Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1458/2001 της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 2001, για παρέκκλιση από ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2700/93 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999 όσον αφορά την εφαρμογή των καθεστώτων πριμοδοτήσεων στους τομείς του αιγοπροβείου κρέατος και του βοείου κρέατος και για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 194 της 18/07/2001 σ. 0004 - 0006
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1458/2001 της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 2001 για παρέκκλιση από ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2700/93 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999 όσον αφορά την εφαρμογή των καθεστώτων πριμοδοτήσεων στους τομείς του αιγοπροβείου κρέατος και του βοείου κρέατος και για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2467/98 του Συμβουλίου, της 3ης Νοεμβρίου 1998, για κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του πρόβειου και αιγείου κρέατος(1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1669/2000(2), και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 6, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος(3), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 8, το άρθρο 6 παράγραφος 7, το άρθρο 11 παράγραφος 5, το άρθρο 13 παράγραφος 5 και το άρθρο 50 δεύτερη περίπτωση, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Σε περιπτώσεις αφθώδους πυρετού, που εμφανίστηκαν σε πολλά κράτη μέλη, άρχισε η λήψη ορισμένων μέτρων που θεσπίστηκαν με βάση την οδηγία 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς(4), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 92/118/ΕΟΚ(5), και με βάση την οδηγία 85/511/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1985, για τη θέσπιση κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού(6), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας. (2) Τα μέτρα αυτά επιβάλλουν τον περιορισμό των μετακινήσεων ζώων σε ορισμένες περιοχές. Από αυτό μπορεί να προκύψει κατάσταση ώστε οι παραγωγοί να μην είναι πλέον σε θέση να ανταποκριθούν σε ορισμένες υποχρεώσεις που υπέχουν δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2700/93 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1993, για λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής της πριμοδότησης υπέρ των παραγωγών αιγοπροβείου κρέατος(7), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 394/2001(8), και από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2342/1999 της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 1999, για καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 του Συμβουλίου για κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, όσον αφορά τα καθεστώτα πριμοδοτήσεων(9), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 192/2001(10). Πρέπει, συνεπώς, να επιτραπεί στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν προσωρινά από ορισμένους κανόνες που εφαρμόζονται υπό κανονικές συνθήκες, στο βαθμό που θα διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα των εν λόγω κτηνιατρικών μέτρων. Οι παρεκκλίσεις αυτές εφαρμόζονται επίσης στις καταστάσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή των προαναφερόμενων μέτρων όταν τα ζώα σφάζονται κατόπιν απόφασης κτηνιάτρου με στόχο την προστασία των ζώων. (3) Στο πλαίσιο της πριμοδότησης ανά προβατίνα και της πριμοδότησης ανά αίγα, που θεσπίστηκε από το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2467/98, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση των παραγωγών των οποίων ένα ή περισσότερα ζώα σφάζονται πριν από την τελευταία ημέρα της περιόδου υποχρεωτικής παραμονής των ζώων την εκμετάλλευση λόγω της εφαρμογής των εν λόγω κτηνιατρικών μέτρων, πρέπει να επιτραπεί η χορήγηση πριμοδότησης, εφόσον εξακριβώνει ότι τα εν λόγω ζώα θα είχαν εκπληρώσει τους όρους επιλεξιμότητας που προβλέπονται από τους ορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφοι 4 και 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3493/90 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, για τον καθορισμό των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση πριμοδότησης στους παραγωγούς προβείου και αιγείου κρέατος(11), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2825/2000(12), αν δεν είχαν σφαγεί. (4) Στο πλαίσιο της ειδικής πριμοδότησης για τα αρσενικά βοοειδή, που θεσπίστηκε από το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, και της πριμοδότησης