32002D0894

2002/894/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2001, σχετικά με το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που εφάρμοσε η Ισπανία υπέρ των επιχειρήσεων της Γκιπούθκοα υπό μορφή έκπτωσης φόρου ίσης με το 45 % των επενδύσεων [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2001) 1764] (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 314 της 18/11/2002 σ. 0026 - 0044


Απόφαση της Επιτροπής

της 11ης Ιουλίου 2001

σχετικά με το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που εφάρμοσε η Ισπανία υπέρ των επιχειρήσεων της Γκιπούθκοα υπό μορφή έκπτωσης φόρου ίσης με το 45 % των επενδύσεων

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2001) 1764]

(Το κείμενο στην ισπανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2002/894/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη,

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα(1) και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1) Χάρη στις πληροφορίες που ελήφθησαν μετά την κίνηση των διαδικασιών που προκάλεσαν οι υποβληθείσες καταγγελίες σχετικά με τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων στην εταιρεία Daewoo Electronics Manufacturing España SA(2) και στις επιχειρήσεις Ramondín SA και Ramondín Cápsulas SA(3), η Επιτροπή έλαβε γνώση σχετικά με την ύπαρξη καθεστώτος μη κοινοποιηθεισών φορολογικών επενδυτικών ενισχύσεων στην Άλαβα, στο Βασίλειο της Ισπανίας, υπό μορφή έκπτωσης φόρου ύψους 45 %. Επίσης έλεγαν επίσης επίσημες πληροφορίες βάσει των οποίων ανάλογα μέτρα ίσχυσαν και στην Γκιπούθκοα, δεδομένου ότι και η περιοχή αυτή απολαμβάνει τις ίδιας φορολογικής αυτονομίας με την Άλαβα. Προς τούτο στις 15 Μαρτίου 1999 οι υπηρεσίες της Επιτροπής απέστειλαν επιστολή στην Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ισπανίας στην οποία ζητούσαν πληροφορίες σχετικά. Με επιστολές που απέστειλε η επίσημη αντιπροσωπεία τους στις 13 Απριλίου 1999 και στις 17 Μαίου 1999, οι ισπανικές αρχές ζήτησαν διαδοχικές παρατάσεις τις προθεσμίας που τους είχε οριστεί για να δώσουν απάντηση. Με επιστολή της 25ης Μαίου 1999, οι υπηρεσίες της Επιτροπής αρνήθηκαν να χορηγήσουν τη δεύτερη παράταση, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 της 22ας Μαρτίου 1999 βάσει του οποίου θεσπίζονται οι διατάξεις του άρθρου 93 της συνθήκης(4). Τέλος, με επιστολή που απέστειλε η επίσημη αντιπροσωπεία τους στις 2 Ιουνίου 1999, οι ισπανικές αρχές διαβίβασαν πληροφορίες σχετικά με τις επίμαχες φορολογικές ενισχύσεις.

(2) Με επιστολή της 17ης Αυγούστου Σεπτεμβρίου 1999, SG(99) D/6871, η Επιτροπή ενημέρωσε την Ισπανία για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ έναντι της ενίσχυσης αυτής.

(3) Με επιστολή της επίσημης αντιπροσωπείας τους της 9ης Νοεμβρίου 1999, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1999, οι ισπανικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους στα πλαίσια της παραπάνω διαδικασίας.

(4) Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(5). Η Επιτροπή κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την εν λόγω ενίσχυση εντός μηνός από την ημερομηνία της δημοσίευσης.

(5) Η Επιτροπή έλαβε σχετικές παρατηρήσεις εκ μέρους: της Αυτόνομης Κοινότητας της Καστίλλης και Λεόν στις 3 Ιανουαρίου 2000· της Βασκικής Συνομοσπονδίας Επιχειρήσεων/Euskal Entrepresarien Konfederakuntza (στο εξής "Confebask") στις 4 Ιανουαρίου 2000, και, εκτός προθεσμίας, συμπληρωματικές παρατηρήσεις με επιστολή της 29ης Δεκεμβρίου 2000, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2001· της κυβέρνησης της Λα Ριόχα στις 5 Ιανουαρίου 2000· του Βασκικού συλλόγου οικονομολόγων/Ekonomilarien Euskal Elkargoa στις 5 Ιανουαρίου 2000· του Κύκλου βάσκων επιχειρηματιών/Círculo de Empresarios Vascos στις 5 Ιανουαρίου Μαρτίου 2000· και της Επαγγελματικής ένωσης φορολογικών συμβούλων της κοινότητας της Χώρας των Βάσκων/Asociación Profesional de Asesores Fiscales de la Comunidad del País Vasco, στις 7 Ιανουαρίου 2000. Με επιστολή της 1ης Μαρτίου 2000, D/50912, η Επιτροπή διαβίβασε τις παρατηρήσεις στην Ισπανία παρέχοντάς της τη δυνατότητα να προβεί σε σχολιασμό, αλλά δεν έλαβε κανένα σχόλιο παρά μόνο μία αίτηση εικοσαήμερης παράτασης της προθεσμίας.

(6) Με επιστολή της επίσημης αντιπροσωπείας τους της 22ας Ιουνίου 2000, οι ισπανικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή για την κατάργηση από τις 18 Μαρτίου 2000, μέσω του περιφερειακού νόμου(6) 3 της 13ης Μαρτίου 2000, της συμπληρωματικής 7ης διάταξης του περιφερειακού νόμου(7) 7/1997 της 22ας Δεκεμβρίου 1997, που απετέλεσε τη νομική βάση για τη θέσπιση της έκπτωσης φόρου ύψους 45 %.

II. ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(7) Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή, οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί ούτε από τις ισπανικές ούτε από άλλες αρχές, οι φορολογικές ενισχύσεις τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1997 δυνάμει της συμπληρωματικής δέκατης διάταξης του περιφερειακού νόμου αριθ. 7/1997(8)

(8) Όσον αφορά την έκπτωση φόρου ύψους 45 % που βρίσκεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1997, το κείμενο της συμπληρωματικής δέκατης διάταξης του περιφερειακού νόμου αριθ. 7/1997 της 22ας Δεκεμβρίου 1997 ορίζει τα ακόλουθα:

"Οι επενδύσεις σε νέα υλικά πάγια στοιχεία, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και της 31ης Δεκεμβρίου 1995 και υπερβαίνουν τα 2500 εκατομμύρια ESP, με απόφαση του περιφερειακού συμβουλίου της Γκιπούθκοα, τυγχάνουν έκπτωσης φόρου ίσης με το 45 % του ποσού της επένδυσης, όπως αποφάσισε το περιφερειακό συμβούλιο της Γκιπούθκοα, και η οποία εφαρμόζεται επί του ποσού της ατομικής φορολογικής επιβάρυνσης.

Τυχόν έκπτωση φόρου που δεν έχει εφαρμοσθεί επειδή υπερβαίνει το ποσό της φορολογικής επιβάρυνσης δύναται να μεταφερθεί και να χρησιμοποιηθεί εντός των εννέα ετών που έπονται της απόφασης του περιφερειακού συμβουλίου της Γκιπούθκοα.

Ο υπολογισμός της προθεσμίας για την εφαρμογή της εν λόγω μείωσης μπορεί να διαφοροποιηθεί έως το πρώτο οικονομικό έτος κατά το οποίο, εντός του ορισθέντος χρονικού διαστήματος, παράγονται θετικά αποτελέσματα.

Η συμφωνία στην οποία αναφέρεται η πρώτη παράγραφος του παρόντος άρθρου καθορίζει τις προθεσμίες και τους περιορισμούς για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Τα οφέλη που χορηγούνται δυνάμει της παρούσας διάταξης δεν συμβιβάζονται με τυχόν άλλες φορολογικές διευκολύνσεις στα πλαίσια των ίδιων επενδύσεων.

Το περιφερειακό συμβούλιο της Γκιπούθκοα καθορίζει επίσης τη διάρκεια της επενδυτικής διαδικασίας η οποία ενδέχεται να περιλαμβάνει επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο του αρχικού σχεδίου των επενδύσεων".

(9) Συνοψίζοντας από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το αντικείμενο των ενισχύσεων συνίσταται αφενός στις επενδύσεις σε νέα υλικά στοιχεία του ενεργητικού, που πραγματοποιήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1997 και αφετέρου στις επενδύσεις(9) που πραγματοποιήθηκαν κατά το στάδιο προπαρασκευής του αρχικού σχεδίου της επένδυσης, εφόσον αμφότερες υπερβαίνουν τα 2,5 εκατομμύρια ESP.

(10) Δεδομένου ότι το καθεστώς δεν θέτει ως προϋπόθεση η επένδυση η οποία παρέχει δικαίωμα χορήγησης ενισχύσεων να τοποθετείται στην Γκιπούθκοα, μια επιχείρηση που η φορολογική της έδρα βρίσκεται στην εν λόγω περιοχή μπορεί να λάβει έκπτωση φόρου 45 % επί του ποσού των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν σε άλλο μέρος εκτός της Γκιπούθκοα.

(11) Εξάλλου, το καθεστώς είναι εφαρμοστέο για τις επενδύσεις που πραγματοποιούνται σε κάθε τομέα, χωρίς να απαιτείται να πληρούν κανέναν τομεακό όρο όπως εκείνες που περιλαμβάνονται στους τομεακούς κοινοτικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δραστηριότητες παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων και των αλιευμάτων του παραρτήματος 1 της συνθήκης, στη βιομηχανία άνθρακα, τη χαλυβουργία, τις μεταφορές, τη ναυπηγική βιομηχανία, τις συνθετικές ίνες και την αυτοκινητοβιομηχανία.

(12) Επιπλέον, δικαιούχος της έκπτωσης φόρου 45 % μπορεί να είναι οποιαδήποτε επιχείρηση ανεξάρτητα από την οικονομική ή χρηματοπιστωτική της κατάσταση, ακόμα κι αν είναι προβληματική.

(13) Παρόλο που η έκπτωση φόρου 45 % δεν συμβιβάζεται με οποιοδήποτε άλλο φορολογικό πλεονέκτημα που υφίσταται για τις ίδιες επενδύσεις, δεν αποκλείεται η σώρευση της εν λόγω έκπτωσης φόρου με άλλες ενισχύσεις, περιλαμβανομένων εκείνων που λαμβάνουν τη μορφή επιδοτήσεων, προνομιακών δανείων, εγγυήσεων, συμμετοχών κ.λπ.

(14) Στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή υπενθυμίζει, κατά το παρόν στάδιο, ότι για την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων δεν λαμβάνεται υπόψη ο φορολογικός χαρακτήρας των εξεταζόμενων μέτρων, δεδομένου ότι το άρθρο 87 εφαρμόζεται σε μέτρα ενίσχυσης "υπό οποιαδήποτε μορφή". Η Επιτροπή τονίζει, ωστόσο, ότι για να θεωρηθούν ενισχύσεις τα μέτρα πρέπει να πληρούν και τα τέσσερα κριτήρια του άρθρου 87 τα οποία παρουσιάζονται παρακάτω.

(15) Πρώτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά το παρόν στάδιο, η έκπτωση φόρου παρέχει στους δικαιούχους το πλεονέκτημα που ανέρχεται στο 45 % του ποσού των επενδύσεων και μειώνει τις επιβαρύνσεις που επιβαρύνουν κατά κανόνα τον προϋπολογισμό τους, μέσω της μερικής μείωσης της συνήθους φορολογικής τους υποχρέωσης.

(16) Δεύτερον, η Επιτροπή εκτιμά, αρχικά, ότι οι παραπάνω μειώσεις συνεπάγονται απώλεια φορολογικών εσόδων και κατά συνέπεια αντιστοιχούν σε κατανάλωση κρατικών πόρων υπό μορφή φορολογικών δαπανών.

(17) Τρίτον, η Επιτροπή, κατά το παρόν στάδιο, έκρινε ότι η έκπτωση φόρου ύψους 45 % επηρεάζει τον ανταγωνισμό και τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Δεδομένου ότι οι δικαιούχοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες οι οποίες συνεπάγονται ενδεχομένως εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, η ενίσχυση ενισχύει τη θέση των δικαιούχων επιχειρήσεων σε σχέση με άλλες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις που πραγματοποιούν συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Επιπλέον, η αύξηση του καθαρού κέρδους των δικαιούχων επιχειρήσεων (κέρδος μετά την επιβολή του φόρου) βελτιώνει την κερδοφορία τους. Κατ' αυτόν τον τρόπο, είναι σε θέση να ανταγωνίζονται επιχειρήσεις οι οποίες στερούνται του πλεονεκτήματος αυτού.

(18) Η Επιτροπή έκρινε αρχικά ότι η έκπτωση φόρου 45 % έχει ειδικό ή επιλεκτικό χαρακτήρα κατά την έννοια ότι ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις. Πράγματι μόνο επιχειρήσεις που πραγματοποιούν επενδύσεις που υπερβαίνουν το κατώφλιο των 2,5 δισεκατομμυρίων ESP (15025303 ευρώ) δύνανται να επιλεγούν για τη συγκεκριμένη έκπτωση φόρου. Από το πλεονέκτημα της χορήγησης των ενισχύσεων αποκλείονται όλες οι άλλες επιχειρήσεις που επενδύουν χωρίς να υπερβαίνουν το κατώφλιο των 2,5 δισεκατομμυρίων ESP.

(19) Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί, κατά το παρόν στάδιο, ότι ο επιλεκτικός χαρακτήρας της ενίσχυσης απορρέει και από τη διακριτική ευχέρεια των φορολογικών αρχών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το περιφερειακό συμβούλιο της Γκιπούθκοα διέθετε τη διακριτική ευχέρεια να ορίζει τη διάρκεια της επενδυτικής διαδικασίας, καθώς και τη διάρκεια της προπαρασκευαστικής φάσης της επένδυσης που αποτελεί αντικείμενο του φορολογικού πλεονεκτήματος.

(20) Εν κατακλείδι, η Επιτροπή έκρινε, κατά το παρόν στάδιο, ότι η έκπτωση φόρου 45 % αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης και του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο δεδομένου ότι πληροί τα διάφορα σχετικά κριτήρια: συνιστά πλεονέκτημα, χορηγείται από το κράτος με κρατικούς πόρους, επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και νοθεύει τον ανταγωνισμό ευνοώντας ορισμένες επιχειρήσεις.

(21) Δεδομένου ότι οι επίμαχες φορολογικές ενισχύσεις δεν υπόκεινται, συγκεκριμένα στον όρο μη υπέρβασης του ποσού των 100000 ευρώ επί τριετία, η Επιτροπή έκρινε προσωρινά ότι οι εν λόγω ενισχύσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανόνα de minimis(10).

(22) Η Επιτροπή ανακοίνωσε, εισαγωγικά ότι, όσον αφορά κρατικές ενισχύσεις που δεν διέπονται από τον κανόνα de minimis, υπόκεινται στην υποχρέωση εκ των προτέρων κοινοποίησης όπως ορίζεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης καθώς και στο άρθρο 62 παράγραφος 3 της συμφωνίας ΕΟΧ. Οι ισπανικές αρχές δεν τήρησαν, ωστόσο, την υποχρέωση αυτή και επομένως η Επιτροπή έκρινε τις ενισχύσεις παράνομες.

(23) Η Επιτροπή, κατά το παρόν στάδιο, διαπίστωσε ότι η έκπτωση φόρου σε 45 % είναι μια ενίσχυση που υπόκειται στην πραγματοποίηση μιας επένδυσης(11). Ωστόσο, ελλείψει συγκεκριμένου καθορισμού των επιλέξιμων δαπανών, η Επιτροπή δεν μπορεί να απορρίψει ότι μέρος των επενδυτικών δαπανών που μπορούν να τύχουν του πλεονεκτήματος της έκπτωσης φόρου 45 % εμπίπτει στο πεδίο του κοινοτικού ορισμού αρχικής επένδυσης(12).

(24) Όσον αφορά τις επενδυτικές δαπάνες που εμπίπτουν στον κοινοτικό ορισμό, η Επιτροπή, κατά το παρόν στάδιο, έκρινε ότι η εν λόγω έκπτωση φόρου ύψους 45 % προσλαμβάνει εν όλω ή εν μέρει χαρακτήρα επενδυτικής ενίσχυσης. Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί βάσει των κοινοτικών κανόνων για τις επενδυτικές ενισχύσεις. Αντιθέτως, οι ενισχύσεις που προορίζονται για τις επενδυτικές δαπάνες που δεν περιλαμβάνονται στον κοινοτικό ορισμό δεν μπορούν να θεωρηθούν επενδυτικές ενισχύσεις, αλλά ενισχύσεις για άλλους σκοπούς, για παράδειγμα ενισχύσεις λειτουργίας.

(25) Η έκπτωση φόρου 45 %, η οποία δεν υπόκειται σε κανέναν ατομικό περιορισμό, μπορεί να χορηγείται σε επιχειρήσεις που διέπονται από τομεακούς κοινοτικούς κανόνες. Δεδομένων των συνθηκών, η Επιτροπή εξέφρασε κατά το παρόν στάδιο αμφιβολίες σχετικά με το συμβιβάσιμο των εν λόγω ενισχύσεων σε περίπτωση που ο δικαιούχος ανήκει σε τομέα ο οποίος διέπεται από ειδικούς κοινοτικούς κανόνες.

