτό οφείλεται στην ίδια την επιχείρηση ή στον όμιλο στον οποίο αυτή ανήκει.

(48) Τέταρτον, όσον αφορά το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο το μέτρο πρέπει να συνεπάγεται "ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής", οι φινλανδικές αρχές υποστηρίζουν ότι το φορολογικό μέτρο πρέπει να θεωρηθεί ως γενικό, δεδομένου ότι πρόκειται για τον ιδιοκτήτη της εταιρείας εξαρτημένης ασφάλισης που επωφελείται του χρηματοοικονομικού πλεονεκτήματος του φορολογικού μέτρου και ότι το μέτρο αυτό δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση όσον αφορά τον τομέα στον οποίο ο ιδιοκτήτης ασκεί τις δραστηριότητές του.

(49) Από την εξέταση των πλεονεκτημάτων του υπό κρίση φορολογικού μέτρου προκύπτει ότι ο επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου μπορεί επίσης να είναι το αποτέλεσμα παρέκκλισης από τις γενικές φορολογικές διατάξεις νομοθετικού, κανονιστικού ή διοικητικού χαρακτήρα και όχι μόνο αποτέλεσμα ευνοϊκής μεταχείρισης εκ μέρους της φορολογικής διοίκησης.

(50) Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή θεωρεί ότι το μέτρο είναι ειδικό ή επιλεκτικό στο βαθμό που ευνοεί αποκλειστικά τις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης ως πρώτους δικαιούχους της φορολογικής ελάφρυνσης εφόσον αυτές πληρούν τους απαιτούμενους όρους.

(51) Το μέτρο δεν επιτρέπει στις ασφαλιστικές εταιρείες, που υπό κανονικές συνθήκες, ασφαλίζουν τις ανεξάρτητες επιχειρήσεις να συμμετάσχουν στην ίδια αγορά υπό τους ίδιους όρους όπως και εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης. Το μέτρο προβλέπει όρους τους οποίους άλλες επιχειρήσεις, που ασφαλίζουν συνδεδεμένες αλλά ανεξάρτητες επιχειρήσεις, είναι πρακτικά αδύνατο να τηρήσουν.

(52) Το κριτήριο της επιλεκτικότητας θεωρείται επίσης ότι πληρείται από το γεγονός ότι οι προβλεπόμενοι όροι για την εφαρμογή του μέτρου απαιτούν ρητά μια συγκεκριμένη οικονομική ισχύ και, κατά συνέπεια, μπορούν να εφαρμοστούν μόνο σε εταιρείες που ανήκουν σε ομίλους σημαντικού μεγέθους. Ως αποτέλεσμα, οι όροι αυτοί δεν επιτρέπουν σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες (ιδιοκτήτριες) που αναπτύσσουν δραστηριότητες σε διαφορετικούς τομείς να επωφεληθούν της φορολογικής ελάφρυνσης. Πράγματι, η δημιουργία μιας εταιρείας εξαρτημένης ασφάλισης προϋποθέτει ότι ο όμιλος εταιρειών για τον οποίο έχουν συναφθεί τα ασφαλιστικά συμβόλαια, είναι αρκετά μεγάλος ώστε ο κύκλος εργασιών του να επαρκεί για να καλυφθούν τα πάγια έξοδα και να υπάρξει κέρδος. Επίσης, είναι δύσκολο να υποτεθεί ότι ένας όμιλος του κλωστοϋφαντουργικού τομέα αποτελούμενος από τρεις εταιρείες που η καθεμία απασχολεί δέκα εργαζόμενους θα διέθετε τα μέσα για τη δημιουργία μιας εταιρείας εξαρτημένης ασφάλισης. Είναι βέβαιο ότι τα προκύπτοντα πάγια έξοδα δεν θα ήταν δυνατόν να αντισταθμιστούν από τον όγκο των ασφαλίστρων που θα κατέβαλαν οι τρεις εταιρείες του ομίλου. Για όλους τους λόγους αυτούς, το μέτρο ουσιαστικά απευθύνεται σε ομίλους εταιρειών που είναι αρκούντως ισχυροί ώστε να δημιουργήσουν μια εταιρεία εξαρτημένης ασφάλισης.