στη θηλάζουσα αγελάδα, που θεσπίστηκε από το άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού, για να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση των παραγωγών των οποίων ένα ή περισσότερα ζώα εσφάγησαν κατά τη διάρκεια της περιόδου υποχρεωτικής παραμονής των ζώων στην εκμετάλλευση μετά από την εφαρμογή των προαναφερθέντων κτηνιατρικών μέτρων, πρέπει να επιτραπεί η χορήγηση της ειδικής πριμοδότησης ή της πριμοδότησης στη θηλάζουσα αγελάδα, για τα ζώα που αφορούν τα μέτρα αυτά. (5) Στο πλαίσιο της ενίσχυσης εκτατικοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, όταν τα ζώα παραμένουν στην εκμετάλλευση λόγω απαγόρευσης μετακινήσεων που αποφασίστηκε από την κτηνιατρική αρχή λόγω επιζωοτία, εφαρμόζεται κατ' αποκοπή διορθωτικός συντελεστής, κατά τη δάρκεια της περιόδου εφαρμογής ενός τέτοιου μέτρου, στον αριθμό των ΜΧΖ που διαπιστώθηκε στην εκμετάλλευση κατά την εν λόγω περίοδο για να καθοριστεί ο δείκτης πυκνότητας, δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999. Για να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις επί του αριθμού των ΜΧΖ των κτηνιατρικών μέτρων των οποίων παρατείνεται η διάρκεια εφαρμογής, πρέπει να προβλεφθεί ότι ο προαναφερθείς κατ' αποκοπή διορθωτικός συντελεστής μπορεί να μειωθεί πέραν μιας ορισμένης διάρκειας εφαρμογής των μέτρων αυτών. (6) Στο πλαίσιο της πριμοδότησης αυτής που προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, λόγω των περιορισμών των μετακινήσεων των ζώων, οι παραγωγοί δεν δύναται να τηρήσουν την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999 μεταξύ του τέλους της δίμηνης ελάχιστης περιόδου υποχρεωτικής παραμονής των ζώων στην εκμετάλλευση και της ημερομηνίας σφαγής. Πρέπει, συνεπώς, να επιτραπεί στα κράτη μέλη να παρατείνουν την προθεσμία αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα αποστολής των ζώων προς τα άλλα κράτη μέλη. (7) Στο πλαίσιο της ίδιας πριμοδότησης σφαγής που αναφέρεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, οι περιορισμοί στις ματακινήσεις των ζώων έχουν ως αποτέλεσμα, σε ορισμένες περιπτώσεις, να έχουν παραμείνει οι μόσχοι επί μακρότερο χρόνο στις εκμεταλλεύσεις και να πληρούν πλέον, κατά τη σφαγή τους μετά την άρση των εν λόγω περιορισμών, τους όρους ηλικίας και βάρους που θεσπίστηκαν στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του εν λόγω άρθρου. Για να μην τιμωρηθούν οι παραγωγοί για τα ζώα των οποίων το βάρος είναι υπερβολικό για λόγους ανεξαρτήτους της θέλησής τους, πρέπει να επιτραπεί, κατά τη διάρκεια περιορισμένης περιόδου, η χορήγηση πριμοδότησης στη σφαγή για τους μόσχους που δεν πληρούν πλέον τους προαναφερθέντες όρους ηλικίας και βάρους. Για το σκοπό αυτό, το άρθρο 50 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 επιτρέπει να ληφθούν τα μέτρα που απαιτούνται για την επίλυση συγκεκριμένων πρακτικών προβλημάτων. (8) Στο πλαίσιο της ενίσχυσης εκτατικοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, όταν τα ζώα παραμένουν στην εκμετάλλευση περισσότερο χρόνο από ότι κανονικά λόγω εκτάκτου κατάστασης της αγοράς, εφαρμόζεται ένας κατ' αποκοπή διορθωτικός συντελεστής, κατά τη διάρκεια περιορισμένης περιόδου, στον αριθμό των ΜΧΖ που διαπιστώνεται στην εκμετάλλευση για την εν λόγω περίοδο για να καθοριστεί ο δείκτης πυκνότητας, δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999. Για να ληφθεί η επίπτωση των περιορισμών των μετακινήσεων των ζώων επί της κατάστασης των παραγωγών όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του κατ' αποκοπή διορθωτικού συντελεστή, πρέπει να παραταθεί η περίοδος αυτή κατά δύο μήνες. (9) Έχοντας υπόψη την εξέλιξη των γεγονότων, επιβάλλεται η άμεση θέση σε ισχύ του παρόντος κανονισμού. (10) Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της κοινής συνενδρίασης της επιτροπής διαχείρισης βοείου κρέατος και της επιτροπής διαχείρισης προβατοειδών και αιγοειδών, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Άρθρο 1 Στο βαθμό που απαιτείται για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των μέτρων που θεσπίστηκαν με βάση την οδηγία 90/425/ΕΟΚ και την οδηγία 85/511/ΕΟΚ, για να καταπολεμηθεί ο αφθώδης πυρετός και να προληφθεί η διάδοσή του, και για να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις από την παράταση της εκτάκτου κατάστασης της αγοράς που προκύπτει από τα μέτρα αυτά, θεσπίζονται παρεκκλίσεις από τις διατάξεις των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2700/93 και (ΕΚ) αριθ. 2342/1999 με τους όρους που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό. Οι