(26) Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση της έκπτωσης φόρου 45 % η οποία χορηγείται σε προβληματικές επιχειρήσεις, δυνάμει των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, η χορήγηση των επίμαχων φορολογικών ενισχύσεων δεν υπόκειται στους όρους που θεσπίζουν οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές. Εφόσον δεν τηρούν τους όρους αυτούς, οι εν λόγω ενισχύσεις γεννούν, κατά το παρόν στάδιο, αμφιβολίες κατά πόσο συμβιβάζονται με την κοινή αγορά όταν απευθύνονται σε προβληματικές επιχειρήσεις.

(27) Όσον αφορά την εφαρμογή στις επενδυτικές ενισχύσεις της Γκιπούθκοα της εξαίρεσης που περιλαμβάνεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι με την απόφασή της της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την τροποποίηση του χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων στην Ισπανία, έκρινε ότι οι επενδυτικές ενισχύσεις για την περιφερειακή ανάπτυξη μπορούσαν να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά σύμφωνα με την εξαίρεση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης σε όλη την επικράτεια της Γκιπούθκοα εφόσον οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν υπερέβαιναν το όριο του 25 % του καθαρού ισοδυνάμου επιχορήγησης (ΚΙΕ).

(28) Εξάλλου, κατά το παρόν στάδιο, η Επιτροπή τόνισε ότι τα εν λόγω ανώτατα όρια εφαρμόζονται αποκλειστικά σε ορισμένες επιχορηγητέες δαπάνες που περιλαμβάνονται στην ενιαία βάση, και εφόσον προσαρμόζονται στον προαναφερθέντα κοινοτικό ορισμό της αρχικής επένδυσης, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αποκλείει τις επενδύσεις υποκατάστασης. Επιπλέον, η Επιτροπή επεσήμανε ότι, στην περίπτωση των ενισχύσεων που θεσπίζονται για το διάστημα που περιλαμβάνεται μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 1999 και της 31ης Δεκεμβρίου 1999, εφαρμόζονται οι προαναφερθείσες περιφερειακές κατευθυντήριες γραμμές. Κατά συνέπεια, οι επενδυτικές ενισχύσεις που δεν υπερβαίνουν τα εν λόγω ανώτατα όρια υπόκεινται επίσης σε ορισμένους πρόσθετους όρους που θεσπίζονται στις εν λόγω περιφερειακές κατευθυντήριες γραμμές.

(29) Ωστόσο, κατά το παρόν στάδιο, η Επιτροπή παρατήρησε κατ' αρχήν ότι οι φορολογικές ενισχύσεις υπό μορφή έκπτωσης φόρου 45 % δεν περιορίζονται στο 25 % του ΚΙΕ στην περίπτωση των μεγάλων επιχειρήσεων ούτε στο 30 % του ΚΙΕ στην περίπτωση των ΜΜΕ. Επίσης η Επιτροπή διαπίστωσε προσωρινά ότι οι επιλέξιμες δαπάνες δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις δαπάνες του υποδείγματος που εξελήφθη ως βάση. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή έκρινε αρχικά ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει το γεγονός ότι οι ενισχύσεις θα μπορούσαν να έχουν το χαρακτήρα ενισχύσεων λειτουργίας, εφόσον προορίζονταν για τη μείωση των τρεχουσών δαπανών των δικαιούχων επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έκρινε, κατά το παρόν στάδιο, ότι υπάρχουν αμφιβολίες κατά πόσον οι φορολογικές ενισχύσεις συμβιβάζονται με τους κανόνες για τις περιφερειακές ενισχύσεις.

(30) Όσον αφορά το χρονικό διάστημα μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1998, η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το γεγονός ότι η επένδυση που αποτελεί αντικείμενο ενίσχυσης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των πολυτομεακών κατευθυντηρίων γραμμών (98/C 107/05). Οι επίμαχες φορολογικές ενισχύσεις δεν υπόκεινται ούτε στην κοινοποίηση στην περίπτωση των επονομαζόμενων μεγάλων σχεδίων, ούτε σε ενδεχόμενη μείωση έντασης της ενίσχυσης που απορρέει από την αξιολόγηση της Επιτροπής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή επέμεινε προσωρινά ότι διατηρούσε αμφιβολίες σχετικά με το συμβιβάσιμο των εν λόγω φορολογικών ενισχύσεων στην περίπτωση των μεγάλων σχεδίων.

(31) Εν κατακλείδι, κατά το παρόν στάδιο η Επιτροπή, εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με το συμβιβάσιμο των επίμαχων φορολογικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά, σύμφωνα με την εξαίρεση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης που αναφέρεται "στις ενισχύσεις που προορίζονται για τη διευκόλυνση της ανάπτυξης [...] συγκεκριμένων οικονομικών περιφερειών ...". Το αυτό ισχύει και σχετικά με τις λοιπές εξαιρέσεις του άρθρου 10 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης, δεδομένου ότι οι εν λόγω ενισχύσεις δεν δύνανται να θεωρηθούν ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 2 στοιχείο α)· δεν προορίζονται για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο β) και δεν υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 87 παράγραφος 2 στοιχείο γ) σχετικά με τις "ενισχύσεις που προορίζονται για τη διευκόλυνση της ανάπτυξης [...] ορισμένων δραστηριοτήτων ...". Επιπλέον, δεν έχουν ως στόχο την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ούτε προορίζονται για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους, όπως προβλέπει το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο β). Τέλος, δεν είναι ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού ή της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ).

(32) Η Επιτροπή όρισε στις ισπανικές αρχές προθεσμία για την υποβολή των παρατηρήσεών τους, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης· επίσης ζήτησε από τις ισπανικές αρχές κάθε σχετική πληροφορία για να αξιολογήσει τις φορολογικές ενισχύσεις σε μορφή έκπτωσης φόρου 45 % στην Γκιπούθκοα. Προς τούτο η Επιτροπή επισήμανε ότι οι σχετικές πληροφορίες αναφέρονταν ειδικά στις πιθανές φορολογικές ενισχύσεις με τη μορφή έκπτωσης φόρου για τις επενδύσεις που βρίσκονταν σε ισχύ κατά τα έτη, εν όλω ή εν μέρει, 1986-1994, τα αντίγραφα των αποφάσεων χορήγησης της ενίσχυσης κατά την περίοδο 1995-1997 και τα αντίγραφα, στην επίσημη μορφή τους, των ανακοινώσεων των ενδιαφερομένων προς το περιφερειακό συμβούλιο κατά την περίοδο 1998-1999, στα οποία θα εμφανίζονται, τουλάχιστον, η φύση των επενδυτικών δαπανών που μπορούν να γίνουν αποδεκτές για τις ενισχύσεις, το ποσό της φορολογικής έκπτωσης κάθε δικαιούχου, οι ενισχύσεις που καταβάλλονται σε κάθε δικαιούχο, καθώς και το υπόλοιπο εκείνων που μένουν να καταβληθούν, ο ενδεχόμενος χαρακτήρας προβληματικής επιχείρησης όσον αφορά τους δικαιούχους που υπόκεινται στις προαναφερθείσες κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων, τα λεπτομερή στοιχεία σε περίπτωση σώρευσης (ποσό, επιδοτούμενες δαπάνες, εφαρμοζόμενα καθεστώτα ενισχύσεων, κατά περίπτωση κ.λπ.) ο ακριβής και αναλυτικός ορισμός των όρων "επένδυση" και "επενδύσεις σε προπαρασκευαστικό στάδιο".

III. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΙΣΠΑΝΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ

(33) Οι ισπανικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους με επιστολή της επίσημης αντιπροσωπείας τους της 9ης Νοεμβρίου 1999. Ουσιαστικά εκτιμούν ότι η έκπτωση φόρου δεν συνιστά κρατική ενίσχυση δυνάμει του άρθρου 87 της συνθήκης. Προς επίρρωσιν της θέσης τους, οι ισπανικές αρχές αποκρούουν τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι το καθεστώς επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών επειδή οι δικαιούχοι επιχειρήσεις πραγματοποιούν οικονομικές δραστηριότητες που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Κατά τη γνώμη των ισπανικών αρχών, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί γενικά, όπως πράττει η Επιτροπή, αλλά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ότι επηρεάζονται οι συναλλαγές, εφόσον υπάρχει πιθανότητα τούτο να μην ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, απουσιάζει μία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις που καθιστούν ένα επίσημο μέτρο κρατική ενίσχυση.

(34) Επίσης ότι υποστηρίζουν ότι το μέτρο δεν είναι ειδικό ούτε επιλεκτικό. Εκτιμούν ότι το γεγονός ότι το μέτρο είναι ανοικτό σε όλους τους τομείς και σε όλους τους φορολογούμενους που πληρούν τα απαραίτητα κριτήρια αίρει οποιονδήποτε ειδικό χαρακτήρα. Εξάλλου, εάν ληφθεί υπόψη ότι υπάρχουν πέντε φορολογικά καθεστώτα στην Ισπανία, ένα εκ των οποίων στην Γκιπούθκοα, επιβεβαιώνεται ότι οι φορολογικοί κανόνες που ισχύουν στην περιοχή αυτή έχουν χαρακτήρα γενικού μέτρου για τους φορολογούμενους στους οποίους εφαρμόζονται. Ως εκ τούτου, δεν έχουν ειδικό περιφερειακό χαρακτήρα.

(35) Όσον αφορά την υλική ιδιαιτερότητα, δεν υφίσταται, δεδομένου ότι το μέτρο είναι ανοικτό σε όλους τους τομείς και όλους τους φορολογούμενους. Προς τούτο οι ισπανικές αρχές επισημαίνουν ότι ο όρος επένδυσης ποσού 2,5 δισεκατομμυρίων ESP δεν εμπεριέχει διάκριση, αλλά είναι ένας αντικειμενικός όρος που απορρέει από την ανάγκη διασφάλισης της αποτελεσματικότητας του μέτρου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου. Εάν η Επιτροπή εκτιμά ότι πρόκειται για ειδικό μέτρο, τούτο θα δικαιολογούσαν η φύση και η οικονομία του συστήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανακοίνωσης 98/C 384/03(13). Πράγματι, το εν λόγω μέτρο δικαιολογείται από τη φύση του φορολογικού συστήματος, εφόσον εντάσσεται στο μοναδικό φορολογικό σύστημα που είναι εφαρμοστέο στην περιοχή της Γκιπούθκοα. Απορρέει συνεπώς από την άσκηση των αρμοδιοτήτων που διαθέτει το περιφερειακό συμβούλιο για τη θέσπιση διατάξεων φορολογικού χαρακτήρα. Δικαιολογείται επίσης από την οικονομία του εν λόγω συστήματος, αφού έχει ως στόχο την προώθηση της οικονομικής δραστηριότητας. Επιπλέον, φαίνεται λογικό ότι τα κίνητρα απευθύνονται στις μεγάλες επενδύσεις δεδομένου ότι αφενός αυτές θα ωφελήσουν πραγματικά την Γκιπούθκοα μακροχρόνια, επιτρέποντας στις φορολογικές αρχές να εισπράττουν υψηλότερα φορολογικά έσοδα από τις φορολογικές δα πάνες που υφίστανται κατά την έναρξη των επενδύσεων και αφετέρου το ελάχιστο κατώφλιο επένδυσης δεν ζημιώνει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δεδομένου ότι αυτές ήδη επωφελούνται από ειδικά κοινοτικά προγράμματα χρηματοδότησης.

(36) Εξάλλου, οι ισπανικές αρχές αποκρούουν το διακριτικό χαρακτήρα των μέτρων, ισχυριζόμενες ότι οι ενισχύσεις χορηγούνται αυτομάτως εφόσον πληρούται η προϋπόθεση επένδυσης με ελάχιστο ποσό 2,5 δισεκατομμυρίων ESP. Το περιφερειακό συμβούλιο της Γκιπούθκοα περιορίζεται επομένως μόνο να ελέγξει αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις χωρίς να μπορεί να τροποποιήσει την ενίσχυση ούτε να προσθέσει όρους για τη χορήγησή της. Επιπλέον οι ισπανικές αρχές τονίζουν ότι η ισπανική φορολογική νομοθεσία δεν επιτρέπει αυθαίρετες αποφάσεις κατά τον καθορισμό των ουσιωδών χαρακτηριστικών των φορολογικών υποχρεώσεων των φορολογουμένων.

(37) Οι ισπανικές αρχές αντικρούουν επίσης το επιχείρημα ότι οι φορολογικοί κανόνες δεν πληρούν τους όρους των τομεακών κανόνων. Υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να προσδιορίσει ποιοι είναι οι όροι τους οποίους παραβαίνουν οι συγκεκριμένοι φορολογικοί κανόνες. Όσον αφορά την εφαρμογή των φορολογικών κανόνων στις προβληματικές επιχειρήσεις, οι ισπανικές αρχές θεωρούν ότι ο όρος επένδυσης ελάχιστου ποσού 2,5 δισεκατομμυρίων ESP καθιστά δυσχερέστερη τη λήψη ενισχύσεων από τις εν λόγω επιχειρήσεις. Ο όρος αυτός παρέχει ακόμη μία εγγύηση ότι δεν θα εφαρμοστούν οι φορολογικοί κανόνες στις εν λόγω επιχειρήσεις. Εξάλλου, οι ισπανικές αρχές εκτιμούν ότι δεν ενδείκνυται η εφαρμογή των κανόνων για τις περιφερειακές ενισχύσεις, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για κρατικές ενισχύσεις.

(38) Βάσει των παραπάνω επιχειρημάτων, οι ισπανικές αρχές εκτιμούν ότι η Επιτροπή οφείλει να περατώσει την κινηθείσα διαδικασία δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 2 με την έκδοση απόφασης που θα αναφέρει ότι τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα δεν πληρούν τα κριτήρια που τα καθιστούν κρατικές ενισχύσεις.

(39) Τέλος, οι ισπανικές αρχές θεωρούν ότι δεν είναι απαραίτητο να ανταποκριθούν στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών της Επιτροπής οι οποίες αφορούν ιδίως τις αποφάσεις χορήγησης έκπτωσης φόρου, εφόσον δεν υφίστανται στοιχεία κρατικής ενίσχυσης. Κατά συνέπεια δεν διαβιβάζουν κανένα από τα στοιχεία που ζήτησε η Επιτροπή στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας.

IV. ΑΛΛΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΛΑΒΕ Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ

(40) Η Επιτροπή σημειώνει ότι οι παρακάτω παρατηρήσεις παρουσιάζονται με την επιφύλαξη κατά πόσον τα μέρη που τις έχουν αποστείλει δύνανται να θεωρηθούν ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης.

Παρατηρήσεις της Αυτόνομης Κοινότητας Καστίλλης και Λεόν

(41) Η Αυτόνομη Κοινότητα Καστίλλης και Λεόν σημειώνει εισαγωγικά πρώτον και κύριον ότι τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα αποτελούν μέρος του συνόλου των φορολογικών μέτρων που έλαβε το περιφερειακό συμβούλιο της Γκιπούθκοα και τα οποία αμφισβητήθηκαν τόσο σε εσωτερικό επίπεδο του κράτους μέλους όσο και σε κοινοτικό επίπεδο.

(42) Η Αυτόνομη Κοινότητα Καστίλλης και Λεόν αναφέρει εν συνεχεία ότι τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα συνιστούν κρατικές ενισχύσεις δεδομένου ότι πληρούν και τα τέσσερα κριτήρια που θεσπίζει το άρθρο 87 της συνθήκης. Προς επίρρωσιν του ισχυρισμού αυτού επικαλείται κυρίως τα ίδια επιχειρήματα με εκείνα που περιλαμβάνονται στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας.

(43) Εν συνεχεία, η Αυτόνομη Κοινότητα Καστίλλης και Λεόν εκτιμά ότι οι φορολογικές ενισχύσεις δεν δύνανται να θεωρηθούν συμβιβάσιμες δυνάμει των παρεκκλίσεων του άρθρου 87. Επιπλέον, δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση κοινοποίησης που θεσπίζει το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης.

(44) Ως εκ τούτου, η Αυτόνομη Κοινότητα Καστίλλης και Λεόν εκτιμά ότι τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα πρέπει να θεωρηθούν κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες είναι παράνομες αφού δεν έχουν τηρήσει τη διαδικασία κοινοποίησης που θεσπίζει το άρθρο 88 παράγραφος 3 και ότι δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.