(53) Η Επιτροπή κρίνει ότι το εφαρμοζόμενο μέτρο από τα νησιά Ålands συνιστά ενίσχυση λειτουργίας κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να καθορισθεί εάν η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά βάσει των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης ΕΚ.

2. Εκτίμηση του χαρακτήρα παράνομης ενίσχυσης του μέτρου

(54) Το μέτρο τέθηκε σε ισχύ για πρώτη φορά το 1993, ενώ η Φινλανδία δεν ήταν ακόμη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο β) πρώτη περίπτωση 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, ένα τέτοιο καθεστώς μπορεί να θεωρηθεί ως υφιστάμενη ενίσχυση. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, το μέτρο τροποποιήθηκε δύο φορές, μια το 1995 και μια το 1996.

(55) Η τροποποίηση του 1995 συνίσταται στην επέκταση του πλεονεκτήματος του καθεστώτος ενίσχυσης στις επιχειρήσεις με έδρα τους τα νησιά Åland, οι οποίες αρχικά εξαιρούντο του μέτρου. Η εν λόγω τροποποίηση θα έπρεπε να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, όπως απαιτεί το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, δεδομένου ότι συνεπαγόταν επέκταση του υφιστάμενου καθεστώτος ενίσχυσης. Ωστόσο, η τροποποίηση δεν έθιγε την κατάσταση των μη εγκατεστημένων επιχειρήσεων, η οποία παρέμεινε αμετάβλητη. Κατά συνέπεια, η εν λόγω πρώτη τροποποίηση αποτελούσε ξεχωριστό σχέδιο το οποίο δεν επηρέασε καθόλου το αρχικό υφιστάμενο καθεστώς που ίσχυε μόνο για τις μη εγκατεστημένες επιχειρήσεις. Για το 1995, μόνον η εφαρμογή του καθεστώτος στις επιχειρήσεις με έδρα τα νησιά Åland, πρέπει να θεωρηθεί ως παράνομη ενίσχυση.

(56) Η δεύτερη τροποποίηση το 1996 αφορούσε τις επιχειρήσεις με έδρα τόσο εντός όσο και εκτός των νησιών Åland και συνίστατο σε αύξηση της μείωσης του φόρου επιχειρήσεων από δέκα σε 11,2 ποσοστιαίες μονάδες. Είναι αναμφίβολο ότι η εν λόγω τροποποίηση αύξησε το χορηγούμενο πλεονέκτημα βάσει του καθεστώτος και, κατά συνέπεια, αποτελούσε σχέδιο το οποίο έπρεπε να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ. Η τροποποίηση του 1995 έπρεπε να εξετασθεί υπό το πρίσμα του ξεχωριστού χαρακτήρα της. Η τροποποίηση του 1996 δεν εφαρμόστηκε μόνο σε μέρος των δικαιούχων, όπως προηγουμένως, δεδομένου ότι συνίστατο σε εξαίρεση που αφορούσε ένα άλλο είδος φόρου από αυτό που προέβλεπε το καθεστώς, συγκεκριμένα το φόρο επιχειρήσεων. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εν λόγω τροποποίηση δεν είναι δυνατόν να διαχωρισθεί από το αρχικό καθεστώς του 1993 για τις επιχειρήσεις εξαρτημένης ασφάλισης. Η τροποποίηση του 1996 μεταφράζεται σε αύξηση του χορηγούμενου πλεονεκτήματος, οι διαστάσεις του οποίου δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν. Πράγματι, η αύξηση του φορολογικού πλεονεκτήματος, μολονότι μιας μόνο ποσοστιαίας μονάδας, μπορεί να έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα που είναι αδύνατον να προβλεφθεί. Το εν λόγω πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα οφείλεται στο γεγονός ότι το συμπληρωματικό φορολογικό πλεονέκτημα αυξάνει την ανταγωνιστικότητα των επωφελούμενων επιχειρήσεων. Το μέγεθος της εν λόγω συμπληρωματικής στρέβλωσης δεν μπορεί να μετρηθεί και, κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να διαχωρισθεί σαφώς η εν λόγω τροποποίηση από το υπόλοιπο καθεστώς ενισχύσεων.