παρεκκλίσεις αυτές εφαρμόζονται επίσης στις καταστάσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή των προαναφερόμενων μέτρων όταν τα ζώα σφάζονται κατόπιν αποφάσεως κτηνιάτρου με στόχο την προστασία των ζώων. Άρθρο 2 Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2700/93, τα ζώα που σφάζονται μετά την εφαρμογή του μέτρου που αναφέρεται στο άρθρο 1 πριν από την τελευταία ημέρα της περιόδου υποχρεωτικής παραμονής των ζώων στην εκμετάλλευση, είνα επιλέξιμα για τη χορήγηση της πριμοδότησης στην προβατίνα ή της πριμοδότησης στην αίγα. Γι' αυτό η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους διασφαλίζει, με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν κατά τη σφαγή, ότι το ζώο θα είχε εκπληρώσει τους όρους που προβλέπονται από τους ορισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφοι 4 και 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3493/90, εάν δεν είχε σφαγεί. Άρθρο 3 1. Η σφαγή ζώου κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής παραμονής των ζώων στην εκμετάλλευση που αναφέρεται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999, όσον αφορά την ειδική πριμοδότηση μετά από τη λήψη μέτρου που αναφέρεται στο άρθρο 1, δεν αποτελεί εμπόδιο για τη χορήγηση της ειδικής πριμοδότησης στον παραγωγό. 2. Η σφαγή ζώου κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής παραμονής των ζώων στην εκμετάλλευση που αναφέρεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999, όσον αφορά τη θηλάζουσα αγελάδα, δεν αποτελεί εμπόδιο για τη χορήγηση της ειδικής πριμοδότησης στον παραγωγό. Άρθρο 4 Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 32 παράγραφος 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999, στην περίπτωση κατά την οποία το μέτρο που αναφέρεται στο άρθρο 1 το οποίο απαγορεύει να εγκαταλείψει το ζώο τη μονάδα παραγωγής, εκτός εάν μεταφέρεται για σφαγή, εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια περιόδου μεγαλύτερη των τριών συνεχών μηνών: - ο συντελεστής που προβλέπεται στο άρθρο αυτό πρέπει να μειωθεί σε 0,5 κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία η κτηνιατρική απόφαση εφαρμόζεται πέραν των τριών προαναφερθέντων μηνών, - η προθεσμία των είκοσι ημερών μπορεί να παραταθεί από το κράτος μέλος έως και 30 μέρες. Άρθρο 5 1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, στην περίπτωση όπου, μετά την εφαρμογή μέτρου που αναφέρεται στο άρθρο 1, οι μόσχοι δεν μπόρεσαν να εγκαταλείψουν τη μονάδα παραγωγής για να σφαγούν, η πριμοδότηση σφαγής χορηγείται για τους μόσχους ηλικίας μεγαλύτερης του ενός μηνός και μικρότερης των οκτώ μηνών και βάρους σφαγίου μικρότερου των 175 χιλιογράμμων που έχουν σφαγεί από την ημερομηνία άρσεως του μέτρου και έως τις 30 Ιουνίου 2001. Γι' αυτό, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία κατά τη σφαγή, θα διασφαλίσει ότι το ζώο πληροί τους άλλους όρους επιλεξιμότητας για τη χορήγηση της πριμοδότησης. 2. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 37 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999, στις περιπτώσεις εφαρμογής μέτρου που αναφέρεται στο άρθρο 1, οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί να παρατείνει την προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο αυτό μεταξύ του τέλους της ελάχιστης δίμηνης περιόδου υποχρεωτικής παραμονής των ζώων στην εκμετάλευση και της ημερομηνίας σφαγής: - έως και κατ' ανώτατο όριο δύο μήνες μείον μία ημέρα, - έως και κατ' ανώτατο όριο τρεις μήνες, όταν ισχύει απαγόρευση αποστολών προς τα άλλα κράτη μέλη, εφόσον το κράτος μέλος διασφαλίζει ότι έχει χορηγηθεί μία μόνο πριμοδότηση σφαγής ανά ζώο. Άρθρο 6 Στο άρθρο 32 παράγραφος 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2342/1999, η ημερομηνία "15 Μαρτίου 2001" αντικαθίσταται από την ημερομηνία "15 Μαΐου 2001". Άρθρο 7 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τα άρθρα 1, 2, 3, 4 και 5 εφαρμόζονται στις αιτήσεις ενισχύσεων που κατατέθηκαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, 17 Ιουλίου 2001. Για την Επιτροπή Franz Fischler Μέλος της Επιτροπής (1) ΕΕ L 312 της 20.11.1998, σ. 1. (2) ΕΕ L 193 της 29.7.2000, σ. 8. (3) ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 21. (4) ΕΕ L 224 της 18.8.1990, σ. 29. (5) ΕΕ L 62 της 15.3.1993, σ. 49. (6) ΕΕ L 315 της 26.11.1985, σ. 11. (7) ΕΕ L 245 της 1.10.1993, σ. 99. (8) ΕΕ L 58 της 28.2.2001, σ. 9. (9) ΕΕ L 281 της 4.11.1999, σ. 30. (10) ΕΕ L 29 της 31.1.2001, σ. 27. (11) ΕΕ L 337 της 4.12.1990, σ. 7. (12) ΕΕ L 328 της 23.12.2000, σ. 1.