Παρατηρήσεις της Βασκικής επιχειρηματικής συνομοσπονδίας (Confebask)

(45) Αρχικά, η Confebask τονίζει τις ιστορικές ρίζες της σημερινής αυτόνομης φορολογικής αρχής της Γκιπούθκοα. Όσον αφορά την ουσία, η Confebask αναφέρει τα ακόλουθα:

α) Η υποτιθέμενη μείωση του φορολογικού χρέους. Η Επιτροπή εσφαλμένα θεωρεί ότι υφίσταται φορολογικό χρέος η μείωση του οποίου συνεπάγεται απώλεια φορολογικών εσόδων. Εάν το επιχείρημα ήταν βάσιμο, οποιαδήποτε μείωση θα συνεπαγόταν πάντοτε απώλεια φορολογικών εσόδων σε σχέση με το ποσό του φόρου που θα έπρεπε κανονικά να καταβληθεί. Η Confebask ζητεί επομένως από την Επιτροπή να επανεκτιμήσει τη θέση της δεδομένου ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα επρόκειτο ενδεχομένως για παράνομη εναρμόνιση των φόρων με την καθιέρωση ενός κανονικού ποσού βάσει του οποίου θα ήταν απαραίτητο να αποτιμηθούν οι τυχόν απώλειες φορολογικών εσόδων.

β) Επίπτωση στις συναλλαγές. Σύμφωνα με την Επιτροπή, στο μέτρο που οι δικαιούχοι συμμετέχουν στις συναλλαγές, τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα συνεπάγονται τη νόθευσή του. Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ των φορολογικών συστημάτων επηρεάζουν πάντοτε τις συναλλαγές. Προκειμένου να διαπιστώσει την επίπτωση στο εμπόριο, η Επιτροπή θα έπρεπε να αναλύσει το φορολογικό σύστημα στο σύνολό του και όχι μόνο ορισμένες διατάξεις. Η Confebask σημειώνει σχετικά ότι, βάσει μελέτης, η φορολογική επιβάρυνση στη Χώρα των Βάσκων είναι υψηλότερη σε σχέση με την υπόλοιπη Ισπανία. Η Επιτροπή θα έπρεπε να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο συνεπάγονται επίπτωση στις συναλλαγές αυτά τα συγκεκριμένα μέτρα και όχι κάποιες άλλες φορολογικές αποκλίσεις. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν πραγματικά επηρεαζόταν το εμπόριο, τούτο θα μπορούσε να επιτευχθεί με εναρμόνιση και όχι με κρατικές ενισχύσεις.

γ) Ο επιλεκτικός χαρακτήρας των ενισχύσεων. Κατά την άποψη της Confebask, ο επιλεκτικός χαρακτήρας των φορολογικών μέτρων πρέπει να αξιολογηθεί λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για κανόνα εξουσιοδότησης που παρέχει στη φορολογική αρχή την εξουσία να χορηγήσει εν συνεχεία ένα συγκεκριμένο πλεονέκτημα, ή ως κανόνας που χορηγεί άμεσα το φορολογικό πλεονέκτημα χωρίς την ανάγκη μεταγενέστερης υλοποίησης. Η Επιτροπή χρησιμοποιεί ωστόσο ένα επιχείρημα που εντάσσεται στην πρώτη κατηγορία και ένα άλλο που εντάσσεται στη δεύτερη. Λαμβανομένου υπόψη του εναλλακτικού χαρακτήρα των πλαισίων αυτών, η Επιτροπή πρέπει να εξηγήσει σε ποιο πλαίσιο εμπίπτουν τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα αφού ακόμα στην αντίθετη περίπτωση, θα ήταν αντιφατικό να χρησιμοποιηθούν και τα δύο.

- Λόγω του χαρακτηρισμού των εξεταζόμενων φορολογικών μέτρων ως κανόνων εξουσιοδότησης, η Confebask αντιτίθεται στην προσέγγιση αυτή υποστηρίζοντας ότι η διοίκηση δεν διέθετε διακριτική εξουσία ούτε προ του 1997 ούτε μεταγενέστερα, δεδομένου ότι η χορήγηση ήταν αυτόματη. Πράγματι οι αρχές αρκούνται να ελέγξουν εάν ο υποψήφιος πληροί τους όρους επιλεξιμότητας. Επιπλέον, εάν τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα θεωρηθούν κανόνες εξουσιοδότησης που επιτρέπουν εν συνεχεία τη χορήγηση ενισχύσεων, τότε η παρούσα διαδικασία στερείται περιεχομένου, στο μέτρο που αμφισβητούνται οι κανόνες και όχι συγκεκριμένες περιπτώσεις εφαρμογής τους(14). Ομοίως, βάσει της πρώτης παραγράφου της επιστολής της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη, μία γενική διάταξη που παρέχει πλεονεκτήματα θεωρείται ενίσχυση μόνον εφόσον πρόκειται για "νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει τη χορήγησή τους χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις". Αντιθέτως, ο κανόνας εξουσιοδότησης, επειδή είναι αναθεωρημένος, δεν μπορεί να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αξιολογηθεί για τις επιπτώσεις του επί του ανταγωνισμού και των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών.

- Όσον αφορά την εκτίμηση των φορολογικών μέτρων ως κανόνων για την άμεση χορήγηση ενισχύσεων, η Confebask σημειώνει ότι, σύμφωνα με τα σημεία 19, 20 και 17 της ανακοίνωσης 98/C 384/03, ένα φορολογικό μέτρο μπορεί να είναι ειδικό και, ως εκ τούτου, μπορεί να είναι κρατική ενίσχυση, όταν απευθύνεται αποκλειστικά σε κρατικές επιχειρήσεις, ορισμένα είδη επιχειρήσεων ή επιχειρήσεις μιας συγκεκριμένης περιοχής. Ωστόσο, τα μέτρα δεν έχουν κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά, ούτε την περιφερειακή ιδιαιτερότητα, αφού εφαρμόζονται σε ολόκληρη την επικράτεια που εκτείνεται η αρμοδιότητα των περιφερειακών αρχών όπου τα έχουν θεσπίσει. Όσον αφορά τον ειδικό χαρακτήρα του κατωφλίου 2,5 δισεκατομμυρίων η Confebask εκτιμά ότι η χρησιμοποίηση αντικειμενικών κατωφλίων αποτελεί συνήθη πρακτική των εθνικών και κοινοτικών φορολογικών διατάξεων. Η Confebask επισημαίνει επίσης, βάσει διαφόρων αποφάσεων του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και αποφάσεων της Επιτροπής, ότι μέχρι σήμερα ουδέποτε θεωρήθηκε ότι η ύπαρξη κατωφλίων συνεπάγεται ειδικό χαρακτήρα. Επιπλέον η ίδια η Επιτροπή, στην παράγραφο 14 της προαναφερθείσας ανακοίνωσης αναγνωρίζει ότι το γεγονός της προώθησης ορισμένων τομέων δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι τα μέτρα έχουν ειδικό χαρακτήρα, και εξάλλου, στην παράγραφο 207 της έκθεσης ανταγωνισμού το 1998 ότι τα μέτρα που έχουν διακλαδικές επιπτώσεις και δρομολογούνται για να ευνοήσουν το σύνολο της οικονομίας είναι μέτρα γενικά και όχι κρατικές ενισχύσεις. Εν κατακλείδι, τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα δεν είναι ειδικά διότι δεν ευνοούν ένα συγκεκριμένο τομέα ούτε ορισμένες επιχειρήσεις. Αντιθέτως είναι ανοικτά σε όλους τους τομείς και σε όλες τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στην περιοχή δικαιοδοσίας των περιφερειακών αρχών.

δ) Παράνομος χαρακτήρας της έκπτωσης φόρου 45 %. Εξακολουθώντας να αντικρούει το χαρακτήρα κρατικής ενίσχυσης ο οποίος είναι απαραίτητος για να θεωρηθούν παράνομα τα εξεταζόμενα μέτρα, η Confebask υποστηρίζει ότι ο παράνομος χαρακτήρας των ενισχύσεων θέτει σε αμφισβήτηση τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, την κατάργηση των αυθαίρετων αποφάσεων των οργάνων, την ασφάλεια του δικαίου και την αναλογικότητα, δεδομένου ότι η Επιτροπή έκρινε ήδη νόμιμο το βασκικό φορολογικό καθεστώς στην απόφασή της του 1993(15). Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή θα μπορούσε να τροποποιήσει τη θέση της για τις μελλοντικές υποθέσεις, αλλά όχι για τις παρελθούσες. Επιπλέον η Confebask εκτιμά ότι τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα είναι υφιστάμενες ενισχύσεις. Πράγματι, το 1983 υφίσταντο ήδη κανόνες που προέβλεπαν επιδοτήσεις του ίδιου είδους (μείωση 65 % του ποσού θα καταναλωνόταν για νέες επενδύσεις). Το 1984, εισήχθη το κατώφλι των 500 εκατομμυρίων ESP για να μπορέσει κανείς να λάβει έκπτωση φόρου 50 % επί των επενδύσεων. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ορισμό υφιστάμενης ενίσχυσης που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, ως υφιστάμενη ενίσχυση εννοείται "κάθε ενίσχυση που υφίστατο πριν από την έναρξη ισχύος της συνθήκης στο αντίστοιχο κράτος μέλος, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων που ήταν εφαρμοστέα και οι μεμονωμένες ενισχύσεις που είχαν τεθεί σε ισχύ πριν από την έναρξη ισχύος της συνθήκης και εξακολουθούν να εφαρμόζονται ύστερα από αυτήν". Στην περίπτωση που μας απασχολεί, οι ενισχύσεις είναι επομένως νόμιμες δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης.

ε) Τα ασυμβίβαστα με την κοινή αγορά. Εάν τα υπόψη φορολογικά μέτρα θεωρηθούν κανόνες εξουσιοδότησης, η Confebask εκτιμά ότι δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί το συμβιβάσιμο των μέτρων, εφόσον η ενίσχυση δεν χορηγείται βάσει διοικητικής απόφασης. Η διαδικασία στερείται συνεπώς νοήματος και δεν είναι εξορισμού ικανή να επιφέρει αποτελέσματα σχετικά με το συμβιβάσιμο των ενισχύσεων. Εξάλλου, εάν τα φορολογικά μέτρα θεωρηθούν κανόνες για την άμεση χορήγηση των ενισχύσεων, η Confebask εκτιμά ότι η πρακτική της Επιτροπής και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για την εκτίμηση του συμβιβάσιμου της ενίσχυσης, απαιτεί τα μέτρα να έχουν μία τομεακή ιδιαιτερότητα. Επιπλέον, θα ήταν απαραίτητο να καθοριστεί η συνολική φορολογική επιβάρυνση που υφίστανται οι επιχειρήσεις, καθώς και η φορολογική επιβάρυνση αναφοράς. Τέλος, η προσέγγιση αυτή θα οδηγούσε στο παράλογο συμπέρασμα ότι κάθε φορολογική επιβάρυνση χαμηλότερη από την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση που ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση. Η Confebask αμφισβητεί επίσης το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα αναφερθέντα φορολογικά μέτρα είναι ασυμβίβαστα, επειδή δεν περιέχουν συγκεκριμένες διατάξεις για τις περιφερειακές ή τις τομεακές ενισχύσεις, ή τις ενισχύσεις για σχέδια μεγάλων επενδύσεων κ.λπ., αφού οι φορολογικές διατάξεις δεν μπορούν και δεν πρέπει να περιλαμβάνουν διευκρινίσεις αυτού του είδους. Σύμφωνα με το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(16), η Επιτροπή πρέπει να αποσαφηνίζει στις αποφάσεις της ποιες είναι οι αρνητικές επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού, προσδιορίζοντας τον πραγματικό αντίκτυπο των εξεταζόμενων μέτρων. Το ασυμβίβαστο δεν μπορεί επομένως να προσδιοριστεί στην αφηρημένη κατάσταση ενός φορολογικού συστήματος, αφού στην περίπτωση αυτή όλες οι διαφορές μεταξύ των φορολογικών συστημάτων θα αξιολογούνταν κατ' ανάγκη ως ενισχύσεις. Τούτο οδηγεί την Confebask να επαναλάβει ότι δεν υπάρχει κανονικό φορολογικό χρέος το οποίο έχει μειωθεί από τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα.

στ) Η Confebask ζητεί επομένως από την Επιτροπή να εκδώσει τελική απόφαση για την περάτωση της διαδικασίας αναφέροντας ότι τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα είναι σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.

(46) Οι συμπληρωματικές παρατηρήσεις της Confebask, τις οποίες διαβίβασε με επιστολή της της 29ης Δεκεμβρίου 2000, η οποία πρωτοκολλήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 2001, δεν ελήφθησαν υπόψη, δεδομένου ότι παρελήφθησαν εκπρόθεσμα από την Επιτροπή(17). Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Confebask ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για παράταση της ορισθείσας προθεσμίας, δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999.

Παρατηρήσεις της κυβέρνησης της Λα Ριόχα

(47) Η κυβέρνηση της Λα Ριόχα αναφέρει ότι τα φορολογικά μέτρα αποτελούν φορολογικές ενισχύσεις, δεδομένου ότι πληρούν και τα τέσσερα κριτήρια που θεσπίζει το άρθρο 87 της συνθήκης. Προς εκπλήρωση του ισχυρισμού αυτού, υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι στόχος και αποτέλεσμα της έκπτωσης φόρου 45 % είναι η ανακούφιση του δικαιούχου από ένα μέρος της φορολογικής επιβάρυνσης που θα είχε επιβληθεί στα κέρδη του. Συνιστά επομένως οικονομικό πλεονέκτημα για τις δικαιούχους επιχειρήσεις το οποίο, ελλείψει αντισταθμισμάτων για τις αρχές, συνεπάγεται απώλεια φορολογικών εσόδων. Επίσης από το γεγονός αυτό θα ευνοηθεί η δραστηριότητα των δικαιούχων, αφού διαθέτουν έτσι ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις υπόλοιπες επιχειρήσεις. Πέραν της υλικής ιδιαιτερότητας λόγω της ελάχιστης επένδυσης ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων ESP, η κυβέρνηση της Λα Ριόχα επισημαίνει ότι ο διακριτικός χαρακτήρας της έκπτωσης φόρου 45 % απορρέει αφενός, από τη δυνατότητα των αρχών να προσδιορίζουν τις επιλέξιμες επενδύσεις, τις προθεσμίες και τα ανώτατα όρια και, αφετέρου, από το γεγονός ότι η έκπτωση φόρου 45 % δεν συντελείται αυτομάτως.

(48) Εξάλλου, η κυβέρνηση της Λα Ριόχα εκτιμά ότι το εξεταζόμενο φορολογικό μέτρο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω της ύπαρξης πέντε φορολογικών συστημάτων στην Ισπανία. Υπενθυμίζει σχετικά ότι ο Γενικός Εισαγγελέας Saggio στα συμπεράσματα για τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-400/97, C-401/97 και C-402/97, έκρινε ότι ο χαρακτήρας των αρχών που είναι αρμόδιες για φορολογικά θέματα σε μια περιοχή δεν δικαιολογεί διακρίσεις υπέρ επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στην αυτή περιοχή. Επιπλέον, τα εν λόγω μέτρα δεν δικαιολογούνται από τη φύση ή την οικονομία του φορολογικού συστήματος της Γκιπούθκοα, δεδομένου ότι στόχος τους είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των δικαιούχων επιχειρήσεων.

(49) Εξάλλου, η κυβέρνηση της Λα Ριόχα εκτιμά ότι οι εξεταζόμενες φορολογικές ενισχύσεις δεν δύνανται να θεωρηθούν συμβιβάσιμες δυνάμει των παρεκκλίσεων του άρθρου 87. Επιπλέον, οι ισπανικές αρχές δεν τήρησαν την υποχρέωση κοινοποίησης των ενισχύσεων, η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης.

(50) Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση της Λα Ριόχα θεωρεί ότι τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα πρέπει να θεωρηθούν παράνομες κρατικές ενισχύσεις, δεδομένου ότι δεν τήρησαν τη διαδικασία κοινοποίησης του άρθρου 88 παράγραφος 3 και ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά.

Παρατηρήσεις του Βασκικού συλλόγου οικονομολόγων - Colegio Vasco de Economistas - Ekonomilarien Euskal Elkargoa (στο εξής "CVE")

(51) Ο CVE εκτιμά ότι τα αντίστοιχα φορολογικά καθεστώτα της Άλαβα, της Γκιπούθκοα και της Vizcaya δεν πληρούν το κριτήριο του ειδικού χαρακτήρα που περιλαμβάνεται στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, εφόσον εφαρμόζονται μόνο σε τμήμα του κράτους μέλους. Προς στήριξη της παραπάνω εκτίμησης, υποστηρίζει ότι η συνήθης πρακτική της Επιτροπής να θεωρεί ότι υφίσταται ειδικός χαρακτήρας όταν το φορολογικό μέτρο εφαρμόζεται σε τμήμα του κράτους μέλους ενδείκνυται όταν υφίσταται ενιαίο φορολογικό σύστημα. Αντιθέτως, αντενδείκνυται όταν εφαρμόζονται διαφορετικά φορολογικά συστήματα στο ίδιο κράτος μέλος. Επιπλέον, αντίκειται στη συνοχή του ισπανικού φορολογικού συστήματος, το οποίο εκ φύσεως έχει πολλαπλό χαρακτήρα. Πράγματι, κάθε σύστημα εφαρμόζεται αποκλειστικά σε ένα τμήμα της επικράτειας. Έτσι κάθε σύστημα δεν είναι περιφερειακό σύστημα, αλλά το μοναδικό σύστημα που είναι εφαρμοστέο στη συγκεκριμένη επικράτεια. Εξάλλου, οι απώλειες φορολογικών εσόδων που απορρέουν από ορισμένα φορολογικά μέτρα δεν οφείλονται σε μεταφορά από την κεντρική κυβέρνηση. Αντιθέτως, πρέπει να αντισταθμιστούν είτε με την αύξηση των εσόδων από άλλους φόρους ή με την περικοπή των δημόσιων δαπανών. Επιπλέον, ο ειδικός χαρακτήρας του ισπανικού φορολογικού συστήματος δεν πρέπει να συνεπάγεται κυρώσεις κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Εξάλλου, οι ενδεχόμενες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού λόγω της ύπαρξης πέντε φορολογικών συστημάτων πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω των κοινοτικών κανόνων περί εναρμόνισης της φορολογίας.