(57) Ως εκ τούτου, η τροποποίηση του 1996 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ξεχωριστό σχέδιο, δεδομένου ότι τροποποιεί τα αποτελέσματα του καθεστώτος ενίσχυσης και για το λόγο αυτό εισάγει ένα νέο καθεστώς το οποίο θα έπρεπε να είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.

(58) Κατά συνέπεια, το καθεστώς ενισχύσεων στις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης έχει πλέον καταστεί παράνομη ενίσχυση. Το γεγονός ότι το καθεστώς τροποποιήθηκε εκ νέου το 1998 για να επανέλθει στην κατάσταση του 1993 (περιορίζοντας το πλεονέκτημα στις δέκα ποσοστιαίες μονάδες) δεν αποκαθιστά το χαρακτήρα του ως υφιστάμενης ενίσχυσης. Η απουσία κοινοποίησης της δεύτερης τροποποίησης κατέστησε το μέτρο σαφώς παράνομο και η τροποποίηση ενός παράνομου καθεστώτος ενίσχυσης, ακόμη και αν αυτή το καθιστά ανάλογο με προηγούμενο υφιστάμενο καθεστώς, δεν μπορεί να αποκαταστήσει το χαρακτήρα του ως υφιστάμενης ενίσχυσης. Το γεγονός ότι καμία επιχείρηση δεν επωφελήθηκε του καθεστώτος μέχρι σήμερα δεν αλλάζει καθόλου το γεγονός ότι οι τροποποιήσεις του αρχικού καθεστώτος του 1993 θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί δύο φορές, συγκεκριμένα το 1995 και το 1996.

3. Συμβατότητα του μέτρου ενίσχυσης με τη συνθήκη ΕΚ

(59) Γενικά, τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ είναι ασυμβίβαστα με την κοινή αγορά, εκτός εάν εμπίπτουν σε μια από τις παρεκκλίσεις του άρθρου 87 παράγραφος 2 ή 3. Οι παρεκκλίσεις ισχύουν μόνον εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι, χωρίς την ενίσχυση, οι δυνάμεις της αγοράς δεν παρέχουν, από μόνες τους, επαρκή κίνητρα ώστε οι δικαιούχες επιχειρήσεις να υιοθετήσουν μια συμπεριφορά που θα συνέβαλε στην υλοποίηση ενός από τους στόχους που προβλέπονται από τις εν λόγω παρεκκλίσεις.

(60) Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι παρεκκλίσεις του άρθρου 87 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ δεν μπορούν να εφαρμοστούν, δεδομένου ότι η ενίσχυση δεν αφορά τους στόχους που απαριθμούνται στις εν λόγω διατάξεις.

(61) Σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο α), μια ενίσχυση θεωρείται ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά όταν προωθεί την οικονομική ανάπτυξη περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση. Η Επιτροπή κρίνει ότι τα νησιά Åland δεν ανταποκρίνονται στον εν λόγω ορισμό και ότι, κατά συνέπεια, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης.

(62) Όσον αφορά τις παρεκκλίσεις του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχεία β) και δ), η εξεταζόμενη ενίσχυση δεν προορίζεται για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας της Φινλανδίας, ούτε για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς.

(63) Τέλος, πρέπει να εξετασθεί εάν η ενίσχυση εμπίπτει στην παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ), που προβλέπει ότι η ενίσχυση μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά εάν προορίζεται για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον.

(64) Η Φινλανδία ισχυρίζεται ότι, όσον αφορά τις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης που έχουν την έδρα τους εκτός του Mariehamn και οι οποίες, μετά την 1η Ιανουαρίου 1998, εξαιρούνται του ευεργετήματος της παρέκκλισης για τις ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ), οι διατάξεις παρέκκλισης του εν λόγω άρθρου αποκλείουν το ενδεχόμενο τα εν λόγω φορολογικά μέτρα να συνιστούν μη συμβιβάσιμη κρατική ενίσχυση.