(52) Ωστόσο ο CVE δεν αποκλείει τη δυνατότητα ότι τα περιφερειακά συμβούλια, κατά την άσκηση της φορολογικής τους αυτονομίας, δύνανται να λάβουν φορολογικά μέτρα που ενδεχομένως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, εκτιμά ότι η έκπτωση φόρου 45 % δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, εφόσον πληροί μόνο το κριτήριο ότι χορηγείται μόνο μέσω κρατικών πόρων. Αντιθέτως δεν νοθεύεται ο ανταγωνισμός, επειδή η καταβολή της ενίσχυσης συνεπάγεται την ύπαρξη πλεονεκτημάτων. Επιπλέον, το ποσό της δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων, δεδομένου ότι εάν για παράδειγμα, ελλείψει οφέλους, δεν χορηγείτο η ενίσχυση, και σε περίπτωση ανεπαρκών οφελών, η ενίσχυση θα ήταν χαμηλότερη του 45 %. Το αυτό ισχύει και όσον αφορά την πιθανότητα να θίγονται οι συναλλαγές. Τούτο πρέπει να διαπιστωθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εφόσον δεν αρκεί η ύπαρξη απειλής. Επιπλέον, εξετάζει κατά πόσο ο ειδικός χαρακτήρας απορρέει από το ελάχιστο κατώφλιο των 2,5 δισεκατομμυρίων ESP ή από την απαιτούμενη συμφωνία του περιφερειακού συμβουλίου για την εφαρμογή της έκπτωσης. Σχετικά ο CVE εκτιμά ότι τα κατώφλια δεν συνεπάγονται ειδικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι είναι αντικειμενικά και δεν εμπεριέχουν διακρίσεις. Όσον αφορά την εξουσία των περιφερειακών συμβουλίων να καθορίζουν 1. τους δικαιούχους της έκπτωσης φόρου 45 %, 2. τις προθεσμίες και τους περιορισμούς της μείωσης και 3. τη διάρκεια της επενδυτικής διαδικασίας που θα μπορεί να περιλαμβάνει τις επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο του σχεδίου που εμφανίζεται στη βάση των επενδύσεων, ο CVE εκτιμά ότι δεν πρόκειται για αυθαίρετη ούτε διακριτική εξουσία, αλλά ότι υπόκειται σε κανόνες και, σε τελική ανάλυση, σε δικαστικό έλεγχο.

(53) Ο CVE καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έκπτωση φόρου 45 %, που είναι ένα γενικό μέτρο που υιοθετήθηκε στο πλαίσιο των φορολογικών αρμοδιοτήτων της Γκιπούθκοα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 της συνθήκης.

Παρατηρήσεις του Κύκλου βάσκων επιχειρηματιών - Círculo de Empresarios Vascos - και της Επαγγελματικής ένωσης φορολογικών συμβούλων της κοινότητας της Χώρας των Βάσκων - Asociación Profesional de Asesores Fiscales de la Comunidad del País Vasco (στο εξής "CEV-APCPV")

(54) Δεδομένου ότι οι ενώσεις αυτές υπέβαλαν χωριστά παρόμοιες ή ακόμη και ταυτόσημες παρατηρήσεις, η σύνοψη που ακολουθεί είναι κοινή και για τις δύο.

(55) Η CEV-APCPV απορρίπτει την αξιολόγηση της Επιτροπής ότι η έκπτωση φόρου 45 % έχει ειδικό περιφερειακό χαρακτήρα. Κατά τη γνώμη της, κάθε κανόνας οποίος, όπως η έκπτωση φόρου 45 %, υιοθετείται από τα περιφερειακά συμβούλια στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους έχει χαρακτήρα γενικού μέτρου. Επιπλέον, η έκπτωση δεν είναι ειδική από μόνο το γεγονός της ύπαρξης κατωφλίου 2,5 δισεκατομμυρίων ESP ή της απαιτούμενης έγκρισης του περιφερειακού συμβουλίου για την εφαρμογή της έκπτωσης. Πράγματι, το κατώφλιο είναι ένα αντικειμενικό κριτήριο το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως στο φορολογικό τομέα, καθώς και στους κοινοτικούς κανόνες όσον αφορά τον ΦΠΑ ή τη φορολογία των ΜΜΕ. Όσον αφορά τη συμφωνία του περιφερειακού συμβουλίου για την εφαρμογή της έκπτωσης φόρου 45 %, πρόκειται για μια καθαρά γραφειοκρατική πράξη εκ των προτέρων ελέγχου που απορρέει από την ασφάλεια του δικαίου και την καλή φορολογική διοίκηση. Η διοίκηση δεν μπορεί να καθορίσει ούτε τους δικαιούχους ούτε το ποσό της έκπτωσης φόρου 45 %, ούτε τη διάρκεια εφαρμογής του μέτρου.

(56) Όσον αφορά την επίπτωση στις εμπορικές συναλλαγές, η CEV-APCPV τονίζει ότι το γεγονός αυτό πρέπει να διαπιστωθεί κατά περίπτωση και όχι με την ανάλυση γενικού χαρακτήρα που πραγματοποιεί η Επιτροπή. Για παράδειγμα, ενδέχεται να υπάρχουν δικαιούχοι η παραγωγή των οποίων προορίζεται μόνο για τις τοπικές αγορές. Στην περίπτωση αυτή, τα φορολογικά μέτρα δεν επηρεάζουν το κοινοτικό εμπόριο. Το αυτό ισχύει και με την επίπτωση επί του ανταγωνισμού. Εξάλλου, η έκπτωση φόρου 45 % υπέρ δικαιούχων οι δραστηριότητες των οποίων πραγματοποιούνται σε αγορές που δεν έχουν ακόμη ελευθερωθεί δεν είναι δυνατόν να νοθεύουν τον ανταγωνισμό. Επιπλέον, η απώλεια φορολογικών εσόδων δεν μπορεί να αξιολογηθεί εάν ληφθεί υπόψη ένα μόνο μέτρο στην προκειμένου περίπτωση έκπτωση φόρου 45 %, ενώ αγνοείται η συνολική φορολογική επιβάρυνση. Προς τούτο, οι CEV-APCPV αναφέρουν ότι η συνολική φορολογική επιβάρυνση στη Χώρα των Βάσκων είναι μεγαλύτερη σε σχέση με την υπόλοιπη Ισπανία.

(57) Εξάλλου, η Επιτροπή, στην απόφασή της της 10ης Μαΐου 1993 σχετικά με τον περιφερειακό νόμο 8/1988 της 5ης Ιουλίου 1988 δεν αμφισβήτησε τις εξεταζόμενες ενισχύσεις λόγω της ύπαρξης ελάχιστου επενδυτικού κατωφλίου. Επομένως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η έκπτωση φόρου 45 % χωρίς να παραβιαστεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που απορρέει από την εν λόγω απόφαση.

(58) Επιπλέον, η CEV-APCPV εκτιμά ότι με την κίνηση της διαδικασίας κατά της έκπτωσης φόρου 45 %, η Επιτροπή υποδεικνύει το στόχο της φορολογικής εναρμόνισης. Ωστόσο χρησιμοποιεί τα άρθρα 87 και 88 της συνθήκης. Επομένως παρατηρείται κατάχρηση εξουσίας.

(59) Βάσει των ανωτέρω, η CEV-APCPV συνάγει το συμπέρασμα ότι η έκπτωση φόρου 45 % δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 της συνθήκης.

V. ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ

(60) Με επιστολή της 1ης Μαΐου 2000, η οποία απευθύνεται στη μόνιμη αντιπροσωπεία της Ισπανίας, η Επιτροπή διαβίβασε, δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, τις παρατηρήσεις των προαναφερθέντων τρίτων, καλώντας την να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός μηνός από την ημερομηνία της επιστολής, αλλά δεν έλαβε μία παρατήρηση εκτός από καμία αίτηση εικοσαήμερης παράτασης της προθεσμίας απάντησης. Η Ισπανία δεν σχολίασε καθόλου τις παραπάνω παρατηρήσεις.

VI. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

VII. Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(61) Η Επιτροπή σημειώνει ότι για την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, ουδόλως ενδιαφέρει ο φορολογικός χαρακτήρας των μέτρων, δεδομένου ότι το άρθρο 87 της συνθήκης εφαρμόζεται σε μέτρα ενίσχυσης "υπό οποιαδήποτε μορφή". Η Επιτροπή τονίζει, ωστόσο, ότι για να θεωρηθούν ενισχύσεις τα εξεταζόμενα μέτρα πρέπει να πληρούν και τα τέσσερα κριτήρια που ορίζει το άρθρο 87 και τα οποία επεξηγούνται παρακάτω.

(62) Πρώτον, το μέτρο πρέπει να προσφέρει στους δικαιούχους πλεονέκτημα που τους απαλλάσσει από τις επιβαρύνσεις οι οποίες φυσιολογικά βαρύνουν τον προϋπολογισμό τους. Το πλεονέκτημα μπορεί να χορηγηθεί με μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της επιχείρησης με διάφορους τρόπους, και συγκεκριμένα με συνολική ή μερική μείωση του ποσού του φόρου. Η έκπτωση φόρου 45 % πληροί το κριτήριο αυτό στο μέτρο που χορηγεί στις δικαιούχους επιχειρήσεις μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης ισοδύναμη με το 45 % του ποσού της αποδεκτής επένδυσης. Πράγματι, χωρίς την έκπτωση φόρου 45 %, η δικαιούχος επιχείρηση θα έπρεπε να καταβάλει το 100 % του καθορισμένου ποσού του φόρου εισοδήματος. Η έκπτωση φόρου 45 % συνεπάγεται επομένως εξαίρεση από το εφαρμοστέο κοινό φορολογικό σύστημα.

(63) Δεύτερον, η Επιτροπή εκτιμά ότι η μείωση της βάσης συνεπάγεται απώλεια φορολογικών εσόδων και, ως εκ τούτου, ισοδυναμεί με την κατανάλωση κρατικών πόρων με τη μορφή φορολογικών δαπανών. Το εν λόγω κριτήριο εφαρμόζεται επίσης στις ενισχύσεις που χορηγούν περιφερειακοί και τοπικοί φορείς στα κράτη μέλη. Εξάλλου, η παρέμβαση του κράτους μπορεί να πραγματοποιηθεί τόσο μέσω φορολογικών διατάξεων νομικού, κανονιστικού ή διοικητικού χαρακτήρα όσο και μέσω των πρακτικών των φορολογικών αρχών(18). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η παρέμβαση του κράτους επαφίεται στις αρχές της Γκιπούθκοα μέσω νομοθετικής διάταξης.

(64) Όσον αφορά το επιχείρημα που προβάλλεται σε ορισμένες παρατηρήσεις τρίτων, βάσει του οποίου θα ήταν σφάλμα να θεωρηθεί ότι η έκπτωση φόρου 45 % συνεπάγεται απώλεια φορολογικών εσόδων σε σχέση με το κανονικό ποσό (το οποίο καθορίζει η Επιτροπή) του φόρου που πρέπει να καταβληθεί, πρέπει να σημειωθεί ότι το κανονικό επίπεδο του φόρου απορρέει από το φορολογικό σύστημα και όχι από απόφαση της Επιτροπής με συγκεκαλυμμένη αξίωση εναρμόνισης. Επιπλέον, σύμφωνα με τη δεύτερη διαχωριστική παύλα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 9 της προαναφερθείσας ανακοίνωσης (98/C 384/03), για να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση: "Πρώτον το μέτρο πρέπει να παρέχει στους δικαιούχους πλεονέκτημα που τους απαλλάσσει από τα βάρη που κατά κανόνα βαρύνουν τον προϋπολογισμό τους. Το πλεονέκτημα μπορεί να χορηγηθεί με μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της επιχείρησης με διάφορους τρόπους, και, συγκεκριμένα, μέσω: [...] συνολική ή μερική μείωση του ποσού του φόρου (όπως λ.χ. απαλλαγή ή έκπτωση φόρου κ.λπ.)". Είναι ακριβώς η περίπτωση του φορολογικού πλεονεκτήματος που παρέχει μερική μείωση του 45 % της έκπτωσης φόρου. Επομένως, το επιχείρημα αυτό που υπέβαλαν ορισμένοι ενδιαφερόμενοι δεν ευσταθεί.

(65) Τρίτον, το μέτρο πρέπει να επηρεάζει τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών(19)(20). Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι σε έκθεση σχετικά με την εξάρτηση της βασκικής οικονομίας από το εξωτερικό κατά την περίοδο 1990-1995, οι εξαγωγές προς το εξωτερικό αυξήθηκαν όχι μόνο σε απόλυτους αλλά και σε σχετικούς όρους, εις βάρος των εξαγωγών προς την υπόλοιπη Ισπανία. Κατά συνέπεια, η εξωτερική αγορά αντικατέστησε εν μέρει την αγορά της υπόλοιπης Ισπανίας. Επιπλέον, σύμφωνα με άλλη στατιστική έκθεση(21) σχετικά με το εξωτερικό εμπόριο της Χώρας των Βάσκων, "η τάση εξαγωγών" (σχέση μεταξύ των εξαγωγών και του ΑΕΠ) της βασκικής οικονομίας η οποία τοποθετείται στο 28,9 % υπερβαίνει την αντίστοιχη της Γερμανίας και των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών η τάση των οποίων για εξαγωγές τοποθετείται στο 20 % περίπου. Εξάλλου, σύμφωνα με την έκθεση αυτή, το βασκικό εμπορικό ισοζύγιο παρουσίαζε σαφώς πλεόνασμα κατά το διάστημα 1993-1998. Συγκεκριμένα το 1998, για κάθε 100 ESP εισαγωγών αντιστοιχούσαν 144 ESP εξαγωγών. Εν κατακλείδι, η βασκική οικονομία είναι οικονομία πολύ ανοικτή στο εξωτερικό και εμφανίζει τεράστια τάση προς τις εξαγωγές. Από τα παραπάνω χαρακτηριστικά της βασκικής οικονομίας απορρέει ότι οι δικαιούχοι επιχειρήσεις ασκούν οικονομικές δραστηριότητες που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ενίσχυση ενισχύει τη θέση των δικαιούχων επιχειρήσεων σε σχέση με άλλες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Επιπλέον, η αύξηση του καθαρού κέρδους των δικαιούχων επιχειρήσεων (κέρδος μετά την επιβολή του φόρου) βελτιώνει την κερδοφορία τους. Έτσι είναι σε θέση να ανταγωνίζονται επιχειρήσεις που δεν λαμβάνουν έκπτωση φόρου, είτε διότι δεν προέβησαν σε επενδύσεις είτε διότι οι επενδύσεις τους υπολείπονταν του κατωφλίου των2,5 δισεκατομμυρίων ESP μετά τη θέσπιση της έκπτωσης φόρου 45 %.

(66) Δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση οι εξεταζόμενες φορολογικές ρυθμίσεις έχουν γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αναλυτική εξέταση της επίπτωσής τους μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε γενικό και αφηρημένο επίπεδο χωρίς να είναι δυνατό να προσδιοριστεί συγκεκριμένη επίπτωση σε μία αγορά, τομέα ή προϊόν όπως ισχυρίζονται ορισμένοι ενδιαφερόμενοι στις ήδη αναφερθείσες παρατηρήσεις τους. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(22).

(67) Όσον αφορά την παρατήρηση ορισμένων ενδιαφερομένων ότι η επίπτωση επί των συναλλαγών πρέπει να αξιολογηθεί από την Επιτροπή σε σύγκριση με το σύνολο των φορολογικών συστημάτων, η Επιτροπή σημειώνει ότι οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας δυνάμει των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης είναι εκείνες που απορρέουν από ένα συγκεκριμένο κανόνα παρέκκλισης από ορισμένες επιχειρήσεις μεταξύ των φορολογουμένων της Γκιπούθκοα και όχι οι ενδεχόμενες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που απορρέουν από αποκλίσεις μεταξύ των φορολογικών συστημάτων των κρατών μελών οι οποίες, κατά περίπτωση, θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 93 έως 97.

(68) Όσον αφορά τον ειδικό χαρακτήρα που πρέπει να έχουν οι κρατικές ενισχύσεις, η Επιτροπή εκτιμά ότι η έκπτωση φόρου 45 % είναι ειδική ή επιλεκτική κατά την έννοια ότι ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις. Πράγματι μόνον οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν επενδύσεις πέραν του κατωφλίου των 2,5 δισεκατομμυρίων ESP (15025303 ευρώ), μετά την 1η Ιανουαρίου 1997, μπορούν να τύχουν της επίμαχης έκπτωσης φόρου 45 %. Όλες οι λοιπές επιχειρήσεις οι οποίες πραγματοποιούν επενδύσεις χωρίς να υπερβαίνουν το προαναφερθέν κατώφλιο των 2,5 δισεκατομμυρίων ESP, αποκλείονται από το πλεονέκτημα των ενισχύσεων. Ο αντικειμενικός χαρακτήρας του κατωφλίου δεν το εμποδίζει, όπως υποστηρίζουν οι ισπανικές αρχές και ορισμένοι τρίτοι, να είναι επιλεκτικό εφόσον αποκλείει τις επιχειρήσεις που δεν πληρούν τις εν λόγω προϋποθέσεις.

(69) Η Επιτροπή εκτιμά επικουρικώς ότι η έκπτωση φόρου 45 % είναι ειδική λόγω της διακριτικής ευχέρειας των φορολογικών αρχών. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή παρατήρησε ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Γκιπούθκοα διέθετε διακριτική ευχέρεια να ορίζει τη διάρκεια της επενδυτικής διαδικασίας, καθώς και τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού σταδίου των επενδύσεων που αποτελούν αντικείμενο της ενίσχυσης. Πρέπει να τονιστεί σχετικά το γεγονός ότι ο περιφερειακός νόμος που εισάγει τις έννοιες "επενδυτική διαδικασία" ή "προπαρασκευαστικό στάδιο της επένδυσης" δεν τις ορίζει. Σε αντίθεση με την έννοια των "επενδύσεων σε υλικά πάγια στοιχεία" οι ορισμοί των οποίων εμφανίζονται στους κανόνες λογιστικής(23) και σε άλλες διατάξεις(24), δεν υπάρχει ακριβής και γενικά αποδεκτός ορισμός της "επενδυτικής διαδικασίας" ή του "προπαρασκευαστικού σταδίου της επένδυσης". Έτσι, ελλείψει συγκεκριμένου ορισμού, οι ισπανικές περιφερειακές αρχές διαθέτουν ένα περιθώριο αξιολόγησης για να καθορίσουν το συγκεκριμένο ποσό της "επενδυτικής διαδικασίας" ή της επένδυσης στο "προπαρασκευαστικό στάδιο" για κάθε δικαιούχο.

(70) Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, εάν στην απόφαση 93/337/ΕΟΚ η Επιτροπή χρησιμοποίησε μόνο το κριτήριο του ειδικού περιφερειακού και τομεακού χαρακτήρα για να δικαιολογήσει τον ειδικό ή επιλεκτικό χαρακτήρα των ενισχύσεων του εξεταζόμενου καθεστώτος, τούτο δεν αποκλείει οι εξεταζόμενες ενισχύσεις να έχουν άλλες ιδιαιτερότητες σε σχέση με άλλα κριτήρια. Πράγματι, προκειμένου ένα κρατικό μέτρο να χαρακτηριστεί επιλεκτικό ή ειδικό, σε σχέση με τις κρατικές ενισχύσεις, αρκεί να αναγνωρισθεί ένα μόνο χαρακτηριστικό. Δεν είναι επομένως απαραίτητο κάθε απόφαση της Επιτροπής να εξαντλεί όλα τα ειδικά χαρακτηριστικά που μπορούν να καλύπτουν τα κρατικά μέτρα για να δικαιολογήσουν τον επιλεκτικό τους χαρακτήρα. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα που διατύπωσαν ορισμένοι ενδιαφερόμενοι βάσει του οποίου το γεγονός ότι δεν έγινε μνεία του ειδικού χαρακτήρα του ελάχιστου επενδυτικού κατωφλίου για τη χορήγηση των ενισχύσεων συνεπάγεται ότι η Επιτροπή δεν το θεωρούσε επιλεκτικό.

(71) Όσον αφορά την ύπαρξη σε άλλα κράτη μέλη φορολογικών μέτρων με τη μορφή εκπτώσεων φόρου προς επενδύσεις που υπερβαίνουν ένα ορισμένο κατώφλιο, τα οποία η Επιτροπή δεν έκρινε ότι είχαν υλική ιδιαιτερότητα λόγω του εν λόγω κατωφλίου, πράγμα το οποίο σύμφωνα με ορισμένες παρατηρήσεις τρίτων θα προϋπέθετε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σε σχέση με όλες τις ανάλογες εκπτώσεις φόρου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα καθεστώτα που αναφέρονται από ορισμένους ενδιαφερόμενους είναι πολύ διαφορετικά από την έκπτωση φόρου 45 %. Επιπλέον, αν υποτεθεί ότι ορισμένα από τα εν λόγω καθεστώτα ήταν παρεμφερή και η Επιτροπή δεν είχε αντιδράσει δεν θα δικαιολογείτο να ακολουθήσει και στην παρούσα περίπτωση την ίδια εσφαλμένη προσέγγιση. Πρέπει να σημειωθεί ότι βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενδεχόμενη παραβίαση εκ μέρους κράτους μέλους υποχρέωσης που του επιβάλλεται βάσει της συνθήκης, σε σχέση με την απαγόρευση του άρθρου 92, δεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι και άλλα κράτη μέλη έχουν παραβιάσει αυτή την υποχρέωση(25) πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι διάφορες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού όσον αφορά τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών δεν αλληλοεξουδετερώνονται, αλλά απεναντίας έχουν σωρευτικό χαρακτήρα, έτσι ώστε οι να αυξάνουν τις επιβλαβείς συνέπειες για την κοινή αγορά.

(72) Όσον αφορά το ερώτημα που τέθηκε σε ορισμένες παρατηρήσεις τρίτων σχετικά με το χαρακτήρα του κανόνα εξουσιοδότησης ή του κανόνα άμεσης χορήγησης των ενισχύσεων, η Επιτροπή αναφέρει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι κανόνες που θέσπισαν τη μείωση της φορολογητέας βάσης έχουν χαρακτήρα καθεστώτος ενισχύσεων. Προς στήριξη της άποψης αυτής, αρκεί να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, ως καθεστώς ενισχύσεων ορίζεται "κάθε πράξη βάσει της οποίας, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης, μπορούν να χορηγούνται ατομικές ενισχύσεις σε επιχειρήσεις οι οποίες ορίζονται στην εν λόγω πράξη κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο ...". Ο εν λόγω χαρακτήρας του καθεστώτος ενισχύσεων δεν προδικάζει ωστόσο, όπως υποστηρίζουν ορισμένες παρατηρήσεις τρίτων, την ύπαρξη ή μη διακριτικής ευχέρειας κατά την εκτέλεση του καθεστώτος. Η διακριτική ευχέρεια κατά τη χορήγηση των ενισχύσεων θα εξαρτηθεί από τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του καθεστώτος.

(73) Όσον αφορά τη δικαιολόγηση της έκπτωσης φόρου 45 % από τη φύση ή την οικονομία του φορολογικού συστήματος, όπως υποστηρίζουν οι ισπανικές αρχές, η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ότι πρέπει να διακριβωθεί αν τα εξεταζόμενα φορολογικά μέτρα ανταποκρίνονται στους εγγενείς στόχους αυτού καθαυτού του φορολογικού συστήματος ή εάν, αντιθέτως, επιδιώκουν άλλους στόχους, θεμιτούς επίσης, αλλά ξένους με το εν λόγω φορολογικό σύστημα. Στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται ότι η έκπτωση φόρου 45 % δεν ανταποκρίνεται στους εγγενείς στόχους του ισπανικού φορολογικού συστήματος το οποίο, πέραν του βασικού στόχου που είναι εγγενής σε κάθε φορολογικό σύστημα, δηλαδή την είσπραξη εσόδων για τη χρηματοδότηση των δημοσίων δαπανών, εμπνέεται, μεταξύ άλλων, από τις αρχές της ισότητας και της προοδευτικότητας(26). Κατά την έννοια αυτή, πρέπει να σημειωθεί ότι η έκπτωση φόρου 45 %(27) συνεπάγεται διάκριση υπέρ των μεγάλων οικονομικών μονάδων εις βάρος άλλων μονάδων μικρότερης σημασίας και ικανότητας, χωρίς η διάκριση αυτή να δικαιολογείται από την εσωτερική λογική του φορολογικού συστήματος. Καταληκτικά, η έκπτωση φόρου 45 % δεν δικαιολογείται από τη φύση ή την οικονομία του συστήματος, επειδή δεν τηρεί τις εσωτερικές αρχές που είναι εγγενείς στο φορολογικό σύστημα. Η Επιτροπή τονίζει σχετικά ότι το γεγονός ότι η έκπτωση φόρου 45 % θεσπίστηκε από τα περιφερειακά όργανα που έχουν την αρμοδιότητα στο θέμα αυτό δεν συνεπάγεται, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν οι ισπανικές αρχές στις παρατηρήσεις τους, ότι ανταποκρίνονται στη φύση του φορολογικού συστήματος.

(74) Εξάλλου, οι ισπανικές αρχές αναφέρουν στις παρατηρήσεις τους ότι η έκπτωση φόρου 45 % ανταποκρίνεται στο στόχο προώθησης της οικονομικής δραστηριότητας. Έτσι ανταποκρίνεται στους στόχους της βιομηχανικής πολιτικής που επιδιώκει η βασκική κυβέρνηση. Σύμφωνα με το έγγραφο της βασκικής κυβέρνησης Política Industrial. Marco General de Actividades 1996-1999, "[...] οι φορολογικές πολιτικές είναι απαραίτητες για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και επίσης για την προώθηση βιομηχανικών έργων που βασίζονται στη βιομηχανική ανάπτυξη [της Χώρας των Βάσκων]" [σελίδα 131]· στο κεφάλαιο με τίτλο "Instrumentos de política fiscal" αναφέρεται: "[...] η φορολογική αυτονομία που απολαμβάνουμε [στη Χώρα των Βάσκων] μας παρέχει επίσης τη δυνατότητα να αναζητούμε πρωτότυπες φορολογικές λύσεις 'προσαρμοσμένες στις ανάγκες μας', π.χ. για έργα προτεραιότητας, ή ακόμα φορολογικά κίνητρα σε μεγάλες επιχειρήσεις" [σελίδα 133]. Επομένως η έκπτωση φόρου 45 % αποτελεί μέρος μιας βιομηχανικής πολιτικής οι στόχοι της οποίας δεν εμπεριέχονται στο φορολογικό σύστημα.

(75) Συνοπτικά, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, όπως επισημαίνουν οι ισπανικές αρχές, η έκπτωση φόρου 45 % επιδιώκει ένα στόχο οικονομικής πολιτικής που δεν εμπεριέχεται στο φορολογικό σύστημα. Κατά συνέπεια, η μείωση αυτή δεν δικαιολογείται από τη φύση ή την οικονομία του συστήματος.

(76) Όσον αφορά το επιχείρημα που προβάλλουν ορισμένες παρατηρήσεις τρίτων όσον αφορά την ύπαρξη υψηλότερης συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης στη Χώρα των Βάσκων, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι τούτο δεν είναι συναφές, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η διαδικασία κινήθηκε σχετικά με ένα ειδικό μέτρο και όχι ολόκληρο το φορολογικό σύστημα εκάστης των τριών βασκικών περιοχών.

(77) Εν κατακλείδι, η Επιτροπή εκτιμά ότι η έκπτωση φόρου 45 % αποτελεί κρατική ενίσχυση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης και του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ, εφόσον παρέχει ένα πλεονέκτημα, χορηγείται από το κράτος μέσω κρατικών πόρων, επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και νοθεύει τον ανταγωνισμό καθόσον ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις.

VIII. ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΠΤΩΣΗΣ ΦΟΡΟΥ 45 %

(78) Δεδομένου ότι το επίμαχο καθεστώς δεν απαιτεί δέσμευση των ισπανικών αρχών να χορηγούν τις ενισχύσεις βάσει των όρων(28), σχετικά με τις ενισχύσεις de minimis, η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω ενισχύσεις διέπονται από τον κανόνα de minimis. Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι οι ισπανικές αρχές ουδέποτε υποστήριξαν, στα πλαίσια της διαδικασίας, ότι οι ενισχύσεις είχαν εν όλω ή εν μέρει το χαρακτήρα ενισχύσεων de minimis. Επιπλέον, οι εξεταζόμενες ενισχύσεις δεν τηρούν τους κανόνες de minimis, ιδίως επειδή δεν υπάρχουν εγγυήσεις περί μη υπέρβασης του κατωφλίου των 100000 ευρώ. Ούτε έχουν το χαρακτήρα υφιστάμενων ενισχύσεων εφόσον δεν τηρούν τους όρους που θεσπίζονται στο άρθρο 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999.

(79) Πρέπει να υπογραμμιστεί ο χαρακτήρας υφιστάμενης ενίσχυσης τον οποίο ορισμένες παρατηρήσεις τρίτων προσδίδουν στην έκπτωση φόρου 45 %. Κατά την επιχειρηματολογία τους, ορισμένες παρατηρήσεις αναφέρουν την ύπαρξη δύο εκπτώσεων φόρου πριν από τη θέσπιση της έκπτωσης φόρου 45 %. Κατά την εξέταση όμως των δύο αυτών καθεστώτων παρατηρείται ότι έχουν ουσιώδεις διαφορές από την έκπτωση φόρου 45 %. Πράγματι, το πρώτο καθεστώς δεν θέσπιζε κατώφλιο, ενώ το δεύτερο όριζε κατώφλιο 500 εκατομμυρίων ESP, αισθητά χαμηλότερο του κατωφλίου των 2500 εκατομμυρίων ESP. Ωστόσο, με το άρθρο 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, ως νέα ενίσχυση νοείται "κάθε ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι ατομικές ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και οι μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων". Προς τούτο η επίμαχη έκπτωση φόρου, η οποία συνεπάγεται ουσιώδεις τροποποιήσεις σε σχέση με τα εν λόγω καθεστώτα, έχει χαρακτήρα νέας ενίσχυσης και, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του παραπάνω κανονισμού, πρέπει να κοινοποιείται, εκτός αν άλλως προβλέπεται σε κανονισμούς(29) οι οποίοι θεσπίζονται με βάση το άρθρο 89 της συνθήκης. Επιπλέον, φαίνεται ότι τα προαναφερθέντα καθεστώτα δεν είχαν χαρακτήρα υφιστάμενων ενισχύσεων αφού δεν είχαν τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1986, ημερομηνία ένταξης της Ισπανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά συνέπεια, δεν πληρούσαν το ήδη αναφερθέν κριτήριο του άρθρου 1 στοιχείο β) σημείο i) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 ότι δηλαδή είχαν τεθεί σε εφαρμογή πριν, και εφαρμόζονται ακόμη έπειτα, από την έναρξη ισχύος της συνθήκης.

(80) Η Επιτροπή αναφέρει ότι οι κρατικές ενισχύσεις που δεν διέπονται από τον κανόνα de minimis και δεν είναι ήδη υφιστάμενες ενισχύσεις υπόκεινται στην υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης, όπως προβλέπει το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 62 παράγραφος 3 της συμφωνίας ΕΟΧ. Οι ισπανικές αρχές δεν τήρησαν ωστόσο την εν λόγω υποχρέωση, έτσι η Επιτροπή εκτιμά ότι οι εν λόγω ενισχύσεις πρέπει να θεωρηθούν παράνομες. Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για την αθέτηση εκ μέρους των ισπανικών αρχών της υποχρέωσής τους να κοινοποιήσουν εκ των προτέρων τις ενισχύσεις.