(65) Επιπλέον, η Φινλανδία αναφέρει ότι η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη της το άρθρο 158 της συνθήκης ΕΚ, καθώς και τη δήλωση της συνθήκης του Άμστερνταμ σχετικά με τις νησιωτικές περιοχές.

(66) Όσον αφορά το άρθρο 158 της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή κρίνει ότι προκειμένου να προαχθεί η αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της, η Κοινότητα πρέπει να αναπτύξει και να εξακολουθήσει τη δράση της με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής της συνοχής.

(67) Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το μέτρο περιορίζεται στις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης και ότι λόγω των χαρακτηριστικών του δεν μπορεί να υπαχθεί στην παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ, που προβλέπει ότι οι ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά εφόσον προορίζονται "για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον".

(68) Υποθετικά, μια εκτίμηση κατά την έννοια του άρθρου 158 της συνθήκης ΕΚ δεν αποκλείει μια εκτίμηση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ), δεδομένου ότι αυτό αποσκοπεί στην αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της Κοινότητας, σύμφωνα με το στόχο του άρθρου 158 της συνθήκης ΕΚ.

(69) Οι φινλανδικές αρχές κρίνουν επιπλέον ότι πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη το σημείο Η του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με έναν κώδικα δεοντολογίας για τη φορολογία των επιχειρήσεων(9), στο οποίο αναφέρεται ότι δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στα ειδικά χαρακτηριστικά και στα προβλήματα των άκρως απομακρυσμένων περιοχών και των μικρών νησιών. Υπενθυμίζεται ότι, από την άποψη αυτή, τα κριτήρια που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του εν λόγω κώδικα δεοντολογίας για την εκτίμηση του επιζήμιου χαρακτήρα ενός μέτρου είναι άσχετα όσον αφορά τη συμβατότητα του μέτρου με την κοινή αγορά.

(70) Η Επιτροπή κρίνει ότι για να εκτιμηθεί η συμβατότητα του εξεταζόμενου μέτρου ενίσχυσης με την κοινή αγορά, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των ενισχύσεων επενδύσεων και των ενισχύσεων λειτουργίας. Οι κανόνες για τις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης των νησιών Åland δεν σχετίζονται με τις επενδύσεις ή τη δημιουργία απασχόλησης και συνιστούν μόνιμη ελάφρυνση των δαπανών που, υπό κανονικές συνθήκες, επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό των εν λόγω επιχειρήσεων.

(71) Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κρίνει ότι το εξεταζόμενο μέτρο ενίσχυσης συνιστά ενίσχυση λειτουργίας.

(72) Καταρχήν, οι ενισχύσεις λειτουργίας απαγορεύονται. Στην παρούσα φάση, η Επιτροπή δεν επιτρέπει τη χορήγησή τους παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με την επιφύλαξη ορισμένων όρων, για παράδειγμα στην περίπτωση ορισμένων τύπων ενισχύσεων για την προστασία του περιβάλλοντος(10) και στις περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των άκρως απομακρυσμένων περιοχών, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρέκκλισης του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) υπό τον όρο ότι οι ενισχύσεις είναι δεόντως δικαιολογημένες και το επίπεδό τους είναι ανάλογο των προβλημάτων που έχουν σκοπό να εξομαλύνουν(11).

(73) Όταν χορηγείται παρέκκλιση βάσει των περιφερειακών κριτηρίων, η Επιτροπή πρέπει κυρίως να μεριμνά ώστε τα εξεταζόμενα μέτρα να αφορούν πραγματικά περιφερειακά μειονεκτήματα. Η Επιτροπή κρίνει ότι δεν υπάρχουν μειονεκτήματα τέτοιου είδους για δραστηριότητες στις οποίες το επιπρόσθετο κόστος δεν έχει καμία επίπτωση, για παράδειγμα, το επιπρόσθετο κόστος μεταφοράς στις δραστηριότητες ασφάλισης.