(81) Όσον αφορά το επιχείρημα που περιλαμβάνεται σε ορισμένες παρατηρήσεις τρίτων, που αναφέρονται κυρίως στην υποτιθέμενη παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας του δικαίου, η Επιτροπή οφείλει να το αντικρούσει εφόσον, αφενός, η έκπτωση φόρου 45 % δεν αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση και, αφετέρου, δεδομένου ότι ουδέποτε κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αποφανθεί εάν και κατά πόσον συμβιβαζόταν με την κοινή αγορά. Εξάλλου, η Επιτροπή εκτιμά επίσης ότι δεν μπορεί να δικαιολογείται η προσδοκία που βασίζεται στο συμβιβάσιμο της έκπτωσης φόρου 45 % διότι, όπως αναφέρεται σε διάφορες παρατηρήσεις τρίτων, το βασκικό φορολογικό καθεστώς έχει ήδη θεωρηθεί σύμφωνο με το δίκαιο μέσω της προαναφερθείσας απόφασης 93/337/ΕΟΚ της Επιτροπής που αφορά ένα καθεστώς φορολογικών επενδυτικών ενισχύσεων. Πράγματι, στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή έκρινε ότι τα εν λόγω φορολογικά μέτρα είχαν χαρακτήρα κρατικών ενισχύσεων και επομένως υπόκειντο στους κοινοτικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις (περιφερειακοί κανόνες ή κανόνες σχετικοί με τις ΜΜΕ, τη σώρευση, καθώς και τομεακοί κανόνες). Ωστόσο, εάν, όπως υποστηρίζεται σε ορισμένες παρατηρήσεις τρίτων, η έκπτωση φόρου 45 % ήταν μέτρο παρόμοιο με το καθεστώς που αναφέρεται στην απόφαση του 1993, θα έπρεπε αφενός να έχει κοινοποιηθεί, επειδή συνιστά νέα κρατική ενίσχυση και αφετέρου να συμμορφώνεται συγκεκριμένα με τους περιφερειακούς κανόνες ή με τους κανόνες για τις ΜΜΕ, τους κανόνες σώρευσης ή τους τομεακούς κανόνες. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι δικαιούχοι δεν μπορούν να επικαλεστούν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ούτε την ασφάλεια δικαίου σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις όσον αφορά την έκπτωση φόρου 45 %.

Συνοπτικά, όσον αφορά τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και την ασφάλεια του δικαίου που επικαλούνται οι παρατηρήσεις τρίτων, σημειώνεται ότι η Επιτροπή δεν έδωσε συγκεκριμένες εγγυήσεις ούτε στις ισπανικές αρχές ούτε στους ενδιαφερόμενους. Συνεπώς, δεν μπορούσαν να αντλήσουν ελπίδες βασισμένες στην νομιμότητα και το συμβιβάσιμο των εξεταζομένων ενισχύσεων. Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι "κατά πάγια νομολογία, δικαίωμα να αξιώσει την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχει κάθε ιδιώτης ευρισκόμενος σε κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι η κοινοτική διοίκηση του έχει δημιουργήσει βάσιμες προσδοκίες [...]. Αντιστρόφως, ουδείς μπορεί να επικαλεσθεί προσβολή της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αν η διοίκηση δεν του έχει δώσει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις"(30). Προς τούτο, στην παρούσα υπόθεση πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι παραβιάστηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ή η ασφάλεια του δικαίου.

(82) Επιπλέον, η Επιτροπή υπενθυμίζει σχετικά ότι με την απόφασή της 93/337/ΕΟΚ, είχε κρίνει ως κρατικές ενισχύσεις ορισμένα φορολογικά μέτρα που θεσπίστηκαν το 1988 από τις ιστορικές περιοχές της Άλαβα, της Γκιπούθκοα και της Βισκάγια.

IX. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΙΒΑΣΙΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΑΓΟΡΑ

(83) Εισαγωγικά, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι η έκπτωση φόρου 45 % έχει χαρακτήρα καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων. Λόγω του γενικού και αφηρημένου χαρακτήρα ενός καθεστώτος ενισχύσεων, η Επιτροπή δεν γνωρίζει την κατάσταση των επιχειρήσεων που είναι ήδη δικαιούχοι ή θα είναι στο μέλλον. Δεν δύναται επομένως να εξετάσει την ακριβή επίπτωση των συγκεκριμένων επιχειρήσεων επί του ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό, αρκεί να επισημανθεί ότι οι επιχειρήσεις που είναι δυνητικοί δικαιούχοι θα μπορούσαν να λάβουν ενισχύσεις που δεν θα είναι σύμφωνες με τις κοινοτικές οδηγίες, τις κατευθυντήριες γραμμές και τα πλαίσια που εφαρμόζονται σχετικά. Επιπλέον, η Επιτροπή τονίζει ότι, στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας, ζήτησε όλες τις συναφείς πληροφορίες σχετικά με τις ενισχύσεις και την ειδική κατάσταση κάθε δικαιούχου. Ωστόσο, οι ισπανικές αρχές δεν διεβίβασαν κανένα από τα εν λόγω στοιχεία. Γι' αυτό είναι αντιφατικό αυτό που παρατηρείται σε ορισμένες παρατηρήσεις τρίτων, να κατηγορείται δηλαδή η Επιτροπή για την έλλειψη ακρίβειας στην αξιολόγησή της ενώ ταυτόχρονα της αρνούνται τη διαβίβαση των ζητηθέντων λεπτομερών στοιχείων.

(84) Οι κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή έκπτωσης φόρου 45 % έχουν ως αποτέλεσμα να ενισχύουν τις μεγάλες επενδύσεις που υπερβαίνουν την αξία των 2500 εκατομμυρίων ESP. Η Επιτροπή τονίζει σχετικά ότι σύμφωνα με το παράρτημα Ι των κατευθυντηρίων γραμμών για τις ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (98/C 74/06) "οι φορολογικές ενισχύσεις δύνανται να θεωρηθούν επενδυτικές ενισχύσεις όταν η ενίσχυση συνιστά τη φορολογητέα βάση τους. Επιπλέον, στην κατηγορία αυτή μπορεί να ενταχθεί οποιαδήποτε φορολογική ενίσχυση, εάν το ποσό της ενίσχυσης ανταποκρίνεται σε ένα ανώτατο όριο που εκφράζεται ως ποσοστό της επένδυσης". Στην προκειμένη περίπτωση, η έκπτωση φόρου 45 % μπορεί, εν μέρει τουλάχιστον, να πληροί αυτούς τους όρους, εφόσον, αφενός, η φορολογητέα βάση της συνίσταται σε επενδυτικές δαπάνες και, αφετέρου, το ποσό ανέρχεται στο 45 % της επένδυσης. Προς τούτο η Επιτροπή εκτιμά ότι η έκπτωση φόρου 45 % έχει χαρακτήρα επενδυτικής ενίσχυσης στο μέτρο που πληροί τα παραπάνω κριτήρια. Πρέπει επομένως να εξεταστεί βάσει των κοινοτικών κανόνων για τις επενδυτικές ενισχύσεις.

(85) Προκειμένου για μια επενδυτική ενίσχυση να ισχύσει μία από τις περιφερειακές παρεκκλίσεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχεία α) ή γ) της συνθήκης, απαιτείται η περιφέρεια στην οποία εφαρμόζεται η ενίσχυση να έχει κηρυχθεί επιλέξιμη για το πλεονέκτημα μιας εκ των παρεκκλίσεων στο χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων. Όσον αφορά το επιλέξιμο της Άλαβα, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η εν λόγω περιοχή ουδέποτε έλαβε την παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης, διότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ(31) της ΣΟΕΕ (NUTS)(32) II της Χώρας των Βάσκων στην οποία ανήκει υπερέβαινε πάντοτε το 75 % του κοινοτικού μέσου όρου. Σύμφωνα με τους κανόνες για τις περιφερειακές ενισχύσεις(33) οι όροι επιλεξιμότητας για την παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης(34) πληρούνται μόνον εάν η περιοχή, στην περίπτωση της ΣΟΕΕ ΙΙ, έχει κατά κεφαλήν ΑΕΠ χαμηλότερο του 75 % του κοινοτικού μέσου όρου.

(86) Όσον αφορά την επιλεξιμότητα της Γκιπούθκοα για το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1997 έως τις 18 Μαρτίου 2000 ίσχυσαν διαδοχικά δύο χάρτες περιφερειακών ενισχύσεων. Πρώτον, ο χάρτης που εγκρίθηκε με την απόφαση της 26ης Ιουλίου 1995(35), και βρισκόταν σε ισχύ από τις 26 Σεπτεμβρίου 1995 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1999. Ο χάρτης αυτός προέβλεπε ότι ολόκληρη η Γκιπούθκοα ήταν περιοχή στην οποία οι επενδυτικές ενισχύσεις για την περιφερειακή ανάπτυξη θα θεωρούνταν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά σύμφωνα με την παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, εφόσον δεν υπερέβαιναν το ανώτατο όριο του 25 % του καθαρού ισοδυνάμου επιχορήγησης (ΚΙΕ) στην περίπτωση των μεγάλων επιχειρήσεων. Όσον αφορά το μεταγενέστερο διάστημα, η Επιτροπή τονίζει ότι, στην απόφασή της της 11ης Απριλίου 2000, ενέκρινε το χάρτη ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα για την περίοδο 2000-2006. Βάσει του χάρτη αυτού, η Γκιπούθκοα εξακολουθεί να θεωρείται περιοχή στην οποία οι επενδυτικές ενισχύσεις για την περιφερειακή ανάπτυξη μπορούν να θεωρούνται συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά σύμφωνα με την παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, εφόσον δεν υπερβαίνουν κατ' ανώτατο όριο το 20 % ΚΙΕ, στην περίπτωση των μεγάλων επιχειρήσεων, αντί για το ανώτατο όριο 25 % ΚΙΕ του προηγούμενου χάρτη.

(87) Η Επιτροπή τονίζει επίσης ότι στην περίπτωση των ΜΜΕ(36), η ένταση της επενδυτικής ενίσχυσης, σύμφωνα με τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές(37) για τις ενισχύσεις στις ΜΜΕ, δύναται να υπερβαίνει κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες το περιφερειακό ανώτατο όριο που εφαρμόζεται στις μεγάλες επιχειρήσεις, εφόσον το σύνολο δεν υπερβαίνει το 30 % ΚΙΕ.

(88) Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, όσον αφορά τις επενδυτικές ενισχύσεις, θεωρούνται επιλέξιμες οι υλικές επενδυτικές δαπάνες που είναι σύμφωνες με τους κοινοτικούς ορισμούς της αρχικής επένδυσης και της πρότυπης βάσης υπολογισμού(38). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται επιλέξιμες επενδυτικές δαπάνες όλες οι λοιπές δαπάνες που δεν είναι σύμφωνες με τους παραπάνω ορισμούς, όπως οι επενδύσεις αντικατάστασης ή οι δαπάνες που δεν προορίζονται για γήπεδα, κτήρια ή εξοπλισμό. Παρ' ότι είναι σίγουρο ότι η έκπτωση φόρου 45 % είναι ενίσχυση που υπόκειται στην πραγματοποίηση μιας υλικής επένδυσης(39) σε νέα πάγια υλικά στοιχεία, δεν αποκλείει τις επενδύσεις αντικατάστασης(40) ούτε δαπάνες που σχετίζονται με τις "επενδυτικές διαδικασίες" και τις "επενδύσεις σε προπαρασκευαστικό στάδιο". Ελλείψει όμως ακριβούς ορισμού των όρων αυτών, δεν μπορεί να είναι διακριτό εάν ο στόχος της έκπτωσης φόρου 45 % εφαρμόζεται μόνο στις δαπάνες που περιλαμβάνονται στην πρότυπη βάση υπολογισμού ή και στις δαπάνες που σχετίζονται με επενδύσεις αντικατάστασης ή άλλες δαπάνες που δεν περιλαμβάνονται σε αυτή τη βάση. Συνεπώς, η Επιτροπή εκτιμά ότι στόχος των ενισχύσεων μπορεί να είναι η αρχική επένδυση, αλλά και άλλες δαπάνες που δεν μπορούν να προβλεφθούν σύμφωνα με τους συναφείς κοινοτικούς κανόνες, όπως π.χ. επενδυτικές δαπάνες.

(89) Επιπλέον, η Επιτροπή τονίζει ότι μετά την έναρξη ισχύος των παραπάνω περιφερειακών κατευθυντηρίων γραμμών 98/C 74/06, οι ενισχύσεις που μπορούν να χορηγούνται στην Άλαβα δυνάμει της παρέκκλισης του άρθρου 87 παράγραφος 3 της συνθήκης, εκτός από τη συμμόρφωσή τους με τους προαναφερθέντες κοινοτικούς ορισμούς για την αρχική επένδυση και την πρότυπη βάση υπολογισμού καθώς και με τα αναφερθέντα ανώτατα όρια, πρέπει να πληρούν και άλλους όρους. Στην προκειμένη περίπτωση οι όροι είναι: ελάχιστη συμμετοχή του δικαιούχου στο 25 % της επένδυσης (σημείο 4.2), υποβολή της αίτησης για επένδυση πριν από την έναρξη της εκτέλεσης των επενδυτικών σχεδίων (σημείο 4.2), διατήρηση της επένδυσης για ελάχιστο διάστημα πέντε ετών (σημείο 4.10) και σχετικοί με τα ανώτατα όρια ενισχύσεων όσον αφορά την περίπτωση σώρευσης (σημείο 4.18 έως 4.21).

(90) Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι φορολογικές ενισχύσεις με τη μορφή έκπτωσης φόρου 45 % δεν περιορίστηκαν (κατά το διάστημα που περιελήφθη στην ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης της 26ης Σεπτεμβρίου 1995) στη βιομηχανική ζώνη της κοιλάδας του Νερβιόν και στις ζώνες των Πυρηναίων (που ήταν οι μόνες επιλέξιμες ζώνες σύμφωνα με το χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων που ίσχυε την εποχή εκείνη), ούτε περιορίστηκαν στο 30, 25 ή 20 % ΚΙΕ, ανάλογα με τις ζώνες και τις χρονικές περιόδους, στην περίπτωση των μεγάλων επιχειρήσεων, ούτε στο 30 % ΚΙΕ στην περίπτωση των ΜΜΕ. Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι επιλέξιμες δαπάνες δεν μπορούν να είναι απολύτως σύμφωνες με εκείνες που περιλαμβάνονται στην προαναφερθείσα πρότυπη βάση υπολογισμού στο μέτρο που, αφενός, δεν αποκλείονται οι επενδύσεις αντικατάστασης και, αφετέρου, θα μπορούσαν να επιδοτηθούν και άλλες δαπάνες. Βάσει αυτών, η Επιτροπή εκτιμά ότι μια έκπτωση φόρου που ανέρχεται στο 45 % των επενδύσεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά δυνάμει της περιφερειακής παρέκκλισης του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, εφόσον δεν τηρεί τους περιφερειακούς κοινοτικούς κανόνες.

(91) Όσον αφορά τις ενισχύσεις για τις επενδυτικές δαπάνες(41) που δεν είναι σύμφωνες με τον κοινοτικό ορισμό, δεν μπορούν να θεωρηθούν επενδυτικές ενισχύσεις. Πράγματι, σύμφωνα με το παράρτημα I των κατευθυντηρίων γραμμών 98/C 74/06, οποιαδήποτε φορολογική ενίσχυση μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της επενδυτικής ενίσχυσης, εάν το ποσό της ενίσχυσης ανταποκρίνεται σε ένα ανώτατο όριο που εκφράζεται ως ποσοστό της επένδυσης σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, το ποσό των ενισχύσεων ανέρχεται σε ένα ποσοστό των δαπανών της επένδυσης που δεν είναι σύμφωνο με τους κοινοτικούς κανόνες. Έτσι σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς οι ενισχύσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν επενδυτικές ενισχύσεις. Αντιθέτως, οι ενισχύσεις μπορούν να χρηματοδοτήσουν δαπάνες περιοδικού και αναγκαίου χαρακτήρα όπως οι δαπάνες που σχετίζονται με τις επενδύσεις αντικατάστασης. Αυτό το είδος τρεχουσών περιοδικών δαπανών είναι το είδος των δαπανών που πρέπει να επωμισθεί μια επιχείρηση στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχείρισής της ή των τρεχουσών δραστηριοτήτων της. Οι ενισχύσεις γι' αυτό το είδος επένδυσης ανήκουν επομένως στην κατηγορία των ενισχύσεων λειτουργίας στις οποίες εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες.

(92) Η Επιτροπή υπενθυμίζει σχετικά ότι, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες κατευθυντήριες γραμμές (98/C 74/06)(42), κατά κανόνα απαγορεύονται οι περιφερειακές ενισχύσεις που έχουν χαρακτήρα ενισχύσεων λειτουργίας. Μπορεί, ωστόσο, κατ' εξαίρεση να χορηγηθούν παρόμοιες ενισχύσεις σε περιφέρειες επιλέξιμες για την παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) εφόσον πληρούν ορισμένους όρους που θεσπίζονται στα σημεία 4.15 έως 4.17 των κατευθυντηρίων γραμμών, στις εξαιρετικά απομακρυσμένες περιοχές ή στις περιοχές με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού, εάν στόχος τους είναι η αντιστάθμιση των πρόσθετων μεταφορικών δαπανών. Ωστόσο, το επίπεδο ΣΟΕΕ (NUTS) III της Άλαβα δεν είναι επιλέξιμο για την παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης και, εξάλλου, η χορήγηση των ενισχύσεων λειτουργίας δεν πληροί τους σχετικούς όρους. Επιπλέον, η ΣΟΕΕ III της Άλαβα δεν έχει χαρακτήρα εξαιρετικά απομακρυσμένης περιοχής(43) ούτε περιοχή με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού(44). Για το λόγο αυτόν απαγορεύονται τα στοιχεία ενίσχυσης λειτουργίας που περιέχονται στην έκπτωση φόρου 45 %, ιδίως επειδή δεν χορηγούνται σε περιοχή που τυγχάνει της παρέκκλισης του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης, ούτε σε περιοχή εξαιρετικά απομακρυσμένη, ούτε σε περιοχή με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση οι ενισχύσεις είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά.

(93) Η Επιτροπή εκτιμά συνεπώς ότι το εξεταζόμενο καθεστώς φορολογικών ενισχύσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά σύμφωνα με τις περιφερειακές παρεκκλίσεις του άρθρου 87 στοιχεία α) και γ) της συνθήκης ΕΚ, στο μέτρο που δεν είναι σύμφωνο με τους κανόνες για τις περιφερειακές ενισχύσεις.

(94) Όσον αφορά τις ενισχύσεις που πραγματοποιήθηκαν από ΜΜΕ εκτός των ενισχυόμενων περιοχών της Άλαβα, κατά την περίοδο από 1.1.1995-26.7.1995 αφενός, και, αφετέρου, εκτός της Άλαβα, κατά την περίοδο από 1.1.1995-31.12.1999, η Επιτροπή τονίζει ότι, στις περιπτώσεις αυτές, οι ενισχύσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν περιφερειακές. Συνεπώς, στις ενισχύσεις αυτές δεν μπορεί να εφαρμοστεί η περιφερειακή παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης. Τούτο συμβαίνει όταν οι επενδύσεις προέρχονται από μεγάλες επιχειρήσεις. Αντιθέτως, σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις στις ΜΜΕ, όταν ο δικαιούχος είναι ΜΜΕ μπορεί να εφαρμοστεί η άλλη παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων. Αξίζει να σημειωθεί τελικά ότι, πέρα από τη θέσπιση των όρων συμμόρφωσης με τον ορισμό της αρχικής επένδυσης και των επιλέξιμων δαπανών της πρότυπης βάσης υπολογισμού, οι κανόνες ορίζουν ότι η παρέκκλιση θα εφαρμόζεται στις ενισχύσεις για την επένδυση εφόσον δεν υπερβαίνουν εντάσεις 15 % στις μικρές επιχειρήσεις και 7,5 % στην περίπτωση των μεσαίων επιχειρήσεων. Η Επιτροπή παρατηρεί όμως ότι οι φορολογικές ενισχύσεις υπό μορφή έκπτωσης φόρου 45 % δεν περιορίζονται στο 15 % ΚΙΕ στην περίπτωση των μικρών και στο 7,5 % ΚΙΕ στην περίπτωση των μεσαίων επιχειρήσεων. Επιπλέον, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι επιλέξιμες δαπάνες δεν είναι απολύτως σύμφωνες με τον ορισμό της αρχικής επένδυσης που περιλαμβάνεται στο σημείο 4.2.1 των κοινοτικών κανόνων (96/C 213/04) ούτε οι επιλέξιμες δαπάνες είναι σύμφωνες με εκείνες που προβλέπονται στην πρότυπη βάση υπολογισμού που θεσπίζεται στο σημείο 4.2.1 εφόσον δεν αποκλείονται οι δαπάνες αντικατάστασης ούτε δαπάνες άλλες πέραν εκείνων της πρότυπης βάσης υπολογισμού. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι εν λόγω φορολογικές ενισχύσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά δυνάμει της παρέκκλισης του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων δραστηριοτήτων.

(95) Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι οι περιφερειακές κατευθυντήριες γραμμές 98/C 74/06 αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής τους τους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων και της αλιείας του παραρτήματος I της συνθήκης, καθώς και της βιομηχανίας άνθρακα. Όσον αφορά τους τομείς των μεταφορών, της χαλυβουργίας, της ναυπηγικής βιομηχανίας, των συνθετικών ινών και της αυτοκινητοβιομηχανίας εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες που προστίθενται σε όσους αναφέρονται στις παραπάνω κατευθυντήριες γραμμές. Επιπλέον, ειδικοί κανόνες εφαρμόζονται στις επενδύσεις που αναφέρονται στο πολυτομεακό πλαίσιο 98/C 107/05. Συνεπώς, κατά την εξέταση του συμβιβάσιμου των ενισχύσεων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη αυτοί οι κανόνες όταν η δικαιούχος επιχείρηση ανήκει στους εν λόγω τομείς ή όταν η επένδυση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του πολυτομεακού πλαισίου.

(96) Πέραν της εφαρμογής της παρέκκλισης του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) σχετικά με την ανάπτυξη ορισμένων δραστηριοτήτων στις ανωτέρω περιπτώσεις, πρέπει να εξεταστεί πιθανή εφαρμογή της παρέκκλισης αυτής και για άλλους σκοπούς. Προς τούτο συνάγεται ότι η έκπτωση φόρου 45 % δεν έχει στόχο την ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ), ιδίως την ανάπτυξη δράσεων υπέρ μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την έρευνα και την ανάπτυξη, την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης ή την κατάρτιση σύμφωνα με τους αντίστοιχους κοινοτικούς κανόνες. Συνεπώς, οι φορολογικές αυτές ενισχύσεις δεν μπορούν να τύχουν της παρέκκλισης του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) σχετικά με τους προαναφερθέντες στόχους.

(97) Ομοίως, ελλείψει τομεακών περιορισμών, η έκπτωση φόρου 45 % μπορεί να χορηγείται χωρίς κανένα περιορισμό σε επιχειρήσεις των ευαίσθητων κλάδων που υπόκεινται σε ειδικές κοινοτικές διατάξεις, όπως εκείνες που εφαρμόζονται στην παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία των γεωργικών προϊόντων του παραρτήματος I της συνθήκης, την αλιεία, την εξόρυξη άνθρακα, τη χαλυβουργία, τις μεταφορές, τη ναυπηγική βιομηχανία, τις συνθετικές ίνες και την αυτοκινητοβιομηχανία(45). Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι φορολογικές ενισχύσεις με τη μορφή έκπτωσης φόρου 45 % δεν μπορούν να συμμορφώνονται με τις εν λόγω τομεακές διατάξεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η έκπτωση φόρου 45 % δεν πληροί τον όρο να μην προωθεί νέα παραγωγική ικανότητα έτσι ώστε να μην επιδεινώνει το πρόβλημα της πλεονάζουσας ικανότητας που έπληττε ανέκαθεν τους κλάδους αυτούς. Συνεπώς, όταν ο δικαιούχος ανήκει σε έναν από τους προαναφερθέντες κλάδους, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι ενισχύσεις, εφόσον δεν υπόκεινται στους τομεακούς κανόνες, δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά και την παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την προώθηση ορισμένων δραστηριοτήτων.

(98) Όσον αφορά το διάστημα μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1998, η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν μπορεί να αναφερθεί ότι η επένδυση που αποτελεί αντικείμενο της ενίσχυσης αναφέρεται στο πολυτομεακό πλαίσιο(46) 98/C 107/05. Πράγματι, όλα τα επενδυτικά σχέδια αξίας μεγαλύτερης των 50 εκατομμυρίων ευρώ (15 εκατομμυρίων ευρώ στην περίπτωση του τομέα κλωστοϋφαντουργίας και ένδυσης) με ένταση που υπερβαίνει το 50 % του ανώτατου περιφερειακού ορίου και ενίσχυση ανά θέση εργασίας άνω των 40000 ευρώ (30000 ευρώ ανά θέση εργασίας στην περίπτωση της κλωστοϋφαντουργίας ή της ένδυσης), καθώς και τα επενδυτικά σχέδια όπου η συνολική ενίσχυση υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια ευρώ, υπόκεινται στους όρους που θεσπίζονται στο εν λόγω πλαίσιο. Στην προκειμένη περίπτωση, επιβάλλεται εκ των προτέρων κοινοποίηση κάθε επενδυτικού σχεδίου, σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης, έτσι ώστε η Επιτροπή να μπορεί να καθορίσει τη μέγιστη ένταση της ενίσχυσης που συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Οι εξεταζόμενες φορολογικές ενισχύσεις δεν υπόκεινται όμως ούτε στην κοινοποίηση στην περίπτωση των επονομαζόμενων μεγάλων σχεδίων, ούτε σε ενδεχόμενη μείωση της έντασης της ενίσχυσης που απορρέει από την αξιολόγηση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι εξεταζόμενες φορολογικές ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά σύμφωνα με την παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, εφόσον η παρέκκλιση του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) δεν εφαρμόζεται στην Γκιπούθκοα.

(99) Δεδομένου ότι η χορήγηση των εξεταζόμενων φορολογικών ενισχύσεων δεν λαμβάνει υπόψη την οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση των δικαιούχων επιχειρήσεων, η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν μπορεί να διακρίνει εάν ο δικαιούχος είναι προβληματική επιχείρηση δυνάμει των κατευθυντηρίων γραμμών 99/C 288/02(47) παρ' ότι, όπως διαβεβαιώνουν οι ισπανικές αρχές, όπως έχει σχεδιαστεί η έκπτωση φόρου υπάρχει ελάχιστη πιθανότητα να εφαρμοστεί σε προβληματικές επιχειρήσεις(48). Η Επιτροπή σημειώνει σχετικά ότι η χορήγηση των εξεταζόμενων φορολογικών ενισχύσεων δεν υπόκειται στους όρους που θεσπίζονται στις εν λόγω κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές. Ωστόσο, σύμφωνα με την παράγραφο 20 των κατευθυντηρίων γραμμών 99/C 288/02: "Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων χωρίς να επηρεάζουν τις συναλλαγές σε βάρος του κοινοτικού συμφέροντος, εφόσον τηρούνται οι όροι που περιλαμβάνονται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές". Δεδομένου ότι δεν τηρούν τις παραπάνω προδιαγραφές όταν απευθύνονται σε προβληματικές επιχειρήσεις οι ενισχύσεις αυτές είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Επομένως η Επιτροπή εκτιμά ότι οι εξεταζόμενες φορολογικές ενισχύσεις υπέρ των προβληματικών επιχειρήσεων δεν μπορούν να κριθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά δυνάμει της παρέκκλισης που περιλαμβάνεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης για την προώθηση της ανάπτυξης οικονομικών δραστηριοτήτων.

Εφαρμογή άλλων εξαιρέσεων

(100) Οι εξεταζόμενες ενισχύσεις οι οποίες δεν μπορούν να τύχουν των παρεκκλίσεων του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) της συνθήκης, δεν μπορούν να τύχουν ούτε των λοιπών παρεκκλίσεων του άρθρου 87 παράγραφοι 2 και 3· εφόσον δεν μπορούν να θεωρηθούν ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα, δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 2 στοιχείο α)· δεν προορίζονται για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου β) του ιδίου άρθρου. Επιπλέον, δεν έχουν ως στόχο την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ούτε προορίζονται για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους, όπως προβλέπει το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο β). Τέλος, δεν είναι ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού ή της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ).

Περίληψη

(101) Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι εν λόγω ενισχύσεις υπό μορφή έκπτωσης φόρου 45 % δεν μπορούν να τύχουν της παρέκκλισης του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης, δεδομένου ότι η Γκιπούθκοα δεν μπορεί να τύχει της εν λόγω παρέκκλισης, ούτε της παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης σχετικά με "τις ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως [...] ορισμένων περιοχών [...]" δεδομένου ότι δεν πληρούν τους κοινοτικούς όρους σχετικά με τις περιφερειακές ενισχύσεις. Ούτε μπορούν να τύχουν της παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) σχετικά με "τις ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων [...]" εφόσον, αφενός, δεν είναι σύμφωνες με τις κοινοτικές διατάξεις που εφαρμόζονται σχετικά στις ΜΜΕ και, αφετέρου, όσον αφορά τις μεγάλες επιχειρήσεις, το καθεστώς δεν καλύπτει ορισμένες δραστηριότητες. Ούτε μπορούν να τύχουν άλλων παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης, εφόσον δεν μπορούν να θεωρηθούν ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα, δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 2 στοιχείο α)· δεν προορίζονται για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου β) του ιδίου άρθρου. Επιπλέον, δεν έχουν ως στόχο την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ούτε προορίζονται για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους, όπως προβλέπει το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο β). Εξάλλου, δεν δύνανται να τύχουν της παρέκκλισης του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ), εφόσον δεν προορίζονται για την προώθηση του πολιτισμού ή τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Συνεπώς, οι ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.

(102) Δεδομένου ότι τυχόν έκπτωση φόρου που δεν έχει εφαρμοστεί επειδή υπερβαίνει το ποσό της φορολογικής επιβάρυνσης δύναται να μεταφερθεί και να χρησιμοποιηθεί κατά τα έτη που έπονται της έκδοσης της απόφασης χορήγησης(49), συνάγεται ότι μένει ακόμη να καταβληθεί μέρος των φορολογικών ενισχύσεων. Ωστόσο, οι ενισχύσεις είναι παράνομες και ασυμβίβαστες. Κατά συνέπεια, οι ισπανικές αρχές οφείλουν να αναστείλουν την πληρωμή τυχόν υπολοίπου της έκπτωσης φόρου 45 % το οποίο οφείλεται ακόμη σε ορισμένους δικαιούχους.

(103) Όσον αφορά τις ασυμβίβαστες ενισχύσεις που έχουν ήδη καταβληθεί, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω επιχειρήματα, οι δικαιούχοι δεν μπορούν να βασιστούν στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου όπως η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ή η ασφάλεια του δικαίου. Κατά συνέπεια, μπορεί κάλλιστα να εφαρμοστεί το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, βάσει του οποίου "σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο". Προς τούτο, οι ισπανικές αρχές πρέπει να λάβουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την ανάκτηση των ενισχύσεων που έχουν ήδη καταβληθεί έτσι ώστε να αποκαταστήσουν την οικονομική κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν οι δικαιούχοι επιχειρήσεις εάν δεν τους είχαν χορηγηθεί οι παράνομες ενισχύσεις. Οι ενισχύσεις πρέπει να ανακτηθούν σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις διατάξεις της ισπανικής νομοθεσίας και πρέπει να περιλαμβάνουν όλους τους οφειλόμενους τόκους, υπολογιζόμενους από την ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης έως την ημερομηνία της πραγματικής αποπληρωμής βάσει του επιτοκίου αναφοράς που χρησιμοποιείτο κατά την ημερομηνία αυτή για τον υπολογισμό του καθαρού ισοδυνάμου επιχορήγησης των περιφερειακών ενισχύσεων στην Ισπανία(50).

(104) Οι ενισχύσεις αυτές δεν μπορούν να τύχουν αυτής της παρέκκλισης ούτε εκείνης που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) σχετικά με "τις ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων [...]" εφόσον, αφενός, δεν είναι σύμφωνες με τις κοινοτικές διατάξεις που εφαρμόζονται σχετικά στις ΜΜΕ και, αφετέρου, όσον αφορά τις μεγάλες επιχειρήσεις, το καθεστώς δεν καλύπτει ορισμένες δραστηριότητες. Ούτε μπορούν να τύχουν άλλων παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης, εφόσον δεν μπορούν να θεωρηθούν ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα, δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 2 στοιχείο α)· δεν προορίζονται για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου β) του ιδίου άρθρου. Επιπλέον, δεν έχουν ως στόχο την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ούτε προορίζονται για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους, όπως προβλέπει το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο β). Εξάλλου, δεν δύνανται να τύχουν της παρέκκλισης του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ), εφόσον δεν προορίζονται για την προώθηση του πολιτισμού ή τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Συνεπώς, οι ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.

(105) Δεδομένου ότι τυχόν έκπτωση φόρου που δεν έχει εφαρμοστεί επειδή υπερβαίνει το ποσό της φορολογικής επιβάρυνσης δύναται να μεταφερθεί και να χρησιμοποιηθεί κατά τα έτη που έπονται της έκδοσης της απόφασης χορήγησης(51), συνάγεται ότι μένει ακόμη να καταβληθεί μέρος των φορολογικών ενισχύσεων. Ωστόσο, οι ενισχύσεις είναι παράνομες και ασυμβίβαστες. Κατά συνέπεια, οι ισπανικές αρχές οφείλουν να αναστείλουν την πληρωμή τυχόν υπολοίπου της έκπτωσης φόρου 45 % το οποίο οφείλεται ακόμη σε ορισμένους δικαιούχους.