(74) Το μέτρο συνιστά ενίσχυση λειτουργίας και δεν συμβάλλει σημαντικά στην περιφερειακή ανάπτυξη, δεδομένου ότι τα θετικά αποτελέσματά του θα παύσουν αφ ης στιγμής το μέτρο καταργηθεί και κατά συνέπεια είναι περιορισμένα χρονικά. Δεδομένου ότι το μέτρο προορίζεται ειδικά για τις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης, η Επιτροπή κρίνει ότι δεν εξομαλύνει πραγματικά περιφερειακά προβλήματα στα νησιά Åland με τη μορφή επιπρόσθετου κόστους. Επιπλέον, το καθεστώς ενίσχυσης, λόγω της φύσης της οικονομικής δραστηριότητας, δεν ευνοεί σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής.

(75) Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η ενίσχυση λειτουργίας δεν εμπίπτει σε καμία από τις παρεκκλίσεις του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχεία α), β) ή γ) της συνθήκης, και κατά συνέπεια πρέπει να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1.

4. Ανάκτηση της ενίσχυσης

(76) Στο πλαίσιο της έναρξης της επίσημης διαδικασίας ελέγχου, οι φινλανδικές αρχές και οι ενδιαφερόμενοι κλήθηκαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους όσον αφορά ενδεχόμενα εμπόδια για την ανάκτηση της ενίσχυσης, σε περίπτωση που αυτή θα εθεωρείτο παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Δεδομένου ότι καμία επιχείρηση δεν έλαβε ενίσχυση βάσει του εξεταζόμενου καθεστώτος από την έναρξη της ισχύος του, δεν τίθεται θέμα ανάκτησης.

VI. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(77) Η Επιτροπή διαπιστώνει τα ακόλουθα όσον αφορά τις πληροφορίες που η Φινλανδία υπέβαλε στην Επιτροπή και τα μέτρα για τα οποία αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της συνθήκης.

(78) Η Φινλανδία εφάρμοσε παράνομα φορολογικά μέτρα υπέρ των εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης των νησιών Åland σύμφωνα με τις νομοθετικές τροποποιήσεις του 1995 και 1996, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ.

(79) Η Επιτροπή διαπιστώνει επίσης ότι το μέτρο υπέρ των εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης των νησιών Åland δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχεία α), β) ή γ) της συνθήκης ΕΚ. Κατά συνέπεια, το μέτρο δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Το μέτρο κρατικής ενίσχυσης την οποία η Φινλανδία έθεσε σε εφαρμογή υπέρ των "εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης" των νησιών Åland (τοπικός νόμος ÅFS 109/93 όπως τροποποιήθηκε) δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

Άρθρο 2

Η Φινλανδία καταργεί το καθεστώς ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1.

Άρθρο 3

Η Φινλανδία ενημερώνει την Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών μετά την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, όσον αφορά τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί προς την απόφαση.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Δημοκρατία της Φινλανδίας.

Βρυξέλλες, 10 Ιουλίου 2002.

Για την Επιτροπή

Mario Monti

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ C 309 της 1.11.2001, σ. 4.

(2) Βλέπε υποσημείωση 1.

(3) ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

(4) ΕΕ C 2 της 6.1.1998, σ. 2.

(5) ΕΕ C 384 της 10.12.1998, σ. 3.

(6) Όσον αφορά την έννοια της "δημοσιονομικής δαπάνης", βλέπε Tax expenditures: Recent experiences, ΟΟΣΑ, Παρίσι, 1996· βλέπε επίσης Stanley S. Surrey, Tax incentives as a device for implementing government policy: A comparison with direct government expenditures, Harvard Law Review, Τόμος 83, αριθ. 4, σ. 705-738.

(7) Βλέπε υπόθεση 248/84, Γερμανία/Επιτροπή, συλλογή 1987, σ. 4013.

(8) Βλέπε υπόθεση 173/73 Iταλία/Επιτροπή, σκέψη 13, συλλογή 1976, σ. 709.

(9) Βλέπε υποσημείωση 4.

(10) Κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος (ΕΕ C 72 της 10.3.1994, σ. 3).

(11) Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (ΕΕ C 74 της 10.3.1998, σ. 9).