(106) Όσον αφορά τις ασυμβίβαστες ενισχύσεις που έχουν ήδη καταβληθεί, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω επιχειρήματα, οι δικαιούχοι δεν μπορούν να βασιστούν στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου όπως η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ή η ασφάλεια του δικαίου. Κατά συνέπεια, μπορεί κάλλιστα να εφαρμοστεί το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, βάσει του οποίου "σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο". Προς τούτο, οι ισπανικές αρχές πρέπει να λάβουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την ανάκτηση των ενισχύσεων που έχουν ήδη καταβληθεί έτσι ώστε να αποκαταστήσουν την οικονομική κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν οι δικαιούχοι επιχειρήσεις εάν δεν τους είχαν χορηγηθεί οι παράνομες ενισχύσεις. Οι ενισχύσεις πρέπει να ανακτηθούν σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις διατάξεις της ισπανικής νομοθεσίας και πρέπει να περιλαμβάνουν όλους τους οφειλόμενους τόκους, υπολογιζόμενους από την ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης έως την ημερομηνία της πραγματικής αποπληρωμής βάσει του επιτοκίου αναφοράς που χρησιμοποιείτο κατά την ημερομηνία αυτή για τον υπολογισμό του καθαρού ισοδυνάμου επιχορήγησης των περιφερειακών ενισχύσεων στην Ισπανία(52).

(107) Η παρούσα απόφαση αναφέρεται στο καθεστώς και είναι άμεσα εφαρμοστέα, περιλαμβανομένης της ανάκτησης οποιασδήποτε μεμονωμένης ενίσχυσης χορηγήθηκε στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού. Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι, ως συνήθως, η παρούσα απόφαση εκδίδεται με την επιφύλαξη ότι μεμονωμένες ενισχύσεις δύνανται να θεωρηθούν, εν όλω ή εν μέρει, ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά σε συνάρτηση με τα ίδια χαρακτηριστικά τους, είτε σε μεταγενέστερη απόφαση της Επιτροπής είτε κατ' εφαρμογή των κανονισμών παρέκκλισης.

X. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

(108) Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι:

- Η Ισπανία έθεσε παράνομα σε εφαρμογή, στην Γκιπούθκοα, έκπτωση φόρου ίση με το 45 % του ποσού των επενδύσεων παραβιάζοντας τις διατάξεις του άρθρου 88 παράγραφος 3.

- Η έκπτωση φόρου 45 % επί των επενδύσεων δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.

- Οι ισπανικές αρχές οφείλουν να αναστείλουν την καταβολή τυχόν υπολοίπου ενίσχυσης που ενδεχομένως οφείλεται σε ορισμένους δικαιούχους. Όσον αφορά τις ασυμβίβαστες ενισχύσεις που έχουν ήδη καταβληθεί, οι ισπανικές αρχές λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ανάκτησή τους, έτσι ώστε να αποκατασταθεί η οικονομική κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν οι δικαιούχοι επιχειρήσεις αν δεν τους είχαν χορηγηθεί οι παράνομες ενισχύσεις,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η κρατική ενίσχυση, με τη μορφή μείωσης της φορολογητέας βάσης, που έθεσε παράνομα σε εφαρμογή η Ισπανία στην ιστορική περιοχή της Γκιπούθκοα, κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 3 της συνθήκης, μέσω του άρθρου 26 του περιφερειακού νόμου 7/1997 της 22ας Δεκεμβρίου 1997, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.

Άρθρο 2

Η Ισπανία υποχρεούται να καταργήσει το καθεστώς ενισχύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 1, εφόσον αυτό εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα.

Άρθρο 3

1. Η Ισπανία λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση από τους δικαιούχους των αναφερόμενων στο άρθρο 1 ενισχύσεων που χορηγήθηκαν παράνομα στους δικαιούχους.

Η Ισπανία υποχρεούται να καταργήσει όλες τις καταβολές εκκρεμών ενισχύσεων.

2. Η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας υπό τον όρο ότι επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης. Οι ανακτώμενες ενισχύσεις περιλαμβάνουν τόκους από το χρόνο κατά τον οποίο τέθηκαν στη διάθεση των δικαιούχων έως το χρόνο της πραγματικής τους ανάκτησης. Οι τόκοι αυτοί υπολογίζονται με βάση το επιτόκιο αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ισοδυνάμου επιχορήγησης στο πλαίσιο των περιφερειακών ενισχύσεων.

Άρθρο 4

Η Ισπανία ενημερώνει την Επιτροπή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, για τα μέτρα που έλαβε για την εφαρμογή της.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο της Ισπανίας.

Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2001.

Για την Επιτροπή

Mario Monti

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ C 351 της 4.12.1999, σ. 29.

(2) Απόφαση 1999/718/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 292 της 13.11.1999, σ. 1).

(3) Απόφαση 2000/795/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 318 της 16.12.2000, σ. 36).

(4) ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

(5) Βλέπε την υποσημείωση 1.

(6) Επίσημη Εφημερίδα της Γκιπούθκοα της 17.3.2000.

(7) Περιφερειακός νόμος 7/1997 της 22ας Δεκεμβρίου 1997 (Δέκατη συμπληρωματική διάταξη).

(8) Επίσημη Εφημερίδα της Γκιπούθκοα της 31.12.1997.

(9) Δεν παρέχεται συγκεκριμένος ορισμός του τι εννοούν οι ισπανικές αρχές πώς "επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά το στάδιο προπαρασκευής" για την εφαρμογή των επίμαχων φορολογικών ενισχύσεων.

(10) Βλέπε σημείο 3.2 των κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις στις ΜΜΕ (ΕΕ C 213 της 19.8.1992) και την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τον κανόνα ήσσονος σημασίας (de minimis) για τις κρατικές ενισχύσεις (ΕΕ C 68 της 6.3.1996).

(11) Βλέπε το παράρτημα της ανακοίνωσης της Επιτροπής του 1979 (ΕΕ C 31 της 3.2.1979).

(12) Βλέπε το σημείο 18 του παραρτήματος της ανακοίνωσης της Επιτροπής του 1979 (ΕΕ C 31 της 3.2.1979), ή το σημείο 4.4 των κατευθυντηρίων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (98/C 74/06).

(13) Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τα μέτρα που σχετίζονται με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων (ΕΕ C 384 της 10.12.1998).

(14) Επιστολή της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη SG(89) D/5521 της 27.4.1989.

(15) Απόφαση 93/337/ ΕΟΚ (ΕΕ L 134 της 3.6.1993).

(16) Αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14ης Σεπτεμβρίου 1994 στις υποθέσεις C-278/92, C-279/92 και C-280/92 Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-4103.

(17) Η προθεσμία της πρόσκλησης υποβολής παρατηρήσεων ανερχόταν σε ένα μήνα από την ημερομηνία δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 26ης Φεβρουαρίου 2000.

(18) Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14ης Οκτωβρίου 1987, Γερμανία κατά Επιτροπής, στην υπόθεση 248/84, Συλλογή 1987, σ. 4013.

(19) "La dependencia exterior vasca en el período 1990-1995", των Paxti Garrido Espinosa και Maria Victoria Garc a Olea, που δημοσίευσε η στατιστική υπηρεσία της κυβέρνησης των Βάσκων, Euskal Estatistika-Erakundea/ Instituto Vasco de Estadística (Eustat).

(20) Οι εξαγωγές στο εξωτερικό αντιστοιχούσαν στο 28,5 % των συνολικών εξαγωγών (περιλαμβανομένων των πωλήσεων στην υπόλοιπη Ισπανία) κατά το 1990, ενώ πέντε έτη αργότερα, το 1995, στο 40,8 %.

(21) "Estadística de Comercio Exterior para la Comunidad Autónoma de Euskadi en el año 1998", την οποία εκπόνησε η Eustat.

(22) Βλέπε παραγράφους 48 και 51 της απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 17ης Ιουνίου 1999, στην υπόθεση C-75/97 ("Maribel"), Βέλγιο κατά Επιτροπής· τις παραγράφους 80 έως 82 της απόφασης του Πρωτοδικείου, της 15ης Ιουνίου 2000, στην υπόθεση Τ-298/97, Alzetta, Mauro y otros κατά Επιτροπής· τις παραγράφους 54 και 55 των συμπερασμάτων του Γενικού Εισαγγελέα Ruíz-Jarabo, της 17ης Μαΐου 2001, στην υπόθεση C-310/99 Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, καθώς και την παράγραφο 31 των συμπερασμάτων του Γενικού Εισαγγελέα Saggio, της 17ης Ιανουαρίου 2000, στην υπόθεση C-156/98 Γερμανία κατά Επιτροπής: "Πρέπει να τονιστεί συν..... ότι στο πλαίσιο ενός γενικού συστήματος ενισχύσεων, για να είναι δυνατόν να καθοριστεί επίπτωση ενός τέτοιου συστήματος εκ των εμπορικών συναλλαγών, αρκεί, μέσω εκ των προτέρων εκτιμήσεων, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί λογικά ότι η επίπτωση αυτή είναι δυνατόν να υλοποιηθεί". Αν η θέση μιας επιχειρήσεως (ή, όπως εν προκειμένω, ενός απεριόριστου αριθμού επιχειρήσεων) ενδυναμώνεται από ένα σύστημα ενισχύσεων, η ευνοϊκή μεταχείριση είναι κατ' αρχήν δυνατόν να επηρεάσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών.

(23) Για παράδειγμα στο "Γενικό λογιστικό σχέδιο".

(24) Για παράδειγμα στον ισπανικό "Νόμο ανωνύμων εταιρειών".

(25) Βλέπε την αιτιολογική σκέψη 24 της απόφασης της 22ας Μαρτίου 1977 στην υπόθεση C-78/76, Steinike & Weinlig κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Εξάλλου, στην αιτιολογική σκέψη 45 της απόφασης του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 24ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-313/90, Comité international de la rayonne et des fibres synthétiques και λοιποί κατά Επιτροπής, αναφέρεται ότι ούτε η αρχή της ίσης μεταχείρισης ούτε η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μπορούν να τύχουν επίκλησης προκειμένου να δικαιολογηθεί η επανάληψη της εσφαλμένης ερμηνείας ενός μέτρου.

(26) Άρθρο 31 του ισπανικού συντάγματος.

(27) Βλέπε την έκτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 411/99 του ανώτερου δικαστηρίου της Χώρας των Βάσκων, της 17ης Μαΐου 1999, στην υπόθεση 907/98, Administración del Estado κατά Juntas Generales de Άλαβα.

(28) Το πόρισμα της αξιολόγησης των εξεταζόμενων ενισχύσεων είναι το αυτό ανεξαρτήτως εάν η αξιολόγηση βασίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τους κανόνες de minimis για τις κρατικές ενισχύσεις (ΕΕ C 68 της 6.3.1996) ή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 69/2001, της 12ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης στις ενισχύσεις de minimis (ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 3).

(29) Καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος του εξεταζόμενου καθεστώτος, δεν ίσχυε κανένας κανονισμός με υποχρέωση κοινοποίησης που θεσπίστηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 89 της συνθήκης.

(30) Σημείο 300 της απόφασης του Πρωτοδικείου, της 15ης Δεκεμβρίου 1999, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-132/96 και Τ-143/96, Freistaat Sachsen και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-3663.

(31) Κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) υπολογιζόμενο σε μονάδα αγοραστικής δύναμης (ΜΑΔ).

(32) Στατιστική ονοματολογία εδαφικών ενοτήτων.

(33) Οι αναφορές στους περιφερειακούς κανόνες περιορίζονται, σε ορισμένες από τις ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις, στις κατευθυντήριες γραμμές των ενισχύσεων περιφερειακού χαρακτήρα 98/C 74/06, καθώς και στους προαναφερθέντες περιφερειακούς κανόνες. Εν πάση περιπτώσει, η αξιολόγηση των ενισχύσεων είναι σε όλες τις περιπτώσεις η ίδια.

(34) Βλέπε παράγραφο 1 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τη μέθοδο εφαρμογής του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) στις περιφερειακές ενισχύσεις (ΕΕ C 212 της 12.8.1988) καθώς και την παράγραφο 3.5 των περιφερειακών κατευθυντηρίων γραμμών (98/C 74/06).

(35) 96/C 25/03.

(36) Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις ενισχύσεις προς τις ΜΜΕ (ΕΕ C 213 της 19.8.1992) ή με τη σύσταση της Επιτροπής της 3.4.1996 σχετικά με τον ορισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (96/C 213/04).

(37) Κοινοτικοί κανόνες για τις ενισχύσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΕΕ C 213 της 19.8.1992) ή κοινοτικοί κανόνες για τις ενισχύσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΕΕ C 213 της 23.7.1996).

(38) Βλέπε το σημείο 5 στοιχείο γ) του παραρτήματος του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 20.10.1971 (ΕΕ C 111 της 4.11.1971)· σημείο 18 του παραρτήματος της ανακοίνωσης της Επιτροπής του 1979 (ΕΕ C 31 της 3.2.1979)· σημείο 4.2.1 των προαναφερθέντων κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις στις ΜΜΕ ή τα σημεία 4.4 ["Ως αρχική επένδυση ορίζεται μία επένδυση παγίου κεφαλαίου η οποία αφορά τη δημιουργία νέων εγκαταστάσεων, την επέκταση υφιστάμενων εγκαταστάσεων ή την εκκίνηση δραστηριότητας η οποία συνεπάγεται θεμελιώδη αλλαγή στο προϊόν ή τη μέθοδο παραγωγής μιας υφιστάμενης εγκατάστασης (διά μέσου του εξορθολογισμού, της διαφοροποίησης ή του εκσυγχρονισμού) "], 4.5 ["Οι ενισχύσεις για αρχικές επενδύσεις υπολογίζονται σε ποσοστά επί της αξίας της επένδυσης. Η αξία καθορίζεται με βάση ένα ομοιόμορφο σύνολο δαπανών (πρότυπη βάση υπολογισμού), ανάλογα με τα εξής στοιχεία της επένδυσης: γήπεδα, κτίρια και εξοπλισμός"] των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (98/C 74/06), (ΕΕ C 74 της 10.3.1998)· καθώς και την υποσημείωση της σελίδας 23 ["Στον τομέα των μεταφορών, οι δαπάνες που προορίζονται για την απόκτηση μεταφορικού υλικού (κινητά στοιχεία) δεν μπορούν να περιληφθούν στο σύνολο των δαπανών (πρότυπη βάση υπολογισμού). Συνεπώς, οι δαπάνες αυτές δεν μπορούν να λάβουν ενισχύσεις για αρχική επένδυση."].

(39) Βλέπε παράρτημα της ανακοίνωσης της Επιτροπής το 1979 (ΕΕ C 31 της 3.2.1979).

(40) Στο σημείωμα 21 των κατευθυντηρίων γραμμών (98/C 74/06), διευκρινίζεται ότι "Οι επενδύσεις αντικατάστασης εξακολουθούν επομένως να αποκλείονται. Οι ενισχύσεις προς αυτό το είδος επενδύσεων ανήκουν στην κατηγορία των ενισχύσεων λειτουργίας, στις οποίες εφαρμόζονται οι κανόνες που περιγράφονται στα σημεία 4.15 έως 4.17".

(41) Αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε οι ισπανικές ούτε άλλες αρχές αμφισβήτησαν την ύπαρξη αυτού του είδους επενδυτικών δαπανών.

(42) Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μέθοδο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) στις περιφερειακές ενισχύσεις (ΕΕ C 212 της 12.8.1988).

(43) Δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των εξαιρετικά απομακρυσμένων περιοχών του άρθρου 299 της συνθήκης.

(44) Σύμφωνα με το σημείο 3.10.4 των κατευθυντηρίων γραμμών για τις περιφερειακές ενισχύσεις (98/C 74/06).

(45) Για τις τομεακές διατάξεις που ισχύουν σήμερα, εκτός από την Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, βλέπε την ιστοθέση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού http://europa.eu.int/comm/ competition/state_aid/legislation/

(46) Πολυτομεακό πλαίσιο για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια (ΕΕ C 107 της 7.4.1998).

(47) Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (94/C 368/05), (ΕΕ C 368 τηης 23.12.1994), που από το 1999 αντικαταστάθηκαν από τις κατευθυντήριες γραμμές (99/C 288/02), (ΕΕ C 288 της 9.10.1999).

(48) Μεταξύ των όρων αυτών περιλαμβάνεται κυρίως η υποχρέωση η ενίσχυση να αφορά την εκτέλεση ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης που επιτρέπει την αποκατάσταση της μακροχρόνιας βιωσιμότητας μιας επιχείρησης.

(49) Στην περίπτωση των εκπτώσεων φόρου που χορηγούνται κατ' εφαρμογή του περιφερειακού νόμου 22/1994, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, ο χρόνος εφαρμογής περιορίζεται στα εννέα έτη, ενώ ο περιορισμός αυτός καταργήθηκε για τις εκπτώσεις που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή των μεταγενέστερων περιφερειακών νόμων.

(50) Επιστολή της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη SG(91) D/4577 της 4ης Μαρτίου 1991. Βλέπε επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 21ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση 142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-950.

(51) Στην περίπτωση των εκπτώσεων φόρου που χορηγούνται κατ' εφαρμογή του περιφερειακού νόμου 22/1994, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, ο χρόνος εφαρμογής περιορίζεται στα εννέα έτη, ενώ ο περιορισμός αυτός καταργήθηκε για τις εκπτώσεις που χορηγήθηκαν κατ' εφαρμογή των μεταγενέστερων περιφερειακών νόμων.

(52) Επιστολή της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη SG(91) D/4577 της 4ης Μαρτίου 1991. Βλέπε επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 21ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση 142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-950.